© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 7 Μαΐου 2019

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ Η ΕΟΡΤΙΟΣ ΑΥΛΑΙΑ. Μεθέορτοι στοχασμοί


Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ δοῦλον, ἀλλ᾽ οὐδὲν ἧττον καὶ τὸ ἐλεύθερον, ἔχει καὶ θὰ ἔχῃ διὰ παντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του. 
(Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

Πέρασε πιὰ ἡ Μεγαλοβδομάδα, ἡ Ἀνάσταση, ἀλλὰ καὶ ἡ χαρμόσυνη Διακαινήσιμος ἑβδομάδα κι ὅλοι, μετὰ τὴν Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ, ξεκινήσαμε γιὰ τὰ ἴδια, γιὰ τὴν στεγνὴ καθημερινότητα, περιμένοντας καὶ πάλι μιὰν ἄλλη εὐκαιρία. Εὐκαιρία γιορταστική, χαρμόσυνη, φωτεινή, ὥστε νὰ συνέλθουμε καὶ νὰ χαροῦμε πάλι. Ὅπως τὶς μέρες ποὺ πέρασαν. Καὶ τὸ ἐρώτημα ποὺ τίθεται τώρα πιὰ εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἀλήθεια, ἡ Ἐκκλησία σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν ἑόρτιο, χαλαρωτική, χαρμόσυνη καὶ εὐλογημένη παρένθεση στὴ ζωή μας, ποῦ βρίσκεται καὶ γιατί; Διότι ὀρθολογικὰ νὰ πάρουμε τὰ πράγματα διαπιστώνουμε πὼς χάριν τῶν ἐκκλησιαστικῶν αὐτῶν γιορτῶν ἀπολαύσαμε τὶς διακοπές μας, τὴ φυγή μας ἀπὸ τὸ ἄγχος ποὺ ζοῦμε κάθε μέρα, ἀλλὰ καὶ τὴ λυτρωτική μας ἐπίσκεψη στὰ πάτρια. Ὅπου οἱ πλείονες, δηλαδή, τῶν Ἑλλήνων καταφεύγουν νὰ γιορτάσουν τὸ Πάσχα. Κι ὄχι γιατὶ εἶναι τοῦ συρμοῦ αὐτὴ ἡ συνήθεια, μὰ γιατὶ ἔτσι τὸ ζήσανε γενιὲς γενεῶν, ἑκατοντάδες χιλιάδων νεοελλήνων, ὥστε ὁ λόγος τοῦ ποιητῆ νὰ ἔχει θεμέλιο:

«Πολλὰ δὲ θέλει  ἄνθρωπος νὰ 'ν’ ἤμερος νὰ 'ναι ἄκακος
λίγο φαΐ λίγο κρασὶ Χριστούγεννα κι Ἀνάσταση» (Ὀδ. Ἐλύτης)

Ὅσοι ζήσαμε σὲ κοινωνίες ἁπλῶν, ἀγράμματων καί συνάμα σοφῶν χωρικῶν, βιώσαμε τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν ἀλήθεια ποὺ ἐνέχουν στὸν πυρήνα τους αὐτοὶ οἱ στίχοι. Γιατὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἤξεραν νὰ τιμοῦν τὴ Λαμπρὴ, τὸ Πάσχα, δηλαδὴ, γνώριζαν πολὺ καλὰ τοὺς κανόνες καὶ τὶς ἀρχές, ὥστε νὰ τιμοῦν καὶ τὴ Σαρακοστή. Νὰ σέβονται παναπεῖ τὴ Νηστεία, χωρὶς νὰ παραπονιοῦνται, ἐπειδὴ εἶχαν κάνει τὸ κουμάντο τους. Ναί, εἶχαν ἀνοίξει, μὲ λίγα λόγια,  τὸ θεμέλιο πάνω στὸ ὁποῖο θὰ ἔστηναν τὸ δικό τους τὸ πνευματικὸ οἰκοδόμημα. Αὐτὸ τῆς ἐγκράτειας τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.  Κι ἀπὸ τὴν ἀλλη, ἡ γῆ τοὺς προμήθευε μὲ τόσες θεσπέσιες εὐωδιές, ποὺ ἤξεραν ὅτι εἶναι ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ σπαρμένη γύρω τους. Καὶ τὴ ζοῦσαν μὲ μεγάλη ἱκανοποίηση καὶ χαρά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μόλις ἔφτανε ἡ Πασχαλιὰ ξεφάντωναν, πανηγύριζαν, χαίρονταν: «Σήμερον ἔαρ μυρίζει καὶ καινὴ κτίσις χορεύει...». Κι ὅποιος ἀνοίξει τὶς ποιητικές, πασχαλινὲς σελίδες τοῦ μεγάλου μας Παπαδιαμάντη καταλαβαίνει πολὺ καλὰ αὐτὸ ποὺ λέω. 

Αὐτή, λοιπόν, εἶναι ἡ προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας στὸν κάθε πιστό, στὸ κάθε ἄνθρωπο, ποὺ θέλει νὰ ζήσει σωστά, ὄμορφα καὶ κρατώντας γερὰ τὸ σχοινὶ τῆς παράδοσης, ποὺ τὸν δένει μὲ τὸ χτές. Τὸ χτὲς τῶν προγόνων μας, τῶν δικῶν μας ἀνθρώπων, ποὺ ξέρανε τὴ γιορτὴ καὶ τὴ καθημερινή. Ποὺ ξέρανε τὴν Ἐκκλησιά τους καὶ τὴν πίστη τους. Ἐμεῖς, εἶναι τὸ έρώτημα, τί κάνουμε; 

π. κ. ν. κ.

Κυριακή 5 Μαΐου 2019

Γιώργου Λέκκα: ΚΑΡΤΕΡΙ ΣΤΟ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΟ (νέο ποίημα)


Στη μνήμη Οδυσσέα Ελύτη

Έστησα πάλι καρτέρι στο αναπάντεχο.

Σπίτι σε όμπρα με δυο αντίστοιχου χρώματος φανοστάτες
ενώ πάνω από τη στέγη ολόλευκο το φεγγάρι
και πεντακάθαρος ο ουρανός. 

Ποδήλατο ανεβαίνει μόνο του τα σκαλάκια στο καλντερίμι
ακουμπώντας στο σιδερένιο μπράτσο για να βοηθιέται.
Το παραστέκουνε κρεμασμένα από τον τοίχο
κλαδιά φορτωμένης πορτοκαλιάς
και μια αναρριχώμενη ανθισμένη αγριοτριανταφυλλιά.

Φοινικόδεντρο σείει νωχελικά τις αλογοουρές του
ενώ το ίδιο σταυλίζεται υπομονετικά δεμένο
στα κάγκελα διώροφης κακότεχνης οικοδομής.

Κάποιοι κατεβαίνουνε την πόλη στέγη-στέγη
και κάποιοι άλλοι σκαλί-σκαλί.
Ευτυχώς, δεν έχουν μνήμη τα σκαλοπάτια στο καλντερίμι
για να μη βάζουνε μαράζι όταν θα 'χεις φύγει.

Αν ακούσεις πάντως ξαφνικά νερά να τρέχουν
κι έχει πανσέληνο είναι γιατί λιώνουν πάγοι στη Σελήνη.
Το σκυλί κατάλαβε και βάλθηκε να γαβγίζει
λίγο πριν αρχίσουνε να σκάνε μακριά βαρελότα.
Αν μπορούσα να ΄μαι αθόρυβος σαν γάτα
θα ‘ χα ασφαλώς οξύτερη την ακοή.

Ξημερώθηκα πλάι στη θάλασσα αλλά τίποτα·
η αρχαιότερη των γλωσσών είναι η δυσκολότερη ν’ αποκρυπτογραφηθεί.

Ναύπλιο, 19.4.19.

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει και εργάζεται στις Βρυξέλλες. Διακονεί ιερατικά στην Ιερά Μητρόπολη Βελγίου.]

Παρασκευή 3 Μαΐου 2019

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΛΗΡΟΥΤΑΙ Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ


«Μακάριοι οἱ κατοικοῦντες ἐν τῷ οἴκῳ Σου...» (Ψαλμ.83, 5) 

Ποιμαντικὰ βιώματα

Εἶναι ὄντως περιούσιες, δοξαστικὲς  καὶ κορυφαῖες οἱ ὅσες στιγμές, ὧρες, μέρες καὶ χρόνους ζεῖ καὶ περνάει ἕνας ποιμένας μέσα στὰ πανίερα σκηνώματα τοῦ Κυρίου. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὴ καμμία γραπτὴ περιγραφὴ στὸ ν᾿ ἀποτυπωσει στὸ χαρτὶ τὰ ὅσα βιώνει ἕνας ποιμένας καθημερινὰ μέσα στὸ ναό. Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο νὰ μεταποιηθεῖ σὲ γραπτὸ λόγο αὐτὸ ποὺ νοιώθει αὐτὸς  ὁ ποιμένας, ὁ ὁποῖος ζεῖ μὲ συγκίνηση τοὺς γκρίζους ἑσπερινοὺς τοῦ χειμώνα, μὲ τὸ λιγοστὸ τὸ φῶς καὶ τὴν ἡσυχία νὰ συνταιριάζονται μὲ τὸ εὐῶδες θυμίαμα καὶ τὸ ἱλαρὸ τὸ φῶς τῶν κανδηλιῶν, τὴν ἁπαλὴ ἀνάσα τοῦ καμμένου λαδιοῦ ἤ τῶν σβησμένων κεριῶν. Ἀνάσα στοργική, ἀποτοξινωτική, ψυχοσωτήρια. Κι ὕστερα ἐκείνη ἡ μοναξιά... Ἡ ἄλλη μοναξιά, ποὺ μήτε ποὺ σχετίζεται μὲ ἐκείνη τὴν ὁποία ζεῖς στὸ σπίτι σου καὶ σὲ ἀγχώνει κάποτε. Ἐδῶ, μέσα στὸ ναό, δηλαδή, ἡ μοναξιὰ εἶναι γόνιμη, γιατὶ τὸ ξέρεις ὅτι μιὰ περίεργη συντροφιὰ ὑπάρχει γύρω σου. Μιὰ συντροφιὰ ἀπὸ τοὺς Ἀγίους, ποὺ ἥρεμα καὶ πατρικὰ σὲ κοιτᾶνε ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὶς εἰκόνες. Ἀπὸ τοὺς ἄγνωστους σὲ σένα κτίτορες, τοὺς ὅσους ἀπὸ αἰῶνες ἐδῶ ἱεράτευσαν, τοὺς κεκοιμημένους λαϊκούς κι ὅσους πέρασαν ἀπὸ τὸν ἰερὸ τοῦτο χῶρο. Καὶ μαζὺ μὲ ὅλ᾿ αὐτὰ εἶναι καὶ τὰ Ἅγια Λείψανα, αὐτὴ ἡ πολύτιμη καὶ ἱερὴ κοσμηματοθήκη τοῦ ναοῦ, ποὺ συνοδεύει τὴν πορεία τῶν πιστῶν, μὲ τὴν εὐλογία καὶ τὴν παραμυθία ποὺ παρέχουν. 

Ἀναμφισβήτητα, εἶναι μέγα τὸ προνόμιο τοῦ κάθε ἱερέα αὐτή του ἡ καθημερινὴ ἐφημερία μέσα στὸ ναό. Ἐκεῖ, ποὺ οἱ ἐποχὲς ἀποκτοῦν και ἔχουν ἄλλο νόημα ἀπὸ ἐκεῖνο τοῦ κόσμου, καθὼς ντύνονται μὲ γιορτὲς πλημμυρισμένες ἀπὸ ἐξαίσια ποίηση καὶ ὀμορφιά, ποὺ τὶς στολίζουν ἡ χαρμολύπη κι ἡ κατάνυξη. Κι αὐτὸς εἶναι ὁ πλοῦτος,  ὁ μέγας κι ἀληθινὸς πλοῦτος τοῦ κάθε ἱερέα, τοῦ κάθε πιστοῦ. Γιατὶ ἔτσι νοηματοδοτεῖται ἡ ζωὴ καὶ ἡ διακονία του. Ἐπειδὴ τῆς χαρίζει τὴν ὀμορφιὰ τῆς Δημιουργίας, ὅπως ἐκείνη βγῆκε ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ: στέρεη, ζωντανή, χαριτωμένη. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ἄνοιξη λ.χ. ταιριάζει τόσο μὲ τὴ Μεγαλοβδομάδα καὶ τὴν Ἀνάσταση, τὸ θέρος μὲ τὴ μεγάλη καὶ συγκινητικὴ γιορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας, τὸ φθινόπωρο μὲ τὴν ἀνάσα τῆς αἰσιοδοξίας ποὺ φέρνει ἡ γέννηση τῆς Θεοτόκου καὶ ἡ Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, γιὰ νἄρθει ἡ θαλπωρὴ καὶ ἡ ζεστασιὰ τῆς μεγάλης Γιορτῆς τῶν Χριστουγέννων, ποὺ θὰ στεφανώσει τὴ ζωή μας στὰ παγωμένα χειμωνιάτικα πρωϊνὰ ἤ καὶ βράδυα.  

Πληροῦται, λοιπόν, ἡ ψυχὴ τοῦ κάθε ἱερέα, ποὺ διακονεῖ στὸ ναό του ἀπὸ ἀγαλλίαση, ἀλλὰ καὶ χαρμολύπη. Καὶ κάθε μέρα φορτώνεται ἀπὸ εὐλογίες, ποὺ παραμερίζουν κόπους, αἰτιάσεις καὶ ἐχθρότητες: ὅλα ἐκεῖνα, δηλαδή, ποὺ παραφυλᾶνε στὴν ἄκρη καὶ εἶναι ἕτοιμα, ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ νὰ ἀμαυρώσουν τὴ ζωντάνια καὶ τὴν εὐφροσύνη τῆς  εὐλογημένης  Βασιλείας Του: Μέσα στὴν Ὁποία ζεῖ καὶ ἀνασαίνει Θεὸ ἡ Ἐνορία, αὐτή, δηλαδή,  ἡ πνευματικὴ οἰκογένεια. 

π. κ. ν. κ. 

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

Γιώργου Λέκκα: ΟΠΩΣ ΕΜΕΙΣ (νέο ποίημα)


Θα 'ρθουνε κι άλλοι
μετά από μας ν’ αγαπηθούνε.
Θα φιληθούνε στο φεγγάρι
δίνοντας όρκους αιώνιας πίστης
όπως κι εμείς.
Θα προσκυνήσει με λατρεία
ο ένας το είδωλο του άλλου
ωσάν να ήτανε παντοτινό –
το προσκυνήσαμε κι εμείς.
Θα 'χουνε πόθο να ενωθούν
σ’ ένα κορμί, όπως ποθήσαμε κι εμείς.
Θα μεγαλώσουνε παιδιά
που προς στιγμήν
θα τα νομίσουνε δικά τους
όπως νομίσαμε κι εμείς.
Και σαν θα έρθει η ώρα, θα χωρίσουν
όπως χωρίζουμε κι εμείς
για να ξαναβρεθούν στον ουρανό
όπου καθένας μας κοιτάει
πίσω απ’ την πλάτη του άλλου αφηρημένος
κάθε φορά που τον σφίγγει μες στην αγκαλιά του.
Θα 'ρθουνε κι άλλοι
μετά από σας ν’ αγαπηθούνε.
Θα φιληθούνε στο φεγγάρι
δίνοντας όρκους αιώνιας πίστης
όπως κι εσείς.

18.4.2019

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει και εργάζεται στις Βρυξέλλες. Διακονεί ιερατικά στην Ιερά Μητρόπολη Βελγίου.]

Εικαστικό σχόλιο στο ποίημα: Edward Potthast (1857-1927), Maγεμένοι. Hirshhorn Museum and Sculpture Garden.

Δευτέρα 22 Απριλίου 2019

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ

Ἱερὲς μνῆμες καὶ βιώματα ἄλλων καιρῶν καὶ συμπεριφορῶν
       
Μνήμη ἱερὴ Κωνσταντίνου καὶ Παναγιώτου τῶν ἱερέων, Δημητρίου ἱεροψάλτου


Ἄχραντες θὰ εἶναι πάντοτε καὶ πανάγιες οἱ Μεγάλες Στιγμὲς Ὧρες τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Εὐωδιαστές, καθὼς τὶς ραίνει ἡ θεία Ἄνοιξη μὲ τὰ ποικίλα τῶν ἀνθοφοριῶν της ἀρώματα, ποὺ εὐφραίνουν, ἀλλὰ καὶ χαρμολυπικὰ κατανύσσουν τὶς ταπεινὲς ψυχές, οἱ ὁποῖες πορεύονται, λίαν πρωΐ, στῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, δηλαδή,  τὸ βουρκωμένο πρωϊνό, γιὰ τὴν ἐκκλησιά τους. Πορεύονται, ἀλλὰ τούτη τὴ μέρα στὰ χέρια τους κρατοῦν τὰ πλέον ἐκλεκτὰ ἄνθη, ποὺ ὁλόχρονα ἀνάθρευαν στὶς γλάστρες ποὺ στόλιζαν τὶς  πεζοῦλες ἤ στα κηπάκια τους. Εἶναι τὰ ἄνθη, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ στολίσουν τὸ ἱερὸ τοῦ Ἐπιταφίου Κουβούκλιο. Τὸν Τάφο τοῦ Κυριου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δηλαδή. Ἄνθη μεγαλωμένα μὲ ὑπομονή, πίστη καὶ εὐλάβεια περισσή. 

Σὲ χρόνια ἄλλα, χωρὶς τὶς εὐκαιρίες τὶς σημερινές, ὅπου καταφεύγουν πιὰ στὰ ἀνθοπωλεῖα γιὰ νὰ προμηθευτοῦν τὰ ἄνθη γιὰ τὸν στολισμὸ τοῦ Κουβουκλίου, σὲ ἄλλα χρόνια, λοιπόν, ποὺ τὰ στεφάνωνε ὁ κοινοτισμός, ἡ συλλογικὴ προσφορά, δηλαδή, ὅλων τῶν συγχωριανῶν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ κομίζονταν τὰ ὡραιότερα τῶν ἀνθέων, συγκεντρώνονταν οἱ ἄριστες στολίστρες, συνέδραμαν ὅλοι, ὥστε νὰ φανεῖ ἕνα σύνολο καλώπισμένο καὶ ὡς ἄλλο ἄνθος εὐλαβείας κατατειθεμένο στὸν Μεγάλο Νεκρὸ Κύριο. Καὶ συνάζονταν ὅλοι κάτω ἀπὸ τὴ μεγαλη ἀγκαλιά Του, μικροὶ καὶ μεγάλοι, γιὰ νὰ ψάλλουν τὸν δικό τους, τὸν προσωπικό Ἐξόδιο Ὕμνο. 

«Κύριε Θεέ μου, ἐξόδιον ὕμνον καὶ Ἐπιτάφιον ὠδήν Σοι ἄσομαι...»

Λόγια βγαλμένα ἀπὸ τὸ ἱερὸ καμίνι τῆς ψυχῆς. Ἀνυπόκριτα καὶ μὲ τὸ μεγαλεῖο τῆς εὐλάβειας ντυμένα. Λόγια, ποὺ αἰῶνες τώρα, στολίζουν, μαζὶ μὲ τὰ πολυτιμότερα τῶν λουλουδιῶν τοῦ χωριοῦ, τὸ ἱερὸ νεκροκρέβατο, πάνω στὸ ὁποῖο τίθεται  «ὁ ὡραῖος κάλλει, παρὰ πάντας βροτούς...». ὡραῖος κάλλει, ποὺ τίθεται, ὅπως ὅλοι οἱ κεκοιμημένοι, κάτω ἀπὸ τὸν μεγάλο πολυέλαιο καὶ τὸ βράδυ θὰ λιτανευτεῖ -εὐλογία πάντιμη- σὲ ὅλο τὸ χωριό. 

Μακάριοι ὅσοι βιώνουν αὐτὲς τὶς Μεγάλες Ὧρες ὅτι σιμά τους εἶναι καὶ κείτεται ὁ δικός τους Ἰησοῦς, ὁ Σωτήρας τους. Ὁ δικός τους ἄνθρωπος... Μακάριοι καὶ τρισμακάριοι...

π. κ. ν. κ 

Παρασκευή 12 Απριλίου 2019

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ, ΜΥΡΩΜΕΝΕΣ ΚΙ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ


Ἀντιγράφω ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη: «Ἦτο περασμένη ἡ ὥρα. Τὸ χωρίον, ἐκοιμᾶτο βαθὺν ὕπνον παιδίου, τὸ ὁποῖον ὕστερον ἀπὸ τόσα τρεξίματα καὶ παιγνίδια καὶ γέλοια, ἀποσταμένον, γέρνει ἐγγὺς τῆς ἑστίας του καὶ ἀποκοιμᾶται. Τὰ νυκτοπούλια τῆς ἀνοίξεως, τὰ ὁποῖα ἐστέναζον ὑπὸ τὰς καμάρας τοῦ κωδωνοστασίου, θαρρεῖς καὶ συνεπλήρουν τὸν ἀνασασμὸν τῆς κοιμωμένης πολίχνης....».

Ναί, τὶς ζήσαμε κάποτε αὐτὲς τὶς ὧρες, τὶς προαναστάσιμες. Τὶς ὧρες, ποὺ περιμέναμε ν᾿ ἀκουστεῖ ἡ πρώτη ἡ καμπάνα, γιὰ νὰ ξεκινήσουμε νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησιά. Κι εἶχε τὸ χωριὸ μιὰ ἡσυχία, ποὺ πραγματικὰ συγκινοῦσε. Καὶ συγκινοῦσε, γιατὶ ὅλοι ἐκεῖνοι,  οἱ ταπεινοὶ χωρικοί, περίμεναν αὐτὴ τὴ μοναδικὴ τῆς Πασχαλιᾶς τὴ βραδυά, νὰ βρεθοῦνε στὸ ναό, ν᾿ ἀκόυσουν τὸν καλὸ τὸ λόγο κι ὕστερα νὰ εὐφρανθοῦν.

Εἶχαν «παχνιάσει» τὰ «πράματά τους», τὰ ζῶα τους δηλαδή, γιὰ εἶναι ἥσυχοι καὶ τὠρα ἀναπαύονταν δίπλα στὴν παραστιά, ὅπου μαγειρεύονταν καὶ τὸ ἑόρτιο γεῦμα. 

 Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ χωριὸ τὴ βραδυὰ αὐτὴ μοσχοβολοῦσε ἀπὸ τὸ καλομαγειρεμένο φαγητό, ποὺ θὰ τὸ γεύονταν, μαζὶ μὲ τὸ κόκκινο τ’ ἀβγό, ἀπολείτουργα οἱ περισσότεροι. Γιατὶ πάντα ὑπῆρχαν καὶ οἱ βιαστικοί, πού, ἀφοῦ ἄκουγαν τὸ Χριστὸς Ἀνέστη καὶ προσκυνοῦσαν τὴν Ἀνάσταση,  τσούγκριζαν τ᾿ ἀβγά τους, νὰ τὰ γευτοῦνε «μάνε-μάνε», μέχρι νὰ πᾶνε στὸ σπίτι γιὰ τὸ ἑορταστικὸ τὸ γεῦμα. 

Ὅμως αὐτὸ ποὺ συγκινοῦσε περισσότερο ἦταν ἐκείνη ἡ ἡσυχία ποὺ ἁπλωνόταν σ᾿ ὅλο τὸ χωριό, καὶ θύμιζε τόσο ζωντανὰ τὸν περίφημο λόγο τοῦ Ἁγίου Ἐπιφανίου Ἐπισκόπου Κυπρου, ποὺ διαβάζεται τούτη τὴν ἡμέρα, τοῦ Μ. Σαββάτου. 

«Τί τοῦτο;
σήμερον σιγὴ πολλὴ ἐν τῇ γῇ·
σιγὴ πολλὴ καὶ ἠρεμία λοιπόν·
σιγὴ πολλὴ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὑπνοῖ·
γῆ ἐφοβήθη καὶ ἡσύχασεν, ὅτι ὁ Θεὸς σαρκὶ ὕπνωσε, καὶ τοὺς ἀπ' αἰῶνος ὑπνοῦντας ἀνέστησεν».

Πόσο εὔγλωττη στ᾿ ἀλήεθα ἦταν ἐκείνη ἡ σιωπή, πόσο γόνιμη, γιατὶ καρποφοροῦσε στὶς ψυχὲς τῶν ἁπλῶν ἐκείνων χωρικῶν τὴ ἀναστάσιμη τὴν ἐλπίδα, ποὺ τὴν περίμεναν. Γιατὶ, ὅταν εὔχονταν «καλὴ Ἀνάσταση», τὸ ἐννοοῦσαν, τὸ ζοῦσαν τὸ χαίρονταν. Ὄχι σὰν μιὰ ἀφορμὴ γιὰ διακοπές, ὅπως συμβαίνει σήμερα, ἀλλὰ περισσότερο ὡς ἀφορμὴ ν᾿ ἀνοίξουν οἱ καρδίες, νὰ εἰσέλθει μέσα τους ἡ ἀναστάσιμη χαρά, ἡ αἰσιοδοξία. Νὰ παραμερίσει δηλαδή, κάθε πένθος, κάθε κατήφεια, κάθε ἀνησυχία. 

Ραντισμένη ἡ βραδυὰ καὶ μὲ εὐωδιὲς τῆς ἄνοιξης, χάριζε καὶ τὸ ἄλλο μέγα προνόμιο στοὺς ταπεινοὺς τοὺς χωρικούς. Τὸ προνόμιο νὰ μαζεύουν μέσα τους αὐτὲς τὶς μοναδικὲς τὶς εὐωδιές, ὅπως ἐκείνη τὴ μαγευτικὴ μοσχοβολιὰ ἀπὸ ὑγρὸ χῶμα καὶ ἄρωμα λεμονοανθῶν ἢ πορτοκαλανθῶν, καθὼς περνοῦσαν τὸ Ρέμα, ὅπου βρἰσκονταν οἱ κῆποι μὲ τὶς λεμονιὲς καὶ τὶς πορτοκαλιἐς τοῦ χωριοῦ. Αὐτὸ τὸ ἄρωμα κουβαλοῦσαν μαζί τους μαζὶ μὲ τὸ ἄλλο τὸ ἄρωμα τῆς Ἀναστάσιμης χαρᾶς, ποὺ τοὺς χάριζε ἡ Πασχάλια βραδυὰ σὲ κείνη τὴν παλιὰ τὴν ἐκκλησιά, ποὺ  χώνευε μέσα στὸ χρυσαφενιο τὸ φῶς, τὸ ἀληθινὸ τὸ φῶς ἀπὸ κεριὰ καὶ καντήλια ἀναμμένα. 

Μπορεῖ τὰ χρόνια νὰ πέρασαν, νὰ εἰσῆλθαν στὴν ψυχὴ νέες εἰκόνες, ὅμως δὲν κατάφεραν νὰ σκεπάσουν ἤ νὰ σβύσουν αὐτὲς τὶς ἀζάρωτες, χλωρὲς ἀκόμα, εἰκόνες ἀπὸ ἕνα καιρὸ φορτωμένο γνησιότητα καὶ εἰλικρίνεια. Ἀπὸἕνα καιρὸ ὑψηλῆς παιδείας, ποὺ τὴ δίδασκαν ἀγαράμματοι ἤ ὀλιγογράμματοι χωρικοἰ, ὡστόσο τόσο φωτισμένοι ἀπὸ τὴν ἁπλότητα  καὶ τὴ νοικοκυροσύνη τους. 

π. κ. ν. κ.

Αλεξάνδρου Μωραϊτίδου: ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, τόμος Δ΄




Αλεξάνδρου Μωραϊτίδου: ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ, Τόμος Γ΄




Τρίτη 9 Απριλίου 2019

Κυριακή 7 Απριλίου 2019

Τρίτη 2 Απριλίου 2019

Χριστίνα Μερκούρη, Κατερίνα Κουτλιάνη: ΙΕΡΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ


Περιοδικό ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, τεύχος 126, Απρίλιος 2018, σσ. 92-105



Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

Γιώργου Λέκκα: Σ’ ΕΝΑ ΠΛΑΝΗΤΗ ΟΛΟ ΣΙΩΠΗ (νέο ποίημα)


Σ’ άλλους αρέσει το φεγγάρι για το φως του
σε μένα αρέσει η σιωπή του.
Σ’ ένα πλανήτη όλο σιωπή θα κατοικήσω.
Θα μου αρκούν να σου μιλώ μόνο τα μάτια
και θα διαβάζεις στα δικά μου κάθε μου σκέψη.
Δεν θα χρειάζομαι πλέον λέξεις για να μιλήσω
γιατί δεν θα 'χω πια τίποτα ν’ αποκρύψω.
Θ’ άκουγα μέσα μου κάθε σου σκέψη
σάμπως ένα μαζί σου όπου και να 'σαι·
κάθε πάλι δική μου θα σε τυλίγει-
μια ζεστή αγκαλιά για να μη φοβάσαι.

23.3.2019

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει, εργάζεται και διακονεί ιερατικά στις Βρυξέλλες.]

Εικαστικό σχόλιο: Van Gogh,  White house at night

Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΘΥΡΑΝΟΙΞΙΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ... Της ιερατικής διακονίας της πέμπτης δεκαετίας οι απαρχές


Στ᾿ ἀλήθεια, ἔχουν τὴ σημασία τους καὶ τὸ εἰδικό τους τὸ βάρος οἱ διάφοροι ἐπέτειοι στὴ ζωή καὶ στὴ διακονία μας. Μάλιστα, ὅταν οἱ ἐπέτειοι αὐτὲς πληθύνονται, αὐξάνουν, μαζὶ μὲ τὴν ἡλικία ποὺ σωρεύει ὁ χρόνος, τότε ἀποκτοῦν ὅλο καὶ μεγαλύτερη ἀξία, γιατὶ τὸ ξέρεις: δὲν θὰ ἐπαναληφτοῦν. Δηλαδή, τὸ δέκα μπορεῖ νὰ γίνει εἴκοσι, τὸ εἴκοσι σαράντα, ὅμως, ὅταν σιμώσεις καὶ ξεπεράσεις τὸν ἀριθμὸ σαράντα, τότε ξέρεις ὅτι σιμώνεις στὸ νῆμα ποὺ τερματίζει τὸ ἄθλημα τῆς ἐπίγειας βιοτῆς. Ὁπότε καὶ περιμένεις,  μετρώντας ἕνα-ἕνα τὰ χρόνια ποὺ σοῦ περίσσεψαν πιά. 

Ὅμως γιὰ ἕνα ἱερέα, ποὺ ἔχει διανύσει πολυχρόνιο δρομολόγιο, πέραν τῶν τεσσάρων δεκαετιῶν, ἡ συγκίνηση καὶ ἡ συναισθηματική φόρτιση αὐξάνονται κάτι τέτοιες μέρες  καί,  δικαίως, μάλιστα. Γιατί, ὅταν σιμώσει ἡ ἐπέτειος τῆς εἰς πρεσβύτερον χειροτονίας του, -ἀφοῦ πλέον ἄλλον βαθμό ἱερωσύνης, ὅταν εἶναι ἔγγαμος, δὲν πρόκειται νὰ λάβει- τότε κατανοεῖ πολὺ καλὰ ὅτι ὁ Θεὸς στέκει στοργικὰ  πάνω του, λές καὶ τὸν χρειάζεται ἀκόμα... Μέγιστο, ὄντως, τὸ προνόμιο καὶ ἀκόμα πιὸ μεγαλο τὸ μάθημα ποὺ τὸ διδάσκεται αὐτὸς ὁ παπᾶς αὐτὲς τὶς ὁριακὲς τοῦ βίου του στιγμὲς καὶ μέρες. Ἐπειδὴ ζεῖ κι αὐτὰ τὰ νέα θυρανοίξια πρὸς μιὰ νέα δεκαετία μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ σταθεῖ τὸ ἴδιο συνεπής, ἔντιμος καὶ φιλακόλουθος, ὅπως προσπάθησε ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν... Ἔστω κι ἄν χρειαζόταν νὰ στραγγίξει καὶ τὰ ἔσχατα μόρια τῆς δύναμης καὶ ἀντοχῆς του. Ποὺ κάποτε ἔζησε, ἰδίως σὲ στιγμὲς τραγικὲς γιὰ κεῖνον καὶ τὴν ἐνορία του. Καὶ ποὺ δὲν ἦταν καὶ λίγες ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια... Κι ὅμως, ὅταν περνοῦσε κι αὐτὸ τὸ σύννεφο τῆς δοκιμασίας, τότε προσπαθοῦσε νὰ δεῖ καὶ τὴν ἄλλη της ὄψη, ὁπότε καταλάβαινε ὅτι πίσω ἀπ᾿ ὅλα στεκόταν τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, ποὺ φρόντιζε πάντοτε νὰ γαληνεύει τὰ πάντα. Καὶ κυρίως νὰ παρέχει διδαχὴ ὠφέλιμη, σφραγισμένη μὲ τὴν σοφία καὶ ἀγάπη Του.  Μὲ λίγα λόγια νὰ τοῦ ἀνοίγει σιγά-σιγὰ τὸ βιβλίο τῆς ἀνθρωπογνωσίας καὶ τὸν νουθετεῖ, ὥστε νὰ γνωρίσει καλύτερα καὶ μὲ ὅση γίνεται περισσότερη ἀκρίβεια τοὺς συνανθρώπους του, τὸ ποίμνιό του, γιὰ μπορέσει ἔτσι νὰ στερεώσει καλύτερα τὴν οἰκοδομὴ τῆς ἐνοριακῆς του κοινότητας. Γιατὶ «τὸ ἄρχειν καὶ διακονεῖν  ψυχῶν» εἶναι ὄντως μέγα ἄθλημα καὶ δὲν κατορθοῦται χωρὶς νὰ ὑπάρχει μιὰ σοβαρὴ μελέτη καὶ γνώση τῶν χαρακτήρων τῶν ἀνθρώπων. Ποὺ στὴν οὐσία ὅλοι αὐτοὶ οἱ χαρακτῆρες εἶναι ἕνα μέγιστο ψηφιδωτό, ἀπὸ κάθε λογῆς μορφὲς καὶ συμπεριφορὲς ἀνθρώπων. 

Στ᾿ ἀλήθεια, μέσα στὸ πέρασμα τῶν τεσσάρων δεκαετιῶν ποιμαντικοῦ βίου καὶ ἔργου πόσα πρόσωπα δὲ γνωρίζει κανεὶς  καί, κυρίως, μελετᾶ ὡς χαρακτῆρες; Κι αὐτὸ γιὰ νὰ κατορθώνει νὰ ἰσορροπεῖ, νὰ βιώνει -ὅσο τοῦ ἦταν βολετό- τὴ «μεσότητα», ποὺ λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Κι  ὅλ᾿ αὐτὰ στεφανωμενα μὲ τὴν  ὀδύνη, τὸ φαρμάκι καὶ τὴ μοναξιά. 

Μιὰ ἀκόμα ἐπέτειος, λοιπόν, ξημέρωσε. Πασπαλισμένη μὲ μνῆμες ἀχνοφωτισμένες, κυκλωμένη ἀπὸ πρόσωπα νέα τότε καὶ σήμερα γερασμένα ἤ ταξιδεμένα πιά. Ἐπέτειος, ποὺ σημαίνει καὶ μιὰ σύγκριση: Τοῦ τότε μὲ τὸν τωρινὸ ἐνθουσιασμό.  Ποὺ θυμίζει ἐπίσης καὶ τονίζει,  λάθη, παραλείψεις, ἐντάσεις, πικρίες καὶ ἄστοχους ἀνταγωνισμούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι κομμάτια τοῦ μεγάλου «παζλ», τὰ ἀπαραίτητα κομμάτια γιὰ νὰ συμπληρωθεῖ, ἕως ἔλθει τὸ τέλος. Ποὺ ἀσφαλῶς καὶ θὰ φανεῖ κάποτε.

π.κ. ν. κ   Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη: ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ (ποίημα)


-I-
Σα να ’ταν χθες 
δέντρα χυμώδη, λυγερά 
πόθο γιομάτα 
άνθιζαν κλαδιά 
άπλωναν ρίζες 
να ξεδιψάσουν στις αγκαλιές των ρυακιών 
και στων χειμάρρων την ορμή
 ηδονικά να ξαποστάσουν

Σα να ’ταν χθες 
άγουρα χρόνια 
χνούδια απαλά 
ανήσυχα 
φλόγα γιομάτα 
το μέλι τρυγούσαν των λουλουδιών 
τ’ αλάτι γεύονταν στα τρίσβαθα ωκεανών

Σήμερα θάλασσες πλατιές 
τους θησαυρούς γενναιόδωρα χαρίζουν

Σύντομα αλίμονο 
τόσο σύντομα 
αύριο κιόλας 
καράβια ξέμπαρκα 
γυμνά, ανάλαφρα, βαριά 
γλυκόπικρο μειδίαμα απορούν 
γέρνοντας προς την άλλη χώρα

 -II-
Βαδίσαμε ανεπιτήδευτα μέρες και μέρες 
με διαίσθηση χωρίς πυξίδα 
πυξίδα είχαμε το σώμα στραμμένο στην Ανατολή 
αλλά χαθήκαμε στο φως της μέρας 
Την αγάπη είπαν θ’ ανταμώναμε
 θα ’ρχονταν να μας προϋπαντήσει 
Δεν μάθαμε πως μάχονταν με σκιές 
και της ψυχής μας την αντάρα
 Φωνάζαμε ν’ ακούσουμε ότι υπάρχουμε 
και δεν μπορέσαμε τη μουσική της σιωπής ν’ αφουγκραστούμε 
Σ’ ατέρμονους αγώνες δώσαμε μάχες 
νικητές και νικημένοι χλωρίδα απώλειας 
Τώρα το άδειο απλώνεται στην άκρη της πατούσας 
και δίπλα η σιωπή στοχάζεται την απορία μας

Μπορεί και να ’μασταν ωραίοι μαχητές 
αλλά χαθήκαμε στο διάβα 
Μπορεί το σύθαμπο της μέρας να έλαμψε στα μάτια 
Μπορεί το φως του φεγγαριού να φώτισε τις σκοτεινές πτυχές μας 
                                    
 -III-
Οι χαρές που ζήσαμε χάθηκαν 
πήραν μαζί τους ό,τι είχαμε αγαπήσει 
όνειρα στέρνες δίχως νερό 
Αφού οι πηγές στέρεψαν 
και τα χείλη στεγνά 
πεφταστέρια οράματα 
φύσημ’ αγέρα συγκινήσεις 
Από χρόνους τ’ αφήσαμε πίσω 
πορευόμαστε δέντρα ξεριζωμένα

Μια βαθιά ερημιά κατοικεί μέσα μας 
μια γαλήνη πετρωμένη 
Κάπου κάπου ένα δάκρυ στεγνό 
προσπαθεί κρυφά 
να ραγίσει τη γαλήνη της πέτρας 
Ποιο δάκρυ ωστόσο μπορεί 
να ταράξει τη γαλήνη της πέτρας

Βότσαλα στο δισάκι 
σημάδια για το δρόμο του γυρισμού 
Ψαχουλεύουμε 
το φως λιγόστεψε τώρα πια 
και οι ρίζες κομμένες 
Τώρα ήρθε ο καιρός των γαλήνιων πετρωμάτων 
Τώρα ήρθαν τα χρόνια τα πέτρινα

Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας 
σπίτια σωριασμένα κατάχαμα 
Πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας 
άδειους περιστερώνες 
Τα περιστέρια τα φυγαδέψαμε
μείναν ερημωμένοι περιστερώνες 
αραδιασμένοι στο χρόνο

Τα ζεστά μονοπάτια τ’ αφήσαμε πίσω 
Τώρα τα πέτρινα χρόνια 
προδοσίες φυτρώσαν 
ανθίσαν απώλειες 
Πώς ν’ ανθίσουν στις πέτρες τριαντάφυλλα 
Αυτό δεν έχει ξαναγίνει 
Κάποια βρύα αν φυτρώσουν 
θα ’ν’ αρκετό 
να θυμίζουν πως περάσαμε απ’ εκεί
                               
 -IV-
Μέρες και μέρες οδεύσαμε σκυφτοί 
διαβάτες της σιωπής 
τραγουδιστές της καταχνιάς 
χέρια γερμένα ηλιοτρόπια 
στήθη δάκρυα πετρωμένα 
Όταν τα βλέμματα σηκώσαμε 
είδαμε ανάστροφα τον κόσμο 
Όταν τα χέρια απλώσαμε 
αγγίξαμε την ερημιά μας 
γείραμε απόμερα 
κι αψιμαχούσαμε με τη σιωπή 
Τότε κοιτάξαμε το πέλαγος 
όπου απλώσαμε το δάκρυ μας 
Το μπλε ήταν βαθύ 
μας χώρεσε 
κι ανθίσαμε θαλάσσιες ανεμώνες 
Τα πέταλα ανοίξαμε πανιά 
και με το μίσχο στήσαμε κατάρτι 
σαλπάραμε στ’ ανοιχτά 
Κι όταν η θάλασσα έσκαγε χαμόγελα 
γεμίζαμε τον κόρφο μόρτες ανέμους 
Κι όταν το κύμα άγγιζε τ’ ακροδάχτυλα 
γεννιόνταν άσπρα περιστέρια 
Κι όταν ο καημός περίσσευε στο πέλαγος 
εμείς προτείναμε το στήθος 
Μείναμε έτσι στ’ ανοιχτά 
μέχρι το τέλειωμα του χρόνου
                                             
 -V-
Ήταν ωραία τα παιχνίδια 
που υποψιαστήκαμε στην παραλία 
Χάθηκαν γρήγορα κι άφησαν την άλμη τους 
τ’ αλάτι είχε κιόλας διεισδύσει 
στα υπόγεια στρώματα 
όπου ορυκτός πλούτος πλεόναζε
 Ύστερα ουράνιο τόξο 
ζωγράφισε την τροχιά της νιότης 
και των ονείρων μας την αύρα 
Τώρα ο άνεμος σβήνει τα χνάρια των βημάτων 
και μεις χαμογελάμε 
μες στων παιδιών τα βλέμματα
                                     
 -VI-
Τ’ αλάτι θα γέψουμε με πόθο 
κι αλύγιστοι θ’ αντέξουμε τα κύματα 
Στους βράχους γαντζωμένοι θ’ ανασάνουμε 
ν’ ανασκουμπωθούμε 
Πρώτιστη έγνοια 
προσεκτικά να ψάξουμε 
βαθιά στης πρώτης σπίθας τη σπηλιά 
για ν’ αποθέσουμε το γένος 
με νανουρίσματα γλυκά 
Με του μαστού το γάλα 
θα θρέψουμε τις ρίζες 
θα τις ζεστάνουμε με την ανάσα 
Καλά θα κρύψουμε κειμήλια και φυλαχτά 
να προστατέψουμε το γένος 
από μωρίας βλέμματα 
Τις φύτρες θα στυλώσουμε πάνω στις ρίζες μας 
τα βλασταράκια, τα κλωνιά τα τρυφερά 
Εκεί θα ακουμπήσουμε 
και θα ονειρευτούμε 
πως τάχα είδαμε το Πρώτο Φως 
Και καθισμένοι στου φεγγαριού τη χούφτα 
περιδιαβαίναμε τους γαλαξίες 
πως τάχα το τέλειωμα του χρόνου 
είχε προ πολλού καταργηθεί 
Όλα όλα θα τα ονειρευτούμε 
πριν γείρουμε εκεί απαλά 
και αποκοιμηθούμε

  -VII-
Η θάλασσα, ο ορίζοντας, το ουράνιο τόξο και η πρώτη σταγόνα 
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε 
Η απορία που διαγράφεται στα χείλη 
Το φτερούγισμα το ερωτικό, η γέννηση και ο θάνατος 
Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι 
Όλα σφιχτοδεμένο στεφάνι στην τροχιά του σύμπαντος 
Το βουβό κλάμα, το χαμόγελο και η έκσταση 
Η χαρά, η οδύνη, ο κόπος και η ανάπαψη 
Οι αισθήσεις και η αντίληψη, ο λόγος και η συνείδηση 
Το βίωμα και η ύπαρξη Η αναζήτηση που τέλος δεν έχει 
Ο δρόμος ο πλατύς π’ ανοίγει άλλους δρόμους 
Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε Η γέννηση και ο θάνατος 
Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι 
Το όλο και το μέρος του τ’ αδιαίρετο 
Ο άνθρωπος, η γη και το σύμπαν

Δέσποινα Καϊτατζή-ΧουλιούμηΔιαδρομές,  Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 1915.


*Η Καϊτατζή Χουλιούμη Δέσποινα είναι κλινικός ψυχολόγος (Msc) της Σχολής  Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ουψάλα. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) και μέλος της Εταιρίας η Συντροφιά της Karin Boye ( Karin Boye Sällskapet). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Λιγοστεύουν οι λέξεις, 2017, Εκδόσεις Μελάνι, Διαδρομές, 2015, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Συναισθηματικό αλφαβητάρι, 2009,  Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, Ο Δρόμος, 2006, Εκδώσεις Δήμου Σερρών, καθώς και το δίγλωσσο βιβλίο σουηδικής ποίησης σε δική της μετάφραση Δέρμα από Πεταλούδες-Επιλογές Σουηδικής Ποίησης, 2018, εκδόσεις Intellectum. Ποιήματα, μεταφράσεις, διηγήματα και κριτικές αναγνώσεις της, έχουν δημοσιευτεί στο ΘΕΥΘ, Νέα Εποχή, Δίοδος, Intellectum, http://www.periou.gr/, http://www.poiein.gr, http://frear.gr/, https://diastixo.gr, http://www.intellectum.org,   http://fractalart.gr/,  http://staxtes.com/, https://tokoskino.me,  κλπ

Σάββατο 23 Μαρτίου 2019

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΝΑΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥΣ...

Ταπεινὲς σκέψεις ἑνὸς ἐπαρχιώτη ἐφημερίου ἐν ὄψει τῶν νέων Ἀρχιερατικῶν ἐκλογῶν

Μνημόσυνο ἱερὸ Πολυκάρπου Ἀρχιερέως, τοπίκλην Χρυσικοῦ, Ἐπισκόπου γενομένου Τανάγρας

Τοὺς ἐναγωνίως ἀναμένοντας, ἀδεφοὺς καὶ συλλειτουργούς, τοὺς ὑποψηφίους πρὸς Ἀρχιερατείαν σκέφτομαι αὐτὲς τὶς κρίσιμες γι’ αύτοὺς  ὧρες. Κι ὁ νοῦς, ἀλλὰ  καὶ  ἡ ψυχή μου ἀπὸ μακρυὰ τοὺς συντροφεύει, καθὼς ἑτοιμάζονται νὰ ἀθληθοῦν καὶ νὰ προσπαθήσουν νὰ παρασταθοῦν ἐνώπιον τοῦ ἐκλογίμου σώματος τῶν Ἱεραρχῶν, ὥστε νὰ τοὺς δοθεῖ ὁ μισθός τους.

Ὄντως κορυφαῖες, λοιπόν, εἶναι αὐτὲς οἱ στιγμές, ποὺ τὶς σφραγίζει ἡ ἔγκοπος ἀγωνία, ἀλλὰ καὶ τὶς ἀπαλύνει ἡ ἱκέσιος  προσευχητικὴ ἔκφραση: «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου». Βαρύς, ὄντως, ὁ λόγος, ὅμως ἀναγκαῖος νὰ καταλαγιάσει τὴν κυμαινομένη ἐσωτερικὰ θάλασσα, ποὺ ἡ ἀγωνία παρουσιάζει. Γιατὶ αὐτὸ τὸ βράδυ τῆς παραμονῆς τῆς ἐκλογῆς του, ὁ κάθε ὑποψήφιος ἐπιχειρεῖ, μέσα στὸ ἴδιο κλίμα τοῦ Κήπου τῆς Γεθσημανῆς [πρβλ. Μτθ. 27, 37-39],  νὰ ἁπλώσει μπροστά του ὅλη του ἡ βιοτή. Μὲ λίγα λόγια ν᾿ ἀνοίξει τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς του, ποὺ ἔχει βαθιὰ κρυμμένο μέσα του, νὰ τὸ φυλλομετρήσει καὶ νὰ σταθεῖ πάνω σὲ γεγονότα/σταθμοὺς τοῦ βίου του, ὥστε νὰ προσέξει καλύτερα ὅλη του τὴν ἱερατική, κυρίως, διαδρομή, ἴσαμε τὸ σημεῖο ποὺ φτάνει ἔξω ἀπὸ τὴ μεγάλη κι ἐπιβλητικὴ θύρα τοῦ Συνοδικοῦ Μεγάρου περιμένοντας... Τί, στ᾿ ἀλήθεια; Μὰ τὸ ν᾿ ἀκούσει τὴν εἴδηση ὅτι ἐξελέγη Ἐπίσκοπος... Ὅτι βρέθηκε κι αὐτὸς στῶν Ἀρχιερέων τὸν Σύλλογον. 

Ἀνοίγει, λοιπόν, τὴν παραμονὴ τῶν ἐκλογῶν τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς του καὶ γυρίζει ἕνα-ἕνα τὰ φύλλα του, ὅπου ἀποτυπώθηκαν, γραμμένα μὲ κάθε εἰλικρίνεια, ὅλα τὰ καθέκαστα τοῦ βίου του, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ γνώρισε τὸν κόσμο, ἴσαμε τὴν πιὸ ὑψωμένη στιγμὴ τῆς ζωῆς του: Ἐκείνη τῆς ἀφιερώσεώς του στὴν Ἐκκλησία. Ποὺ προσῆλθε νὰ Τὴν διακονήσει ὡς ταπεινὸς ἱερομόναχος. Κι ἀπὸ μπροστά του περνοῦν οἰ μισοφωτισμένες ὧρες τῆς κουρᾶς του, τῶν χειροτονιῶν του μὲ τοὺς λόγους/ὑποσχέσεις πρὸς τὴν Ἐκκλησία, στὸ ποίμνιο, στοὺς συλλειτουργούς του. Ἔτσι, καταφέρνει νὰ κάμει μιὰ περιδιάβαση αὐτογνωστικοῦ χαρακτήρα, μὲ πυρήνα τὴν προσευχὴ πάντοτε, ὥστε νὰ καταλάβει καλὰ τὸ ποιὸς εἶναι, ὅταν -πάντα μὲ τὸ θέλημά Του- σταθεῖ ἐνώπιόν Του καὶ ψελλίσει: «Καὶ ἤκουσα τῆς φωνῆς Κυρίου λέγοντος· τίνα ἀποστείλω, καὶ τίς πορεύσεται πρὸς τὸν λαὸν τοῦτον; καὶ εἶπα· ἰδοὺ ἐγώ εἰμι· ἀπόστειλόν με». (Ἠσ. 6, 8-9) Κι ἀναγαλλιάζει ἠ ψυχή του καθὼς ξαναθυμᾶται αὐτὰ τὰ θεμελιωμένα λόγια, ποὺ ἀποπνέουν αἰσιοδοξία καὶ γαλήνη στὴν ψυχή του. Ἐπειδὴ μὲ αὐτὸν τὸν λόγο ὡς βακτηρία ὀφείλει νὰ πορευτεῖ καὶ τώρα καὶ αὔριο καὶ πάντα.

Καθὼς ἀναμένουμε τὶς Ἀρχιερατικὲς ἐκλογές, καθώς, δηλαδή, ζοῦμε στὸ γεγονὸς τῆς παραμονῆς (καὶ τῆς ἀναμονῆς), ὁ νοῦς ἀβίαστα πηγαίνει  στὶς παραμονὲς τῶν μεγάλων γιορτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν μεγάλων τοῦ βίου στιγμῶν ( ὅπως  π. χ. εἶναι  ἡ χειροτονία, ἡ πρώτη θ. Λειτουργία, τὸ πρῶτο κήρυγμα κ. ἄ). Περιμένει, λοιπόν, ὁ καθένας ὑπομονετικὰ στὸ στασίδι του, συντροφιὰ μὲ τὴν προσευχή... Καί, ναί, αὐτὲς οἱ στιγμὲς ἐν ἀγωνίᾳ πολλῇ διέρχονται, ὅμως ὅλοι τὸ καταλαβαίνουν, πώς  ὅ,τι ζοῦν, τὸ βιώνουν μέσα στὸ εὔκρατο κλίμα αὐτῆς τῆς γόνιμης ἀγωνίας, ποὺ φανερώνεται πρὸς δόξαν Θεοῦ μόνο, καί,  κυρίως,  προβάλλεται  πρὸς νουθεσίαν καὶ πνευματικὴ ὠφέλεια. Κι αὐτὸ τὸ τελευταῖο, ὅλοι τὸ καταλαβαίνουν πολὺ καλά...

π. κ. ν. κ.

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2019

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΩΝ "ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΩΝ" ΤΟ ΜΕΓΑ ΚΛΕΟΣ

«Χαρᾶς αἰτίας χαρίτωσον… »

Μνήμη ἱερὰ Μητροπολίτου Πέργης κυροῦ Εὐαγγέλου καὶ ταπεινὸ εὐχαριστήριο γιὰ τὴν παρακαταθήκη ποὺ μᾶς ἄφησε 


Κάθε Παρασκευή, τώρα τὴ Μεγάλη Σαρακοστή, ἐκεῖ κατὰ  τὸ ἀπόβραδο, ἀνοίγουν οἱ ἐκκλησιές καὶ ὑποδέχονται τοὺς ὅσους πιστοὺς νοιώθουν τὴν ἀνάγκη νὰ μεταγγίσουν μέσα τους λίγα ψήγματα χαρᾶς, ἀγαλλιάσεως καὶ ἀφάτου συγκινήσεως. Εἶναι, βλέπεις,  ἡ ἄχραντη ἡ ὥρα, ποὺ θὰ ψαλοῦν οἱ Χαιρετισμοὶ στὴ Χάρη Της, αὐτὰ τὰ ἀθάνατα κι ἀρυτίδωτα ἱερὰ ποιήματα, ποὺ ὁ πυρήνας τους διασώζει ὅλη τὴν εὐσέβεια καὶ τὴν ἀταλάντευτη πίστη ἑνὸς λαοῦ. Τοῦ εὐγενοῦς καὶ ταπεινοῦ λαοῦ τῆς Χάριτος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Ἔτσι, μέσα στὸ μυρωμένο ἀπόβραδο ποὺ ἁπλώνει ἀδίστακτα ἡ ἄνοιξη, καθὼς ἀνοίγεται πιὰ γύρω μας, ἀφήνονται μέσα στὶς ἐκκλησιὲς οἱ ὕμνοι πρὸς τὴν Παναγιά μας, μαζὶ μὲ ἐκεῖνα τὰ ἀτέλειωτα «Χαῖρε». Τὰ «Χαῖρε» ποὺ  μεταμορφώνουν τὰ μώβ τῆς Σαρακοστῆς σὲ ἀναστάσιμη χαρά, σὲ αἰσιοδοξία, ποὺ εἶναι ἀναμφίβολα φίλεμα οὐράνιο. Κι ἀκούγονται τὰ «Χαῖρε», ποὺ εὐωδιάζουν ἀπό τὰ φρεσκοκομμένα ἀνοιξιάτικα ἄνθη καὶ τὸ θυμίαμα τὸ εὔοσμον καὶ ποτίζουν μέχρι τὰ ἔσχατα κύτταρα τὸ εἶναι μας. 

Ἀλήθεια, πόση ἀγαλλίαση δὲ φέρουν οἱ στιγμὲς αὐτές, καθὼς τὸ Σαρακοστιανὸ ἀπόβραδο τῆς Παρασκευῆς γίνεται τὸ σύνορο ἐκεῖνο, ποὺ μᾶς περνάει στὴν ἄλλη μεριά, ἐκείνη τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως, ἀφοῦ Ἐκείνη, «ἡ κόσμῳ τεκοῦσα σωτηρίαν», μᾶς ἀνοίγει τὴ θύρα τοῦ Σαββατοκύριακου, ὅπου «καταπαύει» (Γεν. 2, 3), γιὰ λίγο ἡ πορεία μας, ἀναπαυόμαστε κι ὕστερα συνεχίζουμε πάλι τὸ ταξίδι μας πρὸς τὸ Πάσχα. Ἔτσι, παραμερίζουμε γιὰ λίγο τὸ μισοσκόταδο τῶν προηγούμενων ἡμερῶν, τῶν ντυμένων μὲ τὰ πένθιμα τὰ χρώματα τῆς Σαρακοστῆς κι ἀφήνουμε τὸ Σταυροαναστασιμο τὸ φῶς, ποὺ ἀκτινοβολοῦν οἱ Θ. Λειτουργίες τοῦ κάθε Σαββατοκύριακου, νὰ καταυγάσει λίγο τὸ εἶναι μας. Μέχρι νὰ ἔλθει τὸ ἀπόβραδο τῆς Κυριακῆς, ὅπου μὲ τὸν Κατανυκτικὸ τὸν Ἑσπερινὸ θὰ μᾶς φέρει καὶ πάλι στὸ «στάδιον τῶν ἀρετῶν», γιὰ νὰ συνεχίσουμε...

Ἔτσι ἡ ἀμείωτη χαρὰ τῆς κάθε Παρασκευῆς μὲ τὴν  Ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν  μᾶς συμμαζεύει γύρω ἀπὸ τὴν Παρουσία Της, ποὺ τὴν ἱκετεύουμε νὰ γίνει «κλῖμαξ γῆθεν πάντας ἀνυψώσασα χάριτι, ἀλλὰ καὶ ἡ γέφυρα, ὥστε νὰ μᾶς μεταφέρει «ἐκ θανάτου πάντας, πρὸς ζωήν...».   Τί ἄλλο, δηλαδή; 

π. κ. ν. κ
Related Posts with Thumbnails