© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

Δέσποινας Καποδίστρια: ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΖΑΚΥΝΘΙΝΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΩΝ ΣΤΟΝ ΝΤΙΝΟ ΚΟΝΟΜΟ

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β' Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σ. 373-380.]

«... Η ιστορία Σού οφείλει πολλά και ο κατοπινός
μελετητής […] πρέπει να Σε ευγνωμονή…»

Ο Μητροπολίτης Ιερισσού Παύλος, προς τον Ντ. Κονόμο



Σε μια προσπάθεια συμβολής στη διεξοδική έρευνα για τη συμπλήρωση, μελέτη και αξιολόγηση της ζακυνθινολογικής Επιστολογραφίας, δημοσιεύουμε στην παρούσα εργασία τέσσερα άγνωστα γράμματα ζακυνθινών εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων προς τον ακαταπόνητο Ζακύνθιο μελετητή Ντίνο Κονόμο.
O Ντίνος Κονόμος [1] γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1918 και πέθανε στην Αθήνα το 1990. Κατά την διάρκεια της ζωής του αφιερώθηκε στην, ζακυνθινολογικού κυρίως ενδιαφέροντος, ιστορική, φιλολογική και λαογραφική έρευνα. Εκτός από τις πολυάριθμες μελέτες του, αποκορύφωμα του φιλοπνευματικού του ζήλου, αποτελεί αναμφίβολα η ίδρυση και η τακτή έκδοση του έγκριτου περιοδικού Επτανησιακά Φύλλα.

Οι επιστολές [2] που στάλθηκαν στον Ντίνο Κονόμο και παρουσιάζονται εδώ συντάχθηκαν από τον Μητροπολίτη Αργολίδος Χρυσόστομο Β΄, τον Μητροπολίτη Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου Παύλο, τον Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου Ζακύνθου Δανιήλ Γιγάντε και τον θεολόγο – γυμνασιάρχη Σπύρο Αβούρη.

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Β΄[3] , κατά κόσμον Νικόλαος Δεληγιαννόπουλος, γεννήθηκε το 1916 στη Ζάκυνθο και πέθανε το 1985 στην Αθήνα. Διετέλεσε ιεροκήρυκας της Μητρόπολης Τριφυλίας και Ολυμπίας και της Μητρόπολης Αργολίδος, στρατιωτικός ιερέας με τον βαθμό του Υπολοχαγού κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, έχοντας τιμηθεί με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄ Τάξεως, και Μητροπολίτης στην Μητρόπολη Αργολίδος από το 1965 έως τον θάνατό του. Διακρίθηκε για το πνευματικό, θεολογικό και φιλανθρωπικό του έργο, ενώ στο συγγραφικό έργο του συγκαταλέγονται μελέτες, όπως: Η Εκκλησία του Άργους και της Ναυπλίας (δύο τεύχη), Αγιολογικαί μελέται και ασματική Ακολουθία Αγίου Λεωνίδου και Βίοι των εν Αργολίδι Αγίων [4] .

Ο Μητροπολίτης Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου Παύλος, κατά κόσμον Παναγιώτης Σοφός, γεννήθηκε το 1910 στη Ζάκυνθο και πέθανε το 1995 στην Αθήνα. Διετέλεσε ιεροκήρυκας των Μητροπόλεων Ζακύνθου και Κεφαλληνίας, Μητροπολίτης Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου από το 1960 έως το 1980, οπότε και εξέπεσε του θρόνου του, καθώς και Τοποτηρητής της Μητρόπολης Ζακύνθου κατά την περίοδο 1976-1977. Μετά τον θάνατό του και σύμφωνα με επιθυμία του, τα υπάρχοντά του διατέθηκαν για την ίδρυση του «Ιδρύματος Μητροπολίτου Παύλου Σοφού» το οποίο λειτουργεί ύστερα από Προεδρικό Διάταγμα του 2000 και χορηγεί υποτροφίες σε Ζακυνθινούς φοιτητές Εκκλησιαστικών ή Θεολογικών Σχολών [5] .

Ο Αρχιμανδρίτης και Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου Ζακύνθου [6] Δανιήλ Γιγάντες (κατά κόσμον Διονύσιος) γεννήθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1892 στο χωριό Μαχαιράδο της Ζακύνθου. Προσήλθε στη Μονή Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου την 1η Οκτωβρίου 1912, εκάρη μοναχός στις 11 Νοεμβρίου 1917 και χειροτονήθηκε Διάκονος στις 20 Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Το 1925, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος, ενώ το 1942, χειροτονήθηκε Αρχιμανδρίτης. Απεβίωσε στις 13 Δεκεμβρίου 1980 [7] . Υπηρέτησε το μοναστήρι του με τέτοιο ζήλο κι αφοσίωση ώστε κάποιοι σύγχρονοί του να μαρτυρούν ότι «στη Ζάκυνθο έχουμε δύο αγίους, τον πολιούχο Άγιο Διονύσιο και τον ηγούμενό μας» [8] .

Ο Σπύρος Αβούρης [9] γεννήθηκε το 1904 [10] και πέθανε την 1η Απριλίου 1978. Σπούδασε στην Θεολογική Σχολή Αθηνών, στο Ωδείο Αθηνών, καθώς και στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης. Δίδαξε σε γυμνάσια ως θεολόγος από το 1927 έως το 1967 [11] , ενώ διετέλεσε γυμνασιάρχης, ιεροκήρυκας, ψάλτης και πρόεδρος της Ένωσης Ζακυνθίων Αθηνών – Πειραιά [12] . Εκπόνησε φιλολογικές, λαογραφικές κι ιστορικές μελέτες, συνεργαζόμενος με τα σημαντικότερα έντυπα του καιρού του στη Ζάκυνθο και στις Κυκλάδες όπου εργάστηκε. Συνεργάστηκε ακόμα με τις εγκυρότερες εγκυκλοπαίδειες τις εποχής του, γράφοντας λήμματα για τη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια του Χριστιανισμού, την Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (Χάρη Πάτση) και τη Λαϊκή Εγκυκλοπαίδεια. Στο συγγραφικό του έργο συμπεριλαμβάνονται μελέτες όπως: Η Εκκλησία της Επτανήσου επί Αγγλοκρατίας (Αθήναι, 1964), Χριστιανική Ηθική (Διδακτικό βιβλίο Η΄ Τάξης), Τα Εκκλησιαστικά της Επτανήσου (1815-1867) (Αθήναι, 1965), Σύντομος Ιστορία της Εκκλησίας των Ιονίων Νήσων (Αθήναι, 1966), Η Σύρος στη Νεοελληνική Λογοτεχνία (Αθήναι, 1966) και Ηθικά Μελετήματα (Αθήναι, 1969). Για την προσφορά του, το 1960, του απονεμήθηκε Τιμητικό Δίπλωμα από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Βενέδικτο Α΄.

Οι τέσσερις επιστολές παρουσιάζουν ιστορικό και γραμματειακό ενδιαφέρον καθώς το περιεχόμενό τους μας αποκαλύπτει τις σχέσεις μεταξύ αποστολέων και παραλήπτη και σχετίζεται με θέματα ζακυνθινής βιβλιογραφίας.
Τα άγνωστα, μέχρι τώρα, επιστολικά κείμενα παρουσιάζονται στη συνέχεια σχολιασμένα, έχοντας τηρηθεί η χρονολογική τους σειρά και η ορθογραφία των συντακτών τους.


ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Α. Το γράμμα του Σπύρου Αβούρη

Τήνος 17-9-62

Φίλτατε Ντίνο,
Δεν βρήκα ευκαιρία να σου γράψω από Αθήνα, γιατί γυρίζοντας από τη Ζάκυνθο, βρήκα μετάθεση για Τήνο, εις την οποίαν και βρίσκομαι από τας αρχάς του μηνός.
Διάβασα με απληστία τους «Ζακυνθινούς σατιρικούς» [13] . Μου άρεσαν πολύ οι κριτικές βιογραφίες και τα σημειώματα. Αρκετά καλή και η επιλογή από τα έργα τους. Έδωσα σχετικό σημείωμα στο περιοδικό της Ενώσεως Ελλ[ήνων] Θεολόγων [14] . Αλλά, φαίνεται, ότι δεν εκυκλοφόρησεν ακόμη [15] .
Προ ολίγων ημερών έμαθα, ότι εκυκλοφόρησες μία ιστορική εργασία σου, την Ιστορία της κατοχής στη Ζάκυνθο [16] .
Δεν έχω καμμιά αξίωση να μου το στείλεις. Μπορούμε όμως να το αγοράση το Σχολ[ικόν] Ταμείον του Γυμνασίου μας. Γι’ αυτό στείλε ένα αντίτυπο, αν σου είναι δυνατόν ή και δύο, με σχετικήν απόδειξη και τα χρήματα θα σου σταλούν άμα τη λήψει του βιβλίου.
Στον κ. .... [17] τους χαιρετισμούς μου, το ίδιο και στον αγαπητό μου πατέρα σου [18] .
Από τη γυναίκα μου έχεις τα δέοντα.
Συγχαίροντάς σε και ευχαριστώντας για την αποστολή του βιβλίου // μένω μ’ αγάπη

[Υπογραφή]
Σπυρ. Αβούρης
Γυμνασιάρχης

Από τον κ. Μαυρίδη [19] πήρα πίσω την «καμπανολογία» [20] . Ζητούσε λεπτά για… τη δημοσίευση. Δεν του έκαμα το χατίρι [21] .



Β. Το γράμμα του Μητροπολίτη Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου Παύλου


+ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΙΕΡΙΣΣΟΥ, ΑΓ. ΟΡΟΥΣ & ΑΡΔΑΜΕΡΙΟΥ
ΠΑΥΛΟΣ
Σέρραι 1/4/1965

Αγαπητέ Ντίνο,
Με πολλήν προσοχήν διάβασα το αριστουργηματικόν έργον Σου «Ναοί και μονές στην Ζάκυνθο» [22] και ως Ζακυνθινός Σε συγχαίρω με όλην μου την καρδιά.
Δώρον πολύτιμον δια την Ζάκυνθον και για κάθε Ζακυνθινό, διότι άφησες ζωντανά στην Ιστορία, όχι μόνον την προέλευσιν και τον σκοπόν που εκτίσθησαν οι ανεκτιμήτου αξίας Ναοί και Μοναί της ωραίας Ζακύνθου, αλλά απετύπωσες τα ανεκτίμητα αυτά κειμήλια που οι φλόγες απετέφρωσαν και εξηφάνησαν για πάντα.
Η ιστορία Σου οφείλει πολλά και ο κατοπινός μελετητής, είτε Ζακυνθινός είναι αυτός είτε ξένος, πρέπει να Σε ευγνωμονή, διότι δεν ελογάριασες κόπους, θυσίες και στερήσεις, προκειμένου να παρουσιάσης την αρτίαν κατά πάντα αυτήν εργασίαν.
Ταπεινός εγώ Ιεράρχης, ο ελάχιστος των Ζακυνθινών Ιεραρχών, εκφράζω την ευγνωμοσύνην μου διότι έμαθα και εγνώρισα πολλά που αγνοούσα για τους ωραίους Ναούς και τις Μονές της φιλτάτης Ζακύνθου μας.
Σου εύχομαι δε διαπύρος υγείαν, χαράν και δύναμιν, δια να συνεχίσης το ωραίον έργον Σου, φέροντας εις το φως της δημοσιότητος και άλλες πολίτιμες ιστορικές αλήθειες δια την Ζάκυνθόν μας που τις αγνοούμεν και ημείς οι ντώπιοι και οι ξένοι.-
Διάπυρος ευχέτης προς Κύριον
+ Ο Ιερισσ[ού] Αγ. Όρ[ους] και Αρδ[αμερί]ου Παύλος



Γ. Το γράμμα του Ηγουμένου Δανιήλ Γιγάντε [23]

+
ΙΕΡΑ ΚΟΙΝΟΒΙΑΚΗ ΜΟΝΗ
ΣΤΡΟΦΑΔΩΝ & ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ
ΖΑΚΥΝΘΟΥ

Εν Ζακύνθω τη 24-2-1979

Αγαπητέ κύριε Κονόμε ελάβαμε τα αντίτυπα του έργου σας και σας ευχαριστούμεν θερμώς επιφυλασσόμενοι να σας γράψωμε στο μέλλον για την επανέκδοσιν του.
Παρακαλώ τον Άγιον Διονύσιον να σας έχη πάντα καλά για να επιτελήτε ένα τόσο ωραία έργο της συγγραφής.
Μετ’ ευχών και ευχαριστιών
ο Καθηγούμενος
Αρχ[ιμανδρίτης] Δ[ανιήλ] Γιγάντες



Δ. Το γράμμα του Μητροπολίτη Αργολίδος Χρυσοστόμου Β΄


+ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Ναύπλιον 31-1-85
Αγαπητέ μου Ντίνο, χαίρε.
Έλαβα την ωραίαν και επιτυχή φωτογραφίαν, του θρόνου της παληάς (αλησμόνητης) εκκλησίας της Μητροπόλεως Ζακύνθου [24] και σ’ ευχαριστώ θερμώς δια την προσφοράν, που για μένα είναι πολύτιμη [25] .
Για το βιβλίο Σου για τον Τερτσέτη [26] έγραψα στον ίδιον τον Πρόεδρον της Βουλής[27] και ελπίζω να μου το στείλει.
Σου εύχομαι υγείαν, υγείαν, υγείαν εις έτη πολλά για να συνεχίσης το πολύτιμον δια την Ιστορίαν και δη της Ζακύνθου έργόν Σου και διατελώ

Με αδελφικήν αγάπην
+ Ο Αργολίδος Χρυσόστομος


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Για τον Ντίνο Κονόμο, βλ. επιλεκτικά α) Διονύση Σέρρα, Ντίνος Κονόμος. Η μορφή του – Το έργο του. Κείμενα για την 50χρονη προσφορά του, Εκδόσεις Περίπλους, Αθήνα 1986, β) Του ίδιου, Φύλλα τιμής για τον Ντίνο Κονόμο. Αφιέρωμα στη μνήμη του, Έκδοση Ένωσης Ζακυνθίων Αθήνας, Αθήνα 1991, γ) Επτανησιακά Φύλλα, Αφιερωματικό τεύχος στον Ντίνο Κονόμο, 17 (1995) 4-54 και δ) Επτανησιακά Φύλλα, Αφιέρωμα στον Ντίνο Κονόμο για τα 10 χρόνια από το θάνατό του, 20 (2000) 723-968.
2. Οφείλονται ευχαριστίες στον φιλόλογο και εκδότη των Επτανησιακών Φύλλων κύριο Διονύση Σέρρα για την ευγενική παραχώρηση των επιστολών που δημοσιεύονται σ’ αυτή τη μελέτη.
3. Βλ. Λεωνίδα Χ. Ζώη, Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου, Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, Αθήναι, 1963, τ. 1, 150.
4. Βλ. Πρωτοπρεσβύτερου Παναγιώτη Καποδίστρια, Ζακυνθινοί Επίσκοποι Στον Κόσμο, Ιερά Μητρόπολις Ζακύνθου, Ζάκυνθος 2004, σ. 162-169.
5. Βλ. ό.π., σ. 158-161.
6. Για την Ιερά Μονή Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου Ζακύνθου, βλ. Διονυσίου Ιω. Μούσουρα, Αι Μοναί Στροφάδων και Αγίου Γεωργίου των Κρημνών Ζακύνθου (Μελέτη φιλολογική και παλαιογραφική), (Διδακτορική Διατριβή), Έκδοση Ιεράς Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου, Εν Αθήναις 2003.
7. Στοιχεία από το Μοναχολόγιο της Ιεράς Κοινοβιακής και Αυτοκρατορικής Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου Ζακύνθου.
8. Βλ. Αρχιμανδρίτη Αλεξίου Ξένου, «Ιερατικές Μορφές Ζακυνθίων που κατεκόσμησαν τα ήθη και τα έθιμα», Ματιές και Μνήμες από την Ζάκυνθο, τχ. 26 (2009)16-22.
9. Για τον Σπύρο Αβούρη βλ. α) Το συλλογικό τομίδιο Αφιέρωμα στη μνήμη Σπύρου Ν. Αβούρη Θεολόγου – Γυμνασιάρχου (1904-1978), Δημόσια Βιβλιοθήκη Ζακύνθου, Ζάκυνθος 1980 και β) Διονύση Σέρρα, «Επιστολή του Σπύρου Αβούρη για τις Λυρικές Παραλλαγές του Νίκου Γρυπάρη», Επτανησιακά Φύλλα 26 (2006) 647.
10. Στο Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου του Λεωνίδα Χ. Ζώη, βλ. ό.π., σ. 18, αναφέρεται εσφαλμένα ως έτος γέννησης του Σπύρου Αβούρη το 1900.
11. Βλ. α) Ντίνου Κονόμου, «Σπύρος Αβούρης (1904-1978)», Εφημερίδα Πρόοδος της Ζακύνθου, Ζάκυνθος, 31.12.1979, σ.1 και β) Του ίδιου, «Σπύρος Αβούρης (1904-1978)» στο Αφιέρωμα στη μνήμη Σπύρου Ν. Αβούρη Θεολόγου – Γυμνασιάρχου (1904-1978), Δημόσια Βιβλιοθήκη Ζακύνθου, Ζάκυνθος, 1980, σ. 78-80.
12. Βλ. Μαρίας Καραμαλίκη – Κεφαλινού, «Μια εκκλησιαστική προσωπικότητα. Σπύρος Αβούρης. Ο θεολόγος, ο δάσκαλος, ο Ζακυνθινός, ο άνθρωπος», Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου «Άγιοι και εκκλησιαστικές προσωπικότητες στη Ζάκυνθο» (Ζάκυνθος, 6-9.11.1997), Αθήναι, 1 (1999) 443-446.
13. Πρόκειται για το βιβλίο του Ντίνου Κονόμου, Ζακυθινοί Σατιρογράφοι που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1962, ως δεύτερο έργο της σειράς Ζακυθινή Βιβλιοθήκη.
14. Εννοείται το Δελτίο της «Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων» που εκδίδεται από το 1957.
15. Σύμφωνα με την Απογραφή των δημοσιευμάτων του Σπύρου Αβούρη, δεν υπάρχει παρουσίαση του βιβλίου του Ντίνου Κονόμου Ζακυθινοί Σατιρογράφοι στο Δελτίο της «Πανελληνίου Ενώσεως Θεολόγων». Βλ. σχετικά, Γεωργίας Κόκλα – Παπαδάτου, «Αναγραφή Δημοσιευμάτων του Σπύρου Αβούρη (1927-1977)», στο Αφιέρωμα στη μνήμη Σπύρου Ν. Αβούρη Θεολόγου – Γυμνασιάρχου (1904-1978), Δημόσια Βιβλιοθήκη Ζακύνθου, Ζάκυνθος 1980, σ.9-39.
16. Αναφορά στο έργο του Ντίνου Κονόμου, Η Επτάνησος κατά την Ιταλικήν Κατοχήν (1941-1943) που κυκλοφόρησε το 1962 στην Αθήνα.
17. Δυσανάγνωστο επίθετο.
18. Για τη σχέση του Ντίνου Κονόμου με τον πατέρα του, βλ. Ντίνου Κονόμου, Ο πατέρας μου κι εγώ, Αθήνα 1973.
19. Εννοείται ο Φαναριώτης τυπογράφος κι εκδότης Αριστείδης Μαυρίδης (1903-1997), ιδρυτής των εκδόσεων Μαυρίδη (1929) που από το 1943 εκδίδουν την Φιλολογική Πρωτοχρονιά.
«Ο Αριστείδης Μαυρίδης αφιέρωσε τη ζωή του στην έκδοση της Φιλολογικής Πρωτοχρονιάς. Αυτή υπήρξε το πάθος κι ο έρωτας της ζωής του και γι’ αυτήν ανάλωσε κάθε ικμάδα του βίου του. “Η γυναίκα που αγάπησα πιο πολύ στη ζωή μου, είναι η Φιλολογική Πρωτοχρονιά” είπε κάποτε (στον Δ. Νικορέτζο).» [Ευγενίας Ζωγράφου, Ριζοσπάστης, 12.2.1998, σ. 28].
20. Πρόκειται για τη μελέτη του Σπύρου Αβούρη «Ζακυνθινή Καμπανολογία» που κυκλοφόρησε τελικά στην εφημερίδα Ταχυδρόμος Ζακύνθου, στα φύλλα 319-321, στις 12/16/18 Ιουνίου 1964.
21. Παρ’ όλα αυτά, το βιβλίο του Ντίνου Κονόμου, Ζακυθινοί Σατιρογράφοι τυπώθηκε στο τυπογραφείο του Αριστοτέλη Μαυρίδη.
22. Αναφορά στη μελέτη του Ντίνου Κονόμου, Ναοί και Μονές στη Ζάκυνθο, Έκδοσις Ιονικής και Λαϊκής Τραπέζης Ελλάδος, Αθήναι, 1964. Για το έργο αυτό που κυκλοφόρησε εκτός εμπορίου, ο Ντίνος Κονόμος τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών στις 25.5.1965.
23. Το χειρόγραφο αυτό γράμμα υπογράφεται από τον Ηγούμενο της Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου αλλά γράφτηκε από τον τραπεζικό υπάλληλο Ιωάννη Μαρμαρά που την εποχή εκείνη εκτελούσε χρέη λογιστή της Μονής.
24. Πρόκειται για τον Ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων, ο οποίος είναι και ο σημερινός Μητροπολιτικός Ναός της Ζακύνθου. Γι’ αυτό τον Ναό, βλ. α) Αρχιεπισκόπου Ζακύνθου Διονυσίου Λάτα, Επίσημα Έγγραφα αφορώντα εις τον εν Ζακύνθω Ναόν της Μητροπόλεως και την αυτώ παρακειμένην γυναικείαν Μονήν, Εκ του Τυπογραφείου Παρασκευά Λεωνή, Εν Αθήναις 1891 και β) Ντίνου Κονόμου, Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο, Αθήνα, 1967, σ. 93 εξ. Εδώ διαβάζουμε τα εξής: «Από τους αξιομνημόνευτους καλλιτεχνικούς θησαυρούς της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου των Ξένων ήταν ο ξυλόγλυπτος αρχιερατικός θρόνος, έργο 14ου αιώνα […]». Επίσης, σε υποσημείωση ο Κονόμος γράφει ότι «ο μνημειώδης αυτός θρόνος ανήκε αρχικά στην εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ στο χωριό Καλαμάκι».
25. Δεν μπορούμε να ξέρουμε γιατί ο Μητροπολίτης Αργολίδος χρειαζόταν την φωτογραφία του θρόνου του παλιού Μητροπολιτικού Ναού. Ωστόσο, μπορούμε να υποθέσουμε ότι είχε δεσμούς με τον συγκεκριμένο Ναό, αφού εκεί χειροτονήθηκε Διάκονος την 1.1.1938 και Πρεσβύτερος στις 28.4.1940 από τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Δημητρίου (1934-1957). Βλ. σχετικά, Πρωτοπρεσβύτερου Παναγιώτη Καποδίστρια, ό.π., σ. 162 εξ.
26. Πρόκειται για τη μελέτη του Ντίνου Κονόμου, Ο Γεώργιος Τερτσέτης και τα ευρισκόμενα έργα του. Το κορυφαίο αυτό έργο του Κονόμου, έκδοση της Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1984. Πρόκειται για έναν μεγάλου μεγέθους πανόδετο τόμο, 920 σελίδων.
27. Εννοείται ο τότε Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων Γιάννης Αλευράς. Ο Ντίνος Κονόμος στον πρόλογο του έργου του Ο Γεώργιος Τερτσέτης και τα ευρισκόμενα έργα του, ευχαριστεί τον πρώην Πρόεδρο της Βουλής Δημήτριο Παπασπύρου ο οποίος του έδωσε την εντολή να επιμεληθεί την έκδοση και τον τότε Πρόεδρο Γιάννη Αλευρά «ο οποίος προχώρησε με κατανόηση κι ενθουσιασμό στην πραγματοποίηση της εθνικής αυτής έκδοσης.» (Ο Γεώργιος Τερτσέτης και τα ευρισκόμενα έργα του, Έκδοση Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 1984, σ. 46).

* Στη φωτογραφία: Ντίνος Κονόμος (1918-1990), Ξυλογραφία της Άριας Κομιανού (2000) που πρωτοδημοσιεύτηκε στο εξώφυλλο του αφιερωματικού τεύχους των Επτανησιακών Φύλλων για τα 10 χρόνια από το θάνατο του Ντίνου Κονόμου (τόμος 20, 2000).

ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΙΜΗΤΙΚΟΥ ΤΟΜΟΥ "ΦΙΟΡΑ ΤΙΜΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ Β΄ ΣΥΝΕΤΟ"

Εὐλογέειν ἐπί καλοῖς ἔργμασιν καλόν•
τό γάρ ἐπί φλαύροισι κίβδηλον καί ἀπατεῶνος ἔργον.
(Εἶναι ὡραῖο νά ἐπαινεῖς καλές πράξεις• γιατί τό νά ἐπαινεῖς τίς κακές
εἶναι ἔργο ψεύτικο καί ἔργο ἀπατεώνα.)

Δημόκριτος

ΧΡΕΟΣ ἐλάχιστο τιμῆς, ἀναγνώρισης καί ἀντιπροσφορᾶς πρός τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ζακύνθου κ.κ. Χρυσόστομο Β΄ ἀποτελεῖ ὁ παρών συλλογικός τόμος, μέ κείμενα πολλῶν καί γνωστῶν λίγο-πολύ, τοπικά ἤ εὐρύτερα, προσώπων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Γραμμάτων, τῆς Ἐπιστήμης. Κείμενα, εἴτε ζακυνθινολογικοῦ εἴτε ἐξωζακυνθινοῦ περιεχομένου καί ποικίλου ἐνδιαφέροντος, συναγμένα ὅλα χάρη, προπαντός, στήν πρόθυμη, εὐγενῆ καί φιλοπνευματική ἀνταπόκριση τῶν (ἐκτός τῶν μελῶν τῆς ἁρμόδιας Ἐπιτροπῆς) ἐκλεκτῶν συνεργατῶν τῆς ἔκδοσης αὐτῆς. Μιᾶς ἔκδοσης σεβαστικά ἀφιερωματικῆς καί σύνθετα πολυφωνικῆς, πού δέν ἔρχεται, ἁπλά, φυσικά ἤ εὔλογα, γιά νά προβάλει ἤ νά ἐπαινέσει ἕναν πρό πολλοῦ ἐπάξια καί δίκαια ἀναγνωρισμένο, στήν Ἑλλάδα καί σέ πολλές χῶρες τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἱκανό δραστήριο καί ρέκτη ἐκκλησιαστικό ἐκπρόσωπο καί ἡγέτη τοῦ νησιοῦ τοῦ Ἁγίου τῆς Συγγνώμης καί τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ. Ἕναν δημιουργικά καί πολύτροπα γνήσιο Ζακυνθινό Ἱεράρχη, μέ αἰσθητή τήν παρουσία του καί τή «φωνή» του καί πέρ’ ἀπό τά ὅρια τῆς γενέτειράς του, ὅπως εἶναι ἀναμφισβήτητα ὁ σημερινός Ποιμενάρχης τοῦ ἄλλοτε «Φιόρου τοῦ Λεβάντε», ἄξιος διάδοχος προτέρων του ἀξιομνημόνευτων Ἱεραρχῶν (Διονυσίου Δελάζαρη, Νικολάου Κοκκίνη, Νικολάου Β΄ Κατραμῆ κ.ἄ.).

Κυρίως, ἡ ἀνά χεῖρας ἔκδοση ἔρχεται, ὅπως πιστεύουμε, γιά νά τονίσει καί νά ὑπογραμμίσει ἰδιαίτερα, σέ καιρούς πολύπλευρης καί πολύσημης (τοπικῆς καί μή) κρίσης, δοκιμασίας καί ἀπαξίωσης ἤ ἄγνοιας, λήθης καί ὑποτίμησης προσώπων καί θεσμῶν, σ’ ἐποχή μάλιστα περισσῆς ἰδιοτέλειας καί ἄκρατου ἀτομισμοῦ, σέ μέρες ἀκμῆς ἤ κυριαρχίας τῆς μετριότητας, τῆς ἀνικανότητας, τῆς πλάνης..., ἔρχεται πρόσθετα, λοιπόν, νά ὑπομνήσει τήν ἀ ν ά γ κ η γι’ ἀντικειμενική, χωρίς παρωπίδες καί ταπεινές σκοπιμότητες, καί γι’ ἀνυστερόβουλη ἀνάδειξη καί ἐπιβράβευση πολλῶν βαθύτατα ἀνθρώπινων θετικῶν καί διακριτῶν ἀξιέπαινων στοιχείων. Ἐκείνων πού, μέ «ἀνοιχτά πάντα κι ἄγρυπνα» τά μάτια τοῦ νοῦ καί τῆς ψυχῆς, καί ὑπερβαίνοντας κάθε εἴδους μικρότητα, ἐθελοτυφλία, συντηρητισμό, καταξιώνουν -γενναιόδωρα καί ἀκέραια στή συνείδηση καί στή σκέψη τῶν πολλῶν ἤ τῶν ἀμερόληπτων καί εὐαίσθητων κριτῶν- μιά, μέ πνεῦμα ἐλεύθερο κι ἀνήσυχο καί μέ στάση (φύσει καί θέσει) φιλόθρησκη, φιλάνθρωπη, φιλονεϊκή, φιλοπατριωτική ὕπαρξη ἤ προσωπικότητα, μέ ἔργο προσφορᾶς πολύπτυχο καί ἀνθεκτικό, αὐταπόδεικτα, διδακτικά καί παραδειγματικά σύμφωνο μέ τό πνεῦμα καί τόν ρόλο τῆς σύγχρονης Ἐκκλησίας. Κι ἀκόμη, μέ ἔργο πλατύτερα καί οὐσιαστικά χριστιανικό, κοινωνικό, πολιτιστικό, φιλολαϊκό, προοδευτικό, ἀλλά καί μέ πορεία ἤ διαδρομή ζωῆς συνεπῆ καί ἀνοδική καί μέ λόγο καί ὕψος ἁδρό, τολμηρό, καθαρό, ἀσυμβίβαστο...

Πολλά ἀπ’ αὐτά τά στοιχεῖα, μαζί μέ ἄλλα ἰδιοσυγκρασιακά γνωρίσματα, ἔμφυτα καί ἐπίκτητα (ὄχι ἀρνητικά, ἀταίριαστα ἤ βλαπτικά), πιστεύουμε ὅτι χαρακτηρίζουν ἤ εὐδιάκριτα σκιαγραφοῦν ἰχνογραφοῦν καί τήν περίπτωση τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Ζακύνθου κ.κ. Χρυσοστόμου Β΄, στόν ὁποῖο τοῦτα τά «Φιόρα Τιμῆς» προσφέρονται σήμερα σάν Γνώσης καί Λόγου χαριστήριοι ἀνθοί ἤ σάν δώρημα ψυχῆς ἀναθηματικό, μέ ἀφορμή (ἤ μέ τήν εὐκαιρία) τῆς συμπλήρωσης ἐφέτος:
α) 70 χρόνων ἀπό τή γέννησή του στή Ζάκυνθο,
β) 50ετίας ἀπό τή Μοναχική Ἀφιέρωσή του στήν περιώνυμη Μονή τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης στό Σινᾶ καί
γ) 15ετίας ἀπό τήν ἀνάρρησή του στόν Μητροπολιτικό Θρόνο τῆς πατρικῆς του γῆς.

Ἰδιαίτερες καί εἰλικρινεῖς εὐχαριστίες ἐκφράζονται πρός ὅλους ὅσοι, ἄμεσα κ’ εὐγενικά, ἀνταποκρίθηκαν στήν πρόσκλησή μας γιά τήν ἀποστολή κάποιας πρωτότυπης καί ἀξιόλογης συνεργασίας. Εὐχαριστίες, ἐξάλλου, ὀφείλονται καί ἐκφράζονται πρός τόν ἀξιότιμο κ. Δημήτριο Γόνη, Ὁμότιμο Καθηγητή τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, γιά τήν ἐκ μέρους του ἀνάληψη τῆς κύριας εὐθήνης καί τῆς ἐπιμέλειας τοῦ ἐκδοτικοῦ αὐτοῦ πονήματος.

Ζάκυνθος, Μάϊος 2009

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΤΙΜΗΤΙΚΟΥ ΤΟΜΟΥ

Ὁ Πρόεδρος
Πρωτοπρεσβύτερος Παναγιώτης Καποδίστριας,
Γενικός Ἀρχιερατικός Ἐπίτροπος Ἱ. Μ. Ζακύνθου – Θεολόγος - Λογοτέχνης

Τά Μέλη
1. Ἀρχιμανδρίτης Διονύσιος Λυκογιάννης,
Θεολόγος - Ἱεροκήρυκας Ἱ. Μ. Ζακύνθου
2. Ἀρχιμανδρίτης Δανιήλ Μπιάζης,
Θεολόγος
3. Διονύσης Σέρρας,
Φιλόλογος – Ποιητής – Ἐκδότης Περιοδικοῦ Ἑπτανησιακά Φύλλα
4. Διονύσης Φλεμοτόμος,
Ἐκπαιδευτικός - Ποιητής

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

Ecumenical Patriarch Bartholomew: SAVING THE SOUL OF THE PLANET

Αddress at the Brookings Institution
Direct Archdiocesan District
Washington, DC

(November 4, 2009)



Esteemed President Strobe Talbott,

Distinguished Guests,

It is a pleasure and a privilege to address members and guests of this renowned center of political study and thought. At first glance, it may appear strange for the leader of a religious institution concerned with spiritual values to speak about the environment at a secular institution that deals with public policy. What exactly does preserving the planet or promoting democracy have to do with saving the soul or helping the poor? It is commonly assumed that ecological issues – global climate change and the exploitation of nature’s resources – are matters that concern politicians, scientists, technocrats, and interest groups.

The Ecumenical Patriarchate is certainly no worldly institution. It wields no political authority; it leads by example and by persuasion. And so the preoccupation of the Orthodox Christian Church and, in particular, her highest spiritual authority, the Ecumenical Patriarchate, with the environmental crisis will probably come to many people as a surprise. But it is neither surprising nor unnatural within the context of Orthodox Christian spirituality.

Indeed, it is now exactly twenty years since our revered predecessor, Ecumenical Patriarch Dimitrios, sparked the ecological initiatives of our Church by issuing the first encyclical encouraging our faithful throughout the world to pray for and preserve the natural environment. His exhortation was subsequently heeded by the member churches of the World Council of Churches.

What, then, does preserving the planet have to do with saving the soul? Let us begin to sketch an answer by quoting an Orthodox Christian literary giant, Fyodor Dostoevsky, echoing the profound mysticism of Isaac the Syrian in the seventh century through Staretz Zossima in The Brothers Karamazov:

Love all God’s creation, the whole of it and every grain of sand. Love every leaf, every ray of God’s light! If you love everything, you will perceive the divine mystery in things. Everything is like an ocean, I tell you, flowing and coming into contact with everything else: touch it in one place and it reverberates at the other end of the world. [1]

This passage illustrates why, with respect to the priority and urgency of environmental issues, we do not perceive any sharp line of distinction between the pulpit and this lectern. One of our greatest goals has always been to weave together the seemingly disparate threads of issues related to human life with those related to the natural environment and climate change. For as we read the mystical teachings of the Eastern Church, these form a single fabric, a seamless garment that connects every aspect and detail of this created world to the Creator God that we worship.

For how can we possibly separate the intellectual goals of this institution – namely, the advancement of democracy, the promotion of social welfare, and the security of international cooperation – from the inspirational purpose of the church to pray, as we do in every Orthodox service, “for the peace of the whole world,” “for favorable weather, an abundance of the fruit of the earth,” and “for the safety of all those who suffer”?

Over the past two decades of our ministry, we have come to appreciate that one of the most valuable lesson to be gained from the ecological crisis is neither the political implications nor the personal consequences. Rather, this crisis reminds us of the connections that we seem to have forgotten between previously unrelated areas of life.

It is a kind of miracle, really, and you don’t have to be a believer to acknowledge that. For, the environment unites us in ways that transcend religious and philosophical differences as well as political and cultural differences. Paradoxically, the more we harm the environment, the more the environment proves that we are all connected.

The global connections that we must inevitably recognize between previously unrelated areas of life include the need to discern connections between the faith communities. We must also perceive the connections between all diverse disciplines; climate change can only be overcome when scientists and activists cooperate for a common cause. And, finally, we can no longer ignore the connections in our hearts between the political and the personal; the survival of our planet depends largely on how we translate traditional faith into personal values and, by extension, into political action.

That is why the Orthodox Church has been a prime mover in a series of inter-disciplinary and interfaith ecological symposia held on the Adriatic, Aegean, Baltic, and Black Seas, along the Amazon and Danube Rivers, as well as on the Arctic Ocean. The last of these symposia concluded only a few days ago in New Orleans, seeking ways to restore the balance of the great Mississippi River.

The mention of New Orleans brings to mind another truth. Not only are we all connected in a seamless web of existence on this third planet from the Sun, but there are profound analogies between the way we treat the earth’s natural resources and the attitude we have toward the disadvantaged. Sadly, our willingness to exploit the one reflects our willingness to exploit the other. There cannot be distinct ways of looking at the environment, the poor, and God.

This is one of the reasons why we selected New Orleans as the site of our latest symposium; and this is why our visit there was in fact the second since the devastation of Hurricane Katrina. There, images of poverty abound, too close for comfort. We witnessed them in August of 2005 on the Gulf of Mexico; they are still evident over four years later – not only sealed forever in our memory, but soiling the Ward 9 to this day! How could the most powerful nation on earth appear so powerless in the face of such catastrophe? Certainly not because of lack of resources. Perhaps because of what St. Seraphim of Sarov once called “lack of firm resolve.”

The truth is that we tend – somewhat conveniently – to forget situations of poverty and suffering. And yet, we must learn to open up our worldview; we must no longer remain trapped within our limited, restricted point of view; we must be susceptible to a fuller, global vision. Tragically, we appear to be caught up in selfish lifestyles that repeatedly ignore the constraints of nature, which are neither deniable nor negotiable. We must relearn the sense of connectedness. For we will ultimately be judged by the tenderness with which we respond to human beings and to nature.

Surely one area of common ground, where all people of good will – of all political persuasion and every social background – can agree is the need to respond to those who suffer. Even if we cannot – or refuse to – agree on the root causes and human impact on environmental degradation; even if we cannot – or refuse to – agree about what would define success in sustainable development, no one would doubt that the consequences of climate change on the poor and disadvantaged is unacceptable. Such denial would be inhumane at the very least and politically disadvantageous at worst.

Of course, poverty is not merely a local phenomenon; it is also a global reality. It applies to the situation that has existed for so long in such countries as China, India, and Brazil? To put it simply, someone in the “third-world,” is the most impacted person on the planet; yet, that person’s responsibility is incomparably minute: what that person does for mere survival neither parallels nor rivals our actions in the “first-world.”

Many argue that the wealthy nations of the West became so by exploiting the environment – they polluted rivers and oceans, razed forests, destroyed habitats, and poisoned the atmosphere. But now that that the poorer nations are developing and improving the quality of life for their citizens – like the West did during the 19th and 20th centuries – all of a sudden the rules are being changed and developing nations are being asked to make sacrifices the nations of the West never made as they were developing. They are being asked to reduce their impact on the environment – in other words, to curb their development. They are being asked to drive fewer cars, consume less oil, build fewer factories, raze fewer forests, and harm fewer habitats – all in the name of protecting the environment.

Brothers and sisters – this simply cannot be. Not only is it unfair to ask the developing nations to sacrifice when the West does not – it is futile. They care not what we say – they watch what we do. And if we are unwilling to make sacrifices, we have no moral authority to ask others, who have not tasted the fruits of development and wealth, to make sacrifices.

Fortunately, the West, and in particular America, is now showing that it recognizes this “inconvenient truth” – that if we are to save our planet, sacrifices must be made by all. The Obama administration, as you know, has been very active in this regard. The President has signed an Executive Order challenging government agencies to set 2020 greenhouse reduction goals, and using the government’s $500 billion per year in purchasing power to encourage development of energy-efficient products and services.

There are also many promising developments at the global level. Representatives of the 16 countries that emit the highest levels of greenhouse gases met recently in London to discuss the amount of aid they will give less-developed nations to help them adopt cleaner energy technology. And there are growing expectations that meaningful progress can be made as a result of the United Nations Climate Change Conference scheduled to take place in Copenhagen next month.

Sacrifices will have to be made by all. Unfortunately, people normally perceive sacrifice as loss or surrender. Yet, the root meaning of the word has less to do with “going without” and more to do with “making sacred.” Just as pollution has profound spiritual connotations, related to the destruction of creation when disconnected from its Creator, so too sacrifice is the necessary corrective for reducing the world to a commodity to be exploited by our selfish appetites. When we sacrifice, we render the world sacred, recognizing it as a gift from above to be shared with all humanity – if not equally, then at least justly. Sacrifice is ultimately an expression of gratitude (for what we enjoy) and humility (for what we must share).

For our part, in addition to our international ecological symposia, the Orthodox Church has decided to establish a center for environment and peace. Hitherto, the Ecumenical Patriarchate has endeavored to raise regional and global awareness on the urgency of preserving the natural environment and promoting inter-religious dialogue and understanding. Henceforth, the emphasis will be educational – on the regional and international levels.

The Center for Environment and Peace is planned to be housed in a historical orphanage, on Büyükada, one of the Princess Islands near Istanbul. The building was once the largest and most beautiful wooden edifice in Europe, and it will embody a new direction in the initiatives of the Ecumenical Patriarchate. Whereas the orphanage was at one time forcibly closed by Turkish authorities in an act of religious intolerance, it is highly expected to be returned to the Ecumenical Patriarchate through a just process in the European Court of Human Rights, which ruled in favor of returning this historic property of the Ecumenical Patriarchate. The purpose of the Center will be to translate theory into practice, providing educational resources to advance ecological transformation and interfaith tolerance.

The Center will focus on climate change and the related changes needed in human behavior and ethics. It will serve as a source of inspiration and awareness for resolving religious issues related to the environment and peace, in cooperation with universities, and policy centers on both local and international levels.

Dear friends, as we humbly learned very early on, and as we have repeatedly stressed throughout our ministry over the last twenty years, the environment is not only a political issue; it is also – indeed, it is primarily – a spiritual issue. Moreover, it directly affects all of us in the most personal and the most tangible manner. We can no longer afford to be passive observers in this crucial debate.

In 2002, at the conclusion of the Adriatic Symposium, together with His Holiness, the late Pope John Paul II, we signed a declaration in Venice that proclaimed in optimism and prayer. Our conclusion was that:

It is not too late. God’s world has incredible healing powers. Within a single generation, we could steer the earth toward our children’s future. Let that generation start now.

Because – ΝΥΝ Ο ΚΑΙΡΟΣ -- now is the kairos – the decisive moment in human history, when we can truly make a difference.

Because now is the kairos – when the consciousness of the world is rising to the challenge.

Because now is the kairos – for us to save the soul of our planet.

Because now is the kairos – there is no other day than this day, this time, this moment.

Indeed, let it start now.

May God bless all of us to bring our labors to fruition.

Thank you.


--------------------------------------------------------------------------------

[1] The Brothers Karamozov (Harmondsworth UK: Penguin, 1982), vol. 1, 375-376 376.

Ecumenical Patriarch Bartholomew: A CHANGELESS FAITH FOR A CHANGING WORLD


Center for American Progress and Georgetown University
Gaston Hall of Georgetown University
Washington, DC
(November 3, 2009)

Remarks as Prepared for Delivery

* * *

Thank you very much, Professor James J. O'Donnell, Provost of Georgetown University, and John Podesta, President of the Center for American Progress. We are also especially grateful for the students who are present with us today, and for their interest.

Progress is often equated with change. So let us acknowledge this: it may appear strange for a progressive think tank to sponsor a lecture by the leader of a faith that takes pride in how little it has changed in 2,000 years. The fact is that our first instinct in Orthodoxy is to conserve the precious faith that has been handed down to us in an unbroken line from Jesus Christ through the Apostles. In the case of our Ecumenical Patriarchate, the First See of the Orthodox World, it has been handed to us through St. Andrew the Apostle, to whose See we are the 270th successor.

But even though our faith may be 2,000 years old, our thinking is not. True progress is a balance between preserving the essence of a certain way of life and changing things that are not essential. Christianity was born a revolutionary faith – and we have preserved that. In other words, paradoxically, we have succeeded in not changing a faith that is itself dedicated to change.

Let us, as the lawyers would say, make a disclaimer: By calling Christianity revolutionary, and saying it is dedicated to change, we are not siding with Progressives – just as, by conserving it, we are not siding with Conservatives. All political factions believe God is on their side – as Abraham Lincoln said of the Union and Confederacy, “Both read the same Bible, and pray to the same God; and each invokes His aid against the other.”

The only side we take is that of our faith – which today may seem to land us in one political camp, tomorrow another – but in truth we are always and only in one camp, that of our Lord and Savior Jesus Christ.

John Podesta, in his wonderful book, “The Power of Progress,” gives a very lucid account of American progressivism. Its core beliefs are boundless opportunity for all… equal access to education, good jobs, fair pay… and the freedom to pursue one’s dreams. It also encompasses personal and national security… respect for the environment… and harmony among nations.

Although Orthodoxy has never taken up the banner of progressivism per se, we have taken up many causes over the centuries that are progressive by definition – and today we will discuss three of them in particular:

1.Nonviolence;
2.Philanthropy, specifically in the form of healthcare; and
3.Environmentalism.

Let us begin with a Christian concept that has led to some of the most significant changes of the last century that were not delivered at the barrel of a gun – quite the opposite. It is the Christian concept of nonviolence, even and especially in the face of evil.

We said earlier that Christianity is a revolutionary faith. The highest law of all was to love God and one another

Now we all know the political and theological revolution that followed – the Roman Empire eventually adopted Christianity, which spread like a cleansing fire and rose to dominance in Europe, Asia Minor, Northern Africa, and beyond. We do not always pay as much attention to the revolution in thinking that helped achieve this dominance.

In the early years, citizens of Rome saw Christ’s followers persecuted, tortured, brutalized, and murdered in huge numbers, throughout the Empire. In most cases, they did not resist the evil that was done to them – but rather, they went willingly to their painful deaths. Why? Of course they had faith – a giant faith, a faith rarely seen in human history. But many in the pagan world had faith, and yet, when threatened, they resisted. The world had never before seen anything like the willing martyrdom of these early followers of Christ.

The world had never before seen it simply because it was a completely new and radical idea introduced by Jesus and described in Matthew 5 (38-39, 43-44):

“You have heard that it has been said, An eye for an eye, and a tooth for a tooth: But I say unto you, resist not evil: but whoever smites you on thy right cheek, turn to him the other also…. I say unto you, Love your enemies, bless them that curse you, do good to them that hate you, and pray for them which despitefully use you, and persecute you.”

Now if that is not a revolutionary concept, we don’t know what is. And the proof lies not only in the rapid spread of Christianity among the Romans who witnessed these martyrs and were awestruck by their example. The proof can be seen in our own time, in the civil rights revolution that in less than 50 years brought America from Bull Connor to Barack Obama. It was Dr. Martin Luther King, Jr.’s doctrine of nonviolence in the face of evil that made the movement unstoppable by any human force. It is one of the most powerful ideas known to man – and yet it did not come from man, in fact for human beings it is completely counter-intuitive – our first instinct is to strike back, not turn the other cheek.

We Orthodox Christians will forever hold in our hearts the late Archbishop of America Iakovos of blessed memory, who shared the faith, courage, and humility of those early Christian martyrs and joined hands with Dr. King in Selma, Alabama, in March of 1965. But there is another Orthodox link in this chain...

Dr. King was extremely conversant with Christian theology, and yet at a critical juncture early in the civil rights movement, he began to doubt the power of love to resolve social problems. A chance conversation about Gandhi led King to study the Mahatma’s successful use of nonviolence to gain freedom for India – and that restored Dr. King’s belief that love was powerful enough to gain civil rights for African-Americans.

That story is well-known --- what you may not know is that Gandhi’s inspiration was an Orthodox Christian whose name will be familiar to you – Leo Tolstoy – who in 1893 wrote a seminal book not about Christian ideas, but rather how to put those ideas into practice, especially the ideas expressed in Matthew 5. “The Kingdom of God Is within You” was translated into English in 1894 and the same year a copy came into the possession of a young Hindu lawyer in South Africa. Gandhi found the book “overwhelming” and after launching his campaign of nonviolent civil disobedience in India in 1906, could often be seen carrying Tolstoy’s writings with him into jail. The two men corresponded until Tolstoy’s death in 1910, and in fact the last long letter Tolstoy wrote was to Gandhi.

Tolstoy had his own inspiration not only in the New Testament but also in the works of others who took seriously the injunction of Jesus to “resist not evil,” including the American abolitionist William Lloyd Garrison and the pacifist Adin Ballou. But it is safe to say that, in the hands of Orthodox Christians such as Tolstoy and Iakovos, the doctrine of nonviolence helped lead to some remarkably progressive achievements.



Let us move on to a topic that is extremely timely – because of the healthcare debate in this country – to healthcare the concept of philanthropy in its most essential meaning, from the Greek, “love of human beings.”

How many people know that the modern hospital originated in the Eastern Roman Empire, also known as the Byzantine Empire?

It is widely acknowledged that the first hospitals were created in Cappadocia, which is now part of Turkey, sometime around 370 A.D. by St. Basil, Bishop of Caesarea. There had been a tradition since Antiquity of maintaining hostels for those without food or shelter, or travelers on a long journey. St. Basil was apparently the first to add doctors and staff to look after the sick.

Later that century, our revered predecessor on the Ecumenical Throne, St. John Chrysostom, opened hospitals in Constantinople, the capital of the Roman Empire. It is important to note that these institutions were funded by the Emperor and by the Church, respectively – in other words, they were public institutions, free of charge and created for the public good.

By the end of the sixth century, hospitals could be found throughout the empire. They were usually maintained by the Church, in keeping with the parable of the Last Judgment in the Gospel of Saint Matthew (25:35-36):

‘For I was hungry and you gave me food, I was thirsty and you gave me drink, a stranger and you welcomed me,

naked and you clothed me, ill and you cared for me, in prison and you visited me.'

Byzantine hospitals began as institutions for the poor, but by the seventh century they began to service the wealthy, including relatives of the royal family.

These were well-organized institutions – doctors made daily rounds of patients, except on Christian holy days… nurses or physicians’ assistants looked after patients’ needs and carried out doctors’ orders… while orderlies carried out the less skilled chores such as cleaning and so on.

At least one Byzantine emperor, Manuel I Commenus, was a trained physician himself. During his reign from 1143 to 1180, he personally treated patients in the Empire’s hospitals.

In summary, it is clear that we owe the Byzantines the development of the modern institutions we call hospitals. But what may be more important, we owe to them the view that every member of society, from the greatest to the least, deserved the best quality healthcare available at the time. This is obviously relevant today, and as the U.S. debates the best way to provide healthcare for its citizens, we hope and pray that the Byzantine-Orthodox approach provides a model worthy of emulation.

Just as every human life is a gift from God, to be treated with love and respect, so is all the rest of Creation – which is why the Orthodox Church has also been a leading voice for healing the environment.



We have followed with great interest and sincere concern, the efforts to curb the destructive effects that human beings have wrought upon the natural world. We view with alarm the dangerous consequences of humanity’s disregard for the survival of God's creation.

Our predecessor, the late Patriarch Dimitrios of blessed memory, invited the whole world to offer, together with the Great Church of Christ, prayers of thanksgiving and supplications for the protection of the gift of creation. Since 1989, every September 1st, the beginning of the ecclesiastical calendar has been designated as a day of prayer for the protection of the environment, throughout the Orthodox world.

It is fair to ask: Beyond any platitudes, what can Orthodox Christianity contribute to the movement to protect the environment? Fortunately, we have a very specific answer: We believe that through our unique liturgical and ascetic ethos, Orthodox spirituality can provide significant moral and ethical direction toward a new awareness about the planet.

Our sin toward the world – the spiritual root of all our pollution – lies in our refusal to view life and the world as a sacrament of thanksgiving, and as a gift of constant communion with God on a global scale.

We believe that our first task is to raise the consciousness of adults who most use the resources and gifts of the planet. Ultimately, it is for our children that we must perceive our every action in the world as having a direct effect upon the future of the environment. At the heart of the relationship between man and environment is the relationship between human beings. As individuals, we live not only in vertical relationships to God, and horizontal relationships to one another, but also in a complex web of relationships that extend throughout our lives, our cultures and the material world.

Human beings and the environment form a seamless garment of existence; a complex fabric that we believe is fashioned by God. As human beings, created “in the image and likeness of God” (Gen. 1:26), we are called to recognize this interdependence between our environment and ourselves. Moreover, human beings participated in Creation by giving names to the things that God created. There is no escaping our responsibility for the environment.

There is also an ascetic element in our responsibility toward God's creation. This asceticism requires voluntary restraint, in order for us to live in harmony with our environment. By reducing consumption – known in Orthodox theology as “encratia” or self-control – we ensure that resources are left for others in the world.

We must challenge ourselves to align our personal and spiritual attitudes with public policy. Encratia frees us of our self-centered neediness, that we may do good works for others. We do this out of a personal love for the natural world around us. We are called to work in humble harmony with creation and not in arrogant supremacy against it. Asceticism provides an example whereby we may live simply.

Asceticism is not a flight from society and the world, but a communal attitude of mind and way of life that leads to the respectful use, and not the abuse of material goods. Excessive consumption issues from our estrangement from self, from land, from life, and from God. Consuming the fruits of the earth unrestrained, we become consumed ourselves, by avarice and greed. Excessive consumption leaves us emptied, out-of-touch with our deepest self. Asceticism is a corrective practice, a vision of repentance. Such a vision can lead us from repentance to return, the return to a world in which we give, as well as take from creation.

We are of the deeply held belief that many human beings have come to behave as materialistic tyrants. Those that tyrannize the earth are themselves, sadly, tyrannized. We have been called by God, to “be fruitful, increase and have dominion in the earth” (Gen 1:28). Dominion is not domination – it is an eschatological sign of the perfect Kingdom of God, where corruption and death are no more.

If human beings treated one another’s personal property the way they sometimes treat their environment, we would view that behavior as anti-social. We would impose the judicial measures necessary to restore wrongly appropriated personal possessions. It is therefore appropriate for us to seek ethical and even legal recourse where possible, in matters of ecological crimes.

It follows that, to commit a crime against the natural world, is a sin. For humans to cause species to become extinct and to destroy the biological diversity of God’s creation… for humans to degrade the integrity of Earth by causing changes in its climate, by stripping the Earth of its natural forests, or destroying its wetlands… for humans to injure other humans with disease… for humans to contaminate the Earth’s waters, its land, its air, and its life, with poisonous substances… these are sins.

In prayer, we ask for the forgiveness of sins committed both willingly and unwillingly. And it is certainly God’s forgiveness that we must ask, for causing harm to His creation.

Thus we begin the process of healing our worldly environment which was blessed with Beauty and created by God. Then we may also begin to participate responsibly, as persons making informed choices in both the whole of creation, and within our own souls.

It is with that understanding that we have called upon the world's leaders to take action to halt the destructive changes to global climate that are being caused by human activity. This common cause unites all humankind – just as the waters of the world are all united. To save one river is to save all rivers and all oceans. God created heaven and earth as a united whole, and we must take a holistic view of creation. For us in the Patriarchate, “Ecumenical” is more than a name – it is a world-view and way of life.

We hope the three examples we have chosen – a nonviolent pursuit of social change… care for the health and welfare of all in the community… and respect and love for the environment as God’s creation – illustrate some of the ways in which one of the most conservative members of the Christian family has played a role in some very progressive causes.

But we also hope we have made clear that neither these causes, nor the conservative causes we may undertake – none of these things define the Church of God, no matter what any human being may assert. The Church encompasses all of God’s creation – and indeed, that is our key theme for today – we are all connected, and that connection is God.

The Lord fills all of creation with His Divine presence in one continuous connection from the substance of atoms to the Mind of God. Let us work together to renew the harmony between heaven and earth, and transfigure every detail, every particle of life. Let us love one another, and lovingly learn from one another, for the edification of God's people, for the sanctification of God's creation, and for the glorification of God's most holy Name. Amen.

Photos by J. Mindala

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

Διονύση Σέρρα: ΠΕΝΤΑΣΤΙΧΑ ΧΟΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟ


[............] μόνη,
αμάργαρος, ολόγυμνος, αυτάγγελτος,
το καθαρόν του ουρανού αναβαίνει
η Αρετή [............]

Ανδρέας Κάλβος, Η Λύρα [Πρόλογος]


Ι

Σήματα μνήμης σε μονόφυλλα Τιμής
-από της γέννας ή του τάφου την ωδή-
και με φως και με θάνατον
σαν λύτρωσης καρφιά
σε καθηλώνουν.


ΙΙ

Στις θηλιές του καιρού και του στήθους
σταθερά παρηγόρησις
της ανάσας τα λείψανα -
πώς σαρκώνουν θωπείας αφές
και φιλήματα.


ΙΙΙ

Ανείδωτος στη λάμψη του λευκού
-από την ώρα της φυγής
μέχρι του νόστου το σημάδι-
πληγές αμέτρητες μετρά (σε τόπο πλάνης)
ο φιλόπατρις.


IV

Κ' έτσι ανάκουστος σπαρά-
ζοντας στ' ακρόθυρα των Ιδεών
χέρια ταγών
ανόσια
κι ονειροθύτες χαλασμού
καταδικάζεις.


V

Και με την πένα σαν ρομφαία χαραγής
-φτερά κορφής χρυσώνοντας με το μελάνι-
αναίσχυντα φρονήματα
και σπλάχνα ζόφου σημαδεύεις
γι' ανάστασης Πνοή.


Ζάκυνθος, 2007, 2008

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Βαθιά υπόκλιση σεβασμού

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Οι παραδοσιακές παρελάσεις στις εθνικές επετείους δημιουργούν έντονη συγκίνηση στους θεατές και τηλεθεατές που καμαρώνουν τη νεολαία, την ελπίδα της συνέχισης μιας ελεύθερης ζωής. Η παρουσία των όπλων μάλλον φόβο πολέμου δημιουργούν παρά αίσθηση ασφάλειας, αφού κανένα οπλικό σύστημα στις μέρες μας δεν μπορεί να την εγγυηθεί. Η σημαντικότερη στιγμή είναι η ώρα «της βαθιάς υπόκλισης» της πολιτειακής, πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας προς τα θύματα και τους αναπήρους πολέμου. Η κατάθεση στεφάνων στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη και ο χαιρετισμός προς τους αναπήρους από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μετά το πέρας της παρέλασης είναι το κεντρικό σημείο των εθνικών εορτών που νοηματοδοτεί και όλες αυτές τις καθιερωμένες εκδηλώσεις. Ευτυχώς όλο και λιγοστεύουν οι ανάπηροι πολέμου και θα είμαστε πραγματικά τυχεροί όταν θα εκλείψουν οι ηρωικές αυτές φιγούρες από το χώρο των παρελάσεων. Τούτο θα σημαίνει ότι εδραιώνεται μακρόχρονη ειρηνική συνύπαρξη των λαών, οι παρελάσεις θα χάσουν κάθε παραδοσιακό νόημα και σκοπό και θα παραχωρήσουν τη θέση τους στα έργα και τη χαρά της δημιουργίας πολιτισμού.

Οι ηρωικές και συνάμα τραγικές αυτές μορφές των αναπήρων πολέμου (γιατί με την αναπηρία τους δυσκόλεψαν ή έχασαν τη σωματική ελευθερία των κινήσεών τους, κέρδισαν όμως την εσωτερική ελευθερία του αγώνα), συνειρμικά ταξιδεύουν τη σκέψη και το σεβασμό σε κάθε ανήμπορο και ανάπηρο που δημιούργησαν οι ατυχίες της ζωής, την ώρα της σύλληψης αλλά και την ώρα της διάβασης στο χώρο και στο χρόνο.

Η πολιτεία είναι υποχρεωμένη να εξασφαλίζει ευπρεπείς όρους διαβίωσης σε όλους αυτούς και τις τελευταίες δεκαετίες έγιναν σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Οι ίδιοι οργανώθηκαν, δημιούργησαν ομοσπονδίες και αγωνίζονται για να βγουν από το περιθώριο που τους είχε εντάξει ο παλιός απολίτιστος κόσμος. Δεν αρκεί όμως η βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου και των έργων υποδομής, χρειάζεται και η προσωπική συμπαράσταση του καθενός μας στους αγώνες τους αλλά και στον τρόπο που εμείς τους αντιμετωπίζουμε ανάλογα με την ιδιαιτερότητα και τις ανάγκες τους.

Η Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας – Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης σε συνεργασία με την έδρα της UNESCO του Πανεπιστημίου Μακεδονίας προχώρησε στην έκδοση ενός σύντομου οδηγού, που περιέχει κανόνες συμπεριφοράς καθημερινής επικοινωνίας με άτομα με αναπηρία. Εντάσσεται δε στο πλαίσιο των συντονισμένων δράσεων που αναπτύσσει από το 2006, η ΓΓΕ-ΓΓΕ στη θεματική «ΑμεΑ και ΜΜΕ»:

1. Αν κρίνετε ότι υπάρχει ανάγκη να βοηθήσετε ένα άτομο με αναπηρία ρωτήστε το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να το κάνετε.
2. Όταν συστήνεστε σε ένα άτομο με τεχνητό ή ακρωτηριασμένο χέρι, μην αποφύγετε να του δώσετε το χέρι σας. Δώστε το αριστερό σας χέρι ή αγγίζετέ τον / την με φιλική χειρονομία.
3. Προτιμήστε να μιλήσετε απευθείας στο άτομο με αναπηρία, παρά μέσω γονέα, συνεργάτη, συνοδού ή διερμηνέα.
4. Μιλήστε φυσιολογικά χρησιμοποιώντας κοινές εκφράσεις όπως «τα λέμε», «πρέπει να προλάβω», «θα έχεις νέα μου σύντομα», ανεξάρτητα από την αναπηρία που έχει το άτομο αυτό.
5. Αν μιλάτε με άτομο σε αναπηρικό καρότσι, προσπαθήστε να χαμηλώσετε στο ύψος του, ώστε ν’ αποκτήσετε οπτική επαφή
6. Επικεντρώστε την προσοχή σας σε άτομα με προβλήματα ομιλίας. Αν δεν καταλαβαίνετε τι λέει το άτομο αυτό ζητήστε του/της να το επαναλάβει. Μην προσποιείστε ότι καταλάβατε.
7. Μιλάτε αργά και καθαρά σε κωφά ή βαρήκοα άτομα. Μη φωνάζετε και μη μιλάτε μέσα στο αυτί τους. Οι εκφράσεις του προσώπου σας και οι κινήσεις των χειλιών σας, βοηθούν τα άτομα να σας καταλάβουν. Αν εξακολουθείτε να μην είστε σίγουροι ότι σας έχουν καταλάβει, σημειώστε ό,τι θέλετε να πείτε.
8. Όταν συναντήσετε τυφλό ή άτομο με πρόβλημα
όρασης κάντε αισθητή την παρουσία σας. Χαιρετήστε
το ακουμπώντας το βραχίονά του. Ρωτήστε το εάν χρειάζεται βοήθεια και πού θέλει να πάει. Μπορείτε να πείτε το όνομα σας εφόσον σας το ζητήσει. Μην
ενοχληθείτε εάν αρνηθεί τη βοήθειά σας. Απλά δεν τη χρειάζεται τη συγκεκριμένη στιγμή.
9. Όταν συνοδεύετε τυφλό ή άτομο με πρόβλημα όρασης, αφήστε το να σας πιάσει από το βραχίονα. Πάντα να προπορεύεστε ένα βήμα, έτσι ώστε να σας ακολουθεί εύκολα. Μην ξεχνάτε ότι το σώμα σας είναι ασπίδα γι αυτό. Οι οδηγίες που του δίνετε να είναι σαφείς. Χρησιμοποιήστε λεκτικούς προσδιορισμούς, όπως εμπρός - πίσω – δεξιά - αριστερά. Όταν απομακρύνεστε από κοντά του να το ενημερώνετε. Όταν του μιλάτε μην αλλάζετε τον τόνο της φωνής σας. Χρησιμοποιήστε το φυσικό σας τόνο, όπως μιλάτε σε οποιοδήποτε άλλο άτομο.
10. Αν δεν έχετε οικειότητα με ένα άτομο με αναπηρία αποφύγετε να το ρωτήσετε για την αναπηρία του ή τις αιτίες της.
11. Να είστε διακριτικός και υπομονετικός. Ένα άτομο με αναπηρία μπορεί να χρειαστεί περισσότερο χρόνο για να κάνει κάτι.
12. Μην επαινείτε υπερβολικά ένα άτομο με αναπηρία που εκτελεί συνηθισμένες, καθημερινές εργασίες.
13. Ενώ περιμένετε στη σειρά παραχωρήστε τη θέση σας σε ένα άτομο με αναπηρία. Μεσολαβήστε ώστε το άτομο να προχωρήσει μπροστά στη σειρά. Μη στέκεστε μπροστά του σε πολύ κοντινή απόσταση.
14. Όταν χρησιμοποιείτε μέσα μαζικής μεταφοράς, προσφέρετε τη θέση σας στο άτομο με αναπηρία. Βοηθήστε το να επιβιβαστεί ή να αποβιβαστεί από το λεωφορείο, το τραμ ή το αεροπλάνο, αφού πρώτα ρωτήσετε με ποιο τρόπο μπορείτε να βοηθήσετε.
15. Μην αγγίζετε τα τεχνικά βοηθήματα (πατερίτσες,
μπαστούνι, αναπηρικό αμαξίδιο), παρά μόνο εάν σας
ζητηθεί. Μη στηρίζεστε σε αναπηρικό αμαξίδιο. Είναι μέρος του προσωπικού χώρου του ατόμου που το χρησιμοποιεί. Όταν συνοδεύετε κάποιον χρήστη αναπηρικού αμαξιδίου, μην κρεμάτε στο αμαξίδιο του την τσάντα σας ή σακούλες με ψώνια προκειμένου να ελαφρώσετε τα χέρια σας. Γιατί;
16. Το αναπηρικό αμαξίδιο και τα λοιπά τεχνικά βοηθήματα θεωρούνται ως «προέκταση του σώματος» του ατόμου με αναπηρία.
17. Μη δείχνετε οίκτο σε άτομα με αναπηρία. Συμπεριφερθείτε τους ως ίσος προς ίσο, γιατί αυτό είναι. Όταν συνοδεύετε ένα παιδί που λόγω αθώας περιέργειας μπορεί να ρωτήσει για το άτομο με αναπηρία που τυγχάνει να είναι δίπλα σας, εξηγήστε
του όσο πιο απλά μπορείτε ό,τι γνωρίζετε για το συγκεκριμένο είδος αναπηρίας. Μην αποτρέπετε το παιδί από το να κοιτάζει το άτομο με αναπηρία ή να ρωτήσει σχετικά.

Στο νησί μας, την «κακιά ώρα» της ανθρωπιστικής και πολιτιστικής παρακμής που διανύουμε, φαίνεται ότι πολύ μικρή ευαισθησία δείχνουμε εμείς οι πρόσκαιρα υγιείς. Αρκεί μια βόλτα στους δρόμους και στα πεζοδρόμια της πόλης όπου είναι αδύνατο να τα διανύσει αναπηρικό καροτσάκι. Αδύνατο είναι επίσης άνθρωπος με κινητικά προβλήματα να προσεγγίσει κάποιες δημόσιες υπηρεσίες όπως η εφορία, η δε αποστροφή μας προς κάθε τέτοιο άτομο είναι πολλές φορές προκλητική.

Η βαθιά υπόκλιση σεβασμού προς τους κάθε λογής αδύνατους και ανήμπορους συνανθρώπους μας θα πρέπει να είναι καθημερινή στάση ζωής. Όλοι μας στο διάβα της ζωής είμαστε εν δυνάμει υγιείς αλλά και ανάπηροι. Ας σταθούμε δίπλα τους συμπαραστάτες και βοηθοί σε κάθε ιδιαιτερότητά τους υποκλινόμενοι με «ψυχή βαθιά», ιδιαίτερα σε όσους λαβώθηκαν ανεπανόρθωτα στους αγώνες για την ελευθερία για να μπορούμε σήμερα να απολαμβάνουμε τα δώρα της ζωής.

Σαρακηνάδο 29-10-2009

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2009

George Gordon, Lord Byron: THE CURSE OF MINERVA

(composed: 17 March 1811, Athens)*

Slow sinks, more lovely ere his race be run,
Along Morea’s hills the setting sun;
Not, as in northern climes, obscurely bright,
But one unclouded blaze of living light;
O’er the hush’d deep the yellow beam he throws,
Gilds the green wave that trembles as it glows;
On old Aegina’s rock and Hydra’s isle
The god of gladness shed his parting smile’
O’er his own regions lingering loves to shine,
Though there his altars are no more divine.
Descending fast, the mountain-shadows kiss
Thy glorious gulf, unconquer’d Salamis!
Their azure arches through the long expanse
More deeply purpled, meet his mellowing glance,
And tenderest tints, along their summits driven,
Mark his gay course, and own the hues of heaven;
Till darkly shaded from the land and deep,
Behind his Delphian rock he sinks to sleep.

On such an eve his palest beam he cast
When, Athens! here thy wisest look’d his last,
How watch’d thy better sons his farewell ray,
That closed their murder’d sage’s latest day!
Not yet—not yet—Sol pauses on the hill.
The precious hour of parting lingers still;
But sad his light to agonising eyes,
And dark the mountain’s once delightful dyes;
Gloom o’er the lovely land he seem’d to pour,
The land where Phoebus never frown’d before;
But ere he sunk below Citheron’s head,
The cup of woe was quaff’d—the spirit fled;
The soul of him that scorn’d to fear or fly,
Who lived and died as none can live or die.
But, lo! from high Hymettus to the plain
The queen of night asserts her silent reign;
No murky vapour, herald of the storm,
Hides her fair face, or girds her glowing form,
With cornice glimmering as the moonbeams play,
There the white column greets her grateful ray,
And bright around, with quivering beams beset,
her emblem sparkles o’er the minaret:
The groves of olive scatter’d dark and wide,
Where meek Cephisus sheds his scanty tide,
the cypress saddening by the sacred mosque,
The gleaming turret of the gay kiosk,
And sad and sombre ’mid the holy calm,
Near Theseus’ fane, yon solitary palm;
All, tinged with varied hues, arrest the eye;
and dull were his that pass’d them heedless by.

Again the Aegean, heard no more afar,
Lulls his chafed breast from elemental war;
Again his waves in milder tints unfold
Their long expanse of sapphire and of gold,
Mix’d with the shades of many a distant isle
That frown, where gentler oceans deigns to smile.

As thus, within the walls of Pallas’ fane,
I mark’d the beauties of the land and main,
Alone, and friendless, on the magic shore,
Whose arts revive, whose arms avenge no more; **
Oft as the matchless dome I turn’d to scan,
Sacred to gods, but not secure from man,
The past return’d, the present seem’d to cease,
And Glory knew no clime beyond her Greece!

Hours roll’d along, and Dian’s orb on high
Had gain’d the centre of her softest sky;
And yet unwearied still my footsteps trod
O’er the vain shrine of many a vanish’d god:
But chiefly, Pallas! thine, when Hecate’s glare,
Check’d by thy columns, fell more sadly fair
O’er the chill marble, where the starling tread
Thrills the lone heart like echoes from the dead.
Long had I mused, and treasured every trace
The wreck of Greece recorded of her race,
When, lo! A giant form before me strode,
And Pallas hailed me in her own abode!

Yes, ’twas Minerva’s self; but ah! how changed,
Since o’er the Darman field in arms she ranged!
Not such as erst, by her divine command,
Her form appeared from Phidias’ plastic hand:
Gone were the terrors of her awful brow,
Her idle aegis bore no Gorgon now;
Her helm was dinted, and the broken lance
Seem’d weak and shaftless e’en to mortal glance;
The olive branch, which still she deign’d to clasp,
Shrunk from her touch, and wither’d in her grasp;
And, ah! though still the brightest of the sky,
Celestial tears bedimm’d her large blue eye:
Round the rent casque her owlet circled slow,
And mourn’d his mistress with a shriek of woe!

“Mortal!”—’twas thus she spake—“that blush of shame
Proclaims thee Briton, once a noble name;
First of the mighty, foremost of the free,
Now honour’d less by all, and least by me;
Chief of thy foes shall Pallas still be found.
Seek’st thou the cause of loathing?—look around.
Lo! here, despite of war and wasting fire,
I saw successive tyrannies expire.
’Scaped from the ravage of the Turk and Goth,
Thy country sends a spoiler worse than both.
Survey this vacant, violated fane;
Recount the relics torn that yet remain:
These Cecrops placed, this Pericles adorn’d,
That Adrian rear’d when drooping Science mourn’d.
What more I owe let gratitude attest—
Know, Alaric and Elgin did the rest.
That all may learn from whence the plunderer came,
The insulted wall sustains his hated name:

For Elgin’s fame thus grateful Pallas pleads,
Below, his name—above, behold his deeds!
Be ever hailed with equal honour here
The Gothic monarch and the Pictish peer:
arms gave the first his right, the last had none,
But basely stole what less barbarians won.
So when the lion quits his fell repast,
Next prowls the wolf, the filthy jackal last;
Flesh, limbs, and blood the former make their own,
The last poor brute securely gnaws the bone.
Yet still the gods are just, and crimes are cross’d:
See here what Elgin won, and what he lost!
Another name with his pollutes my shrine:
Behold where Dian’s beams disdain to shine!
Some retribution still might Pallas claim,
When Venus half avenged Minerva’s shame.”

She ceased awhile, and thus I dared reply,
To soothe the vengeance kindling in her eye:
“Daughter of Jove! in Britain’s injured name,
A true-born Briton may the deed disclaim.
Frown not on England; England owns him not:
Athena, no! thy plunderer was a Scot.
Ask’st thou the difference? From fair Phyles’ towers
Survey Bœotia;—Caledonia’s ours.
And well I know within that bastard land
Hath Wisdom’s goddess never held command;
A barren soil, where Nature’s germs, confined
To stern sterility, can stint the mind;
Whose thistle well betrays the niggard earth,
Emblem of all to whom the land gives birth;
Each genial influence nurtured to resist;
A land of meanness, sophistry, and mist.
Each breeze from foggy mount and marshy plain
Dilutes with drivel every drizzly brain,
Till, burst at length, each wat’ry head o’er-flows,
Foul as their soil, and frigid as their snows.
Then thousand schemes of petulance and pride
Despatch her scheming children far and wide:
Some east, some west, some everywhere but north,
In quest of lawless gain, they issue forth.
And thus—accursed be the day and year!
Yet Caledonia claims some native worth,
As dull Bœotia gave a Pindar birth;
So may her few, the letter’d and the brave,
Bound to no clime, and victors of the grave,
Shake off the sordid dust of such a land,
And shine like children of a happier strand;
As once, of yore, in some obnoxious place,
Ten names (if found) had saved a wretched race.”

“Mortal!” the blue-eyed maid resumed, “once more
Bear back my mandate to thy native shore.
Though fallen, alas! this vengeance yet is mine,
to turn my counsels far from lands like thine.
Hear then in silence Pallas’ stern behest;
Hear and believe, for time will tell the rest.

“First on the head of him who did this deed
My curse shall light,—on him and all his seed:
Without one spark of intellectual fire,
Be all the sons as senseless as the sire:
If one with wit the parent brood disgrace,
Believe him bastard of a brighter race;
Still with his hireling artists let him prate,
and Folly’s praise repay for Wisdom’s hate;
Long of their patron’s gusto let them tell,
Whose noblest, native gusto is—to sell;
To sell and make—may shame record the day!—
The state receiver of his pilfer’d prey.
Meantime, the flattering, feeble dotard, West,
Europe’s worst dauber, and poor Britain’s best,
With palsied hand shall turn each model o’er
And own himself an infant of fourscore.
Be all the bruisers cull’d from all St. Giles’,
That art and nature may compare their styles;
While brawny brutes in stupid wonder stare,
And marvel at his lordship’s stone shop there.
Round the throng’d gate shall sauntering coxcombs creep,
To lounge and lucubrate, to prate and peep;
While many a languid maid, with longing sigh,
On giant statues casts the curious eye;
The room with transient glance appears to skim
Yet marks the mighty back and length of limb;
Mourns o’er the difference of now and then;
Exclaims ’These Greeks indeed were proper men!’
Draws slight comparisons of these with those,
And envies Laïs all her Attic beaux.
When shall a modern maid have swains like these!
Alas! Sir Harry is no Hercules!
And last of all, amidst the gaping crew,
Some calm spectator, as he takes his view,
In silent indignation mix’d with grief,
Admires the plunder, but abhors the thief.
Oh, loath’d in life, nor pardon’d in the dust,
May hate pursue his sacrilegious lust!
Link’d with the fool that fired the Ephesian dome,
Shall vengeance follow far beyond the tomb,
And Eratostratus and Elgin shine
In many a branding page and burning line;
Alike reserved for aye to stand accursed,
Perchance the second blacker than the first.

“So let him stand, through, ages yet unborn,
Fix’d statue on the pedestal of Scorn’
Though not for him alone revenge shall wait,
But fits thy country for her coming fate:
Hers were the deeds that taught her lawless son
To do what oft Britannia’s self had done.
Look to the Baltic—blazing from afar,
Your old ally yet mourns perfidious war.
Not to such deed did Pallas lend her aid,
Or break the compact which herself had made;
Far from such councils, from the faithless field
She fled—but left behind her Gorgon shield;
A fatal gift that turn’d your friends to stone,
And left lost Albion hated and alone.

“Look to the East, where Ganges’ swarthy race
Shall shake your tyrant empire to its base;
Lo! There Rebellion rears her ghastly head
And glares the Nemesis of native dead;
Till Indus rolls a deep purpureal flood
And claims his long arrear of northern blood.
So may ye perish! Pallas, when she gave
Your free-born rights, forbade ye to enslave.

“Look on your Spain!—she clasps the hand she hates,
But boldly clasps, and thrusts you from her gates.
But Lusitania, kind and dear ally,
Can spare a few to fight, and sometimes fly,
Oh glorious field! by Famine fiercely won,
The Gaul retires for once, and all is done!
But when did Pallas teach, that one retreat
Retrieved three long olympiads of defeat?

“Look last at home—ye love not to look there;
On the grim smile of comfortless despair:
Your city saddens: loud though Revel howls,
Here Famine faints, and yonder Rapine prowls.
See all alike of more or less bereft;
No misers tremble when there’s nothing left.
‘Blest paper credit;’ who shall dare to sing?
It clogs like lead Corruption’s weary wing.
Yet Pallas pluck’d each premier by the ear,
Who gods and men alike disdain’d to hear;
But one, repentant o’er a bankrupt state,
On Pallas calls,—but calls, alas! Too late:
Then raves for...; to that Mentor bends,
Though he and Pallas never yet were friends.
Him senates hear, whom never yet they heard,
Contemptuous once, and now no less absurd.
So, once of yore, each reasonable frog
Swore faith and fealty to his sovereign ‘log.’
Thus hailed your rulers their patrician clod,
As Egypt chose an onion for a god.

“Now fare ye well! enjoy your little hour;
Go, grasp the shadow of your vanish’d power;
Gloss o’er the failure of each fondest scheme;
Your strength a name, your bloated wealth a cream.
Gone is that gold, the marvel of mankind,
And pirates barter all that’s left behind.
No more the hirelings, purchased near and far,
Crowd to the ranks of mercenary war.
The idle merchant on the useless quay
Droops o’er the bales no bark may bear away;
Or back returning, sees rejected stores
Rot piecemeal on his own encumber’d shores:
The starved mechanic breaks his rusting loom,
And desperate mans him ’gainst the coming doom.
Then in the senate of your sinking state
Show me the man whose counsels may have weight.
Vain is each voice where tones could once command;
E’en factions cease to charm a factious land:
Yet jarring sects convulse a sister isle,
And light with maddening hands the mutual pile.

“’Tis done, ’tis past, since Pallas warns in vain;
The Furies seize her abdicated reign:
Wide o’er the ream they wave their kindling brands,
And wring her vitals with their fiery hands.
But one convulsive struggle still remains,
And Gaul shall weep ere Albion wear her chains.
The banner’d pomp of war, the glittering files,
O’er whose gay trappings stern Bellona smiles;
The brazen trump, the spirit-stirring drum,
That bid the foe defiance ere they come;
The hero bounding at his country’s call,
The glorious death that consecrates his fall,
Swell the young heart with visionary charms,
And bid it antedate the joys of arms.
But know, a lesson you may yet be taught,
With death alone are laurels cheaply bought:
Not in the conflict Havoc seeks delight,
His day of mercy is the day of fight.
But when the field is fought, the battle won,
Though drench’d with gore, his woes are but begun:
His deeper deeds as yet ye know by name;
The slaughter’d peasant and the ravish’d dame,
The rifled mansion and the foe-reap’d field,
Ill suit with souls at home, untaught to yield.
Say with what eye along the distant down
Would flying burghers mark the blazing town?
How view the column of ascending flames
Shake his red shadow o’er the startled Thames?
Nay, frown not, Albion! for the torch was thine
That lit such pyres from Tagus to the Rhine:
Now should they burst on thy devoted coast,
Go, ask they bosom who deserves them most.
The law of heaven and earth is life for life,
And she who raised, in vain regrets, the strife.”



* Poem was a Satire about the "Elgin Marbles," the antiquities taken from the Acropolis in Athens and shipped to England during that time. Although Byron never intended to publish this poem, a copy was stolen from him and printed without his approval.

** line amended from original: Whose arts and arms but live in poets’ lore; as Byron requested the following year, although it was not done.

Πηγή: Ποίηση του Λόρδου Μπάιρον

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Φώτη Αδάμη (Δημήτρη Γ. Μαγριπλή), ΜΙΑ ΑΛΑΔΩΤΗ ΠΟΡΤΑ (διήγημα)

Η πόρτα της υπηρεσίας άνοιγε πάντα με ένα τριγμό, σαν να ήταν χρόνια αλάδωτη και ξεχασμένη. Θύμιζε είσοδο αδύτου ή μάλλον η συγκίνηση μετέβαλε εικόνες απλές σε έντονα ερεθίσματα για τα κουρασμένα από την αϋπνία του μάτια. Πρώτη μέρα στην υπηρεσία μετά από χρόνια ταλαιπωρίας και αλλαγών. Σερβιτόρος, μάγειρας, οικοδόμος, προπομπός σε θεατρικό μπουλούκι. Είχε αλλάξει δουλειές και δουλειές, προσπορίζοντας τα αναγκαία για τη ζήση και παράλληλα σπούδαζε με το μεράκι της γνώσης να του σαγηνεύει το νου και την επιθυμία μιας επαγγελματικής καταξίωσης στο μέλλον, που έδειχνε μακρινό εκείνη την εποχή. Οικονομολόγος με μεταπτυχιακές σπουδές και διάθεση για σοβαρή προσφορά στα κοινά. Είχε σταθεί όμως άτυχος. Είτε γιατί δεν είχε καμία γνωριμία, απαραίτητη για την εγχώρια πραγματικότητα, είτε γιατί μετά από τόσες και τόσες εξετάσεις δεν τολμούσε να συμμετάσχει πάλι σε διαγωνισμούς. Άλλοτε του έλεγαν απλά ευχαριστούμε πολύ, και βέβαια ουδέποτε τον ειδοποιούσαν για κάτι θετικό, άλλοτε του το απέκλειαν από την πρώτη στιγμή και μερικές φορές τον απέρριπταν επειδή είχε, όπως του έλεγαν, υπερβολικά προσόντα για την προκήρυξη. Έτσι, είχε φτάσει στο σημείο να βλέπει κάτι απίθανους τύπους να τον προσπερνούν εργασιακά. Με λιγότερα προσόντα αλλά με τις πλάτες των δικών τους, είχαν πιάσει το μυστικό της επιτυχίας για μια χώρα σαν και την δική μας. Γονείς νομοταγείς και ολίγον εθνικόφρονες, στα σίγουρα μέλη ή φίλοι των κυρίαρχων πολιτικών παρατάξεων, με γνωριμίες πολλές και αναφορές στην τοπική κοινωνία, που ακόμη μπέρδευε το ποδόσφαιρο με την πολιτική, άνθρωποι που χωρίζονταν σε χρώματα, άσχετα αν δεν πείθονταν και οι ίδιοι για τη διαφορά των επιλογών τους.

- Ζούγκλα, έλεγε, και έσκυβε το κεφάλι κάτω, όχι από ντροπή αλλά από πείσμα.

- Τι θέλουν, μονολογούσε. Ένα πτυχίο; θα πάρω δύο. Ένα μεταπτυχιακό; θα πάρω δύο. Και αγωνιζόταν, λοιπόν, με διάθεση για προκοπή και όνειρα για το μέλλον, σε μια πραγματικότητα που, ενώ ζητούσε από τα παιδιά της προσόντα, στο τέλος η ίδια τα απαξιούσε, βάζοντας προσωπικές συνεντεύξεις και κάθε λογής εμπόδια στη δήθεν αξιοκρατία, προς χάριν ορισμένων. Έ, όπως και να έχει, τα παιδιά των ψηφοφόρων μας είναι παιδιά ευαίσθητα και καλά, λίγο ίσως περισσότερο κουρασμένα από τα άλλα, όχι επειδή είναι οκνηρά, αλλά απλά γιατί γεννήθηκαν από γέρους γονείς στη νοοτροπία και την αντίληψη, συνταξιούχους από τα είκοσι. Έτσι και αυτά μεγάλωσαν μες στη μιζέρια και τη στέρηση, ανίκανα να αγωνιστούν για φιλοδοξίες πέραν της κατάληψης μιας θέσης - βολέματος κυρίως στο δημόσιο. Έβαλε τα γέλια. Ανέβηκε τις σκάλες και βρέθηκε στον τεράστιο σκοτεινό διάδρομο. Ήξερε ότι δεν ερχόταν να βολευτεί. Η θέση μάλιστα υποσχόταν έργο προς χάριν των αναξιοπαθούντων και η επιλογή απαιτούσε τεράστιο βιογραφικό. Αυτός, όμως, επέμενε χαρακτηριστικά:

- Τους τύφλωσε ο Θεός και με πήρανε, δήλωνε στον κολλητό του,
αρνούμενος να δεχθεί οποιαδήποτε άλλη εκδοχή για την πρόοδό του.

Τα βήματά του αντηχούσαν όπως οι δείκτες του ρολογιού. Το κοίταξε και βεβαιώθηκε ότι ήταν στην ώρα του. Πλησίασε το πρώτο γκισέ. Μια λιγομίλητη πρησμένη κυρία τού έδειξε το γραφείο του διευθυντού και πήρε να περπατάει για εκεί. Η ιδιαιτέρα του τον κράτησε με ευγένεια στο σαλονάκι με τη γλάστρα και το τασάκι με την υπενθύμιση του απαγορεύεται το καπνίζειν. Κοιτούσε τα κάδρα με τους ταξιδιωτικούς προορισμούς και περίμενε. Ο νους του ταξίδευε σε θάλασσες καλοσυνάτες και οι σκέψεις του, ουράνιο τόξο, έβρισκαν τα πάντα ρόδινα και ευχάριστα. Ήταν επιτέλους παρών. Έστω και στο τελευταίο τραίνο, ο γιος του καπετάνιου μπορούσε επιτέλους να περάσει σε μια άλλη ζωή. Με κάποια οικονομική άνεση, με σκοπό και έργο ουσίας, με σωστή εκμετάλλευση των πνευματικών του εφοδίων, με τιμιότητα και διάθεση για δουλειά. Το εσωτερικό τηλέφωνο επιτέλους χτύπησε. Η ιδιαιτέρα χαμογελώντας τού προανήγγειλε ότι ο κύριος διευθυντής μπορούσε να τον δεχθεί. Σηκώθηκε και με σεβασμό κτύπησε την πόρτα. Θα έβρισκε έναν άνθρωπο σκυμμένο σε μια στοίβα χαρτιών, ήταν σίγουρος. Άνοιξε την πόρτα και βηματίζοντας με το μάτια του να μετρούν τα πλαστικά πλακάκια της απόστασης, έφτασε μέχρι το τεράστιο γραφείο. Ο χώρος μύριζε φρέσκο ψωμί και μέλι. Κοίταξε γύρω και είδε μια τεράστια πιατέλα πρωινού. Αμέσως μαζί αντίκρισε για πρώτη φορά ένα στρογγυλό πρόσωπο, ψυχρό και αγέλαστο, που τον περιεργαζόταν όπως μια σφίγγα έναν ανθό. Έκανε πίσω και στάθηκε προσοχή, υποβάλλοντας τα σέβη του.

- Κάθισε, του είπε κοφτά.
Είσαι ο καινούργιος. Έλαβα τηλεφωνική εντολή από τα κεντρικά, ότι θα ερχόσουνα σήμερα. Δεν ξέρω ποιος σε έστειλε και πώς βρέθηκες εδώ, αλλά να είσαι ενήμερος ότι εδώ είμαστε μακριά από τους επιτετραμμένους των Αθηνών, που σημαίνει να είσαι φρόνιμος και καλός υπάλληλος.

Άνοιξε την ενδοεπικοινωνία και με αυστηρό τόνο αξίωσε από την ιδιαιτέρα του να παρουσιαστεί αμέσως.

- Οδήγησε τον κύριο στο γραφείο 3β και κατατόπισέ τον σχετικά. Καλημέρα σας.

Σοκαρισμένος ακολούθησε την κοπέλα. Μετά από μια λαβυρινθώδη διαδρομή, τον παρέδωσε στην κυρία Μαρία, μια ξερακιανή σφιγμένη δεσποινίδα, ετών πολλών και αυτή με την σειρά της τον οδήγησε αμίλητη στο 3β.

- Εδώ, του είπε.
Αυτός είναι ο χώρος εργασίας σας. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής δυστυχώς προσωρινά δεν λειτουργεί. Το τηλέφωνο είναι μέσω κέντρου. Πατάτε το μηδέν και κατόπιν το νούμερο. Μπορείτε να κάνετε μόνο τοπικές κλήσεις, εκτός και αν για το σκοπό της υπηρεσίας λάβετε την άδεια από τον προϊστάμενο. Καλώς ήλθατε και καλή σύνταξη.

Έμεινε άναυδος. Βρισκόταν σε έναν άδειο χώρο, μπροστά από ένα άδειο γραφείο, δίπλα από μια άδεια βιβλιοθήκη, που μύριζε κάτι σαν κλεισούρα κάτι σαν ούρα, κάτω από ένα φως κίτρινο και υποτονικό, σα να’ θελε η λάμπα να ξεψυχήσει και δεν την αφήνανε. Υπήρχε και μια ντουλάπα. Την άνοιξε και ξάφνου έπεσαν πάνω του στοίβες φάκελοι σε μπλε χάρτινα ντοσιέ. Έκανε να ανοίξει ένα. «Σωστές προϋποθέσεις λειτουργίας της υπηρεσίας», υπογεγραμμένο από τον διευθυντή και με σφραγίδες του ελληνικού δημοσίου. Ενδιαφέρον, σκέφτηκε και αφού δεν είχε άλλη απασχόληση έκανε να το διαβάζει.

Παράγραφος πρώτη: Η συνείδηση του υπαλλήλου πρέπει να ελέγχεται από το γεγονός ότι αποτελεί τυπικό μέλος μιας ομάδας συμφερόντων, μέσα στα οποία εντάσσονται και τα δικά του συμφέροντα και οι επιδιώξεις, όπως και η αναγνώριση των κοινών αντιπάλων. Η υπηρεσία μας αποτελεί μια αρραγή ομάδα απέναντι στους άλλους, τους ξένους, τους διαφορετικούς.

Παράγραφος δεύτερη: Ο υπάλληλος έχει την υποχρέωση του συντονισμού και της αλληλεγγύης με τους συναδέλφους του. Η εργασία όλων αποσκοπεί πρώτιστα στο συμφέρον της υπηρεσίας και κατόπιν στην εξυπηρέτηση των άλλων.

Παράγραφος τρίτη: Ο διευθυντής της υπηρεσίας έχει ηγετικό ρόλο, απέναντι στη βούληση του οποίου υπάρχει μόνο σεβασμός και υποχρέωση ευθυγράμμισης. Ο υπάλληλος οφείλει να έχει την πρέπουσα συμπεριφορά απέναντι στους ιεραρχικά ανωτέρους του και να ενεργεί με γνώμονα την υπακοή και την πειθαρχία στους γνωρίζοντες το πολιτικά και πρακτικά ορθό. Αυτό ισχύει για κάθε περιστατικό, ακόμη κι αν πρόκειται για τη ζωή και την τύχη των πολιτών που εξυπηρετεί προς χάριν της υπηρεσίας.

Τρόμαξε. Έκλεισε τον φάκελο με οργή. Κοίταξε την πόρτα με απόλυτη περισυλλογή. Τον είχε λούσει κρύος ιδρώτας και ένα πονάκι έκανε βόλτα στο στήθος του. Ένοιωθε σε απόλυτη σιγή. Ακούστηκαν βήματα στον διάδρομο. Η κυρία Μαρία με έναν μυστακοφόρο μεσήλικα εμφανίστηκαν απέναντί του. Είχαν ένα πονηρό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη τους. Ο άντρας τού ζήτησε να εγερθεί από το κάθισμά του. Ήταν η ώρα της ορκωμοσίας. Απαραίτητη προϋπόθεση, προτού αναλάβει καθήκοντα. Σηκώθηκε αμίλητος και απρόθυμος για κάθε αντίδραση. Ο κύριος Τάκης, όπως του συστήθηκε ο μυστακοφόρος μεσήλικας, με την ευλάβεια ιερέως μπροστά στην Αγία Τράπεζα, άνοιξε έναν τεράστιο μπλε φάκελο πάνω στο άδειο γραφείο. Έβγαλε ένα κείμενο και το τοποθέτησε κορυφαίο στον πάκο των εγγράφων. Η κυρία Μαρία, σοβαρή ως ψάλτης στα δεξιά του, μονολογούσε κάτι για την τύχη του νέου υπαλλήλου. Ο ήρωάς μας κοίταξε κλεφτά τον άδειο διάδρομο. Ήταν όλα έτοιμα. Ο κύριος Τάκης τον προέτρεψε να σηκώσει την δεξιά του στο ύψος της καρδιάς, προτάσσοντάς του ταυτόχρονα ένα αντίγραφο του κορυφαίου εγγράφου. «Η Βίβλος των υπαλληλικών σχέσεων» και από κάτω «Σωστές προϋποθέσεις λειτουργίας της υπηρεσίας». Έψαχνε απεγνωσμένα να αντικρίσει κάποια θρησκευτική εικόνα. Ήταν όμως, μετά από εντολή του κυρίου διευθυντού, απομακρυσμένες από το κτίριο. Το μόνο που βρήκε να πιαστεί η ματιά του ήταν ένα κάδρο με τις συνήθεις τουριστικές παραστάσεις, που κάποιος μάλλον την είχε φτύσει. Λεπτομέρεια για τη στιγμή. Η ουσία ήταν πως η εικόνα, κατά περίεργη σύμπτωση, έδειχνε μια μικρή πόλη με κάστρο. Ήταν η πόλη που έχει περάσει τα πιο ξένοιαστα καλοκαίρια της ζωής του μαζί με τον πατέρα του τον καπετάνιο και όλη την οικογένεια του. Γύρισε και ψέλλισε στους παρευρισκόμενους, με κείνη την απόλυτη ευγένεια που τον διακατείχε:

- Ξέρετε, η συγκίνηση, ίσως θα μπορούσα να πάω πρώτα στην …μ… τουαλέτα;

- Βεβαίως. Στο τέρμα του διαδρόμου δεξιά, του αντέτεινε με σεβασμό για την ανάγκη η κυρία Μαρία.

Βγήκε στον διάδρομο και έστριψε αριστερά. Τα βήματά του ήταν γοργά και η καρδιά του έπαιζε ένα πολεμικό εμβατήριο. Την κεντρική πόρτα την βρήκε κλειστή. Την έσπρωξε με μανία και βγήκε στον καθαρό αέρα. Ήθελε να πετάξει. Πίσω του η πόρτα έτριζε κλείνοντας. Γύρισε τη ματιά του πίσω. Τώρα ήταν σίγουρος πως όλες οι πόρτες των δημοσίων κτηρίων έμοιαζαν. Είτε φυλακές, είτε ψυχιατρεία, είτε δημόσιες υπηρεσίες γενικά, οι πόρτες έτριζαν το ίδιο. Ο δρόμος έκλεισε τις σκέψεις του και τα βήματά του έγιναν σαν του ανέμου ανεμπόδιστα.



[Απο τη συλλογή διηγημάτων του Δ. Γ. Μαγριπλή (εδώ με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Φώτης Αδάμης), "Μαθήματα κηπουρικής και άλλα διηγήματα", εκδ. Σοκόλης - Κουλεδάκης, Αθήνα 2007.]


Η συμβολή της Τέχνης στο έπος του ’40

Της Κατερίνας Δεμέτη

Για τις εικαστικές τέχνες, της επιφάνειας (σχέδιο, ζωγραφική, χαρακτική, λιθογραφία, γελοιογραφία) και του χώρου (γλυπτική, ανάγλυφο), που έδωσαν το παρόν, στην εξάμηνη σύγκρουση, που άνοιξε στις 28 Οκτωβρίου 1940 κι έκλεισε οριστικά στις 27 Απριλίου 1941, και που κατέληξε σε θρίαμβο και εποποιία του ελληνικού λαού, έχουν γραφτεί πολλά.

Εμείς σήμερα, επειδή πιστεύουμε ότι η απαξίωση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, έχει ανάγκη από τέτοιες υπενθυμίσεις, που φέρνουν στο προσκήνιο ανθρώπους που η καλλιτεχνική τους ιδιότητα δε συνοδεύεται μόνο από επιτυχημένες «ατομικές» εκθέσεις, αλλά από αξιοποίηση του ταλέντου και των γνώσεων προς όφελος της πατρίδας μας, θ’ ασχοληθούμε με τις πρώτες.

Βοηθοί μας: το εξαιρετικό ένθετο της εφημερίδας Η Καθημερινή, Επτά Ημέρες, Κυριακή 26 Οκτωβρίου 1997, Αφιέρωμα: Εικαστικά και Έπος του ’40 (επιμέλεια αφιερώματος Κωστής Λιόντης) και το λεύκωμα «Το έπος του ’40-Λαϊκή Εικονογραφία», Αθήνα 1987, το οποίο κυκλοφόρησε ως αναμνηστικό για την έκθεση «Η λαϊκή λιθογραφία του ’40», που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1980 στο χώρο της αίθουσας των Συνεδριάσεων της Παλαιάς Βουλής, από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, ως συμβολή στον εορτασμό των σαράντα χρόνων από τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, με τη φροντίδα της τότε επιμελήτριας του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, κυρίας Μαρίας Λαδά-Μινώτου.

Είναι πράγματι εντυπωσιακός ο αριθμός των εικαστικών, που είτε υπηρετώντας ως μάχιμοι, όπως ο Αλέξανδρος Αλεξανδράκης (1913-1968) ή με την επίσημη ιδιότητα του πολεμικού ζωγράφου, όπως ο Ουμβέρτος Αργυρός (1882-1963) και ο Γιώργος Προκοπίου (1876-1940), είτε μέσα από το εργαστήρι χαρακτικής του Γιάννη Κεφαλληνού, στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ), είτε μέσα από τα σκίτσα και τις γελοιογραφίες στις εφημερίδες της εποχής, θα επιστρατευτεί για ν’ αποτυπώσει, με κάθε πρόσφορο εικαστικό μέσο το έπος του ’40.

Αλλά και άλλοι εικαστικοί, εμπνευσμένοι από τον αγώνα για την πατρίδα, θα φιλοτεχνήσουν μεμονωμένα έργα όπως οι: Γιώργος Γουναρόπουλος (1889-1977), Περικλής Βυζάντιος (1893-1972), Βάσος Γερμενής (1896-1966), Αλέκος Κοντόπουλος (1905-1979), Κώστας Κουτσουρής (1913-1991) και οι γλύπτες Γιάννης Κανακάκης (1903-1978), Αθανάσιος Λημναίος (1908-1977), Φίλιππος Μάκοτσης (1910) και Νικόλας [Παυλόπουλος] (1909-1990). Παράλληλα μια σειρά άλλων ζωγράφων όπως οι Φρίξος Αριστεύς (1879-1951), Έκτωρ Δούκας (1885-1969), Νίκος Καστανάκης (1896-1961), Νικόλαος Νείρος (1905-1979), Νικόλαος Πασχαλίδης (1906), επιδόθηκαν σε συνθέσεις με πολεμική θεματογραφία, οι οποίες σχεδιάζονταν προκειμένου να τυπωθούν λιθογραφικά στο σχήμα της αφίσας για συγκεκριμένους εκδοτικούς οίκους σε χιλιάδες αντίτυπα.

Εκδότες που κυκλοφόρησαν λαϊκές εικόνες του ’40 είναι ο Απόλλων Παπαδημητρίου - εκδόσεις Άγκυρα, οι Αλέξανδρος και Ευάγγελος Παπαδημητρίου - εκδόσεις Αστήρ, ο Μίχος Σαλίβερος με τον ομώνυμο εκδοτικό οίκο, ο Δημήτριος Δημητράκος, ο Γεώργιος Παπαδημητρίου, η Λιθο-Καλφο και οι Έκτωρ Δούκας και Λώρης Μελετόπουλος. Τα τυπογραφεία στα οποία έγιναν οι εκτυπώσεις ήταν κυρίως του Κ. Π. Καρύδη, του Β. Παπαχρυσάνθου, του Πεχλιβανίδη και η Ην(ωμένη) Χαρτοβ(ιομηχανία) Αθανασούλα.

Οι λιθογραφημένες εικόνες, κυριολεκτικά «εικονογραφημένες ειδήσεις», παράγονταν με ταχύτατο ρυθμό η μια μετά την άλλη, αγωνιώντας ο κάθε εκδοτικός οίκος να προλάβει τα νέα για τα πολεμικά γεγονότα και να υπερκεράσει τον άλλο. Πριν καλά -καλά στεγνώσουν τα λιθογραφικά μελάνια από τα πιεστήρια, οι εκδότες τις έβγαζαν στους αθηναϊκούς δρόμους και τις πουλούσαν σε μεγάλο αριθμό αντί ευτελεστάτου τιμήματος (4-6 δρχ. καθεμιά), ενώ τις διοχέτευαν επίσης σε πόλεις και χωριά της Ελλάδας, όπου έμπαιναν πρώτα στο κεντρικό καφενείο ή εδωδιμοπωλείο και μετά στα σπίτια. Όλες διακρίνονταν για τη δραματοποιημένη αφηγηματική πλοκή τους, που την υποστήριζαν οι κάποτε μακρόσυρτοι τίτλοι.

Η Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών προκήρυξε διαγωνισμό μεταξύ των σπουδαστών με αντικείμενο τη φιλοτέχνηση θεμάτων με βάση συνθήματα που υπέδειξε η κυβέρνηση. Τα έργα που προκρίθηκαν τυπώθηκαν σε λιθογραφίες, που διατέθηκαν στο κοινό και στους κρατικούς οργανισμούς σαν συμμετοχή της Σχολής στην αφύπνιση του εθνικού φρονήματος.

Στο Εργαστήριο του Κεφαλληνού έπνεε ένας αέρας δημοκρατικής ελευθερίας. Οι άγνωστοι τότε σπουδαστές, γνωστοί σήμερα καλλιτέχνες, ανέλαβαν να φιλοτεχνήσουν τις προπαγανδιστικές αφίσες για τον αγώνα ενάντια στους Ιταλούς. Η ξυλογραφία και το λινόλεουμ προσφέρονταν περισσότερο για το σκοπό αυτό. Οι αφίσες που επελέγησαν ήταν «Οι Ηρωίδες του 1940» του Κώστα Γραμματόπουλου, «Η Γυναίκα που πλέκει», της Βάσως Κατράκη και «Ο Τσολιάς», του Τάσου Αλεβίζου, που αργότερα έγινε ευρύτατα γνωστός ως ο χαράκτης Τάσος, που παριστάνει έναν φουστανελά να δείχνει με το δάχτυλό του τον περαστικό διαβάτη και να τον ρωτά «Έδωσες εσύ;».

Ο Κεφαλληνός όμως είχε και ένα δεύτερο στόχο: δουλεύοντας οι σπουδαστές, ήθελε να τους κρατήσει μακριά από τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Η ΑΣΚΤ ανταποκρίθηκε ενεργά, ακόμα και στο γενικό σάλπισμα για οικονομική συνεισφορά: Όταν το κράτος έθεσε σε κυκλοφορία για την περίθαλψη των οικογενειών των στρατευμένων και για τις ανάγκες του πολέμου το Μεγάλο Πολεμικό Λαχείο, το Λαχείο Υπέρ του Στόλου και το Εθνικό Λαχείο, η ΑΣΚΤ συνέδραμε με την προσφορά του 1/30 του μισθού των καθηγητών πριν ακόμα αυτό ζητηθεί με επίσημη εγκύκλιο από την κυβέρνηση.

Αλλά επιστρατευμένοι στον πόλεμο κατά των Ιταλών θα βρεθούν και οι σκιτσογράφοι στις εφημερίδες της εποχής. Απ’ την έναρξη του πολέμου και μέχρι την είσοδο των Γερμανών στην Ελλάδα, η ελληνική γελοιογραφία θα φτάσει στην ύψιστη ακμή της. Οι επιφανείς σκιτσογράφοι της εποχής: Φ. Δημητριάδης, Γ. Γκειβέλης, Στ. Πολενάκης, Αν. Βλασσόπουλος, Σοφοκλής Αντωνιάδης, Αν. Βώττης, Παυλ. Παυλίδης, Κ. Μπέζος, Ν. Καστανάκης, Μιχ. Νικολινάκος, τα «πρώτα πενάκια» της χώρας, «διασκέδαζαν» καθημερινά τον άμαχο πληθυσμό, με τα κατορθώματα των στρατιωτών μας.

Αξίζει όμως να σταθούμε και σε κάποιες μεμονωμένες περιπτώσεις όπως ο Γεώργιος Προκοπίου (1876-1940), πατέρας του γνωστού τεχνοκρίτη Άγγελου Προκοπίου, που αφού κίνησε γη και ουρανό για να τον αφήσουν να πάει στο μέτωπο, άφησε την τελευταία του πνοή στο Αργυρόκαστρο. Μέχρι και στον Πρωθυπουργό τον ίδιο έγραψε στις 18 Νοεμβρίου 1940:
«Σεβαστέ μου κ. Πρόεδρε, Τα δύο παιδιά μου είναι στρατιώτες εις τον ιερόν αγώνα της Πατρίδας μας… Εγώ αισθάνομαι ντροπή να μένω εδώ, τη στιγμή που τα παιδιά της Ελλάδος γράφουν με το αίμα των τέτοιες αφθάστου ηρωισμού εποποιίες. … Γι’ αυτό λοιπόν παρακαλώ να διατάξητε να μου επιτραπή να πάω κι εγώ στο μέτωπο για να αποθανατίσω με τον χρωστήρα μου και τον ενθουσιασμό μου κάτι από την ηρωική εποποιία που γράφεται εκεί ψηλά στα δοξασμένα και αιματόβρεκτα βουνά της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Είχα την ευτυχία να παρακολουθήσω από το 1912 τους εθνικούς μας αγώνας ως πολεμικός ζωγράφος και να βάλω με την Τέχνη μου και το χρωστήρα μου και εγώ μια πετρίτσα στο προαιώνιο οικοδόμημα της Ελλάδος. Μη μου αρνηθήτε, κ. Πρόεδρε, αυτήν την ευτυχία και τώρα.»!

Ενώ ο Ουμβέρτος Αργυρός, (1882-1963), στο βιογραφικό του κείμενο που κατέθεσε στο φάκελο υποψηφιότητάς του για εκλογή Μέλους της Ακαδημίας Αθηνών, γράφει:
«Κατά τον Ελληνοαλβανικόν πόλεμον, επιφορτισθείς υπό της Κυβερνήσεως και του Γενικού Επιτελείου Στρατού, απεικόνισα το ελληνικόν έπος από Μπόγραδετς μέχρι Καλαμά εις 32 πίνακας. Η συλλογή αύτη, μοναδική του Ελληνοαλβανικού Πολέμου, ευρίσκεται υπό την κατοχήν του Ελληνικού Επιτελείου Στρατού, προοριζομένη αργότερον δια το Πολεμικόν Μουσείον Αθηνών. Δια την σειράν αυτήν, η οποία είναι ανηρτημένη εις την μεγάλην αίθουσαν των τροπαίων των παλιών ανακτόρων, η Ακαδημία Αθηνών με ετίμησε δια της απονομής του Αριστείου Γραμμάτων και Τεχνών, το οποίον υπερηφάνως φέρω».

Αλλά η πιο αυθεντική και αξιόπιστη εικαστική μαρτυρία για τον πόλεμο του ’40-’41, είναι το Λεύκωμα του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη (1913-1968): «Έτσι πολεμούσαμε, 1940-1941», Αθήνα 1968, με 80 σκίτσα και 22 πίνακες, για το οποίο πήρε μεταθανάτια το Α΄ βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. Ο Αλεξανδράκης, γράφει στον πρόλογο του Λευκώματος τον Ιανουάριο του 1968: «Στην τέχνη μου με απασχόλησαν πολλά. Οι εικόνες όμως του μετώπου και της υπεράνθρωπης προσπάθειάς μας στον συντριπτικά άνισο αγώνα έρχονται και ξανάρχονται στη ζωγραφική μου σαν ανεξόφλητο χρέος. Τα σχέδια αυτά καθώς και τους πίνακες που ζωγράφισα αργότερα, παρουσιάζω σήμερα συγκεντρωμένα σαν μια ακόμα μαρτυρία των όσων ζήσαμε εκεί απάνω». Στις 13 Σεπτεμβρίου 1968 ήρθε το πρόωρο τέλος του ζωγράφου σε ηλικία 55 χρονών.

Απ’ όλα τα παραπάνω γίνεται ξεκάθαρο ότι, η ελληνική τέχνη, επιστρατευμένη στο μέτωπο ή στα μετόπισθεν, δεν απεικόνισε απλά με χρώματα και δεν παρέδωσε στην αιωνιότητα, από την πρώτη στιγμή παραστατικά την πολεμική ορμή και το μεγαλείο της νίκης των Ελλήνων, αλλά κυρίως έδωσε το παράδειγμα σε όλους τους κατοπινούς, ότι οι στιγμές του ΕΜΕΙΣ είναι φωτεινά σύμβολα, γι’ αυτό και σε καιρούς, που προβάλλεται αποκλειστικά και μόνον το ΕΓΩ, πρέπει να γίνεται με κάθε τρόπο, ακόμα και μέσα από τις ηλεκτρονικές σελίδες ενός φίλα στα εικαστικά δρώμενα ιστολογίου, τον Οκτώβρη του 2009, εξήντα εννιά χρόνια μετά το έπος του ’40, ορατή.


ΛΕΖΑΝΤΕΣ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ
1. Α. Τάσσος, Έδωσες εσύ;
2. Αλέξανδρος Αλεξανδράκης, Ξαφνικά μέσα στη νύχτα, λάδι
3. Βάσω Κατράκη, Γυναίκα που πλέκει
4. Γεώργιος Προκοπίου, Πολεμική σκηνή, λάδι σε μουσαμά
5. Κώστα Γραμματόπουλου, οι ηρωίδες του 1940
6. Ο πατριωτισμός των Ηπειρωτών
7. Ουμβέρτος Αργυρός, Πορεία προς το Αλβανικό Μέτωπο.
Related Posts with Thumbnails