© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Διονύση Φλεμοτόμου: ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΙΗΜΕΡΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ

Διάλεξη στην εορταστική Σύναξη «Αληθώς», του Μορφωτικού Κέντρου Λόγου Μπανάτου
(11 Δεκεμβρίου 2011) 

Ο Δεκέμβρης είναι ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του Γρηγοριανού ημερολογίου. Το όνομά του το οφείλει στην δέκατη θέση, που είχε στο αρχαίο, δεκάμηνο ρωμαϊκό ημερολόγιο, μια και  decem, στα λατινικά, σημαίνει δέκα. Αργότερα, όταν μετακινήθηκε στην σημερινή του θέση, κράτησε τ’ όνομά του, αποφεύγοντας μάλιστα την αυτοκρατορική ματαιοδοξία και μη ακολουθώντας την τύχη του Ιούλιου και του Αύγουστου, δεν υπέκυψε στην επιθυμία του Λούκιου Κόμμοδου, ο οποίος θέλησε να τον μετονομάσει «Αμαζόνιο», προς τιμήν της όμορφης συζύγου του, που την μορφή της, σαν αμαζόνα, είχε χαραγμένη στον δακτυλιόλιθό του.
   Είναι ο μήνας που συνδέεται με την αποκορύφωση του Χειμώνα και συγχρόνως, μια και το κάθε τέλος είναι αυτομάτως και μία αρχή, με την ανοδική πορεία του φωτός. Με την διπλή του αυτή ιδιότητα είναι συνυφασμένες και όλες οι γιορτές του, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.
   Στην αρχαία Ρώμη στις μέρες του και συγκεκριμένα από τις 17 έως τις 23 γιορταζόταν τα Σατουρνάλια, προς τιμήν του θεού Saturnus, του αντίστοιχου ελληνικού Κρόνου, ο οποίος ήταν και ο πρώτος μυθικός βασιλιάς του Λατίου. Η γιορτή αυτή ήταν μια από τις λαμπρότερες των Ρωμαίων. Στις εφτά ημέρες, που διαρκούσε, τελούνταν θυσίες, γίνονταν συμπόσια και ανταλλάσσονταν δώρα. Μέσα στην ατμόσφαιρα της γενικής ευφορίας της έπαυαν όλες οι κοινωνικές διακρίσεις, δινόταν αμνηστία στους κρατούμενους, έπαυαν να γίνονται δίκες, διακόπτονταν τα μαθήματα και οι πολεμικές επιχειρήσεις και οργίαζαν τα τυχερά παιχνίδια.
   Ακολουθούσε στις 25 Δεκεμβρίου η γιορτή Βρουμάλια ή Μπρουμάλια, η οποία ήταν η γενέθλια ημέρα του θεού Μίθρα, του αήττητου Ήλιου. Το όνομά της προέρχεται από την λατινική λέξη bruma, η οποία υποδηλώνει την χειμερινή τροπή, δηλαδή την μικρότερη μέρα του χρόνου. Κατά τον εορτασμό της και για να διατηρηθεί η ευφορία της γης θυσίαζαν στον Κρόνο και την Δήμητρα χοίρους και κατανάλωναν το κρέας τους σε κοινά συμπόσια.
   Τα Βρουμάλια πέρασαν και στο Βυζάντιο, όπου γιορτάζονταν από τις 24 Δεκεμβρίου έως και τις 17 Ιανουαρίου, δηλαδή εικοσιτέσσερις μέρες, όσα και τα γράμματα του αλφαβήτου. Στην διάρκειά τους γιόρταζαν σύμφωνα με το πρώτο του γράμμα και διαδοχικά όλα τα ονόματα. Έτσι την πρώτη μέρα γιόρταζαν όσων το όνομα άρχιζε από «Α», την δεύτερη από «Β», την τρίτη από «Γ» κ.ο.κ. Τις ημέρες αυτές οι αυτοκράτορες πρόσφεραν δώρα σε φίλους, συγγενείς και στο προσωπικό των ανακτόρων.
   Τις γιορτές αυτές τις κατάργησε επίσημα η Σύνοδος της Ρώμης, το 743 μ. Χ. Διατηρήθηκαν, όμως, ουσιαστικά μέχρι περίπου τον 12ο αιώνα. Το ίδιο συνέβη και με πολλές άλλες παγανιστικές γιορτές του Δεκεμβρίου, οι οποίες είχαν μεγάλη απήχηση στα λαϊκά, κυρίως, στρώματα και τις καταδίκασε η εκκλησία με τον 62ο κανόνα της εν Τρούλω ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, το 680 μ. Χ.
   Με την επικράτηση των μεγάλων χριστιανικών γιορτών και την πίεση της επίσημης εκκλησίας, οι αρχαίες γιορτές σιγά – σιγά εξαλείφθηκαν, έμειναν, όμως, μέχρι τις μέρες μας δοξασίες τους, θρύλοι τους, καθώς και ο μεταφυσικός τους φόβος. Ιδιαίτερα κρατήθηκαν και εν μέρει πέρασαν στην χριστιανική λατρεία ο δαιμονικός τους χαρακτήρας, με την μορφή των καλικατζάρων και η πυρολατρική τους μορφή, με το άναμμα φωτιών. Αυτός είναι και ο λόγος που όλοι σχεδόν οι εορταζόμενοι τον μήνα Δεκέμβριο Άγιοι έχουν σχέση στην συνείδηση του λαού μας με την βασιλεία του σκότους και τη νίκη του από το φως.
   Τα Νικολοβάρβαρα, στην αρχή του μήνα και συγκεκριμένα από τις 4 έως και τις 6 του Δεκέμβρη παρουσιάζουν μια αγιωνυμική ενότητα, η οποία συνδυάζεται με τις συνήθως ακραίες καιρικές συνθήκες τις μέρες αυτές, οι οποίες συνοδεύονται και από τις λοιμικές ασθένειες.  Για το λόγο αυτό η Αγία Βαρβάρα θεωρείται η διώκτης της βλογιάς. Η κακοκαιρία είναι στενά δεμένη μ’ αυτό το εορταστικό τριήμερο γι’ αυτό υπάρχει και η έκφραση «Νικολοβάρβαρα έχουμε;», η οποία χρησιμοποιείται κάθε που συμβαίνει πολυήμερη κακοκαιρία. Σε πολλά μέρη το όνομα του Αγίου Σάββα παρετυμολογείται και πιστεύεται πως την ημέρα της γιορτής του η γη σαβανώνεται από χιόνι. Τέλος η ταύτιση του Αγίου Νικολάου με το θυμωμένο υγρό στοιχείο αυτές τις μέρες, δεν είναι τυχαία και η μορφή του συχνά αποτελεί την προσωποποίηση του Χειμώνα.
   Αυτά αποτελούν την έκφραση της κυριαρχίας του σκότους. Από δω κα πέρα σιγά – σιγά οδηγούμεθα προς την επικράτηση του φωτός. Παρότι, μάλιστα, το σωτήριο αυτό γεγονός συμβαίνει μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο, στις 22 Δεκεμβρίου, ο λαός μας, το προεορτάζει βιαστικά. Έτσι σε πολλά μέρη, παρετυμολογώντας ξανά το όνομα, πιστεύουν πως της Αγίας Άννας, στις 9 του Δεκέμβρη, «η μέρα παίρνει μια ανάσα», ενώ του Αγίου Σπυρίδωνος, στις 12 του μήνα, «η μέρα παίρνει ένα σπυρί». Η αδημονία του, όμως, σταματά με την γιορτή των Χριστουγέννων, όπου «Χριστός γεννάται, το φως αξαίνει», όπως λένε στο νησί μας και ο ήλιος ακολουθεί σταθερά την πορεία του προς την Άνοιξη και το Καλοκαίρι.
   Στο προαιώνιο εορταστικό αυτό κλίμα της επικράτησης του φωτός θα εξετάσουμε απόψε τις δύο μεγαλύτερες γιορτές του Δεκέμβρη στο νησί μας, από τις οποίες η μια είναι καθαρά τοπική και η άλλη αφορά ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο. Πρόκειται για το τριήμερο της γιορτής του Αγίου μας, πρώτα και μετά για το κατοπινό Δωδεκαήμερο. Το πρώτο στην ουσία είναι ένας πρόλογος και μια προεόρτια σχόλη, μια απαρχή για έναν μεγάλο εορταστικό κύκλο, που θα τελειώσει την επομένη των Φώτων και την γιορτή του Άι – Γιαννιού, στις 7 του Γενάρη. Δεν θα ήταν, μάλιστα, άστοχο, αν ισχυριζόμαστε πως οι δύο αυτοί εορταστικοί κύκλοι είναι ομόκεντρες επαναλήψεις της αρχαιότητας και πως για τη Ζάκυνθο αποτελούν την χριστιανική έκφραση μιας αιώνιας ανάγκης.
   Η μνήμη του Αγίου Διονυσίου, όπως σε όλους είναι γνωστό γιορτάζεται στις 17 Δεκεμβρίου. Είναι, όπως χαρακτηριστικά λέμε, η γιορτή του «Αγίου μας», δίχως άλλο προσδιορισμό.
   Για την λατρεία του και την τιμή που του αποδίδεται από τους συντοπίτες του πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν και διαφωνίες ατελείωτες να δημιουργηθούν, ιδιαίτερα από τους φανατικούς θεολόγους, μια και συχνά ο Άγιος υποκαθιστά στην τζαντιώτικη συνείδηση ακόμα και αυτόν το Θεό. Έτσι η έκφραση «εγώ δεν πιστεύω σε θεούς και θρησκείες, αλλά τον Άγιο τον πιστεύω» είναι ένα επιπλέον δείγμα της τοπικής ιδιαιτερότητας και της ζακυνθινής ιδιοσυγκρασίας και δείχνει το δέσιμο όλων των κατοίκων αυτού του νησιού, αλλά και των εκτός αυτού αποικούντων με τον «αυτόχθονα», όπως η επίσημη υμνογραφία της γιορτής του τον χαρακτηρίζει, Άγιο, ο οποίος έζησε στα χώματά μας, μοιράστηκε τους καημούς και την ιστορία μας και μας καταλαβαίνει όσο κανένας άλλος. Είναι, μάλιστα, εντελώς δικός μας και γι’ αυτό η ικεσία: «Άγιο μου Κορμάκι» ή η πιο ανθρώπινη: «Άγιέ μου Σιγούρο», με την επίκληση του επωνύμου του, που τον κατατάσσει στις λίστες των ντόπιων δημοτών. Γνωστή, ζεστή, μα και χριστιανικότατη, νομίζω, είναι η συνήθεια των Ζακυνθινών να κάνουν το σταυρό τους κάθε πρωί, στρεφόμενοι προς την εκκλησία του, αλλά και να πηγαίνουν συχνά να προσκυνούν την λάρνακά του και να του εκμυστηρεύονται όλα τα μυστικά της ψυχής τους. Έτσι συχνά θα βρούμε κάποιους στο «δωμάτιο του Αγίου» να του λένε πως πάντρεψαν την θυγατέρα τους, πως πέρασε ο γιος τους στο Πανεπιστήμιο ή πως πάνε καλά οι επιχειρήσεις τους και γι’ αυτό τον ευχαριστούνε. Δείγμα της σε ανθρώπινη κλίμακα λατρείας μας προς τον δικό μας Άγιο ήταν και η συνήθεια της γενιάς μου να πηγαίνουμε στην εκκλησία του τις ημέρες των εξετάσεων και να ρίχνουμε μπροστά του τα βιβλία μας για να ανοίξουν στην σελίδα του θέματος, που θα έπεφτε στο διαγώνισμα. Αυτό είναι μια περίτρανη απόδειξη για την συγγενική αγιότητα του Προστάτη μας, που σαν καλός γονιός θέλει την πρόοδο του παιδιού του και χαίρεται την προκοπή του. Στα ίδια πλαίσια ερμηνεύεται και η συνήθεια πολλών οικογενειών να κόβουν κομμάτι δικό του από την χριστουγεννιάτικη κουλούρα, όπως ακριβώς συμβαίνει και με όσους οικείους δεν παρευρίσκονται στον εορταστικό δείπνο.
   Ένα άλλο χαρακτηριστικό δείγμα της υπέρμετρης λατρείας των Ζακυνθινών για τον Άγιό τους είναι και ο εξής χαρακτηριστικός διάλογος, που παλιότερα τον ακούγαμε συχνά. «Πότε έχουμε Λαμπρή φέτος;» ρωτούσε ο ένας από τους συνδαιτυμόνες και ο άλλος απαντούσε: «Αν θέλει ο Άγιος, στις τόσες του Απρίλη». Τα σχόλια, νομίζω, περιττεύουν.
   Μα και τα βαπτιστικά ονόματα με την απόλυτη κυριαρχία του δικού του, που υπάρχουν στο νησί μας, δείχνουν την αγάπη και την τιμή στο πρόσωπό του. Εκτός μάλιστα από το πολύ συχνό «Διονύσιος» και «Διονυσία» υπάρχουν και το «Δραγανίγος», του κοσμικού του ονόματος, το «Σιγούρος» του επωνύμου του και το «Δανιήλ», της καλογερικής κουράς του, τα οποία δίνονται στα παιδιά μας και γιορτάζουν την ημέρα της μνήμης του.
   Στο σημείο αυτό, επιτρέψτε μου, να σας μεταφέρω δύο χαρακτηριστικά, προσωπικά μου παραδείγματα, που επιβεβαιώνουν τα λεγόμενα.
    Το πρώτο συνέβη πριν λίγα χρόνια, όταν παιδί, με τους δικούς μου είχαμε επισκεφθεί, όπως συχνά συμβαίνει με όλους τους Ζακυνθινούς, το μοναστήρι της Αναφωνήτριας, όπου ο Ιεράρχης μόνασε και συγχώρεσε τον φονιά του αδελφού του. Ήταν Καλοκαίρι και κόσμος πολύς, για τον ίδιο λόγο, είχε επισκεφθεί τον ιερό για όλους μας εκείνο χώρο. Βρισκόμουν, λοιπόν, στην ουρά, μπρος στην καθέδρα με την εικόνα της Αναφωνήτριας. Πάνω της, τότε, υπήρχε μια ασημένια λειψανοθήκη με απότμημα του λειψάνου της Αγίας Αναστασίας. Μια κυρία μπρος μου ρώτησε αν είναι λείψανο του Αγίου μας και σαν πήρε την αρνητική απάντηση του νεωκόρου, δεν προσκύνησε το λείψανο της Φαρμακολύτριας, λέγοντας ένα χαρακτηριστικό «α καλά».
   Το δεύτερο γεγονός έγινε πριν δυο – τρία χρόνια και είναι και αυτό ένα χαρακτηριστικό δείγμα της λατρείας των ζακυνθινών προς τον Άγιό τους, η οποία συχνά ξεφεύγει από το μέτρο και αποκτά σχεδόν αιρετικές διαστάσεις. Φίλη άσχετη με τη Ζάκυνθο και τα Επτάνησα ταξιδεύει αρχές Αυγούστου για το νησί μας. Στο καράβι συναντά μια γραφική γιαγιά, από ορεινό χωριό της Ζακύνθου, όπου αναγκαστικά βρίσκεται στην «ξενιτεία» της Αθήνας, όπου κατοικούν τα παιδιά της και έρχεται στο νησί για τις καλοκαιρινές διακοπές. Ο τύπος της τραβά την κουλτουριάρα φίλη μου και της πιάνει κουβέντα. Την ρωτά για τα πάντα και σε μια στιγμή της λέει αν έρχεται στην πατρίδα της για την γιορτή της Παναγίας. «Όχι», της απαντά η ζακυνθινή, «για την γιορτή του Αγίου μας πάω». Μη γνωρίζοντας η ξένη την ντόπια νοοτροπία επιμένει, πιστεύοντας πως η γιαγιά, κατά τοπική συνήθεια, ονομάζει έτσι την γιορτή του Δεκαπενταύγουστου. Τσαντίζεται τότε η γριά και αγανακτισμένη της απαντά: «Άσε με παιδάκι μου με την Παναγία σας, για τον Άγιό μας σου λέω τόσην ώρα».
   Η υπέρμετρη αυτή λατρεία του Ζακυνθινού για τον Άγιό του έχει περάσει και στην ποίηση. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε το σονέτο του Διονυσίου Σολωμού, που αναφέρεται στην Κοίμηση του Ιεράρχη και χαρακτηριστικά τελειώνει με τους στίχους «κι’ άγιος δεν ήταν / άλλος που λάμψη πιο όμορφη να χύνη», όταν τον περιγράφει να καταφθάνει στον παράδεισο και «Το θαύμα» του Ιωάννη Π. Τσιλιμίγκρα, όπου την κόμισσα Καπνίση, την μητέρα του τυφλού γιου «όλοι την απελπίσαν οι γιατροί, / ώς και τα παρακάλια στο Θεό της», ενώ, όπως η ίδια του λέει την ώρα της λιτανείας του «είναι μπροστά σου ο Άγιος που μπορεί / να σου δώσει, αγάπη μου, το φως σου». Το θαύμα μάλιστα πραγματοποιείται και η μητέρα κατεβαίνει στο δρόμο και κρεμά τη χρυσή αλυσίδα της στο σκήνωμα του Αγίου, «οπού από τότε στο λαιμό Του τη φορεί / τ’ ανάβλεμμα τυφλού να μαρτυράει».
   Θεολογικά όλα αυτά, βέβαια, δεν ευσταθούν, μια και, ως γνωστόν, οι άγιοι μόνο πρεσβεύουν προς τον Θεό και δεν έχουν δικαίωμα θαύματος. Ο κυρίαρχος, όμως, λαός και η ακόμα πιο κυρίαρχη τέχνη συχνά υπερβαίνουν τα εσκαμμένα και δίνουν την δική τους διάσταση και ερμηνεία στα τεκταινόμενα.
   Στα πλαίσια αυτής της ιδιόρρυθμης λατρείας του Ζακυνθινού προς τον Άγιό του, ας δούμε και τον τρόπο της γιορτής του, στις 17 του Δεκέμβρη, η οποία όχι μόνο συμπίπτει, κατά μια αγαθή τύχη, με την έναρξη των πανάρχαιων Σατουρναλίων, αλλά έχει, όπως ήδη αναφέραμε, προεόρτια μορφή για το εορταστικό Δωδεκαήμερο, όπου μετά από μια βδομάδα ακολουθεί.
   Η γιορτή αυτή έχει τριήμερο χαρακτήρα, αλλά στην ουσία ξεκινά πριν ακριβώς από μια βδομάδα. Το βράδυ της 9ης Δεκεμβρίου και με το πέσιμο του ήλιου γίνεται το «πρώτο σένιο», το οποίο είναι μια προειδοποίηση, όπως λέει η λέξη, για την επερχόμενη χρονιάρα μέρα. Την ώρα, λοιπόν, του δειλινού, χτυπούν χαρούμενα, εκτεταμένα και εορταστικά οι καμπάνες από το πυργωτό καμπαναριό της εκκλησίας, ενώ συγχρόνως ρίχνονται και δώδεκα κανονιές. Ο αριθμός αυτός είναι ισάριθμος των μηνών του χρόνου, αλλά και με τις ημέρες που το Άγιο Λείψανο παραμένει, για προσκύνημα και ευλογία του νησιού, στην «Θύρα του», όπως χαρακτηριστικά λέγεται. Οι μέρες αυτές είναι τρεις στην επέτειο της μνήμης του, τρεις στην γιορτή της ανακομιδής του Λειψάνου του, μία τα Χριστούγεννα, μία τα Φώτα και τέσσερις από την Μ. Παρασκευή, ως την Δευτέρα του Πάσχα.
   Η καθαρά αυτή εκκλησιαστική προειδοποίηση του «πρώτου σένιου» παίρνει και μια εθιμική μορφή, μια και πολλοί αντεταδόροι συγκεντρώνονται στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας και το περιμένουν. Μετρούν τους κανονιοβολισμούς, κάνουν το σταυρό τους και στο τέλος εύχονται «και του χρόνου». Το ίδιο γίνεται και με όσους ακούνε το σένιο από το σπίτι ή τον τόπο της εργασίας τους. Τα σένια αυτά, δίχως κανονιοβολισμούς, συνεχίζονται κάθε μέρα, με τις χαρούμενες κωδωνοκρουσίες το μεσημέρι (γιόμα) και το εσπέρας της κάθε μέρας, ως την 15η Δεκεμβρίου.
   Η κυρίως γιορτή του Αγίου αρχίζει στις 11 το πρωί της παραμονής, με την έξοδο του Λειψάνου από την Λάρνακά του και την τοποθέτησή του στο Ιερό του ναού, μπρος από την Αγία Τράπεζα. Το γεγονός χαιρετίζεται με κανονιοβολισμούς, κωδωνοκρουσίες απ’ όλα τα καμπαναριά του νησιού, σφυρίγματα από τα καράβια, που βρίσκονται στο λιμάνι και σμπάρα από όλα τα σπίτια του νησιού. Μπρος από το εικονοστάσι, που απαραίτητη είναι και η εικόνα του Πολιούχου, καίει το λιβανιστήρι δίπλα σε αναμμένα κεριά, ενώ στα μπαλκόνια και στους εξώστες υψώνονται πανηγυρικά οι σημαίες. Τα σχολεία και οι δημόσιες υπηρεσίες σταματούν να εργάζονται, εφαρμόζοντας μια παραδοσιακή ημιαργία και όλοι ανταλλάσσουν την χαρακτηριστική ευχή: «Βοήθεια μας ο Άγιος και του χρόνου».
   Χαρακτηριστικό είναι το άλλαγμα των «παντοφλών» του, που, ολόκληρες ή σε κομμάτια, δίνονται σαν ευλογία στους πιστούς και μέσα σε περίτεχνες ξυλόγλυπτες και επιχρυσωμένες θήκες κοσμούν πολλά τοπικά εικονοστάσια.
   Το απόγευμα, πριν τον Εσπερινό, γίνεται η επίσημη κάθοδος του Δεσπότη από την Μονή στην εορτάζουσα εκκλησία και μετά την τριπλή του περιφορά μέσα στο ναό, τους γνωστούς «γύρους», το ιερό Λείψανο τοποθετείται στη «Θύρα του» και γίνεται ο μεγάλος εσπερινός. Η μπάντα παίζει την καθιερωμένη «Προσευχή» στο γυναικωνίτη και οι κανονιές μεταδίδουν και πάλι στο νησί το χαρούμενο γεγονός. Είναι απίθανο, βλέπετε, να γιορτάσει ο «αυτόχθων» Άγιος, ο καθαρά Ζακύνθιος, δίχως μουσική και σπμάρα.
   Η λιτανεία της επόμενης μέρας, στις 11 το πρωί, αποτελεί το μεγαλύτερο θρησκευτικό και κοσμικό γεγονός της χρονιάς. Αυτή ήταν και η αιτία που ο ζωγράφος και σατιρικός ποιητής Νικόλαος Κουτούζης την απαθανάτισε, όπως γινόταν την εποχή των Ενετών. Οι σκορπισμένες μερτίες στους δρόμους και τα κόκκινα «πεύκια» στα μπαλκόνια είναι το χαρακτηριστικό της και παρά τις τόσες αλλοιώσεις εξακολουθούν ακόμα να δίνουν στην μεγάλη αυτή στιγμή χρώμα και ιδιαιτερότητα. Απαραίτητοι είναι και πάλι οι κανονιοβολισμοί όταν ο Άγιος εμφανίζεται στην πόρτα του ναού του, αλλά και όταν επιστρέφει σ’ αυτόν.
   Το λείψανο του Αγίου παραμένει τρεις μέρες «στη Θύρα» του και με το τέλος της γιορτής, στα γνωστά «Μπασίματα», λιτανεύεται και πάλι εντός του ναού, εν μέσω κανονιοβολισμών, σμπάρων και κωδωνοκρουσιών, όπως την παραμονή, και εναποτίθεται στη λάρνακά του.
   Το να προσκυνήσει ο Ζακυνθινός τον Άγιο, κατά τον τριήμερο εορτασμό του, είναι σχεδόν κάτι σαν να κοινωνήσει. Γι’ αυτό και η χαρακτηριστική ερώτηση: «προσκύνησες;», όπου συχνά απευθύνεται αυτές τις μέρες από τον έναν στον άλλον, δείχνοντας πόσο απαραίτητη είναι η ενέργεια αυτή, όπως ακριβώς λέμε: «μετάλαβες;».
   Αποβραδίς σ’ όλα σχεδόν τα σπίτια του νησιού φτιάχνουν τηγανίτες, τιμώντας την γιορτή και τα ονόματα που γιορτάζουν. Το φαγητό της κυριώνυμης είναι ψάρι ή μπακαλιάρος αλιάδα, αλλά συχνά, όπου δεν τηρείται η νηστεία και δεν υπάρχει λόγος «κατάλυσης ιχθύος» η γαλοπούλα έχει την τιμητική της και φυσικά το παραδοσιακό, πηχτό αυγολέμονο, το πρώτο επίσημο της χρονιάς, που θα τελειώσει το μεσημέρι του Πάσχα.
   Ήδη σ’ όλα τα σπίτια του νησιού έχει μπει το εορταστικό κλίμα, το οποίο θα γίνει καθημερινότητα, μέχρι τον τελευταίο εορταστικό κύκλο των Θεοφανίων και την επαναφορά στην ρουτίνα. Ενδεικτική ήταν η συνήθεια πολλών, πριν από τηλεοπτική επιβολή επικρατήσει το στόλισμα του δένδρου από το Νοέμβρη, να στήνεται αυτό τις παραμονές της γιορτής του Αγίου και να παίρνει, έτσι, η μέρα της μνήμης του έναν καθαρά προεόρτιο χαρακτήρα.
   Το τριήμερο της γιορτής του Αγίου είναι για τον Ζακυνθινό η πρώτη του φωτεινή γιορτή, η απαρχή της σχόλης και το ξεκίνημα μιας περιόδου όπου πολλά θ’ αλλάξουν στη φύση τριγύρω του και πολλά θα συντελεσθούν.
   Πολλά θα μπορούσαμε να πούμε απόψε και για τις συνήθειες του Δωδεκαήμερου στη Ζάκυνθο, που η λαογραφία του και πλούσια είναι και αξιόλογη. Επειδή, όμως, ο χρόνος δεν μας το επιτρέπει, μια και γι’ αυτό θα χρειάζονταν ώρες ολόκληρες, θα σταθούμε, επιβεβαιώνοντας τις αρχέγονες συνήθειες, που επιβιώνουν ως τις μέρες μας, μόνο στα έθιμα, που έχουν σχέση με τη φωτιά και είναι συνέχεια των προσπαθειών της επικράτησης του φωτός των προγόνων μας, καθώς και με την προσπάθεια εξαγνισμού και ευλογίας του καινούργιου.
   Ξεκινάμε από τα δύο ξύλα, τα οποία καίνε στο εορταστικό δείπνο της παραμονής της μεγάλης γιορτής των Χριστουγέννων, με τα απαραίτητα μπρόκολα και πάνω τους γίνεται η σπονδή με το κρασί και το λάδι, όταν κόβεται η πατροπαράδοτη κουλούρα. Λέγεται πως αυτά συμβολίζουν τον Αδάμ και την Εύα, που λόγω του προπατορικού αμαρτήματος, καίγονται στην κόλαση και με την έλευση του Χριστού στη γη, η οποία οδηγεί στην Σταύρωση και την Ανάσταση, απελευθερώνονται από το αμάρτημά τους, μαζί με όλους τους απογόνους τους. Είναι και αυτό μια ποιητική έκφραση του ζακυνθινού λαού, μια απόδειξη της ευαισθησίας και της γνώσης του, αλλά την απαρχή αυτής της συνήθεια ίσως πρέπει να την αναζητήσουμε σε πανάρχαιες αιτίες και να την συνδυάσουμε με το χειμερινό ηλιοστάσιο και την αναζωογόνηση του ήλιου, ιδιαίτερα δε με τις φωτιές που άναβαν πάνω στη γη οι πρόγονοί μας, για να βοηθήσουν την επανεκκίνηση του.
   Στην ίδια αιτία πρέπει να αποδώσουμε και τον παλιό δωδεκαμερίτη των χωριών, που έκαιγε στο τζάκι όλες αυτές τις μέρες των γιορτών και τη στάχτη του την σκορπούσαν μετά στις τέσσερις γωνιές του σπιτιού, για να φύγει το κακό.
   Εδώ να αναφέρουμε και μια παλιά συνήθεια των νοικοκυρών του νησιού ν’ ανάβουν όλο το δωδεκάημερο το καντήλι στο εικονοστάσι, χρησιμοποιώντας κρασί αντί νερό, κάτω από το λάδι, επαναλαμβάνοντας έτσι την προσφορά των δύο βασικών προϊόντων του τόπου, που γίνεται στο κόψιμο της κουλούρας και υποδεχόμενες το νεογέννητο Χριστό, που είναι ο «ήλιος της δικαιοσύνης» με αναίμακτη θυσία.
   Ο «Χριστός», λοιπόν, «γεννάται, το φως αξαίνει» και η γη βαδίζει προς την Άνοιξη και την καρποφορία της. Είναι, άρα, και ο καιρός της ευλογίας της, αυτής και των ζώων, που παλιότερα ήταν απαραίτητα για την καλλιέργειά της.
   Στα χωριά μας το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς έφτιαχναν και πάλι τηγανίτες. Από αυτές έπαιρναν μερικές και τάιζαν και τα ζώα. Άλλες τις κρεμούσαν και από τα κέρατά τους. Με τον τρόπο αυτό τους έδειχναν την αγάπη τους, αλλά και τους έδιναν δύναμη για να συνεχίσουν και να μπορούν να συμπαρασταθούν στο έργο τους και να βοηθήσουν στην επιβίωσή τους, η οποία, τότε, εξαρτιόταν από τη γη και μόνο.
   Μαγικές ιδιότητες ευφορίας είχε και η κουκουνάρα, η οποία ήταν απαραίτητη να μπει στο σπίτι την πρώτη μέρα του νέου χρόνου, με τους πολλούς καρπούς της ή το ρόδι, που για τον ίδιο λόγο έσπαγαν στο κατώφλι. Ο ήλιος είχε ξεκινήσει την σωστική πορεία του. Ευτύχημα θα ήταν, αν αυτή ήταν και καρποφόρα.
   Αποκορύφωμα της ευλογίας της φύσης και της νέας περιόδου ήταν η γιορτή των Φώτων, με τον αγιασμό των υδάτων από την επίσημη εκκλησία και τις σχετικές συνήθειες από το λαό. Τα νεράντζια, για παράδειγμα και τα νερατζόφυλλα, με τα οποία στόλιζαν και στολίζουν, θέλω να πιστεύω, οι νοικοκυρές τα εικονίσματα, πριν έρθει ο παπάς ν’ αγιάσει την παραμονή των Θεοφανίων αυτό ακριβώς συμβολίζουν. Το ότι μάλιστα την επομένη χρησιμοποιούνται τούφες πορτοκαλιών, για να βουτηχτούν μέσα στον αγιασμό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Το πικρό γίνεται γλυκό και το άγριο ήμερο. Έτσι η φύση είναι εκμεταλλεύσιμη και η ζωή των ανθρώπων γίνεται καλύτερη. Το φως που αναγεννήθηκε ευλογείται και η σοδειά προβλέπεται με επάρκεια.
   Για τον ίδιο λόγο ο νοικοκύρης ραντίζει με τον αγιασμό, που πήρε από την εκκλησία όχι μόνο το σπίτι, αλλά τα χωράφια, τις ελιές, τις αποθήκες και όλα εκείνα που έχουν σχέση με την επιβίωσή του και θα του δώσουν μια καλοζωία και παράλληλα μια ευτυχία.
   Η γιορτή των Φώτων είναι και μια αιτία για να αποδώσει ο λαός μας την τιμή στα πρόσωπα εκείνα, που είναι η αιτία του αγιασμού και της ευλογίας του. Έτσι την παραμονή της γιορτής, το βράδυ, συνήθιζε να λέει τα κάλαντα, με καλλίφωνες χορωδίες, στους ιερείς του, οι οποίοι είναι αυτοί που μεσολαβούν γι’ αυτόν στον Θεό του. Στις μέρες μας διασώθηκαν μόνο αυτά που λέγονται στον Επίσκοπο του νησιού και έχουν την δική τους, ξεχωριστή τελετή και μεγαλοπρέπεια. Η επικράτηση του φωτός και η νίκη του σκότους, η οποία είναι πια βέβαιη, κυριαρχεί και στους στίχους αυτών των καλάντων και η χαρά των ανθρώπων για το μεγάλωμα της μέρας και την πορεία προς την Άνοιξη και το Καλοκαίρι είναι καταφάνερη:

Ω χαριτωμένη νύχτα
όλη αστραφεγγοβολάς
κι αφ’ την άπειρη χαρά σου
ως πανσέληνος γελάς
προαγγέλεις, θεία νύχτα
θείου φωτός τη χαραυγή
που εβαφτίσθη ο Λυτρωτής μας
κι εξανάπλασε τη γη.

   Αυτή η «εξανάπλαση» της γης από τα Φώτα και μετά θα είναι γεγονός και η ανθοφορία θ’ αρχίσει. Μάρτυράς της είναι τα μανουσάκια, ο πρώτος προάγγελος της αναγέννησης της φύσης, που τιμητικά ο παππάς θα τα βάλει απαραίτητα στην αγιαστήρα του.
   Εξετάζοντας, όμως, την ιδιαιτερότητα του ζακυνθινού λαού, δεν μπορούμε ν’ αγνοήσουμε μια τάση του για τελετές μεγαλοπρέπειας, αλλά και μια εμμονή του για αυτονόμηση, αν αυτή είναι η λέξη που τον χαρακτηρίζει. Έτσι, τις Αγγέλικες τις γιορτάζει στην γιορτή των Εισοδίων, τους Παναγιώτηδες την επομένη των Χριστουγέννων και τους Μιλτιάδηδες, που χαϊδευτικά τους λέει Μίρτους, αποφεύγοντας, κατά παράδοση, το «λ» και αντικαθιστώντας το με «ρ», της Παναγίας της Μυρτιώτισσας κ.ο.κ. Επίσης βγάζει τον διαφορετικό του Επιτάφιο τα χαράματα του Μεγάλου Σαββάτου και ως πρόσφατα έκανε Ανάσταση το εωθινό του Πάσχα.
   Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την γιορτή των Φώτων και συγκεκριμένα με την «Βάφτιση», όπως λέει την τελετή, του Σταυρού. Η ρίψη του στην θάλασσα δεν γίνεται με κορδέλα, όπως στα άλλα μέρη, αλλά ο Δεσπότης τον βουτά στο νερό, πάνω σ’ ένα ξύλινο, μακρύ κοντάρι, το οποίο στην λιτανεία τον κάνει να δεσπόζει και να κυριαρχεί. Προσηλωμένος ο ζακυνθινός στα δικά του έθιμα και τις ξεχωριστές του συνήθειες, τα εφαρμόζει πιστά και κατακεραυνώνει όποιον θέλει να του τα αλλοιώσει ή να τα καταργήσει.
   Θέλω να τελειώσω την σημερινή μου, επίκαιρα εορταστική ομιλία, με ένα τέτοιο περιστατικό, που συνέβη στα μέσα, περίπου, του περασμένου αιώνα και δείχνει την τοπική μας ταυτότητα και χαρακτηρίζει άριστα την ιδιοσυγκρασία μας.
   Νέος, λοιπόν, ο Δεσπότης και για πρώτη φορά μη Ζακύνθιος ή έστω Επτανήσιος. Ζητώντας εξομοίωση ή επαναφορά του ποιμνίου του σ’ αυτό που ο ίδιος πίστευε για σωστό δρόμο, αποφασίζει να καταργήσει το τοπικό αυτό έθιμο και να εφαρμόσει εκείνο της πατρίδας του, πιθανόν για να κάνει έλληνες τους… κουτόφραγκους. Μάταια ένας κύκλος γύρω του προσπαθούσε να τον εμποδίσει. Αυτός επέμενε και κατέβηκε στην προκυμαία με το σταυρό δεμένο σε μια ασπρογάλανη κορδέλα και έτσι τον πέταξε στο υγρό στοιχείο. Σύσσωμη τότε η Ζάκυνθος, που είχε κατακλύσει το χώρο για να παρακολουθήσει την τελετή, άρχισε να του φωνάζει:
- Τσιμπάει, Δεσπότη μου, τσιμπάει;
δείχνοντας στον ξενομερίτη ιεράρχη πως η κίνησή του, του θύμιζε περισσότερο ψάρεμα και λιγότερο ή καθόλου τελετή.
   Από τότε το έθιμο επανήλθε στην μεγαλοπρέπειά του.
   Είναι δύσκολο, στα πλαίσια μιας ομιλίας, να κλείσεις την λαογραφία ενός ολόκληρου μήνα ή πιο σωστά μιας πλούσιας γιορταστικής περιόδου. Είναι, επίσης, δυσκολότερο να ξεχωρίσεις στο νησί μας την λαογραφική έκφραση από το αντέτι και την συνήθεια από την πατροπαράδοτη τελετή.
   Δεν αναφερθήκαμε απόψε σε όλα τα έθιμα του τριήμερου κύκλου της γιορτής του Αγίου μας, ούτε σ’ αυτά του πλούσιου Δωδεκαημέρου. Σύντομα προσπαθήσαμε να κάνουμε την μετάβαση από τον έναν εορταστικό κύκλο στον άλλο, δίχως να ξεχάσουμε τις πανάρχαιες συνήθειες των προγόνων μας και τις αιτίες από τις οποίες δημιουργήθηκαν οι τελετουργικές μας συνήθειες.
   Διαπίστωσή μας, πιστεύω, είναι πως οι εκφράσεις αλλάζουν, αλλά ο ουσία παραμένει η ίδια. Έτσι δεν πρέπει να μας ξενίζουν τα χιλιάδες φωτάκια, που έστω και στην κιτς εκδοχή τους, τις περισσότερες φορές, αναβοσβήνουν σε εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους τέτοιες μέρες. Ας τα δούμε και αυτά σαν μια υποδοχή του φωτός που «αξαίνει», προσαρμοσμένη στην εποχή μας.
   Ας ξεπεράσουμε τις λεπτομέρειες και ας οδηγηθούμε στην ουσία. Αυτή είναι το φως και ο ερχομός του. Αυτό εύχομαι σε όλους, μέσα σ’ έναν εφηβικά αναγεννώμενο, με υπενθυμίσεις Αναγέννησης και Μπαρόκ, ναό, που απόψε πρωταντικρίζουμε, μετά την εικαστική του αποπεράτωση .
«Βοήθεια μας ο Άγιος και καλά Χριστούγεννα».

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

ΕΝΑΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΓΚΟΥΣΤΑΒ ΜΑΛΕΡ [1860-1911] / ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η  ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ
Μια συμφωνία Προσωπική, συμφωνία Λύτρωσης, την «Ενάτη» του Γκούσταβ Μάλερ, είχαμε την τύχη να ακούσουμε το βράδυ της Παρασκευής στις 25-11-2011, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Η ελεγειακή κραυγή του Συνθέτη, «Μη μ’ αφήνετε μόνο», θα γίνει  επίκληση, θα γίνει  προσευχή, σαν εκείνη την κραυγή του πάσχοντος Ιησού «Μείνατε ώδε και γρηγορείτε».

Ο Μάλερ, βαθιά διανοούμενος, μελέτησε τους Γκαίτε, Νίτσε, Σοπενχάουερ,   Ντοστογιέφσκι. Η Μουσική του διαμορφώθηκε μέσα από τη Γερμανο-αυστριακή παράδοση, αυτή του Μπαχ, της πρώτης σχολής της Βιέννης, των Χάυντν,  Μότσαρτ,  Μπετόβεν και  Σούμπερτ, καθώς και της γενιάς των Ρομαντικών, Σούμαν, Μπραμς, Μέντελσον,  αλλά κυρίως των Λιστ και Μπρούκνερ, οι μεγάλες συμφωνίες των οποίων προαναγγέλλουν τις δικές του. Πηγή έμπνευσης  υπήρξαν για τον Μάλερ τα λαϊκά τραγούδια και οι μπαλάντες. Καθοριστική, επίσης, επίδραση στο έργο του είχε και ο Βάγκνερ.  
Φύση ανήσυχη, θα βρει διέξοδο στη μουσική,  όπου με ενάργεια διοχετεύει τις πνευματικές του αναζητήσεις  και στις νότες  ακουμπά τις μύχιες σκέψεις του. Και ενώ ο Μπραμς, ο Σούμαν και ο Βάγκνερ μάς άφησαν γραπτά, με τα οποία φωτίζουν τις συνθέσεις τους, ο Μάλερ, κλείνει όλη την κοσμοθεωρία του στις νότες,  καλώντας τον ακροατή να την αποκρυπτογραφήσει. Οι ελάχιστες  σκέψεις του, οι διατυπωμένες στις επιστολές προς την  Άλμα Μάλερ και σ’ εκείνες των πιστών του φίλων, αποτελούν πολύτιμες μαρτυρίες-πλοηγούς-για τους αναγνώστες.  «Ό,τι είναι καλύτερο στη μουσική δε βρίσκεται στις νότες, υπάρχουν πολύ περισσότερα πράγματα: εκείνο που προκαλεί η μουσική στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, εκείνο είναι το σημαντικό!», τονίζει ο Συνθέτης. Για τη δημιουργία του  «σημαντικού»,  χρησιμοποίησε την αγάπη, το θυμό, τη λύπη, τη συσσωρευμένη γνώση του στις μουσικές του  συνθέσεις αλλά και τη μαεστρία  του από τη θέση του Αρχιμουσικού. Οι νεοτερισμοί του τον φέρνουν ανάμεσα στους σημαντικότερους συνθέτες του Ρομαντισμού. Το τελευταίο έργο του που διηύθυνε ήταν η 8η  συμφωνία του, η αποκαλούμενη και «Συμφωνία των Χιλίων», την οποία ολοκλήρωσε το καλοκαίρι του  1906. Τον επόμενο χρόνο, το 1907, χάνει τη μεγάλη του κόρη και μαθαίνει ότι και ο ίδιος πάσχει από βαριά καρδιοπάθεια. Μέσα  στις τραγικές αυτές στιγμές το δημιουργικό του πνεύμα αντιστέκεται, μετουσιώνει τον πόνο σε «Τραγούδι  της Γης», για να υμνήσει  τη  Μάνα Γη, που κρατά στα σπλάχνα της μέρος από  το δικό του παιδί και να την εξευμενίσει για να αναπαύσει αιώνια ό,τι «ηγάπησε». Επιλέγει επτά μεταφράσεις παλαιών Κινέζικων ποιημάτων. Θέμα τους: το πρόσκαιρο, η μοναξιά, η ομορφιά της νιότης, η νοσταλγία, ο ανεκπλήρωτος πόθος, το μυστήριο της ζωής, ο σκληρός αποχαιρετισμός.   Και συνεχίζει με τη μεγαλειώδη «Ενάτη Συμφωνία» του. Η δεισιδαιμονία όμως, της ΕΝΑΤΗΣ, που στοίχειωσε  τους Μπετόβεν, Σούμπερτ, Μπρούκνερ και Ντβόρζακ, τον τρομάζει  και προσπαθώντας να ξεφύγει από το μοιραίο αυτό αριθμό. Αρχίζει  τη σύνθεση της 10ης Συμφωνίας, που έμελλε να μείνει ημιτελής, για να επαναληφθεί η τραγωδία που χτύπησε τους προηγούμενους μεγάλους συνθέτες και να είναι  η ΕΝΑΤΗ και  για τον Μάλερ, η συμφωνία του τέλους, ενός τέλους που αφήνει τον πόνο να εκφραστεί με την αξιοπρέπεια και το μεγαλείο του ανθρώπου που έχει συνείδηση του πεπερασμένου.
Λίγο πριν φύγει για το μεγάλο ταξίδι συναντά στις 12 Σεπτεμβρίου του 1910 στο Μόναχο τον  Τόμας Μαν. Η  προσωπικότητα του συνθέτη εντυπωσιάζει τον Γερμανό νομπελίστα συγγραφέα  και, όταν πληροφορείται το θάνατό του στις 18 Μαΐου του 1911, συγκλονίζεται και στο πρόσωπο του ήρωα της νουβέλας του, «Θάνατος στη Βενετία», δίδει  τη μορφή,    το όνομα, ακόμα και την ηλικία  του Γκούσταβ Μάλερ, χωρίς ποτέ, ο ίδιος, να μιλήσει δημόσια γι’ αυτό. Στη δε μουσική της κινηματογραφικής του ταινίας, «Θάνατος στη Βενετία», ο Luchino Visconti [1971] συμπεριλαμβάνει το “Adagietto”,  από το 4ο μέρος της 5ης Συμφωνίας του Μάλερ.
Η «Ενάτη Συμφωνία» είναι σε ρε, όπως και εκείνη του Μπετόβεν και είναι  το τελευταίο ολοκληρωμένο έργο  που  ο Μάλερ, συνέθεσε  με απίστευτη  ταχύτητα  και τελείωσε το Μάρτη του 1910 στη Νέα Υόρκη. Δύο χρόνια αργότερα, το 1912, θα παιχτεί για πρώτη φορά  στη Βιέννη υπό την διεύθυνση του Αρχιμουσικού και φίλου του Μπρούνο Βάλτερ. Όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της προσωπικής γραφής του ξεδιπλώνονται  με έντονη  συγκίνηση,  τρυφερότητα, ευαισθησία κι ακόμα στοιχεία λαϊκά, επεξεργασμένα με τη σοφία και τις μουσικές αποχρώσεις και αντιθέσεις του μεγάλου αυτού Αυστριακού συνθέτη.  Πόσο δίκιο είχε ο Leonard Bernstein  όταν έλεγε: «Η ματιά του ήταν στο μέλλον, αλλά η καρδιά του ανήκε στο παρελθόν!».
Η «Ενάτη», καθαρά ορχηστική, είναι σε τέσσερα μέρη, αργό – γρήγορο – γρήγορο – αργό. Η   διαφορετική τονικότητα του κάθε μέρους, επιτείνει το τραγικό στοιχείο της  Συμφωνίας.  Και είναι τα δύο κεντρικά μέρη σαν ένας γρήγορος χορός, που ο φιλόσοφος και μουσικολόγος Theodor Adorno  χαρακτήρισε «Χορό του Θανάτου».  Σ’ αυτήν θ’ αφήσει  ένα χαιρετισμό, ένα πικρό, ειρωνικό αντίο από το πρώτο κιόλας μέρος της Συμφωνίας, καθώς νιώθει ότι δεν υπάρχει γυρισμός. Η ζωή όμως τον τραβά ξανά προς το μέρος της κι εκείνος  ανταποκρίνεται με το βαλς «Χαρείτε τη ζωή» του Γιόχαν Στράους του νεότερου.  
Δεν ήταν μόνο εντυπωσιακή η από μνήμης διεύθυνση μιας τόσο δύσκολης συμφωνίας,    αλλά και  η  λεπτή ανάγνωση και η εμβάθυνση  της ερμηνείας από τον  Γάλλο Αρχιμουσικό Ζακ Ντελακότ και την  Κρατικής Ορχήστρα Αθηνών, που αποκάλυψε το νόημα,  τη φυλακισμένη ενέργεια της σύλληψης  και φώτισε τις λεπτές πτυχές  της ΕΝΑΤΗΣ Συμφωνίας του Γκούσταβ Μάλερ. Ποτέ δε θα ξεχάσουμε τον αποχαιρετισμό με το αργό συγκλονιστικό φινάλε των Εγχόρδων, ούτε και τους Σολίστ των Πνευστών Οργάνων, που θα έπρεπε να αναφέρονται ξεχωριστά στο πρόγραμμα, γιατί οι προσωπικότητες των μουσικών που υπηρετούν το δημιουργό είναι σημαντικές και για τον ακροατή.

Ο Μάλερ πόζαρε για το μεγάλο Γάλλο γλύπτη Ροντέν, ο οποίος του έφτιαξε την προτομή του σε μπρούτζο, πηλό και μάρμαρο. Είναι εντυπωσιακό ότι στη μαρμάρινη προτομή, ο Ροντέν δίδει το όνομα του «Μότσαρτ», ενώ το γλυπτό έχει τη μορφή του Μάλερ. Και το απίστευτο: πεθαίνοντας ο Μάλερ, κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας το Μάη του 1911, θα προφέρει την τελευταία λέξη προς τη σύζυγό του Άλμα και θα είναι….  «Μότσαρτ»!

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

Η Νόνα, το λαθεμένο σκοτάδι και το πρώτο σένιο

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Της Αγίας Άννας οσονούπω, μια γιορτή, που έγινε και λαοφιλές τραγούδι, το οποίο κάποτε υπήρχε κατά κόρο στα χείλη του λαού μας και μάλιστα, πριν οι καιροί αλλάξουν, ονόμαζε την εορτάζουσα «του χιονιά» και λυπόταν που μέρα που ήταν δεν θα ήταν πια μαζί της.

Η Αγία Άννα, βρεφοκρατούσα την Θεοτόκο και τον Χριστό.
Φορητή Εικόνα του 15ου αιώνα από τον ναό Αγίου Νικολάου του Μόλου,
σήμερα στο Μεταβυζαντινό Μουσείο Ζακύνθου.
Στην ουσία γιορτάζουμε την σύλληψη της Παναγίας από την Αγία Άννα, γι’ αυτό και εννέα μήνες αργότερα, στις 8 του Σεπτέμβρη, η εκκλησία μας τιμά την γέννηση της Θεοτόκου. Η μνήμη της γιαγιάς του Χριστού είναι στις 25 Ιουλίου, οπότε και η κοίμησή της, αλλά, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, έχει επικρατήσει και όλες αυτές που έχουν τ’ όνομά της γιορτάζουν σήμερα, μέσα στο προεόρτιο των Χριστουγέννων κλίμα και μαζί με πολλούς άλλους, μια και ο Δεκέμβρης, όπως εξάλλου και ο προηγούμενος Νοέμβρης, έχουν πολλές μνήμες λαοφιλών Αγίων, γνωστές και με άπειρα ονόματα.

Στην προσεισμική πόλη της Ζακύνθου υπήρχε εκκλησία της Αγίας στην περίφημη Σαρτζάδα, το γραφικό, δηλαδή, ανηφορικό καλντερίμι, που οδηγούσε στο Κάστρο. Χτίστηκε το 1701 από τον περίφημο ιερωμένο και αγιογράφο Νικόλαο Καλλέργη, γιό του ομότεχνου Φραγκίσκου και από αυτήν προέρχονται οι σημαντικές τοιχογραφίες, που μετά την καταστροφή του 1953 αποκαλύφθηκαν και σήμερα φιλοξενούνται στο νέο μας μουσείο.

Μετασεισμικά, ανεβαίνοντας προς την Πικριδιώτισσα, συναντούσαμε στο αριστερό μέρος του δρόμου ένα μάλλον άτεχνο προσκυνητάρι, με την εικόνα της Αγίας Άννας και στην θέση της ιστορικής εκκλησίας ένα ξυλότυπο οικοτροφείο, θύμηση παλιότερης αίγλης και σημάδι της ισοπέδωσης που έκαναν ο σεισμός και η φωτιά του φοβερού εκείνου Αύγουστου, που κυριολεκτικά έφεραν τα πάνω κάτω και για μας είναι πιο σημαδιακά γεγονότα, ακόμα και από αυτούς τους παγκόσμιους πολέμους.

Άλλη σημαντική εκκλησία της Προμήτορος υπήρχε στο χωριό Καληπάδος, «στην Κομενταρία», όπου ανήκε πρώτα στο τάγμα των ιπποτών της Μάλτας και κατόπιν στην Βενετία. Ο ναός αυτός παραχωρήθηκε, ως φέουδο, από την Γαληνοτάτη, μαζί με την περιουσία του, στον Άγγελο Φωσκάρδη και τους κληρονόμους του, το 1707 και στα τέλη του 19ου αιώνα ανήκε στην οικογένεια Ζέζα. Σήμερα έχει χτιστεί μικρότερος και φιλοξενεί, κατά μια ευτυχή σύμπτωση, έργα του κτήτορα και ιδρυτή του ομώνυμου ναού της Χώρας, του ταλαντούχου και αξιοπρόσεκτου πιτόρου Νικολάου Καλλέργη.

Αλλά και στα χωριά Γαϊτάνι, Άγιος Δημήτριος και στο προάστιο Ακρωτήρι, υπήρχαν εκκλησίες της Αγίας, όπως και μία άλλη, όπως μας πληροφορεί ο χαλκέντερος Ντίνος Κονόμος, σε άγνωστη περιοχή, η οποία ανήκε στην ιδιοκτησία της Τάντιας Κοκκάλα, η οποία το 1619 δόθηκε από την ίδια για να γίνει κοινόβιο καλογραιών.

Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει μνεία και της περίφημης εικόνας, η οποία προερχόμενη από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Μόλου, φυλάσσεται στο μετασεισμικό μας Μουσείο και δείχνει την ιερή συγγένεια, την Αγία Άννα να κρατεί αγκαλιά την κόρη της, την Παναγία και αυτή τον μικρό Χριστό (βλ. σχετική φωτό εδώ).

Συνδεμένη με τις τροπές του ήλιου και αυτή η γιορτή του Δεκέμβρη, πιστεύεται από το λαό μας πως έχει την μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου. Αυτό λέγεται συχνά και παραδίδεται από τους γεροντότερους στους νεότερους. Είναι, όμως, μια λάθος πληροφορία και μια εσφαλμένη εκτίμηση.

Αυτό ήταν αλήθεια, όταν ήταν σε χρήση το παλιότερο, το Ιουλιανό ημερολόγιο. Τότε η μνήμη της Αγίας Άννας ή πιο σωστά η γιορτή της σύλληψής της, συνέπιπτε, 13 μέρες αργότερα, με το χειμερινό ηλιοστάσιο και πραγματικά το σκοτάδι υπερτερούσε, τότε, του φωτός. Με την επικράτηση του νέου, Γρηγοριανού ημερολογίου η γιορτή μετατέθηκε, αλλά η Αγία κράτησε την ιδιότητά της. Έτσι συμπίπτει με την βασιλεία του σκότους και την προσμονή του ερχομού του φωτός, το οποίο οριστικά θα φέρει στον κόσμο η γέννηση του «ήλιου της δικαιοσύνης» εγγονού της.

Παρά την μετάθεση, όμως, της γιορτής η μητέρα της Παναγίας κράτησε κάτι το πυρφόρο και το παρηγορητικό. Παρετυμολογώντας ο λαός μας, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, το όνομά της, πιστεύει πως από την ημέρα της γιορτής της, στις 9 του Δεκέμβρη, το φως «παίρνει μια ανάσα», για «να πάρει ένα σπυρί» ακόμα στις 12 του Δεκέμβρη, με την γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνα και να «αγναντέψει» την οριστική του νίκη στις 20 του μήνα, οπότε η γιορτή του ιερομάρτυρα Ιγνατίου του έτσι και αλλιώς «Θεοφόρου».

Η μέρα της γιορτής της Αγίας Άννας, όμως, έχει για μας τους ζακυνθινούς και έναν δικό της ξεχωριστό χαρακτήρα. Το βράδυ της και την ώρα ακριβώς που δύει ο ήλιος γίνεται το «πρώτο σένιο», η αρχική, δηλαδή, προειδοποίηση για την μεγάλη γιορτή του Αγίου μας.

Σημαίνουν χαρούμενα οι καμπάνες και συγχρόνως ρίχνονται δώδεκα κανονιοβολισμοί, όσοι και οι μήνες του χρόνου και οι ημέρες του, που το ιερό Λείψανο παραμένει «στη Θύρα του». Πολλοί αντεταδόροι μαζεύονται στο προαύλιο της εκκλησίας, για να παρακολουθήσουν το πατροπαράδοτο έθιμο και με το άκουσμά του σταυροκοπιούνται και εύχονται «χρόνια πολλά και του χρόνου».

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ CONCERTGEBOUW ΤΟΥ ΑΜΣΤΕΡΝΤΑΜ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


Όταν το 1897 ο Ρίχαρντ Στράους άκουσε την Ορχήστρα Κοντσέρτχεμπαου του Άμστερνταμ είπε ότι ήταν μια «πραγματικά εξαιρετική Ορχήστρα γεμάτη νεανικό σφρίγος και ενθουσιασμό». Και πού να φανταζόταν τότε ότι ο χαρακτηρισμός του αυτός θα συνέχιζε να ακολουθεί την ορχήστρα μέχρι τις μέρες μας και μάλιστα με συσσωρευμένη τη σοφία και την εμπειρία τόσων δεκαετιών!

Η Ορχήστρα ιδρύθηκε το 1888 και αμέσως κέρδισε μια θέση ανάμεσα στις καλύτερες του κόσμου. Την επωνυμία της ήρθε να συμπληρώσει το 1988 και ο χαρακτηρισμός «Βασιλική». Ενώ στη μακρόχρονη ιστορία της, η μία γενιά μουσικών, παραδίδει στην άλλη τη σκυτάλη υψηλής ποιότητας ερμηνειών. Είναι εντυπωσιακό ότι οι βασικοί της μαέστροι ήσαν έξι οι οποίοι και διαμόρφωσαν τον ήχο και το ύφος της. Ανάμεσα στους συνθέτες που διηύθυναν την ορχήστρα αναφέρουμε τους Ρίχαρντ Στράους, Γκούσταβ Μάλερ, Κλωντ Ντεμπυσσύ, Ιγκόρ Στραβίνσκι, Μπέλα Μπάρτοκ, Ραχμάνινοφ και Σεργκέι Προκόφιεφ, μερικοί από τους συνθέτες αυτούς συνέπραξαν και ως σολίστ.

ΤΣΑΪΚΟΦΣΚΙ

Στην Εισαγωγή-Φαντασία «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» του Τσαϊκόφσκι, που παρακολουθήσαμε στις 22-12-2011 σε μια εξαίσια ερμηνεία, ξεδιπλώνεται το θέμα του πατρός Λαυρεντίου με την παρουσία του «Θείου» στη σύνθεση και το αρμονικό δέσιμο δυτικής θρησκευτικής μουσικής και ορθόδοξη Ρώσικης παράδοση. Ακολουθεί η έριδα ανάμεσα στις δύο οικογένειες των Καπουλέτων και Μοντέκων, η ερωτική ένταση των δύο νέων, που προς στιγμήν νομίζουν ότι η αγάπη νικά τα πάντα, με το πάθος και την τρυφερότητά της. Τι κρίμα το μίσος να συνθλίβει την αγάπη. Την αγάπη που θριαμβεύει με το θάνατο και οι ήρωες, πρόσωπα τραγικά, δε χάρηκαν τα δώρα του έρωτά τους.

Camille Saint–Saëns

Αξίζει να ρίξουμε μια ματιά στη μακρά πορεία της ζωής του Σαιν-Σανς, που γεννήθηκε στις 9 Οκτωβρίου του 1835 και πέθανε στις 16 Δεκεμβρίου του 1921. Έζησε πολλές μουσικές επαναστάσεις του 19ου και 20ού αιώνος, έχοντας συνεισφέρει και ο ίδιος σ’ αυτές. Τα πρώτα μαθήματα πιάνου τα παίρνει από την πιανίστα θεία του στα τρία του χρόνια. Είναι ένα παιδί θαύμα γι αυτό και τον αποκαλούν Γάλλο Mendelssohn. Στα πέντε του χρόνια αναλύει τον Don Giovanni και δίνει παραστάσεις σαν πιανίστας. Στα επτά διαβάζει Λατινικά και ενδιαφέρεται για τις επιστήμες όπως η Βοτανολογία και Εντομολογία, επίσης συλλέγει γεωλογικά αντικείμενα. Η πραγματική μουσική του παιδεία ξεκινά στα επτά του χρόνια και στα δέκα κάνει την πρώτη επίσημη εμφάνισή του ως πιανίστας στην Salle Pleyel του Παρισιού. Σαν «encore» στο πρώτο του ρεσιτάλ προσφέρεται να παίξει από μνήμης οποιαδήποτε από τις τριάντα δύο σονάτες του Μπετόβεν. Η φήμη του φτάνει ως τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και σε περιοδικό της Βοστόνης, το «Musical Gazette» αναφέρεται τον Αύγουστο του 1846 ότι «υπάρχει ένα αγόρι ονόματι St. Sans, είναι μόλις δέκα και μισό και παίζει τη μουσική των Χαίντελ, Μότσαρτ, Μπαχ, Μπετόβεν και μοντέρνων συνθετών χωρίς παρτιτούρα». Πράγματι, ο Σαιν-Σανς είχε εκπληκτική μνήμη, αν διάβαζε ένα βιβλίο ή άκουγε ένα μουσικό κομμάτι δεν το ξεχνούσε ποτέ. Ο νεαρός Σαιν-Σανς εξελίχθηκε σε σπουδαίο πιανίστα και οργανίστα. Για πολλά χρόνια έπαιζε στην εκκλησία της Madeleine του Παρισιού. Ο List ακούγοντάς τον, τον χαρακτήρισε ως το μεγαλύτερο οργανίστα του κόσμου. Υπήρξε σπουδαίος μαέστρος και συνθέτης και υπηρέτησε με επιτυχία όλες σχεδόν τις μουσικές φόρμες. Πρέπει να ήταν ο πρώτος πιανίστας στην ιστορία της μουσικής που έπαιξε ολόκληρο τον κύκλο των κοντσέρτων για πιάνο του Μότσαρτ.

Εκτός από τη Μουσική ασχολήθηκε με την Αστρονομία -ήταν μέλος της Αστρονομικής Εταιρείας της Γαλλίας-, την Αρχαιολογία και με μυστικιστικές επιστήμες. Δημοσίευσε ένα τόμο με ποιήματα και δοκίμασε να γράψει θέατρο. Στην αρχή της καριέρας του θεωρήθηκε επαναστάτης μουσικός και στη συνέχεια συντηρητικός. Αναζήτησε την καθαρότητα και την τελειοποίηση της φόρμας. Έγινε καθηγητής στη σχολή Niedermeyer, ένας από τους διασημότερους μαθητές του ήταν ο Gabriel Fauré. Το 1871 ίδρυσε με τον  Romain Bussine τη «Société Nationale de Musique» στην οποία βρήκαν στέγη οι νέες γενιές των Γάλλων μουσικών. Έγραψε ένα φιλοσοφικό βιβλίο με τίτλο «Problèmes et mystères» μια σπουδή για τον πεσιμισμό. Η τέχνη και η επιστήμη γίνονται θρησκεία για τον Σαιν-Σανς. Η ζωή δεν έχει σκοπό, σκέπτεται, «ο κόσμος πάντα απογοητεύεται ψάχνοντας τον τελικό σκοπό, ίσως να μην υπάρχει κάτι τέτοιο» και ο Αμερικανός μουσικοκριτικός και συγγραφέας Harold Schonberg [1915-2003] σχολιάζει: Ο υπαρξισμός στη Γαλλία είχε τον εκπρόσωπό της αρκετό καιρό πριν από τον Sartre. Συνέθεσε κι εκείνος όπερες ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής του. Η διασημότερη όλων είναι η όπερά του «Σαμψών και Δαλιδά». Άλλα γνωστά έργα του είναι ο «Μακάβριος Χορός», «Το Καρναβάλι των Ζώων» με το μέρος του «Κύκνου» να ξεχωρίζει, η «Εισαγωγή και Rondo Capriccioso». Συνέθεσε επίσης Χορωδιακά έργα, έργα Μουσικής δωματίου, έργα για Εκκλησιαστικό Όργανο, καθώς και κοντσέρτα για Βιολί και για Τσέλο.

Από τα κοντσέρτα του για Πιάνο και Ορχήστρα ακούσαμε το 5ο σε φα μείζονα, έργο 103 το γνωστό «Αιγυπτιακό», σε μια λαμπρή εκτέλεση, με κλασική λεπτότητα, από τον Γάλλο πιανίστα, τον παγκοσμίως γνωστό Jean–Yves Thibaudet». Είναι το τελευταίο κοντσέρτο για πιάνο που συνέθεσε ο Σαιν-Σανς το 1896, κατά τη διάρκεια των διακοπών του στο  Luxor. Θεωρείται η πιο εξωτική μουσική του με επιρροές Ισπανικές και Μεσανατολικές. Στο δε andante έχει συμπεριλάβει το τραγούδι που άκουσε από τον βαρκάρη ταξιδεύοντας στο Νείλο. Ο Συνθέτης το χαρακτήρισε σαν ένα ταξίδι στη θάλασσα και ήταν ο ίδιος σολίστ στην πρώτη του εκτέλεση. Μ’ αυτό γιόρτασε τα πεντηκοστά «γενέθλιά» του από την πρώτη του εμφάνιση στη Salle Pleyel του Παρισιού το 1846.

ΙΓΚΟΡ ΣΤΡΑΒΙΝΣΚΙ

Τον ονόμασαν Πικάσο της μουσικής και όχι άδικα. Κάθε έργο του έχει τη δική του ταυτότητα, τη δική του πρωτοτυπία, το δικό του στοχασμό, το ύφος και το ήθος που αποκαλύπτουν και την προσωπικότητά του. Έχει κάτι το αφηρημένο το ανολοκλήρωτο σαν τις πινελιές του Πικάσο που αφήνουν τη φαντασία να συμπληρώσει τη σύλληψη και την κοσμοθεωρία του δημιουργού. Όταν ακούμε έργα του Στραβίνσκι, ίσως, θα πρέπει να σκεπτόμαστε «ποιητικά» γιατί «ποιεί» έργο. Δημιουργεί με υλικό πολύτιμο: της επιλογής, της μνήμης, της φαντασίας, την υπεράσπισης ιδεών, της ερμηνείας του κόσμου, της «απολογίας». Η σύλληψη του «Πετρούσκα» και της «Ιεροτελεστίας της Άνοιξης» γίνεται σε μια εποχή μαζικών αλλαγών ή μήπως οι αλλαγές πραγματοποιήθηκαν λόγω των επαναστατικών αυτών έργων;

Ο Στραβίνσκι συνέθεσε τη μουσική του Πετρούσκα το χειμώνα του 1910-11 σε λιμπρέτο δικό του και του Benois για τα ρώσικα Μπαλέτα του Sergei Diaghilev. H πρώτη παρουσίαση έγινε τον Ιούνιο του 1911 υπό την διεύθυνση του Pierre Monteux, σε χορογραφία του Fokin. Στο ρόλο του Πετρούσκα ο θρυλικός Vaslav Nijinsky. Το 1947 ο Στραβίνσκι αναθεώρησε τη Μουσική του Πετρούσκα, στη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα.

 
Η ζωντανή μουσική συνδυάζει το δημιουργό και τον ερμηνευτή. Ο ερμηνευτής, με τη λεπτή καλλιέργεια και την άρτια τεχνική του είναι εκείνος που αποθησαυρίζοντας τα κεκρυμμένα στοιχεία της σύνθεσης, τις εικόνες, τις έννοιες, τους στοχασμούς, τα προσφέρει στον ακροατή. Όλα τούτα πέτυχαν να μας μεταδώσουν ο εκπληκτικός Λετονός Αρχιμουσικός Andris Nelson και η μοναδική Βασιλική Ορχήστρα Concertgebouw του Άμστερνταμ, για να τους αποθεώσουμε με τον πλέον πολιτισμένο και συγκινητικό τρόπο και να σκεπτόμαστε φεύγοντας από το Μέγαρο Μουσικής το λόγο του «Θεϊκού» Ραφαήλ: «Κατανοείς όταν εξομοιώνεσαι».

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Οι μπομπαρντιέροι, η νηστεία και το λουτρό

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Αγία Βαρβάρα, της οποίας τη μνήμη γιορτάζουμε, κάθε χρόνο, στις 4 του Δεκέμβρη, μέσα στη μεγάλη βαρυχειμωνιά και στο προεόρτιο κλίμα των Χριστουγέννων, είναι η μάρτυς εκείνη, που τ’ όνομά της έχει συνδεθεί με την ίαση των λοιμικών ασθενειών και προ πάντων αυτήν της βλογιάς ή ευλογίας, όπως λέγεται από το λαό μας κατ’ ευφημισμό.
Κόρη του ειδωλολάτρη Διόσκουρου, αποκεφαλίσθηκε από τον ίδιο της τον πατέρα, για την πίστη της. Λέγεται μάλιστα πως την στιγμή του μαρτυρίου της ο ασεβής γονιός τιμωρήθηκε, χάνοντας τη ζωή του από έναν κεραυνό, ο οποίος έπεσε από τον ουρανό, εκδικητικά στο κεφάλι του. Για το λόγο αυτό η Μεγαλομάρτυς θεωρείται προστάτης του πυροβολικού.
Στην πρώτη πόλη, στο Κάστρο της Ζακύνθου, υπήρχε εκκλησία της, η οποία ανήκε στο Σώμα των Πυροβολητών (dei Scolari Bombardieri). Όταν καταστράφηκε, στις αρχές του 19ου αιώνα, από ένα σεισμό, η καθέδρα με την εικόνα της Αγίας μεταφέρθηκε στην εκκλησία του Αγίου Ελευθερίου του Δαμουλάνου, που βρισκόταν παλιότερα πάνω σ’ ένα ψήλωμα, κάτω από το λόφο του Κάστρου και εκεί γιόρταζαν οι Πυροβολητές την προστάτισσά τους.
Γνωστότερος, όμως, ήταν ο ναός της Αγίας, ο οποίος είχε κτισθεί από τον ιερωμένο Κωνσταντίνο Κρόκο, στις αρχές του 18ου αιώνα, στο προάστιο των Κήπων, σε ανταπόδοση της διάσωσης του νησιού από την επιδημία της βλογιάς. Σε ανάμνηση, μάλιστα, της θαυματουργικής αυτής επέμβαση της Αγίας και της λύτρωσης των κατοίκων του νησιού από το θανατικό, γινόταν κάθε χρόνο επίσημη λιτανεία της εικόνας της στην πόλη. Το ίδιο συνέβαινε και σε πολλά χωριά, όπου μετά από την απαλλαγή από την λοιμική νόσο, με τις πρεσβείες της Μάρτυρος ή έκτιζαν εκκλησίες προς τιμήν της ή έφτιαχναν καλλιτεχνικές, ξυλόγλυπτες και επιχρυσωμένες καθέδρες, στις οποίες τοποθετούσαν την εικόνα της.
Χαρακτηριστικό της μέρας της γιορτής της Αγίας είναι η εθιμική νηστεία, η οποία δεν επιβάλλεται από την επίσημη εκκλησία, αλλά τηρείται από το λαό, από φόβο, κυρίως, για την θανατηφόρο λοιμική ασθένεια. Είναι από τις πλέον αυστηρές και οι κάτοικοι του νησιού την σέβονταν πάντα και δεν την ξεχνούσαν. Χαρακτηριστική είναι μια παράδοση, που διασώζεται στο ριζοχώρι Φιολίτης, όπου και εκεί, όπως σε όλα σχεδόν τα χωριά, υπήρχε προσεισμικά σε περίτεχνη καθέδρα η εικόνα της Αγίας, στην εκκλησία της Παναγίας της Φιολίτισσας και γιορταζόταν με επισημότητα.
Λέγεται, λοιπόν, πως κάποιος χωριανός δεν σεβάστηκε τη νηστεία της γιορτής και την παραμονή αγόρασε από το μαγαζί του χωριού κρέας για το γεύμα της επόμενης μέρας. Μάταια όσοι τον είδαν προσπάθησαν να τον μεταπείσουν. Αυτός επέμενε και είπε πως όλα αυτά είναι βλακείες και δεισιδαιμονίες. Έφαγαν οι δικοί του το κρέας την ημέρα της γιορτής της Μάρτυρος και μετά από λίγο όλα τα παιδιά του ασεβή χωρικού πέθαναν από βλογιά. Τα έθαψε μόνο ο ιερέας του χωριού, που διάβασε τη νεκρώσιμη ακολουθία έξω από την εκκλησία. Όλοι οι συγχωριανοί απείχαν από φόβο. Από τότε η νηστεία κρατιέται με αυστηρότητα απ’ όλους τους κατοίκους της περιοχής και μάλιστα πολλοί δεν τρώνε ούτε λάδι.
Υπάρχει όμως και η εξαίρεση σε χωριά που τιμάται επίσημα η Αγία, όπως στα Πηγαδάκια και το Μπανάτο. Εκεί γίνεται, κατά το εκκλησιαστικό τυπικό, κατάλυση ιχθύος και το γιορτινό τραπέζι απαιτεί την πατροπαράδοτη αλιάδα, που συνήθως συνοδεύει τον μπακαλιάρο. Σε μερικά μέρη το παστό αυτό ψάρι μαγειρεύεται με πράσα και αυτό είναι το πατροπαράδοτο φαγητό της γιορτής.
Η γιορτή της Αγίας Βαρβάρας είναι η πρώτη ενός συνεχόμενου εορταστικού τριήμερου, το οποίο από το λαό μας ονομάστηκε «Νικολοβάρβαρα», μια και στις 5 του Δεκέμβρη τιμάται η μνήμη του Αγίου Σάββα και στις 6 του προστάτη «τση γης και του πελάου» Αγίου Νικολάου.
Ο εορταστικός αυτός προεόρτιος κύκλος έχει δεθεί με την βαρυχειμωνιά, τις ατέλειωτες βροχές και τα μεγάλα κρύα. Απόρροια όλων αυτών και το παρακάτω γνωστό τετράστιχο, που παραλλαγές του έχουμε σε ολόκληρη σχεδόν τη χώρα μας:

«Αγία Βαρβάρα μίλησε
ο Σάββας απεκρίθη
κι ο Άι– Νικόλας έφτασε
στα χιόνια φορτωμένος».

Για τον ίδιο λόγο ο λαός μας συνοψίζει επίσης:

«Νικολίτσα, Βαρβαρίτσα
μπρος οπίσω ειν’ ο χειμώνας».

Μα η γιορτή της Αγίας έχει και προγνωστικά του καιρού στοιχεία. Πιστεύεται πως ότι καιρό κάνει την ημέρα αυτή, θα κάνει και τα Χριστούγεννα.
Κλείνοντας το μικρό αυτό, επίκαιρο κείμενό μας, μια και την επόμενη Κυριακή είναι η γιορτή της Μεγαλομάρτυρος, ας θυμηθούμε και μια καθαρά γεωργική ιδιότητα της Αγίας. Πρόκειται για την εμπλοκή του ονόματός της στην διαδικασία της διατήρησης του σανού, η οποία εποχιακά είναι άσχετη με την χειμερινή γιορτή της και γίνεται μες το κατακαλόκαιρο. Και να πως πραγματοποιείται το τελετουργικό αυτό:
Όταν έμπαζαν οι χωρικοί της Ζακύνθου τον ξερό σανό για φύλαξη στις αποθήκες, ο ένας στεκόταν στην πόρτα και χτυπώντας δύο πέτρες έλεγε σ’ αυτόν που έμπαζε το δεμάτι:
- Τι κάνεις εκεί;
Και ο άλλος του απαντούσε:
- Εγώ βάνω τση Αγίας Βαρβάρας τα κλειδιά και του Αγίου Τρύφωνα τα φιλοκοτόπουλα και να μην πατσάρει τίποτα.
Μετά ο πρώτος έβανε τις πέτρες στο ξερό χόρτο.
Η επίκληση του Αγίου Τρύφωνα είναι φυσική, μια και ο μάρτυς αυτός είναι ο προστάτης των γεωργών και έχει σχέση και με τα πουλερικά («φιλοκοτόπουλα»), τα οποία εξέτρεφε και συχνά ζωγραφίζονται στις εικόνες του. Η αναφορά στο όνομα της Μεγαλομάρτυρος ίσως οφείλεται, μια και αναφέρονται «τα κλειδιά» της, στην γνωστή ιστορία του λουτρού με τα τρία παράθυρα, τα οποία επέβαλε η Αγία, σαν δείγμα της θεϊκής τριαδικότητας και αυτό ήταν η αφορμή του μαρτυρικού της θανάτου.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Η Μεγαλομάρτυς, οι εκκλησίες της, η λαογραφία της γιορτής της και ο «αρραβώνας» της

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Αγία Αικατερίνη, που αυτές τις μέρες γιορτάζει, είναι μία από τις λαοφιλέστερες μάρτυρες της εκκλησίας. Συνδεμένη στενά με την μονή του Σινά, όπου φυλάσσεται το λείψανό της, έχει αποκτήσει και τον τίτλο της «πανσόφου», ο οποίος την χαρακτηρίζει και την κάνει να ξεχωρίζει από τις άλλες ομότιμές της.

Η Αγία Αικατερίνη, σε σύγχρονη τοιχογραφία του Γιάννη Τσολάκου.
Ναΰδριο Αγίας Αικατερίνης στο Ψήλωμα Ζακύνθου.
Η λατρεία της πρέπει να έγινε γνωστή από πολύ νωρίς και στο νησί μας, μια και εκκλησία της συναντάμε στην πρώτη πόλη, αυτήν, που για λόγους ασφάλειας, βρισκόταν προφυλαγμένη μέσα στα τείχη του Κάστρου, αλλά και πολλές άλλες, οι οποίες βρίσκονταν διάσπαρτες, πριν την θεομηνία του 1953, στην Χώρα και τα χωριά του νησιού και μερικές απ’ αυτές έχουν ξαναχτιστεί, δείχνοντας την ευλάβεια του λαού μας προς την Αθλοφόρο και την τιμή που της αποδίδει.

Γνωστότερη απ’ αυτές, που ακόμα παραμένει στην θέση της, ετοιμόρροπη, όμως, και τελευταία, ως εκ τούτου, αλειτούργητη, είναι αυτή του προαστίου των Κήπων, χτισμένη το 1664 από τον Γρηγόριο Σαβόγια, παππού, από μητέρα, του μεγάλου θεατρικού συγγραφέα Σαβόγια Ρούσμελη, ο οποίος είχε σαν όνομά του το επώνυμο του νόνου του και μας χάρισε, εκτός των άλλων, και την περίφημη «Κωμωδία των Ψευτογιατρών», γνωστή και σαν «Γιαννιώτες».

Μια άλλη εκκλησία της Αγίας υπήρχε στο Ψήλωμα, κτητορική της οικογένειας Γρυπάρη, η οποία, απέναντι από το υπαίθριο θέατρο, ξαναχτίστηκε πρόσφατα, έστω και μικρότερη και κρατά τη θύμηση της παλιότερης, για να μην μείνει μόνο ανάμνηση σε συλλογές προσεισμικών φωτογραφιών.

Άλλες ιερές στέγες, αφιερωμένες στην «πανεύφημον νύμφην του Χριστού», υπήρχαν στο Ακρωτήρι, μέσα σε μια σπηλιά, με την επωνυμία του Μπέμπου ή στα Μαρμάρια, στη θέση Αμούντη ή στα Καστέλια του χωριού Μεσινό Γερακαρίο, στο Μουζάκι, φαμιλιακή των Μακρή, όπου υπάρχει και σήμερα, φιλοξενώντας απότμημα του λειψάνου του Αγίου μας, στο χωριό Καταστάρι και στο Σταυρό του δήμου Υριαίων.

Αξίζει, επίσης, ν’ αναφερθούμε και στην εκκλησία της Αγίας, η οποία βρισκόταν μέσα στο σπίτι του ευπατρίδη Βαδοέν, στην αρχή, το οποίο αργότερα αποκτήθηκε από την οικογένεια Κονοφάου, για να καταλήξει στον Σπυρίδωνα Λ. Καρρέρ. Στη θέση της σήμερα υπάρχει ένα προσκυνητάρι, με την εικόνα της Μάρτυρας και η εκκλησία αυτή έμεινε στην ιστορία και λόγω του αγάλματος του Αγίου Κρεσέντιου, το οποίο ο πολύς Δημήτριος Γουζέλης σατιρίζει στον μοναδικό «Χάση» του, λόγω της κακοτεχνίας του, χτυπώντας συγχρόνως και την κακογουστιά και την παιδεία των Ευγενών.

Αλλά και η λαογραφία της γιορτής της Αγίας Αικατερίνης στο νησί μας δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη. Συμπίπτοντας με την τελευτή του Φθινόπωρου και την προετοιμασία της αναγέννησης της γης, με την σπορά των χωραφιών, έχει προσλάβει και γεωργικό χαρακτήρα και έχει αποκτήσει προλήψεις και δεισιδαιμονίες.

Υπήρχε, λοιπόν, διάχυτη η αντίληψη πως αν ο γεωργός έσπερνε την ημέρα της γιορτής της Μεγαλομάρτυρος, στις 25 Νοεμβρίου και δεν σεβόταν την αργία, ο σπόρος του θα γινόταν παπαρούνες και η σοδειά θα πήγαινε χαμένη. Το αγριολούλουδο της εκδίκησης παραπέμπει στο αίμα της Αγίας, που χύθηκε με το μαρτύριό της και η εκδικητικότητα οφείλεται σε ιδιότητες που απέκτησε η εξ Αλεξανδρείας προερχομένη Μάρτυς από το Δωδεκάθεο και ιδιαίτερα από μικρότερες θεότητες των Αρχαίων, που ριζωμένες στην ψυχή των πιστών, δεν μπόρεσαν να εξαλειφθούν και πέρασαν στις διάφορες χριστιανικές μορφές.

Και η περίπτωση αυτή δεν είναι η μόνη. Ας θυμηθούμε την παράδοση των «Άσπρων Πανιών» του Σκοπού, που ο λαός μας τα θέλει σαν πετρωμένα σεντόνια της μπουγάδας μια γριάς, που δεν σεβάστηκε την γιορτή των Γενεθλίων του Προδρόμου (24 Ιουνίου), την συνήθεια να μην κλαδεύουν τα αμπέλια στην γιορτή των Αγίων Σαράντων (9 Μαρτίου), για να μην πιάσουν σκαθάρι τα κλήματα ή τέλος την αποχή των κηπουρών από την εργασία τους, την ημέρα του προστάτη τους Αγίου Τρύφωνα (1 Φεβρουαρίου), που αν δεν την σέβονταν, τότε θα τους «ρουφούσε» το χώμα. Χαρακτηριστικό για την λαϊκή αυτή αντίληψη είναι και το παράδειγμα της εξάπλωσης της επιδημίας της πανούκλας, μετά την ιερόσυλη κλοπή της εικόνας του Αγίου Γεωργίου του Καμαριώτη, από την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου του Κόλα και η απαλλαγή του νησιού από την θανατηφόρο απειλή, όταν θεμελιώθηκε η εκκλησία του. Συχνά, τέλος, οι διάφοροι άγιοι, που οι γυναίκες δεν σέβονταν την αργία της γιορτής τους και κένταγαν ή έπλεκαν, έρχονταν τη νύχτα και τρυπούσαν εκδικητικά το εργόχειρο, τιμωρώντας αυτήν που δεν τους τίμησε και ενστερνιζόμενοι μια μακραίωνη και θεμελιωμένη στο φόβο του θείου ειδωλολατρική παράδοση.

Πολλές γιορτές, όμως, έχουν και μια μικρή δόση εθιμικής εργασίας, η οποία κρύβει και την ευλογία της φύσης. Έτσι στην γιορτή των Αγίων Σαράντων, που αναφέραμε, παρά την υποχρεωτική αργία των αμπελουργών, υπάρχει η αναγκαστική σπορά του βασιλικού, που μόνο τότε βγαίνει σαραντάφυλλος ή και το κλάδεμα της κληματαριάς, το οποίο δεν θεωρείται αμαρτία, αλλά συμβολικός αγιασμός της αναγεννώμενης φύσης.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την γιορτή της Αγίας Αικατερίνης, στις 25 Νοεμβρίου. Η ημέρα αυτή ενδείκνυται για το φύτεμα των γαρυφαλλιών και πιστεύεται πως μόνο τότε πιάνουν τα μοσχεύματα του όμορφου αυτού καλλωπιστικού φυτού, που τα ευωδιαστά του λουλούδια, σε χρώμα γκρενά, μαζί με φρέσκιες μυρτιές, θα γίνουν τα μπουκετάκια της γιορτής της Πεντηκοστής, που θα μοιραστούν στους πιστούς στις εκκλησίες την Κυριακή της γενέθλιας γιορτής.

Ας κλείσουμε το σημερινό, εορταστικά επίκαιρο κείμενό μας με μια αναφορά σ’ ένα ιδιόρρυθμο, για τον ορθόδοξο χώρο, εικαστικό θέμα, το οποίο είναι αγαπητό και στη Ζάκυνθο. Πρόκειται για δύο εικόνες, οι οποίες απεικονίζουν τον «Αρραβώνα της Αγίας Αικατερίνης», θέμα καθαρά Δυτικό. Η μια σώζεται στην σημερινή εκκλησία του Αγίου Λαζάρου της πόλης και η άλλη στη συλλογή Κολυβά, του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων. Η ύπαρξή τους δείχνει τον μη φανατισμό των Ζακυνθινών, την συνύπαρξη των δύο δογμάτων και το ότι αυτό το νησί ήταν, όπως συχνά έχουμε τονίσει, αντιγράφοντας τον Διον. Ρώμα, η Ανατολή της Δύσης και η Δύση της Ανατολής.

Αυτό αποτελεί και την ταυτότητα του πολιτισμού μας. Ας φροντίσουμε να μην χαθεί.
«Χρόνια πολλά» σε όσες γιορτάζουν.

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Ένας πολιτισμός δίχως ρυτίδες

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στο προηγούμενο κείμενό μας, αν θυμάστε, είχαμε ασχοληθεί, με αφορμή το συνέδριο που έγινε στο νησί μας για την Γκιόστρα στον Επτανησιακό χώρο, με το πώς θα μπορούσε να βελτιωθεί ο τουρισμός μας, αν εκμεταλλευτούμε σωστά και χωρίς φολκλόρ διαστάσεις τον πολιτισμό μας. Αφορμή γι’ αυτές μας τις σκέψεις στάθηκε ένα κρουαζιερόπλοιο, το οποίο, κατά ευτυχή σύμπτωση, σταμάτησε για λίγες ώρες στο λιμάνι της πόλης μας και οι επιβάτες του είχαν την ευκαιρία να ξεπεράσουν την αμηχανία της μη οργάνωσης και να γευθούν κάτι από την παράδοση του τόπου που επισκέπτονταν.

Σήμερα θα μας απασχολήσει μια άλλη, εκ διαμέτρου αντίθετη, αλλά εξίσου σημαντική, πλευρά αυτού του σημαντικού συνεδρίου, το οποίο, εκτός των άλλων, απέδειξε πως μπορεί να γίνουν θαύματα με λίγα χρήματα και πως το κοινό διψά για ποιοτικές εκδηλώσεις και δεν χρειάζεται να του δίνουμε μασημένες τροφές και εύπεπτα κατασκευάσματα.

Πρόκειται για την αθρόα προσέλευση των φοιτητών του Τ.Ε.Ι. της Ζακύνθου στις εργασίες του συνεδρίου, την συγκινητική συμμετοχή τους και προ πάντων την επαφή τους με τον τόπο που ζουν και σπουδάζουν και προπάντων τον πολιτισμό του.

Αριθμός, λοιπόν, πολύ μεγαλύτερος από τον αναμενόμενο, που ξεπέρασε κάθε προσδοκία, παιδιών που σπουδάζουν στο νησί των Δοξαράδων, του Κουτούζη και του Κανούνη την σωτήρια τέχνη της συντήρησης, τη στιγμή μάλιστα που τα σπαράγματα της θεομηνίας του σεισμού και της φωτιάς περιμένουν την επαναφορά τους στην καθημερινότητα του τόπου τους, προσήλθαν αυθόρμητα στο χώρο της διεξαγωγής του συνεδρίου, παρακολούθησαν προσεκτικά όλες τις εργασίες του και κατάλαβαν πως εκτός από την επιδημία που επιβάλει η τηλεοπτική ψυχαγωγία και έχει πλήξει ακόμα και τον με ιστορία και παράδοση ιόνιο χώρο, υπάρχει και κάποια άλλη, που συνεχίζοντας και επεκτείνοντας, δίνει μια ποιότητα στη ζωή των κατοίκων και μια ευκαιρία ανάτασης στους επισκέπτες και ενοίκους αυτού του νησιού, που συχνά διαλαλεί πως ακολουθεί την πορεία του με τον πολιτισμό που παράγουν οι εσχάτως επιπλέουσες, σαν τους φελλούς, αγράμματες, χρυσές μετριότητες.

Αν σκεφτούμε, δε, πως, όπως τα έχουμε αναγκάσει, όλα αυτά τα παιδιά, περιμένουν την φυγή και διαφυγή τους κάθε μεσημέρι Παρασκευής, με επιστροφή το βράδυ της Κυριακής, τότε η παραμονή τους στο νησί το σαββατοκύριακο του συνεδρίου, πρέπει να θεωρηθεί μια ιδιαίτερη επιτυχία και η συμβίωσή τους μαζί μας μια ελπίδα και μια απαρχή βελτίωσης.

Κάποιοι, μάλιστα, από αυτούς τους φοιτητές, που ίσως αύριο συμβάλλουν στην αποκατάσταση του κινδυνεύοντος να σαπίσει πολιτισμού μας (αυτό ερμηνεύστε το όπως θέλετε, κατά λέξη ή μεταφορικά) συμμετείχαν πιο ενεργά στην όλη διεξαγωγή και διοργάνωση, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους άψογα και υποδειγματικά στην γραμματεία και βοηθώντας την όλη προσπάθεια με μεράκι, αγάπη και προθυμία.

Το Τ.Ε.Ι. της Ζακύνθου είναι το μόνο ανώτερο πνευματικό ίδρυμα του νησιού μας. Λειτουργεί από χρόνια, αλλά ελάχιστοι, πιστεύω (και μακάρι να κάνω λάθος) τον έχουν αγκαλιάσει. Ενώ θα έπρεπε το σημαντικό αυτό κομμάτι της κοινωνίας μας, το έστω και περαστικό, να το έχουμε αφομοιώσει και (με την σωστή ερμηνεία της λέξης) να το έχουμε εκμεταλλευτεί, εμείς σχεδόν το αγνοούμε και σίγουρα χάνουμε πολλά από αυτήν μας την αδιαφορία.

Η παρουσία των παιδιών αυτών στο συνέδριο που έγινε με θέμα του την Γκιόστρα στον επτανησιακό χώρο απέδειξε πως οι φοιτητές των Τ.Ε.Ι. επιδιώκουν την συμμετοχή τους στα κοινά του νησιού, που φιλοξενεί τις προσδοκίες τους, αλλά εμείς τους την αρνούμεθα, τυρβάζοντας περί πολλά και κυνηγώντας το εύκολο κέρδος.

Παλιότερα, αν θυμάστε, οι φοιτητές της Ζακύνθου ή για την ακρίβεια οι εν Ζακύνθω φοιτητές, έβγαζαν ένα περιοδικό, με τον εύστοχο και χαρακτηριστικό τίτλο «Ευτοιχισμένοι». Μπορεί ο υπολογιστής να υπογραμμίζει με κόκκινο την λέξη του τίτλου, θέλοντας με «υ» την δεύτερη συλλαβή, αλλά εκείνο το σωστά λαθεμένο «οι» της έχει πολλά να μας πει και να μας διδάξει.

Λένε συχνά οι κινδυνεύοντες από την γραφή του Μιχαήλ το ξημέρωμα της 8ης Νοεμβρίου (θυμηθείτε την χαρακτηριστική αυτή τοπική παράδοση) πως η νέα γενιά έχει χάσει τον προσανατολισμό της, πως δεν έχει ενδιαφέροντα, πως δεν ερωτεύεται, πως δεν διασκεδάζει, πως δεν ζει.

Διαφωνώ κάθετα μ’ αυτήν την μίζερη αντιμετώπιση. Ο κόσμος προχωρεί και βελτιώνεται, η κοινωνία εξελίσσεται και προοδεύει κι εμείς οι πεπερασμένοι, δεν μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε, δεν είμαστε σε θέση να βελτιωθούμε. Είναι σαν αυτούς τους γερασμένους και πάσχοντες από ζαχαρώδη διαβήτη, ασθένεια που προστίθεται στο σύνδρομο της Κατοχής και του σέμπρου και κάνει τους προς το τέλος οδεύοντες να ζηλεύουν τους νέους που τρώνε.

Τα παιδιά των Τ.Ε.Ι. έδωσαν ζωή στο συνέδριο και υποσχέσεις στην αυριανή Ζάκυνθο. Δεν έχουν ψήφο στις τοπικές κάλπες, αλλά μπορούν να εκλέξουν ικανούς ηγέτες. Αν τ’ αγνοήσουμε, αναγνωρίζουμε τα γηρατειά μας. Είναι ένας πολιτισμός δίχως ρυτίδες.

Σαν πρόεδρος του σωματείου “Giostra di Zante”, που διοργάνωσε το συνέδριο τα ευχαριστώ από την ψυχή μου. Ήταν μια από τις πιο ευχάριστες νότες του τριήμερου. Ας είναι καλά.
Related Posts with Thumbnails