© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Από την Αντιγόνη του Σοφοκλή στην Αντιγόνη του Ζαν Ανούιγ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών - Δια βίου αντίσταση

Γράφει η Ανθούλα Δανιήλ 

Πέρασαν πενήντα δύο χρόνια από τότε που η ComèdieFrançaise είχε επισκεφθεί την Ελλάδα. Και τώρα μισόν αιώνα μετά, επέστρεψε για να παίξει την Αντιγόνη του Ζαν Ανούιγ, η οποία, εν πολλοίς, αντλεί τον σκελετό της από την Αντιγόνη του Σοφοκλή. Και λέω τον σκελετό της, διότι ο  Ανούιγ δεν αντέγραψε τον Σοφοκλή αλλά και οι δύο, και ο αρχαίος ποιητής και ο σύγχρονος δραματουργός, έγραψαν, ο καθένας το δικό του έργο, ένα έργο που καταγγέλλει την εξουσία και τους τρόπους επιβολής της.

Ο Σοφοκλής έγραψε την Αντιγόνη του το 442 π. Χ. όταν ο Περικλής ήταν  αδιαφιλονίκητος άρχων της Αθήνας και εφάρμοζε την ενός ανδρός αρχή  παραμονές σχεδόν του καταστρεπτικού Πελοποννησιακού Πολέμου (431 π.Χ.). Ο Ανούιγ, γοητευμένος από την αρχαία ηρωίδα, την αποσπά από το θηβαϊκό μύθο-κύκλο της και την εγκαθιστά στην σύγχρονή του Γαλλία, το 1944,  για να  την προτάξει στη κυβέρνηση του Βισύ του στρατάρχη  Πεταίν, που συνεργάζεται με τους Ναζί. Ποιος; Αυτός, ο Πεταίν, ένας ήρωας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι προφανής η ιστορική περιρρέουσα ατμόσφαιρα που κεντρίζει τον μεγάλο δραματουργό.

Η αρχαία Αντιγόνη, με ανακοινωμένη από τον Κρέοντα, βασιλιά της Θήβας, την ποινή του θανάτου για τον παραβάτη, θα τολμήσει να θάψει τον αδελφό της Πολυνείκη, ο οποίος ήρθε από το Άργος εναντίον της πατρίδας του και του αδελφού του Ετεοκλή γιατί δεν του έδινε την εξουσία όπως είχαν συμφωνήσει. Οι δύο νέοι σκοτώνονται στην αδελφοκτόνα μάχη. Ο Κρέων αποφασίζει να τιμήσει τον Ετεοκλή ως εθνικό ήρωα και να τιμωρήσει τον Πολυνείκη ως εχθρό. Και η τιμωρία είναι να μείνει άκλαυτος και άθαφτος, να τον φάνε τα σκυλιά και τα όρνια (μη τάφω καλύψαι μηδέ κωκύσαι τινά, εάν δ’ άκλαυτον, άταφον, οιωνοίς γλυκύν θησαυρόν εισορώσι προς χάριν βοράς). Για την Αντιγόνη, αυτός που τιμωρείται είναι αδελφός. Για τον Κρέοντα είναι εχθρός. Για την Αντιγόνη προέχει ο παραδοσιακός νόμος και η τήρηση των νενομισμένων, για τον Κρέοντα όλα αυτά δεν έχουν αξία μπροστά στην πολιτική τάξη. Οι δύο ήρωες, αντίπαλοι, ασυμβίβαστοι και αμετακίνητοι στις θέσεις τους, θα συγκρουστούν και από τη σύγκρουση θα βγουν και οι δύο χαμένοι. Ηθικά άρτια η Αντιγόνη, αλλά νεκρή, συντετριμμένος και μετανοημένος ο Κρέων, αλλά και ως άνθρωπος και ως άρχοντας κατεστραμμένος. Η σύνεση που δεν έδειξε ήρθε παράκαιρα. Δι ελέου και φόβου τον ακούμε να θρηνεί: πρώτη μετράει για την ευτυχία η φρόνηση. Δεν πρέπει να ασεβούμε στους θεούς. Τα μεγάλα λόγια, αφού έφεραν μεγάλες συμφορές, δίδαξαν στα γηρατειά τη φρόνηση, λέει ο ποιητής (Πολλώ το φρονείν ευδαιμονίας / πρώτον υπάρχει· χρη δε τα γ’ ες θεούς /μηδέν ασεπτείν· μεγάλοι δε λόγοι/ μεγάλας πληγάς / αποσείσαντες/  γήρα το φρονείν εδίδαξαν).

Ο σκηνοθέτης Μαρκ Πακέν έθεσε το ερώτημα που «είναι διαρκώς επίκαιρο: τι είναι η πολιτική; Στοχασμός ή επάγγελμα;». Η απάντηση είναι προφανής και η σύγχρονη πραγματικότητα απογοητευτικά ρεαλιστική. Ο στοχασμός δεν έχει θέση στον σημερινό κόσμο. Κι όμως, ένα ιστορικό θέατρο ηλικίας 334 ετών που ιδρύθηκε από τον Λουδοβίκο ΙΔ΄ το 1680, περιοδεύει στην Ευρώπη και κάνει στάση στην Αθήνα για να μας πει πως μπορεί η ωμή πραγματικότητα να λέει άλλα, οι άνθρωποι της σκέψης όμως αντιστέκονται. Η Αντιγόνη είναι η προμετωπίδα όλων εκείνων που στέκονται πίσω της: σκηνοθέτης, ηθοποιοί, διοργανωτές, θέατρο, η Γαλλική Πρεσβεία, το Γαλλικό Ινστιτούτο, το Μέγαρο.

Ο γαλλικός θίασος λοιπόν, έρχεται να μας τονίσει πως «η εύθραυστη, αλλά απείθαρχη και πεισματάρα αυτή Αντιγόνη γίνεται μια γυναίκα, μια ‘‘απομυθοποιημένη’’ φιγούρα, ανθρώπινη, που μιλάει στο κοινό με μια γλώσσα ‘‘μεγάλης απλότητας και ομορφιάς, με φωνή σπαρακτική σαν βιολοντσέλο’’, όπως έγραψε ο Φιγκαρό». Φωνή σαν «βιολοντσέλο»  η Αντιγόνη του Ανούιγ, σαν πικραμένο πουλί θρηνεί όταν βλέπει άδεια τη φωλιά από τα μικρά της, η Αντιγόνη του Σοφοκλή (ανακωκύει πικράς όρνιθος οξύν φθόγγον, ως όταν κενής ευνής νεοσσών ορφανόν βλέψη λέχος). Η παρομοίωση μόνο με το θρήνο της Παναγίας θα μπορούσε να παραλληλιστεί, για να φανεί το μέγεθος της συμφοράς και του πόνου που έως θανάτου την συγκλονίζει. Και γι’ αυτό τολμά να σταθεί ορθομέτωπη μπροστά στον Κρέοντα. Υπερασπιζόμενη τα ιερά που από πάντα ζουν αυτά και κανείς δεν ξέρει πότε πρωτοφανερώθηκαν (αεί ποτε ζη ταύτα, κουδείς οίδεν εξ ότου ’φάνη),  θα προτιμήσει το θάνατο, αρκεί να θάψει τον αδελφό της και αγαπημένη με αυτόν θα βρεθεί στον άλλο κόσμο. Η Αντιγόνη του Σοφοκλή πηγαίνει θρηνώντας στο θάνατο για τη ζωή που χάνει. Η Αντιγόνη του Ανούιγ δεν θέλει να ζήσει σ’ έναν  κόσμο που τον κυβερνά η σκοπιμότητα και η βία και που η ίδια δεν έχει τη δύναμη να τον αλλάξει.


Η Αντιγόνη είναι γεμάτη αμφισημίες, είπε ο σκηνοθέτης. Κι εμείς διαβάζοντας ή παρακολουθώντας βλέπουμε ότι ο Κρέων είναι ορθολογιστής (ο Σοφοκλής μαθήτευσε στους σοφιστές)  και δεν δίνει σημασία στις προκαταλήψεις για την τήρηση των παραδόσεων. Ο Κρέων του Ανούιγ όμως είναι συμβιβασμένος με την αχρειότητα πολιτικός. Είναι ο «μάγειρας» στην κουζίνα της πολιτικής. Η Αντιγόνη μισεί την κουζίνα του. Είναι επαναστάτρια, και όχι για να ανατρέψει κάτι παλιό, αλλά για να το τηρήσει.  Ο Κρέων είναι υπέρ του ανθρώπινου νόμου, η Αντιγόνη υπέρ του θείου. Ο Φάνης Κακριδής είχε πει πως η Αντιγόνη μοιάζει με τις μάρτυρες της πίστεως. Πεθαίνει για την πίστη της. Στη γαλλική εκδοχή, η επιμονή του Κρέοντα να συνετίσει την Αντιγόνη να «καταλάβει» εκείνη απαντά: «Δεν θέλω να καταλάβω. Εγώ βρίσκομαι εδώ για να πω όχι και να πεθάνω». Η ρητορική, η επιχειρηματολογία, η πολιτική ανάγκη που κατευθύνει τον Κρέοντα δεν πείθει την Αντιγόνη. Και οι δύο αγκιστρωμένοι  στις απόψεις τους δεν κάνουν κανένα βήμα για να προσεγγίσουν το μέτρο·  «κακείνο ποιείν και τάλλο μη αφιέναι». Η ρήση μας θυμίζει και το λόγο του Χριστού, όταν ο πονηρός πλούσιος τον ρώτησε αν πρέπει να πληρώνει φόρους. Και ο Ιησούς είπε «απόδοτε τα το Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Επομένως η Αντιγόνη δεν απέδωσε τα του νόμου τω νόμω, Κρέοντι, και ο Κρέων δεν απέδωσε τα του νεκρού τω νεκρώ, Πολυνείκ, σύμφωνα με τα νενομισμένα. 

Στη γαλλική εκδοχή, ο  σκηνοθέτης μας προφυλάσσει να μην δούμε την Αντιγόνη σαν μια διασκευή της αρχαίας. Γιατί στον κόσμο του Ανούιγ,  υπάρχει απάτη και της διαφθορά (που δεν υπάρχει στο δράμα του Σοφοκλή),  δεν υπάρχουν θεοί, παρά μόνο παράφρονες ηγέτες. Έτσι «μέσα στο ζοφερό κλίμα της γερμανικής κατοχής… στο  Παρίσι των συλλήψεων,  των προκηρύξεων, των επιθέσεων, του φόβου και της βίας, η Αντιγόνη ενσαρκώνει ξαφνικά τις ελπίδες μιας ολόκληρης γενιάς», της Αντίστασης. Στις πιέσεις του Κρέοντα η Αντιγόνη ουρλιάζει: «Τα θέλω όλα, όλα, ειδάλλως δεν θέλω τίποτα… ειδάλλως να πεθάνω». Και η Αντιγόνη θα πεθάνει κι ο Κρέων θα περιμένει το δικό του θάνατο, ενώ οι φρουροί παίζουν τα χαρτιά τους και η ζωή συνεχίζεται.

Η Αντιγόνη ως θεατρική παράσταση λογοκρίθηκε στα χρόνια του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά. Διδάσκεται πάντα στο σχολείο καθώς και στην Γαλλία για τις ιδέες της, για το κήρυγμα της αδελφικής αγάπης, για τη δύναμη αντίστασης στην αντίδραση και στον ανίερο συμβιβασμό,  για τη σύγκρουση των δύο αντιπάλων, μέχρι θανάτου της μιας και μέχρι πολιτικής εξοντώσεως του άλλου. Κι ακόμα για τη σύνεση που δεν πρέπει να ξεχνάμε, για το μέτρο που δεν πρέπει να παραβιάζουμε, για την ύβριν που δεν πρέπει να διαπράττουμε. Για τη σωφροσύνη που είναι η μόνη οδός της ευτυχίας.

Ευτυχείς και όσοι μπόρεσαν και εξασφάλισαν ένα εισιτήριο για μια παράσταση που θα θέλαμε όλοι να απολαύσουμε αλλά δεν…

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ REQUIEM ΤΟΥ JOHANNES BRAHMS (1833-1897) ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Του π. Κωνσταντίνου Καλλιανού, ευχαριστώντας για τα Πνευματικά του Δώρα 


Ο Κύκλος Adagio-Μουσικές για τις μέρες του Πάσχα άνοιξε με τους επιβλητικούς ήχους του Εκκλησιαστικού Οργάνου, στο εξαιρετικό Ρεσιτάλ της Ουρανίας Γκάσιου. Συνεχίστηκε με Τα Κατά Ιωάννην Πάθη του J. S Bach από την Καμεράτα, με τον Μάρκελλο Χρυσικόπουλο στη διεύθυνση ορχήστρας και τον εντυπωσιακό Βρετανό τενόρο Jason Darnell στο ρόλο του Ευαγγελιστή. Ακολούθησε Η υμνωδία του Πάσχα συνομιλεί με τον Επιτάφιο του Μίκη Θεοδωράκη, σε μια θαυμάσια μεταγραφή όσο  και ερμηνεία  των Γιάννη Σαμπροβαλάκη και Τάσο Αποστόλου αντίστοιχα που έδεσε αρμονικά με  τα παραδοσιακά τραγούδια και τους βυζαντινούς εκκλησιαστικούς ύμνους, ερμηνευμένους από την Νεκταρία Καραντζή. Ο  εμπνευσμένος  αυτός Κύκλος έκλεισε  θριαμβικά τη Μεγάλη Τετάρτη από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών με τον  αρχιμουσικό Βασίλη Χριστόπουλο στο πόντιουμ σε μια ασύγκριτη  ερμηνεία του αριστουργηματικού Γερμανικού Requiem του Johannes Brahms με σολίστ την Γερμανίδα υψίφωνο Susanne Bernhard, τον Γερμανό  βαρύτονο Jochen Kupfer, τη Χορωδία MotettenChor του Μονάχου υπό την διεύθυνση του Benedikt Haag.


Έξη χρόνια μετά το θάνατο του Beethoven γεννιέται ο Brahms στο Αμβούργο το 1833. Ο  Felix Mendelssohn  γράφει την Ιταλική Συμφωνία, ο Wagner αρχίζει να συνθέτει την όπερα Οι Νεράιδες, ιδρύεται ο σύλλογος Οι Σύντροφοι του Δαβίδ, ενώ ένα χρόνο πριν το 1832 πεθαίνει ο μεγάλος Goethe. Τα πρώτα μαθήματα μουσικής ο Brahms τα παίρνει από τον πατέρα του και λίγο αργότερα γίνεται μαθητής του διάσημου πιανίστα, συνθέτη  και δασκάλου Eduard Marxsen (1806-1887), στον οποίο αργότερα αφιερώνει το Piano Concerto No,2 Op. 83. Στα δέκα τέσσερα χρόνια του δίδει το πρώτο του ρεσιτάλ και η εκπληκτική δεξιότητά του στο πιάνο τον κάνει αμέσως γνωστό. Η συνάντησή  του με τον περίφημο βιολονίστα Joseph Joachim (1831-1907) εξελίσσεται σε διά βίου φιλία. Το ίδιο και η γνωριμία του με τον Robert  Schumann (1810-1856). Ο Γερμανός, ρομαντικός  συνθέτης που υπογράφει τις κριτικές του με τα ψευδώνυμα Ευσέβιος και Φλωρεστάν, μόλις τον ακούει να παίζει στο πιάνο,  την επομένη, σε άρθρο του στην εφημερίδα, γράφει ότι ο Brahms  είναι το μέλλον της γερμανικής μουσικής. Και πράγματι παντρεύει την κλασική και τη ρομαντική έκφραση και δείχνει το νέο που μπορεί να βγει μέσα από την κλασική  φόρμα. Η Φιλία του  με το ζεύγος Schumann κρατά σε όλη του τη ζωή και η Clara Schumann(1819-1896), η σπουδαία πιανίστα και συνθέτης, η φίλη του, θα αποδειχθεί  η σημαντικότερη γυναίκα της ζωής του. Ο Brahms βοηθά πάντα αυτούς που θαυμάζει και στέκεται στο πλευρό της  Clara Schumann  και των μικρών παιδιών της όταν ο πατέρας τους Robert  μπαίνει σε άσυλο.

Το 1865 μετά το βαρύ πλήγμα  από την απώλεια της Μητέρας του, ο  Brahms  αρχίζει να συνθέτει το Γερμανικό  Requiem, αν και πολλοί ισχυρίζονται ότι ο θάνατος του Schumann που είχε προηγηθεί ήταν το πρώτο ερέθισμα της έμπνευσής του. Όπως και να ’χει το Γερμανικό Requiem Op.45   για Χορωδία, Ορχήστρα, Σοπράνο και Βαρύτονο είναι έργο μεγαλειώδες! Το ολοκληρώνει μετά από τρία χρόνια και αμέσως στέλνει από ένα αντίγραφο στην  Clara και στον  Joachim για να κάνουν τις παρατηρήσεις τους. Χρόνια αργότερα, ο Brahms, ανακαλύπτει συγκινημένος ότι ο Robert Schumann σχεδίαζε να γράψει έργο με τον ίδιο τίτλο. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι ο συνθέτης δε χρησιμοποιεί, όπως θέλει η παράδοση, το λατινικό κείμενο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αλλά επιλέγει αποσπάσματα από τη ΒίβλοΠαλαιά και Καινή Διαθήκη, καθώς και τα Απόκρυφα Ευαγγέλια, όπως τα μετέφρασε ο Λούθηρος (Luther Bible). Και ενώ τα Requiem αρχίζουν με προσευχή υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων (Να τους χαρίσει αιώνια ανάπαυση ο Κύριος), ο Brahms ξεκινά τη σύνθεσή του  με τους Μακαρισμούς  (Μακάριοι οι πενθούντες), θέμα που κυριαρχεί στο έργο.

 Το Γερμανικό Requiem αποτελείται από επτά μέρη: «Μακάριοι οι πενθούντες» (Ματθ. ε, 4), «Διότι πάσα σαρξ ως χόρτος» (Πετρ. α, 24), «Γνώρισόν μοι, Κύριε, το πέρας μου» (Ψαλμ. 39,5), «Ως αγαπητά τα Σκηνώματά Σου» (Ψαλ. 84,2), «Και υμείς ουν  λύπην μεν νυν έχετε» (Ιω. Ιστ, 22),  «Ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν  πόλιν» (Εβρ. ιγ, 14), «Μακάριοι οι νεκροί» (Αποκ. Ιδ, 13). Το Requiem του Brahms ονομάστηκε «Γερμανικό», αν και ο συνθέτης το ήθελε «Πανανθρώπινο», γιατί το λιμπρέτο του είναι γραμμένο στη Γερμανική γλώσσα. Αρχίζει δε  και τελειώνει με την ίδια λέξη, «Μακάριοι».

Τα πρώτα τρία μέρη της σύνθεσης παίζονται στην Βιέννη την 1η Δεκεμβρίου του 1867.  Αργότερα, τη Μεγάλη Παρασκευή, 10 Απριλίου του 1868, παίζονται με μεγάλη επιτυχία τα έξη μέρη του έργου στον Καθεδρικό Ναό της Βρέμης υπό την μπαγκέτα του Brahms, με σολίστ τον  βαρύτονο Julius Stockhausen και με εμβόλιμη άρια από τον Μεσσία του Handel, «Ξέρω ότι ο λυτρωτής μου ζει», πρωτοβουλία του οργανίστα και αρχιμουσικού του Ναού, για να ικανοποιηθεί ο κλήρος. Η πρώτη παρουσίαση και των επτά μερών του έργου γίνεται στις 18 Φεβρουαρίου του 1869 από την Ορχήστρα Gewandhaus της Λειψίας υπό τον Carl Reinecke (1824-1910). Με το Γερμανικό Requiem, ο συνθέτης,  όχι μόνο γίνεται γνωστός σε όλη την Ευρώπη, αλλά λύνει οριστικά και το οικονομικό του πρόβλημα.  

Συγκλονιστικός ο τρόπος που ο διακεκριμένος αρχιμουσικός Βασίλης Χριστόπουλος ερμήνευσε το Γερμανικό Requiem! Ανέδειξε αυτό που είναι και ο πυρήνας του: τον ανθρώπινο πόνο και την τραγικότητα της ύπαρξής του. Όπως ο συνθέτης, έτσι και ο αρχιμουσικός, απαλλαγμένος από το  μεταφυσικό δέος, βιώνει  τον θρήνο και τον πόνο και υποβάλλει σε περισυλλογή και παρηγορία το ακροατήριο, καθιστώντας το  μέτοχο της αιώνιας τραγικής στιγμής της πτώσης και κοινωνό  της γαλήνιας,  θεϊκής καταλλαγής. Είχε βέβαια σπουδαίους ερμηνευτές, πνευματικούς συνοδοιπόρους, όπως την εκπληκτική Χορωδία MotettenChor του Μονάχου, τους εξαίσιους σολίστ Susanne Bernhard  και  Jochen Kupfer και την αναγεννημένη Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, που έχει το θαυμασμό μας, τόσο για την ερμηνεία της, όσο και για την στωικότητα, με την οποία αντιμετωπίζει τα μυριάδες προβλήματά της! Ως πότε όμως, ω «άρχοντες του τόπου»;


Είναι  δύσκολο να εκφράσουμε τη συγκίνηση και τη μυσταγωγία, διάχυτες στη σπουδαία αυτή συναυλία, ίσως με τα λόγια του Hans Von Bulow να αποδίδουμε την ιερότητα της σύνθεσης και της ερμηνείας: «Πιστεύω στον Bach Τον Πατέρα, στον Beethoven Τον Υιό και στον Brahms Το Άγιον Πνεύμα της Μουσικής»! 







Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος για το Πάσχα 2014

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ 
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ 
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ 
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ 
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ 

Χριστός Ἀνέστη! 
«Δεῦτε», ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ, «λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου Φωτός» τοῦ Φαναρίου, τοῦ Ἱεροῦ Κέντρου τῶν Ὀρθοδόξων, καί δοξάσωμεν ὅλοι ὁμοῦ καί ἀπό κοινοῦ «Χριστόν τόν Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν». 
Ζοφερά ἦτο ἡ ψυχική κατάστασις τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου μετά τήν Σταύρωσιν Αὐτοῦ, διότι διά τῆς δι᾿ αὐτῆς θανατώσεως τοῦ Κυρίου διελύθησαν αἱ ἐλπίδες τῶν μαθητῶν Του περί ἐπικρατήσεως Αὐτοῦ καί αὐτῶν ὡς πολιτικῆς ἐξουσίας. Εἶχον ἐκλάβει τήν θριαμβευτικήν εἴσοδον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς τά Ἱεροσόλυμα, μετά τήν ἀνάστασιν τοῦ Λαζάρου καί τήν θαυματουργικήν τροφοδοσίαν πέντε χιλιάδων ἀνδρῶν, πλέον γυναικῶν καί παιδίων, διά πέντε ἄρτων καί δύο ἰχθύων, ὡς προανάκρουσμα τῆς κατακτήσεως ὑπ᾿ αὐτῶν κοσμικῆς ἐξουσίας. Ἡ μήτηρ δύο ἐξ αὐτῶν ὑπέβαλε μάλιστα τό αἴτημα ὅπως οἱ υἱοί αὐτῆς καθήσουν εἷς ἐκ δεξιῶν καί εἷς ἐξ εὐωνύμων τοῦ Κυρίου, ὅταν Οὗτος ἀναλάβῃ τήν ἐξουσίαν. Ὅλα αὐτά διελύθησαν ὡς παιδικαί φαντασίαι λόγῳ τοῦ φοβεροῦ πλήγματος τῆς θανατικῆς ἐκτελέσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
Τήν πρωίαν, ὅμως, τῆς μιᾶς τῶν Σαββάτων αἱ Μυροφόροι εὗρον τόν τάφον κενόν καί ἤκουσαν παρά τοῦ Ἀγγέλου ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν. Μετ᾿ ὀλίγον δέ εἶδον Αὐτόν εἰς ἀλλοίαν κατάστασιν, μή ἐπιτρέπουσαν εἰς τάς Μυροφόρους νά Τόν ἀγγίξουν. Ἡ τοιαύτη ἀπροσδόκητος ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων προεκάλεσε τήν ἀπορίαν τῶν περί τόν Ἰησοῦν περί τῆς περαιτέρω ἐξελίξεως τῶν γεγονότων. Ἡ ἀπάντησις δέν ἐδόθη εἰς αὐτούς ἀμέσως. Εἰδοποιήθησαν νά ἀναμένουν μέ ὑπομονήν καί καρτερίαν μέχρις ὅτου ἐνδυθοῦν δύναμιν ἐξ ὕψους. Πειθαρχήσαντες δέ εἰς τήν ἐντολήν, ἀνέμενον μέχρι τῆς Πεντηκοστῆς, ὅτε τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἐπελθόν, ἀπεκάλυψεν εἰς αὐτούς, ἐν πληρότητι, τήν νέαν ἀποστολήν των. Αὕτη δέν συνίστατο εἰς τήν ἀπελευθέρωσιν ἑνός ἔθνους ἀπό τῆς ὑποδουλώσεως εἰς ἄλλο ἔθνος, ἀλλά εἰς τήν ἀπελευθέρωσιν τῆς ἀνθρωπότητος ὅλης ἀπό τῆς ὑποδουλώσεως εἰς τόν ἄρχοντα τοῦ κακοῦ καί εἰς τό κακόν ἐν γένει. Μία ἄλλη μεγάλη ἀποστολή διαφορετική ἀπό ἐκείνην τήν ὁποίαν ὠνειρεύοντο. 
Ἡ ἀσύλληπτος ἐντολή τῆς διαδόσεως τοῦ κηρύγματος τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τῆς δουλείας τοῦ θανάτου ἐξέπληξεν αὐτούς, ἀλλ᾿ ἀνελήφθη μετά ζήλου καί ἐκηρύχθη πανταχοῦ καί ἔσωσε καί σώζει πολλούς ἀπό τοῦ θανάτου. Ὑπάρχει ὁ πρωτότοκος τῶν νεκρῶν, ὁ ἀναστημένος Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος προσφέρει εἰς ὅλους τήν δυνατότητα τῆς ἀναστάσεως καί τῆς αἰωνίου ζωῆς, μιᾶς ζωῆς ἡ ὁποία δέν ὑπόκειται πλέον εἰς τήν φθοράν, διότι ἐν τῇ ἀναστάσει οἱ ἄνθρωποι εἶναι ὡς οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἐν οὐρανῷ καί φέρουν σῶμα πνευματικόν ἀντί τοῦ σαρκικοῦ. 
Πρόγευσιν αὐτῆς τῆς μακαρίας ἀναστασίμου καταστάσεως βιοῦμεν ἀπό τώρα, ὅταν φέρωμεν τό σάρκινον ἔνδυμά μας εἰς τρόπον ὥστε νά μή γευώμεθα τήν οὐσίαν τοῦ θανάτου, δηλαδή τήν ἀπομάκρυνσιν ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἀλλά νά αἰσθανώμεθα ὅτι μετέβημεν ἀπό τοῦ φυσικοῦ θανάτου τοῦ σαρκίνου σώματος εἰς τήν ἀνωτέραν ζωήν τοῦ πνευματικοῦ τοιούτου διά τῆς μετ᾿ ἀγάπης γνώσεως τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία γνῶσις ἰσοδυναμεῖ πρός τήν αἰώνιον ζωήν. 
Δέν προσδοκῶμεν, λοιπόν, ἁπλῶς τήν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν ὡς ἕν γεγονός τοῦ ἀπωτάτου μέλλοντος ἀλλά μετέχομεν αὐτῆς ἀπό τοῦδε, ὥστε νά κραυγάζωμεν ἐνθουσιωδῶς μετά τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου: «Ποῦ σοῦ, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σοῦ, Ἅδη, τό νῖκος;». Συνανέστημεν μετά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ζῶμεν τά ἔσχατα ὡς παρόντα καί τά παρόντα ὡς ἔσχατα. Ἡ ἀνάστασις διαποτίζει τήν ὕπαρξιν ἡμῶν καί πληροῖ χαρᾶς αὐτήν. Ὡς ἐπλήσθη χαρᾶς τό στόμα τῶν μαθητῶν ἐν τῷ λέγειν ἀνέστη ὁ Κύριος. 
Συνεχίζομεν τό ἔργον τῶν Ἀποστόλων. Μεταδίδομεν εἰς τόν κόσμον τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως. Κηρύσσομεν ἐν ἐπιγνώσει, ὅτι ὁ θάνατος δέν πρέπει νά ἔχῃ θέσιν εἰς τήν ζωήν μας, οὐδεμίαν ὠφέλειαν προσφέρει εἰς τήν ἀνθρωπότητα. Οἱ ἐπιδιώκοντες νά βελτιώσουν τήν κοινωνικήν ζωήν διά τοῦ θανάτου συνανθρώπων τινῶν αὐτῶν, δέν προσφέρουν ἀγαθήν ὑπηρεσίαν εἰς τούς ἐπιζῶντας. Ὑπηρετοῦν τήν ἐπέκτασιν τοῦ θανάτου καί προετοιμάζουν τήν ὑπ᾿ αὐτοῦ καταβρόχθισιν ἑαυτῶν. 
Εἰς τάς ἡμέρας μας τά τύμπανα τοῦ θανάτου καί τοῦ σκότους ἠχοῦν μανιωδῶς. Μερικοί συνάνθρωποί μας πιστεύουν ὅτι ἡ ἐξόντωσις ἄλλων συνανθρώπων μας εἶναι πρᾶξις ἐπαινετή καί ὠφέλιμος, ἀλλά πλανῶνται οἰκτρῶς. Δυστυχῶς, ἡ ἐξουδένωσις καί καταπίεσις τῶν ἀσθενεστέρων ὑπό τῶν ἰσχυροτέρων ἐπικρατεῖ εἰς τήν κοσμικήν πυραμίδα τοῦ γίγνεσθαι. Συχνάκις ἐκπλήσσει ἡ σκληρότης καί ἔλλειψις εὐσπλαγχνίας τῶν κρατούντων τά ἡνία τοῦ κόσμου καί τῶν νομιζόντων ἐξουσιάζειν αὐτοῦ. 
Ὁ Χριστός, ὅμως, διά τοῦ σταυρικοῦ θανάτου Αὐτοῦ ἀντέστρεψε τήν κοσμικήν πυραμίδα καί εἰς τήν κορυφήν αὐτῆς ἐτοποθέτησε τόν Σταυρόν Του. Εἰς τήν κορυφήν εὑρίσκεται ὁ Ἴδιος, ἐπειδή Αὐτός ἔπαθε πλεῖον πάντων τῶν ἀνθρώπων. Δέν ὑπῆρξεν ἄνθρωπος εἰς τόν κόσμον ὁ ὁποῖος ὑπέφερεν ὅσα ὑπέφερεν ὁ Θεάνθρωπος Χριστός: «Σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ». Διά τοῦτο ὁ Θεός Πατήρ «ἐχαρίσατο Αὐτῷ ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθονίων» (Φιλιπ. β΄ 8-11). 
Συχνάκις εἰς τήν ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος βλέπομεν νά κυριαρχῇ τό σκότος τοῦ θανάτου, τό ἄδικον ἀντί τῆς δικαιοσύνης, τό μῖσος καί ὁ φθόνος ἀντί τῆς ἀγάπης, καί τούς ἀνθρώπους νά προτιμοῦν τό καταχθόνιον μῖσος ἀντί τοῦ φωτός τῆς Ἀναστάσεως. Παρά τήν φαινομενικήν τεχνολογικήν πρόοδον τῶν ἀνθρωπίνων κοινωνιῶν, παρά τάς διακηρύξεις περί τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καί τῶν θρησκευτικῶν ἐλευθεριῶν, τό ἐθνοφυλετικόν καί θρησκευτικόν μῖσος διογκοῦνται παγκοσμίως καί προκαλοῦν ἐπικινδύνους ἐντάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιτείνουν τήν κυριαρχίαν τοῦ βασιλείου τοῦ θανάτου, τοῦ Ἅδου, τῶν καταχθονίων. Οἱ ἄνθρωποι ἀτυχῶς δέν ἠμποροῦν νά ἀνεχθοῦν τήν διαφορετικότητα εἰς τόν συνάνθρωπόν των. Δέν ἠμποροῦν νά δεχθοῦν τήν διαφορετικήν φυλετικήν καταγωγήν τοῦ ἀνθρώπου, τάς διαφορετικάς ἀντιλήψεις καί πεποιθήσεις του, πολιτικάς, θρησκευτικάς, κοινωνικάς.
Ἡ ἱστορία, ὅμως, ἔχει ἀποδείξει ὅτι ἀληθινή πρόοδος δέν δύναται νά ὑπάρξῃ χωρίς Θεόν. Οὐδεμία κοινωνία δύναται νά εἶναι ἀληθῶς προοδευτική καί εὐδαίμων, ἐάν δέν ὑπάρχῃ ἐλευθερία. Ἀλλά ἡ ἀληθινή ἐλευθερία ἀποκτᾶται μόνον μέ τήν παραμονήν πλησίον τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἱστορία τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος ἐπιβεβαιοῖ τραγικῶς αὐτήν τήν ἀλήθειαν. Ἡ ἀνθρωπότης ἐγνώρισε τήν ἐκ τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης πηγάσασαν φρίκην μέ τά ἑκατομμύρια θυμάτων τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου καί τῶν ρατσιστικῶν διωγμῶν. Ταὐτοχρόνως ὅμως ἔζησε καί τήν φρίκην τῶν δυνάμεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι, ὀνομάζουσαι ἑαυτάς προοδευτικάς, διέπραξαν ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας ἀναλόγου μεγέθους καί σκληρότητος ἐγκλήματα εἰς τήν Ἀνατολικήν Εὐρώπην. Οὕτω, λοιπόν, ὁ ὁλοκληρωτισμός δέν γνωρίζει πολιτικάς παρατάξεις, ὡς ἀπότοκος ἑνός ἀνθρωπισμοῦ ἄνευ Χριστοῦ, μέ φυσικήν ἀπόληξιν τόν ὄλεθρον καί τόν θάνατον. Πάντα ταῦτα βεβαιοῦν ὅτι πᾶσα προσπάθεια διά ἀληθινήν ἐλευθερίαν ἄνευ Θεοῦ εἶναι καταδικασμένη εἰς τραγῳδίαν. 
Εἰς τήν κυριαρχίαν αὐτήν τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους, ἡ Ἐκκλησία ἀπαντᾷ μέ τήν χάριν καί τήν δύναμιν τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ. Αὐτός, ὁ Ὁποῖος ἀνέλαβεν εἰς Ἑαυτόν τάς ἀσθενείας καί τά παθήματα ἑκάστου ἀνθρώπου, παρέχει εἰς τόν κόσμον διά τῆς Ἀναστάσεώς Του καί τήν βεβαιότητα ὅτι «νενίκηται ὁ θάνατος». 
Ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή εἶναι δῶρον καί φῶς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖον «φαίνει πᾶσιν». Ἄς τιμήσωμεν ὅλοι τό δῶρον. Ἄς εὐχαριστήσωμεν οἱ πάντες τόν Δωρητήν, τόν «ὡς ἐν ἐσόπτρῳ διά σαρκός λάμψαντα τῷ κόσμῳ καί τό φῶς τῆς ἀναστάσεως τοῖς ἔθνεσι δείξαντα». Δεῦτε, λοιπόν, λάβωμεν φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου Φωτός τῆς Ζωῆς. Δεῦτε, ἀποδεχθῶμεν καί ὑποδεχθῶμεν τήν δωρεάν τῆς ἀναστάσεως καί ἀναφωνήσωμεν ἐκ καρδίας μεγαλοφώνως: 
Χριστός Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος! Χαίρετε λαοί καί ἀγαλλιᾶσθε! 
Φανάριον, Ἅγιον Πάσχα ,βιδ΄ 
† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως 
διάπυρος πρός Χριστόν Ἀναστάντα εὐχέτης πάντων ὑμῶν

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Απόστολου Θηβαίου: ΗΣΥΧΙΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (ποίημα)



Την ώρα εκείνη έκανε ησυχία σ΄ όλο τον κόσμο. Στα καφενεία σβήσανε τους φωτισμούς και όλες οι γυναίκες στάθηκαν στις αυλόπορτες. Ήταν κουρασμένες, μ΄ αγωνία κοιτούσαν το τοπίο. Έψαχναν η μια την άλλη και εμπρός τους ο μεγάλος γκρεμός. Κοιτούσαν και ήταν σαν να θυμούνταν τις άλλες ζωές. Τα νεκρά παιδιά  φώναζαν μες στα δωμάτια, εκείνες ήταν δέντρα εμπρός στις αυλόπορτες. Τ΄ άκουγαν, είχαν μαυρισμένα μάτια, τις φυσούσαν έξαλλοι άνεμοι. Μόνον εκείνες. Τα σπίτια πίσω θα χάσουν σταδιακά τις γραμμές τους. Θα καταρρεύσουν σαν να΄ταν πάντα είδωλα στα νερά, σ΄ άλλους καθρέφτες, υλικά μ΄ αρχαία ηλικία. Ένας ακινητοποιημένος απ΄τη θλίψη στη μέση του δρόμου. Με τα χέρια  στο πρόσωπο, γυρεύοντας να βρει κάτι οικείο, μια όψη  απ΄την ιστορία των ματιών του. Οι γυναίκες γνωρίζουν μόνον την πρώτη λέξη. Εκείνες οι γυναίκες που γερνούν πάνω στα μπαλκόνια ή πλάι στις λάμπες της θυέλλης, γνωρίζουν μονάχα την πρώτη λέξη. Εκείνες πρώτες. Και είναι σαν να πιστεύουν σ΄ όλους τους ανθρώπους, σ΄ όλα όσα τις περιέβαλαν ή αυτά που κάποτε υπήρξαν. Οι λέξεις αυτές δεν διδάσκονται. Είναι δύσκολες. Προφέρονται απ΄ ανθρώπους μυστικά. Αφορούν θεούς, έρωτες, οράματα. Αυτό τ΄απόγευμα είναι δίχως θεό. Ίσως αύριο εκείνες οι φωνές σ΄αγκαλιάσουν γεμάτες αγωνία. Ίσως αυτές στρέψουν το πρόσωπό σου που ξεχάστηκε σαν άγαλμα τόσους χειμώνες. Αγέννητος μέσα σου ως ακόμα θα σπάσεις. Τότε θα δεις πόσο σπαραχτικό, τι μοναξιά έλαμπε εκεί έξω τούτο τ΄ απόγευμα. Που πέθαινε ο Θεός. Ο κόσμος  τότε θαμπός όλος και σε κλίμακες. Λεπτές εικόνες στις ιστορίες των πόλεων, σήματα αδύναμα. Μια ψυχή αδικημένη σε κάθε σπίτι τούτο τ΄ απόγευμα. Μια καρδιά πληγωμένη.

Ταξίδι στον χρόνο με εφόδια ένα κασελάκι και πολύ κουράγιο

Ο Τάσος Μαργαριτώφ, ο πρώτος Έλληνας συντηρητής, μιλάει για το πλούσιο έργο του

Συνέντευξη στη ΓΙΟΥΛΗ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ 
[Εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή 13 Απριλίου 2014 / Τέχνες & Γράμματα, σελ. 15]

Από τις ωραιότερες και σπουδαιότερες εικόνες του Χριστού, του πρώτου μισού του 6ου αιώνα, ανήκει στη συλλογή της Μονής του Σινά και συντηρήθηκε από τον Τάσο Μαργαριτώφ. Η εγκαυστική τεχνική της εκτέλεσης και η πνευματικότητα του ύφους της μορφής θυμίζουν έντονα τα νεκρικά πορτρέτα Φαγιούμ. Οι διαφορές στα φρύδια και η ασυμμετρία των ματιών είναι δύο στοιχεία που κάνουν τους μελετητές να πιστεύουν ότι ο καλλιτέχνης εκφράζει ταυτόχρονα τη θεία και την ανθρώπινη φύση του Χριστού.

«Εγώ ήμουνα με μια βέσπα, είχα τα εργαλεία μου και το κουράγιο μου... Εμπαινα σ’ έναν χώρο τελείως άγνωστο για την εποχή». Ο Τάσος Μαργαριτώφ έχει στην τσέπη του την άδεια άσκησης επαγγέλματος συντηρητού έργων τέχνης με αριθμό 1. Με κρατική σφραγίδα, είναι ο πρώτος Ελληνας συντηρητής. «Τόσο πολύ άγνωστη ήταν η δουλειά αυτή», θυμάται, «που κάποτε μια κυρία μου είπε: “Εχω και υδραυλικές εγκαταστάσεις. Θα έρθετε να μου τις φτιάξετε;”. Ο Τάσος Μαργαριτώφ έθεσε τις βάσεις για την επιστημονική αναβάθμιση της συντήρησης, που μέχρι τότε γινόταν από σπουδαίους καλλιτέχνες όπως ο Δημήτριος Πελεκάσης και ο Φώτης Κόντογλου, ο οποίος όταν είδε τον τρόπο δουλειάς του τού είπε: «Μαργαριτώφ, τώρα που βλέπω τι κάνεις, σταματάω να συντηρώ».

Στη διάρκεια της συνάντησής μας στο καφέ του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου, ο κ. Μαργαριτώφ διέκοπτε συχνά τον λόγο του κομπιάζοντας από συγκίνηση. Πώς να ανατρέξεις σε μια τόσο πλούσια και τόσο συναρπαστική ζωή 90 χρόνων. Είναι από τους σημαντικότερους Ελληνες συντηρητές αρχαιοτήτων, εικόνων, ψηφιδωτών, σχεδόν θρύλος. Από τα άξια χέρια του έχουν περάσει αριστουργήματα. Ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα. Στη Σαντορίνη, τη Βεργίνα, τη Δήλο, τον Μυστρά, τα Κύθηρα, την Κέρκυρα. Συντήρησε τοιχογραφίες παλαιοχριστιανικών, βυζαντινών, μεταβυζαντινών χρόνων, σε κρύπτες ερημιτών του 12ου αιώνα στην Ιταλία, στα Ιεροσόλυμα, στο Σινά όπου έκανε συστηματική καταγραφή και φωτογράφηση των εικόνων της Μονής της Αγίας Αικατερίνης. Εκεί, σ’ ένα μικρό κελί της μονής, στο φως μιας λάμπας πετρελαίου, συντήρησε τη σπουδαιότερη εγκαυστικής τεχνικής σωζόμενη εικόνα του Χριστού, την οποία ο ίδιος χρονολόγησε στον 6ο μ.Χ. αιώνα.

Από βιοτέχνης

«Οι γονείς μου ήταν προύχοντες, ο πατέρας μου άρχοντας στη Ραιδεστό, όχι πλούσιος, ζάπλουτος, ήλεγχε όλο το εμπόριο της Ανατολικής Θράκης και ο θείος μου ήταν ο τελευταίος δήμαρχος Ραιδεστού. Από την πλευρά της μητέρας μου, ο πατέρας της ήταν μεγαλέμπορος στο Πέραν. Η προίκα που πήρε ο πατέρας μου ήταν 22.000 χρυσές λίρες. Το ’22 με την ανταλλαγή πληθυσμών ήρθαν στην Αθήνα. Δεν τους βοήθησε κανείς. Ούτε τα πτυχία του πατέρα μου αναγνωρίζονταν τότε στην Ελλάδα, κι ας μιλούσε αγγλικά, γαλλικά, τουρκικά, ελληνικά. Εγινε ένας απλός λογιστής και δεν κατάφερε να κάνει τίποτα». Ο Τάσος Μαργαριτώφ γεννήθηκε το 1925. «Και πρωτοέφαγα σοκολάτα το ’33», λέει γελώντας. «Μεγάλωσα πολύ δύσκολα». Και στην περίοδο της Κατοχής; «Στην Κατοχή μπήκα στην ΕΠΟΝ και λύσσαξα».

Η πρώτη επαφή του με την τέχνη ήταν μέσω της αδελφής του. Ηταν ζωγράφος, μαθήτρια του Παρθένη. «Πάντα έπιαναν τα χέρια μου. Ζωγράφιζα, σκάλιζα... Το 1950 άρχισα να ψάχνω δουλειά. Ηθελα να πάω στη σχολή ασυρματιστών για να δουλέψω στα καράβια του Ωνάση, αλλά μόλις το έμαθε ο πατέρας μου, έβαλε λυτούς και δεμένους να μην πάω στη σχολή. Η πρώτη μου δουλειά λοιπόν ήταν να ζωγραφίζω αυγά του Πάσχα, μια ιδέα που είχε ένας ξάδελφός μου η οποία δυστυχώς ναυάγησε. Κάποια στιγμή έρχεται στο σπίτι μας μια φίλη από την Αμερική και μου δίνει δύο σατέν υφάσματα να ζωγραφίσω επάνω τον Παρθενώνα, τους στύλους του Ολυμπίου Διός κι έναν τσολιά. Τα φτιάχνω με τις λαδομπογιές της αδελφής μου. Τρελάθηκε όταν τα είδε. Μου λέει: “Να πας να τα δείξεις κάπου”. Πού να πάω; Ντρεπόμουν. Τελικά πείστηκα να τα δείξω σε ένα μαγαζί με τουριστικά είδη στην Ερμού. Τρεις μέρες συνεχόμενες πήγαινα και δεν έβρισκα το κουράγιο να μπω μέσα, την τελευταία μέρα αποφάσισα να πιω ένα καρτούτσο κι έτσι κατάφερα και μπήκα. Ε, αυτό ήταν. Μετά δεν προλάβαινα να φτιάχνω μαντίλια. Με τον Γιάννη Μαυρομάτη, τον ιδιοκτήτη, γίναμε φίλοι, με σύστησε στην αγορά, μπήκα στα μεγαλύτερα μαγαζιά και σαλόνια της Αθήνας. Οι γραβάτες μου, τα μαντίλια μου, τα παιδικά μου ρούχα πουλήθηκαν για παριζιάνικα. Εκείνη την εποχή κατάφερα να βγάζω τέσσερα δολάρια την ώρα. Είχα βρει ένα σύστημα και δούλευα ταυτόχρονα τέσσερα τελάρα με ένα πινέλο. Ξεκινούσα από το ανοιχτό χρώμα και κατέληγα στο σκούρο κι έτσι δεν χρειαζόταν να πλένω το πινέλο. Ως βιοτέχνης λοιπόν δεν είχα κανένα πρόβλημα. Πήγα πολύ καλά».

Οι 12,5 χρυσές λίρες «χορηγία» μιας οικογενειακής φίλης, που πίστευε στο ταλέντο του, έκαναν τον Τάσο Μαργαριτώφ να ταξιδέψει στην Ιταλία για να ανοίξει το βλέμμα του. Το πλάνο ήταν να μείνει εκεί μία εβδομάδα. Εμεινε επτά χρόνια. Σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και συντήρηση στο περίφημο Instituto Centrale di Restauro. «Η τύχη με έκανε να γίνω συντηρητής. Είχα επισκεφθεί μια φίλη και κατά λάθος έσπασα ένα βάζο. Το πήρα, το συντήρησα και όταν το είδε δεν πίστευε ότι ήταν το ίδιο βάζο».

Το 1958 ο Τάσος Μαργαριτώφ επιστρέφει στην Ελλάδα, αν και είχε την πρόταση να γίνει καθηγητής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης. Τότε, ξεκινάει η περιπέτεια της συντήρησης σε μια μικρή αποθήκη του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου που του παραχώρησε ο διευθυντής Γιώργος Σωτηρίου. Ενα τραπεζάκι, μια καρέκλα και το κασελάκι με τα εργαλεία του ήταν τα μόνα του εφόδια. «Μέχρι το 1963 που ήρθε στο μουσείο ο Σταύρος Μπαλτογιάννης και φτιάξαμε ένα πιο οργανωμένο εργαστήριο, δούλευα σε αυτές τις συνθήκες».

Οι μπλε πίθηκοι

Το 1962 ο Τάσος Μαργαριτώφ μαζί με τον Μανόλη Χατζηδάκη, διευθυντή τότε του Β&Χ Μουσείου, ταξίδεψε στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά. «Πήγαμε να δούμε τι μπορούσαμε να σώσουμε από την καταστροφή που είχε προκαλέσει στις σταυροφοριακές εικόνες ο Γουές, ο συντηρητής του Κουρτ Βάισμαν από το Πρίνστον. Θυμάμαι είχαμε εξασφαλίσει μόνο 120.000 δραχμές, τη στιγμή που ο Βάισμαν είχε κατέβει με τρία φορτηγά εξοπλισμό. Το πρώτο βράδυ ανέβηκα σε μια σκάλα για να κατεβάσω δύο εικόνες του Αποστόλου Παύλου και του Αποστόλου Πέτρου που ήθελε να δει ο Χατζηδάκης. Ανάμεσά τους είδα τον Χριστό. Μόλις είδα την εικόνα, φώναξα στον Χατζηδάκη: “Αφεντικό, εδώ έχουμε ένα αριστούργημα”. Ναι, ναι, το ξέρω, μου λέει εκείνος, το έχει μελετήσει ο Σωτηρίου, είναι του 13ου αιώνα. Τι λες, αφεντικό, του λέω, είναι εγκαυστικής τεχνικής!».

Ο Μαργαριτώφ παρατήρησε ότι η εικόνα είχε πολλές επιζωγραφίσεις. Η αφαίρεσή τους έγινε τμηματικά στην περίοδο 1962-1967. Η μοναδική επιζωγράφιση (εγκαυστική επίσης) που παρέμεινε ήταν το πρόσωπο του Χριστού, χρονολογίας 7ου-8ου αιώνα. Η εικόνα χρονολογήθηκε στο πρώτο μισό του 6ου αιώνα.

Το 1967 ανέλαβε την επιστημονική συντήρηση των τοιχογραφιών του Ακρωτηρίου της Σαντορίνης: το δωμάτιο της άνοιξης, ο πρίγκιπας και οι δορκάδες, οι κροκοσυλλέκτριες, ο ψαράς και άλλες πολλές τοιχογραφίες. Σε μία απ’ αυτές, ο υπεύθυνος της ανασκαφής, αρχαιολόγος Σπύρος Μαρινάτος, πίστευε ότι υπήρχαν λίμνες και ποτάμια. «Μόλις είδα το έργο, του είπα: Δεν είναι ποτάμια, είναι ουρές, και είμαι σίγουρος γιατί αν τις ζωγράφιζα εγώ, έτσι θα τις έφτιαχνα». Πράγματι, λίγο καιρό αργότερα αποκαλύφθηκαν οι περίφημοι μπλε πίθηκοι της Σαντορίνης.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ο Τάσος Μαργαριτώφ βρέθηκε στη Βεργίνα. «Πήγα για να επιβλέψω την Ελβετίδα που ήταν υπεύθυνη για το ύφασμα της Βεργίνας που είχαν βρει μέσα στη χρυσή λάρνακα. Είχε αρχίσει και έκοβε κομμάτια που εξείχαν για να κάνει πειράματα. Είχε προτείνει να “λύσει” το ύφασμα και να το ξαναμοντάρει, και η πρότασή της είχε γίνει δεκτή! Ευτυχώς κατάφερα και τη σταμάτησα. Αρχισα να δουλεύω εκεί την πρώτη νύχτα του μεγάλου σεισμού της Θεσσαλονίκης και εμένα το άγχος μου ήταν μη τυχόν και σκεπαστεί η ανασκαφή».

Το 1985 ο Τάσος Μαργαριτώφ κατάφερε τον πρώτο παγκοσμίως επιτυχημένο αποχωρισμό ζωγραφικών στρωμάτων από την εικόνα των Τριών Ιεραρχών του 18ου αιώνα. Η διαδικασία κράτησε τρεις ημέρες και όταν ολοκληρώθηκε, αποκαλύφθηκε μια παλαιότερη εικόνα των Τριών Ιεραρχών του 14ου αιώνα χωρίς καμία φθορά. Και οι δύο εικόνες εκτίθενται στη μόνιμη έκθεση του Β&Χ Μουσείου.

Τα 32 προσόντα
Τι πρέπει να διαθέτει ένας συντηρητής; ρωτάω τον κ. Μαργαριτώφ. «Τριάντα δύο προσόντα», απαντάει ακαριαία. «Είχα φτιάξει παλαιότερα έναν κατάλογο, δεν τα θυμάμαι πια όλα. Το βασικότερο που πρέπει να διαθέτει είναι μεγάλη υπομονή. Να είναι παρατηρητικός, προσεκτικός, να μη βιάζεται και, κυρίως, να μην κρύβει τα λάθη που μπορεί να κάνει. Κατά τη γνώμη μου η συντήρηση είναι απλά να διατηρείς ένα έργο τέχνης σε καλή κατάσταση. Όλα τα άλλα, καθαρισμοί, αισθητικές παρουσιάσεις, είναι συμπληρωματικές εργασίες που σαφώς πρέπει να γίνονται από συντηρητές. Πολλοί, όμως, δεν κάνουν απλά τον καθαρισμό, τη στερέωση και τη διατήρηση του αντικειμένου σε μια καλή όψη, αλλά προκειμένου να φαίνονται πιο ωραία, επεμβαίνουν και αισθητικά επάνω στα έργα. Τα ζωγραφίζουν, και εκεί αλλοιώνεται η έννοια της συντήρησης. Αν ποτέ επισκεφθείτε εργαστήριο και δείτε συντηρητή με πινέλο, να μην του έχετε εμπιστοσύνη. Επίσης, είναι μέγα λάθος να καθαρίζεις το ξύλο της εικόνας, γιατί χάνεται η ιστορική διαδρομή του έργου. Χάνονται τα ίχνη».

Ο Τάσος Μαργαριτώφ ετοιμαζόταν να φύγει, είχε κουραστεί αρκετά από τη συζήτηση, ήταν φορτισμένος συναισθηματικά. Μπήκα στον πειρασμό για μια τελευταία ερώτηση: Υπάρχει κάτι σε όλη αυτή την πορεία που σας πληγώνει; «Το πόσα αριστουργήματα έχουν κάνει φτερά από την Ελλάδα, αλλά δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτό. Και έχω κι ένα απωθημένο. Που δεν μ’ άφησαν να επέμβω στην εικόνα του Αρχάγγελου Μιχαήλ (14ος αι. Β&Χ Μουσείο). Πιστεύω ότι κάτι κρύβει κάτω από την επιφάνειά της...».


Τρίτη 15 Απριλίου 2014

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΕΥΩΔΙΑΣΤΟΙ ΣΤΑΛΑΓΜΟΙ ΠΟΛίΤΙΚΗΣ ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΑΣ

(Μιὰ ἐπίσκεψη στὸ περισπούδαστο Ἐκ Φαναρίου 1, τοῦ ἁγίου Πέργης κ. Εὐαγγέλου) 



Κοντὰ μισὸ αἰῶνα μᾶς συντροφεύει  τὸ βιβλίο αὐτό. Φέρει τὸν τίτλο: «Εὐαγγέλου Γαλάνη, Μεγάλου Ἀρχιδιακόνου, Ἐκ Φαναρίου..., Ἀθῆναι 1968, σ.σ. 334 κ’ εἶναι μιὰ κοσμηματοθήκη μὲ διαλεχτοὺς λόγους, λόγους ποιητικούς, μυρωμένους μὲ τὶς εὐωδιὲς τῆς Πολίτικης τῆς Ἄνοιξης καὶ ὄχι μόνο, ποὺ κατανύσσουν τὴν ψυχή, τῆς χαρίζουν παραμυθία καὶ φῶς, τῆς ξεδιπλώνουν τὶς ἔγνοιες καὶ μετὰ τὴ στολίζουν. Τὴ στολίζουν μὲ λόγια ποὺ δὲ γεράζουν, δὲν ρυτιδιάζουν τὸ εἶναι, ἀλλὰ τὸ ἀναθάλλουν καὶ τὸ φροντίζουν, ὥστε νὰ ἀποσείει ἀπό πάνω του τὸ ἔνδυμα τῆς ἀπελπισίας καὶ τῆς ραθυμίας καὶ νὰ ντύνεται τὴν ὀμορφιὰ ποὺ ἡ Ποίηση, αὐτὴ ἡ θεοφιλὴς προσφορά,  χαρίζει. Ἡ Ποίηση, βαφτισμένη μέσα στὴ μακραίωνη παράδοση τῆς Ρωμιοσύνης καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ ξέρουν νὰ φροντίζουν τὸ καθένα καὶ νὰ τὸν ἀγκαλιάζουν μὲ τρυφερότητα.
Μέρες Μεγαλοβδομαδιάτικες, λοιπόν. Ποὺ τὶς συντροφεύουν τὰ εὐφρόσυνα καὶ ἀείφωτα κείμενα τοῦ Πολίτη Ἀρχιερέως καὶ λόγίου.
Καὶ τὶ νὰ νὰ πρωτοσυνάξει κανείς γιὰ νὰ τὸ προσφέρει στὸν ἀναγνώστη ὡς τὸ ἀντίδωρο στὴ Λειτουργιά, τὸ βαγιόκλαδο τῶν Βαΐων, τὸ εὔοσμο ἄνθος στὸν Ἐπιτάφιο. Ὅλα εἶναι γραμμένα μὲ συνείδηση τῆς ἀποστολῆς τοῦ σεπτοῦ Γέροντος, μὲ τὴ συγκίνηση καὶ τὸ δέος ποὺ ἀποπνέουν οἱ ἡμέρες αὐτές, μὲ τὴ βαρειὰ κληρονομιὰ ποὺ στέκει πίσω του, τῶν Ἁγίων καὶ τῶν λογίων. Κληρονομιὰ ποὺ ἐξάπαντος διδάσκει καὶ νουθετεῖ. Ἄς τὸν παρακολουθήσουμε μὲ ὁδηγὸ τὴ σιωπὴ καὶ τὴν εὐλάβεια. Τὰ χαρισματικὰ δῶρα τῆς Ἑβδομάδος αὐτῆς.
«Ὁ Κύριος μπῆκε στὴν ὥρα τῆς Θεώσεώς Του. Περπατεῖ ἐπάνω στὶς στιγμὲς τοῦ ἠθικοῦ μεγαλείου Του. Μὲ βασανίζει ἡ ἁμαρτία μου. Προχωρῶ στὸ θάλαμο τῆς Δόξης Του μὲ τὸν ὑμνωδὸ τοῦ Καθίσματος τῆς Μεγάλης Τ      ρίτης, μὲ τὴν ἡρωίδα τῆς ἡμέρας. Ἀπὸ κεῖ εὐωδιάζει ἡ δύναμι τῆς ἀναμαρτησίας. Ἀπὸ δῶ δακρύζει μιὰ ὕπαρξις δυσώδης καὶ βεβορβορωμένη. Πόσες σκηνές, πόσες πράξεις ἔχει αὐτὸ τὸ ἔργο τῆς ζωῆς; Ἄραγε κάποτε θὰ κλείση ἡ αὐλαία; Ψάλτε χοροὶ τῆς ζωῆς: Μὴ ἀπώσῃ με, μηδὲ βδελύξῃ, Θεέ μου» ( σ. 80).
«Τὸν καθένα χωριστὰ κοιτάζει ἀπόψε ἡ εἰκόνα τοῦ Νυμφίου. Ἀτενίζει τὴ γῆ, μὲ βαθειὰ σημασία. Θέλει νὰ ἀναβιβάσῃ εἰς ὕψος ἀνθρώπινον. Μέσα στὸ ἀπόβραδο, ὅπου κατακάθεται τὸ φλογισμένο αἴσθημα καὶ συνάισθημα, ὁ νοῦς καταγίνεται καὶ συντρέχει γιὰ μιὰ τοπική, χρονικὴ κι ἐκούσια ἐξαΰλωση τοῦ φρονήματος τῆς σάρκας. Συμπαραστέκει ἡ μυστικοπάθεια τοῦ Ὀρθόδοξου Ναοῦ... Ἡ Ἐκκλησία κάμνει ἕνα μεγάλο ἔργο. Ζητεῖ τὴ συντριβὴ κὰι δίνει χάρι. Προκαλεῖ τὴ μετάνοια καὶ ἐξαγγέλλει Πάσχα» (σελ. 83).
«Μέσα ἀπό τὰ πάθη ἡ ψυχή μας βγάζει φωνὴ γλυκειά. (Γιατὶ) ἀπό τὴ θυσία τοῦ Γολγοθᾶ ξεπήδησε μιὰ ἄφθαρτη ἀπολύτρωσις» (σελ. 84-85). Κι ἄλλα πολλὰ ποὺ δὲν ἔχουν τελειωμό, ὅπως τελειωμὸ δὲν ἔχει κι ὁ φωτεινὸς λόγοςτοῦ Σεβασμιωτάτου, λόγος ἐκ Φαναρίου προερχόμενος, τῆς Μητρὸς Μεγάλης Ἐκκλησίας λόγος, μὲ σταυροαναστάσιμο μέλλος εἰπωμένος, ποὺ πίσω του φέρει μιὰ βαρειὰ κληρονομιά, ἀψευδῆ καὶ συνάμα ἱεροπρεπῆ καὶ ἔνδοξο.
Μακάριοι ὅσοι κοινωνοῦν αὐτὸ τὸν λόγο, τὸν θεολογικὸ καὶ παραλλήλα ντυμένο τὴν πορφύρα τῆς ποίησης, τοῦ λυρικοῦ στοχασμοῦ, καὶ τῆς προσευχητικῆς διάθεσης λόγου.

Πολλὰ τὰ ἔτη Σας, Σεβασμιώτατε, πολυχρονεμένεςκι οἱ γραφὲς Σας!

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΚΑΛΟΣ ΟΙΩΝΟΣ [ένα ποίημα για τον Δημήτρη Λάγιο]


του φίλου που σκορπίστηκε

Καλός οιωνός το κλάμα
το χάραγμα του απείρου βαθιά στη σάρκα σου
έτσι καθώς οι φιγούρες οι ενάλιες
πλάι μας προς Εμμαούς
κι αναλφάβητες

όταν τα πάντα θα επιστρέφουν στη φιλοκαλία του νότου
τα πάμφωνα τα χέρια σου όταν-

εγώ θα μισώ τ' ασβεστωμένα τα σπίτια
τα χαμώγια της χαμένης πατρίδας και μάλιστα όσα τραγουδήθηκαν
την αποψινή των αισθήσεων κατάνυξη
που έχει τη γεύση λες από λιβάνι αγιόκλημα ή λιωμένη ασπιρίνη

Καημένε μου Έλληνα πόσο δεν είσαι-

[Σημείωση π. Π. Κ.: Το ποίημα προέρχεται από την ποιητική συλλογή "Όταν ο Σπηλαιοκτήτης έρθει" (εκδ. Αίολος 1995, σ. 26), ένα ποίημα που έγραψα την 31η Μαρτίου 1991, αφιερωμένο μάλιστα "στον φίλο που σκορπίστηκε", μετά από ένα μακρύ, βαθύ και ειλικρινές τηλεφώνημα μαζί του, λίγες μόλις μέρες πριν το Τέλος...]

Related Posts with Thumbnails