© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 9 Αυγούστου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΗΣ ΜΗΤΡΙΚΗΣ ΣΤΟΡΓΗΣ ΤΗΣ ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Στὴ Μνήμη τῆς Μητέρας μου 


« Ὅμως ἐμεῖς τό μόνο πού προσέχαμε ἦταν ἐκεῖνες οἱ φωνές μέσα στά σκοτεινά, πού ἀνέβαιναν, καυτές ἀκόμη πό τήν πίσσα τοῦ βυθοῦ τό θειάφι. Ὅι, ὅι, μάνα μου, ὅι, ὅι, μάνα μου» ( Ὀδ. Ἐλύτης, Ἄξιόν Ἐστι)
«Στήν ἀγκαλιά σου τή γλυκειά, μανούλα μου, ν   ἀράξω μές στό βαθύ τὸ πέλαγο αὐτό πριχοῦ βουλιάξω»  (Ἀλ. Παπαδιαμάντης)

Μέρες τρυφερές, μητρικῆς φροντίδας καὶ στοργῆς ἅγιες μέρες ἀνοίχτηκαν μπροστά μας, ἴσαμε, μὲ τῶν ποστόλων τὸν δῆμον συνοδοιπόρον, νὰ τιμήσουμε, ἑορτάσουμε, πανηγυρίσουμε «τὸ τελευταῖον ἐν αὐτῇ Μυστήριον». Τὴν Πάνσεπτόν Της Κοίμηση,  Τῆς Μητέρας μας τῆς Παναγιᾶς τὴν Κοίμηση.

Εὐωδιαστὲς, ὄντως, ἀφήνονται οἱ μέρες αὐτὲς νὰ μᾶς ταξιδέψουν σ᾿ ἕνα καιρὸ ξεχασμένο, δυστυχῶς, που ἄλλη  μητρικὴ στοργή, τῆς μάνας ποὺ μᾶς γέννησε, δαψιλῶς συμπληρώνονταν π τὴ Χάρη Της. Γιατὶ καὶ στὴ μία καὶ στὴν ἄλλη ἀκουμπούσαμε «τῶν λυπηρῶν τὰς παγωγάς», ποὺ ράμφιζαν τὴν ψυχή μας. Κι ἀναζητούσαμε, καὶ στὴ μιὰ καὶ στὴν ἄλλη τὴν παραμυθία, ἀνασαίναμε σιμά τους, αἰσιοδοξίας καὶ πλησμονῆς ἐλέους, εὐωδίες μοναδικές. Μέχρι νἄρθουν ἄλλα «νέφη τῶν λυπηρῶν» νὰ σταθοῦν πειλητικά, πως οἱ πιθετικὲς καταιγίδες πάνω μας. Γιὰ νὰ τὶς ξεπεράσουμε κι αὐτές «τῇ μεσιτείᾳ Της» στηριγμένοι ἐξάπαντος στὴν εὐχή τῆς μάνας μας.  

Κι ὕστερα ἦρθε καιρὸς ποὺ μιὰ π τὶς δύο, κατὰ σάρκα μάνα μας δηλαδή, σταύρωσε τὰ χέρια της, σφράγισε τὸ στόμα της, ἔκλεισε τὰ μάτια κι ποκοιμήθηκε. Γιὰ πάντα. Αὐτήν, λοιπόν, τὴν πουσία ἐκείνης  συμπληρώνει Χάρη Της, καθὼς ποπνέει κάθε ἐμπιστοσύνη Μορφή Της καὶ περισσότερο, ἀφοῦ ἄγρυπνο «προστάτιν τῆς ζωῆς» μας Τὴν καταλαβαίνουμε καὶ φρουρὰ ἀσφαλεστάτην τὴ νοιώθουμε σὲ τοῦτα τὰ μονοπάτια τοῦ βίου τὰ δύσβατα καὶ ἀκανθώδη. πως καταλαβαίναμε τὴ μάνα μας σὲ ὧρες πυρετοῦ, ἀδιαθεσίας καὶ ὀδυνηρῶν περιστάσεων ποὺ μᾶς κύκλωναν. Κι ἀφοῦ πλήρωσε τὸ κοινὸν χρέος μιά, συμπορευόμαστε μὲ τὴν Ἄλλη, ἀφήνοντας πίσω μας κάθε τί τὸ δυσχερὲς  καὶ προσβλητικὸ σχμα τοῦ κόσμου καὶ προστρέχουμε στὴ σκέπη Της.

Δὲ νοιώθουμε καμιὰν ὀρφάνια, γιατὶ παραμυθούμεθα π τὴν ἔγνοια Της, μᾶς νανουρίζει ἀγρύπνια Της καὶ  φωτίζει τὰ σκοτάδια μας στοργή Της. Κι ἔτσι πορευόμαστε μέσα στὸ Χρόνο, μοναχικοὶ καὶ ποσυνάγωγοι π τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ γεμᾶτοι παρουσίες π τὴν δικιά Της συμπαράσταση. «Καὶ ποῦ, λοιπόν, ἄλλην εὑρήσω ἀντίληψιν, ποῦ δὲ καὶ σωθήσομαι;...». Οἱ ἄνθρωποι ξεχνοῦν γρήγορα, ξιπάζονται ἀναζητοῦν τὴ δόξα-πάντα τὴν ἐφήμερη, φυσικά, γιατὶ ἄλλη δὲν εἶναι προϊὸν δημοσίων σχέσεων καὶ αὐτοπροβολῆς ἀλλ᾿ εἶναι βραβεῖο, παινος, πληρωμὴ τοῦ Θεοῦ.

Δεκαπενταύγουστο. Εὔχυμος χρόνος προσευχῆς καί δεήσεων. Μέσα στὸ ἑλληνικὸ τὸ καλοκαίρι, εὐτυχῶς, γιὰ νὰ καταννοουμε τὶς δωρεές Του, πάντα τῇ μεσιτείᾳ Της. Ἀφθονία καρπῶν, μέρες περιούσιες,θεϊκὲς λές, εὐκαιρίες γιὰ δοξολογία καὶ παρακληση-αἴτηση. Ὅλα δοσμένα μὲ μέτρο. Μέτρο ποὺ πολογιζει καὶ τὴν παραμικρὴ λεπτομέρεια. Γιατὶ μονάχα ἔτσι καταλαβαίνει Θεὸς τὰ τῶν ἀνθρώπων, ὅταν πέδωσε τὸν Κόσμο ὁλόκληρο στοὺς πρωτόπλαστους δημιουργημένο «καλὰ λίαν» (Γεν. 1, 31).

Δεκαπενταύγουστο, λοιπόν, μὲ χαρμολύπη στολισμένο καὶ μὲ κέντρο τῆς Γιορτῆς μιὰ κηδεία. Ὅμως, «ζῇ ἀεὶ Θεομήτωρ, κἂν δεκάτῃ θάνε πέμπτῃ». πως ξέρουμε πιά, ὅτι σιμά Της ζεῖ κι μάνα μας καὶ μᾶς ἀφουγκράζεται κάθε φορὰ ποὺ στεναγμός μας, σὲ ὧρες πνιγηρὲς, ἀνεβαίνει π τὸν πυθμένα τοῦ εἶναι μας: «Ἄχ, μάνα μου... Παναγιά μου, Ἐσύ!», πως συνειδητὰ Τῆς ψάλλουμε, «Οἱ μισοῦντες μάτην βέλεμνα καὶ ξίφη καὶ λάκκον ηὐπρέπισαν, καὶ πιζητοῦσι τὸ πανάθλιον σῶμα σπαράξαι μου, καὶ καταβιβάσαι, πρὸς γῆν Ἁγνὴ πιζητοῦσιν· ἀλλ᾿ ἐκ τούτων προφθάσασα σῶσον με». Γιατὶ οἱ ὁρατὲς κι ἀόρατες ρομφαῖες δὲ λείπουν ποτέ... 

π. κ.ν.κΔεκαπενταύγουστο 2017

Δευτέρα 7 Αυγούστου 2017

Η ΕΞΟΧΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗΣ ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


Η μεγάλη προσμονή για τις συναυλίες στις 6 και 7-7-17 από την περίφημη Φιλαρμονική Ορχήστρα της Αγίας Πετρούπολης ήταν αναμενόμενη, καθώς σηματοδοτούσε το κορυφαίο μουσικό γεγονός του Φεστιβάλ Αθηνών, ύστερα μάλιστα και από την ακύρωση της εμφάνισης με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών της θρυλικής Αργεντινής πιανίστα Martha Argerich. Η είδηση της ακύρωσης άλλων δύο εμφανίσεων, του επί τριάντα περίπου χρόνια, διακεκριμένου μαέστρου της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Αγίας Πετρούπολης, Yuri Termikanov, καθώς και του διάσημου Ρώσου πιανίστα Denis Matsuev, βύθισαν σε απογοήτευση τους φιλόμουσους. Ωστόσο η μεγάλη αυτή ορχήστρα, υπό την διεύθυνση του αντικαταστάτη αρχιμουσικού της Nikolai Alexeev, έλαμψε για μια ακόμα φορά στη μακρά πορεία της.

Παρακολουθήσαμε την πρώτη συναυλία με έργα, αποκλειστικά, Ρώσων συνθετών. Το πρώτο ήταν ένα απόσπασμα από την ορχηστρική σουίτα της όπερας, Ο Θρύλος της αόρατης πόλης του Κιτέζ του Nikolai Rimsky -Korsakov (1844-1908), που θεωρείται μία από τις ωραιότερες όπερες του συνθέτη και αναφέρεται ως «Ρωσικός Parsifal». Το από τέσσερις πράξεις λιμπρέτο του Vladimir Belsky, βασίζεται σε δύο μύθους, στον «Legent of the invisible city of Kitezh» και στον «The Maiden Feuvroniya». Η όπερα ολοκληρώθηκε το 1905 και πρωτοπαίχτηκε στο Θέατρο Maryinsky στις 20 Φεβρουαρίου του 1907, στην Αγία Πετρούπολη.

«Μάγος της ενορχήστρωσης» χαρακτηρίστηκε ο Korsakov και η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Αγίας Πετρούπολης υπό την μπαγκέτα του αρχιμουσικού της, Nikolai Alexeev, δικαίωσε τον χαρακτηρισμό. Μέσα από το πλούσιο ηχόχρωμα και τον διάφανο ήχο κάθε οικογένειας οργάνων, πρόβαλαν με αρμονική ολότητα και ακρίβεια τις αρετές του έργου και έπλασαν μελωδίες τρυφερές, που ανέδειξαν τη σαγήνη και τη μαγεία των μύθων.

Τις Παραλλαγές ροκοκό, έργο 33 του Pyotr Ilyich Tchaikovsky (1840-1893), ερμήνευσε, στη συνέχεια, με δεξιοτεχνία βιρτουόζου, ο Ισπανός σολίστ του βιολοντσέλου Pablo Ferrandez. Ο Tchaikovsky αναζητεί την έμπνευση πέρα από την Ρώσικη μουσική στα πρότυπα της Δυτικής μουσικής. Με ίχνη και επιρροές από τον ρομαντισμό ενός Schumann, Liszt και Wagner, μα πάνω απ' όλα εμπνεόμενος από το γοητευτικό στυλ του θεϊκού Mozart και του Ροκοκό, συνθέτει, με κλασική προσέγγιση, ένα έργο άκρως δεξιοτεχνικό, με νύξεις από τα μπαλέτα του, με χάρη, φαντασία και πλαστικότητα, στοιχεία του ανεπανάληπτου προσωπικού, ορχηστρικού του ύφους.

Το έργο γράφεται αμέσως μετά το συμφωνικό ποίημα Francesca da Rimini, μεταξύ Δεκεμβρίου του 1876 και Μαρτίου του 1877, για τον Γερμανό βιολοντσελίστα Wilhelm Fitzenhagen, καθηγητή στο Conservatoire της Μόσχας, ο οποίος συνέβαλε με τις υποδείξεις του στην ολοκλήρωσή του. Η πρεμιέρα του έργου έγινε στη Μόσχα στις 30 Νοεμβρίου 1877 υπό τον Nikolai Rubinstein.

Με την άριστη στήριξη της μεγάλης αυτής ορχήστρας και του αρχιμουσικού της, η ερμηνεία του νεαρού σολίστ, Pablo Ferrandez, ήταν αριστοτεχνική. Με τόλμη, σαφήνεια και μοτσάρτεια χάρη, ανέδειξε τον πλούτο της μουσικής του Tchaikovsky, αλλά και έδωσε το έναυσμα στο θεατή, αντιστοιχώντας τις τέχνες, να δει μέσα από τις νότες, την ακτινοβολία των ζωγραφικών αριστουργημάτων της εποχής του Ροκοκό, όπως το «Ποιμενικό Ειδύλλιο» του François Boucher, το «Προσκύνημα στο νησί των Κυθήρων του Jean-Antoine Watteau, το «Κλεμμένο φιλί» του Jean-Honorè- Fragonard και τόσα άλλα.

Τους Συμφωνικούς Χορούς op. 45, ορχηστρική σουίτα σε τρία μέρη, συνέθεσε ο Sergei Rachmaninoff (1873-1943), στην Αμερική το 1940, τέσσερα χρόνια μετά τη σύνθεση της Τρίτης Συμφωνίας του και έμελλε να είναι το κύκνειο άσμα του, αλλά και η σύνοψη της μουσικής του κατάθεσης. Ο πρωτότυπος τίτλος τους ήταν Fantastic Dances και προοριζόταν για μπαλέτο που θα χορογραφούσε ο Michael Fokine. Δεινός πιανίστας ο ίδιος, χαρακτηρίστηκε από τους καλύτερους του 20ού αιώνος, συνέθετε, παράλληλα με την Ορχηστρική Σουίτα και τους Συμφωνικούς Χορούς για δύο πιάνα.

Ήταν γνωστή η ιδιαίτερη σχέση του Ρώσου συνθέτη με την Philadelphia Orchestra, χάρις στον Leopold Stokowski, -να θυμίσουμε την αλησμόνητη παρουσία του στη Fantasia του Walt Disney- καθώς και η ρήση του, ότι τα χρόνια που ζούσε στην Αμερική συνέθετε, έχοντας στο μυαλό του τους ήχους αυτής της ορχήστρας. Ήταν φυσικό η πρεμιέρα των Συμφωνικών Χορών του να γίνει από τη διάσημη Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας, υπό την διεύθυνση του Eugene Ormandy.

Έργο αντιπροσωπευτικό τού τελευταίου στυλ του συνθέτη, ένας νοσταλγικός, ρομαντικός χορός για τη Ρωσία που γνώρισε και περιγράφει τόσο όμορφα στην Τρίτη Συμφωνία του, με την εκκλησιαστική μουσική στην αρχή να επιτείνει την αθεράπευτη νοσταλγία για την πατρική γη και να αφήνει έκθαμβο τον ακροατή όταν προς το τέλος, αναγνωρίζει, στο Dance macabre, το Requiem Dies Irae, δάνειο από το Γρηγοριανό Μέλος του 13ου αιώνος. Έξοχη απόδοση, από μια έξοχη Ορχήστρα! 

Σάββατο 5 Αυγούστου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΗΣ ΕΔΕΜ, ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

(Μικρὸ κι ἄτεχνο σχόλιο στὴν ἔκθεση ζωγραφικῆς τῆς Ξένης Εὐ. Μαρλίτση)
«Ἐκάθισεν Ἀδὰμ τότε, καὶ ἔκλαυσεν ἀπέναντι τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου, χερσὶ τύπτων τὰς ὄψεις, καὶ ἔλεγεν· Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα. Ἰδὼν Ἀδὰμ τὸν Ἄγγελον, ὠθήσαντα, καὶ κλείσαντα τὴν τοῦ θείου κήπου θύραν, ἀνεστέναξε μέγα, καὶ ἔλεγεν· Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα. Συνάλγησον Παράδεισε, τῷ κτήτορι πτωχεύσαντι, καὶ τῷ ἤχῳ σου τῶν φύλλων, ἱκέτευσον τὸν Πλάστην, μὴ κλείσῃ σε. Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα. Παράδεισε πανάρετε, πανάγιε, πανόλβιε, ὁ δι' Ἀδὰμ πεφυτευμένος, καὶ διὰ τὴν Εὔαν κεκλεισμένος, ἱκέτευσον Θεὸν διὰ τὸν παραπεσόντα. Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα»
(Τριώδιον, Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς. Οἶκος)

Ἡ νέα ἔκθεση, ποὺ μὲ πολὺ κόπο καὶ μεράκι, ἀλλὰ καὶ ἐμφανῆ αἰσιοδοξία παρουσιαζει στὸν χῶρο τοῦ Σινε-Ὀρφεύς, τῆς Χώρας τῆς Σκοπέλου, τῆς πατρίδας της δηλ. ἡ νέα καλλιτέχνις καὶ ταλαντοῦχος ζωγράφος, ἡ Ξένια Εὐ. Μαρλίτση, ἔρχεται μὲν νὰ συμπληρώσει κάποιες προηγούμενες ἐκθέσεις της, ἀλλὰ καὶ ν᾿ ἀποδείξει μετ’ ἐμφάσεως κανῆς τὴν ριμότητα τῆς Σκοπελίτισσας εἰκαστικοῦ. Μιὰν ὠριμότητα ποὺ φαίνεται πιὰ μέσα στὰ νέα της ἔργα, ἀλλὰ καὶ στὸν τίτλο ποὺ τοὺς ἔδωσε : «Ἐδὲμ τοῦ βαθους».
Στ' ἀλήθεια, τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐπιθυμεῖ ν᾿ ἀποκαλύψει ἡ ζωγράφος; Ποιό, δηλαδή, μήνυμα ἀκτινοβολοῦν τὰ ἔργα της καὶ ποιὰ ἡ σχέση τους μὲ τὴν βιβλικὴ Ἐδέμ.
Ἀρχικὰ πρέπει νὰ ξέρουμε ὅτι ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν Κόσμο «καλὰ λίαν» ( Γεν. 1, 31) κι ἐκεῖ ἔθεσε τὸν ἄνθρωπο νὰ ζε. Μόνο ποὺ αὐτὴ τὴν εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος τὴ λησμόνησε γρήγορα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ χάσει τὸν Παράδεισο. Τὸν Παράδεισο ποὺ ἀπὸ τότε ἀναζητεῖ, γιατὶ ὅταν ἔφυγε ἀπὸ μέσα καταλαβε τί ἔχασε. Ἄλλωστε καὶ τὸ παραπάνω ἐκκλησιαστικὸ κείμενο ποὺ παρατίθεται φανερώνει αὐτὴ καθαυτὴ τὴ θλίψη καὶ τὴν ὀδύνη τοῦ Ἀδὰμ.
Προσέχοντας τώρα τὰ πρόσωπα τὰ ποῖα μᾶς παρουσιαζει ἡ ζωγράφος θὰ παρατηρήσουμε πὼς εἶναι ἀπόλυτα συντονισμένα μὲ αὐτὴ τὴ θλίψη, τὴ σιωπή, τὸν προβληματισμό, ἀλλὰ καὶ τὴν ὀδύνη τοῦ Ἀδάμ. Ὅ, τι δηλ. περιγραφεται στὸν Οἶκο1 τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς, τῆς Κυριακῆς δηλ. ποὺ θυμόμαστε τὸν Παράδεισο ποὺ ἔχασε ὁ προπάτοράς μας, ὁ Ἀδάμ.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἔκθεση αὐτὴ ἔχει τὶς μεταφυσικές της προεκτάσεις, ἀφοῦ ἐμφανῶς μαρτυρεῖ, μέσω τῶν ἔργων τῆς ζωγράφου, τὸ μεγαλο ζητούμενο τοῦ κάθε ἀνθρώπου: Τὴν ἐπιστροφή του στὸν Κῆπο τῆς Ἐδὲμ, στὸν Παράδεισο δηλ., ὅπου τὸ φυτικὸ καὶ ζωϊκὸ βασίλειο θὰ τὸν συντροφεύει καὶ θὰ τοῦ χαρίζει εἰρήνη καὶ φῶς. Ἕνα φῶς ποὺ θὰ καταγαύσει τὰ σκοταδια τοῦ ψυχισμοῦ του. Φῶς, ὅπως αὐτὸ ποὺ ἐκπέμπουν τὰ χρώματα μὲ τὰ ποῖα ἡ ζωγράφος προσπαθεῖ νὰ τονίσει τὶς ἀντιθέσεις: Τῆς θλίψης καὶ τῆς μελαγχολίας τῶν προσώπων μὲ τὰ φωτεινὰ χρώματα ποὺ εἶναι ντυμένα ὅλα τὰ ἄλλα. Γιατὶ ὅλη αὐτὴ ἡ πολυχρωμία, ἡ προσπάθεια δηλ.τῆς Ξένης νὰ ἀποκωδικοποιήσει τὸ Κάλλος, τὸ Ὡραῖο, τὸ Ὑπέροχο καὶ ἀπερίγραπτο τοῦ Κόσμου, τοῦ Κόσμου Δημιουργία τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἀπάντησή της στοὺς καιρούς μας, ὅπου ἡ Ἐδὲμ, δυστυχῶς, ἐσκεμμένα μεταποιεῖται σὲ ἄλλους «παραδείσους». Παραδείσους ἐφήμερους καὶ εἰκονικούς, ποὺ στὸ βαθος τους κρύβεται ἡ ἀπόγνωση καὶ ὁ θάνατος κι ὄχι ὁ Θεὸς τῶν οίκτιρμῶν καὶ τῆς φιλανθρωπίας.
Εἶναι, λοιπόν, κι αὐτὴ ἡ δουλειά τῆς Ξένιας τόσο ὑπέροχη, ὅπως καὶ οἱ προηγούμενες, γι’ αὐτὸ μὲ συγκίνση, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ τῆς ἀναφέρουμε πὼς τῆς ἀξίζει κάθε ἔπαινος, ὄχι μονάχα γιατὶ τιμᾶ τὴν Τέχνη, ἀλλὰ πρωτίστως ἐπειδὴ τιμᾶ τὴν πατρίδα της, τὴ Σκόπελο, ἡ ὁποία ἔχει ἀναγκη τέτοιων ἀνθρώπων. Ἀνθρώπων που θὰ ὑψώσουν τὸ πνεῦμα πάνω ἀπὸ μικρότητες, ἀπάνθρωπους ἀνταγωνισμοὺς καὶ διακονία τῆς ὕλη μονάχα.
Εὐχὴ ὅλων μας δὲ ἡ καλὴ κι εὐλογημένα θεοφώτιστη συνέχεια.
π. κ.ν.κ


1 Οἶκος= τμήμα τοῦ Κοντακίου, τὸ ὁποῖο εἶναι ὑμογραφικὴ συνθεση, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ Προοίμιο ( εἰσαγωγή) καὶ τὸ σύστημα στροφῶν, οὺ λέγονται οἶκοι.
 

Παρασκευή 4 Αυγούστου 2017

Πέμπτη 3 Αυγούστου 2017

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

Γιώργου Λέκκα: ΥΣΤΕΡΑ ΠΑΛΙ ΤΟ ΦΩΣ (νέο ποίημα)


Και μες στον Παράδεισο πονώ.
Φλούδα τη φλούδα
ζεφλουδίζω και πονώ
ολόκληρος μία πληγή
ολόκληρος μία κραυγή
ώσπου να ξαναγίνει φως
ειρηνικό και ενοποιητικό
αν κι όλα ευδιάκριτα μέσα σ’ αυτό·
τα βουνά μοιάζουν και πάλι βουνά
ο ουρανός ουρανός
και η θάλασσα θάλασσα.
[1.8.17]

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Α. Λέκκας ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.
[Εικαστικό σχόλιο: Όπυ Ζούνη]

Τρίτη 1 Αυγούστου 2017

Ο Ερασίμολπος* προτείνει: «Ποίει και Σίγα»

Μια έννοια που στην Ελλάδα σήμερα έχει χάσει την αξία της

Και λέω σήμερα, γιατί στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε βαθύς σεβασμός στα λεγόμενα (στο Λόγο) και κάθε λέξη είχε το βάρος της σημασίας της. Όταν σέβεσαι – και εννοείς – αυτό που λες, τότε αισθάνεσαι απόλυτα την υποχρέωση να πράξεις ανάλογα.

Σήμερα, λοιπόν, ζούμε σε μια κοινωνία, στην οποία λίγο-πολύ ο καθένας είναι Ό,τι δηλώσει, Ό,τι νομίζει, μιλώντας ή πράττοντας χωρίς ουσιαστικά να σέβεται τον εαυτό του και τους άλλους και δίχως να ενεργεί με αυστηρή συνέπεια λόγων και πράξεων, χωρίς να διδάσκεται από τη σοφία και το παράδειγμα των αρχαίων Ελλήνων, με το βαθύ και διαχρονικό νόημα και τη λακωνικότητα του Λόγου τους (Μέτρον Άριστον, Μηδέν άγαν, Φείδου χρόνου, Μάθε βιώσας κτλ).

Ο Νεοέλληνας όχι μόνο, συνήθως, δεν πράττει ορθά, αλλά ενεργεί κυρίως για προσωπικό και όχι κοινωνικό όφελος, για ιδιοτέλεια και αυτοπροβολή (δες π.χ τις ταμπελίτσες με το όνομα του δωρητή), αποφεύγοντας τη σεμνότητα, την απαραίτητη σιωπή, την αξιοπρεπή στάση και την ποιότητα. Αντίθετα, δίνει προτεραιότητα, στην εμφάνιση, στην επιφάνεια, την εγωπάθεια, τη μεγαλοστομία, την κενολογία και σε άλλα «σημάδια έλλειψης παιδείας, ανωριμότητας, επιδειξιομανίας, ναρκισσισμού κτλ»

Το περίφημο «ελληνικό φιλότιμο» χαρακτηρίζει ανέκαθεν τον άνθρωπο της κοινωνίας μας, αναπτυγμένο σε μεγάλο βαθμό, το οποίο σήμερα θεωρείται χαμένο, με ό,τι σημαίνει αυτό σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο.

Δείγμα, επίσης, της γενικότερης κρίσης που ταλανίζει τον Έλληνα της εποχής μας είναι η θλιβερή εικόνα της δημόσιας ή ιδιωτικής τηλεόρασης και ο τρόπος που διεξάγονται σ’ αυτήν οι συζητήσεις μεταξύ διαφόρων προσκεκλημένων, χωρίς σοβαρότητα, χωρίς αλληλοσεβασμό, χωρίς Λόγο ουσίας και με έλλειψη πολιτισμού.

Δυστυχώς, στην εποχή μας κυριαρχεί ο άκρατος και βλαπτικός λαϊκισμός, που γοητεύει ευρείες κοινωνικές ομάδες, με αποκορύφωμα αυτού στον χώρο της εξουσίας. Επικρατούν η φλυαρία, οι υποσχέσεις, το ψέμα, ο πολιτικαντισμός, η πλάνη, η υποτίμησης της νοημοσύνης μας, η σκοπιμότητα και άλλα νοσηρά και απογοητευτικά συμπτώματα.
Στοιχεία, αυτά και πολλά παρόμοια, που διαφοροποιούν τον σύγχρονο από τον αρχαίο Έλληνα, με τη συμπεριφορά του πρώτου να κρίνεται αρνητική και προσβλητική για το πνέυμα και τον Λόγο που μας κληροδότησε η αρχαιοελληνική Σκέψη και Γραφή.

Η διαφοροποίηση αυτή, χρήζει ιδιαίτερης έρευνας, μελέτης και ερμηνείας υπεύθυνης με πολλούς παράγοντες να είναι η αιτία για αυτήν (ιστορικές περιπέτειες, Τουρκοκρατία, Έλλειψη Παιδείας, πολιτικές κ.ά κρίσεις, Τουρισμός κτλ).

Όλα αυτά οδηγούν στην διαπίστωση ότι η ελληνική κοινωνία διανύει ακόμα, από την εποχή του δολοφονημένου Ιωάννη Καποδίστρια, περίοδο ανωριμότητας και υπανάπτυξης (παρά τις όποιες εξαιρέσεις, που επιβεβαιώνουν τον κανόνα), χωρίς τις προσπάθειες που απαιτούνται, χωρίς ανάληψη των όποιων ευθυνών, χωρίς διόρθωση των λαθών, χωρίς ωριμότητα σε όλους τους τομείς, με υπέρβαση του ατομικού ωφελιμισμού και με στόχευση μόνο στο γενικό ή στο κοινό συμφέρον.

Χρήσιμο, λοιπόν, κρίνεται να δοθεί βαρύτητα στο ουσιώδες και στο ποιοτικό, με τον Νεοέλληνα να αφουγκράζεται και να βιώνει την αξία της απλής μα και αξιοπρόσεκτης ρήσης «Ποίει και Σίγα», που μας φέρνει επιγραμματικά κοντά στις ανάλογες σοφές ρήσεις των αρχαίων Ελλήνων. Μια ρήση ή μια προτροπή, που κατευθύνει τον καθένα μας προς τον χώρο της δημιουργίας και της αθόρυβης προσφοράς, της συνέπειας λόγων και έργων, χωρίς φανφάρες και εντυπωσιασμούς. Κι αυτό, όπως και άλλα, είναι κάτι που οφείλεται στη σημασία και στην συμβολή του ελληνικού πολιτισμού για την ιστορία του κόσμου ή σε επίπεδο οικουμενικό, διαχρονικής διάρκειας και αξίας...

Σε κάθε δυσοίωνη εποχή – όπως και η σημερινή – υπάρχουν εστίες αντίστασης και ακμής όπως αυτές που παραμένουν άσβηστες στις σελίδες π.χ του Πλάτωνα και δίνουν «όπλα» πνευματικά για τον αγώνα που οδηγεί στην Ιδέα του Καλού, μ’ όλες τις έννοιες και τις αξίες που αυτό περιέχει (του Ορθού, του Δίκαιου, του Ωραίου, του Ηθικού)...

Σ’ αυτό το πλαίσιο, η φράση «Ποίει και Σίγα» έχει τη δική της θέση, σαν στοιχείο θετικό και παρήγορο, στην πορεία της με πολλές δοκιμασίες Ρωμιοσύνης, αυτής που δεν πρέπει να «την κλαις, εκεί που πάει να σκύψει»...
-----------------------
*Ερασίμολπος, καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του γιατρού Διονύση Αρβανιτάκη

Δευτέρα 31 Ιουλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ ΘΕΡΙΝΟΥ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗ


Ὅταν ζεῖς καὶ διακονεῖς ἐνορίες μὲ πληθωρικὴ τὴν παρουσία θερινῶν ἐπισκεπτῶν (τουριστῶν), εἶναι βέβαιο πὼς οἱ ποιμαντικὲς ἐμπειρίες αὐξάνονται, ὅπως ἐπίσης καὶ οἱ ἀπρόσμενες ἐνοχλήσεις-γιατί, κακὰ τὰ ψέματα, κι αὐτὲς ὐπάρχουν. Κι εἶναι ὀχλήσεις κάθε εἴδους, ὅπως συμπεριφορᾶς, ὑπερβολῆς, ἀδιακρισίας καὶ ἀδιαφορίας προκλητικῆς. Ὡστόσο στὸ περιθώριο τῶν παραπάνω περιστατικῶν, ποὺ σὲ περιπτώσεις ἀπορρυθμίζουν καὶ τὸ πρόγραμμα τοῦ ἴδιου τοῦ ποιμένα, ὑπάρχει μιὰ ἄλλη ὄψη, ἀδιόρατη γιὰ πολλούς, ἄφαντη, ἀλλὰ καὶ πολὺ εύεργετικὴ ἀπὸ ἀπόψεως ποιμαντικοῦ ἔργου ἐνισχύσεως καὶ καταρτίσεως ψυχῶν. Γιατὶ ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ἔρχονται στὸ τόπο μας καὶ διαθερίζουν, ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ εἶναι, ὅποιας ἐθνικότητας ἤ καὶ κοινωνικῆς τάξεως εἶναι μέτοχοι. Ἑπομένως αὐτὸ ποὺ πρωτίστως ἔχει σημασία νὰ φανεῖ εἶναι ἕνα: Ποιᾶς ποιμαντικῆς μέριμνας χρήζουν;
Εἶναι γνωστό, πὼς ὁ κάθε θερινὸς ταξιδιώτης, ὁ δυνάμενος νὰ ϋπερβεῖ τὰ ὅρια τῆς στυγνῆς καθημερινότητας ποὺ ζεῖ καὶ ἀντέχει ὁλάκερο τὸν ὑπόλοιπο χρόνο, ὅταν φανοῦν οἱ μέρες τῆς ἄδειάς του (τί λέξη στ’ἀληθεια κι αύτή, σοβαρή, εὐεργετικὴ στὸν ψυχισμό, κυριολεκτικὴ στὴ σημασία της) «ὀνειρεύεται καὶ σχεδιάζει τὴν ἔξοδο αὐτή» (Κ. Ε. Τσιρόπουλος)1. Μιὰ ἔξοδο ἀπὸ τὴν ἀγχωτικὴ πορεία του γιὰ τὸν ἀπαράιτητο βιοπορισμό, ἡ ὁποία καὶ τὸν ἀναζωογονεῖ, θεραπεύει καὶ ἀναγεννᾶ, καθὼς ἐπιχειρεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὸ σκάμμα τῆς ὅποιας του ὀδύνης, στε νὰ χαρεῖ αὐτὲς τὶς μέρες/δῶρο Θεοῦ, τῆς ἀναπαύσεώς του. Τῆς ἀναπαύσεως ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν κατάπαυση (πρβλ. Γεν.1) τῶν ἔργων του. Γιατὶ εἶναι πιὰ γνωστό, πὼς οἱ διακοπές, ὅσο καὶ σύντομες κι ἄν εἶναι, δωρήθηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ ὡς κατάπαυση ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως τοῦ δωρήθηκε καὶ ἡ Κυριακή...
Ἔρχονται, λοιπόν, οἱ ἐπισκέπτες μὲ τὴν αἰσιοδοξία νὰ φωτίζει τὴν ψυχή τους, ἀλλὰ καὶ τὸ εἶναι τους ὁλάκερο. Λαχταροῦν νὰ ζήσουν κάοιοιες μέρες δίχως τὸ ἐλάχιστο ἶχνος ζάλης καὶ πνευματικῆς κόπωσης. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σεργιανοῦν στὰ σοκάκια, περιφέρονται στὶς ἀκρογιαλιές, γευματίζουν στὰ μαγαζιά τῆς Χώρας, ἀλλὰ καὶ ἐπισκέπτονται ναοὺς καὶ μοναστήρια μὲ ἕναν τρόπο ποὺ δὲ θέλει παρεξήγηση. Ἐξήγηση θέλει καὶ πιὸ πολὺ στοργή, φιλοτιμία καὶ ποιμαντικὰ φιλαδελφο ἔλεγχο. Γιατὶ ἐκεῖ ποὺ βλέπεις νὰ ἔρχονται κάποιοι μὲ τὰ κοντὰ πανταλόνια καὶ τὸ ὅποιο ἐλαφρὸ ντύσιμο, κυρίως σὲ ὧρες ἑσπερινοῦ -τὰ πρωϊνὰ γιὰ τοὺς περισσότερους ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι δύσκολα, ἕως κι ἀκατόρθωτα- τότε τὸ μόνο ποὺ ἀπαιτεῖται ἀπὸ μέρους τοῦ ποιμένα/φύλακα εἶναι ἡ ὑπομονή, ἡ δυνατὴ ἐπικοινωνία καὶ ἡ φιλαδελφία. Γιατὶ τὸ νὰ εἰσοδεύσει κάποιος ἐπισκέπτης στὸ ναό, ἀσφαλῶς κάτι ἐπιζητεῖ. Δὲν εἶναι τυχαία, τουλάχιστον γιὰ τοὺς περισσότερους ἀπὸ αὐτοὺς, ἡ ἐπίσκεψη ποὺ πραγματοποιοῦν. Κάτι ἀσφαλῶς ἐπιζητοῦν κι ἴσως εἶναι μιὰ εὐκαιρία ἀποτοξινώσεως τους ἐτούτη ἡ παρουσία τους στὸ ναό. Γιατὶ ποιὸς γνωρίζει τὶ σταυρὸ φέρει ὁ καθένας ἀπὸ αὐτούς, πόσους κόπους κατέβαλαν ὥστε ν᾿ ἀποδράσουν ἀπὸ τὸ τσιμέντο, τὸ καυσαέριο καὶ τὸ πνιχτὸ διαμέρισμα ὅπου ζοῦν, γιὰ νὰ ζήσουν λίγες μέρες ἀνθρώπινες, ζωογόνες, θεραπευτικές, γνήσιες. Νὰ ἀνασάνουν τὸ ἄρωμα τοῦ πεύκου ἀλλὰ καὶ τοῦ νυχτολούλουδου ποὺ τὸ συνοδεύει τὸ ἑσπερινὸ θυμίαμα. Νὰ κολυμπήσουν στὰ λαμπερὰ νερὰ τῆς βαθυγάλανης θάλασσας, ἀλλὰ καὶ νὰ βρεθοῦν «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» κάποιες στιγμὲς ποὺ τὸ νοιώθουν, ὥστε νὰ προσευχηθοῦν καὶ συνάμα νὰ ἐξομολογηθοῦν, νὰ καταθέσσουν τὸν καημό τους, τὰ προβλήματά τους, τὶς ἔγνοιες καὶ ὅ, τι βαρύνει τὴν ψυχή. Φυσικὰ ὅλοι δὲν τὸ κάνουν αὐτό, ὅμως πάντα ἀρέσκονται νὰ ποῦν δυὸ λόγια μὲ τὸν παπᾶ, ν᾿ ἀκούσουν κάτι, νὰ τὸ παρουν μαζί τους, γιατὶ ἴσως νὰ μὴ ξαναδεῖ ὁ ἔνας τὸν ἄλλο.
Εἶναι μιὰ περίεργη, στ᾿ ἀλήθεια, ποιμαντικὴ αὐτὴ ἡ τοῦ θερινοῦ ἐπισκέπτη, γιατὶ ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὴ μιὰ ἐπαγρύπνηση τοῦ ποιμένα, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ὑπομονή. Κι αὐτὸ ἐπειδὴ γιὰ πρώτη φορὰ ἀντικρύζει τὰ πρόσωπα αὐτά. Κι ἀλήθεια, εἶναι φυσικὸ ν᾿ ἀναρωτιέται, τὸ πόσο εἰλικρινῆ εἶναι, ἄν ἔχουν ἴχνη ἐκκλησιαστικῆς παιδείας ἤ ἁπλῶς εἶναι θεατές. Γιατὶ μόνο μὲ αὐτὴ τὴ διακρίβωση θὰ ἐπιχειρηθεῖ ἡ ὅποια ποιμαντικὴ προσέγγιση, χωρὶς νὰ ὑπάρξει ἡ παραμικρὴ ἐνόχληση -κάτι τέτοιο εἶναι σίγουρο ὅτι θεωρηθεῖ ἀπὸ πολλοὺς ἀνάκριση ἤ κάτι παρόμοιο- ὁπότε καὶ θὰ ὁδηγήσει τὰ πράγματα ἀλλοῦ. Κι ἴσως οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, ο τῆς Ἐκκλησίας δηλαδή, ἤ ἐκεῖνοι ποὺ τὴν ἀναζητοῦν, ὅλοι αὐτοὶ χρειάζονται τὴ στοργή Της. Ἄλλωστε, δὲν εἰπώθηκε τυχαῖα ὁ Κυριακὸς λόγος «δεῦτε πρὸς με κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» ( Μτθ. 11, 28). Γιατὶ ὅλοι αὐτοί, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ σωματικὴ ἀναπαυση ἐπιζητοῦν καὶ τὴν ἀναπαυση τῆς ψυχῆς, τὴν ἀποφόρτισή της ἀπὸ πολλὰ δυσάρεστα καὶ ἐπιβλαβῆ, τὴν ἀναζήτηση τῆς παραμυθίας, ἀλλὰ καὶ τῆς εἰρἠνης τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἰσορροπήσουν.
Ὁ θερινὸς ἐπισκέπτης, πρέπει νὰ ξέρουμε, δὲν εἶναι μονάχα πηγὴ ἐσόδων ποὺ θὰ αἱμοδοτήσει τὸν τόπο ὅπου διαθερίζει, ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα εἶναι κι ἔνα θεῖο δημιούργημα, τὸ ὁποῖο ἔχει ἀνἀγκη νὰ λησμονήσει γιὰ λίγο τὸ στυφὸ πρόσωπο τῆς καθημερινότητας καὶ ἐλέυθερα νὰ ζήσει τὶς μέρες ποὺ εἶναι ἀδέσμευτος ἀπὸ ὑποχρεώσεις. Κι οἱ μέρες αὐτές, ποὺ εἶναι ἀναμφίβολα πολὺ σημαντικὲς γι᾿ αὐτόν, ἄν ἀξιοποιηθοῦν σωστὰ γίνονται τὸ βάλσαμο ποὺ κλείνει πολλὲς πληγές. Πληγὲς ποὺ δέχεται ὁ καθένας μέσα στὴν βιοπάλη. Πληγὲς μὲ βαθειὰ σημἀδια καὶ αἰμορραγία κάποτε ἀσταμάτητη. Κι ἐδῶ, λοιπόν, ἔχει τὴ θέση του ὁ κάθε ποιμένας, ποὺ ὡς ἄλλος καλὸς Σαμαρείτης καλεῖται νὰ ἐπιδέσει τὶς πληγές, ἀφοῦ τὶς καθαρίσει μὲ ἔλαιον καὶ οἶνον. Γιατὶ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, μὴ ξεχνᾶμε πὼς ὁ κάθε συνειδητὸς ποιμένας εἶναι καὶ θεραπευτής.
π. κ. ν. καλλιανός
Ἰούλιος 2017

1 Τὸ γραφτὸ αὐτὸ θὰ σταθεῖ κυρίως στοὺς Νεοέλληνες ἐπισκέπτες. Μιὰ ἄλλη φορὰ θὰ γίνει λόγος γιὰ τοὺς ἀλλοδαπούς.

Τετάρτη 19 Ιουλίου 2017

π. Κων. Καλλιανός: ΘΕΡΙΝΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ

Στὴν ἀξ. κ. Μαρία Κοτοπούλη, θερινὸς χαιρετισμός τιμῆς καὶ ἀγάπης 

Ψιχαλίζει στὴν ψυχὴ δροσιὰ κατανύξεως καὶ νοσταλγίας καὶ τοῦτο τὸ καλοκαίρι. Ὅσο κι ἄν μακραίνουν οἱ μνῆμες, τὰ χρόνια καὶ οἱ ἄνθρωποι. Ἰδίως, οἱ ἄνθρωποι, τὰ πρόσωπα δηλαδή, αὐτὰ τὰ εἰκονίσματα ποὺ ἀπόμειναν κρυσταλλωμένες Μορφές, ὅπως οἱ ἁγιογραφίες, νὰ μᾶς παρατηροῦν ἀπό τὸ βάθος τοῦ Χρόνου μὲ τὸ ἴδιο μεράκι καὶ τὴν ἀδιάπτωτη τρυφερότητα ποὺ σπανίζει στὶς μέρες μας.
Κάπου μέσα στὸ Αἰγαῖο νοσταλγικὰ ταξιδεύει, σὲ ἀπόβραδη ἤ νυχτερινὴ ὥρα, ψυχή μας, στολισμένη ἀπὸ ἕναν καθαρὰ ἔναστρο οὐρανό, ποὺ κάποτε τὸν συντρόφευε καὶ τὸ περίεργα ἔντονο, χρυσόγκριζο φῶς τοῦ φεγγαριοῦ.
Ἥσυχες ρες τότε, στὴν πεζούλα τοῦ φούρνου καὶ στὰ «Κάγκελα». Ἀγνάντεμα νυχτερινό, πρὸς τὸ πέλαγο ποὺ ἁπλώνονταν ἀπέναντι κεντημένο μὲ μικρά-μικρὰ φωτάκια, ἀπὸ κεριὰ λὲς ἀναμμένα σὲ λιτανεία μυστική, τὰ φῶτα ἀπὸ τὶς λάμπες τῶν γρὶ γρί... Κι ἀπὸ τὸ βάθος, κατὰ τὴν Εὔβοια καὶ τὴ Σκιάθο, μιὰ λάμψη ἀνέβαινε πρὸς τ᾿ ἀστέρια.
Ναί, τότε δὲν εἴχαμε στὸ χωριό μας ἠλεκτρικό κι ὅλα ἦταν γνήσια καὶ φροντισμένα ἀπὸ χέρι τοῦ Θεοῦ. Ἀνασασμοὶ εὐωδιαστοὶ κύκλωναν τὸ νυχτερινό μας ρεμβασμό, ποὺ δώριζε στὴν ψυχὴ ἐκείνη τὴ μοναδικὴ γαλήνη, τὴ ψυχοθεραπευτικὴ καὶ εὐλογημένη πλούσια. Γιατὶ μέσα στὸ μεγαλεῖο τῆς ἔναστρης θερινῆς νύχτας, μὲ τὸ λαμπυρισμένο ἀπέναντι πέλαγος νὰ στέλνει τὴν ἁπαλή του δροσιά, τὸ εἶναι ὁλάκερο ἀναβαπτιζόταν μέσα στὴν ἱερὴ Σιωπή. Σιωπὴ θεραπευτική, σιωπὴ κοσμημένη μὲ πλῆθος στολιδιῶν, δώρων τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὰ ταμίευαν οἱ ἁπλὲς ψυχές τῶν ταπεινῶν ἐκείνων ἀνθρώπων, ὡς γιατρικὰ πολύτιμα γιὰ τὶς μέρες ποὺ θύμωνε καιρός, ἀναμαλλιάζονταν τὸ πέλαγος, κλείδωναν ρμητικὰ τὰ πορτοπαράθυρα ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τοῦ ἀνεμόβροχου.
Ἦταν τότε ποὺ οἱ χειμῶνες ἀπειλοῦσαν καὶ τυράννιζαν τοὺς ἁπλοὺς ἐκείνους χωρικούς. Ποὺ ὑπέμεναν νὰ περάσουν οἱ χιονιάδες, οἱ ἐγκλεισμοί, οἱ ζημιὲς σὲ ζωντανὰ καὶ χτήματα, γιὰ νἄρθουν τοῦτες οἱ ὧρες οἱ θερινές, οἱ παραδείσιες νύχτες, μὲ τὴ γνήσια τὴ σφραγίδα τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ πάνω του, γιὰ νὰ ζωντανέψουν οἱ ψυχές, νὰ χαροῦν νὰ βιώσουν τὰ διδάγματα τῆς αἰσιοδοξίας ποὺ χαρίζανε ἐκεῖνες οἱ βραδυές.
Κι ὅταν ἔφτανε Αὔγουστος μὲ τὶς ποικίλες εὐωδιές του, τότε στρώνονταν ἀπέναντι στὸ πέλαγο χαλὶ ἀπέραντο, μὲ γνήσια χρυσόσκονη πασπαλισμένο. Ἦταν οἱ φωτεινοὶ ο δρόμοι τοῦ αγουστιάτικου τοῦ φεγγαριοῦ, ποὺ μὲ τὴν ἴδια χρυσόσκονη πασπάλιζε τὰ σπίτια, τὰ δέντρα, τὰ πρόσωπα ἀκτινοβολώντας μιὰ γοητεία περίεργη δεμένη μὲ αἰσιοδοξία.
Τέλος δὲν εἶχαν ἐκεῖνες οἱ θερινὲς ο βραδιές, ποὺ μέχρι σήμερα συντροφεύουν τὴν ὕπαρξή μας. Γιατὶ κι ἄν ἔχουμε φῶτα πολλὰ, ποὺ μέχρι τὴν ἔσχατη τὴ λεπτομέρεια πάνω μας δείχουν, ἐν τούτοις καμιὰ σύγκριση δὲν ἔχουν μὲ κεῖνες τὶς θεοφώτιστες τὶς καλοκαιρινὲς νύχτες. Ἐπειδὴ τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα φῶτα μᾶς παρατύφλωσαν σκορπώντας μέσα μας πολὺ σκοτάδι. Τοῦ ἀπελπισμοῦ σκοτάδι...
π. κ. ν. καλλιανός, Ἀρχὲς Ἰουλίου 2017

Τετάρτη 12 Ιουλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΦΩΤΕΙΝΗ ΕΠΕΤΕΙΟΣ

Τιμώντας τά σαραντατρία ἔτη ἀόκνου ἱερατικῆς διακονίας τοῦ Μητροπολίτου Σεβαστείας κυρίου Δημητρίου

Κάθε ἐπέτειος μέσα στὴ ζωή μας εἶναι πάντα μιὰ συγκινητικὴ συναντηση μὲ να μεγάλο γεγονὸς ποὺ ζήσαμε καί, ἀσφαλῶς, μᾶς συγκλόνισε. Κι ἀπομένει ἡ ἡμέρα ἐκείνη σφραγίδα ἱερὴ κι ἀνεξίτηλη στὴν ψυχή, γιατὶ διακρίνεται ἀπὸ τὶς ἄλλες ἡμέρες, ἀφοῦ εἶναι κατάφωτη ἀπὸ τὶς μαρμαρυγὲς αὐτοῦ καθαυτοῦ τοῦ γεγονότος ποὺ βιωματικὰ ἀπολαμβάνουμε.
Ἀνατέλλει, λοιπόν, στὶς 14 Ἰουλίου ἡ τεσσαρακοστὴ τρίτη Ἐπέτειος τῆς εἰς Διάκονον χειροτονίας τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σεβαστείας κ. Δημητρίου. σως γιὰ πολλοὺς ἡ 14η Ἰουνίου νὰ εἶναι μιὰ συνήθης ἡμέρα, ποὺ χωνεύεται μέσα στὴν κάμινο τοῦ Χρόνου, ὅπως καὶ οἱ ὑπόλοιπες τοῦ ἔτους ἡμέρες. Ὡστόσο γιὰ τὸν ὡς ἄνω σεπτὸ Ἱεράρχη ἡ ἡμέρα αὐτὴ εἶναι ἀπὸ τὶς πλέον κορυφαῖες τοῦ βίου του, ἀφοῦ εἶναι καὶ ἀπομένει τὸ Μέγα Εἰσοδικό Του στὴν Μητέρα Ἐκκλησία καὶ δή στὴ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἁγία Ἐκκλησία, τὴν Ὁποία μέχρι σήμερα διακονεῖ ἀγογγύστως, ἀνυστάκτως, συνειδητῶς, καρποφόρως καὶ φιλοτίμως. Διότι μέσα στοὺς κόλπους Της ἐγαλουχήθη καὶ ἀνετράφη. Ἐκεῖ ἔλαβε τὰ ερώτερα τῶν βιωμάτων του, ἀπὸ ἐκεῖ ξεκίνησαν οἱ ὁραματισμοί, οἱ προσδοκίες, ὁ θυσιαστικὸς ἀγὼν προασπίσεως τῶν Παναγίων Δικαίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Αὐτὸ ἄλλωστε μαρτυρεῖ ἡ σπουδαία μελέτη του, ἡ ὁποία ἐξεδόθη τὸ ἔτος 2006 μὲ τὸν τίτλο, «Ἡ Πατριαρχικὴ καὶ Συνοδικὴ Πράξις τοῦ 1928 παρακωλυομένη τοῖς ροις». Μελέτη σοβαρή, ἄρτια, τεκμηριωμένη μὲ ἐπιστημονικὴ ἀκρίβεια καὶ μετ᾿ ἐπαίνων ἀποδεκτὴ ἀπὸ τοὺς ἐπιστημονικοὺς κύκλους, ἀφοῦ μὲ σταθερὰ ἐπιχειρήματα ἀπεκαλυψε τὰ δίκαια τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Θρόνου. Κι ἐδῶ πρέπει νὰ πογραμμιστεῖ τὸ ἑξῆς: Τὸ βιβλίο αὐτὸ ἀποτελεῖ σταθμὸ γιὰ τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία καὶ εἰδικότερα τὴν Ἱστορία τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου. Καὶ εἶναι παράλληλα ἕνα ἀντίδωρο τιμῆς καὶ ἀφοσιώσεως στὴν Μητέρα Μ. τ. Χ. Ἐκκλησία, τὴν Ὁποία καὶ πιστῶς διακόνησε ἀπὸ τὴν εὐαίσθητη θέση τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ ἰδιαιτέρου Γραφείου τοῦ σημερινοῦ Οἰκ. Πατριάρχου κ. Βαρθολομαἰου.
Ἀλλὰ τὴν Μ. τ. Χ Ἐκκλησία ὁ ἐν λόγῳ Ἀρχιερεὺς ὑπηρέτησε καὶ ἀλλοῦ, σὲ εὐαίσθητες δηλαδή ὑποθέσεις Της, ὅπως οἱ Κληρικολαϊκὲς Συνελεύσεις τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς τῆς Ἀμερικῆς, κρίσιμα ζητήματα μοναχικῆς εὐταξίας καὶ κανονικότητος στὸ Ἅγιον Ὄρος κ. ἀ.
Γι᾿ αὐτὸ κάθε χρόνο, ποὺ θ᾿ ἀνοίξει τὰ βλέφαρά της ἡ 14η Ἰουλίου, αὐτὴ ἡ ὁλόφωτη Ἐπέτειος τῶν εἰσοδίων τοῦ Ἁγίου Σεβαστείας στὸν πάντιμο Χορὸ τοῦ ἱ. Κλήρου τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, τὰ σαραντατρία χρόνια διακονίας περνοδιαβαίνουν ἀπὸ τὴν ὡραία του ψυχὴ ραντισμένα μὲ τὴν δρόσο τοῦ Πνεύματος, ἀλλὰ καὶ πασπαλισμένα μὲ ποικίλους χρωματισμούς. Χρωματισμούς, ποὺ ἐμφανίζουν μίαν λαμπράν, πλήν ἔγκοπον, ἱερατικὴν διαδρομήν, μὲ ποικίλους σταυροὺς καὶ πικρίες στεφανωμένη, ἀλλὰ καὶ μικρὲς ἤ μεγάλες χαρές, καταυγασμένες πάντα ἀπὸ τὸ Φῶς Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο φαίνει τοῖς πᾶσι. Κι ἐδῶ πρέπει νὰ μνημονευτεῖ πὼς αὐτὸ τὸ Φῶς Χριστοῦ, τοῦ τὸ παρέδωσε ἡ μεγάλη Μορφὴ τοῦ ἀειμνήστου Μητροπολίτου Χαλκηδόνος, τοῦ σοφοῦ Γέροντος Μελίτωνος, τὰ τίμια χέρια τοῦ ποίου τὸν ὁδήγησαν στὸν πρῶτο τῆς ερωσύνης βαθμό στόν Ἱερό Ναό τῆς πολιούχου τῆς Χαλκηδόνος καί τοῦ Δόγματος τῆς Χαλκηδόνος Ἁγίας καί πανευφήμου Εὐφημίας.
Κλείνοντας τὸ ταπεινὸ αὐτὸ ἑόρτιο σημείωμα μὲ υἱϊκὸ σεβασμὸ καταθέτουμε τὸ ταπεινό μας εὐχολόγιο προσευχόμενοι, ὅπως, τῇ πρεσβείᾳ τῆς Ὑπερμάχου Στρατηγοῦ καὶ τοῦ σοφωτάτου Διδασκάλου ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, πολυχρόνιος, πανευλόγητος καὶ εὔκαρπος εἴη ἡ συνέχεια τῆς Διακονίας τοῦ ἀπὸ Μεγάλων Διακόνων Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σεβαστείας κυρίου Δημητρίου.

παπα-κων. ν. καλλιανός, σκόπελος 

Σάββατο 8 Ιουλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΒΑΚΡΑΤΣΑΣ

Ὁ Ἰωάννης Βακράτσας, γιός τοῦ Δημητρίου Βακράτσα ἤ Μπακράτζα, γεννήθηκε στή Βέροια γύρω στά 1820. Τόν καιρό τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως, καί μετά τά γεγονότα στήν περιοχή τῆς Βέροιας καί τῆς Νάουσα, σύμφωνα μέ προφορικές πληροφορίες, ἔφυγε σέ πολύ μικρή ἡλικία μαζὶ μέ τούς γονεῖς του καί ἦλθαν στή Σκόπελο. Ἀπό ἐκεῖ δέ, ὅταν τά πράγματα ξεκαθαρίζουν, μεταβαίνουν στήν Ἀθήνα, ὅπου καί διαμένουν. Στό μεταξύ ὁ Δημήτριος Βακράτσας διορίζεται ὑγειονονοφύλακας στή συστάδα τῶν εὐβοϊκῶν νησίδων Πεταλιοί.
Μετά τίς ἐγκύκλιες σπουδές του ὁ Ἰωάννης Βακράτσας γράφεται στήν Ἰατρική Σχολή τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀπ' ὅπου ἀπεφοίτησε τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1851, ἐπί Πρυτανείας τοῦ Ἀρχιμ. Μισαήλ Ἀποστολίδη. Στό πτυχίο του γράφεται Βακρατσόπουλος, ἐνῶ ὡς τόπος δέ καταγωγῆς του σημειώνεται ἡ Βέροια.
Τό ἑπόμενο ἔτος διορίζεται γιατρός στήν Ἐπαρχία Καρυστίας, σύμφωνα μέ τό 1284/23-2-1852 ἔγγραφο τοῦ Νομάρχη τῆς Εὐβοίας, στό ὁποῖο σημειώνονται μεταξύ τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἐξῆς: "Ἐπιτρέπεται εἰς τόν ἰατρόν Δημήτριον Βακράτσαν νά μετέρχηται τήν ἰατρικήν εἰς τήν Ἐπαρχίαν Καρυστίας".
Ἐργάστηκε συνειδητά στήν περιοχή αὐτή ἔχοντας ὡς ἕδρα τήν Κύμη, ὅπου καί ἔζησε, ἀφήνοντας μνήμη ἀγαθή. Περιέθαλψε ἐπίσης καί τούς λεπρούς τῆς περιοχῆς, οἱ ὁποῖοι ἦταν τότε ἀποκομμένοι ἀπό τήν κοινωνία. Μάλιστα, μέ δικές του ἐνέργειες κατασκευάστηκε καί λεπροκομεῖο, γιά τή στέγαση καί τήν περίθαλψη τους. Γι' αὐτήν του, λοιπόν, τήν προσφορά στόν τομέα τῆς ὑγείας ἡ Ἑλληνική Πολιτεία τόν τίμησε ἀπονέμοντάς του τόν ἀργυροῦ σταυρό τοῦ Τάγματος τῶν Ἱπποτῶν, τόν Ἰανουάριο τοῦ 1892, μέ ἐντολή τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Α΄ καί μέ τήν 663/30-1-1892 διαταγή τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν.
Τόν Ἰούλιο τοῦ 1865 παντρεύεται στή Σκόπελο τήν Ζαχαρίτσα, κόρη τοῦ Σταμάτη Ἀστέρη ἤ Ἀστεριάδη καί τῆς Οὐρανίας Φάλκου Βαλσαμάκη. Ὁ Σταμάτης Ἀστεριάδης ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς ἀγωνιστές τοῦ 21 καί ἦταν Κυμαῖος. Ἡ Ουρανία Βαλσαμάκη ἦταν Σκοπελίτισσα. Ἐδῶ, μάλιστα, πρέπει νά σημειωθεῖ, πως ἡ οἰκογένεια Ἀστεριάδη ζοῦσε στή Σκόπελο, μετά τόν ξαφνικό θάνατο τοῦ Σταμάτη Ἀστεριάδη, πού συνέβη στήν Κύμη στά τέλη τοῦ 1848.
Ἀπό τόν γάμο αὐτόν γεννήθηκαν δύο παιδιά· ὁ Ἀντώνιος καί ὁ Σταμάτης. Ὁ Σταμάτης ἀκολούθησε τήν ἱστορία τῆς οἰκογένειας σπουδάζοντας κι ὁ ἴδιος Γιατρός, ὅπως καί ἡ κόρη του Ἀντιγόνη, ἐγγονή τοῦ Ἰωάνου Βακράτσα. Ἐδῶ δέ πρέπει νά σημειωθεῖ, πώς ὁ Ἰω. Βακράτσας ἐργάστηκε ὡς Γιατρός καί γιά καποιο διἀστημα στή Σκὀπελο, γιατί τόν Φεβρουάριο τοῦ 1884, τόν συναντοῦμε νά προσφέρει τίς ὑπηρεσιες του στό νησί.
Ὁ Ἰωάννης Βακράτσας ἀπεβίωσε τόν Μάρτιο τοῦ 1900 στή Κύμη. Μεταξύ αὐτῶν πού τόν ἐνεκρολόγησαν ἦταν καί ὁ Ἰωάννης Παπασταματίου, Πρόεδρος τοῦ Γυμναστικοῦ Συλλόγου τῶν Κυμαίων, ὁ ὁποῖος εἶπε μεταξύ τῶν ἄλλων καί τά ἑξῆς: "Τί πρῶτον ν' ἀναφέρω καί τί ὕστατον νά εἴπω περί τοῦ ἐκλιπόντος ἀνδρός; Τό ὑπέρ τῆς κοινωνίας, ἐν ᾗ ἔζησε καί περάν ἔτι αὐτῆς ἐνδιαφέρον του, ἤ τήν ἀφιλοκέρδειάν του; Τό προσηνές καί μειλίχιον τοῦ χαρακτῆρος του ἤ τήν καλοκαγαθίαν καί τήν χρηστότητά του;... Ἀρυόμεθα ἐκ τῆς ἐν γένει αὐτοῦ πολιτείας τό δικαίωμα νά ὀνομάσωμεν τοῦτον, χωρίς νά αἰσθανώνεθα καί τόν ἐλάχιστον φόβον, ὅτι αἱ γνῶμαι μας ἐξέρχονται τοῦ σημείου τῆς ἀσφαλείας, μ έ γ α ν τῆς κοινωνίας μας καί ἔτι πλέον -ὁλοκλήρου τῆς Ἐπαρχίας Καρυστίας- εὐεργέτην, διότι κατηνάλωσε τόν βίον του ὁλόκληρον, ὁλόκληρον τήν ζωήν του ἐξασκῶν ἡμίσειαν περίπου ἑκατοντάδα ἐνιαυτῶν τό ἱερόν ἔργον τοῦ θείου Ἀσκληπιοῦ, μεθ' ἡδονῆς ἀρρήτου πρός ἀνακούφισιν καί ἐξυπηρέτησιν τῶν πασχόντων, χωρίς οὐδεμίαν νά προσπορίσῃ ἑαυτῷ ὑλικήν ὠφέλειαν, χωρίς οὐδέν ὑπέρ ἑαυτοῦ νά ὑπολογίσῃ ἐν τοῖς χρόνοις, καθ' οὕς εὑρείας, δυστυχῶς, ἀπ'ἄ κρου ἕως ἄκρου τῆς γῆς, ἔχει ἁπλώσῃ τάς πτέρυγάς του ὁ ὑπολογισμός".
Τέλος, ἡ ἑβδομαδιαία τοπική ἐφημερίδα τῆς Κύμης "ΚΥΜΗ" ἀφιέρωσε κάποια δημοσιεύματα στήν προσωπικότητα τοῦ Γιατροῦ Ἰωάννη Βακράτσα, ὅπως αὐτό, πού παρουσιάζω σέ φωτοτυπία παρακάτω καί τό ὁποῖο δημοσιεύτηκε στίς 23 Ἀπριλίου 1906, (βλ. ἐφ. ΚΥΜΗ, ἔτ. Γ΄, φ. 74) . Ὑπάρχει καί κάποιο ἀκόμη δημοσίευμα, τό ὁποῖο ἔχει γράψει κάποιος μέ τό ψευδώνυμο "Ἴστωρ" πού δημοσιεύτηκε στίς 8 Αὐγούστου 1904 (βλ.ἐφ. ΚΥΜΗ, ἔτ. Α΄, φ. 33). Ἐκεῖ, μεταξύ τῶν ἄλλων, γράφονται καί τά ἑξῆς:
"Πρό τῆς σεπτῆς τοῦ ἀτρήτου τῆς ἐπιστήμης σκαπανέως μνήμης, ταπεινός ὑποκλίνομαι θεράπων, δέον δέ πᾶς τις μετά πολλῆς τῆς εὐλαβείας καί σεβασμοῦ νἀ φέρῃ εἰς τά χείλη του τό ὄνομα τοῦ μόνου ἀληθοῦς τῆς Κύμης εὐεργέτου τοῦ ἀειμνήστου Ἰατροῦ ΙΩΑΝΝΟΥ ΒΑΚΡΑΤΣΑ. Παρῆλθεν ἤδη ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνήρ, ὁ σιδηροῦς στυλοβάτης τοῦ ὅλου κοινωτικοῦ οἰκοδομήματος... ἀλλ' ὦ τῆς ἀχαριστίας ἡμῶν! Οὐδέ ἕν μνημόσυνον και κατά τύπον ἐτελέσθη πρός ἀνάπαυσιν τῆς ἁγίας αὐτοῦ ψυχῆς, οὐδέ κόκος γῆς ἀπέναντι τοῦ τοῦ σύμπαντος ἀπεδόθη εἰς μνήμην τοῦ γίγαντος ἰατροφιλοσόφου, πικραί δέ τήν στιγμήν ταύτην μοί ἐπέρχονται αἱ τοῦ παρελθόντος ἀναμνήσεις, αἱ διάφοροι κατά τόν θάνατον ἐκείνου ριφθεῖσαι προτάσεις, φόροι εὐγνωμοσύνης πρός τό ἀκάματον τῆς φιλανθρωπίας ἐργάτην...."
Σκόπελος, Καλοκαίρι 2000
(Τὸ κείμενο αὐτὸ γράφτηκε μὲ βάση τὶς προφορικὲς πληροφορίες τῆς κυρίας Ἀντιγόνης Στ. Βακράτσα καὶ τοῦ ἀρχειακοῦ ὑλικοῦ ποὺ φυλάσσεται στὴν οἰκογενειακή της συλλογὴ)


Πέμπτη 6 Ιουλίου 2017

Για το βιβλίο του Μάκη Τσίτα “Ο δικός μου ο μπαμπάς” | Εικονογράφηση, Λίλα Καλογερή | εκδ. Πατάκη 2017

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Κατ’ αρχάς ο τίτλος -Ο δικός μου ο μπαμπάς- του νέου παιδικού βιβλίου του Μάκη Τσίτα μας μεταφέρει ολοταχώς στην τρυφερή ηλικία που τα παιδιά μέσα στην αθωότητά τους αισθάνονται υπερηφάνεια για ό,τι έχουν και κυρίως για τους γονείς τους. Και ό,τι έχουν είναι τεράστια περιουσία. Η αξία και η σημασία της δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Η οικογένεια είναι το κοχύλι που μέσα του μεγαλώνει το μαργαριτάρι και το μαργαριτάρι λάμπει και αστράφτει μέσα στην πολύτιμη φωλιά του.

Ο Τσίτας, μελετώντας τη συμπεριφορά και την αντίδραση της μικρής ηρωίδας του, προβάλλει τις λεπτές και μη άμεσα ορατές πτυχές της παιδικής της ψυχής, κατακυρώνοντας το ρόλο του «μπαμπά» και της παντοδυναμίας του, στα μάτια της μικρής κόρης. Πίσω από κάθε προβολή του «μπαμπά», όμως, αναγνωρίζουμε ένα ζητούμενο από την πλευρά του παιδιού. Τα πράγματα είναι έτσι, επειδή εκείνη, η μικρή κόρη, τα θέλει έτσι και αυτό φαίνεται από την πρώτη παράγραφο και την τελευταία, την καταληκτική, που είναι «Κι αυτό που λέω είναι πέρα για πέρα αλήθεια». Με άλλα λόγια η δική μου η αλήθεια είναι το αγκωνάρι στην οικοδόμηση του κόσμου μου και, ανεξάρτητα από ό,τι νομίζετε εσείς, εγώ έχω το δίκιο.

Η ηρωίδα της μικρής ιστορίας είναι δυναμική, επιβλητική, δε σηκώνει αντίρρηση και μύγα στο σπαθί της. Μικρή σταγόνα, δυναμίτη όμως.

Το διακύβευμα είναι ο μπαμπάς της. Και ο τίτλος με τη διατύπωσή του και μόνο έχει αφαιρέσει την όποια αμφισβήτηση σε ό,τι πει η μικρή. Ο δικός μου ο μπαμπάς έχει το βάρος μιας κτήσης.. είναι «ο δικός μου» και όχι ο οποιοσδήποτε μπαμπάς· και αυτό το «δικός μου» τον διαφοροποιεί από τους άλλους μπαμπάδες. Από την άλλη, είμαι εγώ που η παρουσία μου απαιτεί έναν τέτοιον μπαμπά. Σαν να λέει από μένα πηγάζουν όλα. Και αυτά τα όλα εκτυλίσσονται σιγά σιγά σαν λογικά επιχειρήματα και συμπεράσματα ελλιπών συλλογισμών από αυτούς που διδάσκει η τυπική λογική. Μόνο που εδώ τα επιχειρήματα δεν είναι ούτε τυπικά ούτε λογικά, αλλά αυθαίρετα· είναι πορίσματα μιας συναισθηματικής λογικής, η οποία όμως υπερβαίνει την καθιερωμένη και ενέχει θέση ισχυρότερη της επιστημονικής απόδειξης. Είναι γνωστό άλλωστε ότι σε θέματα καρδιάς λογική ερμηνεία δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο συναισθηματική. Όσο μικρή εμβέλεια και αν έχει, αφού είναι προσωπική, ιδιοτελής και εγωιστική, είναι τεκμήριο μιας σχέσης που εδραιώνεται στην αγάπη προς και από τον μπαμπά. Η μικρή με τα αστήρικτα επιχειρήματά της μας επιβάλλει το δικό της λογικό άλμα. Και γι’ αυτό είναι χαριτωμένα και αυτά και αυτή και ο μπαμπάς της. Το ότι ο δικός της ο μπαμπάς είναι ο καλύτερος, αφενός βασίζεται στο ότι «Όλοι οι μπαμπάδες είναι καλοί. Αν ρωτήσετε τα παιδιά τους θα σας το πουν», αφετέρου, στο ότι είναι ο δικός μου. Επειδή είναι δικός μου, εγώ τον κάνω εξέχοντα μέσα σ’ ένα σύνολο ομοίων. Η κλιμάκωση γίνεται απλώς από το καλός στο καλύτερος, με μια απλουστευτική λογική, σύμφωνα με την οποία το μυαλουδάκι του παιδιού κρίνει εξ ιδίων τα αλλότρια, που δεν υποψιάζεται, ευτυχώς, το κακό και που ο μπαμπάς για το κάθε παιδί είναι εκεί για βοήθεια, προστασία και ασφάλεια. Και με την απόλυτη ρήση «αυτό που λέω είναι πέρα για πέρα αλήθεια» έχει αποκλείσει κάθε δικαίωμα για άρνηση.

Το εικαστικό που πλαισιώνει τα κείμενα συμπληρώνει την συναισθηματική επιχειρηματολογία της μικρής, ενώ ταυτόχρονα, κλείνει το μάτι στον αναγνώστη που πρέπει να συμφωνήσει γελώντας με την ανατροπή της όλης θέσης. Σελίδα σελίδα λοιπόν και εικαστικό εικαστικό ξετυλίγονται τα πάντα· ο λόγος στήνοντας και η ζωγραφιά ξεστήνοντας, βαδίζουν χέρι χέρι με χιούμορ και φαντασία.

Έτσι ο μπαμπάς είναι πιο δυνατός, τον φοβούνται οι κλέφτες και οι πειρατές, δεν διστάζει να τα βάλει με τα άγρια θηρία, ξέρει τις πιο ωραίες, παράξενες και αστείες ιστορίες, έχει ιδέες για να περνάς ευχάριστα, είναι όμορφος και γλυκομίλητος, φτιάχνει κάστρα και χιονανθρώπους, είναι σοφός και μπορεί να απαντήσει στα πάντα, ξέρει να φτιάχνει ομελέτες, να κάνει πρωτότυπα δώρα, θυμώνει αλλά άμα ζητήσεις συγγνώμη συγχωρεί εύκολα, δίνει γλυκά φιλιά και έχει τρυφερή και ζεστή αγκαλιά.

Το εικαστικό όμως, είπαμε, υποσκάπτει ό,τι λέει ο λόγος. Συγκεκριμένα, η Λίλα Καλογερή έχει συλλάβει την ιδέα των διαδοχικών ανατροπών. Ενώ όλοι οι μπαμπάδες κινούνται στις τρεις αποχρώσεις της διαβαθμισμένης μονοτονίας -άσπρο, γκρι, μαύρο- προβάλλεται ο ένας και μοναδικός, με χρώματα ζωηρά και μακράν πάσης συγκρίσεως. «Τον τρέμουν οι κλέφτες / τον φοβούνται οι πειρατές», εφόσον πρόκειται για επιτραπέζιο παιχνίδι. Όσο για τα άγρια θηρία δεν τα φοβάται γιατί ζωγραφισμένα στην αφίσα και πίσω από τα κάγκελα είναι ακίνδυνα. Στις ιστορίες του μόνο εκείνος και η κόρη του γελούν. Τα άλλα πρόσωπα – παππούς, μαμά, αδελφή, ακόμα και ο σκύλος ως εκ της φύσεώς του- δεν γελούν και μάλλον δυσανασχετούν. Όταν όμως αγαπάς τον μπαμπά σου αυτός είναι το πρότυπο για όλα· ό,τι κι αν λέει, ό,τι κι αν κάνει. Ο μαξιλαροπόλεμος είναι μια ωραία ιδέα για να περάσεις καλά, αλλά η μεγάλη αδελφή ενοχλείται. Λύνει όλα τα δύσκολα προβλήματα, γιατί κοιτάζει το λυσάρι. «Ο δικός μου ο μπαμπάς είναι ο πιο όμορφος απ’ όλους. Ο πιο ευγενικός και ο πιο γλυκομίλητος». Η εικόνα δεν μας πείθει για την αξία της αισθητική της εκτίμησης αλλά περί ορέξεως ουδείς λόγος. Κάνει καλή ομελέτα, αλλά κάνει μαντάρα την κουζίνα. Κι όταν θυμώνει κι η μικρή ζητά συγγνώμη εκείνος τη συγχωρεί. Εδώ πρέπει να σταθούμε. Το κοριτσάκι παραδέχεται ότι έκανε λάθος και «δεν είναι κακό να ζητάς συγγνώμη» σαν να υποδεικνύει στα άλλα παιδάκια να αναγνωρίζουν τα λάθη τους και να ζητούν συγγνώμη. Για όλα αυτά ο μπαμπάς της είναι ο καλύτερος.

Στα μάτια των παιδιών δεν έχουν σημασία οι αλήθειες των μεγάλων αλλά οι αλήθειες οι δικές τους που μέσα από αυτές, μέσα από τα παιχνίδια, μέσα από τα χατίρια που τους κάνουν οι γονείς, που παίζουν μαζί τους, που τους αφιερώνουν χρόνο, που τα απασχολούν, τα παιδιά μαθαίνουν τους ρόλους τους και στεριώνουν τις σχέσεις τους με τους γονείς τους που είναι πρότυπα στα μάτια τους και ειδικά ο «μπαμπάς» που παραδοσιακά σηκώνει το βαρύ φορτίο του ισχυρού φύλου.

Το βιβλιαράκι είναι μεγάλη απόλαυση για τα μικρά παιδιά που το διαβάζουν στην τρυφερή αγκαλιά, με τα γλυκά φιλιά του μπαμπά. Μάλιστα παρακολουθώντας τα κείμενα παράλληλα με τις ζωγραφιές απολαμβάνουμε και εμείς την ανατροπή κάθε θέσης, χωρίς να κλονίζουμε την πίστη της μικρής στις ικανότητες του μπαμπά της. Και το συμπέρασμα πέραν όποιας άλλης κρίσης είναι ότι ο δικός της ο μπαμπάς είναι ο καλύτερος από όλους γιατί ασχολείται μαζί της, παίζει μαζί της, διαβάζει τα μαθήματά της, κάνει τα πάντα μαζί της. Νοιάζεται γι’ αυτήν. Γι’ αυτό είναι ο καλύτερος μπαμπάς. Ο καλύτερος μπαμπάς είναι αυτός που ασχολείται με το παιδί του, λέει ο Τσίτας. 

Τετάρτη 5 Ιουλίου 2017

Γιώργου Λέκκα: ΑΠΛΩΣ ΝΑ ΖΟΥΜΕ (νέο ποίημα)


Γιατί κοιτώ χωρίς να βλέπω
και πριν προλάβω να τ’ ακούσω
αυτό σιωπά;
Τι να μου κλέβει την αφή
καθώς σ’ αγγίζω
κι από τα χείλη μού σκουπίζει
το φιλί μας βιαστικά;
Τι επιτέλους μ’ εμποδίζει ἀπ’ το να ζω
ολόκληρος σαν «φχαριστῶ»
πριν να ‘ναι αργά;
Απ’ το πολύ να ζούμε για κάτι άλλο
ξεχάσαμε πώς είναι
απλώς να ζούμε.

30.6.2017

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Α. Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Σπούδασε Νομικά (πτυχίο 1987), Φιλοσοφία (πτυχίο 1994) και Θεολογία (πτυχίο 2015) στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μεταπτυχιακά και διδακτορικό δίπλωμα στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 4-Σορβόνη (1996). Μεταδιδακτορική έρευνα στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών Γαλλίας (2000-2005). Δίδαξε ελληνική φιλοσοφία από το 2004 έως σήμερα στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και ΕΑΠ). Ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.


Τρίτη 4 Ιουλίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΙΣΑΡΙΟ ΔΑΠΟΝΤΕ

Ναί, εἶναι μεγάλη ἡ τιμὴ γιὰ τὸ νησί μας καὶ τὸν μεγάλο μας Καισάριο Δαπόντε


Πρὶν ἀπὸ λίγες μέρες στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων ἐνεκρίθη μὲ βαθμὸ ἄριστα μεταπτυχιακὴ καὶ διπλωματικὴ ἐργασία τῆς δ. Νικολέτας Ζαμπάκη, μὲ θέμα «Μετρικολογικὰ στόν ΚΗΠΟ ΧΑΡΙΤΩΝ τοῦ Καισάριου Δαπόντε», μὲ ἐπόπτρια Καθηγήτρια τὴν κ. Ἀθην Βογιατζόγλου, Ἀναπληρώτρια Καθηγήτρια τοῦ Τμήματος Φιλολογίας τοῦ ὡς ἄνω Πανεπιστημίου.
Φυσικὰ ἐδῶ δὲν θὰ ἀναλύσω τὴν ἐν λόγῳ σημαντικὴ διατριβή, ποὺ ἀναμφίβολα εἶναι ἐπιστημονικὰ τεκμηριωμένη καὶ μὲ τὴν δέουσα προσοχὴ γραμμένη, ὅμως θὰ ἤθελα νὰ θυμίσω στοὺς σημερινοὺς Σκοπελίτες καὶ ἰδίως στοὺς νέους καὶ τὶς νέες ποὺ σπουδάζουν σὲ παρόμοιες Πανεπιστημιακὲς Σχολές, τὸ πόσο ἀστείρευτος εἶναι ὁ μεγάλος μας λόγιος, ὁ Καισάριος Δαπόντες, ἀλλὰ καὶ συνάμα ἀξιόλογος. Ἄσχετα ἄν ἐδῶ, στὸ νησί μας δηλαδή, εἶναι σχεδὸν λησμονημένος (ὁ διαγωνισμὸς ποίησης μὲ τὴν ἐπωνυμία «Καισάριος Δαπόντες» νομίζω ὄτι εἶναι χωρὶς οὐσία. Καὶ θὰ ἐξηγήσω στὴ συνέχεια τὶ θέλω νὰ πῶ) ἤ περιφρονημένος π. χ. Σ᾿ ἕνα στενάκι εἶναι μισογραμμένο τὸ ὄνομά του, ἐνῶ τόσα και τόσα χρόνια δὲ φρόντισε κανένας νὰ γίνει μιὰ προτομή του ἤ ἔστω ἕνα μεγάλο πορτραῖτο ποὺ νὰ στηθεῖ σὲ περίοπτη θέση, ὥστε νὰ τὸ βλέπουν οἱ ἐπισκέπτες. Χώρια ποὺ πέρασαν τὰ ἔτη 2013-14, ὅπου εἴχαμε τὴν ἐπέτειο 300 χρόνων ἀπὸ τὴ γέννηση καὶ 280 ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ μεγάλου αὐτοῦ τέκνου τῆς Σκοπέλου, χωρὶς νὰ τιμηθεῖ, ὅπως τοῦ ἔπρεπε. Ἀντίθετα, λλες ἐκδηλώσεις ἔχουμε ὄχι καὶ λίγες....
Τώρα, λοιπόν, ἔρχεται ἡ αὐτὴ ἡ ἀξιόλογη διατριβὴ τῆς δ. Ν. Ζαμπάκη νὰ μᾶς θυμίσει αὐτὸ τὸ κορυφαῖο αὐτοβιογραφικὸ ἔργο τοῦ μεγαλο μας Δαπόντε, τὸν «Κῆπο Χαρίτων», πού, ἐκδόθηκε μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Δαπόντε: Πρῶτα ἀπὸ τὸν Γαβριὴλ Σοφοκλέους τὸ 1880 καὶ τὸν ἑπόμενο χρόνο, τὸ 1881 ἀπὸ τὸν E. Legrand, γιὰ νὰ ἐπανεκδοθεῖ ἀργότερα ἀπὸ τὸν Γ. Σαββίδη (1995) καὶ σὲ πολὺ προσεγμένη μορφή ἀπὸ τὸν λκη Ἀγγέλου (1997). Ἀλήθεια, πόσοι ἀπὸ μᾶς τοὺς Σκοπέλιτες ἔχει διαβάσει τὸ βιβλίο αὐτό ἤ ἔστω ἔχει δεῖ τὰ ὅσα ἀναφέρει ὁ Δαπόντες γιὰ τὴ Σκόπελό του, τὴν χρυσῆ πατρίδα; Φοβᾶμαι ἐλαχιστοι.
Ἤ ἀκόμη, πόσοι ἀπὸ τοὺς Σκοπελίτες γνωρίζουν ὅτι τὸ ἐκδεδομένο ἤ ἀνέκδοτο ἔργο τοῦ Δαπόντε εἶναι ἀντικείμενο σήμερα σοβαρῆς μελέτης, κάτι πού, ἀσφαλῶς, μᾶς τιμᾶ ἰδίατερα;
Γράφει πολὺ χαρακτηριστικὰ ἡ δ. Ζαμπάκη: « Ἡ νεότερη ἔρευνα ἔχει ἐπανεκτιμήσει τὴ λογοτεχνικὴ καὶ ἱστορικὴ ἀξία τοῦ ἔργου τοῦ Δαπόντε καὶ τὸν κατατάσσει στὴ χορεία τῶν πιὸ ἀντιπροσωπευτικῶν μορφῶν τοῦ 18ου αἰ.1 Ἐπιπλέον, ἡ πρόσφατη μετάφραση στὰ ἀγγλικὰ τοῦ «Κανόνα Πολλῶν ἐξαιρέτων πραγμάτων» καὶ ἀποσπασμάτων ἀπὸ τὸν «Κῆπο Χαρίτων» τοῦ Δαπόντε τῶν ἐκδόσεων Harvand University Press, 2017 ἐπιβεβαιώνει ἀκόμη ὅτι ἡ νεότερη μεταφραστική ἔρευνα ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ ἔργα τοῦ Δαπόντε» (σελ. 7). Κι ἐδῶ θέλω νὰ θυμίσω πὼς αὐτὸς ὁ Κανόνας, στὸν ὁποῖο μνημονεύονται τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς ἀρίζει τὸ κυρίως ἀγαθὸ τῆς Σκοπέλου, τὸ σκοπελίτικο κρασί...
Πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ κι ἄλλες ἀξιόλογες μελέτες πάνω στὸ ἔργο τοῦ Δαπόντε παρουσιάστηκαν, ἐνῶ συνεχίζεται κι ἡ ἔκδοση τοῦ ἀνέκδοτου ἔργου του. Θυμίζω ἐδῶ τὸ κορυφαῖο πόνημα τοῦ καθ. Σ. Πασχαλίδη, Ἡ αὐτόγραφη νεομαρτυρολογικὴ Συλλογὴ τοῦ μοναχοῦ Καισαρίου Δαπόντε (1713-1784), Θεσσαλονίκη 2012, ὅπως ἐπίσης καὶ τὴν σπουδαία μελετη τοῦ κ. Χαρ. Καρανάσιου, Δ/τῆ τοῦ ΚΕΜΕ, Τὸ ἄγνωστο ἔργο τοῦ Καισαρίου Δαπόντε <Βρύσις λογική> [1778]: Ἐπιστολαὶ ἐκ τῆς φυλακῆς καὶ κατὰ τῶν Κολυβάδων, στὸ περ. Μεσαιωνικὰ καὶ Νέα Ἑλληνικά, 12 (2016) 255-388 κ. ἄ. Ἀλήθεια, πόσοι ἐνδιαφέρθηκαν ἀπὸ μᾶς τοὺς Σκοπελίτες νὰ δοῦν, ὄχι νὰ διαβάσουν αὐτὰ τὰ ἔργα; Κι ὕστερα, γιατὶ νὰ μὴ συστηθεῖ στὸ νησί μας να Κέντρο Μελετῶν Καισαρίου Δαπόντε, ὅπου ὁ κάθε μελετητὴς θὰ μπορεῖ νὰ βρεῖ ὅλη τὴν ἐργογραφία του; Μεράκι χρειάζεται, πιστεύω, κι ὄρεξη γιὰ προσφορὰ καὶ τιμὴ στὸν μεγάλο μας συμπατριώτη.
Προσωπικὰ εὐχαριστῶ τὴν δ. Νικολέτα Ζαμπάκη ποὺ ἀσχολήθηκε μὲ τὸν Δαπόντε μας κι εὔχομαι γρήγορα νὰ συνειδητοποιήσουμε κι ἐμεῖς οἱ Σκοπελίτες τὸ τὶ θησαυρὸς εἶναι γιὰ μᾶς ὁ κατὰ κόσμον Κωνσταντῖνος Δαπόντες, υἱὸς τοῦ Χαζῆ Στεφανῆ καὶ τῆς Μαγδαληνῆς Δαπόντε, τὸ γένος Ἰωάννου Γραμματικοῦ. Ἕνα θὰ θυμίσω ἐδῶ μὲ κίνδυνο νὰ παρεξηγηθῶ μάλιστα: Πῶς, ἄν δὲν εἴχαμε τὸν Δαπόντε, μήτε ποὺ θὰ ξέραμε τὸν Ἅγιο Ρηγνο μας.
π. κ.ν.κ

1 Ἡ ὑπογράμμιση δική μου

Related Posts with Thumbnails