© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 13 Ιουνίου 2013

Heinrich Heine: Die schlesischen Weber / Χάινριχ Χάινε: Οι υφαντουργοί της Σιλεσίας [Μετάφραση και σχολιασμός του ποιήματος: Σπύρος Καρυδάκης]

Στα σκοτεινά μάτια, δάκρυα δεν αναβρύζουν,
κάθονται στον αργαλειό, τα δόντια τρίζουν:
«Το σάβανό σου υφαίνουμε, Γερμανία,
κι υφαίνουμε μέσα κατάρα τριπλή με μανία –
υφαίνουμε, υφαίνουμε!

»Κατάρα στον Θεό, που τον παρακαλάμε
στο κρύο του χειμώνα κι όταν πεινάμε,
μάταια έχουμε ελπίσει και καρτερέψει,
μας έχει εμπαίξει και ξεγελάσει και κοροϊδέψει –
υφαίνουμε, υφαίνουμε!

»Κατάρα στον βασιλιά των πλούσιων, κατάρα,
που μας στύβει για ν’ αρπάξει τη στερνή μας δεκάρα,
για τη δυστυχία μας δεν τον νοιάζει σταλιά,
και προστάζει να μας τουφεκίζουν σαν τα σκυλιά –
υφαίνουμε, υφαίνουμε!

»Κατάρα στην ψεύτικη πατρίδα, που αντί προκοπή,
μας χαρίζει μονάχα χαλασμό και ντροπή,
όπου πρόωρα κάθε λουλούδι θα μαραθεί και θα σκύψει,
όπου παχαίνουν σκουλήκι και μούχλα και σήψη –
υφαίνουμε, υφαίνουμε!

»Πετά η σαΐτα, βογγά ο αργαλειός στα εργαστήρια,
υφαίνουμε μέρα και νύχτα δραστήρια –
το σάβανό σου υφαίνουμε, γριά Γερμανία,
κι υφαίνουμε μέσα κατάρα τριπλή με μανία –
υφαίνουμε, υφαίνουμε!»


Ο Χάινριχ Χάινε εναντίον του Τέταρτου Ράιχ

Το ποίημα του Χάινριχ Χάινε (1797-1856) Οι υφαντουργοί της Σιλεσίας, ή Tραγούδι των υφαντουργών (Weberlied), γράφτηκε με αφορμή την εξέγερση των υφαντών που εργάζονταν στα υφαντουργεία της Σιλεσίας, κέντρο της γερμανικής βιομηχανίας παραγωγής υφασμάτων. Η εξέγερση κράτησε από τις 3 έως τις 6 Ιουνίου 1844 και, μετά από άγριες οδομαχίες, πνίγηκε στο αίμα από τον στρατό του Πρώσου βασιλιά Φρειδερίκου Γουλιέλμου 4ου: 11 εξεγερμένοι σκοτώθηκαν, 24 τραυματίστηκαν βαριά, πάμπολλοι καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης και δημόσιες μαστιγώσεις.

Το ποίημα δημοσιεύτηκε στις 10 Ιουλίου 1844 σε μια πρώτη μορφή και με τον τίτλο Die armen Weber, Οι φτωχοί υφαντουργοί, στη γερμανόφωνη εφημερίδα Vorwärts! (Εμπρός!) που εξέδιδε ο Καρλ Μαρξ στο Παρίσι, όπου ζούσε τότε εξόριστος κι ο ποιητής. Αμέσως, το ποίημα τυπώθηκε χωριστά σε 50.000 παμφλέτια και μοιράστηκε στις εξεγερμένες περιοχές.
Η εξέγερση του 1844 είναι η κορυφαία μιας μεγάλης σειράς ξεσηκωμών των εργαζόμενων στη γερμανική βιοτεχνία και μετέπειτα βιομηχανία παραγωγής υφασμάτων και ενδυμάτων: Εξέγερση των υφαντουργών του Άουκσμπουργκ το 1784/85 και το 1794/95, του Έμπερφελντ το 1783, του Κρέφελντ το 1828, των εργατοραφτών του Βερολίνου το 1830, του Ρόνενμπουργκ το 1841. Κυρίως όμως σηματοδοτεί την εποχή της βιομηχανοποίησης στη Γερμανία και την ανάπτυξη του γερμανικού καπιταλισμού. Μια σειρά νόμων και πράξεων του πρωσικού κράτους, το οποίο λίαν συντόμως θα εξελισσόταν σε αυτοκρατορία και θα ονομαζόταν «Δεύτερο Γερμανικό Ράιχ», υπαγορευμένων από τη ραγδαία αναπτυσσόμενη γερμανική κεφαλαιοκρατία, εξόντωσε οικονομικά την πλειοψηφία του γερμανικού λαού, που ήταν κυρίως αγρότες, τεχνίτες και μικροϊδιοκτήτες, οδηγώντας κατά εκατομμύρια τους ανθρώπους από τα χωριά και τις μικρές πολιτείες στις μητροπόλεις Γερμανίας και εξωτερικού, όπου έλπιζαν να βρουν εργασία στο νέο οικονομικό πλαίσιο που προωθούσε ο καπιταλισμός. Εκεί όμως αντιμετώπισαν εξουθενωτική δουλειά μέχρι και 14 ώρες, μεροκάματα λιμοκτονίας, απουσία στοιχειωδών δικαιωμάτων, κατευθυνόμενη κοινωνική, πολιτισμική και ανθρώπινη υποβάθμιση, καθώς και τρομακτική κρατική βία.
Ξέρουμε ότι αυτό το καπιταλιστικό μοντέλο της βιομηχανοποίησης και της ανάπτυξης, που πρωτοδοκιμάστηκε στην Αγγλία ήδη μετά την ήττα της Γαλλικής Επανάστασης, εφαρμόστηκε με τον ίδιο τρόπο από τα μέσα του 19ου αιώνα σ’ όλη την Ευρώπη — ύστερα στις Η.Π.Α. και σ’ όλο τον πλανήτη. Ξέρουμε επίσης ότι το αποτέλεσμα ήταν η γέννηση της κοινωνικής τάξης που ονομάστηκε προλεταριάτο, μα και η ανάπτυξη των θεωριών του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού, καθώς και των ανάλογων κοινωνικών κι επαναστατικών κινημάτων. Σήμερα, που τουλάχιστον στις πιο ανεπτυγμένες χώρες οι αγώνες των εργαζόμενων, ήδη από την εποχή των υφαντουργών του Χάινε μέχρι πρόσφατα, είχαν σαν αποτέλεσμα μια έστω επισφαλή οικονομική ευμάρεια της πλειοψηφίας των ανθρώπων και την ανάπτυξη μιας έστω μονίμως εν κινδύνω μικρής ιδιοκτησίας, ο πλανητικός πια καπιταλισμός προωθεί ξανά την επαναπρολεταριοποίηση ή μάλλον την υποπρολεταριοποίηση των πολιτών παντού στον κόσμο, με τον ίδιο  α κ ρ ι β ώ ς   τρόπο και με τα ίδια   α κ ρ ι β ώ ς   αποτελέσματα όπως και στα 1844:       
Οικονομική εξόντωση, καταστροφή αγροτών, τεχνιτών και μικροεπαγγελματιών, καταστροφή της μικρής ιδιοκτησίας, μετακινήσεις πληθυσμών με σκοπό την ευκολότερη χειραγώγηση και τη σκλαβοποίησή τους, εξοντωτική δουλειά από 10 ώρες και πάνω, μεροκάματα λιμοκτονίας, απουσία δικαιωμάτων, κατευθυνόμενη κοινωνική, πολιτισμική και ανθρώπινη υποβάθμιση, καθώς και τρομακτική βία.     
Οι αγρότες, οι τεχνίτες και οι μικροϊδιοκτήτες είναι λοιπόν εκείνοι που ο καπιταλισμός θεωρεί εχθρούς του, ενώ οι προλετάριοι και τα υποπρολεταριοποιημένα στρώματα των μητροπόλεων, οι μάζες των αδιάφορων στα πάντα και απελπισμένων κυνηγών της επιβίωσης που ούτε μπορούν ούτε θέλουν να έχουν οποιαδήποτε συμμετοχή στις κοινωνικές και πολιτισμικές διεργασίες, είναι ακριβώς το υλικό που η κεφαλαιοκρατία θεωρεί ιδανικό πεδίο ανάπτυξής της. — Αρκεί να ξεκάνει οποιονδήποτε προσπαθεί να τους αφυπνίσει και να τους οργανώσει, όπως έκαναν, ο καθένας με τον τρόπο του, ο Μαρξ κι ο Χάινε με τα έργα τους και την πολιτική τους δράση.
Έτσι, το ποίημα του Χ. Χάινε ξαναγίνεται επίκαιρο, δεδομένου ότι ο καπιταλισμός χρησιμοποιεί ξανά τη Γερμανία ως αιχμή του δόρατος για την καταστροφή των λαών της Ευρώπης, προετοιμάζοντας τον κόσμο για ένα Τέταρτο Ράιχ, που όμως σήμερα καθοδηγείται όχι πια από μια κλίκα παρανοϊκών όπως ο Ναζισμός, μα από το διεθνές (και το ελληνικό) κεφάλαιο, τις τράπεζες και τους πλανητικούς επιχειρηματικούς κολοσσούς. Η παγκοσμιοποιημένη κεφαλαιοκρατία, με όργανο τη Γερμανία και, δυστυχώς, ένα μεγάλο μέρος του γερμανικού λαού, ήδη έχει σκλαβοποιήσει ολόκληρη την πρώην ψευτοκομμουνιστική Κεντρική Ευρώπη, τα Βαλκάνια, και καταστρέφει τώρα την Ελλάδα με το βλέμμα στις άλλες μεσογειακές χώρες. Το γερμανικό εθνικιστικό σύνθημα «Με τον Θεό για τον βασιλιά και την πατρίδα», στο οποίο απαντάει ο Χάινε με τις τρεις κατάρες του, ξαναζεί και πάλι σήμερα στη υπηρεσία του σύγχρονου ολοκληρωτισμού. Ο ποιητής υποδεικνύει ότι μια στρεβλή αντίληψη για τη θρησκεία και για την έννοια της πατρίδας χρησιμοποιείται ύπουλα από τους κυβερνώντες για την καταστροφή του λαού. Και σήμερα, αυτοί που διαλύουν την Ελλάδα και καταστρέφουν τον λαό της είναι ακριβώς εκείνοι που κόπτονται περισσότερο για τον «Θεό και την πατρίδα», μόνο που τη θέση του βασιλιά, του «βασιλιά των πλούσιων», έχει πάρει η ελληνική κυβέρνηση, οι κρυφομνημονιακές, εθνικιστικές και ναζιστικές δυνάμεις της υποτιθέμενης Αντιπολίτευσης και πάνω απ’ όλους η Μεγαλειότης Της, η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο Χ. Χάινε υπήρξε εχθρός κάθε πολιτικής και ιδεολογικής τυραννίας. Έγραψε αριστουργηματική πολιτική ποίηση, με ειρωνεία που τσακίζει. Κυνηγήθηκε για χρόνια από το γερμανικό κράτος, εξορίστηκε, τα έργα του απαγορεύτηκαν και καταστράφηκαν. Πέθανε πάμφτωχος, παράλυτος από αρρώστια που του γέννησαν οι κακουχίες. Στα χρόνια του Ναζισμού, δεδομένου μάλιστα ότι ήταν και εβραϊκής καταγωγής, τα βιβλία του απαγορεύτηκαν ξανά και κάηκαν.
Για τη σύγχρονη Γερμανία αποτελεί μεγάλο πρόβλημα. Από τη μια είναι ένας από τους τέσσερις κορυφαίους ποιητές της γερμανικής γλώσσας, μαζί με τον Γκέτε, τον Νίτσε και τον Ρίλκε. Από την άλλη, όμως, οι επαναστατικές του ιδέες και τα πάμπολλα ποιήματα και κείμενά του που χτυπούν στην ίδια την ουσία του κάθε ολοκληρωτισμό, τον καθιστούν διηνεκώς εχθρό κάθε απολυταρχίας και βέβαια κάθε καθεστωτικής διανόησης. Γι’ αυτό, ο Χάινε στη σημερινή Γερμανία είναι παραγκωνισμένος.
Το 1821 είχε γράψει στο θεατρικό του έργο Almansor την περίφημη φράση που, αλίμονο, αλήθεψε έκτοτε πολλές φορές για τα έργα του ίδιου κι όσων ελεύθερων ανθρώπων έχουν ανθρωπιστική πολιτική άποψη και τη διακηρύσσουν θαρραλέα. Φράση που πρέπει να τη θυμηθούμε πάλι σήμερα, δεδομένου ότι, με την επίθεση του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού μα και του πιο πρωτόγονου φασισμού, ξαναεπιχειρείται σ’ όλο τον κόσμο, και στην Ελλάδα πρωτίστως, το κυνήγι οποιωνδήποτε ιδεών έχουν τη δύναμη να αφυπνίζουν και να εξεγείρουν:
«Εκεί που καίει κανείς βιβλία, θα κάψει κάποιος στο τέλος και ανθρώπους».

Απόστολου Θηβαίου: ΟΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΕΣ


Κατά τα τέλη του βίου του εκτίμησε ιδιαίτερα τις εικόνες του επιπλέοντος κόσμου. Το πελώριο κύμα της Καναγκάουα, τα χειμωνιάτικα ποτάμια με τη σφιγμένη ανάσα, τα δίχως ηλικία, τον ενθουσίαζαν. Και ονειρευόταν ακόμη τις θύελλες, καθώς οι θάλασσες.

 Όμως τίποτε από όλα τούτα δεν συγκρινόταν με την ήττα και την ταπείνωση των ηρώων. Τη βαθιά μοναξιά που τους σπαράζει και μαίνεται μες στα μαγαζιά της Πλατείας Αμερικής ή τις μακρινές θεωρήσεις στους λόφους γύρω από την πόλη. Ετούτα είναι ανίκητα και αθώα πράγματα, είναι σκληρά μαχαίρια και ίσκιοι φοβερών μορφών.

Πάει να πει, καθώς θα σώζεται ο κόσμος, εμείς τίποτε δεν θα μπορέσουμε ποτέ να μοιραστούμε, έτσι όπως ακροβατούμε στα φαράγγια των κτιρίων και γύρω, εμπρός μας, πάνω μας τα ερωτικά μνημεία και τα αμμολίθινα πρόσωπα των ευαγγελιστών.

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

ERT - END ή Το τελευταίο 24ωρο του φασισμού

Γράφει ο Στέργιος Ζυγούρας

Ας υποθέσουμε ότι κάποιο άγνωστο προς το παρόν, μείζονος εθνικής (λέμε τώρα) σημασίας γεγονός προασπίζει ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος με την συνέργεια του συνονόματου Αντώνη Μανιτάκη αποφασίζει ένα 24ωρο μετά την νέα άφιξη της τρόικας να κλείσει εντός 24 ωρών την δημόσια Ραδιοτηλεόραση. Ας το υποθέσουμε, λέμε, επειδή αυτή η απόφαση συμπίπτει με την κήρυξη του διαγωνισμού πώλησης ΔΕΠΑ-ΔΕΣΦΑ ως άγονου, πράγμα που δραματικά επιβεβαιώθηκε από την εσπευσμένη ανεύρεση του ευρωπαϊκού δεκανικίου που λέγεται Ζαν Κλωντ Γιούνκερ, ο οποίος ήρθε στην Αθήνα για να πει στα έκπληκτα αυτιά μας ότι μπορεί και να φταίει η Κομισιόν, η Ευρωκυβέρνηση δηλαδή, για την “αποτυχία” του διαγωνισμού. Ας σημειώσουμε εδώ, ότι σαν να ήταν όλοι οι δημοσιογράφοι χρυσόψαρα σε διατεταγμένη υπηρεσία χθες, τόνιζαν και ξανατόνιζαν πόσο φιλέλληνας είναι ο Γιούνκερ και πόσο βοήθησε την Ελλάδα από την αρχή της κρίσης. Ξέχασαν λες, ποιος είπε την φράση “The game is over. We need serious statistics” το 2009, αμέσως μόλις ανέλαβαν οι Ζορό της κάθαρσης Παπανδρέου - Παπακωνσταντίνου και εντός 24ώρου “ανακάλυψαν” ότι το έλλειμμα ήταν τόσο αντί τόσο… Τόσο γρήγορα “πείστηκε” o κύριος Γιούνκερ ότι τα ψέματα τα έλεγαν οι Σημίτης-Καραμανλής… Τέλος πάντων, ας πούμε ότι κι αυτό μπορεί να έχει μια εξήγηση εθνικής σημασίας, αφού πολλά παίζονται σήμερα κλπ κλπ.

Υποθέτοντας λοιπόν ότι οι Σαμαράς-Μανιτάκης έδρασαν φασιστικά (πράξη νομοθετικού περιεχομένου) για κάποιο ανώτερο καλό, (άγνωστο σήμερα σε μας) και υπέρ του δημόσιου συμφέροντος, τότε παραμένει ένα μικρό ερώτημα: τι νόημα είχε το υβρεολόγιο και ο οχετός των συκοφαντιών και ο χείμαρρος των παραπλανήσεων των δυο προαναφερόμενων πολιτικών που εκστομίστηκε μέσα από το αρμόδιο στόμα του εκφωνητή Σίμου Κεδίκογλου; Πάλι φταίνε οι εργαζόμενοι; Πάλι θα μας σώσει η κυβέρνηση; Πάλι θα “πληρώσουμε λιγότερα” (με τον νέο φορέα), ώστε να ευχαριστηθούμε που κάποιος χάνει την δουλειά του; Πάλι θα αναβαθμιστούμε; Πάλι θα γίνουμε εφάμιλλοι των καλυτέρων ευρωπαϊκών – συγγνώμη, των καλυτέρων κρατών παγκοσμίων; Πάλι θα αναλάβει την αξιοκρατία ο ΑΣΕΠ; Πάλι υπήρχαν “προβλήματα” που τα δημιούργησαν οι από κάτω και όχι οι από πάνω; Πάλι χρειαζόμαστε εξορθολογισμό; Και όντως, πάλι υπήρχε τέτοιο ζήτημα; Συγγνώμην και πάλι, αλλά από το 1823 πάνε ακριβώς 190 χρόνια δυτικού φιλελληνισμού, εθνικών συκοφαντιών και εκσυγχρονισμού του ραγιά που άξαφνα έγινε πολίτης, αλλά όχι ακόμα όσο πρέπει…

Ας μην μπούμε σε επί μέρους θέματα σχετικά με την επιχορήγηση της ΕΡΤ κλπ κλπ Ας σημειώσουμε μόνον ότι μέσα στον ολοκληρωτισμό της ενημέρωσης, η ΕΡΤ προσπάθησε μετά τα μνημόνια να περάσει κάποια μηνύματα, έμμεσα, αφού άμεσα δεν είχε την δυνατότητα. Αλλά ούτε κι αυτό είναι το μείζον τούτη τη στιγμή. Ετούτη την στιγμή το μείζον ίσως είναι να αναλογιστούμε ποιος πίσω από τους Σαμαράδες, τους Παπανδρέου και όλους τους άλλους, εκστομίζει τα περί “τεμπέληδων, επίορκων, κοπανατζήδωνκαι όλοι μαζί τα φάγαμε”, αντιστρέφοντας την πραγματικότητα και βιάζοντας την κοινή λογική. Ας υποχωρήσει πια η παραφροσύνη του αυτομαστιγωτικού εκσυγχρονιστικού οράματος που μόνον τον κυβερνητικό φασισμό εκτρέφει και σε αδιέξοδα οδηγεί. Σε ένα 24ωρο δεν απολύονται μόνον 2.500 εργαζόμενοι. Σε ένα 24ωρο ιδιωτικοποιείται σε σημαντικό βαθμό ο δημόσιος βίος μας. Γιατί; Για να αυξηθεί το δημόσιο χρέος των τεμπέληδων; Εκχώρησαν οι “τεμπέληδες” κανένα δικαίωμα στον πρωθυπουργό να ορίζει την ζωή μας εντός 24ώρου με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου; Κι αφού κάθε τροϊκανή επιθυμία είναι “για το καλό μας”, τότε γιατί επαναλαμβάνει ασταμάτητα τα ψέματα και τις έξωθεν οργανωμένες ύβρεις;
11.6.2013

Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Ζαχαρία Στουφή: ΤΕΣΣΕΡΑ ΖΑΚΥΝΘΙΝΑ ΣΑΤΙΡΙΚΑ ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ


Από την εποχή των προσολωμικών ποιητών η Ζάκυνθος γνώριζε μεγάλη άνθιση στη σατιρική ποίηση. Αυτή την παράδοση τη συνέχισε και ο ίδιος ο Σολωμός καθώς και οι μεταγενέστεροί του. Το υλικό που συγκεντρώνει το νησί σχετικά με την σατιρική ποίηση είναι μεγάλο. Εδώ θα προσεγγίσουμε μόνο τέσσερα σατιρικά επιγράμματα που γράφτηκαν για να σατιρίσουν την αυτοκτονία.
Δεν ξέρω και δεν νομίζω, τουλάχιστον για την εποχή εκείνη, να υπάρχει αλλού σατιρική ποίηση και γενικότερα τέχνη που να σατιρίζει το πιο σκληρό έγκλημα του ανθρώπου, την αυτοκτονία του. Το παρόν κείμενο έχει σκοπό να τοποθετήσει αυτά τα τέσσερα σατιρικά επιγράμματα για την αυτοκτονία στο χρόνο που πραγματικά ανήκουν (αρχές του 20ού αιώνα) καθώς και στην τοπική πραγματικότητα που επικρατούσε τον καιρό εκείνο στο νησί. Έτσι, ίσως γίνει κατανοητό γιατί αυτές οι δύο περιπτώσεις των ποιητών σατίρισαν τον εν δυνάμει αυτόχειρα και την πράξη του.

1.

Η μία περίπτωση είναι τα επιγράμματα του ποιητή Αντρέα Μαρτζώκη[1].


Συκοφαντία[2]

Ειπώθη πως η ευαίσθητη Μαρία
επήρε σουλιμά για ν’ αποθάνει
Κόσμε ψεύτη! Ανόητη Κοινωνία!
το σουλιμά δεν ξέρεις τί τον κάνει;

Σε μια νεροκουβαλίστρα που επνίγηκε[3]

Με το νερό ελιμότρωγε τ’ ολόπικρο ψωμί της,
Και στο νερό ηθέλησε να σβύσει τη ζωή της.


Μαζί με τα σατιρικά επιγράμματα του Ιωάννη Τσιλιμίγκρα είναι τα μόνα ποιήματα που προσεγγίζουν το τραγικό θέμα της αυτοκτονίας με τον καυστικό τρόπο της σάτιρας. Τα σατιρικά επιγράμματα της εποχής εκείνης σατιρίζουν μονάχα πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα, έτσι όπως συμβαίνει κατά πάσα πιθανότητα και με το επίγραμμα Συκοφαντία. Πριν περάσω στην ανάλυσή τους, θεωρώ απαραίτητη τη γνωριμία με τη δηλητηριώδη ουσία που λέγεται σουλιμάς. Ο σουλιμάς είναι μια ουσία που διατίθεται για καλλωπισμό. Ο Λ. Ζώης αναφέρει: Σουλιμάς, Sublimato, υπερχλωρούχος ή διχλωρούχος υδράργυρος – κατασκεύασμα εξ υδραργύρου, το λευκόν του μολύβδου, χρησιμεύον ως ψιμύθιον των γυναικών.
            Ας πάρουμε, όμως, έναν έναν τους στίχους του επιγράμματος, προκειμένου να εντοπίσουμε τη σατιρική οξυδέρκεια του Α. Μαρτζώκη.

Ειπώθη πως η ευαίσθητη Μαρία

Εδώ η λέξη ευαίσθητη είναι το κλειδί του στίχου. Για την εποχή εκείνη ο χαρακτηρισμός μιας γυναίκας ως ευαίσθητης σήμαινε πως η γυναίκα αυτή είχε την αφέλεια ή τη βλακεία να κάνει το λάθος να εκφράσει δημόσια τα ευαίσθητα συναισθήματά της. Αυτό ήταν απαγορευμένο για μία καθωσπρέπει γυναίκα και σήμαινε πως ο ευάλωτος και αφελής χαρακτήρας της μπορούσε εύκολα να την καταστήσει θύμα στις ορέξεις του όποιου πονηρού και δόλιου εκμεταλλευτή.

Επήρε σουλιμά για ν’ αποθάνει

Εδώ η λέξη επήρε σημαίνει πως αγόρασε από κάποιο μαγαζί και κάποιος που την είδε (ειπώθη - λέει ο πρώτος στίχος) εξέφρασε τον φόβο του για αυτήν την ευαίσθητη γυναίκα, μήπως τον πήρε για να αυτοκτονήσει.

Κόσμε ψεύτη! Ανόητη Κοινωνία!

Εδώ ο ποιητής παίρνει τον λόγο και διαψεύδει τον κόσμο ως ψεύτη και ανόητο για να κάνει την παρακάτω δημόσια ερώτηση.

το σουλιμά δεν ξέρεις τί τον κάνει;

Την εποχή εκείνη όλοι γνώριζαν τη χρήση του σουλιμά, δηλαδή ότι χρησίμευε στον καλλωπισμό των γυναικών. Ο ποιητής, όμως, αποκαλεί ανόητη την κοινωνία που σκέφτηκε πως η ευαίσθητη - αλαφρόμυαλη Μαρία μπορεί και να αυτοκτονούσε. Για τον Μαρτζώκη μοιάζει αδύνατον αυτή η γυναίκα να μπορεί να σκεφτεί την αυτοκτονία, ίσως λόγω χαρακτήρα. Η κοινωνία, όμως, που πιθανώς να γνωρίζει τις αναποδιές που μπορεί να της συμβούν λόγω της ευαισθησίας της, έχει αντίθετη, και κατά τον ποιητή, λαθεμένη άποψη, αφού δείχνει να πιστεύει πως τη σκέψη της αυτοκτονίας την κάνουν λογικοί και σοβαροί άνθρωποι. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, η Μαρία σαν πραγματικό πρόσωπο να ήταν ένας τραγικός ήρωας της καθημερινότητας της Ζακύνθου, ο ποιητής, όμως, γνωρίζει καλά πως ο τραγικός ήρωας ακροβατεί ανάμεσα από τον χαρακτήρα του ελεεινού και τον χαρακτήρα του τιποτένιου. Όσο ο ήρωας βρίσκεται ανάμεσα από αυτούς τους δύο χαρακτήρες, δεν μπορεί να έχει επίγνωση της τραγικότητάς του.  Όταν το έγκλημά του ολοκληρωθεί, τότε έρχεται σε επαφή με την ηθική του συνείδηση και συνήθως αυτοκτονεί. Αλλά στην περίπτωση που ο τραγικός ήρωας είναι ηλίθιος, ούτε που θα καταλάβει ποτέ το κακό που έκανε και φυσικά για αυτοτιμωρία ούτε λόγος.
Με αυτήν την προσέγγιση, λοιπόν, η κατά όπως φαίνεται ηλίθια Μαρία, ενώ θα μπορούσε να αυτοκτονήσει με τον σουλιμά, προκειμένου να δώσει ένα τέλος στον καθημερινό της (κατά πάσα πιθανότητα) διασυρμό, αυτή συνεχίζει να τον χρησιμοποιεί για τον καλλωπισμό της.
            Η αυτοκτονία με σουλιμά έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον για τη ζακυνθινή πραγματικότητα της εποχής εκείνης. Ο περιηγητής Λουδοβίκος Σαλβατόρ[4] στις λίγες αράδες που αφιερώνει για την αυτοκτονία γράφει:

 Εξαιρετικά σπάνια σημειώνονται αυτοκτονίες στη Ζάκυνθο. Εάν μια αυτοκτονία γίνει από γυναίκα, έχει ως επί το πλείστον την αιτία της στην ερωτική απογοήτευση και τότε παίρνει δηλητήριο. Χρησιμοποιούν για τέτοιο το Corrosiv-Sublimat, που εδώ το λένε σουλιμά. Αυτή τη δηλητηριώδη ουσία τη μεταχειρίζονται και για καλλωπισμό, αφού την ανακατέψουν με ασπράδι αυγού και με το μείγμα αυτό πλένουν το πρόσωπο, για τούτο πωλείται σε μερικά καταστήματα. Εάν στους άνδρες συμβεί μια αυτοκτονία, αυτοί χρησιμοποιούν πιστόλι ή ρεβόλβερ.

Για την αυτοκτονία των ανδρών με όπλο, η καταγραφή του Σαλβατόρ έχει κάποια σχέση με την πραγματικότητα, ενώ για την περίπτωση των γυναικών φαίνεται να στηρίχτηκε σε φήμη και όχι σε έρευνα. Η άποψη του Σαλβατόρ καταρρίπτεται από τον Διονύσιο Κλάδη[5], ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατέγραψε και τις αυτοκτονίες των τελευταίων τριάντα χρόνων του 19ου αιώνα. Το διάστημα εκείνο οι αυτοκτονίες των γυναικών γινόντουσαν ως επί τω πλείστον δια του πνιγμού, στα χωριά μέσα στα πηγάδια και στην πόλη στη θάλασσα. Σε ό,τι αφορά στις αυτοκτονίες γυναικών που προήλθαν από δηλητηρίαση, την εποχή εκείνη ο σουλιμάς δεν ήταν η μόνη δηλητηριώδης ουσία, στην οποία είχαν πρόσβαση οι υποψήφιες αυτόχειρες. Η φήμη, λοιπόν, ότι οι γυναίκες αυτοκτονούν με σουλιμά, πιθανόν να προήλθε από τις απειλές που κατά καιρούς οι ίδιες ξεστόμιζαν, προκειμένου να τρομάξουν τους εραστές τους ή το φιλικό τους περιβάλλον. Μία από αυτές πιθανότατα να ήταν και η Μαρία που σατιρίζει στο εν λόγω επίγραμμά του ο Α. Μαρτζώκης.

      Το δεύτερο επίγραμμα που ανθολογείται εδώ είναι γραμμένο για μια νεροκουβαλίστρα που επνίγηκε. Ο ποιητής καυτηριάζει την τραγική ειρωνεία του ανθρώπου που χρησιμοποιεί σαν μέσο αυτοθανάτωσης το στοιχείο εκείνο που τον τρέφει. Εκτός από την κυριολεκτική σχέση που έχει το νερό με τη ζωή, πρόκειται για το παλαιό πλέον επάγγελμα της νεροκουβαλίστρας που στη συγκεκριμένη περίπτωση της εξασφάλιζε το ψωμί του βίου. Πιθανότατα αυτό το επίγραμμα να αναφέρεται σε πραγματικό περιστατικό και να μαρτυρεί τον επικρατέστερο τρόπο αυτοκτονίας των γυναικών της εποχής εκείνης, που ανταποκρίνεται, τόσο στις μαρτυρίες που συνέλεξα από γέροντες και γερόντισσες της Ζακύνθου, όσο και στις γραπτές μαρτυρίες του Διονυσίου Κλάδη (που προανέφερα).
Οι νεαρές απελπισμένες γυναίκες πέφτανε να πνιγούν στα πηγάδια και τις στέρνες. Η αυτοκτονία δια του πνιγμού μέσα στο πηγάδι χαρακτηρίζεται με τη λέξη «επνίγηκε», ενώ για την περίπτωση που ο πνιγμός γινότανε μέσα σε στέρνα, εκτός από τη λέξη «επνίγηκε», στην ορεινή Ζάκυνθο συναντούμε και τη λέξη «εστερνιάστηκε», που δηλώνει την πτώση ανθρώπου μέσα στη στέρνα, χωρίς απαραίτητα αυτό να γίνεται με τη θέλησή του, αλλά πολλές φορές ήταν ατύχημα που συνέβαινε σε μικρά παιδιά.
Με αφορμή, λοιπόν, αυτό το επίγραμμα, θέλω να περιγράψω τα βασικά χαρακτηριστικά των αυτοκτονικών πνιγμών του παλιού καιρού. Καταρχήν, σε αυτόν τον τρόπο αυτοκτονίας κατέφευγαν κυρίως νεαρές γυναίκες και ο λόγος ήταν πάντα η απελπισία που τους προκαλούσε η αφόρητη και με κάθε τρόπο καταπίεση που δέχονταν από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Κύρια αιτιολογία συνιστούσαν τα  ζητήματα ηθικής φύσης, κοινωνικής τάξης και άλλες αηδίες που πίστευαν οι άνθρωποι τότε, έχοντας σαν αποτέλεσμα να γίνονται οι δήμιοι των παιδιών τους. Οι νεαρές αυτόχειρες δεν προειδοποιούσαν για την πράξη τους, ούτε άφηναν αποχαιρετιστήρια επιστολή. Η οικογένεια, αρχικά, διαπίστωνε την εξαφάνιση της κοπέλας. Οι πρώτες εικασίες ήταν μήπως κλέφτηκε με κάποιον με τον οποίο είχε κρυφή ερωτική σχέση ή πάλι μήπως έγινε κάποιο ατύχημα και τραυματισμένη λιποθύμησε ή δεν ήταν σε θέση να επιστρέψει στο σπίτι. Υποψιαζόντουσαν όμως και το κακό, γι’ αυτό έψαχναν και στα πηγάδια της γύρω περιοχής. Και καθώς έψαχναν, αντίκριζαν το πηγάδι στο οποίο υπήρχαν, πάνω στο φιλιατρό του, τα παπούτσια της κόρης.
Έχει παρατηρηθεί πως το κοινό σημείο που ενώνει όλους τους τρόπους αυτοχειρίας είναι ότι ο αυτόχειρας λίγο πριν τελειώσει τη ζωή του, φροντίζει να βγάλει τα παπούτσια του. Άλλοι πιστεύουν πως αυτό συμβαίνει μόνο με όσους πνίγονται, άλλοι λένε πως δεν είναι απόλυτο, απλά, συμβαίνει συχνά. Κανένας όμως δεν μπορεί να μας πει με βεβαιότητα γιατί συμβαίνει αυτό.


2.

Η άλλη περίπτωση είναι αυτή του ποιητή Ιωάννη Τσιλιμίγκρα[6].


Υποψήφιος αυτόχειρ[7]

Ώς εις τα εχθές μας έλεε πως ποθεί
το θάνατο, αφού είδε αυτός νεκρή
τη σύντροφό του, τη γλυκιά Μαρία.
Κι’ ήταν ο πρώτος που έφυγε από εδώ
συντροφιασμένος για τη Βραζιλία.
Όχι για να ζητήσει θάνατο ή πνιγμό,
αλλά  από φόβο στο βομβαρδισμό,
και μη υποφέρει πείνα και νηστεία.

Δίκαιος σκοτωμός

Αν να σκοτώσεις ήθελες
τον πιο μεγάλο εχθρό σου,
άδειασε την πιστόλα σου
στον ίδιο τον εαυτό σου.

Δύο σατιρικά επιγράμματα σχετικά με την αυτοκτονία, έγραψε ο Ιωάννης Τσιλιμίγκρας. Στο πρώτο με τίτλο Υποψήφιος Αυτόχειρ σατιρίζει κατά πάσα πιθανότητα κάποιο πραγματικό πρόσωπο που μετά τον θάνατο της γυναίκας του κοινοποιεί στον περίγυρό του τη θέλησή του να πεθάνει. Αντί να αφεθεί στη θλίψη του και να παραιτηθεί από τη φροντίδα του εαυτού του, φοβάται τόσο πολύ το ενδεχόμενο του θανάτου που μπορεί να τον βρει από τον επικείμενο βομβαρδισμό του πολέμου και ανησυχεί τόσο πολύ για την πείνα που συνοδεύει τον πόλεμο, με αποτέλεσμα να φύγει για την άλλη άκρη του κόσμου (τη Βραζιλία), προκειμένου να γλιτώσει το κεφάλι του.
      Αυτός ο πιθανότατα υπαρκτός χαρακτήρας του επιγράμματος είναι ο κλασικός φοβιτσιάρης-δειλός, που μπροστά στη θέα του πτώματος της νεκρής γυναίκας του τον τρομάζει τόσο πολύ ο φόβος της μοναξιάς και της ανασφάλειας ώστε δηλώνει δημόσια την πρόθεσή του να πάψει να ζει. Αυτός ο χαρακτήρας μπαίνει στο στόχαστρο της σάτιρας διότι οι πραγματικοί λόγοι που τον κάνουν να σκέφτεται την αυτοκτονία, δεν είναι τα μεγάλα και καταστρεπτικά αδιέξοδα της ζωής (που άνετα θα μπορούσε, μεταξύ άλλων, να ήταν και ο θάνατος της γυναίκας του), αλλά απλά και μόνον επειδή χάνει τη βολή του και την καλοπέρασή του με τον θάνατό της.
      Το γεγονός ότι απειλεί δημόσια τον εαυτό του με θάνατο, το κάνει περισσότερο για να αυτοφοβηθεί και να ενεργοποιηθούν τα αντισώματα εκείνα, που θα τον σπρώξουν, το συντομότερο δυνατόν, στην αποκατάσταση του πρότερου βίου. Πράγματι, αντί να πεθάνει επιστρέφει στις μεγάλες του αξίες: ησυχία, τάξη και ασφάλεια. Τότε είναι που γίνεται βορά στο αχόρταγο πνεύμα του σατιρικού ποιητή. Φυσικά κανένας ποιητής δεν θέλει, ούτε χαίρεται την αυτοκτονία των ανθρώπων, αλλά επειδή γνωρίζει τη βαρύτητα της πράξης αυτής, δεν διστάζει να σατιρίσει αυτόν που χωρίς σοβαρό λόγο δηλώνει δημόσια την πρόθεσή του να αυτοκτονήσει.
      Στο δεύτερο επίγραμμα ο Ι. Τσιλιμίγκρας συστήνει την αυτοκτονία σε κάποιον για το καλό των υπολοίπων. Και πάλι, μόνο ένας ποιητής θα τολμούσε να συστήσει σε κάποιον την αυτοκτονία, πράγμα τελείως αντιφατικό για την περίπτωση του Ι. Τσιλιμίγκρα που δεν ήταν μόνο ποιητής, αλλά και γιατρός. Με την ιδιότητα του γιατρού, η προτροπή προς την αυτοκτονία είναι τουλάχιστον αδιανόητη.
Εδώ, το πρόσωπο του επιγράμματος είναι πιθανότατα πραγματικό, πρόκειται για κάποιον που έχει βαλθεί να σκοτώσει τον εχθρό του και είναι κάτοχος πιστολιού. Πέρα από το εάν είναι ή όχι πραγματικό αυτό το πρόσωπο, στη Ζάκυνθο της εποχής εκείνης υπήρχαν δεκάδες τέτοια πρόσωπα, άνθρωποι δηλαδή που οπλοφορούσαν και έλυναν τις διαφορές τους με τα όπλα.
Για την ιστορία, να πούμε, πως αυτές τις μαφιόζικες κλίκες τις τροφοδοτούσαν με όπλα και χρήμα οι αριστοκρατικές οικογένειες του νησιού. Ο κάθε κόντες, δηλαδή, είχε τους δικούς του εγκληματίες που του εκτελούσαν συμβόλαια θανάτου και ξυλοδαρμούς, αλλά και κάθε άλλη βρώμικη πράξη που θα εξασφάλιζε την τιμή, τον πλούτο και την ισχύ της οικογένειάς του. Αυτή η σχέση συμμοριών – αριστοκρατών διαλύθηκε με τους σεισμούς του 1953 που ανάγκασε πολλούς αριστοκράτες να εγκαταλείψουν το νησί και πολλούς χωριάτες να κατοικήσουν στην πόλη. Αυτή η ανακατάταξη πλούτου και πληθυσμού έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αποκοπή των συμμοριών από την αριστοκρατία. Ουσιαστικά, εξαφανίστηκε από το νησί αυτή η κοινωνική τάξη που αργότερα αντικαταστάθηκε από τους «νεόπλουτους». Οι μαφιόζικες συμμορίες, αντίθετα από τους εργοδότες τους, παρέμειναν οπλισμένοι στο νησί και δημιούργησαν ένα νέο κύκλο βίας. Αρχικά πολέμησαν μεταξύ τους για να επικρατήσει η ισχυρότερη, αλλά χωρίς τις πλάτες του κόντε, η αστυνομία τους φυλάκιζε και έτσι, μέχρι σήμερα, που υπάρχει μεγάλη εγκληματικότητα και οπλοχρησία στη Ζάκυνθο, είναι αυτοσχέδιες συμμορίες που εγκληματούν, κυρίως, για προσωπικό τους όφελος και άντε, το πολύ πολύ, να τους χρησιμοποιήσει και κανένας τοκογλύφος για εκφοβισμό.
Σε έναν γκάγκστερ της εποχής του απευθύνεται, λοιπόν, ο Ι. Τσιλιμίγκρας. Σε έναν άνθρωπο άκρως επικίνδυνο που μπορεί να σκοτώσει για μια μικρή αμοιβή ή για να επιβεβαιώσει την ισχύ του και το νταηλίκι του. Έτσι λοιπόν, αυτός ο άνθρωπος που δεν έχει πραγματικούς εχθρούς παρά μόνο κατασκευασμένους, είτε στο μυαλό του είτε στο πορτοφόλι του, του είναι αδύνατον να αναζητήσει στο βάθος της ψυχής του τους πραγματικούς του εχθρούς, οπότε αναλαμβάνει το έργο αυτό ο ποιητής για λογαριασμό του. Σκύβει στη ψυχή του πληρωμένου φονιά και ανακαλύπτει τον μεγάλο του εχθρό, που είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Μόνον έτσι θα βρει την ησυχία και αυτός και οι συμπολίτες του, μονάχα αν αδειάσει την πιστόλα του στον ίδιο τον εαυτό του.



ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] Ο ποιητής Αντρέας Μαρτζώκης γεννήθηκε από Ιταλούς γονείς στην Ζάκυνθο το 1849. Μορφώθηκε στον τόπο του και έγινε καθηγητής της ιταλικής και γαλλικής γλώσσας. Υπήρξε ένας από τους πολυγραφότερους ζακυνθινούς ποιητές και μεταξύ άλλων έγραψε ευφυέστατα σατιρικά επιγράμματα που δημοσίευσε σε διάφορα περιοδικά και ημερολόγια με το ψευδώνυμο Υάκινθος. Έζησε στη σκιά του φημισμένου ποιητή και αδελφού του Στέφανου Μαρτζώκη και η φήμη του δεν ξεπέρασε τα όρια του νησιού του. Πέθανε στη Ζάκυνθο το 1921.
[2] Το επίγραμμα Συκοφαντία προέρχεται από το βιβλίο του Ντίνου Κονόμου, Ζακυνθινοί σατιρογράφοι, Αθήνα 1962.
[3] Το επίγραμμα Σε μια νεροκουβαλίστρα που επνίγηκε προέρχεται από το βιβλίο του Γιάννη Τσιλιμίγκρα (1872-1947),  ΑΠΑΝΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, επιμέλεια εκτύπωσης  Δημοσθένη Ζαδέ, Αθήνα 1973.
[4] Από τον 1ο Τόμο ZANTE του Λουδοβίκου Σαλβατόρ, σε μετάφραση Ζαφείρη Ακτύπη, εκδόσεις Μπάστα, Ζάκυνθος 2007.
[5] Πρόκειται για το βιβλίο του Ιωάννη Μ. Δεμέτη, Τα κυριότερα συμβάντα της νήσου Ζακύνθου 1874-1907. Υπό Διονυσίου Κλάδη, του Ιερέως Παναγιώτη, εκδόσεις ΤΡΙΜΟΡΦΟ, Ζάκυνθος 2004.
[6] Ο Ιωάννης Τσιλιμίγκρας γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1872. Σπούδασε ιατρική στην Αθήνα και το Παρίσι και απόκτησε μεγάλη φήμη στον επιστημονικό κύκλο της εποχής του. Έγραψε λυρικά ποιήματα, πεζά και σατιρικά που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες, περιοδικά και ημερολόγια, συνήθως με τα ψευδώνυμα Ίων, Τσάλμας, Τιμίρας. Το 1912 παντρεύτηκε με την πριγκίπισσα Λουΐζα Βίβες, μετακόμισε στο Μιαμάρ της Μαγιόρκας (Ισπανία) και έζησε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του το 1947.
[7] Τα ποιήματα που ανθολογούνται εδώ, προέρχονται από το βιβλίο ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΙΛΙΜΙΓΚΡΑ (1872-1947), ΑΠΑΝΤΑ,ΠΟΙΗΜΑΤΑ, επιμέλεια εκτύπωσης Δημοσθένη  Ζαδέ, Αθήνα 1973.

Η Γκιόστρα της Ζακύνθου και ο μύθος των Κυθήρων

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Στην φετινή Γκιόστρα της Ζακύνθου, που θα πραγματοποιηθεί, όπως τελευταία έχει καθιερωθεί, το τετραήμερο του Αγίου Πνεύματος (20 έως 23 Ιουνίου), εκτός από τις γνωστές χώρες (Ιταλία, Σαν Μαρίνο και Σλοβακία) και τα μέχρι τώρα νησιά του Ιονίου (Κέρκυρα και Κεφαλονιά), τα οποία από την προηγούμενη χρονιά (2012) συμμετείχαν στις εκδηλώσεις, φέτος θα προστεθούν και τα Κύθηρα, για πρώτη φορά και με σκοπό να παίρνουν πάντα μέρος στην ευρωπαϊκή και πανεπτανησιακή αυτή διοργάνωση.
   Η επιλογή αυτή δεν έγινε τυχαία από την διοργανώτρια Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante”, η οποία σε μια άριστη συνεργασία με το Δήμο Ζακυνθίων (εκείνο το αγράμματο «Ζακύνθου» του Υπουργείου σκοπίμως το αποφεύγω!) διοργανώνει τους ιστορικούς, έφιππους αγώνες, σε  μια προσπάθειά της για την σωστή αναζήτηση της ντόπιας ιδιαιτερότητας και της γνωριμίας μας με τον γνήσιο πολιτισμό μας.
   Θα μπορούσαμε, επιδερμικά σκεπτόμενοι (και συγχωρέστε μου το πρώτο πληθυντικό, μια και είμαι ο πρόεδρος του Δ. Σ. της Εταιρείας) να καλέσουμε φέτος, σαν τρίτο νησί (μια και σκοπό μας έχουμε κάθε χρόνο να προσθέτουμε και ένα) την Λευκάδα, που σε έκταση έπεται των άλλων δύο ή την Ιθάκη, λόγω της ιστορίας της και της παγκόσμιας φήμης της, σαν πατρίδα του πολύκροτου Οδυσσέα.
   Επιλέξαμε, όμως, το νησί που διεκδικεί και αυτό την προέλευση της Αφροδίτης, επειδή απλά και μόνο, ενώ ανήκει και ιστορικά και πολιτιστικά στο δικό μας, Ιόνιο σύμπλεγμα, τελευταία οι άσχετοι και επιπόλαιοι κυβερνώντες προσπαθούν να το αποκόψουν και να το απογαλακτίσουν από την μητέρα του, που είναι η Επτάνησος και να το αναπροσανατολίσουν, προσορμίζοντάς το στο νομό Πειραιά!
   Μα τα Κύθηρα είναι δικά μας και κομμάτι από τη σάρκα μας. Όποιος τα έχει επισκεφθεί, το έχει διαπιστώσει και αρκεί και μόνο ν’ αναφέρουμε πως στο τέμπλο της εκκλησίας της πολιούχου του νησιού, της Παναγίας της Μυρτιώτισσας, υπάρχουν ιστορημένοι, σαν φύλακες και πυλωροί, οι τρεις Άγιοι της Επτανήσου (Σπυρίδων, Διονύσιος, Γεράσιμος) και πως το Αιγαίο εκεί υστερεί, ως προς το Ιόνιο, το οποίο κυλά στο αίμα των κατοίκων του και στιγματίζει την ταυτότητά τους.
   Μακρόχρονοι είναι και οι δεσμοί του νησιού μας, της Ζακύνθου με τ’ ακριτικά (για τον δικό μας χώρο) Κύθηρα. Πολλοί είναι οι εδώ μεταναστεύσαντες (το επίθετο «Τσιριγώτης» το επιβεβαιώνει) και πολλοί αντίστοιχα και οι δικοί μας, που διάλεξαν να συνεχίσουν εκεί τη ζωή τους. Οι πρόγονοι του Ποιητή μας, του Διονυσίου Σολωμού, σκάλωσαν στα χώματα αυτού του νησιού, πριν εγκατασταθούν στην Ζάκυνθο και γίνουν κάτοικοί της. Οι Άγιοι Πάντες, προσεισμικά και σήμερα ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Νικολάου των Ξένων, έχουν σαν εφέστια Παναγία τους την δική τους προστάτιδα, η οποία είχε δώσει τ’ όνομά της και σε πολλά καράβια, αλλά και την έμπνευση στον ποιητή των τζαντιώτικων αντετιών, τον πολυτάλαντο Γιάννη Τσακασιάνο, σαν άκουγε το «στερνό τ’ απόγιομα» της Μεγάλης Σαρακοστής «το θλιβερό καμπάνισμα απ’ την Μερτιώτισσά» του, να προσθέσει έναν χαρακτηριστικό στίχο στους μοναδικούς και περίφημους «Σπουργίτες» του.
   Έτσι το μικρό, αλλά μεγάλο σε ιστορία και πολιτισμό αυτό νησί των Επτά Νησιών θα βρεθεί φέτος για ένα τετραήμερο κοντά μας, θα εκπροσωπηθεί μ’ έναν ιππότη μας, που θ’ αγωνισθεί γι’ αυτό στην Γκιόστρα μας, η οποία πράγματι γίνεται Επτανησιακή και στο τέλος, εκεί στην λήξη των εκδηλώσεων, θα λάβει μέρος, μαζί με τ’ άλλα νησιά και τ’ άλλα κράτη στο άναμμα της συμβολικής «φουγκαρίας», που θ’ ανάψει συνεχίζοντας μια παράδοση αιώνων, μια και φέτος η μέρα της αποκορύφωσης και των κεντρικών αγώνων της Γκιόστρας της Ζακύνθου συμπίπτει με την γιορτή του Άι-Γιαννιού του Λουμπαρδιάρη και την παραμονή της γιορτής της γέννησης του πριν τον Άγιό μας προστάτη του νησιού μας.
    Εμείς φέτος θυμηθήκαμε το Κύθηρα και τα καλέσαμε κοντά μας. Έτσι τονίζουμε την ενότητα της Ιόνιας Περιφέρειας, που κάποιοι ανιστόρητοι και ασεβείς προσπαθούν ν’ αποκόψουν και να ενώσουν τα νησιά μας με τις απέναντι στεριές, έχοντας σαν παράδειγμά τους  και διδαχή τους το παραδοθέν από τον Καραγκιόζη «πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι»!
   Την επόμενη χρονιά, το 2014, θα προστεθεί και η Λευκάδα. Αργότερα η Ιθάκη, οι Παξοί και μετά και τ’ άλλα, τα μικρότερα νησιά. Έτσι η Γκιόστρα της Ζακύνθου θα ενώνει το δυτικό κομμάτι της χώρας μας και θα διεκδικεί την διαφορετικότητα του πολιτισμού του.
   Μα πριν κλείσουμε το σημερινό μας κείμενο πρέπει να επισημάνουμε και κάτι το πολύ σημαντικό για μας. Το νησί των Κυθήρων, ανταποδίδοντας την πρόσκλησή μας και φερόμενο σαν γνήσιο κομμάτι του επτανησιακού χώρου, με την αρχοντιά και την ευγένειά του, έχει από καιρό ετοιμάσει από δικό του ταξιδιωτικό γραφείο εκδρομή στο νησί μας, για τις ημέρες της Γκιόστρας μας. Έτσι ενισχύει και τον τουρισμό μας!
   Να γιατί εμείς οι διοργανωτές των τετραήμερων αυτών εκδηλώσεων ισχυριζόμαστε συχνά πως η Γκιόστρα της Ζακύνθου μπορεί ν’ αποτελέσει για τον τόπο μας και πολιτιστικό και τουριστικό πόλο έλξης και σωστής προβολής. Όποιοι διάβασαν την περασμένη Κυριακή το ολοσέλιδο κείμενο που υπήρχε στην αθηναϊκή εφημερίδα «Πρώτο Θέμα», το σχετικό με τις εκδηλώσεις μας, θα είδαν πως αυτό ακριβώς επεσήμανε.
   Ο Δήμος Ζακυνθίων από καιρό το έχει καταλάβει και είναι ενεργά κοντά μας. Ας το καταλάβουν και όσοι θέλουν το καλό του νησιού μας.
   Τέτοιες ποιοτικού επιπέδου εκδηλώσεις, μπορούν αληθινά να μας ξελασπώσουν. 

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΠΟΥΛΙΑ ΣΤΙΣ ΠΛΑΤΕΙΕΣ

Το τσίρκο έφτασε στην πόλη του Μπουένος Άιρες. Θα εγκατασταθεί κοντά στην αγορά Αβάστο. Εκεί βρίσκεται το άγαλμα του λυρικού Κάρλος Γκαρδέλ που σκοτώθηκε πριν από χρόνια σε ένα αεροπορικό δυστύχημα και έκτοτε οι γυναίκες μιας κάποιας ηλικίας σιγοτραγουδούν τους σκοπούς του και σκουπίζουν τα μάτια τους. Οι γυναίκες του Μπουένος Άιρες είναι βαθιά πληγωμένες. Ορισμένες πασχίζουν χρόνια να μάθουν την τύχη του μονάκριβου παιδιού τους και γυρνούν με τα λευκά μαντήλια, ρημαγμένες γυναίκες του Μπουένος Άιρες.
Το τσίρκο είναι πασίγνωστο για τα παράτολμα νούμερά του. Διαθέτει ορισμένους από τους πιο φημισμένους ακροβάτες, εκείνοι εκτελούν σπουδαίες στα αλήθεια αιωρήσεις ή βαδίζουν αργά, στην πλατεία κομμένη η ανάσα του κοινού, περπατούν πάνω σε τεντωμένα σύρματα και φωτίζονται με τις μεγάλες, βιομηχανικές λάμπες, καταχειροκροτούνται και έπειτα πετούν μέχρι τη γη, κάποιοι ίσως χάσουν την ισορροπία τους εκεί κοντά στις επικίνδυνες περιοχές. Όσοι δεν κατορθώνουν να ολοκληρώσουν την παρουσίαση καταχωνιάζονται στις λάσπες σε πολλές πόλεις του κόσμου, με ένα σταυρό, τη χρονολογία της γέννησής του και κάτω την επισήμανση εργάστηκε με επιτυχία στο τσίρκο Mirador.
Από το πρωί υπάρχει μεγάλη ζήτηση για τη βραδινή παράσταση. Πρόκειται να πραγματοποιηθεί μια αναλογία του μεγάλου ύπνου, πάει να πει ένας σπουδαίος εκτελεστής θα μιμηθεί την αίσθηση του θανάτου και για λίγη ώρα θα οδηγηθεί στις αιώνιες μονές. Έπειτα με ιατρικά μέσα θα τον επαναφέρουν στη ζωή και ετούτο δεν έχει πραγματοποιηθεί ποτέ στο παρελθόν. Η περιοχή Αβάστο είναι ίσως κακόφημη, ίσως πάλι εκεί συχνάζουν τις νύχτες οι πλούσιοι έφηβοι και γοητεύουν τα νεαρά κορίτσια της εργατικής τάξεως. Εκεί βρίσκεται το άγαλμα του Κάρλος Γαρδέλ και μια δημιουργία του χρωστήρα, παλιό θεμέλιο του έρωτα ο Κάρλος Γαρδέλ, βυθισμένος μες στο σώμα του δράκου με όλα τα χρώματα, λευκά δόντια και ωραίο στόμα και το αμερικάνικο καπέλο. Γοητευτικέ Κάρλος Γαρδέλ, τι καλά θα ήταν αν απόψε βρισκόσουν και εσύ ανάμεσά μας και σηκωνόσουν λίγο να σε χειροκροτήσουμε με όλα τα φώτα των προβολέων στο ερωτικό σου πρόσωπο.
Καταφτάνουν άνθρωποι από όλες τις γωνιές της πόλης. Κρατούν οι άντρες τα σακάκια τους και οι γυναίκες ντυμένες με λουλουδάτα φορέματα και τρυφερές «καλησπέρες», οι γυναίκες του Μπουένος Άιρες είναι φορτωμένες την πίκρα του φύλου τους, οι γυναίκες του Μπουένος Άιρες θέλουν πολύ να τους ζητηθεί ένας χορός τάνγκο, μυρίζουν θάλασσα και λυπούνται πάντα όταν φτάνει το κρύο. Φυσά πολύ απόψε και η τέντα του τσίρκου τινάζεται προκαλώντας έναν πολύ ανησυχητικό θόρυβο. Όμως τίποτε δεν ακούγεται ούτε νοιάζεται κανείς γιατί τώρα χαιρετούν το πλήθος οι παράτολμοι ακροβάτες, οι άγιοι ακροβάτες Κάρλος και το πλήθος μες στους ιδρώτες και το στρίμωγμα  παθιάζεται, όμορφα, οξεία πρόσωπα σαν κεριά που θρέφουν μεγάλες, ανίκητες φλόγες Κάρλος, μπήκαν κάποια πουλιά μες στο τσίρκο και ένας που είναι επιστάτης τα κυνηγά με τις μεγάλες ξώβεργες και σε λίγο όλα κείτονται νεκρά, σφαγμένα πάνω στο πέταγμά τους τα λαθραία πουλιά, το πλήθος χειροκροτεί παθιασμένα τώρα, τράφηκε με αίμα Κάρλος και τώρα θα μπορούσαν να σταθούν, καθώς εκείνα τα απομακρυσμένα πρόσωπα του Έντουαρντ Χόπερ που κοιτούν τον ήλιο ήμερα στις σεζλόνγκ ή βρίσκονται σε επαρχιακούς σταθμούς ανεφοδιασμού κάπου στην αμερικανική ενδοχώρα προσμένοντας να πεθάνουν χριστιανικά.
Οι ακροβάτες εκτελούν το νούμερο, ισορροπούν πολλά μέτρα πάνω από τη γη σε σύρματα, με μικρές κραυγές όπως πουλιών το πλήθος επευφημεί την αυτοσυγκράτησή τους, χειροκροτούν και έπειτα κάνουν μια πολύ μεγάλη ησυχία. Ένας είπε, ετούτη η ησυχία μοιάζει με την επικήδεια που κανείς δεν μιλά, μόνον κοιτάζει το λείψανο και αργά το απόγευμα αποχαιρετά το συντριμμένο σπίτι με μια ακατανίκητη έλξη για σκοτάδι και έρωτα και πάθη. Όμως απόψε ο πιο σπουδαίος ακροβάτης πρόκειται να σκοτωθεί. Ένα λάθος βήμα, τα πουλιά που εισέβαλαν εκδικητικά σαν αρρώστιες μέσα από τα ανοίγματα της τέντας, πρόλαβαν και κατασπάραξαν τα μάτια του, το θέαμα ήταν φοβερό, έτσι εξαρθρωμένος ο ακροβάτης, τα μάτια του καρφωμένο στο κενό, λίγο αίμα από τη μύτη και τα φαγωμένα μάτια Κάρλος, τα πουλιά ρήμαξαν τα μάτια του, τώρα δυο πηγάδια στα περιβόλια και μέσα τα αίματα και ένας που πνίγεται.
Το πλήθος αποφασίζει την περιφορά του σώματος του ακροβάτη. Θα πορευτούν καθώς είναι προς το ναό. Πάει να πει τα κορίτσια με τις φλοράλ ενδυμασίες, οι ιδρωμένοι συνοδοί τους, όλοι θα κατευθυνθούν προς το ναό της Μπόκα με το σώμα του ακροβάτη στα χέρια τους, έλα και εσύ Κάρλος και εσείς χαμένα παιδιά του Μπουένος Άιρες και ούτε καλοί άνεμοι πια ούτε τίποτα, μόνο λυκοθηράρχες στους δρόμους ή ένα κοπάδι ανθρώπινο ή ποτάμι που τώρα θα ξεσχίσει τις ακτές, εσείς κυνηγοί προσέξτε τα ρεύματα που κουβαλούν νεκρούς και κορίτσια με λουλουδένια φουστάνια. Εκεί που θα γίνει η ταφή υπάρχουν ομαδικοί τάφοι με κόκαλα και σιαγόνες σκύλων, νεανικά κρανία με τις οπές ανάμεσα στα μάτια, γύρω ανεμίζουν οι γάζες, τέτοιες πληγές Κάρλος δεν επουλώνονται. Από μια πάροδο καταφτάνουν οι μανάδες των εξαφανισμένων, δεν τραγουδούν, μοιάζουν χαμένα πρόσωπα μες στα μαιναδικά σκοτάδια. Έλα και εσύ Κάρλος και οι ναύτες από τα άνεργα καράβια, ελάτε όλοι σε τούτη την πορεία, στολιστείτε με λουλούδια και στεφάνια εσείς που είστε πιο ανθρώπινοι από όλους και έχετε την ευθύνη επιτέλους να λήξετε ετούτη την εποχή.

Το πρόσωπο του ακροβάτη φέρει μια ανείπωτη λευκότητα, μνημειακή. Έπειτα από χρόνια θα λατρεύεται σαν θεός.

[Εικαστικό σχόλιο στο κείμενο: Γιάννης Στεφανάκις]

ΛΑΜΠΕΡΗ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ ΜΕ ΤΟΝ «ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΟΛΛΑΝΔΟ» ΤΟΥ ΡΙΧΑΡΝΤ ΒΑΓΚΝΕΡ [1813-1883] ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ

Με την αίσθηση του ακροατή γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


Μια από τις δημοφιλέστερες όπερες του Ρίχαρντ Βάγκνερ, τον «Ιπτάμενο Ολλανδό», είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε στις 7 Ιουνίου του 2013 στο Θέατρο Ηρώδου του Αττικού, στη λαμπερή εναρκτήρια παράσταση του Φεστιβάλ Αθηνών από την Εθνική Λυρική Σκηνή, σε σκηνοθεσία του διάσημου Έλληνα σκηνοθέτη και σκηνογράφου Γιάννη Κόκκου και μουσική διεύθυνση του καταξιωμένου αρχιμουσικού Λουκά Καρυτινού. Με την παράσταση αυτή το Φεστιβάλ Αθηνών και η Εθνική Λυρική Σκηνή συμμετέχουν στον εορτασμό των 200 χρόνων από τη γέννηση του Γερμανού Συνθέτη.

Εμβληματική μορφή ο Ρίχαρντ Βάγκνερ γεννήθηκε στη Λειψία στις 22 Μαΐου του 1813. Την ίδια χρονιά γεννιέται στο Λε Ρόνκολε της βόρειας Ιταλίας ο Τζουζέπε Βέρντι, ο άρχων της Ιταλικής Όπερας. Στα δέκα πέντε χρόνια του ο Βάγκνερ συγκλονίζεται ακούγοντας την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν, ίσως τότε να ανακάλυψε το όριο ανάμεσα στην ποίηση και στη μουσική κι αυτό να ξύπνησε το μουσικό του δαιμόνιο που τον έσπρωξε στη σύνθεση. Η Ενάτη Συμφωνία παραμένει το ίνδαλμά του για όλη του τη ζωή και πιστεύει ότι είναι το  «Ευαγγέλιο» της   ανθρώπινης Μουσικής Τέχνης. Πιστεύει ακόμα ότι οι όπερές του ήταν η συνέχεια της Μεγάλης αυτής Συμφωνίας. 

Ο Βάγκνερ εντυπωσιάζεται επίσης στα νεανικά χρόνια του από τον Αρχαίο Ελληνικό Πολιτισμό και κυρίως από τα αθάνατα έργα του Αισχύλου και οραματίζεται μια τέχνη πάνω στα αρχαιοελληνικά πρότυπα  με υψηλά νοήματα και διδακτικό περιεχόμενο, που όσο βαθύ κι αν είναι εκφράζεται με σαφήνεια και γίνεται κατανοητό. Ακολουθώντας τα διδάγματα  των μεγάλων τραγικών αναζητά τον τρόπο συγκερασμού και σύγκλισης των τεχνών για την επίτευξη ενός αληθινού έργου τέχνης που φέρει μέσα του  την «ψυχαγωγία», την αγωγή της ψυχής. Παράλληλα συμμετέχει στο μεγάλο κίνημα των κορυφαίων του ρομαντισμού (Σίλερ, Χάινε, Χαίλντερλιν, Σέλλεϋ και Χόφμαν) και εμπνέεται από τα μεσαιωνικά μυστήρια, τους  θρύλους και τους μύθους, τα αρχέγονα ανώνυμα λαϊκά ποιήματα. Δημιουργεί εξ ολοκλήρου το έργο του, γράφοντας εκτός από τη μουσική και το λιμπρέτο το οποίο θέλει να καθιερώσει ως «Μουσικό Δράμα». Με την πρωτοποριακή σύλληψη των ποιητικών κειμένων του, αλλά κυρίως με την ευρηματικότητα και τις μουσικές καινοτομίες του,  επηρεάζει τις τέχνες και τα γράμματα αλλά και τον τρόπο  σκέψης των συγχρόνων του. Αναλύει την τέχνη του, κάτι που έκαναν μεγάλες μορφές της ζωγραφικής, όπως ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι και ο σύγχρονος του συνθέτη Γάλλος ζωγράφος Ευγένιος Ντελακρουά, για να μην αναφέρουμε τους μεγάλους ποιητές και κριτικούς τέχνης Σαίξπηρ και Γκαίτε. Στο έργο του συνδυάζει ποίηση, θέατρο και μουσική σε μια προσπάθεια να εκφράσει τη συλλογική συνείδηση του Γερμανικού Λαού, τον οποίο και θεωρεί λαό ανώτερο, περιούσιο, στοιχείο που θα οικειοποιηθούν αργότερα οι ναζιστές.

Ο «Ιπτάμενος Ολλανδός» ή «Πλοίο Φάντασμα», ρομαντική όπερα σε τρεις πράξεις, ορόσημο για το Γερμανικό πολιτισμό και για τον ίδιο το συνθέτη, που οδηγείται στην αναζήτηση νέων αξιών, γράφτηκε  το καλοκαίρι του 1839 κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του από τη Ρίγα στο Λονδίνο, ταξιδιού «γεμάτο περιπέτειες και γνώση». Το ποιητικό κείμενο της όπερας εμπνεύστηκε ο Βάγκνερ από τη σατιρική νουβέλα του Χάινριχ Χάινε «Τα απομνημονεύματα του κυρίου Σναμπελεβόπσκι» (1833). Η πρεμιέρα της όπερας έγινε στη Δρέσδη, στις 2 Ιανουαρίου 1843, στο Βασιλικό Θέατρο της  Αυλής της Σαξονίας, υπό την διεύθυνση του συνθέτη.

Με κεντρικό θέμα τη λύτρωση, ο Βάγκνερ αφήνεται στο θρύλο και αναπτύσσει, πέρα από τη συμβατική μορφή, το μύθο  του «καταραμένου» ήρωα, του  Ολλανδού ναυτικού που ασεβεί στη δύναμη της φύσης όταν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού έρχεται αντιμέτωπος με μια τρομακτική θύελλα που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της. Εκείνος ορκίζεται στο Σατανά ότι θα αναμετρηθεί μαζί της και θα διασχίσει το ακρωτήριο με οποιοδήποτε κόστος κι αν ακόμα χρειαστεί να ταξιδεύει ως τη Δευτέρα Παρουσία. Αντί του Δέους, η Ύβρις κυριαρχεί στην ψυχή του Ολλανδού! Και ο Σατανάς, τιμωρός, θα τον καταραστεί για την υπεροψία και θα γίνει φάντασμα, που θα πλανιέται αενάως στις θάλασσες και μόνο κάθε επτά χρόνια θα πιάνει στεριά. Η δε κατάρα του δε θα λυθεί παρά μόνο αν βρεθεί μια γυναίκα και του ορκιστεί αιώνια πίστη. Φτάνοντας στη στεριά σχεδόν υβρίζει τον Ωκεανό. «Ξιπασμένε Ωκεανέ σε λίγες μέρες θα με ξαναδεχτείς. Δεν έχω τάφο πουθενά». Να όμως, που δίπλα στο πλοίο φάντασμα αγκυροβολεί ένα νορβηγικό πλοίο. Οι δυο καπεταναίοι γνωρίζονται και ο Ολλανδός  προσφέρει πλούσια δώρα στον Νορβηγό για να τον φιλοξενήσει και όταν μαθαίνει ότι έχει μια κόρη την ζητά σε γάμο προσφέροντάς του όλα του τα πλούτη. Η συμφωνία κλείνεται. Η κόρη του Νορβηγού καπετάνιου, η Ζέντα,  επηρεασμένη από το λαϊκό θρύλο και από ένα πορτραίτο του «Ιπτάμενου Ολλανδού»που κρέμεται στο δωμάτιό της διακατέχεται από μία μυστηριακή φαντασίωση ότι ο αγαπημένος της θα φτάσει από τις θάλασσες και τραγουδά μαζί με τις φίλες της τη μπαλάντα του θαλασσοδαρμένου ναυτικού και μέσα στον οίστρο της αναφωνεί «Ας είμαι εγώ αυτή που θα σε λυτρώσει». Και να, που ο αρραβωνιαστικός της θα είναι  ο άνδρας του πορτραίτου και εκείνη, πλάσμα ευτυχισμένο, με μεγαλείο ψυχής, αγαπά έναν δυστυχισμένο για τα ασήκωτα πάθια του και  του δίδει μόλις τον αντικρίσει όρκο πίστης και αγάπης ως το θάνατό της. Για να μην παραβεί αυτό της τον όρκο και για να τον βεβαιώσει για την πίστη της,  πέφτει στη θάλασσα και  πνίγεται. Η δύναμη της αγάπης  θριαμβεύει και  δαμάζει τις υπερφυσικές δυνάμεις. Η θυσία της νέα γυναίκας λύνει την βαριά κατάρα, το πλοίο φάντασμα χάνεται, ο «καταραμένος» Ολλανδός αξιώνεται τη Λύτρωση και η εξαϋλωμένη «ιδανική» μορφή  της νέας ανυψώνεται πάνω από τα κύματα στους ουρανούς.


Ο Γιάννης Κόκκος, στην πρώτη του συνεργασία με τη Εθνική Λυρική Σκηνή, σε μια εξαιρετική παράσταση ερμήνευσε τον Ιπτάμενο Ολλανδό μέσα από μια διαχρονική πανανθρώπινη διάσταση. Ο Σκηνοθέτης με τις ελληνικές καταβολές του προσεγγίζει τον «προμηθεϊκό», όπως τον αποκαλεί, ήρωα  μέσα από το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα  προβάλλοντας την ύβρη, τον έρωτα, τη λύτρωση, το θάνατο μέσα από μια υψηλή, αισθητική θεώρηση, αποκαλύπτοντας  στο θεατή τα ουσιώδη και συγκλονιστικά στοιχεία της Όπερας, τον προβληματισμό και το μεγαλείο της  αξεπέραστης τέχνης του Βάγκνερ. Με την εκπληκτική σκηνογραφία του και το video wall του Ερίκ Ντυραντώ, μοιάζει σα να βρήκε την αντιστοιχία των αρμονικών ζωγραφικών τόνων μ’ εκείνες  των μουσικών ήχων που επενεργούν λυτρωτικά στον πυρήνα των αισθήσεων. Με την ενδυματολογική του δε πρόταση σε άσπρο μαύρο εντείνει ακόμα περισσότερο την αγωνία και την πάλη με τους  εσωτερικούς εφιάλτες.

Ο Γερμανός βαρύτονος Τόμας Μάγιερ, επιβλητικός, με πλούσιο ήχο και θεατρικότητα ερμήνευσε επάξια το δύσκολο ρόλο του Ολλανδού και καταχειροκροτήθηκε. Η Αμερικανίδα υψίφωνος Ζαν-Μισέλ Σαρμπονέ, με τη γλυκιά και δραματική φωνή της στο ρόλο της Ζέντα συγκίνησε ιδιαίτερα και καθήλωσε τους θεατές, τόσο στην εξαιρετικά σκηνοθετημένη σκηνή στο σπίτι της με το ροδάνι όσο και στην υπόλοιπη παράσταση. Δεν υστέρησαν στις ερμηνείες τους ο Αμερικανός βαθύφωνος Γκρέγκορυ Φρανκ στο ρόλο του Νορβηγού ναυτικού  Ντόλαντ, Ο Βρετανός τενόρος  Ίαν Στόρεϋ, στο ρόλο του κυνηγού  Έρικ, η  μεσόφωνος Ελισάβετ Κλονόβσκαγια στο ρόλο της παραμάνας της Ζέντα και ο πάντα εξαιρετικός τενόρος Αντώνης  Κορωναίος, τιμονιέρης του Ντόλαντ. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι η κυρία Τζένη Μαστοράκη, απέδωσε, με τη μεταφραστική της ικανότητα, πιστά το κείμενο των υπερτίτλων, χωρίς όμως την ακαμψία και την ξηρότητα που συνήθως χαρακτηρίζει αυτές τις μεταφράσεις, αντιθέτως κόσμησε το κείμενο με ευκαμψία και γλαφυρότητα.  

Ο Λουκάς Καρυτινός, με την αστραφτερή μπαγκέτα του πρόβαλε  την μεγαλοπρέπεια της Όπερας, το κολοσσιαίο και διαυγές πάθος της σύνθεσης  και ώθησε τους ερμηνευτές του να φωτίσουν  τον πνευματικό, εσωτερικό κόσμο των ηρώων του Βάγκνερ. Το δυνατό χειροκρότημα ήταν για το σκηνοθέτη, το μαέστρο, την θαυμάσια ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, την εξίσου θαυμάσια Χορωδία και τον διευθυντή της Αγαθάγγελο Γεωργακάτο, η επιβράβευση των κόπων τους.

Με την εξαίσια μουσική, το ύφος και το χαρακτήρα της παράστασης μας αποκάλυψαν ένα κόσμο ονειρικό τον οποίο μόνο η τέχνη μπορεί αληθινά να προσεγγίσει μέσα από διανοητικές και ψυχικές διεργασίες. Και φαντάζει φτωχός ο λόγος, για ν’ αποδώσει το μεγαλείο της Μουσικής, εκτός και αν ανατρέξουμε  στο μεγάλο Μπωντλαίρ, που θεωρεί τον Ποιητή «καλύτερο από όλους τους κριτικούς» και αναζητήσουμε κι εμείς έναν Ποιητή για να εκφράσει τα συναισθήματά μας!


Related Posts with Thumbnails