© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ / ΠΙΟΤΡ ΙΛΙΤΣ ΤΣΑΪΚΟΦΣΚΙ / ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΟΝΙΕΓΚΙΝ / ΟΠΕΡΑ ΘΕΑΤΡΟΥ ΜΠΟΛΣΟΪ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Το Φεστιβάλ Αθηνών συνεχίζει τη λαμπρή του πορεία με το κλασικό αριστούργημα του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι [1840-1893], «Ευγένιος Ονιέγκιν», που παρακολουθήσαμε στην Αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, στις 12 Ιουλίου 2011, σε μια παραγωγή του θεάτρου Μπολσόι της Μόσχας.


Ο Αλεξάντρ Πούσκιν [1799-1837] θεωρείται, δίκαια, ο πατέρας της ρώσικης γλώσσας. Είναι εκείνος που μάζεψε τα κομμάτια της, την απελευθέρωσε από ξένες επιρροές και την καθιέρωσε στη συνείδηση του λαού.

Ο Πούσκιν άρχισε να γράφει τον «Ευγένιο Ονιέγκιν» το 1823 και τον τελείωσε μέσα σε οκτώ χρόνια, το 1831. Ο ίδιος, σε γράμμα στο φίλο του ποιητή Βιαζέμσκι λέει: «Γράφω τώρα κάτι που δεν είναι μυθιστόρημα, αλλά μυθιστόρημα σε στίχους» και στον αδελφό του, χαρακτηρίζει τον «Ονιέγκιν», ως το καλλίτερο έργο του. Εκτός από σπουδαίος ποιητής ήταν και ο μεγάλος τροφοδότης της Όπερας.

Ένας από τους συνθέτες, που εμπνεύστηκαν από το έργο του είναι και ο Τσαϊκόφσκι ο οποίος σε ένα γράμμα προς τον αδελφό του Μόδεστο στις 13 Μαΐου του 1877 λέει ότι η τραγουδίστρια Ελισάβετ Λαβρόφσκαγια ήταν εκείνη που τον παρότρυνε να γράψει μια όπερα βασισμένη πάνω στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Πούσκιν. Η ιδέα του άρεσε και μέσα σε μια νύχτα έγραψε το λιμπρέτο.


Αυτό που χαρακτηρίζει τον «Ευγένιο Ονιέγκιν» και δεν το συναντά κανείς εύκολα είναι η λογοτεχνική υφή του λιμπρέτου. Ο Τσαϊκόφσκι βασίζεται πάνω στους στίχους του Πούσκιν, δέχεται την ευλογία του λυρισμού του ποιητή την οποία περνά αβίαστα στη σύνθεσή του.

Το έργο υφαίνεται περισσότερο πάνω σε ιδέες και λιγότερο σε πρόσωπα. Αυτό είναι και το δυνατό σημείο του συνθέτη που τον διαφοροποιεί από τους συγχρόνους του. Ο ρυθμός, η ευλυγισία των φράσεων φέρνει στο νου Μοτσάρτιες μελωδίες.

Η πρώτη παράσταση της Όπερα δόθηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του Συνθέτη, από τους σπουδαστές του Αυτοκρατορικού Ωδείου της Μόσχας στις 39 Μαρτίου του 1879.

Η σύγχρονη πρώτη παράσταση που αντικατέστησε εκείνη του Μπορίς Ποκρόβσκι του 1944, σε σκηνοθεσία του Ντμίτρι Τσερνιάκοφ δόθηκε το Σεπτέμβρη του 2006 στη Μόσχα και προκάλεσε σκάνδαλο με προεξάρχουσα την σύζυγο του θρυλικού βιολοντσελίστα Μστισλάβ Ροστροπόβιτς, την υψίφωνο Γκαλίνα Βισνιέφκαγια που αδυνατούσε να δεχτεί τη μοντέρνα σκηνοθεσία, αποκαλώντας την «βλάσφημη». Ο σκηνοθέτης δεν απάντησε ποτέ στις κατηγορίες της Ντίβας και όπως ο ίδιος είπε: «Περίμενα στην άκρη γιατί ήξερα ότι είχα δίκιο». Ο χρόνος τον δικαίωσε αφού η όπερα, διέγραψε εντυπωσιακή καριέρα τόσο στη Ρωσία όσο και στο διεθνές μουσικό στερέωμα, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές.

Ο διάσημος σκηνοθέτης και σκηνογράφος της παράστασης Ντμίτρι Τσερνιάκοφ τοποθετεί τη δράσει της όπερας κάπου στο παρελθόν, παραβλέποντας την εποχή που την τοποθετεί ο Πούσκιν. Η ασάφεια αυτή έδωσε μια ξεχωριστή γοητεία στην ατμόσφαιρα καθώς ο Σκηνοθέτης, αγκάλιασε μια ευρύτερη περιοχή του παρελθόντος, αποφεύγοντας τις ιστορικές και πολικοκοινωνικές δεσμεύσεις. Έστρεψε το ενδιαφέρον του θεατή στο έργο αυτό καθεαυτό, αδιαφορώντας αν διοικεί ο Τσάρος ή ο Λένιν την αχανή Ρωσία, αν βρίσκεται στη δίνη του πολέμου ή στης ειρήνης τη γαλήνη.

Στην τραπεζαρία της οικίας Λάριν, θαυμάσιο το λευκό σκηνικό, δεσπόζει ένα τεράστιο οβάλ τραπέζι, στολισμένο με δαντελένιο λευκό τραπεζομάντιλο που παραπέμπει στη ρώσικη παράδοση, στο σημείο συνάντησης της οικογένειας όπου όλα διαδραματίζονται υπό τους ήχους των ασημένιων σερβίτσιων των πορσελάνινων φλιτζανιών του τσαγιού και των πλούσιων εδεσμάτων.

Η χορωδία ανδρών και γυναικών με την υπέροχη ρώσικη χροιά στη φωνή που την κάνει μοναδική, μας εισάγει στο κλίμα της όπερας.

Οι αριστοτεχνικοί φωτισμοί έδωσαν την αίσθηση της πλήξης και επέτειναν την κλειστοφοβική τάση των ηρώων. Στιγμές, στιγμές οι σκιές στους τοίχους από τα κορμιά των συνδαιτυμόνων θύμιζαν Αϊζενστάιν.

Από την αρχή βλέπουμε την Τατιάνα μόνη, αποστασιοποιημένη, διαφορετική και αμέτοχη. Νιώθουμε την επιθυμία της να αποδράσει, να ζήσει τη δική της ζωή.

Από την παλέτα των προσωπογραφιών του Συνθέτη, η Τατιάνα, ρομαντική, εύθραυστη, παραμένει το πιο συμπαθητικό πλάσμα της Όπερας. Ο Τσαϊκόφσκι εστιάζει την προσοχή του στο πρόσωπό της και στη σκηνή όπου η Τατιάνα γράφει το ερωτικό γράμμα της στον Ονιέγκιν, ο συνθέτης, ξεδιπλώνει, το μέγεθος του ταλέντου του δίνοντας την ευκαιρία στη σοπράνο Εκατερίνα Σερμπατσένκο, να ερμηνεύσει το ρόλο με μουσικότητα, ευλυγισία και γοητεία.

Και εδώ το φως παίζει σημαντικό ρόλο. Έντονο έξω από το παράθυρο, σηματοδοτεί τον κόσμο της γιορτής, της χαράς και μέσα στο ημίφως η Ηρωίδα παλεύει με τη βάσανο της ψυχής.

Ο Ονιέγκιν την αντιμετωπίζει με σκληρό προσωπείο, σαρκαστικό, κι ένα ψεύτικο μυστήριο, όπως το σκιαγραφούν Συνθέτης και Ποιητής, για να σκορπά, με τον εγωιστικό χαρακτήρα του, τη δυστυχία ακόμα και σε πρόσωπα φιλικά όπως ο ποιητής Λένσκι που τον πληγώνει, φλερτάροντας και ερωτοτροπώντας ασύστολα με την αγαπημένη του Όλγα, αδελφή της Τατιάνας.

Θαυμάσιος στο ρόλο του ποιητή Βλαντιμίρ Λένσκι, ο τενόρος Αλεξέι Ντολγκόφ και με θεατρικότητα στημένη η σκηνή που παριστάνει τον κλόουν ενώ όλοι τον περιγελούν και σκορπούν ακόμα και τα χειρόγραφα με τα ποιήματά του στο πάτωμα. Να είναι, άραγε, αυτές οι πινελιές, αιχμές βαρυσήμαντες για τον κόσμο του πνεύματος, από ένα ταλαντούχο σκηνοθέτη;

Μια ενδιαφέρουσα αλλά ανεξήγητη αλλαγή επιχειρεί ο Σκηνοθέτης όταν αντικαθιστά την επισημότητα της σκηνής της μονομαχίας με ένα θεαματικό καυγά όπου η καραμπίνα εκπυρσοκροτεί και σκοτώνεται ο Ποιητής. Ο Πούσκιν, όμως, τον βάζει να μονομαχεί και να χάνει τη ζωή του, υπερασπιζόμενος τις αξίες του και την τιμή του.

Ο Ευγένιου Ονιέγκιν που ο χαρακτήρας του παραπέμπει κατά τους μελετητές, στον Σταυρόγκιν του Ντοστογιέφσκι, είναι ο αντίποδας του Ποιητή Λένσκι.


Το τελικό χτύπημα θα πάρει ο Ονιέγκιν, από την Τατιάνα μέσα σε μία εκθαμβωτική κόκκινη τραπεζαρία στην έπαυλη του πρίγκιπα Γκρέμιν, στην Αγία Πετρούπολη.

Με ερμηνευτική δεινότητα ο βαρύτονος Audun Iversen έβγαλε στην επιφάνεια όλα τα στοιχεία του κοσμοπολίτη, κυνικού, σαρκαστή και διαφθορέα Ονιέγκιν.

Ικετεύει, εκλιπαρεί την Τατιάνα να τον ακολουθήσει, της εξομολογείται τον απελπισμένο έρωτά του. Εκείνη παλεύει, τον αγαπά ακόμα. Και ιδού η μεγάλη η έκπληξη, η μεγάλη ανατροπή. Ενώ στην αρχή έχουμε ένα νέο τρεμάμενο, ευάλωτο κορίτσι, ερωτευμένο με τον Ονιέγκιν έτοιμο να τον ακολουθήσει ακόμα και στην κόλαση, στο τέλος εξελίσσεται σε ηρωίδα με αξιοθαύμαστη ωριμότητα, επιλέγοντας να ζήσει με τιμή και αξιοπρέπεια δίπλα στο σύζυγό της, πρίγκιπα Γκρέμιν, από το να ικανοποιήσει το πάθος της.

Αποδεχόμενη τις αξίες των άλλων, γίνεται ομοτράπεζη, με το ερώτημα να μένει αναπάντητο αν πράγματι έχει αλλάξει ή αν έχει συμβιβαστεί.

Με ένα μεγάλο όνομα στο πόντιουμ, τον Διευθυντή του Θεάτρου Μπολσόι και διάσημο Αρχιμουσικό Βασίλι Σινάισκι, η ορχήστρα και η χορωδία δε θα μπορούσε να μη συμβάλει στη μεγαλειώδη παράσταση η οποία άγγιξε, κατά την ταπεινή μας άποψη, την τελειότητα.

Αναβίωση ή αξιοποίηση της παράδοσης;

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Οι «Ομιλίες», τα λαϊκό θέατρο της Ζακύνθου, είναι αναμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του πολιτισμού του νησιού μας. Άγνωστο το πότε ακριβώς ξεκίνησαν, κρατούν, «εν ετέρα μορφή», ως σήμερα και είναι η μόνη παραδοσιακή, μαζί με την Γκιόστρα, έκφραση του τζαντιώτικου καρναβαλιού, όπου απέμεινε και αντιστέκεται.

Βέβαια η σημερινή τους μορφή και ιδεολογία μόνο σπέρματα φέρει της παλιάς παράδοσης. Οι σύγχρονες παραστάσεις, προσαρμοσμένες σε μια νεοελληνική και τηλεοπτική πραγματικότητα και σχεδόν αποκομμένες από το δυτικό τους πνεύμα, άφησαν το φυσικό τους χώρο, τους δρόμους και τις πλατείες, ξέχασαν την τραγουδιστή ερμηνεία τους, πρόδωσαν την συντομία τους και την σκηνική τους οικονομία και ανέβηκαν σε συχνά κακόγουστα και κακοφορτωμένα πάρκα, με κουίντες και σκηνικά – κιτς σε πολλές περιπτώσεις -, παίζονται στημένα μπρος σε μικρόφωνα, εγκατέλειψαν το λεπτό, δείγμα γνήσιου πολιτισμού, χιούμορ τους και είναι στην ουσία μια προέκταση της σημερινής πολιτισμικής μας πραγματικότητας.

Παρ’ όλα αυτά επιβιώνουν και αντιστέκονται, σε πείσμα της Πατρινής και με αισθητική Ρίο λαίλαπας και – έστω με μια ξεθωριασμένη φωτογραφία – συνεχίζουν να είναι η ταυτότητα του το πάλαι ποτέ πολιτισμένου «Φιόρου του Λεβάντε».

Στο παρελθόν στήριξαν το λόγιο, ντόπιο θέατρο και ήταν οι βάσεις, που αυτό στηρίχτηκε πάνω του. Αυτό ήταν και η μεγάλη προσφορά τους. Ο «Χάσης», για παράδειγμα, το διαμάντι της θεατρικής μας παραγωγής, είναι παιδί γνήσιο της λαϊκής αυτής υπαίθριας έκφρασης και σίγουρα ο Ρούσμελης, ο Μοντσελέζε και όλοι οι άλλοι πρωτοπόροι μας, πάνω στις «Ομιλίες» στηρίχτηκαν και δημιούργησαν την απαρχή του θεάτρου και το ξεκίνημα μιας παράδοσης, που ακόμα και σήμερα είναι αξιοζήλευτη και αξεπέραστη, όσον αφορά την ποιότητα, βέβαια και την σπιρτάδα της σκέψης.

Το ερώτημα που γεννάται στις αρχές του 21ου αιώνα είναι το αν οι «Ομιλίες» μπορούν να σταθούν στο ύψος τους σήμερα, να στηριχτούν στην ιδιομορφία τους, ν’ αποτελέσουν γνήσιο είδος έκφρασης και να γίνουν μια γνήσια μορφή δημιουργίας και ένας μη νόθος απόγονος ευκλεών προγόνων.

Το θέμα είναι δύσκολο ν’ απαντηθεί και μάλλον το αποτέλεσμα θα είναι αρνητικό.

Και οι «Ομιλίες» ακολουθούν την τύχη όλης της υπόλοιπης λαϊκής δημιουργίας, η οποία ψυχορραγεί και συχνά εξευτελίζεται, σαν μούμια περιφερόμενη, ελλείψει … λαού!

Μια λύση, κατά τη γνώμη μου, είναι η μέσα από έρευνα και παιδεία αξιοποίησή τους και η προσαρμογή τους στην τοπική, έντεχνη δημιουργία.

Στα πλαίσια αυτά κινείται και η έκδοση «Ομιλία τση Ζάκυνθος 1480 – 1864», όπου ο Κώστας Καποδίστριας, ένας μαθητής του Σπύρου Ευαγγελάτου και δημιουργός του «Θεάτρου τση Ζάκυθος» -ενός σχήματος με παρόμοιες αναζητήσεις- συνεργάστηκε με έναν καθαρόαιμο, σύγχρονο λαϊκό θεατρίνο, με πηγαίο ταλέντο και γνώση βιωματική της παράδοσης, τον Διονύση Γιατρά και προσπάθησαν να αξιοποιήσουν την μακραίωνη παρακαταθήκη και να την προσαρμόσουν στο σήμερα, όχι πια σαν λαϊκή δημιουργία, αλλά σαν έντεχνη συνέχεια και αναβίωση.

Το μακροσκελές κείμενο κλείνει όλη σχεδόν την δυτική ιστορία της Ζακύνθου στους στίχους του. Ξεκινά από την απαρχή της κυριαρχίας της κραταιής και οργανωμένης άριστα – όπως αποδείχτηκε – Γαληνοτάτης και τελειώνει με την Ένωση των Επτά Νησιών με το Ελληνικό Βασίλειο.

Τα τρία βασικά πρόσωπα του έργου, ο απαραίτητος Ποιητής, ο απόγονος της λιμπροντορίστικης οικογένειας Βούλτσος και ο από ποπολάρους προερχόμενος –«απόγονος» και αυτός– Δόξας, σε δεκαπεντασύλλαβους διάλογους ξετυλίγουν τις σημαντικότερες στιγμές της ιστορία και του πολιτισμού του νησιού και από σκηνής παραδειγματίζουν – ως πρέπει – και διδάσκουν.

Σημαντικό είναι πως το έργο αυτό δεν περιορίστηκε στις τυπωμένες σελίδες ενός βιβλίου, απόκτημα και απαραίτητο στολίδι μιας λιμπραρίας –έτσι για να μην ξεχνάμε και την ντοπιολαλιά μας-, αλλά παίχτηκε –πιο σωστά παραστάθηκε– από το «Θέατρο τση Ζάκυθος» και την «Αυλαία Τέχνης», έχοντας σαν σύμβουλο επί δραματουργίας τον καθηγητή Θεόδωρο Γραμματά.

Απόλυτα λειτουργικός στην έκδοση, η οποία είναι καρπός του δραστήριου βιβλιοπωλείου του νησιού μας «Θεωρία», είναι και ο εμπεριστατωμένος πρόλογος του Διονύση Μινώτου, ενός ανθρώπου με προσφορά στην έρευνα και του λαϊκού θεάτρου, αλλά και στο σημαντικό κεφάλαιο που λέγεται «Διεθνής Συνάντηση Μεσαιωνικού και Λαϊκού Θεάτρου», ο οποίος, με γνώση και μεθοδικότητα, τοποθετεί τα πράγματα στη θέση τους και συνοψίζει τα όσα ώς σήμερα γνωρίζουμε για το πολύτιμο αυτό κεφάλαιο, που λέγεται «Ομιλίες» της Ζακύνθου.

Η προσπάθεια αυτή είναι μια σημαντική και πολλά υποσχόμενη αρχή. Ες ευχηθούμε να έχει και συνέχεια.

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΤΑ ΚΑΝΑΠΕΔΑΚΙΑ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ (νέο διήγημα)

{Ανέκδοτο, από την υπο έκδοσιν συλλογή διηγημάτων: «Η μετάλλαξη της γυναίκας μου»}


Η επιστολή το ανέφερε ρητά. Το ερχόμενο Σάββατο όλοι οι υπάλληλοι της υπηρεσίας θα έπρεπε να παραβρεθούν στη διάλεξη του γενικού γραμματέα του υπουργείου, με θέμα την καταπολέμηση της ανεργίας.

Με τον φόβο της ανεργίας λοιπόν, άρχισα να ετοιμάζομαι. Προηγουμένως εξάντλησα τα περιθώρια λάθους για τον επιτακτικό χαρακτήρα της πρόσκλησης. Ο προϊστάμενος όμως ήταν σαφής: «Λόγω της εξαιρετικής σημασίας της εκδήλωσης αυτής η παρουσία όλων και ιδιαιτέρως των συμβασιούχων είναι υποχρεωτική». Ανήκω στην δεύτερη κατηγορία. Η σύμβασή μου έληγε σε λίγες ημέρες. Χρειαζόταν επομένως σωστή διαγωγή για την ανανέωσή της. Έβγαλα το κουστούμι από την ντουλάπα, για να πάρει αέρα.

Το πρωί της επίμαχης ημέρας ξυρίστηκα κόντρα, φόρεσα λευκό πουκάμισο, γραβάτα, ημιάρβυλα σαλονιού, και, μέσα στο μαύρο αερισμένο μου περιτύλιγμα, πήρα θέση στο ακροατήριο. Στις πίσω θέσεις. Μπροστά ο τόπος κατακλύστηκε από τους επίσημους.

Όλοι οι βουλευτές της περιφέρειας, ο νομάρχης, δημοτικοί άρχοντες, ο μητροπολίτης με τους δύο διάκους του, ο αρχηγός της αστυνομίας, ο εκπρόσωπος του Λιμενικού Ταμείου, ο επικεφαλής του πυροσβεστικού σταθμού, ο λυκειάρχης, ο πρόεδρος της τοπικής πρωτοβάθμιας, ο διοικητής του νοσοκομείου, μέχρι και η φιλαρμονική του δήμου. Την τελευταία στιγμή απωθήθηκε εκτός, διότι το νόημα ήταν να παιανίσει κατά την άφιξη του γενικού και φυσικά κατά την αποχώρησή του.

Αναμέναμε όλοι με ανάλαφρη διάθεση. Ήταν σαν να είχε πάει ο δημοσιοϋπαλληλικός κόσμος της κωμόπολής μας εκδρομή. Κεφτεδάκια δεν είχαμε πάρει, αφού η υπόσχεση ήταν για μεζεδάκια τύπου κέτερινγκ στο τέλος της διάλεξης. Το μάτι μου πήρε λοξά τις ετοιμασίες του γεύματος και δεν είχα καμία αμφιβολία ότι άξιζε η ταλαιπωρία μου.

Με μισή ώρα καθυστέρηση άρχισαν τα εμβατήρια. Ξέραμε ότι ο επίσημος προσκεκλημένος είχε έρθει. Μετά τα πρώτα χειροκροτήματα εισήλθε στην κατάμεστη αίθουσα και ως καλός χριστιανός έκλινε την κεφαλή του στη μητροπολιτική χειραψία. Έγνεψε με θριαμβική χειρονομία σε όλους μας και, μέσα στα παραληρήματα της κατάμεστης αίθουσας, κάθισε δίπλα στον νομάρχη.

Την εκδήλωση άνοιξε ο προϊστάμενός μας. Με περισσή σεμνότητα καλωσόρισε τους επισήμους και στο τέλος εμάς τους εργάτες της υπηρεσίας. Κατόπιν άρχισαν οι χαιρετισμοί. Όλοι συγκινημένοι χαιρέτησαν αυτή την αξιοζήλευτη πρωτοβουλία του υπουργείου και ιδιαιτέρως τον γενικό γραμματέα, για την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης για το σημαντικότερο πρόβλημα της εποχής. Κατεβαίνοντας από το βήμα οι πιο πολλοί κάτι έλεγαν με χαμόγελα στο αυτί του γενικού και έφευγαν διακριτικά από την αίθουσα. Εμείς με ανακούφιση βλέπαμε τα καναπεδάκια να πλουτίζονται στη μερίδα μας.

Επιτέλους ο γενικός ανέβηκε στο βήμα και μια σιγή κατέκλυσε το ακροατήριο. Επί ώρα χαιρετούσε δια λόγου τους επισήμους. Εκεί μάθαμε τα ονόματα όλων των δημοσίων ανδρών του νομού καθότι πολλά μας διέφευγαν λόγω της ακριτικής θέσης στην γεωγραφία, της περιοχής μας. Στις επόμενες εκλογές θα το παίζαμε έξυπνοι στα καφενεία, όταν θα έρχονταν να μας χτυπήσουν τις πλάτες. Θα τους αποκαλούσαμε με το όνομά τους και ξαφνικά θ’ αποκτούσαμε το κύρος του κομματάρχη από τους παρευρισκόμενους. Τιμή και δόξα να αποκαλείς τον βουλευτή με το όνομά του. Λόγω των περιστάσεων μπορούσες ακόμη και με το βαφτιστικό του. Ακολουθούν χαριεντισμοί και οικειότητες. Τώρα μετά τις εκλογές δεν συνιστούσε η σωφροσύνη παρόμοιες αβρότητες.

Ο λόγος είχε μπει στην εισαγωγή. Η ανεργία ως λέξη ετυμολογικά προσδιορίστηκε από το λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη. Οι φιλολογούντες αισθανθήκαμε μια ανάταση. Βεβαίως σύντομα, αναγνωρίζοντας τα απανωτά λάθη του ομιλούντος, μας έμεινε η ανατριχίλα της ανύψωσης. Επί της ουσίας, η ετυμολογικά προσδιορισμένη ανεργία, αποδόθηκε στη διεθνή οικονομική κρίση, στην αδυναμία της αγοράς να λειτουργήσει εύρυθμα και στην έλλειψη ηθικής από τον σύγχρονο άνθρωπο. Στα συμπεράσματα συνειδητοποιήσαμε ότι, όταν θα ξεπεραστεί η κρίση και η αγορά θα λειτουργήσει, εμείς ως αναγεννημένοι άνθρωποι, ο καθένας από το πόστο του, θα χτίσουμε τον παράδεισο. Το όλο, όπως φάνηκε στις προτάσεις ήθελε υπομονή και ιδιαίτερη επιμονή στους στόχους του υπουργείου που προφανώς είχε επιφορτιστεί την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Δυστυχώς, ο ομιλητής, δεν δέχθηκε διευκρινιστικές ερωτήσεις λόγω περιορισμένου χρόνου. Έτσι έμεινε το μυαλό μου μπλοκαρισμένο και μάλλον περισσότερο μπερδεμένο παρά γαλήνιο στις απαντήσεις του. Τα δικά μου συμπεράσματα περιορίζονταν σε λίγες σειρές:

«Το κακό που χτύπησε τον τόπο είναι αποτέλεσμα διεθνούς συνωμοσίας ή σκοτεινών δυνάμεων, που μας μισούν γιατί είμαστε Έλληνες. Εμείς όμως μπορούμε να απαντήσουμε με το ήθος που πάντοτε μας διέκρινε και τον ηρωισμό των προγόνων μας. Με την βοήθεια του Θεού της πατρίδας μας σύντομα η κακιά μάγισσα θα εξαφανιστεί και οι ουρανοί θα ανοίξουν για μας. Θα έχουμε δουλειές και χρήματα και φυσικά όλος ο κόσμος θα μοιάζει με θερμοκήπιο - δυστυχώς τα περιβαλλοντολογικά προβλήματα είναι υπόθεση άλλου υπουργείου - γεμάτο αγαθά και λουλούδια. Ας προσευχηθούμε λοιπόν και ας αναμένουμε με πίστη την επιφοίτηση να μας οδηγήσει στη λύση των προβλημάτων μας. Μέχρι τότε ας έχουμε υπομονή και ας ράψουμε τις τσέπες μας. Άμα μας αρέσει. Διαφορετικά μια στρατιά ανέργων, που συνεχώς διογκώνεται, περιμένουν να πάρουν την θέση μας. Αυτοί έχουν λιγότερες απαιτήσεις και μπορούν να δουλεύουν με αντικαταβολή σε είδος και όχι χρήμα. Να λέμε λοιπόν δόξα στην πολιτική της κυβέρνησης, να αγαπάμε το υπουργείο που μας δείχνει ελεημοσύνη, να αγαπάμε τον υπουργό και τον γραμματέα και να μην ξεχάσουμε στις εκλογές να τους ψηφίσουμε. Ωραία περάσαμε. Γεια σας! Ας πάμε τώρα να φάμε. Πληρώνω εγώ, ο γενικός γραμματέας, δηλαδή το κράτος».

Όλοι περάσαμε χαρούμενοι στο φουαγιέ. Περιμέναμε να συγχαρούμε τον γενικό, για τον υπέροχο και φωτισμένο λόγο, ή μάλλον καλύτερα να μας δει το μάτι του προϊσταμένου. Ήμασταν εκεί και το δείχναμε. Και αφού παρουσιολόγιο δεν υπήρχε ήταν σαν να φωνάζαμε: «ουάου είμαι εδώ!».

Μετά τις φωνές πέσαμε πάνω στα καναπεδάκια. Οι επίσημοι, όσοι έμειναν, είχαν φραγμούς. Η ευγένεια δεν επέτρεπε την απροκάλυπτη κατάδειξη της πείνας. Εμείς πεινούσαμε και είχαμε να δούμε καλούδια εξωτικά από την εποχή των εορτοδανείων και των εύκολων τραπεζιτικών δανεισμών. Μπουκιά και ανάμνηση. Ήπιαμε και αρκετά. Σε όλα πρωτοστάτησε η μπάντα. Αυτοί και αν ήταν άνεργοι. Φαγοπότι αλησμόνητο. Με την αποχώρηση του γενικού μάλλον στης «Αρκαδιάς τον πλάτανο σκότωσαν την Ελένη», παρά τον εθνικό ύμνο ακούσαμε.

Γύρισα σπίτι με εθνική έπαρση. Ουδείς το συμμερίστηκε. Η μόνη ερώτηση είχε την πάγια ποταπότητα των ημερών: «είπε τίποτα για την μονιμοποίησή σας»; Κοίταξα με αποστροφή και εξήγησα στη γυναίκα μου ότι σήμερα ο τόπος απέκτησε στόχους και προοπτικές. Το μέλλον μας ήταν σε χέρια σπουδαίων και λαμπρών πολιτικών. Αυτοί οι άνδρες γνωρίζουν τις ανάγκες μας και φυσικά δεν θα αδικήσουν κανέναν. Επιπλέον το υπουργείο μας, με τη βοήθεια των εργαζομένων του, θα λύσει το πρόβλημα της ανεργίας. Άρα είμαστε όλοι απαραίτητοι. Κανένας δεν κινδυνεύει να χάσει τη θέση του.

Οι μέρες κύλησαν με την ανάμνηση της λαμπρής εκείνης εκδήλωσης. Είχα όμως ένα βάρος στο στομάχι. Μάλλον έφταιγαν τα εξωτικά καναπεδάκια. Αυτό ήταν ιδέα μου, όπως με εφησύχασε ο οικογενειακός παθολόγος μας. Μέχρι τη μέρα που μας ανακοινώθηκε η απόλυση, λόγω λήξης της σύμβασης και αδυναμίας του δημοσίου για την ανανέωσή της. Τότε ανακάλυψα πως ο γιατρός είχε άδικο. Αλλιώτικα, πώς, μετά από τόσες μέρες, το μόνο που απέβαλα ήταν την ελεημοσύνη του υπουργείου ανακατεμένη με την θλίψη μου, καταμεσής της τουαλέτας; Τα καναπεδάκια για την καταπολέμηση της ανεργίας, ποτέ δεν τα χώνεψα τελικά.

[Εικαστικό σχόλιο: Κλίμαξ. Ζωγραφική - κατασκευή Σπύρου Παναγιωτάκη, 1994]

Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΑΣΩΜΑΤΑ LIKES (διήγημα)

Είμαστε λίγα χρόνια πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο. Διεθνής η αστάθεια, η πολιτικοκοινωνική κατάθλιψη, η κρίση εντός εκτός...

Η Ζελί Βουλγάρεως, μια νέα πολλά υποσχόμενη πιανίστα, είναι σφόδρα ερωτευμένη με τον Άγγελο Καστρίτη, συνομήλικό της εύελπι ζωγράφο και ποιητή. Απόλυτων ηθικών αρχών εκείνη, επιφυλάσσεται να πρωτοπαραδοθεί στον καλό της την πρώτη νύχτα του βέβαιου γάμου τους. Σαν σε καλοστημένο μυθιστόρημα όμως -έτσι τα 'φερε η τύχη- οι εκατέρωθεν μεγαλοαστικές οικογένειές τους δε συμφώνησαν επί του προικώου και όλα διαλύθηκαν… Η σχέση παρέμεινε ασώματη και ο καθένας ακολούθησε διαφορετική ατραπό ζωής, βράζοντας στο ζουμί του. Η ωραία Ζελί παντρεύτηκε έναν άμουσο μεγαλοκτηματία σε τόπο μακρινό και ο Άγγελος εξελίχτηκε σε ξακουστό ζωγράφο. Καμιά σχέση πια μεταξύ τους. Όλα κομμένα με το μαχαίρι…

Ένα μετακατοχικό πρωί, καθώς η πρώην πιανίστα ξεσκάτιζε το μωρό της, έφερε ο ταχυδρόμος κάτι από τον τόπο της. Διαβάζοντας τη θέση «Αποστολεύς» στον μεγαλούτσικο φάκελο, πάνιασε. Τον άνοιξε με πολλή προσοχή κι έβγαλε από μέσα ένα δεκαεξασέλιδο φυλλάδιο: «Αγγέλου Καστρίτου: Η ΑΣΩΜΑΤΗ, ποιήματα». Χάιδεψε με περιπάθεια και με λερωμένα δάχτυλα το λατρεμένο ονοματεπώνυμο κι έπεσε το βλέμμα της σε μια τυχαία σελίδα. Διάβασε φωναχτά, σα να έλεγε στο μωρό, που είχε ήδη πλαντάξει στο κλάμα, «Σκάσε, εμπόδιο της ζωής μου…»:

«Κι όταν θα 'χω στο Τίποτε θαφτεί θα σ’ αγαπάω,
στο τζαμάκι της θύρας σου, σπουργίτι, θα χτυπάω».


Ένοιωσε μια-μια τις συλλαβές να σφυροκοπούν την καρδιά της. Πήρε χαρτί και μολύβι, ευχαρίστησε δεόντως τον ποιητή για την ευγενική αποστολή κι έτσι ξοδεύτηκαν τα χρόνια της απόστασης, με την ατελέσφορη ανταλλαγή ασώματων - σπαραξικάρδιων επιστολών. Πολύ αργότερα απόχτησε τηλέφωνο στο σπίτι και είχε πια τη μοναδική δυνατότητα, μια φορά την εβδομάδα, όταν όλοι έλειπαν από τους τέσσερις τοίχους της μοναχικότητάς της, να μιλάει με τον διάσημο αγαπημένο της, ασώματα πάντα, εκφράζοντας όσο μπορούσε πιο συγκρατημένα το Ασίγαστο που την έπνιγε, ώσπου και οι δύο επέστρεψαν το γηρασμένο σώμα τους στη γη.

Εντελώς τυχαία, στην ασύνορη γειτνίαση του Facebook, ανακάλυψα δυο νέα παιδιά, που ανταλλάσσουν ασώματα pokes και likes: Τη Ζελί Βουλγάρεως και τον Άγγελο Καστρίτη. Υποθέτω πως είναι εγγόνια εκείνων. Στο μεταξύ έχω από καιρό εντοπίσει στο διαδίκτυο, εντελώς τυχαία, σκαναρισμένο το φυλλάδιο της στιχουργημένης πάλαι ποτέ αγάπης. Δημιούργησα λοιπόν δύο εικονικούς λογαριασμούς στο fb με τα ονόματα: «Ζελί Καστρίτου» και «Άγγελος Βούλγαρις». Με αυτά τα ψευδώνυμα έγινα διαδικτυακός φίλος και με τα εγγόνια των δύο εκείνων. Πολύ τούς άρεσε η τυχαία σμίξη των ονοματεπωνύμων τους!

«Ρε, τι σού είναι το Τυχαίο», σχολίασε θαυμαστικά το αγόρι κι έσπευσε το κορίτσι να κάμει like. Πάντα κάνουν like, όταν ο Άγγελος Βούλγαρις ανταλλάσσει παλιομοδίτικους δεκαπεντασύλλαβους με τη Ζελί Καστρίτου, αντιγραμμένους από την παλιά ποιητική συλλογή. Να, τώρα που βλέπω την οθόνη μου, εκείνος μόλις δημοσίευσε στον τοίχο της:

«Κι όταν θα 'χω στο Τίποτε θαφτεί θα σ’ αγαπάω»


κι εκείνη καθόλου δεν αργεί να σχολιάσει:

«Στο τζαμάκι της θύρας σου, σπουργίτι, θα χτυπάω».


Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις είναι τυχαία. Μα εντελώς!…

[Εικαστικό σχόλιο: Ζωγραφική της Άριας Κομιανού]

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΘΛΙΜΜΕΝΕΣ ΤΖΑΚΑΡΑΝΤΕΣ (διήγημα)

Ο Νίκολας ξενιτεύτηκε πολύ νέος, πριν από τριάντα χρόνια, στο Γιοχάνεσμπουργκ, απ’ όπου δεν έφυγε ποτέ. Παρείχε όμως τα πάντα στην οικογένειά του πίσω. Έτσι κι αλλιώς, εδώ δεν έκαμε οικογένεια.

Μόλις πληροφορήθηκε απ’ τους ομογενείς ότι επισκέπτομαι τη μεγαλούπολη της Νοτίου Αφρικής έκαμε το παν να μ’ ευχαριστήσει, σαν να τον ήξερα από τα παλιά. Από ταξιτζής μέχρι καμαρότος μου, από ξεναγός μέχρι μάγειράς μου. Πλήρωνε ό,τι λιμπιζόμουν στα πολυκαταστήματα τού Ιστγκέϊτ έως και την υπαίθρια αγορά τής Μπρούμα Λέικ. Η αγάπη του με σκλάβωσε και με ανησύχησε. Έσπευσα όμως να συνηγορήσω υπέρ του εντός μου: «Αυτά να τα βλέπουμε εμείς, οι εντός των συνόρων. Αυτοί εδώ είναι πιο φιλότιμοι, φιλόξενοι, καλοσυνάτοι!»

Το τελευταίο πρωί αργήσαμε να βγούμε απ’ το σπίτι τού Νίκολας, με τα ταριχευμένα άγρια ζώα τού απλόχωρου σαλονιού. Περίμενε τη Μαύρη του, την οικιακή βοηθό του, να συνεννοηθεί για το τι και το πώς της δουλειάς. Όταν εκείνη κατέφθασε ξεψυχισμένη, μια ώρα ποδαρόδρομο απ’ το Σοβέτο, δεν ήξερα πού να κρυφτώ. Με περισσότερη καλοσύνη φέρεται κανείς στα έντομα των μυρμηγκοδρόμων, στο σπουργίτι του τζαμιού, στα σκουπίδια του νεροχύτη…

Κάτι -ή το παν- έσπασε μέσα μου. Απόμεινα διαμαρτυρόμενος βουβά και βγήκα στον πανευώδιαστο κήπο, ενώ τ’ αγέρωχα δέντρα των τζακαράντων θρόιζαν δελεαστικά το μοβ των λουλουδιών τους. Θέλω να φύγω στον δρόμο, μα δεν μπορώ. Εδώ, το κάθε συγκρότημα οικιών προφυλάσσεται απ’ τους εγκληματίες Μαύρους με ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα, ενώ για να μπεις ή να βγεις σηκώνει τις μπάρες της κεντρικής εισόδου ο Μαύρος Σεκιουριτάς.

Το βράδυ επιστρέφω Αθήνα μέσω Καΐρου. Τελευταία ξενάγηση το Μαροπένγκ, το Λίκνο της Ανθρωπότητας. Ο Νίκολας είναι λαλίστατος:

- Ξέρεις, κανόνισα να συνταξιδέψουμε το βράδυ. Θα γύριζα Αθήνα σε δυο-τρεις μήνες, αλλά καλύτερα μαζί σου, έτσι για παρέα. Ψώνισα και κάμποσα πράγματα για τους γονείς: ρούχα, αναμνηστικά, καταλαβαίνεις!

- Πολύ καλά, απαντώ με προσποίηση, καθώς αισθάνομαι το σπασμένο να μετακινείται πέρα-δώθε μέσα μου.

Ο δρόμος ευθύτατος, η ταχύτητα αυξημένη, ώσπου να η τροχαία μάς σταματά.

- Ωχ, ωχ, ψελλίζω ανησυχώντας.

- Μη φοβάσαι τίποτα. Εγώ είμαι εδώ, με καθησυχάζει ο Νίκολας με ύφος.

Βγαίνει και σε λιγότερο από πέντε λεπτά επιστρέφει με το θάρρος και την έπαρση τού «όλα αγοράζονται».

- Μ’ ελάχιστα ραντ όλα γίνονται, λέει.

Δεν έχω τίποτε ν’ αντείπω. Κάτι μού θυμίζει όλο αυτό, αλλά δεν σχολιάζω. Σχολιάζει όμως ο φιλικός οδηγός μου:

- Ξέρεις, αυτοί εδώ δεν θεωρούνται και τόσο άνθρωποι, δεν είναι ίδιοι μ’ εμάς. Έχουν πολύ χαμηλό αϊκιού, καλά που είναι κι εκατομμύρια από δαύτους. Σκότωνε και θάβε


Δεν μπορώ να πιστέψω ό,τι ακούω. Ουδείς μας είναι αθώος για οτιδήποτε στιγματίζει ανά πάσα στιγμή τον πλανήτη, αλλά τόσο πολύ, τόσο ξεδιάντροπα;

- Μα, ο Μαντέλα έκαμε αγώνα…, τολμώ να πω, αλλά με κόβει αναψοκοκκινισμένος ο Νίκολας:

- … από τότε χάθηκαν όλα. Αυτός ευθύνεται, που έδωσε ελευθερίες και δικαιώματα στους Μαύρους...

Τώρα έχω την ανταπάντηση έτοιμη, στοχεύοντας στα πατριωτικά γονίδιά του:

- … όμως εδώ έμαθα ότι ο σπουδαίος Έλληνας, ο Μπίζος, όταν ο Μαντέλα ήταν έγκλειστος στο Ρόμπιν Άϊλαντ, τού διάβαζε Σολωμό κι εκείνος ευχαριστιόταν πολύ!...

Ο Νίκολας δεν πτοείται με παρόμοια ψυχωφελή:

- Άστον κι αυτόν, τον προδότη…, λέει εξοργισμένος.

Θέλω πολύ να κατέβω απ’ το αμάξι, αλλά φοβάμαι τους Μαύρους των φαναριών, που, αν μού επιτεθούν έτσι άνευ λόγου και αιτίας, θα έχουν και λόγο και αιτία. Ήδη φθάνουμε στο Λίκνο της Ανθρωπότητας. Ψαύω με στερεμένα συναισθήματα τον τόπο των Προανθρώπων κι αισθάνομαι τους ανθρώπους -και τον εαυτό μου μαζί- εχθρικότατους τριγύρω. Τα ευρήματα ζωής τριών εκατομμυρίων χρόνων πριν από εμάς στη γη αυτήν εδώ δεν με συγκινούν, όπως ανέμενα…

Ο Νίκολας, πανέξυπνος, έχει μάλλον συλλάβει τις ανομολόγητες ενστάσεις μου και, στην επιστροφή προς Γιοχάνεσμπουργκ, μού αναγγέλλει ότι, καθώς έχω και τις βαλίτσες μου μαζί, θα με αναλάβει ένας άλλος ομογενής, ο Ανδρέας, να με πάει στο αεροδρόμιο.

- Εγώ έχω κάτι τελευταίες εκκρεμότητες. Θα βρεθούμε στο τσεκ-ιν. Be happy! δικαιολογείται.

Δεν χαιρετιόμαστε. Θα βρεθούμε στο τσεκ-ιν, αλίμονο… Ποιος αντέχει εικοσιτέσσερις ώρες επιπλέον μαζί του, στ’ αεροδρόμια και στον αέρα…

Στο τσεκ-ιν με καταλαμβάνει αδημονία. Αργεί πολύ… Ο Ανδρέας ρωτά ευγενικά, γιατί τόσο άγχος. Εξηγώ ότι συνταξιδεύω με τον Νίκολας και ήδη πρέπει να προχωρήσω στην επιβίβαση. Εκείνος χαμογελά και με ηρεμεί:

- Μην ανησυχείς. Ο Νίκολας δεν θα 'ρθει... Έτσι φιλοξενεί κόσμο κατά καιρούς και νομίζει ότι θα συνταξιδέψει μαζί τους ύστερα γιΑθήνα. Δεν έχει πια κανέναν στην πατρίδα. Οι γονείς του πέθαναν πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια σένα πολυτελέστατο ίδρυμα, που τους πλήρωνε. Όχι, δεν ήταν γηροκομείο. Βίλα ηλικιωμένων ήταν! Έδωσε μια περιουσία για τους γονείς του!

Έχουμε κιόλας απογειωθεί. Τώρα που γράφω, διασχίζουμε τον αέρα της Αφρικής, ανηφορίζοντας τον αχανέστατο χάρτη του μαύρικου τόπου. Δεν έχω συναισθήματα. Πασχίζω μονάχα να κρατήσω στο νου μου τις ολάνθιστες τζακαράντες και κυρίως εκείνο το θλιμμένο μοβ κροτάλισμά τους.


π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΦΑΚΟΣ ΗΜΕΡΑΣ (διήγημα)

Η καθημερινότητα του γέροντα Κουρέα διαθέτει πολύ σουρεαλισμό. Κάθε πρωί, αφού ξυπνήσει, με απαράβατα τελετουργικές κινήσεις ντύνεται, ποδένεται, νίβεται, κάνει την προσευχή του στα κονίσματα, ζεσταίνει στο καμινέτο γάλα και το πίνει βουτώντας μία πάντα φρυγανιά, δοκιμάζει αν ανάβει ο φακός του, τον βάζει στην κωλότσεπη και πηγαίνει, από το διώροφο σπίτι του -παλαιό μπαρμπέρικο τής περιοχής- στο κεντρικό καφενείο του χωριού, διασχίζοντας το πλάτωμα της Παναγίας. Εκεί παραμένει μέχρι το μεσημέρι, για κάνα καφέ, κοντσίνα και τα συμπαρομαρτούντα.

Ο φακός καραδοκεί εξέχοντας απ’ την κωλότσεπη τού Κουρέα, χειμώνα καλοκαίρι, με βροχές ή με κάψα. Μα, σε τρεις-τέσσερις ώρες το πολύ, θα γυρίσει σπίτι για να γιοματίσει. Οπότε, προς τι το έκτακτο φωτιστικό σε αναμονή; Μού χαλάει το μυαλό...

Μια μέρα, δεν αντέχω∙ τον σταματώ -όλως περίεργος- καταμεσής στην πλατεία, ενώ τριγύρω τα τζιτζίκια του Αυγούστου έχουν από νωρίς αρχίσει το κονσέρτο τους στη διαπασών. Τον ρωτάω διερευνητικά:

- Μπάρμπα, τι τον έχεις και τόνε πηγαινοφέρνεις απάνου-κάτου τον φακό, μέρα μεσημέρι;

Εκείνος, με πολύ αυθορμητισμό και άλλη τόση βεβαιότητα για το σωστό τής προνοητικότητάς του, μού απαντά:

- Αα, παιδάκι μου! Άκου να ιδείς: Για φαντάσου, να πάθει τίποτα ο ήλιος, να σβήσει και να πέσει το σκοτάδι… Πώς θα βλέπω να γυρίσω σπίτι μου;

Ακαριαία φαντάζομαι ό,τι σπαραχτικό φανταζόταν ο γεροκουρέας και ανατριχιάζω σύγκορμος… Λες;;;

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: Η ΔΥΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ (διήγημα)

Παλαιός γόης πλατείας ο Σπύρος και, αφού έζησε ως γνήσιος νεοέλληνας με τυχοδιωκτισμούς, απατεωνιές και τοκογλυφίες, είπε να νοικοκυρευτεί. Απόχτησε γυναίκα, τη Λίζα, αγνώστου προελεύσεως και λοιπών προσωπικών δεδομένων.

Κάθε απόγευμα η Λίζα βγάζει βόλτα το σκυλάκι της στην κεντρική πλατεία της πόλης, για να κάμει πιπί του, ενώ ο υποδειγματικός σύζυγος ασχολείται νύχτα-μέρα με τις άδηλες δουλειές του. Η Λίζα συμπαθεί τον Ελύτη ή τουλάχιστον προσποιείται, για να δείχνεται υπεράνω! Κάποια στιγμή μάλιστα, σε μιαν υπέρβαση του γνωστού εαυτού του ο Σπύρος της δώρισε τα Άπαντα του Νομπελίστα σ’ ένα τόμο, δίχως να ξέρει ή να τον γνοιάζει τι θέλει να πει ο ποιητής. Εκείνο που τον έτσουξε ήταν τα πενήντα ευρώ, που του κόστισε η έκτακτη αβροφροσύνη του.

Κάθε απόγευμα η Λίζα, παρέα με το σκυλάκι, βγάζει βόλτα και τον Ελύτη, καθώς θέλει να πιστεύει τι σκάσιμο θα έχουν οι άλλες, οι παρακατιανές της πλατείας, που δεν διαβάζουν ποίηση. «Βγαίνουν με τα καρότσια και τα κουτσούβελα, παριστάνοντας τις κάποιες, οι ληγμένες», σκέφτεται κάθε φορά πανομοιότυπα και, με συγκρατημένη ζήλια, συνεχίζει: «Έγνοια σου, κύριε Σπύρο, θα σε κανονίσω εσένα…», υπονοώντας τα μύρια όσα.

Μια μέρα ανοίγει τυχαία τον Ελύτη και διαβάζει:

Πού 'ναι η Μίλητος πού είναι η Πέργαμος πού η Αττάλεια και πού
η Κωνσταν Κωνσταντινο ντινοπολίς;


«Ααα! Θα εκδράμω Κωνσταντινούπολη, αρέσει και στον ποιητή», συλλογίζεται αναπτερωμένη. Ο Σπύρος δεν έφερε αντίρρηση, με χαρά μάλιστα θα ξεφορτωνόταν τη βαριεστιμάρα, που του προξενούσε η διαρκώς πένθιμη όψη της συζύγου του.

Στο επόμενο τουριστικό γκρουπ για Πόλη η Λίζα είναι μέσα στο λεωφορείο και ήδη απ’ τον καθρέφτη ο οδηγός, ο Κωνσταντίνος -έτσι άκουσε να τον φωνάζουν οι διάφοροι αδιάφοροι συνταξιδιώτες- τής κάνει τα γλυκά ματάκια!... Εκείνη, μετά τις πρώτες προσποιητές αναστολές, πρωτοενδίδει στην Κομοτηνή στα θέλγητρα του Κωνσταντίνου και αφήνεται ν’ αλωθεί από τον επιτήδειο σ’ αυτά πολιορκητή της στην Πόλη, άνευ όρων και ορίων! Ευκαίρως ακαίρως ανοίγει Ελύτη -εξέδραμε κι αυτός, εννοείται- όπου μάλιστα θεμελιώνει την ξεφάντωσή της με στίχους από Το τραγούδι της Μαρίας Νεφέλης:

“Κρίμας το κορίτσι” λένε
το κεφάλι τους κουνάν
Τάχατε για μένα κλαίνε
δε μ’ απαρατάν!
[…]
και το βράδυ οπού κυλιέμαι
στα γρασίδια καθενού
λες και κονταροχτυπιέμαι
ντρούγκου – ντρούγκου – ντρου.


Η Λίζα πέρασε στην Πόλη του Κωνσταντίνου ονειρεμένα! Ο οδηγός του λεωφορείου ήταν κύριος και πολύ διακριτικός σε όλα του! Αλλά και αυτή παρομοίως: Υπεράνω! Ουδέποτε τον ενόχλησε, μήτε και τότε, δυο μήνες μετά, που βίωσε ολομόναχη κι εγωιστικά σιωπηλή τη φρίκη της έκτρωσης. Ο Σπύρος εν τω μεταξύ στις άδηλες και κρύφιες δουλειές του…

Κάθε απόγευμα στην πλατεία η Λίζα, βγάζοντας το σκυλάκι της για πιπί του και με τον Ελύτη παραμάσχαλα, αναπολεί Κωνσταντίνο και Κωνσταντινούπολη, πολιορκία και άλωση! Ο ήλιος χάνεται κι απόψε πίσω από τα νοούμενα και τα υπονοούμενα σύγνεφα της δύσης των πραγμάτων. Ο Νοέμβριος σηκώνει κιόλας αέρα εσπερινό. Ετοιμάζεται να επιστρέψει σπίτι και -όπως πάντα, στο τυχαίο- ξανανοίγει Ελύτη:

Όταν ακούς αέρα
είναι η Γαλήνη που βρικολάκιασε.


[Γράφτηκε στο Μπανάτο της Ζακύνθου, 23-24 Ιουνίου 2011. Ως εικαστικό σχόλιο χρησιμοποιήθηκε το ζωγραφικό έργο "Θα αγαπηθούν" τού Χρήστου Αντωναρόπουλου (γεν. Φιλιατρά Μεσσηνίας, 1958)]

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ (διήγημα)


Ο Ζήσιμος μοιάζει με φιλάσθενο και αδέσποτο σκυλάκι, που όλοι το κρυφοκλοτσούν, όντας αμετανόητα θηριώδεις και απολίτιστοι. Τα χρόνια της εφηβείας πέρασαν μέσα στον φόβο για τον όχλο που τον συνέθλιβε και την ως εκ τούτου απόλυτη αυτομόνωσή του. Στα σαράντα του αισθάνεται γοερή την έλλειψη συντροφιάς, καθώς όλες οι παλιές συμμαθήτριες έκαμαν καθηκόντως προ πολλού οικογένεια και νοικοκυρεύτηκαν.

Ο Ζήσιμος, σε μια από τις ατέλειωτες σιωπηλές συζητήσεις του με τον μεγάλο καθρέφτη στην ντουλάπα της Μάνας, αρχίζει να υποψιάζεται φαλάκρα στα μαλλιά του. Ο ουρανός πέφτει και τον πλακώνει, το ταβάνι της κρεβατοκάμαρας τού έρχεται κατακέφαλα... Συμφορά και καταστροφή αδιόρθωτη...

Περασμένα μεσάνυχτα χτυπά την εξώπορτα του κυρίου Φώτη, τον οποίο σέβεται και ανέκαθεν εκτιμά για την καταδεκτικότητά του, τη βαθιά εμπιστοσύνη που τού ενέπνεε, τα εκατοντάδες και πολύχρωμα βιβλία που τον περιστοίχιζαν, μαζί με πολλές και διάφορες φωτογραφίες από τους αγώνες του κατά τον τόσο μακρινό πια Νοέμβρη του ’73 στα γεγονότα του Πολυτεχνείου.

- Με συμπαθάς, σεβαστέ μου Κύριε, Σε παρακαλώ, δες το κεφάλι μου. Σα να πιάνω φαλάκρα... Πες μου κι εσύ, που είσαι σοφός, έκαμα φαλάκρα;

Ο καλόγνωμος κ. Φώτης με πολλή κατανόηση βάζει διερευνητικά την παλάμη του στο κεφάλι του Ζήσιμου, που ήδη τρέμει σύγκορμος ωσάν σπουργιτάκι πεσμένο από τη φωλιά του και αποφαίνεται με σιγουριά:

- Όχι, φίλε μου, δεν έχεις τίποτε! Είσαι μια χαρά! Καμιά ένδειξη φαλάκρας. Μείνε ήσυχος!

- Σ’ ευχαριστώ, πολύ σ’ ευχαριστώ! Είναι το καλύτερο δώρο που θα μπορούσες να μού κάμεις! Χίλια ευχαριστώ!, ανταποδίδει ο ταλαίπωρος, πλημμυρισμένος ικανοποίηση και προσπαθώντας να φιλήσει τα χέρια τού καλόγνωμου ευεργέτη του.

Έκτοτε κάθε λίγο και λιγάκι χτυπά την πόρτα του κ. Φώτη, εκφράζοντας ξανά και ξανά την ανησυχία για ενδεχόμενη φαλάκρα. Εκείνος τον καθησυχάζει απολύτως:

- Είσαι μια χαρά. Καμιά τέτοια ένδειξη. Μην ανησυχείς, τα μαλλιά σου είναι όλα στη θέση τους!

Πέρασε ο καιρός, ανακυκλώθηκαν οι εποχές και μιαν ημέρα με φουσκοδεντριές το νέο κυκλοφόρησε αστραπιαία στ’ απάνθρωπα τα καφενεία: Ο Ζήσιμος -σαλεμένος, έτσι κι αλλιώς, κατά κοινή ομολογία- φουρκίστηκε από την καρυδιά της αυλής του.

Ήταν ο καιρός, που ο σεβαστός φίλος του έλειπε για το ονειρεμένο -μια ζωή- ταξίδι του στην Κούβα του Φιντέλ.

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Το «Ναυάγιο» και τα … ναυάγια

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Τσαντίστηκε η φίλη ζωγράφος Μαρία Ρουσέα, τύπος καθαρόαιμης Ζακυνθινιάς και κατεξοχήν καλλιτέχνις, με την ταύτιση του συμβόλου της νεοζακυνθινής πραγματικότητας και κουλτούρας, του «Παναγιώτη», του διασήμου «Ναυαγίου», με την αλήστου μνήμης εκκλησία της Αγίας Μαύρας και ξεσπάθωσε και πάλι, μέσα από τις σελίδες της Ημέρας τση Ζάκυθος.

Η άποψή της και βάρος έχει και λύση μπορεί να δώσει, μια και πέρα από τις εικαστικές της αναζητήσεις και προσφορές, η ίδια διαθέτει και πολλά άλλα προσόντα, που τις τα παρέχει η παιδεία της, η βιωματική της γνώση για την προσεισμική Ζάκυνθο και τον πολιτισμό της και προ πάντων η προσφορά της συντήρησης, μετά την καταστροφή του κακοθύμητου Αυγούστου του 1953, όταν η ίδια, με σύνεση και αγάπη ξαναδημιουργούσε ό,τι διασώθηκε από τα συντρίμμια και την νεοελληνική αδιαφορία, βοηθώντας στην θεμελίωση και την καθιέρωση ενός Μουσείου, που είναι για μας κληρονομιά και παρακαταθήκη και στις αίθουσές του υπάρχει κρεμασμένο όχι τόσο το παρελθόν μας, όσο η υποχρέωση, που πηγάζει από αυτό και η ευθύνη μας για την ιστορία μας.

Μα, Μαρία, αυτό δυστυχώς είναι η σημερινή Ζάκυνθος. Αυτό μας χαρακτηρίζει. Οι προηγούμενοι αιώνες δημιούργησαν μια Αγία Μαύρα, μια Κυρία των Αγγέλων, έναν Άγιο Νικόλαο του Μόλου, που ευτυχώς ξεπέρασαν την θεομηνία και κληροδοτήθηκαν σε μας. Σήμερα εμείς αφήσαμε την πρώτη να αποτεφρωθεί, την δεύτερη να μουχλιάζει στα υπολείμματα της ευμάρειάς μας και τον τρίτο και κεντρικότερο, της μεγάλης μας πλατείας, που θα έπρεπε να είναι το καμάρι μας και η περηφάνια μας, έρμαιο των κάθε λογής ναυαγών, όχι πια της θάλασσας, όπως θα του άρμοζε, αλλά της μη παιδείας μας.

Όσο για την ονομαστή Φανερωμένη, που ενώ θα έπρεπε να είναι κεντρική και φωταγωγημένη, στέκει απόμακρη και σκοτεινή, έρμαιο των κακομαθημένων και απαίδευτων ή για τον ιστορικό Εσταυρωμένο, που απογυμνωμένος πίστης και τέχνης δέχεται καθημερινά, δεκαετίες τώρα, την μπουνιά ενός θρασύτατου μπαλκονιού, πονόδοντο μιας επιτρεπτής αυθαιρεσίας και ανομίας, ας μην κάνουμε λόγο. Ας είμαστε ευτυχισμένοι που σώσαμε τον «Παναγιώτη».

Το λέει και ο λαός: «Είπε τον δεσπότη, Παναγιώτη». Έτσι συνοψίζει και προφητικά στιγματίζει την εικόνα της σημερινής, μεθενωτικής, μετασεισμικής και μετατουριστικής (γιατί όχι και μεταπολιτισμικής;) Ζακύνθου.

Κι η ταύτιση του μνημείου μ’ ένα τσιγαράδικο δεν είναι η μόνη. Σήμερα στην χώρα της ανθισμένης πορτοκαλιάς και (κατά συνέπεια) και των νερατζανθών, που αντικαταστήθηκαν στον προσωρινό ύπνο του Αμνού από ετοιματζίδικες αντιγραφές, όπως και στις εορτάζουσες καθέδρες, που εξευτελίζουν την τέχνη του ξυλογλύπτη, όποιος γράφει, είναι συγγραφέας. Όποιος τυπώνει, συνεχίζει την παράδοση της ελευθεροτυπίας του νησιού. Όποιος γρατζουνά την κιθάρα του, συγκατοικεί με τον Μότσαρτ. Όποιος κουτσοζωγραφίζει, καλύπτει το κενό, που άφησαν οι θάνατοι του Κουτούζη και του Καντούνη.

Όλα στο ίδιο καζάνι. Σαν στις παλιές λοταρίες, τραβάς πολιτισμό και ή Μπετόβεν ακουστεί ή Λευτέρης Πανταζής, το ίδιο κάνει και (το χειρότερο) το ίδιο προσφέρει. Αλλά τι περιμένεις από έναν πολιτισμό, που έχτισε «Μέγαρο», για να μπορούν να στεγαστούν τον χειμώνα οι περιηγητές των γηπέδων του καλοκαιριού!

Δεν κακίζω, Μαρία, ούτε αρχές, ούτε εξουσίες. Αυτοί κάνουν την δουλειά τους και μάλιστα άριστα και αξιοζήλευτα. Από την δική μας παιδεία πάσχουμε και την πνευματική μας φτώχεια πληρώνουμε. Το νησί, που αν μη τι άλλο γέννησε έναν παγκόσμιο Φώσκολο, έναν εθνικό Σολωμό κι έναν στυλοβάτη Κάλβο, έχει σήμα του σήμερα ένα ψέμα! Πολύ πιθανόν αυτό του αξίζει.

Χρόνια τώρα μια ομάδα ανθρώπων ασχολούμεθα με το κομμάτι της ιστορίας μας, που λέγεται Γκιόστρα, έχουμε διοργανώσει δύο ημερίδες, έχουμε εκδώσει φυλλάδια κι ετοιμάζουμε κι ένα διεθνές επιστημονικό συνέδριο, για να στηρίξουμε την αναβίωση. Κάποιοι από εμάς έχουμε φάει κυριολεκτικά ώρες πάνω σε αρχεία και εκδόσεις, για τον ίδιο σκοπό κι όλοι μας αντιμετωπίζουμε το ίδιο με ό,τι πρόχειρο, ανιστόρητο και ιδιοτελές. Αρκεί να γεμίσει το πρόγραμμα και η ώρα.

Καλά έκανε η φίλη η Μαρία και ξέσπασε, αλλά ποιος την ακούει πια; «Φωνή βοώντος εν τη ερήμω» και όχι με την βιβλική ερμηνεία του χωρίου. Μακάρι να ξαναποκτήσουμε την παιδεία μας. Αυτή είναι η μόνη λύση. Τότε μόνο, Μαρία, θα καταλάβουμε τι μας λες!

Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ / ΜΟΤΣΑΡΤ: «ΙΔΟΜΕΝΕΑΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ»

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Το 1780, χρονιά που πεθαίνει η Αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία και ο Λέσσινγκ γράφει το «Περί αγωγής του Ανθρωπίνου γένους», ο εκλέκτορας Karl Theodor, φτάνει στην αυλή του Μονάχου και φέρνει μαζί του την περίφημη ορχήστρα του Μάνχαϊμ με τα καλύτερα σύνολα της Ευρώπης στους κόλπους της και τους καλύτερους βιρτουόζους. Επιζητώντας κάτι εξαιρετικό για τις γιορτές του καρναβαλιού του 1781 παραγγέλλει μια όπερα seria στον Μότσαρτ βασισμένη πάνω στη γαλλική τραγωδία «Idomenée».

Τη χρονιά, που παίρνει την παραγγελία, ο Μότσαρτ έχει απολυθεί από τον Αρχιεπίσκοπο του Ζάλτσμπουργκ, με άσχημο τρόπο και έχει εγκατασταθεί στη Βιέννη ως ανεξάρτητος Συνθέτης

Ο Μότσαρτ, συνθέτει την όπερά του πάνω στα πρότυπα του Γκλουκ και του Μεταστάζιο, εμπλουτισμένη με στοιχεία της Γερμανικής, της Ιταλικής και της Γαλλικής παράδοσης περασμένα μέσα από τα φίλτρα της Μοτσάρτιας λεπταίσθητης αισθητικής.

Η όπερα «Idomeneo. Ré di Creta, K 366», σε τρεις πράξεις, βασίζεται στο ποιητικό λιμπρέτο του αβά Gianbattista Varesco [1734-1805] ιερέα της Αυλής του Ζάλτσμπουργκ πάνω σε ένα θέμα του Antouan Danchet [1735-1805].

Η πρεμιέρα δόθηκε στις 29 Ιανουαρίου του 1781, στο θέατρο Cuvillies του Μονάχου και καθώς τότε δεν υπήρχε μαέστρος με τη σημερινή σημασία, την ορχήστρα διηύθυνε το περίφημο πρώτο βιολί της ορχήστρας του Μάνχαϊμ, Christian Cannabich [1731-1798], ενώ ο Μότσαρτ καθόταν στο τσέμπαλο. Στην πρεμιέρα παραβρέθηκαν εκτός από τον Εκλέκτορα και τον κόμη των ανακτόρων Μαξιμιλιανό, ο πατέρας του Μότσαρτ, Λεοπόλδος και η αδελφή του Νάννερλ, ο πατέρας του, μάλιστα, δε δίστασε να του κάνει παρατηρήσεις για τα δύσκολα μέρη του έργου.

Η όπερα Ιδομενέας εμπεριέχει εξαίσια μουσική, κρύβει όμως κάποια μυστήρια που ακόμα δεν μπόρεσαν να λύσουν 230 χρόνια από τη σύνθεσή της και να εξηγήσουν γιατί έμεινε στην αφάνεια και δεν έγινε τόσο δημοφιλής όσο οι άλλες όπερες του Συνθέτη, όπως: Η Αρπαγή από το Σεράι, Μαγικός Αυλός, Ντον Τζοβάνι κ.α..

Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού η όπερα «Ιδομενέας», ήταν εντελώς ξεχασμένη. Διαδοχικές διασκευές, χωρίς επιτυχία επιχειρήθηκαν κατά καιρούς, ακόμα και ο Ρίχαρτ Στράους το προσπάθησε, αλλά η ίδια η μουσική του Μότσαρτ επεκράτησε όλων. Παρέμεινε διαχρονική, πάντα καινούργια και μοντέρνα, μια σύνθεση που η θέση της είναι μοναδική τόσο στο έργο του Μότσαρτ, όσο και στην ιστορία της όπερας.

Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια έχει γίνει αντικείμενο μελέτης και αναβίωσης πολλών λυρικών θεάτρων.

Η Όπερα, διαδραματίζεται στην αυλή της μινωικής Κρήτης όταν ο Ιδάμανθυς, γιος του Ιδομενέα, επιστρέφει στο νησί μετά το τέλος του Τρωικού Πολέμου έχοντας μαζί του Τρώες αιχμαλώτους. Ανάμεσά τους, βρίσκεται και η κόρη του βασιλιά Πριάμου της Τροίας, πριγκίπισσα Ίλια, που θρηνεί για το χαμό των δικών της ενώ μέσα της φλέγεται από έρωτα για τον Ιδάμανθυ που την έσωσε από τα κύματα. Είναι και ο ίδιος ερωτευμένος μαζί της και προσπαθώντας να την κατακτήσει, απελευθερώνει τους αιχμαλώτους με αφορμή τις γιορταστικές εκδηλώσεις που ετοιμάζει για τον ερχομό του πατέρα του και καλεί το λαό της Κρήτης να συμβιώσει ειρηνικά μαζί τους.

Στην Κρήτη έχει καταφύγει και η κόρη του Αγαμέμνονα, πριγκίπισσα Ηλέκτρα, μετά την τραγωδία που έχει πλήξει τη βασιλική αυλή των Μυκηνών. Η Ηλέκτρα, ερωτευμένη κι εκείνη με το τον Ιδάμανθυ, εξοργίζεται με την απελευθέρωση των Τρώων, κατατρύχεται από ζήλια και αποφασίζει να εκδικηθεί καθώς προαισθάνεται ότι ο νεαρός πρίγκιπας προτιμά την Τρωαδίτισσα.

Τη στιγμή που αφαιρούν τις αλυσίδες από τους αιχμαλώτους ο συμβουλάτορας της αυλής φέρνει την τραγική είδηση ότι το πλοίο του βασιλιά Ιδομενέα βυθίστηκε και ο ίδιος είναι νεκρός.

Όλα όμως ανατρέπονται όταν ο θαλασσοδαρμένος Ιδομενέας, σώζεται από τον Ποσειδώνα, αφού πρώτα, ο Θεός, δέχεται από τον ικέτη του ως αντάλλαγμα της ζωής του, τη θυσία του πρώτου άνθρωπου που θα συναντήσει στη στεριά.

Το τίμημα θα είναι βαρύ για το βασιλιά της Κρήτης και το δίλημμα μεγάλο καθώς θα πρέπει να θυσιάσει τον ίδιο του το γιο, αφού αυτός, είναι ο πρώτος άνθρωπος που θα συναντήσει.

Στην απελπισία του ο Ιδομενέας, αποσιωπώντας το μυστικό του, αποφασίζει να απομακρύνει το γιο του από την Κρήτη και του ζητά να συνοδεύσει την Ηλέκτρα στο Άργος, η οποία θριαμβολογεί, θεωρώντας ότι κέρδισε το παιγνίδι. Την ίδια στιγμή η Ίλια επιζητεί την εύνοια του Ιδομενέα ο οποίος αντιλαμβάνεται την έρωτα των δύο νέων και την αδικία που προκάλεσε το τάμα του στον Ποσειδώνα.

Πριν προλάβουν να αναχωρήσουν η Ηλέκτρα και ο γιος του, ξεσπά μεγάλη θύελλα και εμφανίζεται ένα θαλάσσιο τέρας που τρομοκρατεί το λαό.

Ο Βασιλιάς συντετριμμένος, ομολογεί ότι πρέπει να θυσιάσει το γιος του για να κατευνάσει την οργή του Ποσειδώνα και προσφέρεται εκείνος στη θέση του. Ο λαός απαιτεί να μάθει τον ένοχο της δυστυχίας του και ο Αρχιερέας αποφασίζει να γίνει η θυσία για ικανοποιηθεί ο θαλάσσιος θεός. Το γεγονός προκαλεί μέγα θρήνο στο λαό της Κρήτης που αγαπά ιδιαίτερα τον νεαρό διάδοχο.

Στο ναό οι προετοιμασίες για τη θυσία έχουν ξεκινήσει όταν έρχεται η χαρμόσυνη είδηση από τη χορωδία που αναγγέλλει ότι ο Ιδάμανθυς σκότωσε το θαλάσσιο τέρας και ελευθέρωσε τους Κρήτες από το φόβο.

Ο βωμός είναι έτοιμος και, η Ίλια προσφέρεται να θυσιαστεί μαζί με τον αγαπημένο της, όταν ο από μηχανής θεός, ο Ποσειδώνας, έρχεται για να δώσει τη λύση του δράματος, απαγγέλλοντας το χαρμόσυνο χρησμό: «Βασιλιάς της Κρήτης δεν είναι πια ο Ιδομενέας αλλά ο Ιδάμανθυς και γυναίκα του η Ίλια». Η αγάπη και η αθωότητα νίκησαν. Ο λαός επευφημεί τους δύο νέους κατά την τελετή του γάμου και της στέψης, ενώ η Ηλέκτρα, η μεγάλη οργισμένη, αποχωρεί.

Η όπερα, «Ιδομενέας», μια παραγωγή του Théâtre des Champs Elysées του Παρισιού. Δόθηκε σε συναυλιακή μορφή, στα Ιταλικά, με ελληνικούς υπέρτιτλους. Συμμετείχε το μουσικό σχήμα Le Cercle de l’ Harmonie, που εδρεύει στην Ντωβίλ και η χορωδία δωματίου, Les Éléments, υπό τη διεύθυνση του συνθέτη και μαέστρου Jérémie Rhorer, ο οποίος κράτησε λεπτές ισορροπίες και ανέδειξε την ποιότητα της χορωδίας και της ορχήστρας. Αξιοποιώντας τη θεατρικότητα της Όπερας, απέσπασε θαυμάσιες ερμηνείες από τους μονωδούς, όλοι τους μεγάλα αστέρια της νέας γενιάς του μουσικού στερεώματος και από τις καλύτερες διανομές που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Όπως ο αμερικανός τενόρος Richard Croft, μυθικός βασιλιάς Ιδομενέας, με την κρυστάλλινη υφή στη φωνή του, άνοιγε ρωγμές στις ψυχές των ηρώων για να επουλωθούν από τη θεϊκή ευσπλαχνία. Η Αμερικανίδα σοπράνο Kate Lidsey, ενσάρκωσε με τη βελούδινη φωνή της, συγκλονιστικά, τον γιο του Ιδομενέα Ιδάμανθυ. Η Βελγίδα σοπράνο Sophie Karthäuser, με δραματική ένταση και ευγένεια στη φωνή, συγκίνησε βαθιά ως Ίλια. Η Αμερικανίδα σοπράνο Alexandra Coku, σκοτεινή, μεγαλοπρεπής Ηλέκτρα, μια ηρωίδα από τις πιο βίαιες του Μοτσάρτιου σύμπαντος καθήλωσε με την ένταση της ζήλεια και της απελπισίας. Ο Xavier Mas, Αρβάκης, ο Emiliano Gonzalez-Toro Μέγας Αρχιερέας και ο Nahuel Di Pierro, Ποσειδώνας, συμπλήρωσαν επάξια τη διανομή.

Ερμηνείες αξέχαστες, από σπουδαίους καλλιτέχνες που ενσάρκωσαν πρόσωπα μυθικά, φανταστικά, με πάθη, έρωτες και λάθη αλλά και με την αξιοπρέπεια της ανθρώπινης υπόστασης, που ενυπάρχει στη θεϊκή μουσική του Μότσαρτ.

Μια ακόμα μεγάλη επιτυχία του Φεστιβάλ Αθηνών, η Όπερα ΙΔΟΜΕΝΕΑΣ, που δόθηκε στις 4-7-2011 στην Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, με εξαίρετους ρυθμούς στη σύνθεση που άγγιξε το θαύμα, γραμμένη από έναν εικοσιπεντάχρονο, διανοούμενο νέο, μια ιδιοφυία, τον Wolfgang Amadeus Mozart [1756-1791].

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Το στήσιμο τση καλύβας

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Φωτό: Ζακυθινή Καλύβα, 1974. Αρχείο π. Παναγιώτη Καποδίστρια.
«Ανάβουνε φωτιές στις γειτονιές
του Αηγιάννη,
αχ πόσα τέτοια ξέρεις και μου λες
που 'χουν πεθάνει…»

Πέτρου και Παύλου των Αποστόλων ήταν το ορόσημο, λίγο μετά τις γυμναστικές επιδείξεις και τις φωτιές τ’ Αηγιάννη. Είκοσι εννέα του Θεριστή, πριν από τη λειτουργία στο ξωκλήσι τ’ Αηπέτρου, η καλύβα ήπρεπε να ’χει «χτιστεί» διώροφη, δίπλα στο πηγάδι, πλάι στο σπιτάκι τση αρωγής με τσου πυρωμένους τσίγκους. Την άλλη μέρα εκουβαλιόμαστε στον Αησώστη. Πώς χρυσάφιζε αχυρένια την αυγούλα με τσ’ ακτίνες να διαπερνούν τη μουντάδα τση πρωινής μαλάτσας!

Τα δρεπάνια λιμαρισμένα έκοψαν τα στάχυα στο μεγάλο χωράφι, αρωματισμένα από τη θαλασσινή αύρα τση όστριας πίσω από τον καλαμένιο φράχτη. Οι γυναίκες, ώρες ατέλειωτες τσι μέρες του Μάρτη τα βοτάνισαν βασανιστικά σκυμμένες, σαν τσι μετάνοιες των καλογραιών υπέμεναν ευλαβικά το μόχθο. Θέρισε το στάρι της χρονιάς η κεφάτη παρέα, δανεική δουλειά με συγγενήδες και φίλους, οι άντρες με τσι μεγάλες τραγιάσκες κι οι γυναίκες με τσι λευκές μαντήλες. Ίσα-ίσα να φαίνουνται τα μάτια τους, ήπρεπε να παραμείνουν λευκές σαν το γάλα, να φαντάζουν καλοζωισμένες, να είναι αφράτες κι ελκυστικές. Ύστερα ήρθε η σειρά τση καλαμίας. Οι κοσιές άστραφταν στα μυώδη αντρικά χέρια κι η εκείνη έπεφτε λιπόθυμη, χαρά των ζωντανών, μαλακωσία στις κρεβατίνες, τοιχία στις αχυρένιες καλύβες.

Οι τέσσερις κολόνες ξεχειμώνιασαν κάτου από τη λότζα οριζοντιωμένες, και τώρα καλλωπίζονται να σηκώσουν τ΄ ανάστημά τους στον καυτερό ήλιο. Τα τέσσερα λιγνόκορμα κυπαρίσσια κόπηκαν με το πριόνι-καταρράχτη, χρόνια πριν, στην παρακείμενη πλαγιά, ισοζυγιάστηκαν πάνω στη φοράδα και στήθηκαν απογυμνωμένα, σκαρί στέρεο τση θερινής κατοικιάς.

Τέσσερις τρούπες, καμωμένες με τον μπάλο και την αξίνα και σφραγισμένες για τσι πλημμύρες του χειμώνα, περίμεναν από την περασμένη χρονιά να σφιχτοδέσουν τα κυπαρίσσια ν’ ανυψώσουν την κάψα, να την κάμουν να χαθεί στη δροσιά του ύψους. Ξύλα και μαδέρια από το λυσσασμένο ξέβρασμα του σιρόκου, λεία των μπαταρισμένων πλοίων, σφιχταγκαλιάστηκαν με τσι κυπαρισσένιες κολόνες και τα καλάμια από το φράχτη και σχημάτισαν το σκελετό. Μεγάλο άνοιγμα μπροστά προς το λεβάντε, ίσο με το πλάτος τση καλύβας, παράθυρα προς το μαΐστρο και την όστρια. Κι ύστερα οι λεπτοκαλαμιές από τα στάρια, κάθετες και ισοπαχείς ανάμεσα από τσι δύο σειρές με τα οριζόντια λαμπερά καθαρισμένα καλάμια. Πόσο γλήγορα στηνόταν κάθε τοίχος, πρώτα ο πρώτος όροφος για τα παιδία, μετά ο δεύτερος για το νοικοκύρη και την κυρά του και τελευταίο το ισόγειο για τσου φιλοξενούμενους συγγενήδες και φίλους που δε μας λησμονάγανε για τσι διακοπές τους.

Η αχυρένια στέγη είχε κι ανατολική μαρκίζα, σαν αντρική καπέτα με ολόισια μαλλιά μού φάνταζε. Ομόρφαινε την αρχέτυπη αρχιτεκτονική, ήθελε να προστατεύει τον ύπνο από τον πρωινό ήλιο. Μα εκείνος ποτέ δεν κατάλαβε το παιδικό πρωινό κουζούρι, τσι ξέγνοιαστες μέρες που το χειροκίνητο σχολικό κουδούνι σιωπούσε θαμμένο στη θερινή σκόνη. Οι πρώτες αχτίδες χάιδευαν γλυκόδροσα τα πρόσωπά μας κι έσφιγγαν μάταια τα βλέφαρα να κρατήσουν το σκοτάδι αγκαλιά τους.

Κρεμάστηκαν κι οι κουρτίνες, αργαλίτικες κουρελούδες, πολύχρωμες, φρεσκοπλυμένες στα τρεχούμενα νερά του Κορνού, εκεί στα σύνορα τση Λιθακιάς με το Κερί… Κουρελούδες και πάνω στο αχυρένιο στρώμα και στα πέτρινα πεζούλια κάτω από την περγουλιά. Πολύχρωμη ζωή στην απλότητα τση καλοκαιρινής ξερασίας. Η φύση ξέρει να στολίζεται στο δροσερό ανοιγμένο καρπούζι που ξενύχτησε κρεμασμένο στο πηγάδι, στα κομιντόρα που αλλάζουν τη χρωματένια φορεσιά τους όταν γουρμάζουν, στα κιτρινοπράσινα καλοκυθάκια και τσι μεγάλες κολοκύθες, στη ριγωτή ξύλινη βαρκούλα που σιγολικνίζεται θαρραλέα όξω από το λιμάνι…

Μήτε οθόνες, μήτε ραδιόφωνα, μόνο ο γκιώνης και τα τριζόνια μα και η διάθεσή μας για τραγούδι διέκοπταν το αδιάκοπο μουρμουρητό της. Ήταν δίπλα μας, έγλειφε τα πόδια μας, νοστίμιζε την ύπαρξή μας με τη γαλάζια αλμύρα της… Πόσο όμορφη όταν την κοιτάζεις από τόσο ψηλή καλύβα, νομίζαμε θα φτάσουμε τον ουρανό, θα πιάσουμε τ’ άστρα την ώρα που πέφτουν και χάνονται στ’ αργυρένιο λαγκάδι.

«Ψηλά κυπαρισσόπουλα, χαρά στα κοριτσόπουλα που ’χουν κι αγκαλιάζουν τη φωτιά…»: από το δεύτερο αχυρένιο όροφο αντηχούσαν οι παιδικές φωνούλες στο μεγάλο κόλπο του Λαγανά, συντρόφευε και τσι χελώνες που ’σκαβαν να γεννήσουν τ’ αυγά τους στην καυτή άμμο κι έκαναν τα λευκά σαλιγκάρια να πιαστούν τη νύχτα πάνω στους ξεραμένους κορμούς και τ’ αγκάθια μες τσου φραγμένους ανεμοκούλουμους .

Κι αργότερα στα δεκάξι… νόμιζα έστησα το δικό μου σπίτι, αχυρένια καλύβα δίπλα στο θηλυκό κυπαρίσσι, πάνω στο ύψωμα, ακόμα πιο κοντά στη θάλασσα, να με νανουρίζει, να υγραίνει τα μάτια να μπορούν τα τρέχουν πάνω στις γραμμένες αράδες… λεξικά, γραμματικές, ιστορία, λατινικά, αρχαιοελληνικά. Ο Θουκυδίδης, ο Πλάτωνας, ο Δημοσθένης, μαζί με τον Ισοκράτη, το Λυσία και τους άλλους στοιβάχτηκαν δίπλα στο αχυρένιο προσκεφάλι, μου κράτησαν συντροφιά ένα ολόκληρο καλοκαίρι. Έπρεπε να προετοιμαστώ για το Πανεπιστήμιο! Μ’ άρεσε να μάθω τσι σκέψεις τους και την εποχή τους κι είχα δάσκαλο καλό! Πάντα ακούραστος ο κ. Δημήτρης Γιώργου μ’ ορμήνευε για τον αγώνα τση ζωής, για τη διαχρονικότητα του αρχαιοελληνικού και λατινικού λόγου, το πλάτεμα τση γνώσης από την επαφή με τις ρίζες…

Πώς να γλιστρήσει κανείς στα χρόνια τση αθωότητας, σ’ εκείνες τις πρωτόγνωρες γεύσεις, να κοιμηθεί ξέγνοιαστος στ’ αχυρένιο στρώμα, ν’ ακούσει τον ήχο τση καλαμίας την ώρα που αλλάζει πλευρό για να ξεμουδιάσει; Μήπως να ξαναστήσουμε τσ’ αχυρένιες καλύβες, να ’μπει η δροσιά του Μπάτη, τώρα που ακριβαίνει αβάσταχτα ο εγωισμός του πολιτισμού μας;

Λιθακιά, 28-6-2011
Related Posts with Thumbnails