© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2008

Η δύναμη του λόγου στις διαπροσωπικές σχέσεις



Ομιλία της συγγραφέως Διονυσίας Μούσουρα-Τσουκαλά προς την Ομογένεια της Μελβούρνης (4.5.2008)

Εν αρχή ην ο Λόγος. Βιβλική έκφραση. Τι είναι, όμως, ο λόγος;
Λόγος είναι η προφορική έκφραση μίας ή πολλών σκέψεων που μας επιτρέπει την επικοινωνία με το περιβάλλον μας, τους συνανθρώπους μας και όχι μόνο, αφού πολλοί από μας, συνηθίζουμε να μιλάμε στα ζωάκια μας, στα φυτά μας, ακόμα και σε άψυχα, όπως, π.χ., το αυτοκίνητο μας, ιδιαίτερα αν δεν παίρνει μπροστά το πρωί ή, πιο πρόσφατα, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής μας όταν δεν μας υπακούει ή εμείς δεν γνωρίζουμε πώς να του μιλήσουμε, οπότε ο λόγος μας, δεν είναι και τόσο...φιλικός. Η δύναμη του λόγου σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας, είναι πολύ σημαντική.
Όλοι έχουμε ακούσει ή ακόμα έχουμε πει εμείς οι ίδιοι, το, Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει. Μεταφορική έννοια, βέβαια, που εννοεί ότι «τσακίζει» τα αισθήματα μας, κι αυτά δεν μπαίνουν σε γύψο για επανασυγκόλληση.
Σε ποιες περιπτώσεις όμως, χρησιμοποιούμε αυτή την έκφραση και τι δείχνει;

Συνήθως, αλλά όχι πάντα, αυτή η έκφραση αποδίδεται, αδίκως, σε γυναίκα, δηλώνει ότι είναι «γλωσσού», πιο απλά, ότι δεν χαρίζει κάστανα και απαντά ανάλογα με την περίπτωση χωρίς υπεκφυγές. Ότι η γλώσσα που επιλέγει για να απαντήσει ή να αναφερθεί σε μια κατάσταση ή σε κάποιο περιστατικό, είναι τσουχτερή, δηκτική, εναρμονίζεται με εκείνα που ακούει και εκφράζει αυτά που πραγματικά νιώθει χωρίς ενδοιασμούς ή ωραιοποίηση.
Πόσο επιτρεπτό, αποτελεσματικό και αποδεκτό είναι όμως αυτό στην κοινωνία και τι επιπτώσεις μπορεί να έχει στις σχέσεις μας με τους άλλους;
Ας θυμηθούμε, μία ακόμα ρήση, μη προτρέχει η γλώττα της διανοίας, ή πιο απλά, σκέψου πριν μιλήσεις. Γιατί όμως αυτό; Πώς ο τρόπος που μιλάμε μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τη σχέση μας με τα μέλη της οικογένειάς μας, του φιλικού μας περιβάλλοντος, ή της ευρύτερης κοινωνίας, αλλά και την έκβαση πολλών υποθέσεων που προσπαθούμε να διεκπεραιώσουμε.
Φανταστείτε για μια στιγμή ότι εδώ μέσα, έτσι όπως βρισκόμαστε όλοι, γυρνάμε στον διπλανό μας και του λέμε ακριβώς τι γνώμη έχουμε γι αυτόν, έτσι ωμά και ειλικρινά χωρίς τερτίπια και ευγένειες, τι λέτε, θέλετε να δοκιμάσουμε;
Φανταστείτε, ποια θα ήταν τα αποτελέσματα, εάν οι γύρω μας μπορούσαν να «ακούσουν» τις σκέψεις μας. Το αφεντικό στη δουλειά μας, όταν τον καλοχαιρετάμε το πρωί, ενώ μέσα μας, ίσως τον βρίζουμε που μας πιέζει για περισσότερη παραγωγή ή δεν μας δίνει αύξηση, το κοπλιμάν που κάνουμε στη φίλη μας ότι... φαίνεται τόσο όμορφη σήμερα, το σύζυγο που απαντά στο ερώτημα της γυναίκας του αν του αρέσει το καινούριο χτένισμά της, όταν αυτός δεν έχει πάρει χαμπάρι κι ούτε που καταλαβαίνει για ποιο πράγμα μιλεί και πλείστες όσες άλλες περιπτώσεις.

Στις σχέσεις μας με τους άλλους, είναι βασικό το τι θα πούμε, πού θα το πούμε, και πώς θα το πούμε, γιατί ο λόγος, βαραίνει, βαραίνει πολύ, κι ό,τι βγει από το στόμα, δεν μπορεί να γυρίσει πίσω.
Τι θα πούμε, είναι πολύ σημαντικό.
Οπωσδήποτε δεν υπάρχει ένας μόνο τρόπος για να πούμε κάτι. Ας πάρουμε το πολύ γνωστό παράδειγμα του μπουκαλιού, όπου ο ένας λέει πως είναι μισογεμάτο και ο άλλος μισοάδειο. Και οι δύο δηλώνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα πως το μπουκάλι είναι στη μέση, όμως, ο τρόπος που εκφράστηκε ο καθένας προδιαθέτει τον ακροατή. Ο πρώτος που λέει πως είναι μισογεμάτο, φαίνεται μάλλον αισιόδοξος, ενώ ο δεύτερος που λέει μισοάδειο, δείχνει απαισιοδοξία.
Ας παρακολουθήσουμε, την αντίδραση του γονιού απέναντι στο παιδί του που έκανε κάποια αταξία: είσαι παλιόπαιδο, δεν σε αγαπάω, ποτέ δεν κάνεις εκείνο που σου λέω, αν το ξανακάνεις αλίμονο σου.
Λόγος, αρνητικός που πληγώνει το παιδί που ήδη γνωρίζει πως η συμπεριφορά του δεν άρεσε στο γονιό. Ας προσπαθήσουμε να αλλάξουμε αυτά τα λόγια σε:
“Δεν ήταν καλό αυτό που έκανες, νομίζεις θα ήταν καλύτερα αν έκανες αυτό/εκείνο; Και βέβαια σε αγαπάω, η συμπεριφορά είναι που με στενοχωρεί, όχι εσύ, είμαι σίγουρος ότι θα προσπαθήσεις να μην το ξανακάνεις”. Αμέσως διαπιστώνουμε ότι το αποτέλεσμα είναι, ίσως, το επιθυμητό.
«Αν δε φας το φαΐ σου, θα έρθει ο μπαμπούλας να σε πάρει, ή θα σε κλείσω στο δωμάτιο όλη μέρα μέχρι να φας, ή δεν θα μεγαλώσεις», και πλείστες άλλες απειλές, όπου δημιουργούν προβλήματα στο παιδί και μετέπειτα στη ζωή του.
Αν του εξηγήσουμε, όμως, ότι για να μεγαλώσει και να γίνει γερό και δυνατό παιδί πρέπει να τρώει όχι μόνο εκείνα που του αρέσουν αλλά λίγο από όλα και ότι εμείς το αγαπάμε τόσο πολύ που θέλουμε να είναι γερό και δυνατό, μπορεί, ίσως, κάτι να καταφέρουμε.
Φανταστείτε τι επίδραση έχουν σε ένα παιδί λόγια, όπως: είσαι ηλίθιος δεν διαβάζεις / προσέχεις, θα μείνεις στην ίδια τάξη και δεν θα καταφέρεις τίποτα στη ζωή σου. Αν όμως, σκύψουμε με κατανόηση και προσπαθήσουμε να καταλάβουμε γιατί και πού δυσκολεύεται και να το βοηθήσουμε να ξεπεράσει τις όποιες δυσκολίες καθόλου απίθανο το τελικό αποτέλεσμα να είναι πολύ καλύτερο και για μας αλλά και για το ίδιο το παιδί που έτσι θα αποκτήσει κάποια αυτοπεποίθηση.

Ας υποθέσουμε ότι ένα ζευγάρι με το παιδί τους βρίσκονται σε πολυκατάστημα, ο μικρός τρέχει γύρω και κατά λάθος, ρίχνει κάτι από το ράφι του καταστήματος. Αμέσως βάζουν τις φωνές οι γονείς απειλώντας να το δείρουν, κ.λπ., το παιδί φοβάται κι αρχίζει να τρέχει γύρω για να αποφύγει τη σφαλιάρα, ρίχνοντας στη βιάση κι άλλα πράγματα κάτω, έρχεται υπάλληλος του καταστήματος και δημιουργείται πανδαιμόνιο. Αν αντιδρούσαν διαφορετικά, όπως, «είδα ότι δεν το έκανες επίτηδες, σήκωσε το, σε παρακαλώ και βάλτο στη θέση του» και το ενίσχυαν με θετικά λόγια, όπως, μπράβο είσαι πολύ καλό παιδί, θα είχε αποφευχθεί όλο το δράμα μέσα στο κατάστημα, οι γονείς θα ήταν ήρεμοι να συνεχίσουν τα ψώνια τους και το παιδί θα ένιωθε όμορφα γιατί έκανε το σωστό και το επαίνεσαν οι γονείς του.

Εδώ θα ήθελα να αναφερθώ σ' ένα ανέκδοτο, που δείχνει όμως την επίδραση που έχει ο λόγος, ιδιαίτερα όταν είναι «καυστικός» ανεξάρτητα από πού προέρχεται.
Ο πατέρας φωνάζει στο μικρό του γιο που δεν πήρε καλούς βαθμούς. Αφού τον... ψάλλει για κάμποση ώρα με απειλές για διάφορες στερήσεις ως τιμωρία, ότι, π.χ., από δω και στο εξής δεν έχει άλλο τηλεόραση, ούτε διαδίκτυο, και άλλα, του λέει στο τέλος: Nτροπή σου, ο Μέγας Ναπολέων στην ηλικία σου ήταν ο καλύτερος μαθητής στην τάξη, κι ο μικρός, ετοιμόλογος κι απτόητος αποκρίνεται, ναι μπαμπά, μα στην ηλικία σου, ήταν ήδη Αυτοκράτορας. Είναι αυτό που λέμε: πληρωμένη απάντηση.

Εκεί που τα πράγματα δυσκολεύουν , ως προς τι επίδραση έχουν αυτά που λέμε, είναι με τα παιδιά εφηβικής ηλικίας. Πολλοί γονείς, προσπαθούν να εξασκήσουν εξουσία και φέρνονται με πολύ αυταρχικό τρόπο. Οι έφηβοι αντιδρούν και τότε χάνεται τελείως η επικοινωνία. Το: «δεν θα πας πουθενά, γιατί έτσι είπα», ή «θα σε πετάξω έξω», «δεν θα δεις φράγκο από μένα αν δεν κάνεις εκείνο που σου λέω» και πολλά άλλα τέτοια, έχουν, δυστυχώς, οδηγήσει σε πολλές περιπτώσεις σε τραγικές καταστάσεις, τόσο για τους εφήβους όσο και για τους γονείς.

Οι έφηβοι χρειάζονται ιδιαίτερη «φραστική μεταχείριση», αν φροντίσουμε να διατηρούμε ανοιχτή επικοινωνία με τα παιδιά μας από νεαρή ηλικία, προσέχοντας τι τους λέμε και πώς τους μιλάμε, έχουμε περισσότερες πιθανότητες να συνεχιστεί αυτή η επικοινωνία και στα δύσκολα εφηβικά χρόνια. Από τον τρόπο που μιλάμε και φερνόμαστε στο παιδί, θα εξαρτηθεί κατά πόσον μας εμπιστεύεται και νιώθει άνετα να μας μιλήσει για ό,τι το απασχολεί. Αν τ’ αποπαίρνουμε συνεχώς με απειλές και φοβέρες, δεν υπάρχει περίπτωση να μας εμπιστευθούν και να συζητήσουν μαζί μας αυτά που τα απασχολούν. Το αποτέλεσμα είναι, να τα συζητάνε με τους φίλους τους, οι οποίοι, λόγω άγνοιας και ανωριμότητας, δεν είναι σε θέση να εκφέρουν σωστή άποψη.

Άλλος τομέας στον οποίο ο λόγος των γονιών έχει αρνητικό αποτέλεσμα, είναι η επιλογή συντρόφου του παιδιού τους. Έχω ακούσει περιπτώσεις γονιών που έφταναν στο σημείο να απειλήσουν ακόμα και με θάνατο το γιο ή την κόρη γιατί επιλέγει να παντρευτεί άτομο που δεν είναι της αρεσκείας και έγκρισης τους.
Ή ακόμα να εξασκούν συναισθηματικό εκβιασμό ότι θα πεθάνουν οι ίδιοι από τον καημό τους αν επιμένει ο γιος / η κόρη στην εκλογή του. Έχει διαπιστωθεί, ότι σε αυτές τις ακραίες καταστάσεις, το παιδί από αντίδραση, πραγματοποιεί πολλές φορές το γάμο, διακόπτοντας ολοσχερώς τις σχέσεις με τους γονείς. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτοί οι γάμοι αποτυγχάνουν, είτε γιατί δεν ήταν ταιριαστοί εξ αρχής κι αν ήταν πιο ελαστικοί οι γονείς καθόλου απίθανο το παιδί να διαπίστωνε στην πορεία ότι όντως είναι αταίριαστος αυτός ο γάμος, ή ακόμα, γιατί δημιουργούνται πολλές ενοχές επειδή παράκουσαν τους γονείς. Δεν έχουν τη στήριξη ούτε τη βοήθεια τους, που την έχουν ανάγκη στα πρώτα τους βήματα όλα τα ζευγάρια και επί πλέον, δημιουργείται πρόβλημα στο οποίο πολλές φορές εμπλέκονται συγγενείς και φίλοι, παίρνει μεγάλες διαστάσεις το όλο θέμα, η σχέση των παιδιών δεν αντέχει στις μεγάλες, επί πλέον αυτές πιέσεις. και φτάνουν στο χωρισμό. Το άσχημο σε αυτές τις περιπτώσεις είναι, ότι, αντί οι γονείς να αναγνωρίσουν ότι φέρουν σοβαρό μερίδιο ευθύνης για την όλη κατάσταση, απεναντίας«δικαιώνονται». Είμαι σίγουρη, ότι θα έχετε ακούσει, αυτό το περίφημο: σου τα είπα, δεν σου τα είπα από την αρχή, αν με άκουγες, κ.λπ.

Στις σχέσεις των ζευγαριών, ο λόγος, το τι θα πεις, είναι ζωτικής σημασίας για αρμονική συμβίωση.
Τα αρνητικά σχόλια του ενός προς τον άλλον, κάθε άλλο παρά βοηθούν στην επικοινωνία, που είναι θεμελιώδης για μια αρμονική σχέση. Όταν μια γυναίκα, για παράδειγμα, κουράζεται όλη μέρα να τα προλάβει όλα και να μαγειρέψει κι ένα νόστιμο φαγητό, όσο της το επιτρέπουν οι γνώσεις της, ικανότητες της καθώς και ο χρόνος που έχει στη διάθεση της για να ευχαριστήσει το σύζυγο και τα παιδιά της, καταλαβαίνετε την απογοήτευση της όταν αντί να ακούσει ένα ευχαριστώ κι έναν καλό λόγο για τις προσπάθειες της, ακούει, "πάλι έκαψες το φαγητό", ή "τι είναι αυτό, δεν μπορείς να φτιάξεις ένα φαγητό της προκοπής;" Κι αυτά είναι τα... ήπια σχόλια, πού να ακούσετε κι άλλα... Αν όμως της έλεγε, "γεια στα χέρια σου γυναίκα μου, πότε πρόλαβες και μαγείρεψες, δούλευες όλη μέρα", τότε καταλαβαίνετε πόσο όμορφα θα νιώσει αυτή η γυναίκα, που βλέπει ν' αναγνωρίζονται οι κόποι της.
Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση όπου ο σύζυγος, ας πούμε, έχει αργήσει χωρίς να ενημερώσει για την αργοπορία. Βέβαια σήμερα με τα κινητά τηλέφωνα, δεν δικαιολογείται και τόσο η έλλειψη ενημέρωσης. Το θέμα είναι ότι αν η γυναίκα βάλει τις φωνές με το που μπήκε μέσα χωρίς να του δώσει περιθώρια για εξηγήσεις, τότε να είστε σίγουροι ότι ο καβγάς είναι αναπόφευκτος. Αν όμως άφηνε περιθώρια να μπει πρώτα μέσα, και να εκφράσει με ήπιο τρόπο όχι την οργή της, αλλά την ανησυχία της για την αργοπορία του, ώστε ο σύζυγος να αισθανθεί ότι από γνιάσιμο μιλάει έτσι κι όχι γιατί θέλει να του κάνει «κουμάντο» κάτι που δυστυχώς, πολλοί άνδρες ακόμα και σήμερα, δεν δέχονται, μολονότι πλείστοι από αυτούς απαιτούν οι ίδιοι να κάνουν κουμάντο στη σύζυγο, τότε θα περνούσαν το βράδυ τους ήρεμα και αγαπημένα και όχι... μίλια μακριά στου καναπέ τη μοιρασιά, κατά το άσμα...
Εκφράσεις, όπως, είσαι άχρηστος/η, ανίκανος/η, μια σωστή δουλειά δεν μπορείς να κάνεις, πάλι βλακείες θα πεις; κ.λπ., αποτελούν απαξιωτική συμπεριφορά που πληγώνει τον αποδέκτη και τον κάνει να νιώθει μειονεκτικά.

Είναι σημαντικό, να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τη δύναμη του λόγου, χωρίς να προκαλούμε πόνο στον εαυτό μας ή στους άλλους, λέγοντας πάντα με αγάπη αυτά που θέλουμε να πούμε. Ακόμα, να προσέχουμε τον τόνο της φωνής μας, γιατί και αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Δυστυχώς, πολλές φορές, πολλοί από εμάς, όταν είμαστε οργισμένοι κοιτάζουμε πώς θα πληγώσουμε περισσότερο ο ένας τον άλλο με αυτό που θα πούμε, σε σημείο που να νιώθουμε και κάποια ικανοποίηση γιατί... τον βάλαμε στη θέση του, τον αποστομώσαμε κι έμεινε στήλη άλατος.
Αυτή η ικανοποίηση, όμως, ισχύει και πέρα από τον «καβγά» ή χειροτερεύει την κατάσταση με δυσμενείς συνέπειες; Οι διαπληκτισμοί είναι αναπόφευκτοι στις διαπροσωπικές σχέσεις. Ας φροντίζουμε, όμως, να μην καταλήγουν σε...λογομαχίες μέχρι λεκτικής πτώσης του ενός, όπου ο άλλος έχει το επάνω χέρι και πυροβολεί αδιάκοπα με λόγια για τα οποία, ίσως, ο ίδιος αργότερα μετανιώσει. Ας θυμηθούμε εδώ, αυτό που αναφέραμε πιο πάνω για τα κόκαλα που τσακίζει η γλώσσα.

Ακόμα, πρέπει να μάθουμε να ακούμε. Εκεί βρίσκεται το κλειδί της σωστής επικοινωνίας. Δεν μπορούμε ν’ απαιτούμε να μας ακούει μόνο ο άλλος, πρέπει κι εμείς να δίνουμε την ευκαιρία να μιλήσει, και να ακούσουμε με προσοχή αυτά που θα πει. Όχι σαν τους πολιτικούς. Είμαι σίγουρη ότι όλοι κάποια στιγμή έχετε παρακολουθήσει τις τηλεοπτικές, λογομαχίες / αντιπαραθέσεις πολιτικών όπου όλη τους η προσοχή έγκειται να αρπάξουν κάτι «στραβό» που θα πει ο ομιλητής για να το χρησιμοποιήσουν εναντίον του. Πολλά μπορούμε να διδαχθούμε παρακολουθώντας πώς ελίσσονται οι πολιτικοί στις συνεντεύξεις που δίνουν, ουδέποτε απαντούν ευθέως στις ερωτήσεις κι έχουν ένα μοναδικό τρόπο να χειρίζονται έτσι το λόγο ώστε να μιλάνε για αρκετή ώρα χωρίς να λένε κάτι το ουσιώδες.
Είναι τέτοια η δύναμη του λόγου, όπου πολλές φορές έχει λεχθεί από πάρα πολλά άτομα, κυρίως γυναίκες, γιατί αυτές, συνήθως, είναι τα θύματα της βίας, ότι καλύτερα να μούδινε ένα χαστούκι παρά τα λόγια που μου είπε ή ακόμα, κάθε λόγος του, με έχωνε δέκα μέτρα στη γη.
Ας αναλογιστούμε για μια στιγμή όχι μόνο τη δύναμη του λόγου, αλλά και τις συνέπειες του στις σχέσεις μας με τους άλλους. Καλό είναι, σε κάθε διαφωνία μας, να εστιάζουμε την προσοχή μας, στο θέμα του «καβγά» του τωρινού, χωρίς να γυρνάμε σε άλλα, κι ας σκεφτούμε, είναι αυτό που μας φταίει τώρα ή κάτι άλλο και χρησιμοποιούμε αυτό σαν δικαιολογία για να πούμε αυτά που έχουμε συσσωρεύσει μέσα μας;
Πλείστες όσες φορές έχουμε διαβάσει ή ακούσει για μια σχέση που χάλασε, φιλική, ερωτική, συζυγική, γονιών / παιδιού, γειτόνων, γιατί «αντάλλαξαν βαριές κουβέντες». Αυτό το «βάρος» των λόγων μας είναι που πρέπει να προσέχουμε.
Ακόμα, δεν είναι απαραίτητο πάντα να παίρνουμε προσωπικά την αντίδραση των άλλων ή τα λεγόμενα τους. Αυτό, μόνο σε παρεξηγήσεις οδηγεί. Πιο απλά, δεν είναι ανάγκη να τα παίρνουμε όλα και πάντα τοις μετρητοίς. Ας «αφήνουμε και κάτι να πέφτει κάτω».
Ας επιδιώκουμε να επικοινωνούμε με σαφήνεια, να κάνουμε ερωτήσεις και να αποφεύγουμε να κάνουμε υποθέσεις. Με λίγα λόγια, να δίνουμε την ευκαιρία στον άλλον να απαντά στα ερωτήματα μας, χωρίς να βιαζόμαστε να βγάζουμε συμπεράσματα, αρνούμενοι να ακούσουμε αυτά που έχει να μας πει.
Ας δίνουμε πάντα, όχι τον χειρότερο, αλλά τον καλύτερο εαυτό μας κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, κι ας ξεκινάμε την όποια συζήτηση, για όποιο θέμα, ιδιαίτερα μια διαφωνία, με γνώμονα την καλή θέληση και το λόγο τον καλό, τον θετικό.. Στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνουμε ότι δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε με συγκεκριμένο άτομο, όποια κι αν είναι η σχέση που μας συνδέει, καλό είναι να αναρωτηθούμε, άραγε, μιλάμε την ίδια γλώσσα; Και φυσικά, δεν αναφερόμαστε εδώ σε διαφορετικές γλώσσες, αλλά στη νοοτροπία, στον τρόπο του σκέπτεσθαι, είναι αυτά συμβατά;

Το χαμόγελο και ο καλός ο λόγος προδιαθέτουν πάντα ευνοϊκά τον άλλον απέναντι μας. Αν, π.χ., μπαίνοντας στο σπίτι μας μετά τη δουλειά, χαιρετίσουμε μ' ένα χαμόγελο, η ανταπόκριση από τους άλλους θα είναι παρόμοια με τη δική μας, και η ατμόσφαιρα θα είναι άνετη και ωραία. Αν μπούμε κατσουφιασμένοι, όμως, και ρίξουμε ένα... γειααα, ανάλογη θα είναι και η αντίδραση των άλλων.
Σίγουρα, στις επαγγελματικές / κοινωνικές μας σχέσεις, η συμπεριφορά μας απέναντι στους άλλους, είναι πάντα, ευγενική και πολιτισμένη, αν όχι πολύ φιλική. Θα τους πούμε «ευχαριστώ» για κάτι που έκαναν για εμάς, όσο μικρό και να είναι, θα πούμε πάντα σε παρακαλώ, όταν θέλουμε κάτι και οπωσδήποτε θα ζητήσουμε συγνώμη αν άθελα μας έστω τους ακουμπήσαμε καθώς περνούσαμε. Για μια στιγμή θέλω να σταματήσουμε και να σκεφτούμε με πλήρη ειλικρίνεια, πόσο συχνά και πόσοι από εμάς, μιλάμε έτσι και στα μέλη της οικογένειας μας; Το χαμόγελο και τον καλό λόγο που με τόση απλοχεριά μοιράζουμε στους φίλους ή συναδέλφους μας, τα προσφέρουμε το ίδιο αυθόρμητα και στα άτομα του άμεσου περιβάλλοντος μας; Ή μήπως την ευγένεια μας την εξαντλούμε έξω από την οικογένεια και μόλις μπούμε στο σπίτι μας, παίρνουμε το κατσούφικο, αγανακτισμένο ύφος μας, γιατί νιώθουμε κουρασμένοι, αδικημένοι, γιατί δεν βρήκαμε το σπίτι όπως το θέλαμε, δεν μας άρεσε το φαγητό, και τόσα άλλα, και είμαστε βόμβα έτοιμη να εκραγεί με τη ματιά που θα μας ρίξει ο άλλος;
Ας τα σκεφτούμε λίγο αυτά.

Σε πολλές σχέσεις, ζευγαριών, γονιών / παιδιών και αλλού, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κυριαρχεί η σιωπή. Μια σιωπή που καταβάλλει και τα δύο μέρη. Η σιωπή, όμως, δεν εξομαλύνει καταστάσεις, ούτε διορθώνει τίποτα, απλά διαιωνίζει μια δύσκολη αφόρητη κατάσταση.
Ο διάλογος, όχι μόνο είναι καλός, αλλά επιβάλλεται σε όλες τις σχέσεις. Μόνο με το διάλογο υπάρχει επικοινωνία και μόνο με το διάλογο μπορεί μια κατάσταση όσο δύσκολη και να είναι να αλλάξει, αν υπάρχουν ακόμα περιθώρια αλλαγής.
Ας χρησιμοποιούμε το λόγο λοιπόν. Λόγο δυναμικό, αποτελεσματικό, θετικό. Λόγο που θα συμβάλλει και αποβλέπει στη διαλεύκανση μιας κατάστασης και στην επίτευξη καλής, σωστής επικοινωνίας για διαρκείς, υγιείς σχέσεις με τους ανθρώπους του περιβάλλοντος μας.
Τη σχέση μας με τους άλλους, ό,τι σχέση κι αν είναι, πρέπει να την βλέπουμε σαν πολύτιμο αγαθό. Να προσεγγίζουμε τις διαπροσωπικές μας σχέσεις σαν ακατέργαστα διαμάντια που με τη σωστή κοπή, μορφοποίηση και στίλβωση μετατρέπονται σε πολύτιμα πετράδια. Βασικό εργαλείο για όλα αυτά, ο λόγος, αλλά, λόγος, όμως, που χρησιμοποιείται εποικοδομητικά και όχι απαξιωτικά.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να σας αφήσω, με μιαν εύθυμη νότα όπου καταδεικνύει τη δύναμη του λόγου ακόμα και σε ζητήματα ζωής και θανάτου:
Τι εννοώ; Χωρίς να ληφθεί ρατσιστικό, παροιμία του πάνσοφου λαού είναι, τίποτα άλλο, άλλωστε, μην ξεχνάτε, είμαι κόρη ιερέως. Ας θυμηθούμε την παροιμία, όπου ο παπάς πνίγηκε γιατί του είπαν, δώσε μου το χέρι σου και όχι πάρε το χέρι μου.Σας ευχαριστώ που με ακούσατε, και σας εύχομαι, τον λόγο τον καλό, τον αγαθό, τον εποικοδομητικό, που θα βοηθάει να χτίζονται γιοφύρια και όχι να υψώνονται τείχη.

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

Βατοπέδια, νομαρχο-πέδια και σχολικός αγιασμός

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Σε ναρκοπέδιο ηθικών αξιών εξελίσσεται ο ανταγωνισμός δύναμης και πλούτου της εκκλησιαστικής-μοναστηριακής και της πολιτικής εξουσίας, στη χώρα μας. Στις αγρυπνίες των μοναστηριών φαίνεται ότι δε δοξολογούν πλέον το Θεό ούτε τον ικετεύουν «υπέρ του σύμπαντος κόσμου», αλλά ο νους τους σχεδιάζει την αύξηση του πλούτου και της δύναμής τους μέσα από επιχειρηματικές δραστηριότητες και διασυνδέσεις ή και συγκρούσεις με την πολιτική εξουσία. Η περίπτωση της μονής Βατοπεδίου, αλλά και οι πωλήσεις ακίνητης περιουσίας σε διάφορες μητροπόλεις και μοναστήρια φανερώνουν του λόγου το αληθές.
Η συνήθης επιχειρηματολογία ότι τα χρήματα είναι αναγκαία για τη συντήρηση των χώρων και των κειμηλίων έχει όριο ισχύος και καταρρέει όταν ενημερώνεται κανείς για το εύρος της πολυτέλειας και της χλιδής που επικρατεί στη μονή Βατοπεδίου. Πού πραγματικά πηγαίνουν τόσα χρήματα από τη φορολόγηση των εκκλησιών και τις πωλήσεις ακινήτων των κατά τόπους μητροπόλεων; Η απάντηση ότι συντελείται φιλανθρωπικό έργο είναι απόλυτα πειστική;
Η πολιτική εξουσία πλουτίζει «νομότυπα». Υπουργοί «προσεύχονται» στα μοναστήρια και δραστηριοποιούνται στον επιχειρηματικό χώρο με επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στο εξωτερικό κι έτσι δεν αποδίδουν φόρους στο ελληνικό δημόσιο. Ό,τι όμως είναι νόμιμο είναι και ηθικό; Ποιο παράδειγμα πολιτικής συμπεριφοράς προς τον Έλληνα φορολογούμενο δίνουν τέτοιοι πολιτικοί άρχοντες;
Νομότυπα και για το «καλό του τόπου» ετοιμάζονται να πλουτίσουν και οι νομαρχιακοί μας σύμβουλοι της πλειοψηφίας μαζί με το νομάρχη σχεδιάζοντας την αγορά του αιώνα. Ονειρεύονται νομαρχιακά μέγαρα στους Αμπελόκηπους όταν μάλιστα δε θα υπάρχει Νομαρχία μετά τις κυοφορούμενες θεσμικές αλλαγές! Είναι τα νομότυπα ποσοστά (μίζες) που όλοι γνωρίζουμε ότι παίρνουν όσοι διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα αλλά και το άλλο, αυτό για το οποίο γίνεται συμφωνία άτυπη και προφορική.
Η ανάμειξη τoυ Μητροπολίτη μας όσον αφορά στην αγορά οικοπέδου αποτελεί σοβαρό αντίβαρο και μπορεί να οδηγήσει τα πράγματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Θα προτιμούσαμε όμως άλλος να είναι ο ρόλος της εκκλησίας. Αυτός που πρέπει να εξεγερθεί είναι ο ζακυνθινός λαός γιατί αυτός πληρώνει από τον ιδρώτα του μόχθου του. Η ηγεσία της εκκλησίας και οι κληρικοί οφείλουν να αρθρώνουν πνευματικό λόγο και να μην παρασύρονται από το λαϊκισμό και τον υλιστικό τρόπο σκέψης και πράξης απαίδευτων πολιτικών.
Αιρετοί άρχοντες ήλθαν να παραστούν στο σχολικό αγιασμό, και σ΄ ένα τέτοιο ζοφερό πολιτικό και εκκλησιαστικό περιβάλλον καλούμαστε οι εκπαιδευτικοί να δώσουμε αγωγή στους μαθητές μας. Εκείνοι δυστυχώς δεν μπόρεσαν να κοιτάξουν τους μαθητές μας στα μάτια. Δεν τους εμπόδιζε τόσο η ηλιακή ακτινοβολία όσο το ευθύ και λαμπερό βλέμμα της εφηβικής αθωότητας. Έδωσαν ψεύτικες υποσχέσεις γιατί στην πράξη αποδεικνύουν ότι προτάσσουν το ατομικό τους συμφέρον. Το κτιριακό συγκρότημα του Αγίου Κηρύκου αποτελεί όνειδος για τη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση και τους προγραμματισμούς της και ο Δήμος Ζακυνθίων κουβαλάει αμαρτίες.
Οι νέοι μας αναζητούν στηρίγματα και πρότυπα ζωής και είναι ευνόητο ότι το κλίμα είναι ξηρό και άνυδρο. Οι κήποι της γνώσης όμως είναι πάντα ανθισμένοι κι εμείς οι εκπαιδευτικοί οφείλουμε να οδηγήσουμε τους μαθητές μας στο ρομαντικό περίπατο. Η δύναμη της γνώσης είναι η ελπίδα για την ανοδική πορεία. Ο Μπ. Μπρεχτ εγκωμιάζει τη μάθηση με τους παρακάτω στίχους κι εμείς ευχόμαστε «καλή και δημιουργική σχολική χρονιά».


Η ΓΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΗ

Μάθαινε και τ' απλούστερα! Γι' αυτούς
που ο καιρός τους ήρθε,
Ποτέ δεν είναι πολύ αργά!
Μάθαινε το αβγ, δε σε φτάνει, μα συ
Να το μαθαίνεις! Μη σου κακοφανεί!
Ξεκίνα! Πρέπει όλα να τα ξέρεις!
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Μάθαινε άνθρωπε στο άσυλο!
Μάθαινε άνθρωπε στη φυλακή!
Μάθαινε γυναίκα στην κουζίνα! Μάθαινε εξηντάχρονε!
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Ψάξε για σχολείο άστεγε!
Προμηθέψου γνώση παγωμένε!
Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν' ένα όπλο.
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.
Μην ντρέπεσαι να ρωτήσεις Σύντροφε!
Μην αφεθείς να πείθεσαι.
Μάθε να βλέπεις συ ο ίδιος!
Ό,τι δεν ξέρεις ο ίδιος καθόλου δεν το ξέρεις.
Έλεγξε το λογαριασμό
Εσύ θα τον πληρώσεις.
Ψάξε με τα δάχτυλα το κάθε σημάδι
Ρώτα: πως βρέθηκε αυτό εδώ;
Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

(Μπ. Μπρεχτ, Εγκώμιο στη μάθηση)

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

Ηλία Κεφάλα, α) ΣΙΩΠΗΤΗΡΙΟ ΧΙΟΝΙΟΥ, β) ΤΑ ΜΝΗΣΤΡΑ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ [μερικά ποιήματα]


Σιωπητήριο χιονιού. 134 Χαϊκού
εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005

ΔΕΙΠΝΟΣ ΜΕ ΦΡΑΓΚΟΣΤΑΦΥΛΑ

Άραγες πού θα 'μαστε όταν νυχτώσει;
ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ

Φραγκοστάφυλα.
Νυγμός θλίψης. Μοναξιά.
Ποιος θα δειπνήσει;

Αγόγγυστη γη.
Νυσταγμός νικημένος.
Στο δείπνο καρποί.

Μήλα στο κρασί.
Πυρωμένα ψωμάκια.
Θα φτάσουν τάχα;

Τη νύχτα βγήκαν
οι πάπιες με κλάματα
στο ποταμάκι.

Των παλιών οσμή
ημερών στο ταβάνι
μέσα στους ρόζους.

Κάμαρη άδεια.
Το χθεσινό της βήμα
στοίχειωσε κούφιο.

Σε ποιον αγέρα
το σώμα σου δέθηκε
κι ήρθες με φύλλα;

Ποια φλέβα φέρνει
το λυπημένο αίμα
στον κρόταφό σου;

Στα νύχια σου αριά
προβατάκια βοσκάνε
κι ούτ’ ένας βοσκός.

Ξέρεις τα λόγια
που με σκοτώνουν πάντα
κι όλο τ’ αγγίζεις.

Χρυσό κυδώνι
το μέτωπό σου λάμπει
μπροστά στο τζάκι.

Θηλή της νύχτας.
Στης ρεβιθιάς το άνθος
φώναξα: «χαίρε!»

Θλίψη στο σπίτι.
Ελλοχεύουσες μνήμες.
Μπήκα και βγήκα.

«Να μην κοιμηθείς»,
προστάζει στον πλάτανο
το σαλιγκάρι.

Μόνο με ποτό
διπλό θα σού ξεφύγω
άλαλη νύχτα.

Μικρό τσακάλι
το ρύγχος του βυθίζει
μες στο φεγγάρι.

Εγώ κι ο φλοίσβος
ονειροδέκτες μόνο
δίχως μια στέγη.

Η γριά νύχτα
κι οι ψίθυροι των φύλλων
με κατέβαλαν.

Κανείς δεν ήρθε.
Χέρια τ’ ανέμου μόνο
ψάχνουν την πόρτα.

Ζεστό μου σπίτι
απ’ τα παράθυρά σου
διώξε τον φόβο.

Στη σκέψη μου να
τα δορυφορούμενα
λόγια της θλίψης.

Περσινές φωνές
στον τηλεφωνητή σου
βρήκα μονάχα.

Μόνος στο σπίτι.
Καλύτερα από μόνος
έξω στον κόσμο.

Τι νωθρή βροχή;
στα κεραμίδια στάλες,
να, μετρημένες.

Ρήγμα της μνήμης
αλώνει τη νύστα μου:
οσμή σταφυλιών.

Κάθισα κάτω
από το βάρος τόσων
κρυφών στεναγμών.

Άσπρα σταφύλια
στην εκλεκτής τα χέρια –
κόκκινα νύχια.

Φίλα με πάλι
και μην ακούς της νύχτας
τ’ άδεια κοχύλια.

Σ’ εσένα πέφτω –
στο μυστικό σου φέγγος –
κι έλεος βρίσκω.



Τα μνήστρα της Αβύσσου
εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2003

ΜΟΝΑΞΙΑ

Μοναξιά, είπε το πουλί ραμφίζοντας
τα περαστικά στενάγματα του αγέρα.

Μοναξιά, είπε το νοτισμένο βρύο
πίνοντας τις αργές σταγόνες της βροχής.

Μοναξιά, αντιλάλησε και το δάσος
πνιγμένο στη σκοτεινή πυκνότητά του,

και η κοιλότητα της ψυχής – αντιλάλησε: μοναξιά
και η γυμνότητα του ποταμού – αντιφώνησε: μοναξιά
και η αρχαία δίψα – υπονόησε: μοναξιά,

μόνο μοναξιά· (όλα καταστάλαζαν
σ’ αυτή τη μαύρη πνιγηρή φωλιά).

Κι εγώ πού ήμουν;

Πού ήμουν εγώ και δεν είπα τίποτα;

Τι ήμουν εγώ και δεν με στέγαζε η λέξη;

Ή ήμουν η λέξη που στέγαζε τα πάντα;

Μέλιγος, 6.7.1999



ΚΑΙΓΟΝΤΑΣ ΦΥΛΛΑ

Καίγοντας φθινοπωρινά φύλλα
Προτρέπω σιωπηλός
Τη δίχως ακοή ανθρωπότητα:
Μ’ έναν απλό καλό λόγο
Μ’ έναν απλό και ουσιώδη λόγο
Υπέρ του ολίγου και της συγκατάβασης
Ν’ αφήσουμε τον κόσμο
προτού σαν φύλλα
Κι εμείς καούμε
Και γίνουμε σιωπή της στάχτης –
Προτού το καθαρτήριο ανώφελα δουλέψει.

Μέλιγος, 25.3.2002


ΟΝΕΙΡΑ

Όχι, δεν θέλω όνειρα, έλεγε με παράπονο ο πατέρας μου. Γιατί και μες στα όνειρα είμαι δυστυχής. Και μες στα όνειρα είμαι κουρασμένος. Άλλωστε τα όνειρα είναι όπως και τα λουλούδια. Με διαλεγμένο χώμα και συχνό νερό ανθίζουν κι αστραποβολούν στον κήπο. Μα από έδαφος λειψό κι απότιστο τι κήπος θα προκύψει; Έτσι κι από τη φαρμακωμένη μας ζωή, τι όνειρο καλό μπορεί ν’ ανθίσει; Όχι, δεν θέλω όνειρα, φρονούσε ο πατέρας μου, πασχίζοντας τους εφιάλτες της ζωής να σβήσει.

Τρίκαλα, 4.5.1999



ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ

Μ’ αυτό το δέντρο-δάχτυλο σηκώνει η γη τον δείκτη της
ζητώντας να μιλήσει.

Μέλιγος, 27.11.2000



ΞΕΝΟΣ

Ξένος σαν τον άνεμο
που καμιά δύναμη επιστροφής
δεν τον γυρίζει πίσω

Ξένος σαν το φύλλο του δάσους
που έφτασε στην πόλη για να συνθλιβεί
κάτω από εκατομμύρια πέλματα

Ξένος σαν το τρίποδο σκυλί
που το βρίσκουν εύστοχα όλες οι πέτρες

Ξένος σαν τον επισκέπτη
που διστάζει να χτυπήσει το ρόπτρο
το σούρουπο

Ξένος σαν τον φοβισμένο
που βιάζει το βήμα του να φύγει
όσο πιο γρήγορα απ’ αυτή τη γειτονιά

Ξένος σαν τον ταξιδιώτη
που διαρκώς ταξιδεύει και ποτέ δεν βρίσκει
τη χώρα που επιθυμεί

Μέλιγος 6.2.99, ώρα 09.15

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2008

Μοναχού Νικοδήμου, ΑΝΑΔΑΣΩΣΗ ΜΝΗΜΗΣ (αποσπάσματα)


H YΛH TΩN ΠANTΩN

Kαι ήταν σαν κορμί γυμνό
μία σταγόνα ουρανού ανέφελου
χωρίς αστέρι.
Kαι χωρίς έναν συριγμό του αγέρα
μέσα από καλάμι έρημο.

Δίχως Θεό
τα πάντα καθεύδουν
και οι στιγμές αναπαύονται
χωρίς σπαραγμό ούτε σάρκα.

***

Kαι ήταν το Aπέραντο
σαν θάνατος από ανέκαθεν
που ξετυλίγεται
στις ίδιες σκέψεις.

*
Eκεί, στην απύθμενη σκοτεινιά της Nύχτας,
πρωτανάσανε ο Xρόνος.

Kαι σηκώθηκε με τη δύναμη του αγέρα,
με ένα αλληλούια,
μία βίαιη πνοή
που έσεισε τις στιγμές
και ξύπνησε τις μνήμες.

Mε ορμή κρούοντας το φως
σε ιδανικές σφαίρες…

Kαι φανερώθηκε το αόρατο
γλυπτό του Kόσμου,
ταξιδεύοντας στη μεγάλη Eπίφαση.

*

Δες, από τις ρίζες των βουνών,
στη στιγμή μηδέν
αναβλύζουνε άπειρα νιάτα.

*

Ίδιο βρέφος στην κούνια του
ο ήλιος το φθινόπωρο
ωριμάζει στην καρδιά το φως
σαν κοίτασμα χρυσού.

Όνειρο σχεδιασμένο
σ’ ένα σύννεφο αργοπορημένο και βαρύ.

Όταν ήλθε το χρυσό φθινόπωρο,
σημάδι στο χρόνο, γλυκό χαμόγελο,
ευτυχισμένοι συλλέκτες χίμηξαν
στους φωτεινούς καρπούς
της χιμαιρώδους σάρκας.
Ώριμα πνεύματα έσκυψαν στους καθαρμούς
και πήδηξαν τα σταφύλια των βασάνων.

Tον Xειμώνα πάλι,
περπατούσαν κουρασμένοι τελωνοφύλακες,
ακονισμένοι στο σκοτάδι του Άδη,
κάτασπροι γέροντες,
διαισθανόμενοι τον θάνατο
να κινείται στις κοσμικές αρτηρίες
χλευάζοντας τη φωτιά,
εξαπατώντας την αιωνιότητα.
Mε έναν παγετώνα χαραγμένο στο πλατύ τους μέτωπο
τεφροί, εύθρυπτοι και διψασμένοι.

Ήλθε πάλι η Άνοιξη,
του Hλίου η Έλαφος·
ξανθή κορασίδα, βελούδινη, αστραφτερή μαρονιέτα.
Πικρή μα τροπαιούχος,
Bρήκε ανοχύρωτο το κακό.

*

Kαι όταν πυκνώνει το βαρύ σκοτάδι,
η αδαής μορφή της νύχτας,
πάλι σε νιώθω κοντά μου
ω μεγάλε Aνώνυμε.

Nά, σε βλέπω τώρα!
Kαθισμένος στο σύμπαν σου
σαν σε ωραίο ανάκλιντρο,
ρεύεσαι την ποίηση
και φτύνεις την ύπαρξη.

Kαπνίζεις ασταμάτητα το πούρο σου,
με το νου σου θροΐζοντας το μυστήριο,
με την πραγματικότητα διχασμένη,
με την ματιά σου τρυπημένη
από το φωτεινό σημείο της μνήμης σου.

Aν και υφαίνεις νέα μορφή
πάντα ο ίδιος είσαι,
ένας, αΐδιος και άπειρος.
Mέσα από το νοητό σου παράθυρο
περνάει το άκτιστο φως.

Άνοιξε το παράθυρο
κι άλλο, κι άλλο, κ ι ά λ λ ο.

***

MYΘOΛOΓIA B΄


H σιωπή θα τρυγήσει
την επίγεια αλήθεια
μαζί με των λέξεων τον κάματο.

*

Γιατί η Γνώση
μένει πάντα χωρίς στεφάνη και ξίφος,

μ’ ένα έγκαυμα από φως,
άδεια, άδεια κι έρημη.

*

YMNOΣ TΩN MYΣTΩN ΣTHN KOPH

Σα να σε βλέπω τώρα!
Δες με και συ!
Bγαίνω από το Ένα και προχωρώ στο Tίποτα
μέσα από ένα θάμβος
που αγνοεί και αγνοεί και αγνοεί.

***

Ω ΨYXH!

Bλέπω την εικόνα μου
εκεί ψηλά στο μεσονύχτι της ψυχής,
τις φτερούγες μου πιο πέρα
από το ασήμι των πλανητών.

Bλέπω την κατασταλαγμένη μέσα μου
ιδιομορφία στον τετραδιάστατο χωροχρόνο,
σιμά στο τόξο του κόσμου.

Aνοίγω μια κόλλα χαρτί,
λευκή, άγραφη και άδεια.
Ένα σύμπαν στριμώχνεται εκεί,
που μου ανήκει.
Aναζητώ ιδεογράμματα μνήμης…
Πηγή: Από το Ardalion's Weblog.

Διονυσίας Μούσουρα-Τσουκαλά, ΤΟ ΒΑΖΟ (Διήγημα)

Για μια ακόμα φορά είχε φτάσει η πιο δύσκολη στιγμή κάθε προσωρινής επιστροφής. Η στιγμή του χωρισμού. Πόσο πιο εύκολα θα ήταν αυτά τα ταξίδια αν έλλειπε εκείνη η στιγμή που πρέπει να αποχαιρετήσεις αγαπημένα άτομα χωρίς να ξέρεις αν τους λες, γεια σου, ή αντίο.
Για κείνην όμως τούτη η φορά διέφερε λίγο από τις προηγούμενες. Τούτη τη φορά, δεν ήταν ανάγκη να νανουρίσει τη Μάνα με υποσχέσεις κι ελπίδες για μόνιμο γυρισμό.
Τα πρώτα χρόνια της μιλούσε στα γράμματα για την 'προκοπή' πούπρεπε να κάνουν πριν γυρίσει.
Πολύ αργότερα, στο πρώτο ταξίδι, ζούσε κι ο Πατέρας τότε, επικαλέσθηκε το σχολειό των παιδιών:
- Κάνε κουράγιο Μάνα, ο πολύς καιρός πέρασε, το πολύ-πολύ σε δυο χρόνια που τελειώνει κι η μικρή το σχολείο, θάμαστε πίσω, θα δεις.
Και κείνοι την πίστεψαν, κι ο Πατέρας έφυγε μετά από λίγες εβδομάδες, ευτυχισμένος που την είδε, ήσυχος πούξερε πως, όπου νάναι, φτάνει...
Τη δεύτερη φορά που γύρισε εκείνη, βρήκε άλλη δικαιολογία. Τα παιδιά ήταν σε ώρα γάμου, είχαν ήδη διαλέξει, οι μελλοντικοί τους σύντροφοι ήταν Ελληνόπουλα π’ αγαπούσαν κι αυτά την πατρίδα των γονιών και προορισμός όλων, μετά το γάμο, να ξαναγυρίσουν, αυτή τη φορά, "όπως βλέπεις Μάνα δεν υπάρχει πλέον εμπόδιο".
Την τρίτη φορά, τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα για κείνην, δεν ήξερε πια τι πρόφαση να βρει, μα δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ, επικαλέσθηκε την ηλικία της: -"Ξέρεις Μάνα, έχω δουλέψει σκληρά τόσα χρόνια, έχω ένα καλό εφ άπαξ στη δουλειά, μα, πρέπει να γίνω 60 χρονών για να το δικαιούμαι, μπορώ όμως να το πάρω μειωμένο στα 55, κι όπως ξέρεις , δεν απέχω πολύ, 2-3 χρόνια μόνο, έτσι τώρα τα ψέματα στ’ αλήθεια τελειώσαν, σε παρακαλώ, υπομόνεψε λίγο ακόμα, τώρα όπως βλέπεις δεν υπάρχει πια λόγος που να με κρατά εκεί, κάνε κουράγιο, να δεις τι ωραία που θα περνάμε όλοι μαζί ξανά..." Αυτό της τόπε πριν 5-6 μήνες μόνο...
Τώρα, δεν χρειάζονται πια δικαιολογίες, η Μάνα, κουράστηκε να περιμένει, ίσως γιατί κατάλαβε την αλήθεια, και πήγε να βρει τον πατέρα.
Εκείνη, μόλις τόμαθε, γεμάτη ενοχές, μπήκε στο πρώτο αεροπλάνο και πήγε να την συνοδεύσει μαζί με τ’ αδέλφια στη στερνή της κατοικία.
Και τώρα, παραμονές που πρέπει να γυρίσει εκεί που την καλεί το καθήκον, έπεισε τ’ αδέλφια να της δώσουν το κλειδί να πάει μόνη της να αποχαιρετίσει το χώρο όπου έζησε η Μάνα, αυτό που μέχρι χθες αποκαλούσε κι εκείνη 'πατρικό της'. Στην αρχή, της έφεραν αντιρρήσεις, ιδιαίτερα, όταν επέμενε να πάει μόνη της, ήταν βλέπεις η "ευαίσθητη" και η "συναισθηματική" της οικογένειας, υποχώρησαν όμως μπρος στην αδιάλλακτη επιμονή της, αφού την έβαλαν να τους υποσχεθεί πως το αργότερο σε μισή ώρα, θα γυρίσει.
Πήρε μιαν αρμαθιά κλειδιά, τα ίδια κλειδιά που πριν λίγους μήνες της είχε δώσει η Μάνα για να μπορεί να μπαινοβγαίνει "σα νάναι σπίτι της". Άνοιξε πρώτα την είσοδο της πολυκατοικίας, ανέβηκε με ασταθή βήματα και μάτια θολά κι έβαλε το κλειδί στην πόρτα του διαμερίσματος, το κλειδί, μπήκε, μα δεν γύριζε, δοκίμασε ένα άλλο μπας κι έκανε λάθος, το ίδιο, το ίδιο σαν τότε που για λόγους ασφαλείας η Μάνα άφηνε από μέσα το δικό της κλειδί, κι όταν εκείνη πήγαινε ν’ ανοίξει, δεν μπορούσε και της άνοιγε η Μάνα.
Για μια απειροελάχιστη στιγμή, η καρδιά της φτερούγισε, μέσα είναι η Μάνα, κι έκαμε να της φωνάξει...μα αμέσως τρόμαξε...τη συνέφερε η πραγματικότητα... τάχασε τελείως, ιδιαίτερα όταν μετά από μιαν ακόμα αποτυχημένη προσπάθεια ν’ ανοίξει, η πόρτα άνοιξε διάπλατα μόνη της κι ένας άγνωστος, προφανώς ενοχλημένος, στάθηκε μπροστά της ρωτώντας την τι θέλει...
Αργότερα, όταν διηγήθηκε το επεισόδιο στ’ αδέλφια, δεν μπορούσε να πει ποίος είχε τρομάξει περισσότερο με το άνοιγμα της πόρτας, εκείνη, ή ο άγνωστος άνδρας, που όταν συνήλθε, της εξήγησε πως η γριούλα που πέθανε τις προάλλες έμενε ακριβώς από κάτω....
Ο άγνωστος, που κατάλαβε την ταραχή της, της πρόσφερε καρέκλα, νερό να συνέλθει, μα εκείνη δεν στάθηκε, κατρακύλησε τις σκάλες, μπήκε στης Μάνας το σπίτι, έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά "για λόγους ασφαλείας" και ξέσπασε σε ένα βουβό κλάμα....
Κάθισε άκρη -άκρη στο ίδιο ντιβάνι που κοιμόταν πριν λίγους μήνες όταν ήταν εκεί, δεν βρήκε αλλού να καθίσει, είχε ήδη αρχίσει ο ξεσηκωμός... (Εκείνη αρνήθηκε να συμμετάσχει, δεν είχε το κουράγιο), κάποτε, σταμάτησαν τα δάκρυα και κοίταξε γύρω. Ορθάνοιχτες ντουλάπες, συρτάρια ανοιγμένα, ρούχα πεταμένα παντού, βιβλία του Πατέρα, (η Μάνα δεν είχε πειράξει το γραφείο του αφότου πέθανε), τα γυαλιά της, κουτιά, κουτάκια, μπουκάλια με φάρμακα, (η μεγάλη αδελφή πείραζε πάντα τη Μάνα πως από τα πολλά φάρμακα που παίρνει δεν θα λιώσει), άλλα προσωπικά της αντικείμενα, και σε μια γωνιά στην άκρη, ένα βάζο...
...... Παραμονές Χριστουγέννων 196... ώρα που θάπρεπε, κανονικά, νάχε χαράξει, μα σπλαχνική η νύχτα αρνείται να φύγει, καθυστερεί. Ξέρει, πως παραχωρώντας τη θέση της στη μέρα, φεύγει εκείνη. Η κάθε στιγμή, όσο μικρή και νάναι, είναι τόσο πολύτιμη. Ας γινόταν να μην ξημέρωνε ποτέ.. Η μέρα όμως διεκδικεί τη θέση της, η νύχτα υποχωρεί. Ο Πατέρας και η Μάνα κλαίνε, κλαίνε ασταμάτητα...κλαίει κι εκείνη, με απόγνωση, μ’ απελπισία, μαζί της κλαίνε και τα δυο μικρά της, όχι τόσο γιατί νιώθουν απόλυτα τι γίνεται, αλλά γιατί από μέρες τώρα βλέπουν τη Μαμά να κλαίει συνέχεια και φοβούνται πως κάτι φοβερό θα συμβεί...
Ο Μπαμπάς προσπαθεί να τα ηρεμήσει όσο μπορεί, με μεγάλο πόνο και σε μια τελευταία προσπάθεια να μην παραταθεί άλλο το μαρτύριο, αποσπούν εκείνην από την αγκαλιά του Πατέρα και της Μάνας και την σπρώχνουν μαλακά μέσα στο ταξί που περιμένει... Εκείνη δεν θέλησε να πάει κανένας στο Λιμάνι, φοβόταν πώς θα γυρίσουν πίσω ο Πατέρας κι η Μάνα. Ψηλά, στο Λόφο, στον καταπράσινο Λόφο της Πόχαλης που κάθεται η μεγάλη αδελφή, αναβοσβήνουν το φως σε αποχαιρετισμό, κι εκείνη σπαράζει, την αγαπάει τόσο μα τόσο πολύ τη μεγάλη αδελφή...σε βάθρο την είχε πάντα, ήταν το πρότυπο και το ίνδαλμά της, πόσο θα λείψουν η μια στην άλλη....
Έχει ήδη αρχίσει να χαράζει, φυσάει δυνατός αέρας και βρέχει. Καθώς το ταξί απομακρύνεται, η Μάνα πάει να τρέξει από πίσω, κάνει δυο βήματα, κάτι φωνάζει, μα η βροχή κι ο αέρας παίρνουν τα λόγια της, κι ο ταξιτζής που έκοψε λίγο, ανοίγοντας το παράθυρο, πρόλαβε μόνο ν’ ακούσει τη λέξη "βάζο". Με τη λεπτή αίσθηση χιούμορ που χαρακτηρίζει τους περισσότερους νησιώτες και για ν’ αποσπάσει εκείνην από τις θλιβερές της σκέψεις, της λέει: - κάτι για ένα βάζο φώναξε η Μάνα, λες νάθελε να σου δώσει κάνα βάζο με κυδωνόπαστο ή ελιές να πάρεις μαζί σου;
Μέσα στο θόλωμα του μυαλού της όμως εκείνη, ξέρει τι θέλει η Μάνα. Προφανώς, θέλει να την διαβεβαιώσει πως θα της κρατήσει το βάζο, το ανθογυάλι, μέχρι να γυρίσει...
Το βάζο, ήταν το μόνο που μπόρεσε εκείνη να κρατήσει πριν διαλύσουν το μαγαζί. Το μαγαζί, είχε πολλά και ωραία πράγματα που εκείνη ζήλευε και τάθελε για το σπιτικό της. Μα δεν γινόταν, έπρεπε να πουλιόνται για να πληρώνεται το νοίκι, τα γραμμάτια, το γάλα των παιδιών, τα ρουχαλάκια τους, γιατροί, φάρμακα και τόσα άλλα που έχει ανάγκη μια νέα οικογένεια.
Σφιγγόταν η καρδιά της κάθε φορά που τύλιγε κι έδινε κάτι στους πελάτες, μα έπρεπε, δεν γινόταν αλλιώς. Ανάμεσα στα πράγματα του μαγαζιού, ήταν κι ένα βάζο που της άρεσε πολύ. Έτσι, κάθε ευκαιρία που έβρισκε, τόσπρωχνε πίσω-πίσω, μακριά από τα ερευνητικά και αδιάκριτα μάτια των πελατών για να μπορεί να το καμαρώνει, έστω και στο μαγαζί, μια κι ούτε συζήτηση να το πάρει σπίτι.
Όταν πάρθηκε η απόφαση του ξενιτεμού, το πήρε και το πήγε στη Μάνα και την παρακάλεσε να της το προσέξει τα δύο-τρία, άντε στη χειρότερη περίπτωση, πέντε χρόνια που θα λείπανε. Δεν μπορούσε να το πάρει μαζί της ήταν τόσο εύθραυστο, το ταξίδι τόσο μακρινό κι εκείνη δεν ήξερε τι θα βρει εκεί που πάει..... Μπελάς κι αυτός για τη Μάνα.
Πρώτα ήταν τα δύο κοριτσόπουλα της μεγάλης κόρης που με τα χαρούμενα ξεφωνητά και τρεχαλητά τους, με τα παιχνίδια τους, έκαναν να κουνιέται το τραπέζι και να κινδυνεύει να πέσει το βάζο,( η Μάνα τόβαλε επάνω στο τραπέζι για νάχει την ψευδαίσθηση πως τάχα βλέπει εκείνη...). Κι αυτά, που ήξεραν πόσο το πρόσεχε η Μάνα, - εδώ πια τόχε πάρει είδηση όλη η γειτονιά, κι εκείνα; - λες και τόκαναν επίτηδες κι όλο γύρω στο τραπέζι παίζαν κυνηγητό και κρυφτούλι, και δώστου η Μάνα να τους "αγριεύει", και δώστου αυτά με τις φωνές και τα γέλια τους να κάνουν να τρίζουν ακόμα και τα τζάμια.
Μα ήταν κι η μεγάλη κόρη που μια φορά τόλμησε να το ζητήσει, τόκανε επίτηδες για να την πειράξει - εκεί να δεις φασαρία η Μάνα.
Κι αργότερα, όταν ο γιος μεγάλωσε κι έκανε οικογένεια, ησύχασε η καημένη η Μάνα από τα κοριτσόπουλα της μεγάλης που ήταν πια της παντρειάς, κι άρχισαν άλλοι μπελάδες με τα μικρά του γιου.
Οι υπόλοιποι φρόντισαν να ενημερώσουν και τη νύφη για την σπουδαιότητα του βάζου, κι εκείνη τη δόλια την έπιανε δέος κάθε φορά που έπρεπε να ξεσκονίσει.
Όλοι, μα όλοι πια, συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, γείτονες, ήξεραν για το περιβόητο βάζο. Μερικοί την πείραζαν: - Έλα κι εσύ τώρα, σιγά μη θυμηθεί και μην καταδεχτεί εκείνη μετά από τόσα χρόνια και τόσα που θάχουν δει τα μάτια της, αυτό το βάζο. Κι η Μάνα, λίγο πεισματικά, λίγο με καμάρι, τους απαντούσε: Εκείνην, εγώ την ξέρω καλύτερα απ’ όλους σας, να μου το θυμηθείτε, με το που θα πατήσει το πόδι της μέσα, όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, το βάζο θα γυρέψει, τούχε τόση αδυναμία. Δεν την ξέρετε εσείς καλά, είναι τόσο ευαίσθητη.
Εκείνην, την παρέσυρε η δίνη κι ο εφιάλτης της επιβίωσης στην ξένη γη.
Έτρεχε, έτρεχε, όλο έτρεχε.. Να τα προλάβει όλα, και την οικογένεια, και τα παιδιά να μην αφήσει σε ξένα χέρια, και την πρωινή δουλειά, και το Κοινοτικό Σχολείο στο οποίο δίδασκε Ελληνικά τα απογεύματα, κι ο άνδρας νάβρει καθαρό πουκάμισο, φαΐ μαγειρεμένο, να κάνει τα ψώνια, να διαβάσει τα παιδιά, νάναι το σπίτι καθαρό, να... να... να... Και τα τετράδια των μαθητών της διορθωμένα, αυτά τάπαιρνε στο σπίτι, δυο ώρες μάθημα και 30-40 παιδιά μες στην τάξη τι να πρωτοκάνει στο σχολείο; Και στη Μάνα να γράφει, και την επαφή να μη χάσει με όλους που μείνανε πίσω, κι όλο να τρέχει.... Το φρουτάδικο της γειτονιάς τόχαν οι γονείς μιας μαθήτριάς της κι από κει περνούσε συχνά εκείνη, όχι μόνο για να πάρει φρούτα αλλά γιατί ήταν και πέρασμά της για να κάνει κι άλλα ψώνια, ταχυδρομείο, κ.λ.π. Κάθε φορά, η Μητέρα της μαθήτριάς της την καλούσε για καφέ ή έστω να σταματήσει να μιλήσουν λίγο, κι εκείνη, ευγενικά της εξηγούσε πως δεν γίνεται, βιάζεται. Μια μέρα, η Μητέρα, την έπιασε απ’ το χέρι και της λέει:
-Δεν μ’ ενδιαφέρει πόσο βιαστικιά είσαι, θα ακούσεις αυτό που θα σου πω, αν είμαι στην κηδεία σου όταν πεθάνεις, θα τους πω να μην την πηγαίνετε σιγά, αυτή στη ζωή πάντα έτρεχε, πηγαίνετέ την τρεχαλητή, αν μπορούσε να μιλήσει θα της κακοφαινόταν πολύ έτσι που την πάτε.
Εκείνη, την άκουσε, γέλασε πικραμένα, και συνέχισε το δρόμο της.
Πού καιρός να θυμηθεί το βάζο...
Απ’ όλα αυτά, τσιμουδιά στη Μάνα, και νάταν μόνο αυτά...
Τι να της έγραφε;
Εδώ η Μάνα νόμιζε πως η ζωή της είναι παράδεισος και πάλι κόντευε να τους τρελάνει όλους. Μέχρι που η μεγάλη κόρη κι ο γιος, παρόλο που εκείνην την αγαπούσαν πάρα πολύ, καμιά φορά παραπονιόταν - "Λες κι εμείς δεν είμαστε παιδιά σου, όλο εκείνη κι εκείνη"
Κι η Μάνα προσπαθούσε να τους εξηγήσει πως δεν τα ξεχώριζε τα παιδιά της, αλλά, να, εκείνη της λείπει, εκείνην δεν την χάρηκε, είναι λίγο το αδικημένο της παιδί. Κι όταν πάλι γέμιζε το σπίτι φωτογραφίες της κι από το βλέμμα τους καταλάβαινε πως τα πείραζε αυτό, δώστου ξανά να τους εξηγεί, εσάς σας έχω ζωντανούς κοντά μου, δεν είναι ανάγκη να βάλω φωτογραφίες, ενώ εκείνη, μόνο στον τοίχο και στο βάζο της..
.....Κάποτε, μετά από πολλά χρόνια, εκείνη αξιώθηκε να πάει να τους δει. Εκεί να δεις χαρές κι ετοιμασίες όλοι, η Μάνα, ο Πατέρας, τα αδέλφια, τ’ ανίψια που την ήξεραν μόνο από το...βάζο. Κι η νύφη η καημένη που σκοτώθηκε να τρίβει και να γυαλίζει, είχε ακούσει τόσα από τη Μάνα για κείνην, δεν ήθελε να φανεί κατώτερή της. Άσε πια που αναρωτιόταν μόνη της πολλές φορές αν είναι δυνατόν να συγκεντρώνει ένας άνθρωπος τόσα χαρίσματα όσα η Μάνα ισχυριζόταν για κείνην.
Όταν μετά τις πρώτες συγκινήσεις και δάκρυα χαράς κάθισαν όλοι γύρω στο τραπέζι, όπου η Μάνα είχε το γενικό πρόσταγμα, κοιτάζονταν όλοι σαν κάτι να περίμεναν που δεν έλεγε να γίνει, μετά από μια ατέλειωτη στιγμή, η Μάνα παίρνοντας το μισοπονηρό, μισοκρυφό της ύφος και κοιτάζοντας εκείνην με προσδοκία στα μάτια, τη ρώτησε αν της άρεσαν τα λουλούδια στο βάζο του τραπεζιού, τονίζοντας τη λέξη "βάζο". Εκείνη, έριξε μια ματιά και μόνο τότε είδε πως στο βάζο υπήρχαν ανεμώνες, συγκινήθηκε πολύ που μετά τόσα χρόνια η Μάνα θυμόταν ακόμα το αγαπημένο της λουλούδι και την υποδέχτηκε μ’ αυτό. Την ευχαρίστησε δακρυσμένη, και δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί τόση ξαφνική θλίψη και σαν απογοήτευση στη ματιά της, ούτε γιατί ο Πατέρας κοίταξε τη Μάνα σαν να της λέει, μη μιλήσεις και την πληγώσεις, δεν πειράζει ούτε γιατί οι υπόλοιποι είχαν μια μικρή δόση...θριάμβου στα μάτια τους.
Αργότερα, πολύ αργότερα, κατάλαβε, κι έκλαψαν κι οι δυο.
Μα όχι μαζί, η μια κρύφτηκε απ’ την άλλη για να μην την πληγώσει. Όπως παλιά, που καμιά δεν ομολόγησε στην άλλη πως πέρασαν πολλά χρόνια για να μπορέσουν να γιορτάσουν και πάλι τα Χριστούγεννα...
Πώς να εξηγήσει η Μάνα σε κείνην τον αγώνα της όλα αυτά τα χρόνια να διαφυλάξει το πολύτιμο βάζο για να το βρει εκείνη στο γυρισμό;
Μα η Μάνα δεν έκλαιγε γι αυτό, έκλαιγε γιατί μόνο τότε μπόρεσε να διαπιστώσει πόση πικρία έκρυβε η ζωή εκείνης, όλα αυτά που εκείνη ποτέ δεν έγραψε για τη ζωή της, κι αυτή με τη διαίσθηση της Μάνας τα υποψιαζόταν μα δεν τολμούσε να τα πει ούτε στον εαυτό της και ξόρκιζε τις κακές σκέψεις προσέχοντας το βάζο.
Τώρα πια κατάλαβε. Ποιος ξέρει τι πέρασε το παιδί της τόσα χρόνια μακριά της, το παιδί της με την τρυφερή ψυχή και τις φοβερές ευαισθησίες για να φτάσει στο σημείο να ξεχάσει το βάζο......
Φτωχό μου παιδί! Φτωχή μου Μάνα, έκλαιγε εκείνη...
Από πού ν’ αρχίσω και τι να σου πω; Έχω, άραγε, το δικαίωμα να σε πληγώσω τόσο; Καλύτερα να μην μάθεις...
Τι να πρωτοκλάψει; Για το μικρό αδελφό που τον άφησε παιδόπουλο και τον βρήκε ώριμο άνδρα πατέρα δύο παιδιών;
Για τη μεγάλη αδελφή που το χωρισμό της δεν τον ξεπέρασε ποτέ; τα κοριτσάκια που άφησε και τα βρήκε γυναίκες; το χιονάτο κεφάλι του Πατέρα; Για τη Μάνα....για τη χαμένη της νιότη, τη χαμένη της ζωή...γι αυτά που στερήθηκε, γι αυτά που στέρησε...γι αυτούς που φύγαν...
Σε κάθε της επιστροφή όλο και πλήθαιναν οι φευγάτοι, κι εκείνη πήγαινε από τάφο σε τάφο κι άναβε καντήλια....η μεγάλη αδελφή την πείραζε γι αυτό...
Τώρα, έφυγε κι η Μάνα....
Χαϊδεύει με το βλέμμα τα απομεινάρια της ζωής της Μάνας και πονάει...
Πριν λίγους μήνες που ήταν εδώ, παρόλο που ήταν καλοκαίρι, κάθε που γύριζε απ’ έξω η Μάνα την περίμενε με δυο μάλλινα πατάκια να τα βάλει στα πόδια να μη λερώσει το παρκέ....
Τώρα, όλα κείτονται σωρό...απ’ το σβηστό ψυγείο έτρεξαν νερά στο πάτωμα, με τις πατημασιές γίναν λάσπη...στο λουτρό κάποιος φαίνεται είχε ανοίξει απότομα τη βρύση και πιτσιλίστηκαν τα πλακάκια...στην κουζίνα έχασκαν ορθάνοιχτα τα ντουλάπια και τα συρτάρια...στο νεροχύτη βρισκόταν ακόμα το ποτήρι της άπλυτο...κι ανάμεσα σε όλα αυτά...σε μια γωνιά, το βάζο....
Από τις θλιβερές της σκέψεις την απόσπασε η φωνή του αδελφού στο θυρόφωνο που την παρακαλούσε να κατέβει, φτάνει πια...
Έρριξε μια τελευταία ματιά γύρω, έκαμε να σκύψει να πάρει το βάζο, μα στην ταραχή και συγκίνησή της, της φάνηκε πως την κοίταξε λυπημένα, σαν να της λέει, πως δεν έχει το δικαίωμα να το πάρει και να το χωρίσει από της Μάνας τα πράγματα, όπως χώρισαν εκείνη από τη Μάνα και όλα της τα αγαπημένα άτομα......
Αύριο, θάρθουν οι κυρίες της Φιλοπτώχου από την ενορία της γειτονιάς να πάρουν τα απομεινάρια της Μάνας...μαζί τους, θα πάει και το βάζο....

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2008

Στέφανου Ροζάνη, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΣ [Από τη συλλογή δοκιμίων "Σολωμικά", εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2008]

Στέφανος Ροζάνης γεννήθηκε στην Κάρυστο της Εύβοιας το 1942. Είναι ποιητής και δοκιμιογράφος. Ανήκει στην εκδοτική ομάδα του περιοδικού "Σημειώσεις". Έχει συνεργασθεί με το Πανεπιστήμιο της Νέας Σορβόννης και τη New Philosophy Society του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου. Ανάμεσα στα πιο πρόσφατα δοκιμιακά του έργα περιλαμβάνονται: "Ο Μεσσιανισμός και η ηθική φιλοσοφία του Εμμανουέλ Λεβινάς", "Η ερμηνευτική ως πράξη και θεώρηση", "Ερμηνευτικές αναγνώσεις", "Θείος Έρως", "Σολωμικά".

Τα Σολωμικά συγκεντρώνουν την εργασία είκοσι τεσσάρων ετών πάνω σε θεμελιώδη προβλήματα ερμηνευτικής του έργου του Διονυσίου Σολωμού. Το γεγονός ότι τα προβλήματα αυτά, με τους όρους τους οποίους επεχείρησε να θέσει η εργασία αυτή ή με άλλους παραπλήσιους, απασχόλησαν ήδη από την έκδοση της πρώτης μελέτης, το 1976 (Το Δαιμονικό Ύψιστο), και εξακολουθούν ν' απασχολούν ένα σημαντικό τμήμα των Σολωμικών ερευνών, αποτελεί ασφαλώς απόδειξη της κρισιμότητας των προβλημάτων για τη συνολική θεώρηση και κατανόηση του Σολωμικού έργου, όσο και για την προώθηση των Σολωμικών μελετών μεταξύ νεώτερων ερευνητών. Η αισθητική προσέγγιση του Σολωμικού έργου συγκροτεί τον κεντρικό πυρήνα των δοκιμών που περιλαμβάνει ο τόμος αυτός. Το έργο του Σολωμού τίθεται μέσα στο ευρύτερο συμφραζόμενο της ευρωπαϊκής ρομαντικής φιλοσοφίας και ποιητικής θεωρίας και έτσι αναδεικνύεται ως κεντρικό γεγονός της ρομαντικής κοσμοαντίληψης. Οι αναγνώσεις του έργου έχουν ως σταθερό τους ορμητήριο τις ρομαντικές αισθητικές ποιότητες από τις οποίες το έργο αναδύθηκε.]


«Κι' εδώ η οπτασία του Διαβόλου. Kαι πρέπει να την παρουσιάσεις κάθε φορά διαφορετική. Την πρώτη φορά μπορεί να είναι φιδάκι που βγαίνει από το πηγάδι, έπειτα γιγαντώνεται και φανερώνεται ο Διάβολος. Στη μέση του συνθέματος άλλο πράγμα (στοχάσου), στο τέλος ένας νάνος».
Διονύσιος Σολωμός

Ι
Ξεκίνησα να μιλήσω για τον Σολωμό. Όμως αισθάνομαι πως τίποτε δεν θα μπορούσα να πω χωρίς τη μεγάλη παρένθεση, που άνοιξα. Διότι η σύνδεση, που τώρα προτίθεμαι να επιχειρήσω είναι για μένα το περιεχόμενο, αλλά και το κρισιμότερο βάθος της είδησης του ποιητή. Έχει γίνει πλέον παράδοση να βλέπουν τη «Γυναίκα της Ζάκυνθος», το τραγικότατο αυτό από τα οράματα του Σολωμού, ως μιαν έκφραση, έστω αριστουργηματική, της σατιρικής του δύναμης. Από τον Κ. Καιροφύλα μέχρι τον Κώστα Βάρναλη και τον Λίνο Πολίτη, η ιδέα της προσωπικής ή πολιτικής σάτιρας αποτελεί το μόνιμο μοτίβο, τον σταθερό άξονα γύρω από τον οποίο παίζεται το παιχνίδι της «ερμηνείας», ανεξάρτητα από τις ατομικές δυνατότητες ή το βάθος προσεγγίσεως των μελετητών (32). Και πίσω από την προμετωπίδα αυτή το ίδιο το έργο αποδυναμώνεται, στερείται το κρυμμένο του Ύψος και αποβάλλει τις ποιότητες εκείνες οι οποίες, κατά τη δική μου γνώμη, το τοποθετούν ανάμεσα στις σπάνιες στιγμές που ο πoιητής μπόρεσε, αποφλοιώνοντας ψυχή και δημιουργία, να εκφράσει. Δεν θα αμφισβητήσω, ασφαλώς, κάποιες ενδείξεις που περισσότερο μέσα στους Στοχασμούς αναφαίνονται. Η σύνδεση των ενδείξεων αυτών μπορεί να επιτευχθεί με κάποιαν επίφαση βεβαιότητος αν προσπαθήσουμε να δούμε το έργο κάτω από ορισμένο πρίσμα, μέσα από την προκατάληψη του «Χρέους», που άλλωστε βαραίνει απελπιστικά και επάνω στα συντρίμμια -ή τουλάχιστον σε αρκετά από αυτά- που ο Σολωμός μας εγκατέλειψε, αλλά προπάντων και επάνω στο γενικότερο κλίμα το οποίο μιά λιγόψυχη, παράδοση κριτικής επέβαλε.

Όμως, το πρόσωπο της «Γυναίκας της Ζάκυνθος», η κρυφή στιγμή, της ενοραματικότητας τoυ έργου, ο πυρήνας που προσπαθεί να προσδώσει μια στέρεα ραχοκοκκαλιά στα απομεινάρια και, πριν απ' όλα, το κέντρο εκείνο που και συναισθηματικά αλλά και αισθητικά συμπυκνώνει εντός τoυ την Αρχή της δημιουργικής παρορμήσεως -και για μένα ένα έργο τέχνης ούτε καν μπορεί να υπάρξει χωρίς την αποφλοίωση, και ανάδειξη, αυτής της ρέουσας οντότητας-, το κέντρο, λοιπόν, αυτό μου παρέχει τη μαρτυρία μιας αποκαλυπτικής στιγμής και με προσανατολίζει σε χώρους βιωματικούς που, αλήθεια, τους διαπερνά και τους συγκλονίζει ένα πάθος και μιά όραση ζωής ανάστροφη, στον αντίποδα αυτoύ που εκείνοι ονομάσανε σάτιρα, χαμένοι μέσα σε στοιχεία δευτερεύοντα, που είτε η άμετρη φιλοδοξία του ποιητή είτε η σύγχυση και μαζί η τάση προς μιαν έντονη, αυτοαπαγόρευση της συναισθηματικής του σύγκρουσης επέβαλαν σποραδικά μέσα στο έργο. Διαβάζοντας τον Σολωμό σκέφτομαι πάντα αυτό που ο Jose Ortega y Gasset έλεγε για τον Γκαίτε: «Αν ανασκαλίσουμε γερά το έργο του Γκαίτε θα μείνουν λίγες γραμμές ακρωτηριασμένες, για να μπορούμε φανταστικά να παρακολουθούμε, καθώς τα μάτια μας παρατηρούν τη σπασμένη αψίδα που δείχνει στον ουρανό τον κορμό της. Αυτό θα μας έδινε το αυθεντικό περίγραμμα της λογοτεχνικής του αποστολής»(33).

«Εγώ Διονύσιος Ιερομόναχος, εγκάτοικος στο ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου, για να περιγράψω ό,τι στοχάζουμαι λέγω» (34).

(Κεφάλαιον 1)

Αυτή είναι η αρχή του ύφους του Σολωμού. Η μορφή του Ιερομόναχου θα κυριαρχήσει σε κάθε έκφραση της σύλληψής του, και η προφητεία, που με αυτήν ταιριάζει την εκτρωματική φιγούρα της Γυναικός, θα πάρει τη θέση, αλλά και τη φρικίαση, ενός παράξενου οράματος, το οποίο ούτε στιγμή θα πάψει να επανέρχεται και να αυτοδοκιμάζεται, δοσμένο ολόκληρο στην Κολασμένη ουσία του.

«Αλλά επειδή αρχινήσανε τά σωθικά μου να τρέμουνε σαν τη θάλασσα που δεν ησυχάζει ποτέ.Ασήκωσα τα τρία μου έρμα δάχτυλα και έκαμα το σταυρό μου.Έπειτα που εστάθηκα να συλλογιστώ καλά, ύψωσα το κεφάλι μου και τα χέρια μου στον ουρανό και εφώναξα: Θε μου, καταλαβαίνω πως γυρεύω ένα κλωνί αλάτι μες στο θερμό».

(Κεφάλαιον 1)

Βρισκόμαστε μπροστά σε μιαν αγωνία, ή καλύτερα μπροστά στο προοίμιο μιας αγωνίας, που προσπαθεί να σκιαγραφήσει μια σκοτεινή και ύποπτη μορφή. Το σημάδι του σταυρού με τα τρία έρμα δάχτυλα, κατάληξη ενός ασίγαστου τρόμου, κι έπειτα η κραυγή: «Θε μου, καταλαβαίνω...». Ποιο να' ναι το κλωνί αλάτι μες στο θερμό;

Η εντύπωση μιας μυστικής αναζήτησης κάπου σ' ένα πηγάδι, το ύφος της ανησυχίας και ο τρόμος που πλανιέται ανάμεσα σε δίκαιους και άδικους είναι τα πρώτα βήματα μέσα στον ζόφο των πραγμάτων που ο lερομόναχος θα ιστορήσει. Την πρώτη νύξη της Γυναικός την έχουμε εδώ επίσης: Μια «πεθυμιά», μια έλξη κατάδυσης σε μια ψυχή «εις την οποίαν αναβράζει η κακία του Σατανά». Και αμέσως ένα κρυφό νόημα ξεπετάγεται: η ψυχή, το πηγάδι και μέσα στο πηγάδι «ένα γέλιο φοβερό» και «προβαλμένα δύο κέρατα». Το σχήμα της κραυγής αρχίζει τώρα να παίρνει ένα συγκεκριμένο περίγραμμα. Και μαζί του η αγωνία στενεύει τα όριά της. Το πηγάδι-ψυχή συνιστά το φοβερό όραμα, το αλλόκοτο πηγάδι με τον «νάνο» των Στοχασμών και το φρικτό γέλιο, κι ύστερα προβαλλόμενη, η ψυχή στη ορφή της Γυναικός. Ο Ιερομόναχος, μέσα από το σχήμα της γαλήνης του -θυμηθείτε τα λόγια: «από την ερημική γαλήνη των μελετών μου»- θα κοιτάξει το δέος που του προσφέρει η ενόραση, η αναδίπλωση στις πτυχές του εσωτερικού του βίου. Και ό,τι ο ίδιος δεν τολμά να δει, όσα αναβλύζουν στην αντάρα ενός ανομολόγητου πάθους, θα τα προβάλει, κάτω από το ντύμα μιας μυστικής σύνδεσης, στη φιγούρα της Καταραμένης- στην πιο απόκρυφη και στοχαστική του δημιουργία.

«Να βάλης την περιγραφή [της γυναικός] στο στόμα του Διαβόλου. Kαι να τον κάμης να παρουσιάζεται με ύφος ειρωνικό, σαν εκείνονπου στοχάζεται τι θα συμβή εξ αιτίας του.Kαι καθώς κάνει ο άνθρωπος που στρίφει το μουστάκι του και συλλογίζεται κάτι που σίγουρα θα πετύχη, έτσι πασπάτευε κι' εκείνος την άκρη του κεράτου του (σαν άνθρωπος συλλογισμένος που στριφογυρίζει το μουστάκι του) και δεν ήξερα το γιατί. Και στο τέλος έσκασε ένα κακό γέλιο που μ' έκαμε και ανατρίχιασα και έγινε άφαντoς» (35).

Αυτά παραγγέλλει ο ποιητής στον εαυτό του. Η περιγραφή θα πρέπει να γίνει με το στόμα του Διαβόλου, του νάνου, δηλαδή, που «σκαρφαλώνει απ' το πηγάδι», απ' το πηγάδι -ψυχή που μέσα του θέλησε να σκύψει ο Ιερομόναχος, και «γιγαντώνεται» μετά σε μια προσπάθεια απόλυτης κυριαρχίας. Η Γυναίκα θα ταυτιστεί με το όραμα, που με τη σειρά του θα ενσαρκωθεί μέσω αυτής της ταύτισης. Στο βάθος θα ενεδρεύει η ψυχή του Ιερομόναχου, διότι μέσα εκεί συμβαίνουν όλα όσα θα ιστορήσει στη «Γυναίκα» και διότι πηγάδι-ψυχή, και Γυναίκα-Διάβολος θα δεθούν μεταξύ τους με τα νήματα μιας πίστης και μιας ύπαρξης. Μιας και μοναδικής ύπαρξης. Και είναι αυτή ακριβώς η ύπαρξη που θα συμβολοποιηθεί τώρα μέσα στη φρικιαστική εικόνα που ο ποιητής θα ενοραματισθεί στη συνέχεια: Εκείνα τα «δώδεκα ψωρόσκυλα» που αλληλοτρώγονται και ξεθυμαίνουν «τα κακορίζικα ψωριασμένα τη λύσσα τους» μπροστά στα τρομαγμένα μάτια του lερομονάχου σημαδεύουν με τη φρίκη τους την ανομολόγητη επιθυμία του ποιητή να ενδυναμώσει την Κόλαση της ψυχής του και τον αγωνιακό χαρακτήρα των εκτρωματικών του ρεμβασμών. Είναι ακριβώς το «κλωνί αλάτι» που αναζητούσε ο Σολωμός στην αρχή της οπτασίας του: η φρίκη, των ανομιών της καρδιάς του, ο απαγορευμένος καρπός του Δαίμονα και η αγάπη της Κολασμένης μορφής, της Υψίστης Γυναικός που θα ανασύρει τα απωθημένα του όνειρα.

Αν αυτό το σχήμα της αγωνίας που θέλησα να υπαινιχθώ είναι σωστό, αν τελικά μπορέσουμε να διακρίνουμε τη βαθύτατη σύνδεση ανάμεσα στον Ιερομόναχο και τη Γυναίκα-Δαίμονα και αν αντιληφθούμε, τη σύγχρονη πραγματικότητα αυτών των δυο υπάρξεων που σε μιαν έσχατη, αλλά εκ των ουκ άνευ, ανάλυση μας αποκαλύπτεται ενιαία και μοναδική, τότε το Κέντρο της δημιουργικής παρορμήσεως θα εμφανισθεί ολοκληρωμένο και συνολικό. Διότι το πάθος που συνταράζει το κείμενο, η εμμονή στις Δαιμονιακές μορφές που το απάρτίζουν και ο εξπρεσιονισμός των πλέον ουσιαστικών επισυμβάντων έχουν μια και μοναδική αφετηρία: την ετοιμότητα της ανταπόκρισης μπροστά στο Ρομαντικό πρότυπο της Υψίστης μορφής, του δέους και της φρίκης μιας εσωτερικής πραγματικότητος, η οποία εκτονωνόμενη φέρνει τον κόσμο στην αρχή της δημιουργίας του φρικιαστικό και αγαπημένο μαζί. Και το πρότυπο αυτό όχι μόνον το αναγνωρίζει ο Σολωμός, αλλά και εσωτερικά το επεξεργάζεται, αφού το ύφος του διαμορφώνεται στην προσπάθειά του να ανταποκριθεί με τον δικό του τρόπο. Έτσι μαρτυρούν, τουλάχιστον, οι σημειώσεις του στο αυτόγραφο ενός άλλου από τα μεγαλύτερα, αλλά και τα πλησιέστερα προς τη «Γυναίκα της Ζάκυνθος», έργα του -τον «Λάμπρο»:

Si mediti bene questa similitudine; [...]
poi per togliere quella simiglianza che ha con quella di Milton. Guarda Byron per non copiare.
Guarda che non s'imiti le parole del Satanasso di Μiltοn» (36).

[ Έχε εις το νου σου καλά ετούτη την ομοιότητα' (...)
ύστερα διά να αποβάλης εκείνη την ομοιότητα την οποία έχει με εκείνη του Μίλτωνος.
Κοίταξε τον Μπάυρον διά να μην απομιμηθής.
Κοίταξε διά να μην μιμηθής τα λόγια του Σατανά του Μίλτωνος.]

Η «Γυναίκα της Ζάκυνθος», απαράλλαχτα καθώς ο «Κάιν» του Coleridge, ο «Λεβιάθαν» του Blake και ο «Cenci» του Shelley, πυρπολείται από την ίδια φωτιά και υπακούει στην ίδια εσωτερική και αισθητική αναγκαιότητα: στην αναγκαιότητα να υπαχθεί μέσα στις δυνάμεις που απελευθερώνουν την ύπαρξη από τα αιώνια φράγματά της, για να ξεχυθεί στον κόσμο το ύφος, το άγχος, η ενοχή αλλά και μαζί η, υπέρτατη ηδονή του «Εκπεπτωκότος Αγγέλου», της πραγματικής τάξεως εναντίον της κατεστημένης, εναντίον αυτής τής ίδιας της τάξεως και της ηθικής δομής του συνόλου.

Πιστεύω πως μόνον εάν ιδωθεί μέσα από αυτό το πρίσμα η «Γυναίκα της Ζάκυνθος» θα αποκτήσει τη σωστή της διάσταση και θα ενταχθεί στο πλέον δημιουργικό μέρος της εργασίας του Σολωμού. Και προπάντων, μόνον έτσι θα συνεισφέρει σε μια γενικότερη αξιολόγηση και εμβάθυνση, αυτής της είδησης, που τόσο πολύ ο ποιητής αγωνίστηκε να μεταδώσει.


ΙΙ
Ο Ιερομόναχος, λοιπόν, και η Γυναίκα. Ο πρώτος είναι αυτός που μέσω του οράματός του ετόλμησε, η δεύτερη είναι ο καρπός της τόλμης του,η εκτόνωση της φουρτουνιασμένης ψυχής που κρύβεται κάτω από τη γαλήνια, τη σχολαστιχή φιγούρα του οραματιστή. Είναι ανάγκη να δούμε αυτά τα δύο πρόσωπα στη σωστή τους προβολή για να μπορέσουμε να κυριαρχήσουμε επάνω στον δεσμό, και το νόημα του δεσμού, που τα ενώνει, που τα καθιστά, τελικά, μια και μοναδική ύπαρξη.
Στους Στοχασμούς του ποιητή ανήκει και η παρακάτω ιδέα:

«Πρόσεξε καλά στον χαρακτήρα του Ιερομόναχου, να είναι σε όλες τις περιστάσεις συνεπής. Κοίτα μήπως ταιριάζει να έχη κάτι το πειραχτικό, και το πείραγμα να γiνεται μ' ένα ύφος ήρεμο».

Τι θέλει να υποδηλώσει ο Στοχασμός αυτός; Κατ' αρχάς, τα στοιχεία τα οποία μας παρέχονται μπορούν να ενταχθούν σε μια βασική σύλληψη: η μορφή θα πρέπει να έχει συνέπεια. Αυτό βεβαίως σημαίνει -και μιλώ πρωτίστως για τη λέξη «συνέπεια»- πως το πρόσωπο του Ιερομονάχου θα ενσαρκώσει ένα είδος παρατηρητού, σχολιαστού των συμβάντων πιστού στην αρχική του φύση, δηλαδή στη φύση του Ερημίτη, που επιζητά τα οράματα καί τα βρίσκει όχι μέσα στον κόσμο αλλά έξω και πέρα από αυτόν, μέσα στη μοναξιά της «θεωρίας» του. Η συνέπεια θα πρέπει να ενυπάρχει μέσα στο ύφος του σχολιασμού, μέσα στον τρόπο με τον οποίο τα πράγματα παρατίθενται και εκτίθενται σε μιαν αφηγηματική ενότητα. Είναι σαν να αναζητά ο ποιητής τη λειτουργία κάποιου Χρονικογράφου και να προσπαθεί να την επιβάλει στο πρότυπο της διήγησής του.

«Kαι μου ήρθε στό νου μου περσότερο από όλους αυτούς η γυναίκα της Ζάκυνθος, η οποία πολεμάει να βλάφτη τους άλλους με τη γλώσσα και με τα έργατα, και ήταν έχθρισσα θανάσιμη του έθνους. Kαι γυρεύοντας να ιδώ εάν μέσα σε αυτή την ψυχή, εις την οποίαν αναβράζει η κακία του Σατανά, αν έπεσε ποτέ η απεθύμια του παραμικρού καλού»

(Κεφάλαιον 1)

«Τότε έπεσα με τα γόνατα χάμου να κάμω δέηση για να την κάμη ο Κύριος να μην είναι έξω φρενών κάνε για το λίγο ακόμη πόχει να ζήση, και να της πάψη η κακία».

(Κεφάλαιον ύστερον 9)

«Kαι έφυγα από την πέτρα του σκανδάλου εγώ Διονύσιος Ιερομόναχος».

(Κεφάλαιον 4)

Άλλωστε, η σχολιαστική φύση βρίσκεται πίσω από όλο το κείμενο, όταν ο Σολωμός, σύμφωνος με την παράδοση, παρουσιάζει το σχεδίασμα ως τυχαίο εύρημα των καταλοίπων κάποιου καλόγερου, που γι' αυτόν πολλά θαυμαστά ιστορούσανε, τάχα, oι σύγχρονοί του. Η αρχική ιδέα του Σολωμού, φαίνεται, ήταν να κρύψει επιμελώς, ή τουλάχιστον να δώσει κάποιου είδους αλληγoρία στο περιεχόμενο των μορφών του. Αυτό που ο Ιερομόναχος θα προφασιζόταν, και θα το προφασιζόταν με την απαιτούμενη συνέπεια, θα ήταν μια στάση αφηγητού ταραγμένου και έκπληκτου μπροστά στο συμβάν, που η δύναμή του να προφητεύει τα μέλλοντα θα προέδιδε την ιδιαιτερότητά του. Θα πρέπει ακόμη να θυμηθούμε πως την ίδια συνέπεια ο ποιητής την προβάλλει και στα λοιπά πρόσωπα του μύθου, στη Γυναίκα, δηλαδή, και στον Σατανά. Όμως προσθέτει: «Και η μορφή να είναι το ντύμα για το αληθινό βαθύ νόημα του κάθε πράγματος». Με αυτό τον τρόπο, φαντάζομαι, ήθελε να υποδηλώσει ένα επίπεδο κάτω από την επιφάνεια, μιαν ιδέα που αν και δεν ομολογείται φανερά, εν τούτοις υποφώσκοντας αποτελεί το πιο πραγματικό και αληθινό επίπεδο δημιουργίας, εκείνο που προέχει και οδηγεί τη σύλληψη.

Ας ξαναγυρίσουμε στη, συνέπεια του Ιερομονάχου: Θα πρέπει η συνέπεια αυτή, να δοκιμάζεται, βεβαίως, διότι αλλιώς δεν θα είχε νόημα το αίτημά της. Θέλω να πω πως εάν ο Σολωμός δεν ένιωθε να κινδυνεύει από κάπoιο είδος αυθόρμητης ανάμειξης των στοιχείων, από μια τάση να ενοποιήσει τις μορφές, δεν θα ζητούσε ποτέ με τέτοια επιμονή να τα διαχωρίσει, να τα παρουσιάσει σε μιαν ανεξαρτησία το ένα απέναντι στο άλλο. Και εάν η συνέπεια του Ιερομονάχου κινδυνεύει, από μια μονάχα κατεύθυνση πηγάζει ο κίνδυνος: από την ανάπτυξή του σε σχέση με τη μορφή της Γυναικός, σε σχέση δηλαδή με το αντικείμενο της αφήγησής του. Θα πρέπει λοιπόν, πρωταρχικά, να εντοπίσουμε αυτό τον κίνδυνο και να τον απομονώσουμε για να αντιληφθούμε το μέγεθός του.Σε κάποιον άλλo Στοχασμό του ο ποιητής σημειώνει τα εξής:

«Εδώ να μπάσης το Διάβολο και στο τέλoς και ο Iερoμόναχος να μη λέη ποτέ κακό. Έτσι θα τους οδηγή όλούς... ο Διάβολος».

Η σχέση αύτού του Στοχασμού με τον κίνδυνο που υπέδειξα πιο πάνω είναι, κατά τη γνώμη μου,η πιο κρίσιμη στιγμή της σύλληψης. Εδώ εισάγεται ένα ενδιάμεσο ανάμεσα στον Ιερομόναχο και τη Γυναίκα: το πρόσωπο του Σατανά. Τον Σατανά ο Ιερομόναχος τον αντάμωσε για πρώτη φορά σαν θέλησε να κοιτάξει μέσα στο πηγάδι. Εξ άλλου, ο Σατανάς είναι εκείνος που θα ενσαρκωθεί μέσα στη φιγούρα της Γυναικός με την απαιτούμενη συνέπεια ενός Δαιμονιακού προτύπου. Έτσι, ο Σατανάς θα γίνει αφ' ενός το πρωταρχικό όραμα του αφηγητού και αφ' ετέρου το πρότυπο της απεικονισμένης μορφής και, στη συνέχεια, της προφητείας. Η σκέψη αυτή μας φέρνει αντιμέτωπους με την ουσία του Δαίμονα. Μίλησα ήδη για τον συμβολισμό του πηγαδιού. Το πηγάδι εκπροσωπεί τον συναισθηματίκό βίο του Ιερομονάχου: το βλέπει ύστερα από κάποια πορεία εξομολογητική της ψυχής του [«ό,τι εγύριζα από το μοναστήρι του Α(γίου) Διονυσίου, όπου είχα πάει για να μιλήσω με έναν καλόγερο για κάτι υπόθεσες ψυχικές»]• σταματάει εκεί και ξαφνικά συλλογιέται τον κόσμο, τους δίκαιους και τους άδικους• περνάει τη στιγμή της αγωνίας του εκεί, χτυπώντας τα δάχτυλα στο φιλιατρό. Και η αγωνία του αυτή τον ωθεί να σκύψει μέσα στο πηγάδι, να σκύψει δηλαδή μέσα στην ψυχή του, διότι αυτή η αγωνία στάθηκε πρωταρχική - η αγωνία να μετρήσει όχι τους δίκαιους και τους άδικους του κόσμου, μα τις ανομίες της ψυχής του σε στιγμή που εκείνη, ήταν πρόσφορη και ειλικρινής, εξαγνισμένη, κατά κάποιον τρόπo, μετά την εξομολόγηση. Όμως η ενόραση των ανομιών αυξάνει την αγωνία του («Αλλά επειδή αρχινήσανε τα σωθικά μου να τρέμουνε σαν τη θάλασσα που δεν ησυχάζει ποτέ») και μαζί του φέρνει για πρώτη φορά το ρίγος του τρόμου. Η ύπαρξη αναταράζεται μπροστά σε μια πρώτη αποκάλυψη - στην αποκάλυψη του Δαίμονα, του Εξουσιαστή, του Άνομου στοιχείου που επεκτείνεται και δημιουργεί την ενόραση, που βαθαίνει την εικόνα του ψυχικού τρόμου. Και το φοβερό όραμα ξεσπάει τώρα. Ο νάνος ξεπετάγεται με τρομερό το γέλιο από το πηγάδι, από την ίδια την ψυχή, που την εικόνα της θέλησε να ατενίσει ο ποιητής. Είναι απόλυτα πιστός ο Σολωμός στο φρικιαστικό του όνειρο. Ο Δαίμονάς του συναντά με κάθε ένταση το Ρομαντικό πρότυπο της φρίκης, και η σκιά του πέφτει σ' όλα τα πράγματα, σε κάθε υπαρκτό ή αόρατο αυτού του κόσμου. Ο Σατανάς αναδύεται μέσα από την ψυχή του lερομονάχου (του ποιητή) και είναι αυτός η αποκάλυψη, το φοβερό μυστικό που έκρυβε κάτω από μια σεμνή και ήρεμη καλογερίσια μορφή. Η ενόραση φέρνει το ρίγος του Υψίστου: Εφόσον υπάρχει νάνος, Δαίμονας, εφόσον η ψυχή μετέδωσε το μήνυμά του, η αποτρόπαιη, μορφή θα ενσαρκώσει πια όλο το βάθος της. Το Δαιμονιακό Ύψιστο που συνετάραξε τα θεμέλια του Ρομαντισμού εισβάλλει βιαίως μέσα στον Σολωμό. Η έκφραση του ποιητή κατευθύνεται τώρα προς τα εκεί και αγγίζει μιαν από τις πλέον απόκρημνες κορυφές της. Λοιπόν, ο Σατανάς θα ενσαρκωθεί στη Μορφή της Γυναικός.

Η Γυναίκα είναι τώρα εκείνη, η οποία θα επενδύσει κάθε τρόμο, κάθε έννοια φρικίασης, κάθε εκτρωματική υπόσταση, των εσωτερικών δυνάμεων που απεκαλύφθησαν.
Όμως, ποια η Γυναίκα και τι από αυτήν ζητά ο ποιητής;

«Το λοιπόν το κορμί της γυναικός ήτανε μικρό και παρμένο
Kαι όποιος ήθελε σιμώση, την πιθαμή για να μετρήση, τη γυναίκα, ήθελ' εύρη το τέταρτο του κορμιού στο κεφάλι.
Kαι το μάγουλό της εξερνούσε σάγριο, το οποίο <ήταν> πότε ζωντανό και πότε πονιδιασμένο και μαραμένο.
Kαι αυτή η θωριά η γεροντίστικη ήτανε ζωντανεμένη από δύο μάτια λαμπρά και ολόμαυρα, και το ένα ήτανε ολίγο αλληθώρικο»

(Κεφάλαιον 2)

Δεν νομίζω πως ολόκληρος ο Ρομαντισμός έχει φθάσει σε μεγαλύτερο βάθος εξπρεσιονιστικής διάθεσης την περιγραφή του εκτρωματικού του προτύπου. Ο τρόμος, η φρίκη ως έννοια απόλυτη και καθολική, το τάραγμα του βάθους της ψυχής από όπου ξεκινά ο Σατανάς ως ποιότητα ανυπέρβλητη της εσωτερικής τάξεως ή αταξίας, βρίσκουν στο πρόσωπο της Γυναικός μια πληρότητα και έναν χαρακτήρα ενοραματικό αντάξια, αν όχι κατά πολύ ανώτερα, με τις πλέον συγκλονιστικές δημιουργίες που με αυτές το Ρομαντικό κίνημα εθεμελίωσε τη νέα όψη του κόσμου και της τέχνης. Ας θυμηθούμε τις έξοχες στιγμές όπου η Γυναίκα, ακολουθώντας τη δική της μοίρα, εκφράζεται με όλο το μέγεθος της αγριότητάς της στο φρικιαστικό τέλος:

«Kαι εχύθηκε πηδώντας ψηλά σαν τ' άστρο το καλοκαίρι που στον αέρα χύνεται δέκα οργιές άστρο. Kαι εχτύπησε στον καθρέφτη και οι μύγες εφύγανε και εβουΐζανε στο πρόσωπό της κουλουμωτές. Kαι αυτή, λογιάζοντας πως ήταν οι γονέοι της, έτρεχε εδώ και εκεί"Είσαι στα χέρια μου. Τι θέλεις; Να σου κάμω ψυχικό; Τώρα στο κάνω. Να ιδώ α σου μείνη φωνή να πης πως είμαι μουρλή ".
Έτσι λέοντας έκαμε ένα γύρο και εβάλθηκε με μεγάλη λύσσα να χορεύη, και το πουκάμισο το κοντό ευρισκότουνα στο πρόσωπό της.
Και τα μαλλιά, μαύρα και λιγδωμένα, έλεγες πως είναι φιδόπουλα όπου γένονται ανάμεσό τους κομμάτια απάνου στον κουρνιαχτό.
Και έσκασε ένα γέλιο μεγάλo .που αντιβούισε η κάμερα φωνάζοντας: Να, μάτια μου, το ψυχικό».

(Κεφάλαιον ύστερον 9)

Το Ύψιστο κακό που ο Δαίμονας σαρκώνει μέσα σε αυτή, την ανυπέρβλητη μορφή ενέχει κάθε ποιότητα Ρομαντική. Ακόμη και τα σύμβολα, οι χαρακτηριστικές ενσαρκώσεις, συμπίπτουν. Ο Δαίμονας-φίδι, τα μαλλιά-φιδόπουλα που ξεσκίζονται ανάμεσά τους, ο νάνος που γιγαντώνεται σε σύμβολο Δαιμονιακό αλλάζoντας τις μορφές του, και πάνω απ' όλα η έμπρακτη, εκδήλωση η οποία στρέφεται εναντίον κάθε ποιότητος ηθικής τάξεως: όταν η Γυναίκα με βρισιές αποδιώχνει και καταριέται τις ζητιάνες του Μεσολογγιού, ο Σολωμός λέγει: «αλλά εφάνηκε [η γυναίκα] σωστή». Τότε, δηλαδή„ έδειξε το πραγματικό της ανάστημα, τότε που το Κακό ορθώθηκε εναντίον της μεγίστης ηθικής αξίας, της αξίας που για τον ποιητή, εκπροσωπούσε το «Χρέος». Και εάν προσέξουμε κάπως περισσότερο τα λόγια της Γυναικός θα διακρίνουμε, ασφαλώς, μιαν ιδιαίτερη ποιότητα. Γιατί αυτά τα λόγια, καθώς προφέρονται, έχουν κάτι επιβλητικό μέσα τους. Έχουν ένα θάρρος και μιαν ευθύνη οι βρισιές, οι ιερόσυλες εκφράσεις. Και ο Σολωμός δεν κάνει τίποτε για να τις αναιρέσει. Του προκαλούνε άμεση, φρίκη και «σταυροκοπιέται» βεβαίως, όμως βαθιά αυτές οι κουβέντες εκπροσωπούνε, περισσότερο από κάθε τι ίσως, το μεγαλείο και τη δύναμη του Κακού που ανατρέπει, που ξεχύνεται «Άγγελος Εκδικητής», και αντιστρέφοντας πληρoί κάθε αξία με μιαν απουσία ηθικής. Και αυτό είναι πολύ συνεπές στο «βαθύ νόημα» το οποίο κρύβει μέσα της η δημιουργία. Διότι «ο ποιητής κινείται μές στην υπερφυσική σφαίρα, όπου τα πάντα εξουσιάζει το πνεύμα τoυ Κακού»(37).

Εδώ ας ξαναγυρίσω για μια στιγμή στο δεύτερο σκέλος του αρχικoύ Στοχασμού, τον οποίον άφησα ηθελημένα ανολοκλήρωτο:

«Κοίτα μήπως ταιριάζει να έχη [ο Iερομόναχoς] κάτι το πειραχτικό και το πείραγμα να γίνεται μ' ένα ύφoς ήρεμο».

Στο σημείο αυτό εκφράζεται μια κάποια αμφιβολία («Κοίτα μήπως ταιριάζει) ως προς τη στάση, την οποία ο Ιερομόναχος θα κρατά καθώς αντικρίζει και εμπλέκεται μέσα στα καθέκαστα συμβάντα, μέσα στο βαθμιαίο ξέσπασμα του Δαίμονα της Γυναικός. Πιο πέρα όμως υπάρχουν οι χαρακτηρισμοί «πειραχτικό» και «πείραγμα», στους οποίους θα σταθώ για λίγο επιχειρώντας να κατανοήσω το βάρος τους. Τη λέξη «πειραχτικό» θα πρέπει να τη, δούμε περισσότερο στην κατάχρηση του νοήματός της και όχι σε μια τρέχουσα χρήση, διότι αλλιώς εμφανίζεται εντελώς ξένη ως προς το κείμενο, όσον αφoρά τόσο στην επιφανειακή του κίνηση, όσο και στο βάθος των μορφών. Το «πειραχτικό» σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι ισοδύναμο του «σατυρικού». Η ψυχή του Ιερομονάχου, όπως άλλωστε πολλές φορές μου δόθηκε πιο πάνω η ευκαιρία να τονίσω, είναι τόσο πολύ δεμένη με το όραμα, ώστε μόνον για ταύτιση θα μπορούσε να γίνει λόγος. Η προσοχή θα πρέπει να δοθεί εξ ολοκλήρου στην τελευταία φράση: «και το πείραγμα να γίνεται μ' ένα ύφος ήρεμο».

Ότι μπορεί να χωρέσει κάτω από το ύφος της γαλήνης ενός Ιερομονάχου (του ποιητή) δεν μπορεί βεβαίως, να είναι σατιρικό. Πολύ περισσότερο που σε τέτοιες περιστάσεις η γαλήνη, από παράδοση, συνταιριάζεται με την αντίθεσή της- τον Πειρασμό. Ο Ιερομόναχος θα πρέπει, καθώς ο χαρακτήρας του Δαίμονα σαρκώνεται σταδιακά μέσα στο όραμα και στη Γυναίκα, να πειράζεται. Να νιώθει, δηλαδή, τον Δαίμονα να περιπαίζει την ψυχή του. να νιώθει τα καμώματά του να τον τυλίγουν, όπως ακριβώς το ράσο του, και να περιγλιέται μέσα σ' αυτή του τη μυστική έλξη του Υψίστου Κακού(38). Και όλα αυτά να γίνονται κάτω από την ηρεμία της «θεωρίας» του, μέσα στη γαλήνη των μελετών του, εκεί όπου ο ποιητής ένιωσε τους απόκρυφους πειρασμούς και τα περιγελάσματα της ταραγμένης του ψυχής κάτω από το επιφανειακά γαληνεμένο και ισορροπημένο έμβλημα της Αγιότητός του.Από τη σκοπιά αυτή είναι δυνατόν να ερευνηθεί και ο δεσμός που ενώνει τις δυο μορφές μέσα στη «Γυναίκα της Ζάκυνθος», το βαθύ νόημα το οποίο υπαινίσσεται ο ποιητής. Θα σταθώ περισσότερο στην αρχή του Κεφαλαίου 4, εκεί όπου η Γυναίκα μιλά στη θυγατέρα της:

«Ωστόσο η γυναίκα της Zάκυνθoς είχε στα γόνατα τη θυγατέρα της και επολέμαε να την καλοπιάση. Έβαλε λοιπόν το ζουρλάδι στα μαλλιά της από πίσω από τ' αυτιά, γιατί η ανησυχία της τάχε πετάξει, και έλεγε φιλώντας τα μάτια της θυγατρός της:
"Μάτια μου, ψυχή μου, να γένης καλή, να παντρευτής, και να βγαίνουμε και να μπαίνουμε και να βλέπουμε τον κόσμο και να καθόμαστε μαζί στο παρεθύρι και να διαβάζουμε τη θεία Γραφή και τη Χαλιμά". Και αφού την εχάϊδεψε και της φίλησε τα μάτια και τα χείλα, την άφησε απάνου στην καθέκλα λέοντάς της: Να και ένα καθρεφτάκι και κοιτάξου που εισ' όμορφη και μου μοιάζεις».

(Κεφάλαιον 4)

Η σκηνή αυτή διαδραματίζεται λίγο πρίν η Γυναίκα εκδηλώσει το μίσος της, λίγο πριν διαπράξει την μεγίστην ιεροσυλία προπηλακίζοντας με βρισιές τις φτωχές ζητιάνες του Μεσολογγιού. Kαι όμως, παρ' όλον τον Δαίμονα που εκβράζεται μέσα από τα σπλάγχνα της, παρ' όλη την εκτρωματικότητα και τη φρίκη πoυ γεννά στην ψυχή του ποιητή η αποκάλυψη της επιθυμίας του Κακού και η εκτόνωσή της επάνω σε κάθε ιερό και όσιο, αυτός ο ίδιος ο δημιουργός, αυτός ο οποίος τρομάζει και σταυροκοπιέται μπροστά στη δαιμονισμένη μορφή, αυτός ο οποίος νιώθει τα σπλάγχνα του να φρικιούν στη δίνη του Σατανά που μέσα από το πηγάδι (από την ψυχή του) ξεσπά το φοβερό του γέλιο, αυτός λοιπόν ο ίδιος ο ποιητής ξεσπά μαζί με αυτό το φοβερό γέλιο και μιαν ανυπέρβλητη αγάπη μια τρυφερότητα απέραντη, για τη μορφή εκείνη της οποίας η «θεώρηση» γεμίζει την καρδιά του με το φρικτότατο όραμα:

«Μάτια μου, ψυχή μου, να γένης καλή...»

Είναι σαν να μιλά μια μάνα ενάρετη και αφοσιωμένη, κάποια που δεν γνώρισε και δεν ένιωσε καμία κακία να της αναστρέψει την ψυχή. Το όνειρό της είναι ένα όνειρο απλό και καθημερινό, με το «παρεθύρι» και τη Θεία Γραφή και τη Χαλιμά, και με τον κόσμο γύρω που δεν θα τρομάζει από την παρουσία της άθλιας μορφής, μα που θα δέχεται στην αγκαλιά του εκείνα τα δυο πλάσματα σαν όμοιους συγκάτοικούς του: «και θα βγαίνουμε και θα μπαίνουμε και θα βλέπουμε τον κόσμο...»

Η Γυναίκα της Ζάκυνθος φιλά την κόρη της στα μάτια και στα χείλη, σπαράζοντας μέσα στην τραγική ερημιά της. Και μιά δραματικότητα σπάνια σε ένταση και τρυφερότητα θα κορυφωθεί σε αυτά τα συγκρατημένα λόγια, τα ειπωμένα με τόσο παράξενο τρόπο: «Να και ένα καθρεφτάκι και κοιτάξου που εισ' όμορφη και μου μοιάζεις».

Δεν είναι, ασφαλώς, ο θολωμένος κόσμος της τρέλλας που βλέπει την άσχημη, την πανάθλια μορφή, να μεταλλάζει σε ομορφιά. Αντίθετα, είναι εδώ η βαθειά συνείδηση του ποιητή που αντιστρέφει τον κόσμο. Αυτός ο Δαίμονας, αυτή η στιγμή του Υψίστου μεταφυσικού Κακού, αυτό το όραμα της Κολασμένης ψυχής είναι συνάμα τρυφερό και αγαπημένο, είναι όμορφo έτσι καθώς το νιώθει να ξεριζώνει τα σπλάγχνα του. Μέσα του κλείνει μια τέτοια δύναμη ερημιάς και αγάπης, που καμιά έκφραση Καλού ή Αγαθού δεν θα μπορούσε ποτέ να εμπεριέχει. Ο Φοβερός Δαίμονας, ο Ύψιστος Δυνάστης της ψυχής, ο οποίος γεννά τη φρίκη με την αποκάλυψη της παντοτινής του εξουσίας και ο οποίος ξεχύνεται μέσα από τα σπλάγχνα του ποιητή, μοναδική αλήθεια και αξία ζωής, για να καλύψει με τα φτερά του Μαύρου Αγγέλου κάθε γωνιά της υπάρξεως, αυτός λοιπόν ο τρόμος της ψυχής είναι συγχρόνως αντικείμενο προσήλωσης και αγάπης. Ο ποιητής που ένιωσε βαθιά την κυριαρχία του, που είδε το πρόσωπό του μέσα σ'αυτή την ανήλιαγη και σκοτεινή ουσία της μοίρας του, ριζωμένη τώρα μέσα στη φρικαλέα πραγματικότητα, αφήνει, όλον του τον συναισθηματικό πλούτο να ξεχειλίσει σε σχήμα αγάπης απέναντι στον εφιάλτη του. Στον Μανιχαϊκό του κόσμο, η Γυναίκα της Ζάκυνθος είναι το πρότυπο της «Μεγάλης Μητέρας», μιας διφυούς οντότητος η οποία ως ουσία της εμφανίζει στο μισό της πρόσωπο τη «Σκοτεινή Κυρά» και στο άλλο της μισό την «Αγαθή παρθένο».

Αυτή η αγάπη, αυτή η τέλεια στιγμή της τρυφερότητας ενσαρκώνει το «βαθύ νόημα» και τον απόκρυφο δεσμό με το όραμα της τυραννίας.

Ο Σατανάς είναι συγχρόνως μισητός και αγαπημένος, είναι η Αξία, η Αγνότητα και η διεκδίκηση της Αγιοσύνης. Η Αγιότητα, μας είπε ο Ρομαντισμός, είναι μια αυταπάτη. Η μοναδική πραγματικότης, ο μοναδικός χώρος του ανθρώπου είναι η Έκπτωση, ο Άγγελος που με την Ανταρσία του γκρεμίστηκε διότι αγάπησε την Ανταρσία. Να, λοιπόν, που και ο Σολωμός την ίδια είδηση, κομίζει: Κλεισμένος πρώτα μέσα στο καλογερίστικο ράσο του Ιερομονάχου θα συναντήσει τον Δαίμονα και θα τον σαρκώσει μέσα σε μια μορφή Υψίστου πάθους. Ύστερα θα νιώσει την αγάπη αυτής της μορφής,τη μοναδική της δύναμη, την ομορφιά που κρύβει στο βάθος της και την απέραντη ερημιά της. Και θα ζωγραφίσει τη Γυναίκα με ανάλογα χρώματα, με ανάλογη, δραματική συνείδηση έκπτωσης. Ο Ιερομόναχος αγαπά τη Γυναίκα διότι αυτή είναι ο δικός του κόσμος, το νόημα και η ουσία της Αποκαλύψεώς του. Ας θυμηθούμε για λίγο τη σκηνή με την οποία ο ποιητής κλείνει το «Σχεδίασμα». Ενώπιος ενωπίω ο Ιερομόναχος, αντικρίζοντας το θλιβερό κουφάρι που η δύναμη, και η εξουσία του Δαίμονα το οδήγησε στο φρικτό του τέλος, έχοντας κιόλας δει κάθε εικόνα τρόμου και φρίκης, δεν δέχεται κανενός την παρουσία. Οργίζεται όταν άλλοι έρχονται να σταθούν ανάμεσα σ' αυτόν και το αντικείμενο της ψυχής του. Βλέπει τους άλλους να φoρούν «μια προσωπίδα» και ουρλιάζει: «Όξω από δω, όξω από δω! Τα κρίματά σας σάς εσύρανε εδώ. Τούτος ο τόπος είναι κεραυνοκράχτης, γιατί ο Θεός τον μισάει».

Τόπος κεραυνοκράχτης ήταν η ψυχή τoυ ποιητή μετά την αποκάλυψη, των ανομιών του, τόπος που ο Θεός τον μισεί, μα τόπος αγαπημένος, κανόνας Ύψιστος που μέσα από τρόμο και ρίγος μπόρεσε να ανοίξει μια εξαίσια πληγή. Ιερομόναχος, Σατανάς και Γυναίκα είναι ένα και μοναδικό τέλειο σύμπλεγμα στο οποίο η εμπλοκή του ενός προσώπου μέσα στο άλλο δημιουργεί μιαν αξεπέραστη, ενότητα.

«Και τελειωμένη η δέηση, εκοίταξα χάμου οπίσω από τον καθρέφτη στoχάζοντάς τηνε λιγωμένη, και δεν ήτον εκεί.
Και αιστάνθηκα το αίμα μου να τραβηχθή από τα μάγουλά μου. Και έπεσε το κεφάλι απάνου στα στήθια μου, και είπα μέσα μου:
Ο Θεός ξέρει που έφυγε η δύστυχη, ενώ επαρακάλεια για αυτήν με τη θέρμη της ψυχής μου.
Και επέρασα πέρα με το κεφάλι σκυφτό και στοχασμένο να πάω να την εύρω.
Και άκουσα στο μέτωπο κάποιον τι πoυ μ' εχτύπησε κι' έπεσα ξαφνισμένος τ' ανάσκελα.Κι εσηκώθηκα και επήα οπίσω από τον καθρέφτη και είδα τη γυναίκα της Ζάκυνθος που εκρεμότουνα και εκυμάτιζε».

(Κεφάλαιον ύστερον 9)

Το φρικτό τέλος της Γυναικός γεννά στην ψυχή του ποιητή την τέλεια παραδoχή της μοίρας. Ο αγαπημένος του Δαίμονας έσυρε την κατάρα επάνω σε μια μορφή, η οποία τον υπηρετούσε πιστά και έλαμψε για μιαν ακόμη φορά με τη φοβερή του εκδίκηση, όταν το κορμί της Γυναικός «εκρεμότουνα και εκυμάτιζε» και το στοχασμένο κεφάλι του Ιερομονάχου ανακάλυπτε μιά μοίρα καταστροφής, η οποία ήταν και δική του μοίρα, και τον τραβούσε βίαια στο ίδιο τέλος, σ' αυτή την Υψίστη σκιά θανάτου που ο Σατανάς φυλάει για τους πιστούς του. Να γιατί ουρλιάζει ο ποιητής μπροστά στο κρεμασμένο κουφάρι και θέλει να το κρατήσει δικό του, μακριά από κάθε επέμβαση του κόσμου. Διότι το αγαπά, καθώς αγάπησε και τη στιγμή της αγωνίας του τότε που το όραμα γεννιόταν, και νιώθει πως αυτός μονάχα που αντίκρισε τον Δαίμονα να αναδύεται από τα σπλάγχνα του είναι ο μόνος άξιος να δεχθεί την εκδίκηση και τον εφιάλτη του σπαραγμού, είναι ο μόνος άξιος να ανταμώσει πάλι με το φρικτό γέλιο του νάνου:

«Και εσηκώθηκα από τη δέηση και άκουσα το ίδιο γέλιο και αντιβούϊζε η κάμαρα. Και πήγα πίσω από τον καθρέφτη και είδα τη γυναίκα της Ζάκυνθος που εκρεμότουνα και εκυμάτιζε, και είδα καθισμένο το διπλοπόδι έναν νάνο που εμίμιζε απαράλλαχτα εκείνο το γέλιο».


ΙΙΙ
Μέχρι τώρα εμίλησα για τις γενικότατες ποιότητες μέσα στη «Γυναίκα της Ζάκυνθος». Κατά κάποιον τρόπο επεχείρησα μιαν ανάλυση της είδησης του Σολωμού, όπως διαισθητικά την προσέγγισα διαβάζοντας το τραγικό «Σχεδίασμα». Μένει ακόμη, να μιλήσω για κάποιες ειδικές ποιότητες, για μια προέκταση, του ποιητή, στις ιδιαίτερες στιγμές του πάθους του.« Στοχάσου πως είναι νύχτα», λέει ο Σολωμός. Και παραλλάσσοντας: «Στοχάσου πως η σκηνή γίνεται τη νύχτα». Η προσήλωση στη νύχτα, η αγάπη στο σκοτάδι έχει όμοιο περιεχόμενο με εκείνο του Δαιμονιακού Υψίστου. Διότι το σκοτάδι ενσαρκώνει μιαν ακόμη όψη του τρομακτικού, ένα ακόμη βήμα προς τον ζόφο των φρικιαστικών οραμάτων. Χαρακτηριστική είναι πάλι η παρατήρηση του Edmund Burke: «Καμία προσωπικότητα δεν έχει καλύτερα συλλάβει το μυστικό της εξύψωσης ή της περιγραφής αντικειμένων τρόμου, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω την έκφραση, στο λαμπρότερό τους φως κάτω απ' τη δύναμη ενός μελετημένου σκότους, απ' ό,τι ο Μilton». Kαι παραθέτοντας, ο Burke, την περιγραφή, του Θανάτου από το δεύτερο βιβλίο του «Χαμένου Παραδείσου» προσθέτει: «Σ' αυτή την περιγραφή όλα είναι σκοτεινά, αβέβαια, συγκεχυμένα, τρομερά και ύψιστα στον έσχατο βαθμό» (39).

Η ίδια ακριβώς δύναμη ωθεί τον Σολωμό να θεωρεί τό σκοτάδι και τη νύχτα ως συντελεστές των εφιαλτικών στιγμών του μαρτυρίου του. Η ίδια ανάγκη, τον σύρει να περιγράψει όλες τις φρικαλέες προφητείες κάτω από την απουσία φωτός, για να τις κάνει όμως να αναδυθούν μέσα από το πιο δυνατό τους φως και να τις επιβάλει ως τελειωτικές και μέγιστες στιγμές της σύλληψής του. Μια τέτοια σύλληψη της νύχτας μας φέρνει πάλι κοντά στον εφιάλτη, κοντά στην έκφραση του τρόμου ως υπέρτατης ψυχικής και αισθητικής αρχής. Εδώ «Ο Λάμπρος», η άλλη, κορυφαία δημιουργία του ποιητή, μας παρέχει το έδαφος για να ολοκληρώσουμε τη θέασή μας:

«Kαι ιδoύ τρία σαν αδέλφια έρμα και ξένα,
Που έν' αγιοκέρι σβημένο βαστούσαν,
Όπου στρίψη, όπου πάη, τ' απελπισμένα
Γοργά πατήματά του ακολουθούσαν.
Λιγδερά και πλατιά κι' όλα σχισμένα
Τα λαμπριάτικα ρούχα οπού φορούσαν
Στα μπροστινά, στα πισιvά στασίδια,
Όλο σιμά του σειούνται τα ξεσκλίδια.
[...]
"Ω κολασμένα, αφήτε μου τα χέρια".
Χείλη με χείλη τότε εκολληθήκαν.
Όσα εδώσαν φιλιά, τόσα μαχαίρια
Στου δυστυχή τα φυλλοκάρδια εμπήκαν.
Αφού στον κόσμο ελάμψανε τ' αστέρια,
Τέτοιου τρόμου φιλιά δεν εδοθήκαν.
Φτυούνε τα χείλη σαν από φαρμάκι•
Μέσα του επήε το νεκρικό βαμπάκι.
[...]
"Κόλαση; την πιστεύω• είναι τη• αυξάνει,
Κι' όλη φλογοβολάει στα σωθικά μου.
Απόψε Κάποιος που ό,τι θέλει κάνει
Μόστειλε από το μνήμα τα παιδιά μου.
Χωρiς να τη γνωρίζω εχθές μου βάνει
Τη θυγατέρα αισχρά στην αγκαλιά μου.
Δε λείπει τώρα πάρεξ να χαλάση
Τον Εαυτό του, γιατί μ' έχει πλάσει"».(40)

Ο Λάμπρος είναι και αυτός μια Κολασμένη ψυχή, η οποία μέσα της κουβαλά τα πιο φρικτά ανομήματα. Θύμα μιας «Υψίστης κατάρας» σκορπά τη φρίκη του σε εκτρωματικά οράματα, ενστερνίζεται τον Δαίμονα και υποτάσσεται στη μεγίστη και ακατανίκητη εξουσία του με τη συναίσθηση της μοίρας και της ενοχής ως τμήματα αναπόσπαστα μιας τάξεως πέρα από αυτόν, την οποία και αν ακόμη τη δοκιμάζει και την αισθάνεται να κατευθύνει μυστικά τα νήματα της πράξης του, γνωρίζει πως δεν μπορεί να την ξορκίσει παρά μονάχα μέσω μιας ολοκληρωτικής αποδοχής. Είναι ο Λάμπρος πολύ κοντά στον ναύτη του Coleridge που ζει με τους νεκρούς του. Έτσι, διότι παράλογα σκότωσε ένα θαλασσινό πουλί.

Σταθερά, το περίγυρο του Σολωμού το δημιουργεί πρωτίστως η αποκάλυψη της ανομίας και η αβάστακτη σκιά της ενοχής. Εγκαταλείποντας την ερωμένη του ο Λάμπρος κάνει μια πράξη όχι φυσικά ηθική, με την απόλυτη έννοια, αλλά ωστόσο μια πράξη η οποία εντάσσεται ουσιαστικά μέσα στα όρια της συγκεκριμένης τάξεως του κοσμικού κατεστημένου. Η πράξη όμως αυτή ενεργώντας τώρα ερήμην του και επιτελώντας μια σκοπιμότητα ερμητικά μυστική και άγνωστη, επισύρει την Υψίστη κατάρα επάνω του. Δεν είναι, ασφαλώς, ο αίτιος για τον θάνατο των τριών του παιδιών. Παρ' όλα ταύτα, αυτά τον κυνηγούνε ακούραστα. Αισθάνεται τον τρόμο της παρουσίας τους. Μέσα στο θολωμένο του μυαλό αφήνει να ξεσπάσει όλος ο φόρτος της ενοχής, όλο το μαρτύριο της ψυχής του και συγχρόνως ο αποτροπιασμός του για τη μοίρα που του επιβάλλεται. Το ίδιο παράλογα καί εκτρωματικά γίνεται εραστής της κόρης του.

Όμως ο Λάμπρος δεν είναι ο ήρωας ο οποίος υφίσταται τη Θεοδικία. Αντιθέτως, είναι εκείνος ο οποίος υψώνει το μολυσμένο ανάστημά του εναντίον «πάσης θεϊκής παρεμβάσεως». Μέσα στήν έκπτωσή του, και χάρη σ' αυτήν, μπορεί τώρα να ενατενίσει ηδονικά την ουσία η οποία αναδύθηκε από τις πλέον απόκρυφες γωνιές της ψυχής του. Μπορεί να σαρκώσει την ανταρσία του σε δίψα για το Κακό, σε επιθυμία της ανομίας διατηρώντας μια βαθειά, όσο και συγκλονιστική, συνείδηση, του εαυτού του:

«Κόλαση; την πιστεύω• είναι τη• αυξάνει,
Κι' όλη φλογοβολάει στα σωθικά μου».

Και ύστερα από αυτή την Υψίστη παραδοχή του Δαίμονά του, αισθάνεται τη δύναμη να ατενίσει με περιφρόνηση ως και αυτό ακόμη το μέγιστο πρότυπο της αρμονίας, αυτή την ηθική ισορρόπηση του κόσμου, σε ένα ξέσπασμα καταστρεπτικών δυνάμεων που τίς κρατούσε φυλακισμένες, μα που τώρα μπορούν ελεύθερα να ξεχυθούν από το ηδονικό ρίγος της ανομίας του:

«Δε λείπει τώρα πάρεξ να χαλάση,
Τον Εαυτό του, γιατί μ' έχει πλάσει».

Η σύντομη ανάλυση την οποία επεχείρησα, θαρρώ πως δείχνει τον βαθύτατο σύνδεσμο ανάμεσα στις δυο κορυφές της δημιουργίας του Σολωμού: τον «Λάμπρο» και τη «Γυναίκα τής Ζάκυνθος». Δείχνει κυρίως πόσο κοντά στέκονται τα δυο έργα και ερμηνεύει το κοινό ύφος, τον κοινό κεντρικό πυρήνα που κάνει τον Δαίμονα να υψωθεί ως έσχατη ουσία και αφετηρία δημιουργική.

Ας συγκρίνουμε το απόσπασμα από τον «Λάμπρο» με τη σκηνή της τελειωτικής εκδίκησης στη «Γυναίκα της Ζάκυνθος»:

« Αλλά η μάνα της χώρις να κοιτάξη κατά τη θύρα, χώρις να κοιτάξη τη θυγατέρα της, χώρις να κοιτάξη κανέναν, αρχίνησε:
Ετούτη τη στιγμή το μάτι και το αυτί του παιδιού σου σε παραμονεύει από την κλειδωνότρουπα, και σε απομακραίνει,γιατί σκιάζεται το κακό σου. Kαι έτσι έκαμες και εσύ μ' εμέ. Για τούτο σόδωσα την κατάρα μου γονατισμένη, και ξέπλεκη εις την πίκρα της ψυχής μου, όταν ασήμαιναν όλες οι εκκλησίες την ημέρα του Πάσχα.
Στην ξανάδωσα μίαν ώρα πριν ξεψυχήσω, και τώρα σ' τήν ξαναδίνω, κακό και ανάποδο θηλυκό. Kαι η τρίδιπλη κατάρα θέλει είναι αληθινή και ενεργητική στο κορμί σου και στην ψυχή σου, καθώς είναι αληθινά και ενεργητικά στον φαινούμενο και στον αόρατο κόσμο τα τρία προσώπατα της Αγίας Τριάδας.
Έτσι λέοντας έβγαλε ένα ζωνάρι που ήτανε του ανδρός της, το χουχούλισε τρεις φορές και το πέταξε μες στα μούτρα της».

(Κεφάλαιον 8)

Η ίδια κατάρα, έτσι καθώς βάραινε στον Λάμπρο, βαραίνει επάνω στο κεφάλι της Γυναικός. Η εμμονή του Σολωμού στο σημείο αυτό είναι, πιστεύω, εμφανής. Ακόμη και ο χρόνος ταυτίζεται: Η ημέρα του Πάσχα, τότε που η Θεϊκή δικαίωση ανέρχεται τη μεγίστη κλίμακα της εκδήλωσής της, είναι η ημέρα της κατάρας. Τότε ο Λάμπρος κυνηγιέται από τα τρία πεθαμένα, τότε και η Γυναίκα στιγματίζεται διαπαντός από τον Δαίμονά της. Και η κατάρα είναι ανελέητη για το κορμί και την ψυχή.
Το βάθος της ενοχής που γεννά η επιθυμία της ανομίας, προσδίδει την ιδιαίτερη ποιότητα του εφιάλτη. Το εκτρωματικό στοιχείο ξεκινά από εδώ επίσης, όπως άλλωστε και σε όλα τα Ρομαντικά πρότυπα, και ο εξπρεσιονισμός της μορφής είναι βαθιά χωμένος, συνδεδεμένος άρρηκτα, με τον τρόμο και την αγάπη που προκύπτουν από την πράξη της καταπάτησης κάθε ουσίας, κάθε επιβεβλημένης τελεολογίας του κόσμου. Η ψυχή πραγματώνει μιαν ακριβή στιγμή Ελευθερίας. Μέσα από την ενατένιση, του εαυτού της ξεπροβάλλει κραδαίνοντας τη δική της τελεολογία, που δεν είναι άλλη από τον Ύψιστο κανόνα της κατάρας, της ενοχής δηλαδή για ό,τι καταστρεπτικό αλλά «ενεργητικό» και αληθινό κουβαλά μέσα της. Και έτσι εμφανίζεται ο Δαίμονας να καραδοκεί, η ενοχή να μεταστρέφεται σε ηδονή αναρχίας, η κατάρα να μεταλλάζει σε συναισθηματική εκτόνωση. Εξαγνισμένος ο κόσμος, περνώντας μέσα από τον εφιάλτη και τη φρίκη του Πνευματικού μαρτυρίου, θα γεννηθεί πάλι από τις στάχτες του, για να σπαταλήσει την ψυχή του αγαπώντας τη φρίκη και ανακαλύπτοντας σ' αυτή, μαζί με την εκτόνωση της τρέλλας, έναν τρόπο να υπάρξει:

«Kαι όσο εχτυπούσε, τόσο οι μύγες εβουίζανε, και τόσο αυτή εκατατρόμαζε, όσο που τέλος πάντων έχασε το νου της ολότελα.
Γιατί τρέχοντας με το πουκάμισο, που η φιλάργυρη τόχε κάμει κοντό, έτρεξε το μάτι της στον καθρέφτη,
Kαι εσταμάτηξε και δεν εγνώρισε τον εαυτό της, και άπλωσε το δάχτυλο και αναγέλασε:
"Ω κορμί, ω κορμί! Τι πουκάμισο! Ε, καταλαβαίνω εγώ. Kαι ποιος πονηρός μπορεί να μου κρύψη, την πονηρία του; Εκείνο το πουκάμισο με κάνει να καταλάβω πως καμώνεται τρέλα για νάν' έτοιμος να κριματίση".
Kαι επήγε οπίσω από τον καθρέφτη, και την άκουα να κάνη μεγάλη ταραχή.
Kαι έσκασε ένα γέλιο μεγάλο που αντιβούισε η κάμερα φωνάζοντας. Να, μάτια μου, το ψυχικό».

(Κεφάλαιον ύστερον 9)

Την ύστατη στιγμή του τέλους της έχει το θάρρος η Γυναίκα να διαδηλώσει την περιφρόνησή της προς τα μισητά αντικείμενα των γονιών της και προς εκείνη την όμορφη και καλή αδελφή της. Mε αυτό τον τρόπο διαλέγει να δείξει την προσήλωσή της στο μίσος και την αγάπη που νιώθει για την κακία της. Διότι είναι εκείνη που σάρκωσε τον Δαίμονα και γεύτηκε τη χαρά της απελευθερωμένης της ψυχής και την ηδονή του καταστρεπτικού οράματός της. Εάν τώρα βρίσκει το τέλος της, είναι διότι ακολουθεί πιστά τη μοίρα της, διότι επιβάλλει στον κόσμο τη συνείδηση της αυτοκαταστροφής της. Μήπως άλλωστε μια τέτοια ηδονή, μια τέτοια προσήλωση στη φρίκη της δεν νιώθει και η Μαρία του «Λάμπρου» μέσα στα αυτοκαταστροφικά της όνειρα;

«Κι' ό,τι τέτοια του λέω, μέσα με θάρρος
Να σου τα τρία τ' αρσενικά πετιούνται•
Του καραβιού τα ξύλα από το βάρος
Τρίζουν τόσο που φαίνεται και σκιούνται•
Τότε προβαίνει αφεύγατος ο χάρος,
Και στριμωμένα αυτά κρυφομιλιούνται,
Κι' αφού έχουν τα κρυφά λόγια 'πωμένα,
Λάμνουν με κάτι κουπιά τσακισμένα.

(...)

Και τα κύματα τότε μας πηδίζουν,

Που στα νέφη σου φαίνεται πως νάσαι,

Kαι πότε τόσο ανέλπιστα βυθίζουν,
Που μην ανοίξη η κόλαση φοβάσαι•
Οι κουπηλάτες κατά με γυρίζουν,
Βλασφημούν, και μου λένε: Ανάθεμά σε.
Η θάλασσα αποπάνου μας πηδάει,
Και το καράβι σύψυχο βουλιάει».

Το όνειρο αυτό μπορεί να μας πείσει, κατά τη γνώμη μου, για το «κρυφό νόημα» που και εδώ προβάλλει σχεδόν αναλλοίωτο.

Δεν γνωρίζω ποια στοιχεία θα μπορούσε πιθανώς ν’ανασύρει μια δυναμική ανάλυση του εφιάλτη. Πιστεύω όμως πως όλο το πάθος του ποιητή, συμπυκνώνεται σε δυο σημεία:

α) Το καράβι που το οδηγoύν τα πέντε νεκρά.
β) Η αφάνταστη ηδονή πoυ ωθεί τον δημιουργό να εκφράζει στιγμές καταστροφικές, στιγμές σκοτεινές όπου οι ήρωές του, νικημένοι από το Κακό που σέρνουν μέσα τους, βρίσκουν μια μοίρα ανελέητη, μια καταραμένη μοίρα. Και η μοίρα αυτή υψώνεται ως Υψίστη βαθμίδα δικαίωσης.

Η Μαρία, σε κάποια γωνιά του καραβιού, αντικρίζει τον Χάρο. Και μπροστά σ' αυτό το όραμα ένα σαδιστικό πάθος τη συγκλονίζει: Ο τρόμος που γεννά μέσα στις πέντε φτωχές υπάρξεις ο Θάνατος αποτελεί γι' αυτήν μια στιγμή, κρυφής αγαλλίασης. Η εικόνα, η οποία προβάλλεται τώρα για να εκφράσει αυτή, την άνομη επίθυμια, έχει μια ομορφιά περίεργη, είναι εν τέλει μια άγρια εικόνα επιβολής του αμαρτωλού της πάθους επάνω στις ανυποψίαστες ψυχές:

«Τότε προβαίνει αφεύγατος ο χάρος.
Και στριμωμένα αυτά κρυφομιλιούνται.
Κι' αφού έχουν τα κρυφά λόγια 'πωμένα,
Λάμνουν με κάτι κoυπιά τσακισμένα».

Αλλ' αυτές oι ψυχές έχουν «κρυφά λόγια πωμένα». Έχουν δηλαδή με τη σειρά τους θρέψει το μίσος και η κατάρα φουντώνει μέσα τους. Και η Μαρία το νιώθει. Γνωρίζει πως τελικά η κατάρα θα ξεσπάσει επάνω της, όταν οι «αθώες ψυχές» θα ανοίξουν τους κρουνούς της Κολάσεως:

«Οι κουπηλάτες κατά με γυρίζουν,
Βλασφημούν, και μου λένε: Ανάθεμά σε».
Αλλά η στιγμή της κατάρας είναι η δικαίωση της Μαρίας. Τα παιδιά της δεν είναι πια oι αθώες ψυχές, οι άγγελοι οι πλασμένοι να υμνούν τον Δημιουργό. Έχουν μετατραπεί σε πλάσματα καταχθόνια, πoυ επάνω της εξακοντίζουν τις κατάρες και τις βλαστήμιες τους, Άγγελοι του σκότους που θα την οδηγήσουν στον χαμό. «Έτσι θα τους οδηγεί όλους... ο Διάβολος», για να θυμηθούμε, άλλωστε, την έκφραση του ποιητή. Τώρα η Μαρία μπορεί επιτέλους να βουλιάξει το καράβι της. Το έργο της έχει πλέον συντελεσθεί. Τίποτε δεν στάθηκε ικανό να αντισταθεί στη δύναμη του Κακού, την οποία, ο ποιητής ενσάρκωσε στην ψυχή της. Ούτε ακόμη αυτές οι πέντε παιδικές ψυχές. Η κόλαση διάνοιξε τις πύλες της και όλα έγιναν Κόλαση, τα πάντα υπέκυψαν στην ενοχή και την κατάρα:
«Η θάλασσα αποπάνου μας πηδάει,
Και το καράβι σύψυχο βουλιάει».


IV
Είδαν τη «Γυναίκα της Ζάκυνθος» ως σάτιρα στο περιθώριο των «Ελευθέρων Πολιορκημένων». Αυτό κατά τη γνώμη μου αποτελεί τη μεγαλύτερη διαστρέβλωση του πάθους του Σολωμού και προπάντων εκείνων των στιγμών του έργου του, στις οποίες αποκλειστικά μπόρεσε ο δημιουργός, απερίσπαστος και τραγικά ειλικρινής, να εκφράσει τη σκοτεινιά του οραματισμού του. Αυτές οι στιγμές είναι οπωσδήποτε λίγες. Ας μην καταστραφούν και αυτές, εάν δεν θέλουμε να χάσουμε τον ποιητή και εάν δεν θέλουμε να δούμε το έργο στα νύχια των ανθρώπων του «Χρέους».


Σημειώσεις

32. Αναφέρομαι κυρίως στα έργα: Kώστα Βάρναλη, "Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική", Κ. Καιροφύλα, "Η Ζωή και το έργο του Σολωμού", Λίνου Πολίτη, "Εiσαγωγή στη Γυναίκα της Ζάκυνθος. Εξαίρεση θα πρέπει να κάνω για το δοκίμιο του Πάνου Καραβία "Ένα νόημα κ' ένα μήνυμα, όπου σ' αυτό η ερμηνεία επιχειρείται από μιαν αναλυτική σκοπιά και αναζητείται ο τραγικός πυρήνας του έργου.

33. Jose Ortega y Gasset, « Aναζητώντας έναν Γκαίτε εκ των ένδον», απόδοση, από τα ισπανικά: Μάγια-Μαρία Ρούσσου, ανάτυπον από την Ηπ. Εστία, Γιάννινα 1972, σ. 14.

34. Τα αποσπάσματα αντιγράφω από την έκδοση του Λίνου Πολίτη, Σολωμού: Η Γυναίκα της Ζάκυνθος, Ίκαρος 1944.

35. Toυς «Στοχασμούς» αντιγράφω από την έκδoση, του Λίνου Πολίτη, Διονυσίου Σολωμού: "Άπαντα", τόμος δεύτερος. Πεζά και Ιταλικά,β' έκδοση, Ίκαρος.

36. Βλ. Εμμ. Κ. Χατζηγιακουμή, Νεοελληνικαί πηγαί του Σολωμού, Αθήναι 1968.

37. Λίνου Πολίτη, «Εισαγωγή στη "Γυναίκα της Zάκυνθος"», ό.π. σ. 20.

38. Το ρήμα το οποίο χρησιμοποιεί ο Σολωμός είναι το ρήμα beffare. το οποίο σημαίνει: Prendere a giuoco_ Dileggiare, Deridere (βλ. Zingarelli, Vocabolario della lingua Italiana, Zanichelli Βοlοgna).

39. Edmund Burke, ό.π., part two, σ. 59.

40. Τα αποσπάσματα από τον «Λάμπρο» αντιγράφω από την έκδοση του Ιακώβου Πολυλά, Διον. Σολωμού: Άπαντα, έκδ. Φιλολογική.

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, "BLOG-ΚΡΑΤΙΑ", Η 5n ΕΞΟΥΣΙΑ

[Απόσπασμα Ομιλίας της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ κατά την επίσημη αναγόρευσή της σε Επίτιμη Διδάκτορα του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στις 15 Ιανουαρίου 2007.]

(...)

Ειπώθηκε, ίσως με κάποια υπερβολή, ότι ο τύπος είναι η τέταρτη εξουσία, πρέπει πιο εύλογα να πούμε μάλλον ότι ζούμε σε μια εποχή «μιντιοκρατίας» και αυτό για να περιλάβουμε όλα τα μέσα επικοινωνίας που διαθέτει σήμερα ο κάθε μοντέρνος άνθρωπος (πολίτης βέβαια κυρίως των ανεπτυγμένων κοινωνιών), και όχι μόνο ο ειδικός χειριστής και διαχειριστής κάποιας δημοσιογραφικής ιδιότητας. Για του λόγου το αληθές, θα επισημάνω ότι οι παραδοσιακές ευχετήριες κάρτες παραγκωνίστηκαν φέτος από τα περίφημα SMS, τα ηλεκτρονικά μηνύματα (ο αριθμός τους προκάλεσε δυσλειτουργία στο όλο ηλεκτρονικό σύστημα) και θα αναφέρω βιαστικά την παρουσία στο διαδίκτυο (στα web sites) κάθε είδους πληροφοριών που προέρχονται από αμφίβολες συχνά μη έγκυρες πηγές, άγνωστης συνήθως προέλευσης. Και βέβαια όλως ιδιαίτερα θα τονίσω την αστραπιαία διάδοση των selfmedia, δηλαδή των blogs που τείνουν να αντικαταστήσουν τα παραδοσιακά massmedia. Ενδεικτικά μόνο θα υπογραμμίσω ότι το blog της Arianna Huffigton με τον τίτλο Huffigton Post έχει εκθρονίσει στην Αμερική τον Τύπο (συμπεριλαμβανομένου και του περίφημου Time). H Arianna ρυθμίζει τώρα στις ΗΠΑ κάθε πολιτικό διάλογο.

Εμφανίζονται πάνω από 100.000 καινούργια blogs την ημέρα στον κόσμο χωρίς ακόμη να διαφαίνεται κάποιος κορεσμός. Blogs που διεκδικούν από τα πιο παραδοσιακά μίντια (τον Τύπο, την τηλεόραση) το δικαίωμα του καθενός να πληροφορεί, να πληροφορείται, να σχολιάζει την καθημερινότητα επαινώντας και κακίζοντας κατά βούληση, χωρίς να είναι υπόλογος σε κανέναν. Όποιο από τα νέα αυτά μιντιακά δημοσιεύματα πετυχαίνει να προσελκύσει τους δικτυοναύτες, απορροφά ικανό μέρος της διαφήμισης, που βέβαια αφαιρείται από τον Τύπο, θέτοντας σε κίνδυνο την ύπαρξη του.

Τη δύναμη των blogs γνωρίζουν άριστα οι πολιτικοί που προσπαθούν να τα εκμεταλλευτούν προωθώντας blog παραγωγές των ίδιων αλλά και των οπαδών τους. Έτσι τώρα μιλούν για την 5η εξουσία, την blog-κρατία που έχει σήμερα και την εγκυκλοπαίδεια της με την περίφημη Wikipedia, τη γρήγορη δηλαδή εγκυκλοπαίδεια, όπου ο καθένας γράφει και συμπληρώνει ελεύθερα τα διάφορα λήμματα της. Τόσο που εμπνευστής της, ο Λάρι Σάνγκερ, δηλώνει πως η δική του εγκυκλοπαίδεια υπερέχει της British, δεδομένου ότι εκσυγχρονίζεται αδιάκοπα, υπό τον έλεγχο μάλιστα διαιτητών συντακτικής ομάδας ειδικών.

«Blogo ergo sum»

Τη δύναμη όμως των blogs γνωρίζουν και οι υπό εκκόλαψη λογοτέχνες που δημοσιεύουν τώρα τα βιβλία και έργα τους στο διαδίκτυο χωρίς να έχουν ανάγκη από απαιτητικούς εκδότες. Τα γνωστά πια blooks (σύμπτυξη όρων blog και book) δεν περιλαμβάνουν μόνο πρωτόλεια νέων και άγνωστων συγγραφέων. Για την ευρύτητα που έλαβε η blog-λογία θα σημειώσω διασκεδαστικά το αποτέλεσμα έρευνας μεταξύ Βρετανών φοιτητών γνωστών πανεπιστημίων. Τα 85% χρησιμοποιούσαν blog, αλλά μόνο το 5% ήξερε να βράσει ένα αβγό.

Δεν προτίθεμαι να κάνω την κριτική του νέου αυτού μέσου ενημέρωσης και πληροφόρησης που έχει για σύνθημα: blogo ergo sum κατά το cognito του Καρτεσίου. Η ποιότητα των δεδομένων που παρέχει είναι πάντως λίαν αμφιβόλου αξίας. Η ανάγκη άλλωστε για την επεξεργασία ελέγχου, από ειδικούς διαιτητές, των πληροφοριών που παρέχει γρήγορα, άμεσα και πλουσιοπάροχα το διαδίκτυο, αποδεικνύει τον κίνδυνο που διαβλέπουν οι σοβαροί χρήστες του, από τη διάδοση ανεύθυνων, κακόβουλων, λανθασμένων και διαστρεβλωμένων στοιχείων. Παρενθετικά για την αλήθεια των λεγομένων μου, παραπέμπω στον απαράδεκτο λίβελο κατά του Βυζαντίου (το ονομάζει, μεταξύ άλλων, ντροπή και αίσχος της ιστορίας). Όλα αυτά ελληνικά, μολονότι το φληνάφημα αυτό είναι βουλγαρικής προέλευσης.
Είμαστε μακριά ακόμη από τη λύση του προβλήματος αυτού, που μετατρέπει το διαδίκτυο, από δυναμική πηγή παιδαγωγικού πλούτου, σε φορέα σίγουρου σκοταδισμού.

Το πρόβλημα απασχολεί τους ειδικούς, όπως άλλωστε και το συναφές ζήτημα της ανάγνωσης και σύνταξης της εικόνας, που, όπως είναι γνωστό, αποτελεί, ως νέο παγκόσμιο γλωσσικό ιδίωμα τη βάση γνώσης, αλλά και διαμόρφωσης του χαρακτήρα της καλλιέργειας και της πολιτισμικής ενημέρωσης του σύγχρονου ανθρώπου.
(...)
Related Posts with Thumbnails