© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2008

Στέλιου Τζερμπίνου, 200 ΧΡΟΝΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ. "ΓΛΥΚΥΘΥΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΙΣ" ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

[Εναρκτήρια ομιλία στο 9ο Πανελλήνιο Συνέδριο Χορωδιών, Ζάκυνθος 14-16 Απριλίου 2000. Κυκλοφόρησε και σε αυτόνομο τομίδιο (εκδ. Δήμου Ζακυνθίων, 2000) με πλούσιο και δυσεύρετο σήμερα φωτογραφικό υλικό.]


Εισαγωγικά

Αλήθεια ομολογημένη, η αντίσταση του πνεύματος ενάντια στην αλλοτρίωση των ιδεών, δεν διαθέτει ιστορική δικαίωση. Η πικρή πάντως αυτή κατάφαση ποτέ δεν αποτέλεσε και λόγο εξαίρεσης των πολιτισμικών αξιών της τέχνης και της παράδοσης στην ποιοτική αναβάθμιση του τρόπου ζωής ενός λαού. Στη Ζάκυνθο η μουσική, σαν συστατικό πολιτισμού ή σαν "γλυκύθυμος, κατά τον Λεωνίδα Ζώη, απασχόλησις", αξιώθηκε ν' αποτελέσει και Τέχνη και Παράδοση.

Τέχνη που επήγασε και ζωογονήθηκε από την ίδια την ψυχή του ζακυνθινού λαού, ποτισμένη από το μεσογειακό αίσθημα του χώρου και την εγκεφαλικότητα της επτανησιακής ποίησης, κορυφωμένη στα έργα των μεγάλων της ομώνυμης Μουσικής Σχολής και Παράδοση που εξασφάλισε, κυριολεκτικά από το στόμα στο αυτί, την επιβίωση της λαϊκής μούσας μέχρι τις μέρες μας, όχι ίσως τόσο ανόθευτα, αλλά ως το σημείο που η ανάμειξή της με κάποιες ποικιλίες τουριστικών προσφορών, να σηματοδοτεί το κόκκινο φως του κινδύνου, όχι όμως και την καταστροφή.

Τόσο στην έντεχνη όσο και στη λαϊκή μουσική, η μελωδία και ο ρυθμός, αγκαλιαστά με το ιόνιο κύμα, ακολούθησαν τους κυματισμούς της ιδιότυπης ζακυνθινής ψυχοσύνθεσης, που διαμορφώθηκε κάτω από γνωστές ιστορικές αντινομίες και ετερογενείς επιρροές, για να εκφράσει αρμονικά (πρωτότυπα ωστόσο και αυτοδύναμα) πόθους εθνικούς, πατριωτικούς και ταξικούς, πάθη ερωτικά και θρησκευτική κατάνυξη. Παιάνες και σερενάδες, εκκλησιαστικούς ύμνους και βαρκαρόλες, όπερες και αρέκιες και συμφωνικά έργα επίσης.

Aν ο σημερινός μελετητής ωστόσο, στηριζόμενος στον ιστορικό Παναγιώτη Χιώτη και τις βιβλιογραφικές του παραπομπές, τοποθετούσε στον 4ο π.Χ. αιώνα, την απαρχή της μουσικής ζωής στη Ζάκυνθο, αναφέροντας τον ζακύνθιο μουσικό Πυθαγόρα και τον περίφημο μουσικό του τρίποδα [1], ή επιχειρούσε να ταυτίσει χρονικά τη μουσική με τη θεατρική ιστορία του νησιού, με αφετηρία το έτος 1571, τότε που τα επινίκια της ναυμαχίας του Λεπάντο, γιορτά-στηκαν θεατρικά στο Κάστρο με τους Πέρσες του Αισχύλου από ερασιτεχνικό θίασο [2], θα δυσκολευόταν σίγουρα να της αναγνωρίσει την αδιάλειπτη επιβίωση μέχρι τα μισά τουλάχιστον του αιώνα που μόλις μας αποχαιρέτισε, μέχρι τότε δηλαδή που μπορούμε, ουσιαστικά, να μιλάμε για μουσική ζωή στη Ζάκυνθο. Θα πρέπει να δρασκελίσει κανείς τα πρώτα σκαλοπάτια του 19ου αιώνα για να εντοπίσει τις πηγές και να αντλήσει από αυτές πλουσιοπάροχα, τα προϊόντα μιας επίζηλης μουσικοθεατρικής κουλτούρας, που προσπορίζει στη Ζάκυνθο (σαν τόπο και σαν λαό), δικαίωμα συμμετοχής στα ωφελήματα της απογραφής του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού.

Το εκκλησιαστικό μέλος

Η εκκλησιαστική μουσική, διατηρώντας απέναντι στην κοσμική, χρονικό προβάδισμα και λειτουργική αυτονομία, καθιερώνεται στον ιόνιο χώρο σαν Κρητικο-Επτανησιακή (μετά το 1669) και διαμορφώνει τοπικά ένα καθαρά ζακυνθινό ιδιόμελο σύστημα που μοιάζει μεν με το βυζαντινό, από το οποίο κατάγεται, αλλά ψάλλεται με ...δυτική τετραφωνία. Είναι ωστόσο μια μουσική δεσπόζουσα στις κατανυκτικές στιγμές των Ζακυνθίων, με αποκορύφωση στο μεγαλοβδομαδιάτικο μελούργημα "΄Ινα τί εφρύαξαν έθνη..." του ευρωπαίδευτου μουσικού Ιωάννη Πλανήτερου (+ π.1809). Κι αφού μιλάμε για εκκλησιαστική τετραφωνία, που προϋποθέτει φυσικά και φωνητική συλλογικότητα, αξίζει ν' αναφερθούμε σε αντίστοιχους φορείς, σημειώνοντας σαν ενδιαφέροντες σταθμούς του εκκλησιαστικού μέλους στη Ζάκυνθο, τη "Σχολή φωνητικής και εκκλησιαστικής μουσικής" του 1902, υπό τον μουσικοδιδάσκαλο Στέφανο Καραμαλίκη, τη μακρόβια χορωδία της Μητρόπολης (από το 1928 μέχρι σήμερα), με διαδοχικούς διευθυντές το ζωγράφο-μουσικό Χρήστο Ρουσσέα (1896-1978), τον ανεπανάληπτο λυρικό τενόρο Γιάννη Κουντούρη (1903-1977), τον αξιόλογο μουσικό Αντώνη Γιατρά (γεν. 1927), (αρχιμουσικό της ορχήστρας πνευστών "Παύλος Καρρέρης" στη δεκαετία του '60) και τον σημερινό Γιώργο Μπάστα. Οφείλουμε επίσης ν' αναφερθούμε και στον ωδικό όμιλο του γιατρού Γιάννη Σούλη που ψάλλει μόνιμα στην εκκλησία του Αγίου Διονυσίου, αποκλειστικά στο ζακυνθινό εκκλησιαστικό ιδίωμα. Η ιστορική καταγραφή επιβάλλει ακόμη την αναφορά και της παρεμπίπτουσας αλλά σημαντικής παρουσίας της εκκλησιαστικής χορωδίας του Αγίου Λαζάρου, στην περίοδο 1976-1984, υπό την διδασκαλία και διεύθυνση του ταλαντούχου ζακυνθινού μουσικού Γιάννη Βίτσου, στον οποίον επίσης πιστώνεται η σύσταση και η διεύθυνση της μικτού ρεπερτορίου χορωδίας των Αγίων Πάντων στα 1952, που τη δράση της ανέκοψαν οι σεισμοί του 1953. Για την, όχι μόνο, εκκλησιαστική διάσταση της χορωδίας η Φανερωμένη, που κατά κάποιο τρόπο είναι και η ...αμφιτρύων του παρόντος χορωδιακού συμποσίου, γίνεται λόγος στο τέλος του παρόντος.

Τετράφωνα και αρέκιες

Η γραπτή και ακουστική μνήμη της μουσικής ζωής στη Ζάκυνθο απογράφει πρωτίστως τα μοναδικά προ-επαναστατικά τετράφωνα: "Eφθασε η λαμπρά στιγμή", "Ω! ΄Υψιστε Θεέ μου" και τον περίφημο παιάνα του Αντώνιου Μαρτελάου "΄Οθεν είσθε των Ελλήνων..." κ.ά. Τα εξαίσια αυτά πατριωτικά άσματα , προεκτείνουν από την άλλη Ελλάδα στα Ιόνια νησιά τον καημό του υπόδουλου Ελληνισμού και τον μεταγγίζουν, με τόνους μελαγχολικούς αλλά και αρρενωπούς, στην κοινή εθνική συνείδηση του ζακυνθινού λαού, που ακόμα δεν έχει μουσικά κατασταλάξει στους γνώριμους μείζονες τρόπους της επτανησιακής τετραφωνίας.
Με ρίζες βαθύτατες η "αρέκια", τετράφωνο, ζακυνθινό, λαϊκό τραγούδι, αποτελεί αναμφίβολα, μια τοπική αποκλειστικότητα, γνήσιο δημιούργημα και έκφραση της λαϊκής μούσας, καμμιά φορά και της λόγιας ποίησης, όταν ο ποιητής βρίσκοντας μοτίβα προσέγγισης στην ψυχή του λαού, απομακρύνεται συνειδητά από το κακόζηλο εκείνο δόγμα που θέλει "την τέχνη για την τέχνη". Ο ποιητής Γιάννης Τσακασιάνος, που τ' όνομά του δεν έχει μόνο εδώ τη θέση του, μ' εκείνο το τόσο αντιπροσωπευτικό για τη Ζάκυνθο "Τση Κυριακής το ξύπνημα", κατάφερε να παντρέψει την επώνυμη ποίηση με την αρέκια, καταξιώνοντας την ιστορικότητά της τελευταίας. Θα επιμείνω όμως, λίγο ακόμη στην αρέκια, επιλέγοντας, όπως και αλλού, ότι μουσικοθεματικά η αρέκια αποτελεί μια από τις κορυφές του τριγώνου που συγκροτούν τη φωνητική μουσική παράδοση της Ζακύνθου. Οι άλλες δύο είναι η τετράφωνη καντάδα και η δίφωνη σερενάτα. Μέσα από τη διττή υπόσταση της, την λαογραφική και την τραγουδιστική, ευδοκιμεί και θάλλει, αδρή, ζουμερή, σπιρτόζα, τρυφερή, καυστική, σαρκαστική, η λαϊκή μούσα, εκφρασμένη με την άνεση του διπλού δημοτικού δεκαπεντασύλλαβου και με την αρμονία του επτανησιακού τετράφωνου, αλλά και με την περίτεχνη παρεμβολή της τρίτης φωνής, που κάποια στιγμή μετονομάζεται σε "σουρτάνα", ίσως για την αλαζονική διεκδίκηση μέσα από το χαρέμι των άλλων φωνών, της αρμονικής της πρωτοκαθεδρίας [3]. Η εκτέλεση της αρέκιας a capella ή με ακομπανιαμέντο κιθάρας, βρίσκει πάντα φόρμουλες για να διαιωνίζει μουσικά την ψυχή και τη δύναμη ενός λαού, που ξέρει να διανθίζει το άγχος της καθημερινότητας, με θυμόσοφα σαρκαστικά μοτίβα σαν κι αυτό:

Oπούχε τα πολλά 'κλαιγε, οπούχε και τα λίγα
κι οπού δεν είχε τίποτα καθόταν κι ετραγούδα.

Ο 19ος αιώνας

Στον αιώνα που ξεκινάει με τη γέννηση του Β. Μπελίνι και τελειώνει με το θάνατο του Γ. Στράους (γυιού), η Ζάκυνθος δηλώνει μουσικά παρούσα, αφομοιώνοντας και δια-πλάσσοντας τη μουσική κουλτούρα της Ευρώπης, με τα μέσα που μπορεί να διαθέσει. Θέατρα, τραγουδιστές, ορχήστρα πνευστών, ερασιτεχνικές ορχήστρες και συνθέτες όπερας.Το μελόδραμα κυρίως και ο Φιλαρμονικός Σύλλογος στην ευτυχή τους συνεύρεση θα χαρίσουν στους Ζακυνθινούς μέρες και νύχτες υπέρτατης μουσικής τέρψης. Τα τοπικά στοιχεία της έρευνας, ύστερα από τις αλλεπάλληλες σεισμικές καταστροφές, είναι βέβαια περιορισμένα, όχι όμως και απρόσφορα σε θετικά συμπεράσματα.

Ο εξαίρετος μουσικολόγος και ιστορικός της νεώτερης Ελληνικής μουσικής Γιώργος Λεωτσάκος, μας δίνει την πληροφορία ότι η πρώτη παράσταση όπερας στη Ζάκυνθο δόθηκε στα 1813 [4]. Τη χρονιά αυτή πράγματι, εγκαινιάζεται στη Ζάκυνθο το Teatro dei Filopatrii. Η σύστασή του, η οικοδόμησή του και η λειτουργία του θα εξυπηρετήσει βασικούς στόχους ενός λαού που μελαγχολεί κάτω από την αγγλική "προστασία" και αισιοδοξεί στο ιστορικό του μέλλον. Στο θέατρο αυτό ο ζακυνθινός λαός θα εμπιστευθεί δύο ιδεώδη: To πάθος του για την όπερα και τον πόθο του για εθνική λευτεριά.΄Ετσι από τη μιά μεριά, θα στεγάζει παραστάσεις όπερας, πολλές φορές και με ντόπιους ερασιτεχνικούς συντελεστές και από την άλλη ο Φιλοδραματικός Σύλλογος (Νobile Societa Filodramatica del Zante), που το πατρονάρει και το συντηρεί καλλιτεχνικά, θα βρίσκει τρόπους να περνά μέσα από τις παραστάσεις του τα μηνύματα της Φιλικής Εταιρείας [5]. Στο δραματολόγιο όντως αυτού του θεάτρου, περιλαμβάνονται κυρίως μελοδραματικά έργα. Στην θεατρική δραστηριότητα του 1815 αναφέρoνται τα ονόματα του τενόρου Κυριάκου (Domenico) Castiglia, του Ελληνα μουσικοδιδάσκαλου-βαρύτονου Θεόδωρου Καραβία, καθώς και του Ιωάννη Βαπτιστή Λομβάρδου σαν υποβολέα του θεάτρου [6]. Κατά το Λεωνίδα Ζώη στο θέατρο αυτό άρχισαν τη σταδιοδρομία τους και μερικοί "περιφανείς κατόπιν αοιδοί ως ο οξύφωνος Verget και άλλοι" [7]. Στο Λεωνίδα Ζώη επίσης [8], οφείλουμε τη σημαντική πληροφορία ότι από τον θεατρικό αυτό φορέα και από τη σκηνή του Φιλοπατριωτικού Θεάτρου παρουσιάστηκε το μελόδραμα "Ατρεύς και Θυέστης" (κατά τη νεανική τραγωδία του Ούγκο Φόσκολο "Θυέστης"), σε μουσική Λουδοβίκου Πλατόνη. Για την ιστορία σημειώνουμε ότι η "πρώτη" του έργου αυτού ("Tieste"), δόθηκε στο θέατρο San Angelo της Βενετίας, στις 4 Ιανουαρίου 1797 [9].

Όμως για την όπερα στη Ζάκυνθο, θα επανέλθω σε λίγο.

Ο Φιλαρμονικός Σύλλογος

Το 1816 ιδρύεται στη Ζάκυνθο ο πρώτος στην Ελλάδα Φιλαρμονικός Σύλλογος, πρωτοβουλία του ιταλού καθηγητή Marco Battagel και εξήντα ακόμη φιλομούσων Ζακυνθίων. Δια της συστάσεώς του επετεύχθη το πρώτον επίσημον βήμα εις την Ιστορίαν της Ορχήστρας Πνευστών εν Ελλάδι, γράφει ο Σπύρος Μοτσενίγος, επισημειώνοντας ακόμη ότι, η ίδρυσίς του υπήρξε απόρροια βαθυτάτης επιταγής του λαϊκού φρονήματος, εκδήλωσις εθνικού παλμού και ουχί αποκλειστικώς ενέργεια προερχομένη εξ αγάπης προς την τέχνην και μόνον [10]. Στην εξέλιξή του και στο ρεπερτόριό του θα συμπεριλάβει τα περικαλλή άνθη του ρομαντισμού που έδωσε δελτίο μουσικής ταυτότητας στον αιώνα του και ανεξόφλητες παρακαταθήκες στον ήδη απελθόντα. Θα αναφερθώ εδώ σε δύο πολύ χαρακτηριστικές περιγραφές που αποτυπώνουν γλαφυρά και καθοριστικά την ψυχική μέθεξη του ζακυνθινού λαού στο ιδεώδες της μουσικής. Η πρώτη ανήκει στο Ζακύνθιο λαογράφο Ανδρέα Γαήτα (1832-1905) και περιλαμβάνεται στα "Λαογραφικά" του Ντίνου Κονόμου. Αφορά μιαν από τις επαναλαμβανόμενες στη Ζάκυνθο "ενετικές βραδιές", που κατά κυριολεξίαν ο λαογράφος, χωρίς ωστόσο ν' αναφέρει την παρουσία και τραγουδιστών, ονομάζει "σερενάδα", με μουσική συμμετοχή μόνο της Φιλαρμονικής Εταιρείας Ζακύνθου. Έτος 1843:

Mεταξύ των πολλών σερενάδων των τελευταίων ετών, γράφει, δύο κυρίως μνημονεύονται μετά θαυμασμού και αίτινες αφήκαν ανεξαλείπτους εντυπώσεις εις τους επιζώντας. Η πρώτη έγινε μετά την σύστασιν της Φιλαρμονικής Εταιρείας, ής προήδρευε ο ιατρός Φραγκίσκος Καρβελλάς, ο Σγόμπος λεγόμενος, επειδή ήτο κυφός με διπλόν ύβον επί της ωμοπλάτης και του στήθους. Επί φορτηγίδος μυρτοστολίστου και φέρουσα (sic) ενετικούς φανούς ανήλθεν η Φιλαρμονική Μουσική και περιήλθεν άπασαν την παραλίαν της πόλεως παίζουσα εκλεκτά μουσικά τεμάχια. Η νυξ ήτο θερμή, η θάλασσα γαληνιαία και ήρεμος ως λίμνη. Την φέρουσαν την μουσικήν φορτηγίδα παρηκολούθουν άπασαι αι λέμβοι του λιμένος, επειδή δε αύται δεν εξήρκουν ίνα περιλάβωσι πάντας τους θέλοντας να παρακολουθήσωσι την σερενάδα, εμισθώθησαν και φορτηγίδες και πετροκάϊκα. Αι προκυμαίαι ήσαν κατάμεστοι ανδρών και γυναικών, οίτινες παρηκολούθουν δια των ομμάτων το λαμπρόν θέαμα της παρελάσεως της σερενάδας, ακόμα δε ηκροώντο και τα παιζόμενα μουσικά τεμάχια, το τέλος εκάστου των οποίων επηκολούθουν παρατεταμέναι επευφημίαι και χειροκροτήσεις ενθουσιώδεις. Την λήξιν της σερενάδας επηκολούθησαν δείπνα εντός των λέμβων και ευθυμία και άσματα.

Η δευτέρα σερενάδα, συνεχίζει ο Γαήτας, έγινεν το 1864, όταν ήλθεν κατά πρώτην φοράν ενταύθα ο Βασιλεύς Γεώργιος.... [11]

Μια τρίτη επίσης απολαυστική αναφορά, με παραπομπή στο ρεπερτόριο όπερας του Φιλαρμονικού Συλλόγου, συναντάμε στην τοπική εφημερίδα "Ελπίς" της 26 Ιουνίου 1888, η οποία, με ευρηματική επίνευση, την χαρακτηρίζει ...λεμβοσυναυλίαν:

"Την εσπέραν της δωδεκάτης τρέχοντος, ο άρτι συστάς φιλαρμονικός θίασος, επιβάς φορτηγίδος λαμπρώς φωταγωγημένης, εξετέλεσε διάφορα μουσικά τεμάχια, εν οίς εκ των μελοδραμάτων Νόρμα, Φάουστ και Ερνάνη. Η εκτέλεσις εγένετο μετά πλείστης επιτυχίας, ιδία δε χρονικής ακριβείας, το δε προ της παραλίας συνηγμένον πλήθος, ενθουσιωδώς εχειροκρότει τους εν τόσω βραχεί διαστήματι ούτω προοδεύσαντας. Πληθύς λέμβων πεπληρωμένων Κυ-ριών και κυρίων παρηκολούθει, το δε της της πανσελήνου συμπαθέστατον φως και η άκρα του πελάγους νηνεμία έτι τερπνοτέραν την μουσικήν ταύτην λεμβοσυναυλίαν κατέστησαν".

Στις δυό πλατείες της Ζακύνθου, την πάνω και την κάτω, πριν ακόμα τιμηθούν και τιμήσουν το όνομα του εθνικού μας ποιητή, ο Φιλαρμονικός Σύλλογος θα καταστήσει ενήμερους τους Ζακυνθινούς στο ευρωπαϊκό ηχόχρωμα, κάτω από τις μπαγκέττες που κράτησαν αρχιμουσικοί όπως ο Φρ. Νικολίνι (+1911), ο Γιαννάκης Πήλικας (1870-1942), ο Νικόλαος Αρβανιτάκης αλλά και ο Τάκης Βλάχος (1919- ) και ο Κώστας Σαμψαρέλλος (1927-1996). Στον τελευταίον αυτόν η Ζάκυνθος χρωστάει μιαν εικοσάχρονη και πλέον (1960-1981) φιλαρμονική θητεία (τη μεγαλύτερη, πλην του Πήλικα), αλλά και τη δημιουργία της 40μελούς Ζακυνθινής Χορωδίας που διακρίθηκε εντός και εκτός της Ζακύνθου στη διάρκεια της δεκαετία του '60.

Το μελόδραμα

Η έμφυτη κλίση του ζακυνθινού λαού προς την ρέουσα μελωδία και το κλίμα του ρομαντισμού που συναρπάζει ολόκληρη την Ευρώπη του 19ου αιώνα, βρίσκουν εδώ την ιδανική τους συνισταμένη, με τη λατρεία της όπερας. Η πάνδημη αποδοχή του μελοδράματος στη Ζάκυνθο υπήρξε αναγκαίος όρος ενός διαταξικού συμβιβασμού, συνέπεια της εξελικτικής του πορείας από τα θεατρικά κέντρα της Ευρώπης (Βενετία, Νάπολη, Παρίσι, Βιέννη), στα προνόμια της εφτανησιώτικης αριστοκρατίας, από κει στους θεατρικούς ιμπρεσάριους της ανερχόμενης αστικής τάξης των Ιονίων, για να καταλήξει τελικά στο λαό που το αφομοίωσε και το στήριξε με όλες του τις δυνάμεις. Η Ζάκυνθος βιώνει άλλωστε την όπερα περισσότερο από κάθε άλλο θεατρικό είδος, για ένα πολύ απλό λόγο: Γιατί την τραγουδάει, συμμετέχοντας στο σκηνικό πάθος, πράγμα που δεν μπορεί να κάνει με τα έργα πρόζας. Γίνεται συνεπώς η όπερα αισθητικό βίωμα των Ζακυνθίων και το ζακυνθινό θέατρο στάδιο ισορροπίας των κοινωνικών αντιθέσεων, όταν δεν οξύνονται στη διεκδίκηση της εύνοιας κάποιας πριμαντόνας από θερμόαιμους θαυμαστές.΄Ασχετο αν τις περισσότερες φορές η εύνοια της πριμαντόνας εξαντλιόταν ανάμεσα σ' ένα καταδεκτικό χαμόγελο υπόσχεσης κι ένα συγκαταβατικό χειροφίλημα ολοκλήρωσης. Επιχειρηματολογώ ωστόσο με δύο χαρακτη-ριστικά δημοσιεύματα από τον τοπικό τύπο. Το πρώτο από την εφημερίδα "Ελπίς" (28 Οκτωβρίου 1880):

"Το παρελθόν Σάββατον παρέστη εν τω παρ' ημίν θεάτρω το ιταλικόν μελόδραμα Trovatore. Kαίτοι το μελόδραμα τούτο είναι τοσούτον παρ'ημίν γνωστόν, ώστε αι ωραιότεραι αυτού στροφαί άδονται εν ταις οδοίς και υπό των απλουστέρων, η παράστασίς του όμως μέχρις ενθουσιασμού ηυχαρίστησε το παρ' ημίν κοινόν, όπερ ζωηρώς εχειροκρότει τους κυριοτέρους αοιδούς".

Tο δεύτερο από τη στήλη "Ποικίλα" της τοπικής εφημερίδας "Ασμωδαίος" (φ. 1 της 9 Ιαν. 1865) :

"Ενταύθα προυκλήθησαν εις δια πιστολίου μονομαχίαν δύο νέοι, οι κ. Ιωάννης Λαγουϊδάρας και Βενιζέλος Κρενδιρόπουλος, των πριμανδόννων ένεκα. η Αστυνομία όμως προλαβούσα εμπόδισε το τοιούτον, και υπεχρέωσε τους δύο τούτους μονομάχους να θέσωσιν εγγυήσεις εκατόν λιρών στερλινών, απαγορεύσασα αυτοίς την εν τω θεάτρω εισέλευσιν". Αυτά!

Εκτός από το Τeatro dei Filopatrii, που προαναφέρθηκε , μια σειρά άλλων άλλων θεάτρων (Adam, Απόλλων, Φόσκολος και διάφορα θερινά) θα στεγάσουν και θα διδάξουν στους Ζακυνθινούς το μουσικοθεατρικό επίτευγμα της όπερας, μεταφέροντας εδώ το λυρικό κλίμα των θεάτρων της Ευρώπης.

Στη θεατρική περίοδο 1879-1880, χρονιά ακμής του μελοδράματος στη Ζάκυνθο, η πανέμορφη αμερικανίδα πριμαντόνα Αβονία Μπόνεϋ, επικεφαλής ιταλικού θιάσου, θριαμβεύει στο θέατρο Φόσκολος και διχάζει τους ζακυνθινούς , προκαλώντας το ανεπανάληπτο εκείνο διεγερτήριο ξέσπασμα του 26χρονου τότε μπαρμπέρη-εραστή και ποιητή Γιάννη Τσακασιάνου:

Aν θέλεις Μπόνεϋ στρατό, γραφόμαστε δικοί σου,
να κάψουμε τη Ζάκυνθο για τη γλυκειά φωνή σου...

Οι επτανήσιοι συνθέτες, συμμετέχουν πλουσιοπάροχα στη μουσική του 19ου αιώνα και με δημιουργική υπέρβαση φιλτράρουν την ιταλική τους κουλτούρα στην καθαρότητα της ελληνικής τους συνείδησης. Αυτό το πνεύμα, νομίζω, πρέπει ν' αναγνωρίσουμε στην υπέροχη μελοδραματική παραγωγή των επτανησίων, απαλλάσσοντάς τους από άδικες μάλλον κατηγορίες και υπαινιγμούς για ξενόφερτη εξάρτηση. Και είναι αληθινά μακρύς ο κατάλογος των κορυφαίων που θα επιχειρούσε κανείς να συμπληρώσει αρχίζοντας από τον Νικόλαο Χαλικιόπουλο-Μάντζαρο (1795-1872) για να καταλήξει στον Διονύση Λαυράγκα (1860-1941). H Ζάκυνθος συντρέχει με τέσσερες κυρίως συνθέτες όπερας και της έντεχνης γενικώτερα μουσικής: Τον Φραγκίσκο Δομενεγίνη (1809 -1874), τον διεκδικούμενο από την Κέρκυρα Ιωσήφ Λιμπεράλλη (Κέρκυρα 1820 - Ζάκυνθος 1899), τον Παύλο Καρρέρ(η) (1829 -1896) και τον Ιωσήφ Μαστρεκίνη (1842 - 1903).

Από τους τέσσερες ο πρώτος Φραγκίσκος-Λαμπρινός Δομενεγίνης, γνωστότερος ως ριζοσπάστης πολιτικός, υπήρξε παράλληλα και σημαντικός συνδρομητής της Επτανησιακής Μουσικής Σχολής, στα αξιόλογα έργα του οποίου περιλαμβάνεται και το μελόδραμα Μάρκος Μπότσαρης. Η τοπική εφημερίδα Σπινθήρ της 2 Ιουν.1849, μας δίνει μια σημαντική πληροφορία, σύμφωνα με την οποία:
"Το εσπέρας της 28 Μαΐου, επαρεστήθη μία σκηνή του λυρικού δράματος "Μάρκος Μπότζαρης", ποίημα ενός συμπολίτου μας, μουσουργηθέν υπό ετέρου και αυτού συμπολίτου μας του Κ.(υρίου) Φ. Δομενεγίνη".

Συμπληρώνω την είδηση επιλέγοντας ότι ο συμπολίτης ποιητής ήταν ο Γεώργιος Λαγουϊδάρας και το θέατρο ο Απόλλων (ένα από τα πολλά που ευδοκίμησαν στη Ζάκυνθο τον περασμένο αιώνα), στη λεγόμενη τότε "Πλατεία των Ασκήσεων" και που δεν είναι άλλη από την σημερινή Πλατεία Σολωμού.
Εξοχος πιανίστας και μουσικοδιδάσκαλος, ενοργανωτής ορχήστρας πνευστών, μαέστρος και αξιόλογος συνθέτης ο Ιωσήφ Λιμπεράλλης (1820-1899), αναγνωρίσθηκε στον καιρό του σαν «συμπαθής και διακεκριμένη φυσιογνωμία». Γεννημένος στην Κέρκυρα από ιταλό πατέρα (Domenico Liberalle) και ζακυνθινή μητέρα (Αικατερίνη Μηλιοράτη), παντρεμμένος στη Ζάκυνθο, με την επίσης ζακυνθινή Αικατερίνη Χαριάτη και με πολύχρονη, όσο και ευδόκιμη σταδιοδρομία στο νησί, δικαιούται σίγουρα τον χαρακτηρισμό του ζακυνθίου. Από τις τέσσερες όπερές του Ρήγας Φεραίος, Μάρκος Μπότσαρης, Η επιστροφή του Κανάρη και Arbace a Pompei, μόνον η τελευταία παίχτηκε αποσπασματικά στη Ζάκυνθο, σε άγνωστη ημερομηνία και θεατρική σκηνή. Θ' αποτελούσε όμως κι ασυγχώρητη παράλειψη μας, αν δεν αναφέραμε και 26 ακόμη άλλες δημιουργίες του για πιάνο, καρπό της έρευνας του μουσικολόγου Γιώργου Λεωτσάκου και του γράφοντος [12].

Ο Παύλος Καρρέρ(ης), είναι ο κορυφαίος και ο πιο σημαντικός, εκτός ίσως από τον Σαμάρα, επτανήσιος συνθέτης όπερας. Οι ευρωπαϊκές σπουδές και η επίδραση της ιταλικής όπερας δεν αποστέρησαν την έμπνευση του από ελληνικές πηγές δημιουργίας, αφού το δημοτικό τραγούδι και η έντεχνη ελληνική ποίηση των Αριστ. Βαλαωρίτη, Ιουλ. Τυπάλδου, Αχιλ. Παράσχου, Αλ. Σούτσου, Ραγκαβή κ.α., στήριξαν γερά το συνθετικό του έργο, εξασφαλίζοντάς του αποδοχή και καταξίωση όχι μόνο στον καιρό του αλλά και στο ακαδημαϊκό περιβάλλον της συντελούμενης σήμερα αναγέννησης των επτανησιακών μουσικών σπου-δών. Από τις δώδεκα συνολικά γνωστές όπερές του και από τις, ελληνικής θεματολογίας, πέντε, ο Μάρκος Μπότσαρης (προσφιλής μελοδραματικός ήρωας των επτανησίων οπερογράφων) παίχτηκε στη Ζάκυνθο στις 19 Δεκεμβρίου 1864 στο θέατρο «Απόλλων» και η αριστουργηματική Κυρά Φροσύνη (πρόσφατα ανακτημένη και αναστημένη χάρη στους κ.κ. Λούντζη και Φιδετζή), δόθηκε σε παγκόσμια "πρώτη" στο ίδιο θέατρο, στις 16 Νοεμβρίου 1868. Δύο άλλα μονόπρακτα, ελληνικής υφής, μελοδράματά του, το δραματικό Δέσπω, η ηρωίς του Σουλίου, δεν ξέρουμε αν παίχτηκε στη Ζάκυνθο και το κωμικό Κόντε Σπουργίτης του συμπατριώτη του Ιωάννη Τσακασιάνου, μάλλον δεν παίχτηκε (τουλάχιστον ολόκληρο), ενώ η 4πρακτη όπερα του Μαραθών-Σαλαμίς, εξακριβωμένα δεν έχει παιχτεί μέχρι σήμερα. Σημαντική εξάλλου είναι η συνδρομή του Π. Καρρέρ στην ανθολογία του πιάνου (πόλκες, μαζούρκες ή βαλς), στις ασματικές ρομάντσες, καθώς και στο ρεπερτόριο της καντάδας και της βαρκαρόλας [13].

Ο 20ός αιώνας θα εγκαινιάσει το ανα-οικοδομημένο θέατρο Φόσκολος, με ιταλικό θίασο όπερας και θα συνεχίσει μέχρι το 1910 όταν πια το ιστορικά λεγόμενο Γ΄ Ελληνικό Μελό-δραμα θα δώσει, υπό τον Διονύση Λαυράγκα, την πρώτη του παράσταση στη Ζάκυνθο στις 6 του Φλεβάρη 1910. Το πρόγραμμα των παραστάσεων αρχίζει με τον Ριγκολέττο του Βέρντι και με πρωταγωνιστή το μεγάλο ΄Ελληνα βαρύτονο Γιάννη Αγγελόπουλο, ενώ ακόμη αναφέρονται τα έργα Νόρμα, Φάουστ, Μιρέϊγ, Λουκία, Καβαλλερία-Παλιάτσι και η Διδώ του Λαυράγκα. Στους ερμηνευτές μεγάλα ονόματα της ιστορίας του ελληνικού λυρικού θεάτρου, όπως ο τενόρος Νίκος Μωραϊτης και η σοπράνο Άρτεμις Κυπαρίσση που παίζουν μαζί στον Φάουστ του Γκουνό. Για την πρώτη αυτή εμφάνιση του Ελληνικού Μελοδράματος στη Ζάκυνθο, παρακάμπτοντας τις τοπικές εφημερίδες, θα περιοριστώ σε αφηγηματική περιγραφή του ίδιου του Λαυράγκα, που πέρα από τη μουσική του μεγαλοσύνη, διαθέτει και μιαν απαράμιλλη προσωπική γοητεία γραφής, όσες φορές αφήνει στην άκρη τη μπαγκέττα του μαέστρου για να πιάσει το χηνόφτερο του ιστορικού. Οι περιγραφές του είναι γλαφυρές και χαριτωμένες, έστω κι αν πολλές φορές, με τη χάρη της υπερβολής που μεταχειρίζεται, τραυματίζει, συνήθως ανώδυνα, και την αντικειμενική αλήθεια. Είναι απολαυστικός και αξίζει τον κόπο η μεταφορά της σχετικής περικοπής από τα απομνημονεύματά του:

"Πήγαινε για πρώτη φορά στη Ζάκυνθο, το ελληνικό μελόδραμα, γράφει, άλλά ήταν γνωστό από την φήμη των επιτυχιών του....Είχα την περιέργεια να ιδώ πως θα δεχόντανε κι εκεί τους ΄Ελληνες αρτίστες και τι εντύπωσιν θα έκαμε στον κόσμο η Τραβιάτα, ο Ριγολέττος κλπ μεταφρασμένα και τραγουδισμένα ελληνικά. Οι Ζακυνθινοί όπως και οι Κερκυραίοι όχι μόνον δεν παραξενεύτηκαν ακούγοντας το "Φτερό στον άνεμο" ή "νέος λαμπρός κι ολέθριος" (!) αλλά και εχειροκρότουν δαιμονιωδώς κάθε άρια, κάθε κόρο, κάθε ρετσιτατίβο. Μ' όλη τη φτώχεια τους εγέμιζαν το θέατρο κάθε βράδυ, ο δε Νταλέτος, ο δημοφιλής ιμπρεζάριος έτριβε τα χέρια του από ικανοποίηση και έλεγε στους γύρω του "δεν σας τόλεγα εγώ μωρές θρασύμια πως τούτες τσι τζόγιες που σας έφερα δεν θα τσι ακούσετε πλειό ποτέ σας;" Τα μπoυκέτα, τα γιούλια, τα τζαντσαμίνια, τα κουφέτα έδιναν κι έπαιρναν κάθε βράδυ στη σκηνή και οι εγχώριες εφημερίδες έγραφαν άρθρα ολόκληρα, ποιήματα και διθυράμβους για τον θίασο. Τις αγαπημένες όπερες των Ζακυνθινών, Νόρμα και Φάουστ, έδωσα παραπάνω από έξι φορές την κάθε μια και όμως ήθελαν να τις ακούσουν ακόμη... Κατά την αναχώρησή μας μάς συνόδευσε άπειρον πλήθος ως το μώλο εν διαδηλώσει. Μας προέπεμψαν με ζήτω, ρουκέτες, μάσκουλα, σμπάρα και βεγγαλικά και πολλοί μπήκαν στις βάρκες ως τιμητική ακολουθία μέχρι του βαπόριού! Γυναίκες και άντρες μας εύχονταν στο καλό, καλές αντάμωσες, κατευόδιο και τα παρόμοια, ανεμίζοντας τα μαντήλια των σαν ν' αποχωρίζονταν από συγγενείς ή παλιούς φίλους" [14].

Και το Ελληνικό Μελόδραμα με όνόματα όπως του Γιάννη Αγγελόπουλου, του Νίκου Μωραϊτη, του ζεύγους Μιχάλη και Ελένης Βλαχοπούλου, της Μιρεϊγ Φλερύ, της Ελβίρας ντε Ιντάλγκο, του Αντώνη Δελένδα θα κρατήσουν νοσταλγούς και ενήμερους τους Ζακυνθινούς μέχρι το καλοκαίρι του 1936 που στον καλοκαιρινό κινηματογράφο "Πάνθεον" της Στράτα Μαρίνας, θ' αποχαιρετίσουν οριστικά το μελόδραμα.

Το κωμειδύλλιο

Το κωμειδύλλιο, μια άλλη μορφή μουσικοθεατρικής τέχνης, διεκδικεί κι αυτό από την Ζάκυνθο, την "πρώτη" του στον ελληνικό χώρο, δέκα πέντε κιόλας χρόνια πριν από την εμφάνισή του στην Αθήνα. ΄Ενα είδος μουσικής ηθογραφίας, που παρά τη συγγένειά του με το γαλλικό vaudeville, δίνει δικαίωμα στους ειδικούς να μιλούν για "Ζακυνθινή Σχολή", που, σύμφωνα με τον θεατρολόγο Θόδωρο Χατζηπανταζή, ... πριν να σβύσει, αποδυναμωμένη απότην κεντρομόλο έλξη της Αθήνας, πρόλαβε να προεικάσει μια νέα θεατρική εξέλιξη που έμελλε να ολοκληρωθεί στην πρωτεύουσα, όταν οι εκεί περιστάσεις θα το επιτρέπανε. [15] Έτσι στη θεατρική περίοδο 1875-1876, με μουσική φροντίδα ή επένδυση, αν θέλετε, του ζακυνθινού μουσικοσυνθέτη Αντωνίου Καπνίση (1813-1885), ο οποίος, όπως γράφει ο Λεων. Ζώης, ...εφήρμοσεν εις τ' άσματα και τας δυωδίας ήχους ιταλικών μελοδραμάτων [16], στο νιόκτιστο τότε θέατρο Φόσκολος, παίζονται τα κωμειδύλλια Ο Μαστρο-μανώλης του Σωκράτη Ζερβού (1848-1912), Το τύμπανον και η σάλπιγξ του Πίου Μαρτζώκη (1847-1911) και Τα γελοία αποτελέσματα της ζηλοτυπίας του Γιάννη Τσακασιάνου, ενώ ένα ακόμη Η ερωμένη του συρμού, επίσης του Τσακασιάνου, δεν πρόλαβε να παιχτεί λόγω οικονομικών αδιεξόδων του θιάσου. Για την ιστορία θυμίζω ότι ο θίασος είχε την επωνυμία "Αριστοφάνης" και τον αποτελούσαν ντόπιοι ερασιτέχνες, με έκτακτη μετάκληση και συμμετοχή της αθηναίας καλλιτέχνιδος Κριμαίας Αλταβέλη.

Τσακασιάνος και καντάδα

Η ανάγκη όμως της συγκομιδής καρπών από το ζακυνθινό περιβόλι της μουσικής, μας υποχρεώνει στην αναζήτησή τους, στην κατάλληλη φυσικά εποχή, υποχρεώνοντάς μας έτσι σ' ευχάριστα, θέλω να πιστεύω, χρονικά πισογυρίσματα.

Πού να εντάξει κανείς αλήθεια τη μοναδική και πολυσχιδή προσωπικότητα του Γιάννη Τσακασιάνου (1853-1908), που δεσπόζει στα μουσικοφιλολογικά και θεατρικά δρώμενα της Ζακύνθου αλλά και στην κοινωνική ζωή του τόπου, όπως αυτή διαμορφώνεται μετά την ΄Ενωση; Oι πολιτικές μεταβολές της εποχής επηρεάζουν αναπόφευκτα και το κοινωνικό γίγνεσθαι, αναδεικνύοντας μια νέα αστική τάξη με αξιώσεις και οράματα, της οποίας ο ανοικονόμητος Τσακασιάνος γίνεται σύμβολο και αδιαφιλονίκητος εκφραστής.

Με την ευλογία του καρποφορεί το ειδύλλιο της δυτικής μελωδίας με τον εφτανησιώτικο λόγο. Με "Της γής τα πλάσματα", που θυμίζουν "Τραβιάτα", μα που είναι δικά του και αργότερα με την "Γλυκειά παρθένα" του Διονυσίου Κατσίγιαλου (1880-1944) γεννιέται και ανασταίνεται η τοπική καντάδα.

"Αίσθημά τι μελαγχολίας, οιονεί εκδήλωσις υπολανθάνοντος ερωτικού πάθους ή απελπισίας, διήκον δι αυτών διαθέτει τον ακροώμενον εις ρέμβην ονειροπόλον, γράφει ο Διονύσης Λαυράγκας [17], για την επτανησιακή καντάδα, που στη Ζάκυνθο, συνεχίζει, προσλαμβάνει χαρακτήρα σοβαρόν, μελαγχολικόν, οιονεί εκδήλωσιν θρησκευτικού τινός αισθήματος, λεπτός δε μυστικισμός την διαπνέει".

Η καντάδα ωστόσο στη Ζάκυνθο, αρκέστηκε να εμπλουτίσει το ρεπερτόριό της με δάνεια από την γειτονική Κεφαλονιά και την Αθηναϊκή πρωτεύουσα, διεκδικώντας όμως πρωτεία και σχεδόν αποκλειστικότητα στα θέλγητρα της ζακυνθινής σερενάτας.

Ο Κωστής και η ζακυνθινή σερενάτα - Πιέρρος Πανταζής

Δεν ξέρουμε από ποιούς δασκάλους πήρε οδηγίες ο Τζώρτζης Κωστής (1871-1959), εξασφαλίζοντας διαπλαστική διάρκεια στις αριστουργηματικές νυκτωδίες του, που διαφιλονικούν τη χάρη του ανδρικού ντουέττου στη βερντική όπερα. Βρισκόμαστε στην εποχή που το ρομαντικό ιδεώδες στην τέχνη, εγκαταλείπει πιά τα θεωρητικά προσχήματα της ιστορικής του επιβίωσης, παραχωρώντας πρωτοβουλίες σε μια νατουραλιστική αντίληψη των αισθήσεων και στην ιδανική σάρκωση του ερωτικού ινδάλματος. Ο ιταλικός βερισμός της εποχής βέβαια, δεν θα βρεί ποτέ καράβι για τη Ζάκυνθο, στέρνει όμως τα χαιρετίσματά του με τις αύρες του Ιονίου. "΄Ηθελα φως μου όνειρο του ύπνου σου να γίνω...", στιχουργεί ο ωραιολάτρης γιατρός και ποιητής Γιάγκος Τσιλιμίγκρας (1872-1947) και ο Κωστής, με τη μουσική του, γεφυρώνει την επιθυμία με το όνειρο. ΄Ενας άλλος ερωτικός, ο ζωγράφος ποιητής Μίμης Πελεκάσης (1881-1973) του προμηθεύει πρώτη ύλη για ..."oυράνια πλάσματα". Ο Κωστής όμως, σαράντα ένα μόλις ετών στα 1912, για λόγους που πιστώνουν τη γεύση κάποιας γλυκειάς αμαρτίας και χρεώνουν την τύψη μιας ανώφελης μεταμέλειας, θα εγκαταλείψει τα ερωτικά εγκόσμια και αυτοπεριοριζόμενος στα εκκλησιαστικά, αφήνει στο ...πόδι του έναν άξιο συνεχιστή: Τον Πιέρρο Πανταζή (1894-1970), ένα πολυεπίπεδο μουσικό, βασικά αυτοδίδακτο, με τάλαντο και εκφραστική διαίσθηση, που θα παραμείνει συνεπής στα διδάγματα της παράδοσης και τις ληξιπρόθεσμες ωστόσο ρομαντικές παρακαταθήκες, σταλάζοντας στον έρωτα και το κρασί των τραγουδιών που μελοποίησε ένα νοσταλγικό απόηχο, που θα επηρεάσει και κάποιους νεώτερους.

Ανάμεσά τους ο Γιάννης Βίτσος (γεν. 1923), ένας πολυμερής κι αυτός μουσικός, με συνθετικές ικανότητες και ζακυνθινή ιδιαιτερότητα, εξασφαλίζει σίγουρα την ιστορική του καταχώριση με τα "Mουσικά Πεντάγραμμα" του, ένα πολύτιμο βιβλίο-κώδικα καταγραφής (πρώτη φορά με νότες) "άγραφου" υλικού (από αρέκιες μέχρι κάλαντα) της ζακυνθινής μουσικής παράδοσης.

Στη σύνθεση της ζακυνθινής σερενάτας χρειάστηκε έμπνευση. Στην εκτέλεσή της σκηνοθεσία. Στην απόδοσή της ένας τενόρος, ένας βαρύτονος, α΄ και β΄μαντολίνο, μαντόλα, κιθάρα και ...αυγουστιάτικο φεγγαρόφωτο. Κι ένα ενόργανο προανάκρουσμα στη ρυθμική ροή των 3/4. Οι ζακυνθινοί το ονόμασαν "ξύπνημα" και υπήρξε ό,τι πιό αναστατικό για τη νυκτωδιακή μέθεξη της ωραίας κοιμωμένης. Για όλους αυτούς τους συντελεστές (πλην του ... φεγγαριού), η ιστορία της τοπικής μουσικής ζωής διαθέτει δεκάδες ονόματα άξια καταγραφής. Η στενότητα του χώρου (χρόνου) με απαλάσσει από την προσωπική ευθύνη της παραπομπής σε ονομαστικό κατάλογο και τον κίνδυνο των παραλείψεων. Αυτοπεριορίζομαι λοιπόν σε μιαν ενδεικτική μεταφορά από τοπική εφημερίδα, που λέει αρκετά:

"...Tην νύκτα της 26 παρελθόντος Αυγούστου (Μιλάμε για το 1932) η λαβούσα χώραν σερενάδα επανέφερε την Ζάκυνθον εις την παλαιάν ευτυχισμένην εποχήν της, εποχήν άσματος, αρμονίας, αισθήματος, ευθυμίας και πολιτισμού.΄Ομιλος καλλιτεχνών, οργάνων και φωνών, αποτελούμενος από τους κ.κ. Πιέρρον Πανταζήν, Παύλον Χρυσάφην, Ανδρέαν Χρυσάφην, Ανδρέαν Χιώνην και Ιωάννην Κουντούρην, μετά ευωχίαν εις Κρύο-Νερό μετά ξένων εκδρομέων, εισήλθον περί το μεσονύκτιον εις την πόλιν και εξετέλεσαν εις διάφορα κέντρα σερενάδες αρμονικές. Εις την σιγαλιάν της νυκτός η αρμονία των οργάνων και αι γλυκύταται φωναί των τραγουδιστών διέχυνον μίαν άρρητον μυστικοπάθειαν και ο παρακολουθών κόσμος ενθουσιασμένος εχειροκρότει τους καλλιτέχνας. Εξετέλεσαν διαφόρους διωδίας και ο Ανδρέας Χιώνης μονωδίας και δια μίαν νύκτα η Ζάκυνθος εξαναγύρισε στα παληά της χρόνια που το τραγούδι και η μουσική εδικαίωνον την ξακουσμένην φήμην της..." [18]

Στο σημείο αυτό έχω μιαν ακόμη πληροφορία από πρώτο χέρι. Αφορά την τελευταία, πριν από τον πόλεμο, σερενάτα στη Ζάκυνθο. Ο εξαίρετος ζακυνθινός μουσικός Γιάννης Βίτσος, που αρκετές φορές αναφέρθηκε στη διάρκεια του παρόντος, μου γράφει σχετικώς:

"...Παρά την αναστάτωση που προκαλούσε στον κόσμο η πιθανότητα του πολέμου, για τα μεσάνυχτα της Κυριακής 27 Οκτωβρίου 1940 και τις πρωϊνές ώρες της Δευτέρας ήτο προετοι-μασμένη η τελευταία φθινοπωρινή "Σερενάδα". Μια πλήρης μαντολινάτα υπό τον αείμνηστο Πιέρρο Πανταζή, με τη θαυμάσια μαντόλα του και μουσικούς και τραγουδιστές τους Διονύσιο Κυπριώτη (Παγή), α΄μαντολίνο, Γιάννη Βυθούλκα (Μαγγιόρο) α΄μαντολίνο, Θανάση Σπαθάρο, β΄μαντολίνο, Δημήτριο Μιχαλά, β΄μαντολίνο, Γιάννη Βίτσο, φλάουτο, Μπάμπη Κόκκινο, κιθάρα, Ανδρέα Μπελούση(Σόλο) κιθαρίστα αλλά και βαρύτονο, Σπύρο Αρβανιτάκη, βαρύτονο, Διονύσιο Λαμπίρη, τενόρο και Σπύρο Λάγιο, τενόρο, έμελλε να σκορπίσει για τελευταία φορά σ' εκείνη την αξέχαστη νυχτιά, τις ζακυνθινές διωδίες σε διαλεγμένες συνοικίες της αλλοτινής πολιτείας. Και το σκίρτημα της ψυχής ολοζώντανο πίσω από τη μισάνοιχτη γρίλλια. Τ' απο-κορύφωμα όμως αυτό της αξέχαστης μουσικοτραγουδιστικής πανδαισίας, έσβυσε μελαγχολικά όταν στο φινάλε μιας κορώνας του Λαμπίρη, πλησίασε ο χωροφύλακας που περιπολούσε και με βαρειά φωνή μας δήλωσε: "Τούτη τη στιγμή η πατρίδα μας ευρίσκεται εις εμπόλεμον κατάστασιν με την Ιταλία. Σας παρακαλώ λοιπόν...κλπ" Και με τον funebre αυτόν απόηχο του οργάνου της τάξεως, έσβησε, χάθηκε η τελευταία "Ζακυνθινή Σερενάδα".

Σήμερα το περίφημο ντουέττο της ζακυνθινής σερενάτας, που άλλοτε αποτελούσε εντρύφημα ερωτικής αγωγής στου φεγγαριού το φως, φαίνεται πως δεν έχει τίποτα να διδάξει ή να θυμίσει στους νεώτερους, αφού πια οι ερωτικοί προσαγωγοί λειτουργούν με γρήγορους ρυθμούς και οι τραγουδιστές της Ζακύνθου, αν και διαθέτουν φωνή, δεν έχουν ...χρόνο. Η ακουστική μνήμη των ντουέττων του Τζώρτζη Κωστή, διασώζεται πάντως, χάρη σε δύο δισκογραφικές εργασίες, αναμφίβολης χρησιμότητας, παρά τις επιφυλάξεις που έχουν διατυπωθεί. Ερμηνευτές, με αναγνωρισμένα προσόντα και ευδόκιμη θητεία στο λυρικό θέατρο, παράλληλα με τους τίτλους των σπουδών τους , συνεισφέρουν και την εσωτερικότητα εκείνη που εκφράζει την ψυχοσύνθεση του ζακυνθινού σερεναδόρου. Πρόκειται για τους ζακυνθινούς καλλιτέχνες (βαρύτονους) της Εθνικής Λυρικής Σκηνής Βασίλη Κουντούρη (γυιο του Γιάννη Κουντούρη) και Διονύση Τρούσσα. Ο πρώτος μαζί με τον τενόρο συνάδελφό του Γιάννη Μανωλάκη ερμηνεύει τα ντουέττα του Κωστή στη δισκογραφική έκδοση παραγωγής των Φίλων του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων (επιμέλεια - κείμενα Νίκου Λούντζη) με τίτλο Οι σερενάτες ενώ συνοδεύει η Μαντολινάτα του Διονύση Αποστολάτου. Ο δεύτερος με τον επίσης τενόρο συνάδελφό του Κων)τίνο Παλιατσάρα τραγουδούν μαζί σε δίσκο με τον τίτλο Ζακυνθινές Σερενάδες και την οργανική συνοδεία μελών της Ορχήστρας Νυκτών Εγχόρδων του Πνευματικού Καλλιτεχνικού Κέντρου του Δήμου Πάτρας, υπό την διεύθυνση του Δημήτρη Λάγιου, στον οποίο ανήκει και η επιμέλεια έκδοσης του δίσκου.

Οι μαντολινάτες

Το μαντολίνο στη Ζάκυνθο (μαζί με την κιθάρα) υπήρξε πάντα το πρόσφορο όργανο για την πραγματοποίηση εφικτών μουσικών στόχων. Eξάρχον όργανο της μουσικής ψυχαγωγίας των ζακυνθίων, επιβάλλει την προσηγορία του και στις ορχήστρες νυκτών εγχόρδων, που, οργανωμένες ή αυτοσχέδιες, αποτέλεσαν αντιπροσωπευτικά σχήματα της ζακυνθινόμουσης καλλιτεχνικής δράσης. Η πρώτη συστηματική μαντολινάτα συγκροτήθηκε το 1901, υπό τον μουσικοδιδάσκαλο, πιανίστα και συνθέτη Στέφανο Θ. Καραμαλίκη (1866-1927). Με συνοδεία μαντολινάτας παίζονται για πρώτη φορά και κάλαντα (την Πρωτοχρονιά του 1905), σε στίχους Δημητρίου Πελεκάση και μουσική Διονυσίου Κατσίγιαλου:

Τώρα που έφθασε του χρόνου, η στερνή του η στιγμή
και προβάλλει με τραγούδια της πρωτοχρονιάς η αυγή...

Αξίζει να σημειώσουμε τα ονόματα των τραγουδιστών και των εκτελεστών, στα κάλαντα αυτά, όπως τ' αναφέρει και στο βιβλίο Νεοελληνική Μουσική ο Κερκυραίος μουσικός ιστορικός Σπύρος Μοτσενίγος: Σπύρος Μπάστας ή Μορούλιας (ένας σπουδαίος τενόρος, ψάλτης και κιθαρίστας), Ανδρέας Χρυσάφης, Νιόνιος Ντάριος, Σπύρος Γκιουστόζης, Μίμηκας και ο ξεχωριστός για το δικό του στυλ Ανδρέας Χιώνης.

Τα "κάλαντα Κατσίγιαλου γράφει ο Σπύρος Μοτσενίγος, εσημείωσαν εις την ιστορίαν της Ζακυνθινής νυκτωδίας σταθμόν. Εδωσαν την χαριστικήν βολήν εις την έως τότε επικρατούσαν τετράφωνον χορωδίαν, η οποία υπερηφάνως εκράτει το προνόμιον της αποκλειστικής εκτελέσεως των "καλάντων" της πρωτοχρονιάς και των Φώτων. Την πρώτην εμφάνισιν της υπό τον Κατσίγιαλον μανδολινάτας παρηκολούθησαν χιλιάδες λαού και μάλιστα υπό βροχήν με μεγάλον ενθουσιασμόν" [19].

Στο σημείο όμως αυτό οφείλω να κάμω μια μικρή παρένθεση: Κάλαντα σε μουσική Κατσίγιαλου και στίχους Πελεκάση αναφέρονται και στο βιβλίο του Γιάννη Βίτσου "Ζακυνθινά Πεντάγραμμα" που προαναφέρθηκε. Είναι εκείνα τα πολύ πιο γνωστά που ακούγονται και σήμερα και που αρχίζουν με τα λόγια τούτα:

Πρωτοχρονιά καλή χρονιά, χρονιά γεμάτη κάλλη,
Γεμάτη υγεία και χαρά μας έρχεται και πάλι....

Στα ερωτηματικά που μπορεί να γεννηθούν αν οι παραπάνω εκδοχές αποτελούν δύο διαφορετικά τέκνα των αυτών γονέων ή είναι μόνον η μία γνήσια και η άλλη νόθος, οπότε οφείλουμε ν' αναζητήσουμε τους γονείς της, η οποιαδήποτε απάντηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής. Πιθανόν ο Κερκυραίος Μοτσενίγος, που δεν αναφέρει και την πηγή των πληροφοριών του, να κάνει λάθος. Από την άλλη μεριά ο Ζακυνθινός Γιάννης Βίτσος, θα πρέπει να θεωρηθεί πιο αξιόπιστος, ως ευρισκόμενος πιό κοντά στα πράγματα και στους παλιούς τραγουδιστές από τους οποίους τ' άκουσε και τα κατέγραψε, διασταυρώνοντας και τις σχετικές με την προέλευσή τους πληροφορίες.

Το 1909 από τον αρχιμουσικό της Φιλαρμονικής Ιωάννη Πήλικα συγκροτείται η Μαντολινάτα Ζακύνθου και δίνει την πρώτη της υπαίθρια συναυλία στις 12 Ιουλίου του ίδιου χρόνου υπό τον μόλις 21 ετών Διονύσιο Καψοκέφαλο [20]. Με την ίδια επωνυμία την ξανασυναντάμε στον τοπικό τύπο το 1931:

"Εν μέσω ενθουσιασμού έκανε την εμφάνισίν της την εσπέραν της παρελθούσης Κυριακής εις το Πάνθεον η μανδολινάτα μας, το ωραίον υπό τον κ. Πανταζήν, παίξιμον της οποίας εχειροκρότησαν ενθουσιωδώς οι φιλόμουσοι θεαταί των Ουγγρικών Ερώτων" [21].

Χρειάζεται ίσως η διευκρίνιση ότι το Πάνθεον είναι θερινός κινηματογράφος, ότι οι Ουγγρικοί ΄Ερωτες είναι ο τίτλος της παιζόμενης ταινίας και ότι η παρουσία της μαντολινάτας εκεί, είναι κατάλοιπο παλιότερης συνήθειας που απαιτούσε την παρεμβολή ενός ψυχαγωγικού μουσικού ιντερμέτζου στα διαλείμματα της προβολής.

Με μικρές ή μεγάλες διακοπές, το σχήμα της μαντολινάτας δεν εξέλιπε, αναδεικνύοντας αξιόλογους μουσικούς διευθυντές. Σημειώνω ενδεικτικά, εκτός από τους Πιέρρο Πανταζή και Γιάννη Βίτσο που προαναφέρθηκαν, τους Γιάννη Λιβαθινό-Κουτσουκέλη (1927-1993), Τάση Λευτάκη (1907-1962), Στάθη Αρβανιτάκη (γεν. 1921) και Ηλία Θωμά. ΄Ενας εξαιρετικός επίσης και πολύπλευρος ζακυνθινός μουσικός ο Σπύρος Καψάσκης (1909-1967) αναπτύσσει την αξιόλογη καλλιτεχνική του δράση στη μεταπολεμική Αθήνα, σαν συνθέτης και διευθυντής μαντολινάτας επτανησιακού ρεπερτορίου [22] αλλά και σαν χοράρχης στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης.
Στην εκτέλεση του μαντολίνου τώρα, μείζονες και ελάσσονες, λαϊκοί αυτοδίδακτοι και έντεχνοι ...ακαδημαϊκοί, διεκδικούν την υστεροφημία με κριτήρια ...ετερογενή. ΄Αλλοτε της συμπάθειας άλλοτε της καταξίωσης. Από ένα πραγματικά μακρύ κατάλογο που θα μπορούσε κανείς να συντάξει δεν θα πρέπει να παραλείψει τα ονόματα των αδελφών Γιώργου, Μιλτιάδη και Σούλας Μιχαλά, τον αξέχαστο Κώστα Κυριακίδη (τον πρόσφυγα), τον Μιχάλη Κουτσουβέλη, τον Γιάννη Βυθούλκα-Μαγγιώρο, τον αξεπέραστο Σπύρο Βυθούλκα-Πιριπίρη που διακρίθηκε κι έξω από την Ζάκυνθο, και από τα νεώτερους, τους ταλαντούχους Διονύση Συνετό, Ανδρέα Σταμίρη, Θοδωρή Λειβαδά, Σπύρο Μαυρομάτη (κιθάρα) κ.ά. Ξεχωριστή θέση οφείλω να δώσω στον διεθνούς καρριέρας δεξιοτέχνη Δημήτρη Μαρίνο (γεν. 1964) που διαπρέπει στο εξωτερικό και που το περασμένο καλοκαίρι χάρισε στους ζακυνθινούς μιαν ασυνήθιστη εμπειρία για τις δικές του ικανότητες και του οργάνου τις δυνατότητες, με τη συναυλία που έδωσε στο Υπαίθριο Δημοτικό Θέατρο.

Η φιλοξενία της οπερέττας

Από την 10ετία του 1920 και μέχρι τους σεισμούς του 1953 (με εξαίρεση τα χρόνια της κατοχής) η Ζάκυνθος μετέχει στην πανδαισία της γαλλικής, της βιενέζικης και της ελληνικής οπερέττας. Διαθέτει θέατρο, μουσική προπαίδεια και κοινό πρόθυμο να χειροκροτήσει γλυκές φωνές και καλλίγραμμες πρωταγωνίστριες. Η όπερα σαν φιλόξενη και ώριμη πιά οικο-δέσποινα του χώρου, χωρίς ακριβώς ν' αποσύρεται, παραχωρεί ένα ευγενικό και διακριτικό προβάδισμα στην νεαρή, κομψή και ευκίνητη οπερέττα, που αφομοιώνεται διασκεδαστικά, σαν ανάγκη αναψυχής, μέσα στο κλίμα του διχασμού και των πολιτικών μεταβολών, με περιοδεύοντες θιάσους στα ελληνικά αστικά κέντρα. Σέ τέτοιους θιάσους η Ζάκυνθος θα γνωρίσει τις δεσποινίδες Νέζερ (1924), το Γιώργο Δράμαλη και τη Ζωζώ Νταλμάς (1925), το θίασο "Bάζα-Μαυροπούλου-Νούλη" και τη Μαρίκα Κρεββατά (1927), που "κατά γενικήν απαίτησιν" παίζουν την Μπαγιαντέρα του Κάλμαν, τις μετριότητες του Ξύδη (1927, 1928, 1931, 1932) με συμμετοχή ωστόσο (το 1931) του "αηδονάλαλου" τενόρου της οπερέττας Λέανδρου Καβαφάκη και (το 1932) της Βούλας Νικολαϊδου, τον θίασο Α. Αρντάτωφ-Πάολα Νικολέσκου (το 1934), το θίασο Δράμαλη-Κρεββατά (1937) και μεταπολεμικά (1948-1953) τις περίφημες ντίβες του ελαφρού μουσικού θεάτρου Σούλα Καραγιώργη, Φίνα Σκότη, ΄Ωρα Βάζα, Αθηνά Παπά και Τούλα Δράκου όσο και τον αξιαγάπητο μαέστρο Νικούτσο Ντ' ΄Αντζελις.

Ερασιτεχνικές συναυλίες- Οι συντελεστές

ερασιτεχνικές συναυλίες, οι φιλανθρωπικές εσπερίδες και τα ιδιωτικά κοντσέρτα , μέχρι τουλάχιστον τον πόλεμο του 1940, διαμόρφωναν στη μουσική Ζάκυνθο τρόπο ζωής και αισθητική αντίληψη επιπέδου. Τα δημοσιεύματα και τα σχόλια του τοπικού τύπου αποδυναμώνουν κάθε πρόθεση αναζήτησης κινήτρων, όταν η περιγραφή, από μόνη της αναδεικνύει το κλίμα και το φρόνημα ενός φιλότεχνου λαού:

H ωραία εσπερίς του Σαββάτου η δοθείσα υπέρ των πτωχών του τόπου, εστέφθη υπό πλήρους επιτυχίας. Και το πρόγραμμα εξετελέσθη τελείως υπό των ερασιτεχνών και η συρροή και η προθυμία της κοινωνίας μας ήτο καταπληκτική. Εις το βάθος της μεγάλης αιθούσης της λέσχης "Ο Ζάκυνθος", είχε κατασκευασθεί μία μικρά και περίκομψος σκηνή, στολισμένη με ωραία τριαντάφυλλα και καταπράσινα φοινικοειδή... ΄Ολος ο ωραιόκοσμος της Ζακύνθου με χαριτωμένες τουαλέττες και οι ευγενείς του τόπου μας κύριοι, περιμένουν ανυπομόνως το άνοιγμα της σκηνής, το οποίον γίνεται εν μέσω βαθυτάτης σιγής [23].

Θάταν όμως παράλειψη, να μη γίνει λόγος για τους μουσικούς συντελεστές της επιτυχίας τέτοιων εκδηλώσεων, καταγράφοντας εδώ ονόματα ερασιτεχνών, που κρατήθηκαν ζωντανά στη μνήμη των παλιότερων ζακυνθινών όπως και στα χρονικά των τοπικών εφημερίδων. Σημειώστε τον οφθαλμίατρο Ροβέρτο (Μπόμπη) Σιγούρο (1879-1943), στο βιολί και τον φαρμακοποιό Διονύσιο Μάνεση (1887-1951), στο βιολοντσέλλο, την αργότερα καθηγήτρια του πιάνου στο Ωδείο Αθηνών Λούση (Λουκία) Κόκλα (1909- ) τον πιανίστα Στέφανο Καραμαλίκη (που προαναφέρθηκε σαν διευθυντής μαντολινάτας) και την συμπαθή Λίζα Γκιουστότση (1902-1961) σαν acompagnatrice του πιάνου. Η παρουσία των τελευταίων κρίνεται απαραίτητη και σε περιστασιακά ρεσιτάλ που δίνονται συχνά στη Ζάκυνθο από περιοδεύοντες λυρικούς καλλιτέχνες. Ενδεικτικά από τον τοπικό τύπο σημειώνω την εμφά-νιση, στην αίθουσα της πολιτικής λέσχης Λομβάρδος, του τενόρου Λ. Φωτίου, αρχές Δεκέμβρη του 1909, με σύμπραξη μαντολινάτας υπό τον μουσικοδιδάσκαλο Στέφανο Καραμαλίκη, δύο εμφανίσεις του, επίσης τενόρου, Ερρίκου Κάρα, την Πρωτοχρονιά του 1918 τη συμπράξει της (16χρονης τότε) Λίζας Γκιουστότσηκαι τον Ιούνιο του 1918 στο θέατρο Φόσκολος, με συνοδεία μαντολινάτας. Επίσης (τον Γενάρη του 1925) την παρουσία στη Ζάκυνθο του Ιωάννη Μαρσέλλου, ως βαθύφωνου της ΄Οπερας του Μόντε Κάρλο, με σύμπραξη πάλι της Λίζας Γκιουστότση.

Αποχαιρετισμός στον 20όν αιώνα

Αποχαιρετώντας τον 20όν αιώνα, η Ζάκυνθος δηλώνει μουσοτραφής και συντηρείται μουσικά με ...ηλεκτρονική τεχνολογία και με την επιχειρηματολογία του ανεπαρκούς κληρονόμου πάνω στην επάρκεια των προγόνων του. Οι ιστορικές μνήμες δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν μια πραγματικότητα που πάσχει από έλλειψη στεγανών. Ο αιώνας που μόλις έφυγε σημαδεύτηκε από πλήθος πειραματισμών και αισθητικών ...μετεωρισμών, μέχρι σημείου άρνησης των στοιχείων ταυτότητας του πολιτισμικού μας παρελθόντος. Το αίσθημα της ανασφάλειας, η ιδέα της φυγής προς το μέλλον και το αναπόδεικτο θεώρημα πως οι κλασσικές μορφές τέχνης είναι ασυμβίβαστες με τον σύγχρονο τρόπο ζωής , αρνούνται στη μουσική δημιουργία την οικουμενική αποδοχή που της εξασφάλισε ο μουσικά ανεξάντλητος 19ος αιώνας και η απεραντοσύνη των παρακαταθηκών του ρομαντικού κινήματος και η Ζάκυνθος του σήμερα δεν μπορεί πιά να επικαλείται, όπως άλλοτε, την εξαίρεσή της. Στο συνθετικό χώρο ωστόσο, σεμνύνεται, και δικαίως, στο πέρασμα ενός Αλέκου Ξένου (1912-1995) που καταχωρείται στους μεγάλους των νεώτερων Ελλήνων συνθετών, καθώς και του επίσης σημαντικού, στον ίδιο χώρο, ζακυνθινού συνθέτη Διονυσίου Βισβάρδη (1910-1999) και παραμένει αξιοπρεπώς σιωπηλή στη μνήμη του πρόωρα χαμένου Δημήτρη Λάγιου (1952-1991), ενός νέου συνθέτη που έλαμψε κι έσβυσε σαν άστρο στο ευρύτερο ελληνικό μουσικό στερέωμα, αφήνοντας πίσω του υμνολόγους και αντιφρονούντες. Να μην αρνηθούμε όμως στον τελευταίο την πρωτοβουλία και την επιμέλεια στη συλλογή και διάσωση (ιδίως στα τετράφωνα) μιας ικανής μερίδας ακουστικού υλικού της ζακυνθινής μουσικής παράδοσης, ενσωματωμένου στο δίσκο Λαϊκά τραγούδια της Ζάκυνθος.

Στον 21ο

Το σύγχρονο ωστόσο έμψυχο δυναμικό της μουσικής Ζακύνθου, θα μπορούσε να πεί κανείς ότι συντηρούν την αισιοδοξία μιας αναγέννησης, όταν στους τομείς της εκτέλεσης και της διδασκαλίας των διαφόρων οργάνων, διαπιστώνεται η ύπαρξη νεαρών ταλέντων με αξιώσεις ιδιαίτερης αναφοράς. Του μαντολίνου σημειώθηκαν ήδη. Στο πιάνο τώρα νεαροί διπλωματούχοι όπως ο Διονύσης Σεμιτέκολος, ο Διονύσης Σούλης, η Πέγκυ Παυγέλου, η Τέτα Βασιλάκη-Κρητικού η ΄Ελσα Καπνίση, ο Μάριος Παπαδάτος, οι ταλαντούχοι σπουδαστές Σπύρος Δεληγιαννόπουλος, Διονύσης Μπουκουβάλας, Γιώργος Τσιρόπουλος, καθώς και ο εξαιρετικός στο φλάουτο Θοδωρής Γιατράς, διαθέτουν ήδη υψηλές διακρίσεις μουσικών σπουδών και υπόσχονται πολλά, ενώ με ιδιαίτερες επιδόσεις στα χάλκινα πνευστά θα πρέπει να σημειωθούν ο Γιάννης Μαρίνος (τρομπόνι, Βλ. Λεξικό Ελλ. Μουσικής), ο Ανδρέας Κονιτόπουλος (τρομπόνι), ο Διονύσης Μαλιάς (κορνέττα) και στα ξύλινα ο Σπύρος Κωστής (φαγκότο).

Στον τομέα της μουσικής διεύθυνσης επίσης, αν και εκτός Ζακύνθου, για πρώτη φορά σημειώνονται δύο νέοι αξιόλογοι Ζακύνθιοι: Oι αδελφοί Ανδρέας και Ραφαήλ Πυλαρινός, γυιοί του παλαίμαχου τρομπονίστα της Λυρικής Σκηνής και μαέστρου Διονύση Πυλαρινού.

Μια πολύ αισιόδοξη σημαντικότητα αποτελεί η παρουσία του Παναγιώτη Παύλ. Μαρίνου, που η μουσική του διεύθυνση, οι συνθετικές του επιδόσεις και η επαινετή ιδιαιτερότητα του στην έκφραση του ευρωαστικού μουσικού μέλους της Ζακύνθου, τόσο στον εκκλησιαστικό, όσο και στον κοσμικό χώρο σηματοδοτούν ένα πολύ ελπιδοφόρο μέλλον.

Οφειλόμενη διευκρίνιση ότι όλα τα ονόματα που αναφέρονται εδώ, δεν εξαντλούν το υπάρχον έμψυχο υλικό, αφού άλλωστε και το παρόν δεν διεκδικεί την πληρότητα βιογραφικού ευρετηρίου.

Σε επίπεδο μουσικών συνόλων, εκτός από τα χορωδιακά σχήματα που προαναφέρθηκαν, η Ζάκυνθος, διατηρεί τη Δημοτική Φιλαρμονική που φυτοζωεί (με αρχιμουσικό τον συνταξιούχο στρατιωτικό Νικόλαο Ταπίνη), μια μαθητική μαντολινάτα που επιβιώνει με το ζήλο και το μεράκι των νεαρών μελών της (με διευθυντή τον Κώστα Μεϊντάνη) κι έναν ωδικό όμιλο τους "Τραγουδιστάδες της Ζάκυνθος" (στο τετράφωνο, κυρίως , λαϊκό τραγούδι). Στον τομέα της δημόσιας εκπαίδευσης λειτουργεί, προνομιακά για τη Ζάκυνθο, το Μουσικό Γυμνάσιο-Λύκειο, η δραστηριότητα του οποίου, σύμφωνα με τις πληροφορίες που υπάρχουν, είναι μάλλον θετική. Ας σημειωθούν ακόμη το ιδιωτικό μουσικό σχολείο του ωδείου "Εύηχον" και η παιδική μαντολινάτα του πολιτιστικού συλλόγου "Ωραίος Βασιλικός", με μικρούς μαθητές, που κατά καιρούς κάνουν αισθητή την ύπαρξή τους με δημόσιες εμφανίσεις σε αντίστοιχες μουσικές εκδηλώσεις.

Ένας νέος και ευπαίδευτος συνθέτης και μαέστρος, ο Ιάκωβος Κονιτόπουλος (γεν. 1963) μοιράζει την καλλιτεχνική του δράση ανάμεσα σε πλήθος αθηναϊκών υποχρεώσεων και στο ηθικό καθήκον απέναντι στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Μόνον έτσι κατορθώνει να λειτουργεί στη Ζάκυνθο, υπό την φροντίδα και την μπαγκέτα του, η νεοσύστατη ανδρική χορωδία με την επωνυμία "Σύγχρονο Φωνητικό Σύνολο Ζακύνθου". Μια εκδήλωσή του, την ημέρα των Χριστουγέννων 1999, την τελευταία του αιώνα που μόλις μας άφησε, μας αφήνει παράλληλα τη γεύση και την προοπτική μιας καλής δουλειάς, καθώς και την αισιόδοξη γνωριμία με τη φωνή της μεσοφώνου Χαράς Γρώπα, που συμμετείχε με επιτυχία στο πρόγραμμα.
Ξεχωριστή αναφορά οφείλεται στο "Ωδείο Ζακύνθου" του νέου και αξιόλογου μουσικοσυνθέτη Τιμόθεου Αρβανιτάκη (γεν. 1947). Ο τελευταίος αυτός, με σπουδές στο εξωτερικό και με απεριόριστη διάθεση δημιουργίας, συντηρεί στη Ζάκυνθο σχολή διδασκα λίας εγχόρδων και διευθύνει μιαν αναπτυσσόμενη συμφωνική ορχήστρα σαράντα περίπου εκτελεστών με επιτυχείς δημόσιες εμφανίσεις. Παράλληλα το, μέχρι στιγμής, συνθετικό του έργο, χωρίς να στερείται αυθεντικής υφής και προσωπικού στυλ, δένει απο-λύτως με την τοπική παράδοση, εξασφαλίζοντάς του ό,τι πιό ενθαρρυντικό στον αντίστοιχο χώρο, μπορεί μουσικά να ελπίζει η σημερινή Ζάκυνθος.

Οι λαϊκοί τραγουδιστές

Δεν μίλησα ιδιαίτερα για τους ζακυνθινούς λαϊκούς τραγουδιστές, που χωρίς αυτούς η μουσική ιστορία της Ζακύνθου, θάταν πραγματικά μια ιστορία χωρίς ...λόγια. Εδώ όμως οι ισορροπίες της απογραφής είναι κρίσιμες και πέρα από την παρακινδύνευση της ιεράρχησης, καραδοκεί ο κίνδυνος της παράλειψης. Από την άλλη μεριά αν περιοριζόμουνα σε ονόματα τραγουδιστών που έχουν φύγει πια από τη ζωή, θα ήμουν άδικος γι αυτούς που ζούν και ...βασιλεύουν. Ο ζακυνθινός λαϊκός τραγουδιστής διακατέχεται από το σύνδρομο της μοναδικότητας και τοποθετείται αυτογνωμόνως πέρα από τα όρια της σύγκρισης. Η σιγουριά ωστόσο της αναγνώρισης του βρίσκει στήριξη στην ιδανική εκφραστική ταύτιση ψυχής και φωνής, που κανείς πιστεύω δεν μπορεί να του αμφισβητήσει. Μη θέλοντας συνεπώς να στενοχωρήσω κανένα από τους συμπαθείς φίλους, κάνοντας όμως μια τιμητική εξαίρεση στη νωπή μνήμη του πρόωρα χαμένου Μίμη Σταμίρη, αρκούμαι να παραπέμψω στις κατά καιρούς οργανοφωνητικές παρέες, όπως εκείνη της Ασματικής Ελιάς (στη 10ετία του '60), στο Κουαρτέτο ντι Τζάντε των ημερών μας, στην παρέα των αδελφών Οδυσσέα και Τάση Κεφαλληνού, στο Κουαρτέτο ντι Τζάντε των ημερών μας, στους Τραγουδιστάδες της Ζάκυνθος που προανάφερα αλλά και στα όσα γραπτά ή προφορικά διασώζει η παράδοσή μας. Κι από τη θέση αυτή περιορίζομαι να εκφράσω την προτίμησή μου σ' εκείνο το ζευγάρι τενόρου-βαρυτόνου, που ενάντια σε κάθε σημερινή ανασκοπή, θάπαιρνε την πρωτοβουλία ν' αποθέσει τραγουδώντας "Ολα τ' Απρίλη τα λουλούδια" του Πανταζή, δίπλα στα "Φύλλα της ανεμώνης" του Κωστή. Θάταν αλήθεια ανεκτίμητη μια τέτοια προσφορά στην προσπάθεια διάσωσης και διατήρησης του ζακυνθινού ντουέττου απέναντι στην αλλοτρίωση των καιρών.

Η "Φανερωμένη"

Θα κλείσω αναφερόμενος, όπως είπα και στη αρχή, με την 30μελή ανδρική χορωδία "Η Φανερωμένη" που διαδραματίζει ενεργό και δημιουργικό ρόλο στον εκκλησιαστικό και τον κοσμικό χώρο, με αξιοσημείωτες παρουσίες στην Ζάκυνθο, την Ελλάδα και το εξωτερικό, ήδη από το 1989. Με σωματειακή συγκρότηση και πρόεδρο τον σεμνό λογοτέχνη-ζακυνθινογράφο Νιόνιο Μελίτα, γνώρισε σαν μαέστρο τον Ηλία Θωμά και με σημερινό διευθυντή τον καθηγητή της μουσικής Ανδρέα Μαμφρέδα, έχει κάθε λόγο να προσβλέπει με αισιοδοξία στο μέλλον της και την αναγνώρισή της από ένα ομολογουμένως δύσκολο και απαιτητικό κοινό. Στα διαπιστευτήρια μιας πετυχημένης 10χρονης καριέρας, σημειώνω ενδεικτικά, εκτός από την ανελλιπή συμμετοχή της σε τοπικές γιορτές και επετείους και την επιτυχή διοργάνωση αμοιβαίων χορωδιακών ανταλλαγών διεθνούς ενδιαφέροντος, όπως με την Corale San Stefano στην Ζάκυνθο και της "Φανερωμένης" στην Potenza Picena της Ιταλίας το 1992, με την χορωδία "Giovan Feretti" στη Ζάκυνθο και την αντίστοιχη ανταπόδοση της επίσκεψης στην Ανκόνα το 1993 και άλλες εξίσου αξιόλογες. Το Σεπτέμβρη του 1995 οργανώνει κοινή εκδήλωση με τη Χορωδία Καθολικών Πάτρας και τον Οκτώβρη του ίδιου χρόνου συμμετέχει στο "9ο Διεθνές Φεστιβάλ ΄Αργους Ορεστικού". Το 1996 (18-22 Οκτωβρίου) οργανώνει στη Ζάκυνθο την 1η Συνάντηση Χορωδιών. Το Νοέμβρη προσκαλείται και εμφανίζεται στην Κύπρο. Πραγματοποιεί εκεί τρεις εμφανίσεις, συμμετέχοντας παράλληλα στο Ευρωπαϊκό Φεστιβάλ "Limassol-Χειμώνας '96-97". Το 1997 (Απρίλιος) φιλοξενείται στο Μεσολόγγι ανοίγοντας το πρόγραμμα των "Εορτών Εξόδου 1997". Το Μάη του ίδιου χρόνου, μετά από πρόσκληση των Επτανησιακών Σωματείων του Μονάχου, βρίσκεται εκεί και συμμετέχει στον εορτασμό της "21ης Μαϊου". Το Σεπτέμβρη επίσης με το μουσικό συγκρότημα "Διάσταση" της Κύπρου, λαβαίνει μέρος στις εκδηλώσεις αδελφοποίησης των Δήμων Ζακυνθίων και Λεμεσού. Για τον ίδιο λόγο τον Απρίλη του 1998 βρίσκεται στην Κύπρο. Το 1998 ωστόσο απογράφει δύο ακόμη σημαντικές της δραστηριότητες: 8-10 του Μάη οργανώνει τη "2η Διεθνή Συνάντηση Χορωδιών", που την αφιερώνει στο "Έτος Διονυσίου Σολωμού" (συμμετέχουν 9 χορωδίες) και τον Ιούνιο συνοδεύει επίσημη ζακυνθινή αντιπροσωπεία στην Κρεμόνα της Ιταλίας, συμμετέχοντας στις εκεί εκδηλώσεις για τα 200 χρόνια από τη γέννηση του εθνικού μας Ποιητή.

Επίλογος

Κυρίες και κύριοι, οι γέφυρες του χθές με το σήμερα δεν είναι σίγουρο πως θ'αντέξουν στην πίεση των διερχομένων γενεών. Η αναγωγή ωστόσο των λαών στις πολιτισμικές τους ρίζες είναι μια δύσκολη ίσως αλλά οπωσδήποτε προσιτή έξοδος διαφυγής στους πολλαπλούς κινδύνους που απειλούν την ανθρωπότητα. Σε μια τέτοια κρίσιμη στιγμή, βρίσκει το μέτρο της συμβολής της και η παρούσα ομιλία.


Σημειώσεις

1.- Παναγ. Χιώτη: Iστορικά Απομνημονεύματα της νήσου Ζακύνθου, τομ. Α΄ σ. 160.
2.- Διον. Ρώμα: Το επτανησιακό θέατρο, περιοδ. Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1964, σ. 127, και Σπύρου Γ. Μοτσενίγου: Nεοελληνική Μουσική, Αθήνα 1958, σ. 193.
3.- Στέλιου Τζερμπίνου: "Ω τι ωραία που τραγουδείς.... και άλλες αρέκιες", Εκδ. Φιλόμουσης Κίνησης Ζακύνθου, 1993.
4.- Γιώργου Λεωτσάκου: MEMUS (Mediterraneo Musica) 1995: Η Ιταλίa ως alma mater της ελληνικής μουσικής του 19ου αιώνα και ως απέραντο πεδίο σχετικής μελλοντικής έρευνας.
5.- Nίκoυ Λούντζη: Θέατρα στη Ζάκυνθο. Πρακτικά Α΄ Συνεδρίου Εταιρείας Ζακυνθιακών Σπουδών με τίτλο: Oι οικισμοί της Ζακύνθου, από την αρχαιότητα μέχρι το 1953, Αθήνα , 1993
6.- Διον.Ρώμα: "Το επτανησιακό θέατρο", Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1964, σελ. 127, αλλά και Λεων. Ζώη: "Ιστορικαί σελίδες της Ζακύνθου.Το θέατρον" στο περ."Αττική Ιρις" της Αθήνας, 1898 (αριθ.5-11), όπου παραπέμπει ο Ρώμας.
7.- Λεων. Ζώη: ό.π.π.
8.- Λεων. Ζώη: Ιστορία της Ζακύνθου σελ.401, βλ. όμως και Μοτσενίγου "Νεοελληνική Μουσική" σελ.195.
9.- Γιώργου Λεωτσάκου: "Οι χαμένες ελληνικές όπερες ή ο αφανισμός του μουσικού μας πολιτισμού", Περιοδικό Επίλογος στο κεφ. Ερευνες, Αθήνα 1992.
10.- Σπύρου Γ. Μοτσενίγου: Νεολληνική Μουσική, Αθήνα, 1958, σ. 166.
11.- Ντίνου Κoνόμου: Ζάκυνθος 500 χρόνια, τομ. 6ος (Λαογραφικά) σ. 284.
12.- Βλ. Λύχνος υπό τον μόδιον -΄Εργα Ελλήνων συνθετών για πιάνο - ΄Εκδοση CD από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, ΄Ερευνα-Κείμενα Γιώργος Λεωτσάκος.
13.- Βλ. Παύλος Καρρέρ - Μουσική για σαλόνι και μπαλκόνι (Η "Επτανησιακή Σχολή" του ΙΘ΄ αιώνα). Διπλό CD έκδοσης Οι Φίλοι του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, Κείμενα - Επιμέλεια Nίκιας Λούντζης.
14.- Διον. Λαυράγκα: Απομνημονεύματα, Αθήναι 1939, σ.σ. 205-207.
15.- Θοδ. Χατζηπανταζή: Το Κωμειδύλλιο, Εκδ. Ερμής, 1981, Τομ. Α΄, σ. 64.
16.- Λεων. Ζώη: Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου, Αθήναι 1963, Μέρος Β΄, σ. 405 στη λέξη Μάστρο- Μανώλης.
17.-"Ποικίλη Στοά" Ιωάννου Α. Αρσένη 1899 σ.σ. 243-244.
18.- Εφημ. Φιλελεύθερος 4 Σεπ. 1932.
19.- Σπ. Μοτσενίγου: Nεοελληνική Μουσική, ό.π.π. σ. 216.
20.- Εφημ. Ελπίς 1762/12 Ιουλ.1909.
21.- Εφημ. Επτανησιακή Ηχώ της 29 Απρ. 1931.
22.- Καρπός της δραστηριότητάς του αυτής και το διπλό δίσκογραφικό άλμπουμ των Φίλων του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, με τον τίτλο Τραγουδούσε η Ζάκυνθος, με αξιόλογες μεταγραφές παλιών ερασιτεχνικών ηχογραφήσεων. Κείμενα - Επιμέλεια Nίκιας Λούντζης.
23.- Εφημ. Ελπίς 31 Δεκ. 1917.

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2008

"Ιερά Υμνωδία, κατά το Ζακύνθιον ΄Υφος". Μια επανέκδοση

Γράφει ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΤΖΕΡΜΠΙΝΟΣ

Το κεφάλαιο της (φωνητικής) εκκλησιαστικής μουσικής στη Ζάκυνθο, παρά την διαγνωσμένη σημαντικότητά του δεν ευτύχισε μέχρι σήμερα σε μια πλήρη απογραφή. Κατά καιρούς βέβαια, φιλότιμοι μελετητές διαπιστώνοντας την ύπαρξη της ανάγκης, επιχείρησαν την ιστορική του αξιοποίηση, είτε απογράφοντας διάσπαρτες πληροφορίες και ερασιτεχνικές αναλύσεις ιερωμένων και ιεροψαλτών, είτε μεταγράφοντας στη σύγρονη ευρωπαϊκή σημειογραφία ψαλτικά κείμενα βυζαντινής γραφής ή προφορικής τοπικής παράδοσης.

Ιερωμένοι όπως ο Παχώμιος Ρουσάνος, ο Νικόλαος Στουπάθης, ο Παναγιώτης Γκριτζάνης, ο Βασίλειος Πομόνης, ο Σπυρίδων Μούσουρας αλλά και άλλοι κοσμικοί, όπως ο Ιωάννης Καπανδρίτης και ο Σπυρίδων Καψάσκης για παράδειγμα, ως “κατά τόπον”, “καθ’ ύλην” και “κατά λειτουργίαν” αρμόδιοι , δεν παρέλειψαν να επενδύσουν “ύμνοις” την ευλάβεια τους προς το “Θείον” και την ευαισθησία της ψυχής τους προς το τοπικό εκκλησιαστικόν μέλος, χωρίς ωστόσο να καλύπτεται το κενό.
Το θέμα έχει επαναθιγεί κι άλλες φορές από πολλούς, συμπεριλαμβανομένου και του υπογράφοντος, σήμερα ωστόσο μού δίνεται η ευκαιρία να το επαναφέρω, έχοντας μπροστά μου ένα ωραιότατο σχετικό βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε.

Πρόκειται ακριβώς για μιαν επανέκδοση του Γ΄ και μόνου τόμου (δεν εκδόθηκαν ποτέ οι δύο προηγούμενοι) του βιβλίου “Ιερά Υμνωδία κατά το Ζακύνθιον ΄Υφος”, του ονομαστού ζακυνθινού ιερέα Βασιλείου Αντων. Πομόνη και περιλαμβάνει 50 υμνωδίες της Θείας Λειτουργίας (Δοξολογία, Τυπικά, Αντίφωνα, Τρισάγια, Χερουβικά και διάφορα άλλα μελίσματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας), κατά το ζακυνθινό εκκλησιαστικό μέλος και σε φθόγγους της βυζαντινής σημειογραφίας. Η πρώτη έκδοση είχε γίνει το 1930.
Η παρούσα επανέκδοση (από τις εκδόσεις “Εντυπο”) οφείλει την πραγμάτωσή της στην επιμέλεια και την επεξεργασία του Αντώνη Κλάδη, καθηγητή της βυζαντινής και ευρωπαϊκής μουσικής στο Μουσικό Σχολείο Ζακύνθου και ιεροψάλτη στο ναό του πολιούχου Αγίου Διονυσίου, και εκτός απ’ αυτούς τους τυπικούς τίτλους που διαθέτει, ο Αντώνης Κλάδης, είναι παράλληλα ένας ευαίσθητος και φιλεύρευνος μελετητής του ζακυνθινού ψαλτικού ιδιώματος, στο οποίο, εξ απαλών ονύχων, θητεύει πολλαπλώς. Ας σημειωθεί εδώ, ότι δεν είναι η πρώτη φορά που καταθέτει σε δημόσια χρήση τους καρπούς της δουλειάς του και της καλλιτεχνικής του δημιουργίας. ΄Ηδη από πέρυσι κυκλοφορεί ένα θαυμάσιο CD αφιερωμένο στον πολιούχο της Ζακύνθου με τον τίτλο “Εις τον ΄Αγιον Διονύσιον - Ζακυνθινή Εκκλησιαστική Μουσική και ΄Υμνοι”, μέσα στο οποίο ο Αντώνης Κλάδης, πέρα από τα όσα λέει ο τίτλος, είχε επίσης περιλάβει πολύ αξιόλογα ηχητικά ντοκουμέντα της εμπειρίας του πάνω στο ζακυνθινό εκκλησιαστικό μέλος.

Του βιβλίου, που προαναφέρθηκε, προτάσσεται σύντομος χαιρετισμός του μουσικολόγου -συγγραφέα, φίλου της Ζακύνθου, μελετητή και ερευνητή της μουσικής παράδοσης της ζακυνθινής Εκκλησίας, Μάρκου Δραγούμη, καθώς και ένα πολύ κατατοπιστικό σημείωμα του Αντώνη Κλάδη, ενώ με φιλοτιμία του ίδιου, προστίθενται στο τέλος ενδεικτικές μεταγραφές, από τα περιεχόμενα του βιβλίου, στην ευρωπαϊκή σημειογραφία.

Όπως κι άλλες φορές έχω δηλώσει, οι γνώσεις μου γύρω από την εκκλησιαστική μουσική της Ζακύνθου και ειδικώτερα στο σημείο που οι ρίζες της διαπλέκονται με τη Βυζαντινή, δεν είναι γνώσεις ειδικού. Εκείνο συνεπώς που διεκδικώ, όταν τολμώ να γράψω κάτι σχετικό, δεν είναι η ακαδημαϊκή ανάλυση αλλά η έκφραση της αισθητικής μου θέσης πάνω στο ζακυνθινό εκκλησιαστικό μέλος, που από από τα παιδικά μου χρόνια ασκούσε στον ψυχικό και ακροαστικό μου κόσμο μιαν ευδαίμονα συγκινησιακή επίδραση. Κι αυτό ακριβώς είναι εκείνο που θέλω να μεταδώσω στους αναγνωστικούς μου αποδέκτες, συστήνοντας το βιβλίο του Αντώνη Κλάδη, παράλληλα με τις όποιες ιστορικές πληροφορίες συμβαίνει να εντοπίζω στις ασχολίες μου γύρω από την τέχνη και τον πολιτισμό του επτανησιακού χώρου, στον οποίο φυσικά ανήκει και η Ζάκυνθος.

Οι εντυπώσεις βεβαίως αποτελούν προσωπική υπόθεση του καθενός. Εκείνο όμως, που από την πλευρά μου έχω να πω, είναι ότι η αξία και η χρησιμότητα του βιβλίου του ιερέως Βασιλείου Πομόνη, την αναστατική επανέκδοση του οποίου πέτυχε ο Αντώνης Κλάδης, είναι αδιαπραγμάτευτη. Πρωτίστως για τη σημαντικότητα και την ποικιλία του υλικού που περιέχει. Εξίσου σημαντικά είναι επίσης τα εξηγηματικά σχόλια που παραθέτει ο Αντώνης, στον πρόλογό του, σχετικά με τις δυσκολίες της γραπτής απόδοσης των ποικιλόχρωμων ιριδισμών των ήχων που περιλαμβάνει το “ζακύνθιον ύφος”, κάτι που έχει, άλλωστε, επισημανθεί κι από άλλους, ειδήμονες στο συγκεκριμένο θέμα. Δύο άλλα πλεονεκτήματα της έκδοσης είναι αφενός η δυνατότητα που μας εξασφαλίζει για μια συγκριτική ματιά ανάμεσα στο αυθεντικό του χρόνου της γραφής και σ’αυτό που ζωντανά σήμερα ακούμε στις εκκλησίες και τέλος οι ενδεικτικές έστω μεταγραφές στην ευρωπαϊκή σημειογραφία με τις οποίες ο επιμελητής εμπλούτισε την παρούσα έκδοση.
Συγκινητικός, αφοπλιστικός αλλά και εύστοχος, ο Αντώνης, όταν στο προλογικό σημείωμά του, μας εξομολογείται:
Όταν κι εγώ ξεκίνησα να ψάλλω, προσπαθούσα ν’ αποδώσω την ζακυνθινή μουσική, όπως την είχα ακούσει από τις χορωδίες και τους ψάλτες, ακόμα και εκτός ακολουθίας, όταν τους άκουγα να λένε «έλα να πούμε ένα ζακυνθινό», «κάνε μου σιγόντο ή τέρτσα». Και ο ψάλτης συνήθως αυτοδίδακτος, κάνοντας χειρονομίες διηύθηνε την παρέα, πότε να κάνουμε «κολλητό» σιγόντο με το αυτί και πότε «σιγόντο βαρυτονάλε».

Καθώς, το, αναμφίβολα υπάρχον, υλικό είναι δυσεύρετο, η επανέκδοση δεν επεκτείνεται σε παραπέρα έρευνα. Γίνεται όμως κατέκδηλος ο “ένθεος ζήλος” και το μεράκι του επιμελητή της έκδοσης , στο να μυήσει τον αναγνώστη, σ’ αυτή τη μελισματική μυσταγωγία της τοπικής εκκλησιαστικής μουσικής, που ονομάστηκε “Zακύνθιον ύφος”, καταθέτοντας την προσφορά του, όχι ακριβώς μέσα από δελτία ιστορικής απογραφής, αφού μια πλήρης ιστορία της τοπικής εκκλησιαστικής μουσικής δεν έχει μέχρι στιγμής συντελεσθεί, αλλά μέσα από τις πηγές της έκφρασης αυτού, τέλος πάντων, του μοναδικού εκκλησιαστικού μέλους, του οποίου ο ίδιος είναι ένας ευλαβής και συνεπής μύστης. Ας είναι καλά.

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

Derek Walcott, [ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ]

[Τα ποιήματα προέρχονται από την δίγλωσση έκδοση "Derek Walcott Poems / Ντέρεκ Ουόλκοτ Ποιήματα", σε μετάφραση Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ και Στέφανου Παπαδόπουλου, Καστανιώτης 2006. Το παραπάνω σχέδιο, από το εξώφυλλο της ίδιας έκδοσης, είναι του ίδιου του Ποιητή.]

ΛΗΞΕΙΣ

Τα πράγματα δεν ανατινάζονται,
αποτυχαίνουν, σβήνουν,

όπως και το φως του ήλιου σβήνεται απ’ το δέρμα,
όπως ο αφρός χάνεται γρήγορα στην άμμο,

ακόμη και του έρωτα η αστραπή
τέλος κεραυνοβόλο δεν έχει,

πεθαίνει με τον ήχο
των λουλουδιών που σβήνουν σαν τη σάρκα

κάτω απ’ την ελαφρόπετρα που υγρασία στάζει,
όλα αυτό πλάθουν

όσο να μείνουμε
με τη σιωπή που περιζώνει του Μπετόβεν το κεφάλι.

ΕΡΩΤΑΣ ΚΙ ΕΡΩΤΑΣ ΞΑΝΑ
Θα 'ρθει καιρός
που μ’ έξαρση
θα καλωσορίζεις τον εαυτό σου
σαν θα φτάνεις στη δική σου πόρτα, στον δικό σου καθρέφτη,
κι ο ένας χαμογελώντας θα καλωσορίζει τον άλλο

και κάτσ’ εδώ θα λέει. Τρώγε.
Θ’ αγαπήσεις ξανά τον ξένο που ήταν ο εαυτός σου.
Δώσε κρασί. Δώσε ψωμί. Δώσε πίσω την καρδιά σου
στον εαυτό της, στον άγνωστο που σ’ αγάπησε

όλη σου τη ζωή, που εσύ αγνόησες
για κάποιον άλλο, που σ’ έχει αποστηθίσει.
Κατέβασε τα ερωτικά γράμματα απ’ το ράφι,

τις φωτογραφίες, τα απελπισμένα σημειώματα,
ξεφλούδισε από τον καθρέφτη την εικόνα σου.
Κάθισε. Απόλαυσε τη ζωή σου.

Η ΣΦΙΓΜΕΝΗ ΓΡΟΘΙΑ
Η γροθιά σφιγμένη γύρω απ’ την καρδιά μου
χαλαρώνει λίγο και λαχανιάζω
από τη λάμψη· αλλά σφίγγει
πάλι. Ήταν ποτέ που δεν αγάπησα
τον πόνο της αγάπης; Αλλά τούτο δω ξεπέρασε

τον έρωτα και έγινε μανία. Έχει το δυνατό
σφίξιμο του μανιακού, είναι
το άρπαγμα απ’ το χείλος του γκρεμού της τρέλας, πριν
βυθιστώ ουρλιάζοντας στο χάος.

Βάστα γερά λοιπόν, καρδιά. Έτσι τουλάχιστον ζεις.

ΜΕΣΟΚΑΛΟΚΑΙΡΟ, ΤΟΜΠΑΓΚΟ
Πλατιές ακρογιαλιές απ’ τον ήλιο μεθυσμένες.

Ζέστη λευκή.
Ένα πράσινο ποτάμι.

Ένα γεφύρι,
καψαλισμένοι κίτρινοι φοίνικες

απ’ το σπίτι που σε θερινή νάρκη
λαγοκοιμάται όλο τον Αύγουστο.

Μέρες που κράτησα,
μέρες που έχασα,

μέρες που μεγάλωσαν πια, και σαν κόρες
αφήνουν το λιμάνι της αγκαλιάς μου.

ΧΑΡΤΗΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Ι
ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΑ
Στο τέλος αυτής της φράσης, θ’ αρχίσει βροχή.
Στην άκρη της βροχής, ένα πανί.

Σιγά σιγά το πανί θα χάσει τη θέα των νησιών·
μες στην ομίχλη θα χαθεί η πίστη στα λιμάνια
μιας ολόκληρης φυλής.

Ο δεκαετής πόλεμος τελείωσε.
Της Ελένης τα μαλλιά ένα γκρίζο σύννεφο.
Η Τροία μια τεφροδόχος λευκή
δίπλα στην ψιχάλα της θάλασσας.

Η ψιχάλα τεντώνεται σαν τις χορδές μιας άρπας.
Ένας άντρας με συννεφιασμένα μάτια μαζεύει τη βροχή
και αγγίζει τη χορδή του πρώτου στίχου της «Οδύσσειας».

ΣΤΗ ΝΟΡΛΙΝ
Άδεια θα μείνει τούτη η ακρογιαλιά
και γι’ άλλες γκριζογάλανες αυγές
από γραμμές που συνέχεια το κύμα
με το σφουγγάρι του σβήνει,

και κάποιος άλλος θε να 'ρθει
μέσ’ απ’ το σπίτι που ακόμη θα κοιμάται
με μια κούπα στο χέρι του καφέ ζεστό,
όπως κάποτε το σώμα μου το δικό σου κράταγε,

για να μνημονεύει το πέρασμα αυτό
γλαρόπουλου π’ αλάτι αργοπίνει,
όπως όταν ένας στίχος στη σελίδα
αγαπιέται, κι είναι δύσκολο σελίδα να γυρίσεις.

ΦΗΜΗ
Αυτό είναι Φήμη: Κυριακές,
ένα κενό
όπως στον Μπαλτούς,

στενά λιθόστρωτα,
ηλιόφωτα, ηλιόχρυσα,
ένας τοίχος, ένας σκούρος πύργος

στο τέλος του δρόμου,
ένα μπλε χωρίς καμπάνες
σαν νεκρός καμβάς

στην άσπρη του
κορνίζα, και άνθη:
γλαδιόλες, ανάπηρες

γλαδιόλες, πέτρινα πέταλα
στο βάζο. Ο ουράνιος
έπαινος της χορωδίας

κομμένος. Ένα βιβλίο
με εικόνες που ξεφυλλίζει
τον εαυτό του. Το τικ-τακ

των τακουνιών στο πεζοδρόμιο.
Ένα ρολόι αργό.
Μια δίψα για δουλειά.

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2008

Στη Sulmona με την Γκιόστρα

Γράφει ο Διονύσης Φλεμοτόμος

Στις αρχές του Αυγούστου που μας πέρασε βρέθηκα με την παρέα δεκαέξι άλλων Ζακυνθινών στην όμορφη πόλη της γείτονος και για μας τους επτανησίους και φίλης Ιταλίας, Sulmona, σαν πρόεδρος της Αστικής μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Giostra di Zante», η οποία οργανώνει κάθε χρόνο την περίοδο της Αποκριάς το φημισμένο αυτό αγώνισμα στη Ζάκυνθο, για να λάβουμε μέρος στην εκεί διεξαγωγή της Ευρωπαϊκής Γκιόστρας.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόμουν την γραφική αυτή πόλη. Πριν δύο χρόνια, την ίδια περίοδο, είχα μείνει λίγες μέρες σ’ αυτήν, για να παρακολουθήσω, μαζί με τρία άλλα μέλη του Διοκητικού Συμβουλίου του Σωματείου, τις εκεί εκδηλώσεις και να πάρουμε ιδέες από την 19χρονη εμπειρία τους. Τον προηγούμενο Νοέμβρη, επίσης, αυτόν του 2007, είχα ξανά επισκεφθεί για μια βδομάδα την πατρίδα του Οβίδιου για διακοπές, αλλά και για να δω κάποιους φίλους, που είχα ήδη αποκτήσει σ’ αυτήν και μερικοί από αυτούς με είχαν επισκεφθεί και στο νησί μου. Έτσι το φετινό Καλοκαίρι δεν ένοιωσα σαν τουρίστας ή έστω επισκέπτης, μα αισθάνθηκα πως πήγα σ’ έναν κυριολεκτικά δικό μου τόπο. Και το γιατί υπάρχει στη συνέχεια.

Η πόλη κρατά το τοπικό της χρώμα, την παραδοσιακή της μορφή –μόνο όσοι έχουν επισκεφθεί την Ιταλία μπορούν να καταλάβουν τι λέω– και πάνω απ’ όλα σέβεται και τον εαυτό της και τιμά την ιστορία της. Έχει ιστορικό κέντρο και στον μεγάλο της δρόμο κάθε απόγευμα, καθημερινή και σχόλη, περπατούν οι κάτοικοί της και συναναστρέφονται, μια και εκεί δεν έχει γίνει ακόμα γνωστό το δικό μας, δημώδες ποίημα «των Κολοκοτρωναίων», που «καβάλα [σε 4Χ4 κυρίως] παν στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε». Εκεί υπάρχει ακόμα ένα παράξενο είδος που στην δική μας πατρίδα είναι υπό προστασία. Όχι δεν πρόκειται για την Καρέτα – Καρέτα, ούτε για την Μονάχους – Μονάχους. Για πεζούς πρόκειται γι’ αυτό και η πόλη έχει συνεχώς ζωή. Τώρα αν ρωτάτε τι είναι αυτοί, θα σας θυμίσω πως είναι άνθρωποι που χρησιμοποιούν και τα πόδια τους για τις μεταφορές και όχι τα οχήματα. Τους έχετε προλάβει και αν ναι τους θυμάστε;
Η Sulmona, όπως και πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχει διατηρηθεί στην παλιά της μορφή και κρατά ακόμα έντονο το δικό της χαρακτήρα, που δεν σας κρύβω, σε πολλά σημεία της μου θύμισε εικόνες από φωτογραφίες της προσεισμικής Ζακύνθου. Υπάρχει η παλιά πόλη, που παντού μιλά για σεβασμό και ποιότητα, η μέσα στα τείχη και γύρω της έχει απλωθεί η νέα, όχι χτισμένη άναρχα, σαν τις δικές μας, μα με σχέδιο, πράσινο και αγάπη στον άνθρωπο. Για την επιβεβαίωση όλων των παραπάνω, ένα θα επισημάνω μόνο. Εκεί και τις τρεις φορές που την επισκέφθηκα είδα τους κατοίκους της να σταματούν στην Φοντάνα (δημόσια πηγή) που ρέει ακόμα στο κέντρο της και με τα ποτηράκια, που είχαν πάντα κοντά τους, να πίνουν νερό και να ξεδιψούν, χαιρετώντας γνωστούς και φίλους. Τώρα, αν πω για τα σιντριβάνια της μεθενωτικής και μετασεισμικής Ζακύνθου, που αφού στέρεψαν έγιναν κάδοι σκουπιδιών, θα γίνω κακός και άδικος;

Μα, μην στεναχωριέμαι άλλο και μην σας στεναχωρώ. Ας επιστρέψουμε στην Γκιόστρα. Η εκεί εκδήλωση, στην οποία, εκτός από τη Ζάκυνθο, πήραν μέρος και άλλες εφτά χώρες, είναι μεγαλοπρεπέστερη από την δική μας, μα δεν διαφέρει και σε πολλά σημεία. Παρέλαση γίνεται και εκεί με ιστορικές στολές εποχής, τα κοστούμια μας έχουν πολλά κοινά, δαχτυλίδι προσπαθούν να πάρουν και οι δικοί τους ιππότες, μόνο που η πείρα των δύο, σχεδόν, δεκαετιών, που ήδη σημειώσαμε, μαζί με την ομαδικότητα και την οργάνωση που διακρίνει την Ευρώπη –κάποτε η Ζάκυνθος λειτουργούσε σαν άκρο της– έχουν αναμφισβήτητα πιο θεαματικά αποτελέσματα. Σημασία έχει πάντως πως το μικρό Τζάντε στάθηκε ισάξια δίπλα στους άλλους συμμετέχοντες και μάλιστα κέρδισε την Τρίτη θέση στο αγώνισμα. Όχι, παίζουμε!

Πιο συγκινητικό, όμως, απ’ όλα ήταν το ότι οι κάτοικοι –αρχές και λαός– της πόλης υποδέχτηκαν κυριολεκτικά αδελφικά την τζαντιώτικη αντιπροσωπεία, για τον κοινό τους μεγάλο ποιητή, τον Ούγο Φώσκολο. Στην επίσημη έναρξη είχα την τύχη και την χαρά – σαν πρόεδρο, βέβαια, του Σωματείου - να με ξεχωρίσουν από τους άλλους προσκεκλημένους και να με βάλουν να καθίσω δίπλα στους επισήμους, για να διαβάσω σε ελληνική μετάφραση το σονέτο του ποιητή των «Τάφων», το οποίο είναι αφιερωμένο στην «μητρική του γη», την Ζάκυνθο. Βέβαια είχε προηγηθεί η ανάγνωση του ποιήματος στην γλώσσα που γράφτηκε, την ιταλική. Κορυφαία ήταν επίσης η στιγμή που το πορτρέτο του Δημιουργού, δώρο της αντιπροσωπείας μας στον Δήμαρχο και τους κατοίκους της πόλης, κρεμάστηκε δίπλα στην προσωπογραφία του Οβίδιου, για να θυμίζει και να τονίζει την φιλία των δύο τόπων, που τους ενώνει ένας ποιητής. Μα και την ώρα που η αντιπροσωπεία της Ζακύνθου περνούσε τους κεντρικούς δρόμους της Sulmona οι απλοί άνθρωποι φώναζαν: «Το Τζάντε, η πατρίδα του Ούγου Φώσκολου». Αν βέβαια κάτι παρόμοιο γινόταν σε μια ελληνική πόλη, άντε κάποιοι να θυμόντουσαν τον Λαγανά. Ε, ίσως και το Ναυάγιο, σε καλύτερη περίπτωση, μια και ο Σολωμός για τους νεοέλληνες είναι θαυμάσιο έδεσμα και ο Φώσκολος ο δημιουργός της «Λάμψης» και του «Καλημέρα ζωή». Και δυστυχώς αυτοί οι τελευταίοι και ψηφίζουν και εκλέγουν…
Ήδη στην περυσινή Γκιόστρα της Ζακύνθου έλαβαν μέρος και κάποιοι Σουλμονέζοι, μεταφέροντας σε μας την τέχνη των σημαιοφόρων τους και τους ήχους των τυμπάνων και των σαλπίγγών τους. Είναι καλεσμένοι να θρούνε και φέτος. Θα τους απολαύσουμε και πάλι.

Ευχής έργο θα ήτανε μέχρι τότε το μέρος όπου προσεισμικά βρισκόταν το σπίτι του Φώσκολου να μην είναι ούτε σκουπιδότοπος -φίλε Σαράντη, μάταια τον καθάρισες το καλοκαίρι που ήρθες στην πατρίδα σου– ούτε πάρκιν της ανελέητης ευμάρειάς μας και της ελεημένης αδιαφορίας μας.
Εμείς μπορεί να μην έχουμε ιστορικό κέντρο –ας όψεται η πολλαπλή θεομηνία του 1953 και οι τότε κυρίαρχοι– αλλά τα ελάχιστα δείγματα του πολιτισμού μας μπορούν να σωθούν. Δεν είναι κρίμα να σαπίζει η Κυρία των Αγγέλων και να καταρρέει το Βενετσιάνικο Υδραγωγείο στο Κρυονέρι, ενώ στο λαό παρέχονται μόνο άρτος και θεάματα;
Ας προλάβουμε πριν αποτεφρωθούν και αυτά σαν την Αγία Μαύρα.
Διαφορετικά αντί για Γκιόστρα ας οργανώνουμε κάθε χρόνο στο ζακυνθινό καρναβάλι το δρώμενο του «εδώ ο παπάς, εκεί ο παπάς, πού είν’ ο παπάς».
Και μετά θα χρειαζόμαστε παπά να μας διαβάσει.

Δείτε εδώ, Giostra Cavalleresca di Sulmona 2008 - finale:

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2008

Μαρτυρίες Λιθακιωτών γερόντων από τα δίσεκτα χρόνια του Πολέμου και της Αντίστασης

Γράφει και επιμελείται ο Παύλος Φουρνογεράκης

…1η Μάη 1941 ένα ιταλικό υδροπλάνο στο λιμάνι της Ζακύνθου αποβιβάζει τον ταγματάρχη των αλεξιπτωτιστών Μάριο Τζοβάνοβιτς. Στη Νομαρχία υποστέλλεται η γαλανόλευκη για χάρη της τρίχρωμης ¨γκλοριόζας¨ ιταλικής. Το νησί παραδίδεται στη δουλεία του φασισμού όχι όμως και οι ψυχές,. Μελανοχίτωνες στρατιώτες, η ιταλική αστυνομία φινέτσα, πυροβόλα, όπλα, πυρομαχικά αποτελούν το νέο ντεκόρ στο Φιόρο του Λεβάντε. Μια μικρή μπάντα θα παίζει τακτικά φασιστικά και στρατιωτικά εμβατήρια. Κύρια δε και συνεχώς το εμβατήριο της φασιστικής νεολαίας ¨Τζοβινέτσια¨. Στρατωνίζονται στα σπουδαιότερα σημεία του νησιού και εγκαθιστούν τον οπλισμό τους, διασφαλίζοντας την κατοχή, διοίκηση και επικράτηση στο Ιόνιο. Έχει προηγηθεί η κατοχή της γειτονικής Κεφαλονιάς.

Το φθινόπωρο του 1943, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας (7-9-1943), ήλθαν οι Γερμανοί. 3-4 στούκας πετούν πάνω από την πόλη, με τρομακτικούς μυκηθμούς και βόμβους. Κάνουν ελιγμούς, ανυψώσεις και κάθετες εφορμήσεις. Ήταν μια προειδοποίηση για το τι επρόκειτο να επακολουθήσει σε περίπτωση προβολής αντίστασης. Και ταυτόχρονα, ένα πρώτο πεζοπορικό τμήμα δύναμης διλοχίας αποβιβάζεται στο λιμάνι. Στρατωνίζονται στην πλατεία Σολωμού και στα γύρω κηπάρια. Διασκορπίζονται στο υπόλοιπο νησί. Είχε προηγηθεί η κατάληψη των άλλων νησιών με μάχες Γερμανο-ϊταλικές.

Την ίδια τύχη και το χωριό Λιθακιά, θυμούνται οι σημερινοί γέροντες και γερόντισσες…

«Τι μας θυμίζεις, δύσκολα χρόνια! Στέρηση, πείνα, φτώχεια, κακουχία, βασανιστήρια. Όταν ήλθαν οι Ιταλοί στο χωριό έψαξαν και βρήκαν τα καλύτερα σπίτια και τα επίταξαν. Μας πέταξαν έξω, κοιμόμαστε σε σταύλους ή σε συγγενείς. Ύψωσαν την ιταλική σημαία κι έσπειραν το φόβο και τον τρόμο. Η πρώτη τους φροντίδα ήταν να φτιάξουν πυροβολεία στο λοφίσκο του Αγίου-Σώστη. Μας έκοψαν όλα τα κυπαρίσσια και άλλα δένδρα κι έφτιαξαν κρυψώνες για τα όπλα και τα πυρομαχικά. Το πολυβολείο ήταν τσιμεντένιο. Δεν τα έφτιαξαν μόνοι τους. Κάθε μέρα αγγάρευαν τους χωριανούς για να τους κάνουν δουλειές. Εμείς τα χτίσαμε, οι πατεράδες μας. Κρυβόμαστε για να μη μας αγγαρέψουν. Πολλές φορές κοιμόμαστε στ΄ αμπέλια και στο λόγγο για να μη μας πιάσουν, δεν ήταν εύκολο. Παίρνανε και τα άλογα και τα βόδια τα κάρα μας, ό,τι είχαμε. Περιπολούσαν κάθε νύχτα, στήσανε φυλάκια, στο δρόμο για το Κερί στου Δεσύλα κι έπρεπε όποιος πέρναγε να χαιρετάει την ιταλική σημαία..
Κρύβαμε ούλα τα υπάρχοντά μας, τσι τροφές μας κι αν είχαμε τίποτε χρυσαφικά. Σκάβαμε λάκκους μες το σπίτι και βάζαμε το λάδι μας και το κρασί μας, πατάτες, στάρι, τα πιο απαραίτητα. Πολλές φορές τρύπαγε το βαρέλι και πηγαίνανε χαμένα. Είχαμε έλλειψη, ορισμένοι που είχανε βάρκα κάνανε εμπόριο στην Πελοπόννησο. Πηγαίνανε λάδι και φέρνανε πατάτες και στάρι ρεβύθια, κουκιά. Γινότανε κρυφά, όλο νύχτα, με κίνδυνο. Ορισμένοι πέσανε σε ναρκοπέδιο, σκοτωθήκανε, άλλοι αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω από τις βολές των πυροβόλων, σ΄ άλλους κατάσχεσαν το εμπόρευμα και το καΐκι. Υπήρχαν και οι προδότες που έλεγαν στους Ιταλούς τις κινήσεις μας και ό,τι ήξεραν για τα υπάρχοντά μας.
Το Δημοτικό ήτανε στο προαύλιο τη εκκλησίας της Φανερωμένης. Κάναμε κάθε μέρα ιταλικά, μας μάθαιναν τραγούδια και συνθήματα για το φασισμό. Γι αυτό κι εμείς αντιδρούσαμε και δε μάθαμε καθόλου αυτή τη γλώσσα, τη μισούσαμε. Καταλαβαίναμε, παρόλο που ήμαστε μικροί.»

«Αυτά τα γράμματα στον τοίχο είναι από τότε που είχαν επιτάξει οι Ιταλοί το σπίτι μας. Εδώ ήτανε το ιατρείο τους. Ήταν ένας γιατρός που είχε φέρει κινίνο διαφορετικό από το δικό μας κι όσοι δεν φοβόντουσαν ερχόντουσαν να τους γιατρέψει. Το σπίτι είχε μεγάλη κουζίνα και το είχαν κάμει μαγειρείο για τους στρατιώτες, παίρνανε συσσίτιο και οι γειτόνοι. Στην αποπάνω κάμαρα θυμάμαι όπλα, πολλά όπλα στη σειρά και πολλές κονσέρβες. Μας είχανε πάρει και το βόδι μας και το σφάξανε, τα πήρανε και από άλλους, ο καθένας με τη σειρά του. Αργότερα που ήλθανε οι Γερμανοί φύγανε οι Ιταλοί και ξαναπήγαμε στο σπίτι μας.»

«Εμείς που είχαμε καΐκια αναγκαζόμαστε τσι πιο πολλές φορές να ψαρεύουμε και να τσου δίνουμε τα ψάρια. Ψάρευα μήνες για τσου Γερμανούς και δε μου άφηναν ούτε ένα ψάρι. Απαγορευότανε να ψαρέψουμε πίσω στα Δυτικά, είχανε φύλακες στο φάρο του Κεριού και δεν μπορούσες να περάσεις. Μια φορά που πήγανε εφόδια στα Στροφάδια, στο γυρισμό τους χτυπήσανε από το Πυργί της Πελοποννήσου και τους κρατήσανε για καιρό αιχμάλωτους. Ήμουνα κι εγώ στο ΕΑΜ, ήμουνα βέβαια μικρός, ούτε είχα όπλο».

«Πείνα και ξυλοδαρμό αλλά και αντίσταση στον εχθρό θυμάμαι. Οι Ιταλοί είχανε επιτάξει όλα τα σπίτια που ήτανε κοντά στη θάλασσα. Εμείς είχαμε καΐκι, είμαστε ψαράδες. Ψαρεύαμε μόνο μέρα αλλά κάναμε και λαθρεμπόριο στην Πελοπόννησο. Φεύγαμε βράδυ με τα κουπιά και με πανί. Αν καταλαβαίναμε ότι δε θα προλαβαίναμε, διανυκτερεύαμε στο Πελούζο και φεύγαμε το άλλο βράδυ. Μια φορά φέραμε 35000 τσιγάρα. Μας προδώσανε, μας πιάσανε και φάγαμε πολύ ξύλο για να μαρτυρήσουμε. Εμένα με φυλακίσανε τρεις μήνες στη Φινάτσα. Οι Ιταλοί θέλανε την προδοσία και σε λιανίζανε στο ξύλο. Οι Γερμανοί δε θέλανε, ήτανε πιο σκληροί, σκοτώνανε πιο εύκολα. Μόνο τσου χτύπους από τσι αρβύλες να άκουγες όταν κάνανε περίπολο, καταλάβαινες…

Ορισμένοι κάναμε αντίσταση, γραφτήκαμε στο ΕΑΜ. Μπολσεβίκους μας ελέγανε, γιατί είμαστε κομουνιστές. Είμαστε καμιά δεκαπενταριά εδώ στο χωριό, στη Λιθακιά δεν έγιναν πολλά. Κόβαμε το καλώδιο του τηλεφώνου από του Βεζάλ για να μην έχουν επικοινωνία με τη Λιθακιά. Επίσης εκεί στο Αη-Σώστη, όπου δεν είχε βράχο, είχανε περίφραξη με πασσάλους και αγκαθωτά σύρματα. Μια φορά πήγαμε και τα κόψαμε, τότε που έφευγαν οι Ιταλοί κι ερχόντουσαν οι Γερμανοί. Φυλάγανε τη θάλασσα και στον Κορνό, εκεί υπήρχαν τρεχούμενα νερά, τώρα κοντεύουν να στερέψουν. Τσι 10 του Σεπτέμβρη του ΄44 Εαμίτες χτύπησαν μία γερμανική περίπολο στα Κατάραχα και σκότωσαν ένα στρατιώτη. Ήθελαν να εμποδίσουν τσι αγγαρείες, οι Γερμανοί έφευγαν και ήθελαν να τσου μεταφέρουμε τα πράγματά τους. Οι Γερμανοί ανταπόδωσαν πυροβολισμούς και τραυμάτισαν ένα δικό μας., το Νιόνιο το Σούλη και μετά κυνήγησαν στο Λαγκάδι και σκότωσαν το Γιάννη τον Μποζίκη. Στη συνέχεια κουβάλησαν το νεκρό τους στρατιώτη στον ΄Αη-Σώστη που ήταν οι σκηνές τους και το αρχηγείο τους. Εξοργίστηκαν οι Γερμανοί, γύρισαν τα πυροβόλα προς το χωριό και γκρέμισαν αρκετά σπίτια, χτύπησαν και την εκκλησία του Άη-Γιάννη. Μετά έφυγαν, τέλειωσε ο πόλεμος. Άρχιζε μια πιο δύσκολη περίοδος, εκείνη του εμφύλιου, αλλά αυτά άστα τώρα, να πεθάνουμε πρώτα εμείς να μην τραυματιζόσαστε οι νεότεροι».

Βιβλιογραφία:
Ιωάννη Μάργαρη, Η εποποιία της Εθνικής Αντίστασης 1941-44.

Πληροφορητές κατά σειρά:
Ζωή Φουρνογεράκη, Αναστάσιος Φουρνογεράκης, Νικόλαος Αλιάζης, Θεόδωρος Κλάδης.

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2008

Σύντομος αφορισμός περί της ελληνικής μουσικής πραγματικότητας

Γράφει ο συνθέτης Νίκος Γράψας
Αν εξαιρέσει κανείς τους συναισθηματικούς δεσμούς με τα παραδοσιακά μουσικά πεδία ή τις επιλογές που βασίζονται σε αισθητικές προτιμήσεις, το σύνολο της μουσικής δημιουργίας, ιστορικής και σύγχρονης, στο σημερινό τοπίο του ελληνικού πολιτισμού, αποτελεί πολιτισμική αξία σημαντικού μεγέθους και απόσταγμα ανθρώπινης εμπειρίας παγκοσμίου ενδιαφέροντος, όπως άλλωστε και κάθε εκφρασμένη ανθρώπινη τέχνη, που καλό θα ήταν να τύχει ανάλογης καταξίωσης μέσα από καταγραφές, μελέτες, ανιδιοτελή προβολή και χρήση.
Η μονομερής προβολή ενός τμήματος του μουσικού πολιτισμού για ιδεολογικούς λόγους, κυρίως, ή εμπορικούς ακυρώνει την ίδια τη δυναμική του συνόλου του πνευματικού έργου μιας εθνότητας ή μιας κοινωνικής ομάδας, και στρέφει προς αβέβαιες κατευθύνσεις τις νέες δραστηριότητες, καταργώντας, στην ουσία, θετικά πρότυπα της ανθρώπινης συμπεριφοράς που εκφράζουν τη βούληση των δημιουργών-αποδεκτών του πολιτισμού, αντικαθιστώντας τα «εκ των άνω» με ένα αξιακό σύστημα οικονομισμού και πλαστής αποδοχής.

Ζάκυνθος 2008

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008

Γιώργου Σεφέρη, [Η ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΝΟΜΗ ΤΟΥ ΒΡΑΒΕΙΟΥ NOBEL ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, Στοκχόλμη 10 Δεκεμβρίου 1963 (στα ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά)]

Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να - εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα-πρώτα από τον εαυτό μου.

Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που μας χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο, πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. Ο ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμα πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: "Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα" λέει ο Ηράκλειτος, "ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν".

Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου (εννοεί τον Μακρυγιάννη), των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: "...θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε..." Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριανταπέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα, και τι θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία· παρατήρησαν πως ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό, η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν’ ακούσει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να βρει καταφύγιο· απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη να αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία που ένιωσε αυτά τα πράγματα· που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς· που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός:

να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής,

για να θυμηθώ τον Σέλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νόμπελ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.

Σ’ αυτόν τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου κι αν βρίσκεται.

Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα.


Giorgos Seferis' speech at the Nobel Banquet at the City Hall in Stockholm, December 10, 1963

(English)

I feel at this moment that I am a living contradiction. The Swedish Academy has decided that my efforts in a language famous through the centuries but not widespread in its present form are worthy of this high distinction. It is paying homage to my language - and in return I express my gratitude in a foreign language. I hope you will accept the excuses I am making to myself.

I belong to a small country. A rocky promontory in the Mediterranean, it has nothing to distinguish it but the efforts of its people, the sea, and the light of the sun. It is a small country, but its tradition is immense and has been handed down through the centuries without interruption. The Greek language has never ceased to be spoken. It has undergone the changes that all living things experience, but there has never been a gap. This tradition is characterized by love of the human; justice is its norm. In the tightly organized classical tragedies the man who exceeds his measure is punished by the Erinyes. And this norm of justice holds even in the realm of nature.

«Helios will not overstep his measure»; says Heraclitus, «otherwise the Erinyes, the ministers of Justice, will find him out». A modern scientist might profit by pondering this aphorism of the Ionian philosopher. I am moved by the realization that the sense of justice penetrated the Greek mind to such an extent that it became a law of the physical world. One of my masters exclaimed at the beginning of the last century, «We are lost because we have been unjust» He was an unlettered man, who did not learn to write until the age of thirty-five. But in the Greece of our day the oral tradition goes back as far as the written tradition, and so does poetry. I find it significant that Sweden wishes to honour not only this poetry, but poetry in general, even when it originates in a small people. For I think that poetry is necessary to this modern world in which we are afflicted by fear and disquiet. Poetry has its roots in human breath - and what would we be if our breath were diminished? Poetry is an act of confidence - and who knows whether our unease is not due to a lack of confidence?

Last year, around this table, it was said that there is an enormous difference between the discoveries of modern science and those of literature, but little difference between modern and Greek dramas. Indeed, the behaviour of human beings does not seem to have changed. And I should add that today we need to listen to that human voice which we call poetry, that voice which is constantly in danger of being extinguished through lack of love, but is always reborn. Threatened, it has always found a refuge; denied, it has always instinctively taken root again in unexpected places. It recognizes no small nor large parts of the world; its place is in the hearts of men the world over. It has the charm of escaping from the vicious circle of custom. I owe gratitude to the Swedish Academy for being aware of these facts; for being aware that languages which are said to have restricted circulation should not become barriers which might stifle the beating of the human heart; and for being a true Areopagus, able «to judge with solemn truth life's ill-appointed lot», to quote Shelley, who, it is said, inspired Alfred Nobel, whose grandeur of heart redeems inevitable violence.

In our gradually shrinking world, everyone is in need of all the others. We must look for man wherever we can find him. When on his way to Thebes Oedipus encountered the Sphinx, his answer to its riddle was: «Man». That simple word destroyed the monster. We have many monsters to destroy. Let us think of the answer of Oedipus.


[French]

Sire, Madame, Altesses Royales, Mesdames, Messieurs.

En ce moment je sens que je suis une contradiction. L'Académie Suédoise a en effet décidé que mon effort dans une langue fameuse à travers bien des siècles, mais peu répandue dans sa forme actuelle, était digne de cette haute distinction. Elle a voulu rendre hommage à ma langue et voilà que je lui adresse mes remerciements dans une langue étrangère. Veuillez bien accepter les excuses que je me fais à moi-même.

J'appartiens à un petit pays. C'est un promontoire rocheux dans la Méditerranée, qui n'a pour lui que l'effort de son peuple, la mer et la lumière du soleil. C'est un petit pays, mais sa tradition est énorme. Ce qui la caractérise c'est qu'elle s'est transmise à nous sans interruption. La langue grecque n'a jamais cessé d'être parlée. Elle a subi les altérations que subit toute chose vivante. Mais elle n'est marquée d'aucune faille. Ce qui caractérise encore cette tradition, est l'amour de l'humain; la justice est sa règle. Dans l'organisation si précise de la tragédie classique, l'homme qui dépasse la mesure doit être puni par les Erinnyes. Bien plus, la même règle vaut pour les lois naturelles. «Le soleil ne peut pas dépasser la mesure» - dit Heraclite - «inon les Erinnyes, servantes de la justice, sauront le ramener à l'ordre» - Je pense que qu'il n'est pas tout à fait improbable qu'un homme de science moderne trouve profit à méditer sur cet apophtegme du philosophe Ionien. Pour moi ce qui m'émeut, c'est de constater que le sentiment de la Justice avait tellement pénétré l'âme grecque qu'il était devenu une règle du monde physique. Et un de mes maîtres du début du siècle dernier s'écrie: «Nous sommes perdus, parce que nous avons été injustes.» Cet homme était un illettré; il avait appris à écrire à l'âge de trente-cinq ans. Mais dans la Grèce de nos jours la tradition orale va aussi loin dans le passé que la tradition écrite. Ainsi va la poésie. Je trouve significatif que la Suède tienne à honorer et cette poésie et la poésie en général, même si elle jaillit parmi un peuple restreint. Car je pense que la poésie est nécessaire à ce monde moderne ou nous vivons affligé, comme il est, par la peur et l'inquiétude. La poésie a ses racines dans la respiration humaine - et que serions-nous si notre souffle s'amoindrissait ? Elle est un acte de confiance - et Dieu sait si nos malaises ne sont pas dûs à notre manque de confiance.

On a observé, l'an dernier, autour de cette table, l'énorme différence qui existe entre les découvertes de la science d'aujourd'hui et la littérature; qu'entre un drame grec et un drame moderne, il n'y a pas grande différence. Oui, le comportement des hommes ne semble pas avoir changé. Et, je dois ajouter, qu'il a depuis toujours besoin d'entendre cette voix humaine que nous appelons la poésie. Cette voix, qui court à tout moment le danger de s'éteindre, faute d'amour, et qui sans cesse renaît. Menacée, elle sait toujours où trouver un refuge; reniée, elle a toujours l'instinct de reprendre racine dans des régions inattendues. Pour elle, il n'existe pas de grandes et de petites parties du monde. Son domaine est dans le cour de tous les hommes de la terre. Elle a le charme de fuir l'industrie de l'habitude. Je dois ma reconnaissance à l'Académie Suédoise d'avoir senti ces faits; d'avoir senti que les langues dites d'usage restreint ne doivent pas devenir des barrières dans lesquelles le battement du cour humain doit être étouffé; de constituer un aéropage capable:

To judge with solemn truth life's ill-appointed lot,

pour songer à Shelley l'inspirateur, dit-on, d'Alfred Nobel - cet homme qui a su racheter l'inévitable violence par la grandeur de son cour.

Dans ce monde qui va en se rétrécissant, chacun de nous a besoin de tous les autres. Nous devons chercher l'homme, partout où il se trouve.

Quand, sur le chemin de Thèbes, Oedipe rencontra le Sphinx qui lui posa son énigme sa réponse fut: l'homme. Ce simple mot détruisit le monstre. Nous avons beaucoup de monstres à détruire. Pensons à la réponse d'Oedipe.


Πηγή για τα παραΘέματα λόγου: α) Το κείμενο στα Ελληνικά από τον Τόμο "Ένας αιώνας Νόμπελ. Οι ομιλίες των συγγραφέων που τιμήθηκαν με το Βραβείο Νόμπελ στον 20ό αιώνα", (Επιμέλεια-Επίλογος: Θανάσης Θ. Νιάρχος), εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2001 β) Το κείμενο στην αγγλική και γαλλική γλώσσα από τον επίσημο διαδικτυακό Τόπο Nobelprize.org
Related Posts with Thumbnails