© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017

Γιώργου Λέκκα: Η ΚΥΡΙΑ ΤΩΝ ΕΝΤΕΚΑ ή ΣΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΑΡΧΕΙΣ (νέο ποίημα)

["Christmas Eve Stroll" by Frances Mary Pflanz]

Μια κυρία κάνει πάντα στις έντεκα
την καθορισμένη της βόλτα –
αν και πλέον σα να μην υπάρχει 
κι έτσι το μυστικό της γνωρίζουνε τώρα
μόνο τα δέντρα και τα πουλιά.
Μας έπλασες για να ζήσουμε μες την ομορφιά
κι εγώ σκορπίζω γύρω μου τον θάνατο
δήθεν πως θα την συντηρήσω.
Να μπορούσα να ζω κι εγώ σα να μην υπάρχω
επειδή κι ο Ίδιος ζεις σα να μην υπάρχεις.
Γι’ αυτό δεν έγινες άνθρωπος σα να μην υπήρχες;
Παραμονές Χριστουγέννων 2017,
Chemin de la Dame d’onze heures

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ Γεώργιος Λέκκας ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες]

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «ΤΗι 25ῃ ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ [ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ]», ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΔΗΛΑΔΗ


Κηροσταγμένο Μηναῖο τοῦ Δεκεμβρίου μηνός. Ἐκδόσεως Βενετίας 18...Μὲ φύλλα σταχτόχρωμα, χοντρά, ποτισμένα μελάνια, μαῦρα καὶ κόκκινα, μὲ πρωτογράμματα περίεργα καὶ γραμματοσειρὰ φροντισμένη.
Τὸ ἀνοίγεις ἀπὸ περιέργεια, μέρες ποὺ εἶναι τῶν Εἰσοδίων τοῦ Ἁγίου Δωδεκαημέρου καὶ ἀναρριγᾶς, καθὼς ἀνταμώνεις τὶς σελίδες ὅπου γράφονται: «Τῇ ΚΕ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, Ἡ κατὰ σάρκα Γέννησις τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Φυλλομετρᾶς μὲ προσοχὴ καὶ συγκίνηση τὶς σελίδες κι ἀφουγκράζεσαι τὸ δίπλωμα τῶν σελίδων, ποὺ γίνεται ἥσυχα καὶ μὲ τὸν ἀπαιτούμενο σεβασμό. Γιατὶ τὸ θέαμα ποὺ ἀναδύεται, καθὼς γυρίζουν τὰ φύλλα, εἶναι πράγματι συγκλονιστικό. Εἶναι θέαμα ποὺ δὲν ξεπερνιέται εὔκολα. Ὅπως δὲν μπορεῖς π.χ. νὰ μὴ σταθεῖς μπροστὰ σὲ ἕνα τοπίο ἐξαίσιο, σὲ ἕνα ἔργο τέχνης εὐφρόσυνο καὶ νὰ μὴν τὸ θαυμασεις. Κι αὐτό, ἐπειδὴ οἱ σελίδες αὐτὲς ποὺ ἔχουν πιὰ ἀλλοιωθεῖ καὶ στιγματιστεῖ ἀπὸ τὸ χρόνο, τὴ χρήση καὶ τὴν προσφορά τους, διακρίνονται καὶ νοῦνται πιὰ ὡς ἱερὴ παρακαταθήκη. Κι εἶναι ὄντως ἱερὴ κι ἁγιασμένη παρακαταθήκη αὐτὲς οἱ σελίδες, ἀφοῦ ἔχουν κρατήσει μέσα τους ζωντανὸ τὸ Χρόνο, ποὺ τὸν (ξανα)ζεῖς, ἀλλὰ καὶ τὸν ψαύεις στὰ σκουριασμένα κηροστάγματα καὶ στὰ μισομαυρισμένα, ἀπὸ τὴ χρήση, ἀκρα τῶν φύλλων τοῦ παλαίτυπου αὐτοῦ.
Ἄραγε, πὼς εἶναι δυνατὸ νὰ ξεπεράσεις τὴν ἱερὴ συγκίνηση, ἀλλὰ καὶ τὴν κατάνυξη ποὺ ἀποπνέουν οἱ σελίδες αὐτές; Ὅταν ἀναλογιστεῖς, δηλαδή, πόσα χέρια ἄγγιξαν αὐτές, πόσα μάτια τὶς δίαβασαν, πόσα στόματα ἔψαλλαν αὐτοὺς τοὺς ὕμνους, ὕμνους πανηγυρικούς, παραμυθητικούς, θεόσταλτους καὶ θεοφώτιστους ! Σὲ ἄλλους καιροὺς καὶ χρόνους, ὅταν δὲν ὑπῆρχαν ἠλεκτρικά, ἀλλὰ κεριὰ καὶ λαδοκάντηλα. Ὅταν οἱ βαθεῖς Χριστουγεννιάτικοι Ὄρθροι ἦταν ποτισμένοι ἀπὸ τὴν ὑγρασία καὶ μυρωμένοι ἀπὸ τὸ μελισσοκέρι, τὸ θυμίαμα καὶ τὸ καμμένο λάδι. Χωνεμένοι μέσα στὸ μισοσκόταδο ἄνθρωποι καὶ ἐκκλησιά, ἀφουγκράζονται τὸν ψάλτη καὶ τὸ παπᾶ νὰ πεῖ τοῦ Χριστοῦ τὰ γράμματα, νὰ παρουν ἀπόλυση -ἀφοῦ μεταλάβουν- περιμένοντας νὰ φέξει ὁ Θεὸς τὴ μέρα. Ὅλα γύρω ἀπέριττα καὶ ταπεινά, ὅπως τὸ νόημα καὶ ἡ διδαχὴ τῆς ἴδιας τῆς Γιορτῆς, ποὺ δὲν ἔχει κανένα χαρακτήρα ὑπερβολῆς καὶ κομπορρημοσύνης, γιατὶ δὲν ταιριάζει μὲ τὸ ἴδιο τὸ Γεγονός ποὺ τονίζει: «Θεὸς ἐν φάτνῃ ἀνακλίνεται..», ἀλλὰ καὶ ὅτι «ἐθελουσίως ἐπτώχευσεν». Δὲν ταιριάζει δηλαδή, μήτε μὲ τὴ βιοτἠ, μήτε μὲ τὴν ἴδια τὴν πολιτεία τῶν πιστῶν, ποὺ ξέρουν πολὺ καλὰ ὅτι ὁ χῶρος τοῦ ναοῦ ποὺ μαζεύτηκαν εἶναι τὸ ἄλλο τους τὸ σπίτι. Τὸ σπίτι ποὺ πρωτοαντικρύζουν μόλις γεννηθοῦν, τὸ σπίτι ποὺ δέχονται τὸν τελευταῖο ἀσπασμὸ λίγο πρὶν σφαλίσει τοῦ τάφου ἡ μεγάλη ἡ θύρα.
Ἀπὸ αὐτὰ τὰ φύλλα τοῦ παλιοῦ Μηναίου, λοιπόν, ἀνατέλλουν ἑόρτιες περασμένες μέρες παλιῶν Δωδεκαήμερων, μὲ ἄγνωστα σὲ μᾶς πρόσωπα ἱερέων, ἱεροψαλτῶν, ἐνοριτῶν, νὰ συνθέτουν τὸ μέγα τῆς Γιορτῆς Πανηγύρι. Μαζί τους καὶ τὰ παιδιά, ποὺ κρατώντας τὸ ἴδιο αὐτὸ Μηναῖο, σ’ αὐτὲς τὶς σελίδες ἀνοιχτές, περνοῦσαν ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἐνορίτες ποὺ ἐκκλησιάζονται καὶ γύρευαν τὴν «προαίρεση», τὸ φίλεμά τους δηλαδή, μέρα ποὺ εἶναι, γιατὶ ἔτσι τὸ θέλει τὸ ἔθιμο ποὺ ἔσβυσε πιά. Μόλις, λοιπὸν, ἀκούγονταν-τὴν ὥρα ποὺ ψάλλεται ἡ θ΄ δή - ἡ φράση: «ἡ προαίρεσις δίδου», τότε μὲ ἀνοιχτὸ τὸ Μηναῖο τὰ παιδιὰ περιφέρονταν στὸ ναὸ καὶ ζητοῦσαν τὴν «προάιρεση» τῶν πιστῶν, τὸ ἑόρτιο φιλοδώρημα... Λίγες δεκάρες δηλαδή, ἤ κανένα πενηνταράκι, ἄντε τὸ πολύ καμμιὰ δραχμή... Καὶ πολλὰ θὰ ἦταν.
Ἀνοίγονται, λοιπόν, οἱ πύλες τῆς Μνήμης ἀπὸ τὸ κηροασταγμένο τὸ Μηναῖο καὶ ἀνεβαίνουν ἀπὸ τὰ δώματα τῆς ἡσυχίας τους οἱ φτωχοὶ οἱ παπαδες μὲ τὰ ροζιασμένα χέρια καὶ μὲ τρεμάμενη φωνὴ ἀπὸ τὴ συγκίνηση καὶ τὸ ἱερὸ τὸ δέος ἀπαγγέλλουν τὶς εὐχὲς τῆς Εὐχαριστίας καὶ τὴν εὐαγγελικὴ περικοπή, μέχρι νἄρθει ἡ σεπτὴ τῆς Θ. Μεταλήψεως ὥρα γιὰ νὰ κοινωνήσουν οἱ πιστοί. Οἱ πιστοί, ποὺ ἄλλο στολίδι δὲ χαίρονται τούτη τὴ μέρα παρὰ μονάχα ἐτοῦτο, τῆς Θ. Μεταλήψεως ὡς πολύτιμο θεοφίλεμα γιὰ τὸ σαρανταήμερο ποὺ διάβηκαν μὲ νηστεία καὶ προσμονή. Οἱ πιστοὶ ποὺ βιώνουν τὴν πτωχεία τοῦ Χριστοῦ, γιατὶ εἶναι κι ἐκεῖνοι φτωχοί, ἀναγκεμένοι, κουρασμένοι, κι ἄποροι. Κι ἀπὸ Ἐκεῖνον, «τὸν Χριστὸν ἐθελουσίως πτωχεύσαντα» περιμένουν μιὰ ἀχτίδα φωτεινὴ νὰ καταυγάσει τὴν ψυχή, τὸ νοῦ, τὸ εἶναι τους ὁλάκερο, ὤστε «ἀναγέννησιν» νὰ λάβουν «καὶ εἰς τὴν προτέραν εὐγένειαν» νὰ ὑψωθοῦν.
Μακάριοι στ᾿ ἀλήθεια, ὅσοι μποροῦν καὰι ἀποκρυπτογραφοῦν τὰ σημεῖα ποὺ μᾶς κληροδότησαν οἱ Πατέρες μας. Σημάδια σωτήρια ποὺ στὸν Παράδεισο, τὸ δίχως ἄλλο, ὁδηγοῦν, ἐπειδὴ γιὰ ἐκεῖνον στήθηκαν.

Χριστούγεννα 2017 π. κ.ν.κ.
 

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017

Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΗΣ ΠΑΡΑΜΟΝΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΟΙ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Στὸν Παναγιώτη τὸν Γιατρό, εὐγνωμοσύνης νεκεν

Ὅσο μεγαλώνει ὁ ἄνθρωπος τόσο ὁ χρόνος ποὺ σωρεύεται μέσα του τοῦ χαρίζει ἕνα πλῆθος ἀπὸ ἐμπειρίες. μπειρίες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες κάποιες κι ἀπομένουν ἀλησμόνητες καὶ χλωρὲς στὴν ψυχή του. Τότε, λοιπόν, νοιώθει πὼς μερικὲς ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς στιγμὲς ποὺ ἔζησε στὸ παρελθόν του, ὅλο καὶ ἀποκτοῦν μεγάλη άξία, καθὼς μεταβάλλονται σὲ πολύτιμα κοσμήματα, ἀκριβὰ κοσμήματα καὶ μὲ συναισθηματικὴ ἀξία φορτωμένα.
Ἔτσι, ἀπὸ τὶς πιὸ κορυφαῖες στιγμές τοῦ χθές ποὺ δύσκολα λησμονιοῦνται, εἶναι κι ἐκεῖνες τῶν παιδικῶν του χρόνων καὶ μάλιστα αὐτὲς ποὺ συνδέονται μὲ τὴν τρυφερὴ τὴ γιορτὴ τῶν Χριστουγέννων. Γιατὶ τότε ὅλα ὅσα ζεῖ κανείς, πασπαλίζονται μὲ τὴ χρυσόσκονη τῆς Νοσταλγίας καὶ τῆς Συγκίνησης. Ἔστω κι ἄν σήμερα ἔχει ἀμβλυνθεῖ ἡ συνείδηση καὶ ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος τῆς κατανάλωσης καὶ τῆς λατρείας τῆς εἰκόνας του, δὲ συγκινεῖται πιά, μήτε κι ἀγναντεύει ἀπὸ τὸ χαγιάτι τοῦ Χρόνου νὰ ξαναδεῖ περιούσιες στιγμὲς ποὺ στήνονται, ὡς ἄλλοι ὁδοδεῖχτες, μέσα στὴν λη του βιοπορεία. Τὸ γιατὶ εἶναι εὔκολο νὰ ἐπισημανθεῖ...
Δικαιώνω, λοιπόν, ἀπόλυτα τοὺς λογίους γείτονές μου, τοὺς δύο Ἀλέξανδρους τῆς φίλης Σκιάθου, ποὺ τέτοιες μέρες ἡ Νοσταλγία κι ἡ εὐαιασθησία λειτουργοῦσαν τόσο παραστατικά, ὥστε νὰ μᾶς παρουσιάσουν ἀνεπανάληπτες εἰκόνες ἀπὸ μιὰν ἐποχή χαρισματική (π. χ. βλ. τὶς ἀνεπαναληπτες «Εἰκόνες» τοῦ Ἀλ. Μωραϊτίδη). Γιατὶ μέσα τους διακρίνεται ἡ ἁπλότητα, ἡ σοφία καὶ ἡ ὀμορφιὰ τῆς ψυχῆς τῶν ἀνθρώπων.
Κάποιες εἰκόνες ἀπὸ τότε, ἀπὸ τὰ τρυφερὰ ἐκεῖνα τὰ χρόνια θὰ προσπαθήσω κι ἐγὼ νὰ ἰχνογραφήσω, ἔτσι, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε, ἐμεῖς, οἱ ὅσοι πιστοὶ ἀπομείναμε νὰ ἀγναντεύουμε ἀπὸ τὸ παράθυρο τῆς Νοσταλγίας καὶ νὰ θυμόμαστε.....
Ἀπὸ τὶς πλέον ἀλησμόνητες στιγμὲς ποὺ ζήσαμε, λοιπόν, τότε ποὺ πηγαίναμε στὰ σπίτια τὸ ἀπόβαραδο τῆς Παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων γιὰ τὰ Κάλαντα ἦταν κι οἱ εἰκόνες μὲ τὶς ἀναμμένες παραστιές, ποὺ φεγγοβολοῦσαν σ᾿ ὅλο τὸ μικρὸ τὸ δωμάτιο, ἀφήνοντας μιὰ λάμψη χρυσαφένια, ζωντανή, παραμυθητική. Ἐντύπωση, μάλιστα, προκαλοῦσαν πολλὰ ἀπὸ ὑπέροχα ἐκεῖνα τζακια τῶν παλιῶν Κληματιανῶν σπιτιῶν, ὅμως ἐκείνη ἡ παραστιὰ τοῦ σπιτιοῦ τοῦ μπαρμπα-Βαγγέλη τοῦ Καραστάθη στὸ Κατω Χωριό, εἶχε μιὰ ἄλλη χάρη κι μορφιά. Γιατὶ τὸ δωμάτιο ἦταν χωμένο μέσα στὴ γῆς, σὰν μιὰ σπηλιά, μὲ ἕνα παράθυρο νὰ κοιτᾶ κατὰ τὸ πέλαγο καὶ τὶς φραγκοσυκιὲς ποὺ εἶχαν φυτώσει παρακάτω. Πόση θαλπωρή, στ᾿ ἀλήθεια, ἀκτινοβολοῦσε ἐκεῖνο τὸ λιτὸ δωματιο τὸ στολισμένο μὲ τὴν
Σιμὰ στὸν γραφικὸ Τσιτσίραφλο ἦταν τὸ σπίτι αὐτό, δυτικὰ τῆς μικρῆς πλατείας. Γιὰ νὰ πᾶς ὅμως κάτω, ἐκεῖ, δηλαδή, ποὺ ἦταν ἡ παραστιὰ, ἔπρεπε νὰ κατεβεῖς δυό-τρία σκαλοπάτια-πάντα λευκά, φρεσκοασβεστωμένα. Ὅπως σχεδὸν κατάλευκη ἦταν κι ἡ παραστιά, ὅπου δίπλα της ξεκουράζονταν ὁ μπάρμπα-Βαγγέλης.
Ἦταν τὸ δεύτερο ἤ τὸ τρίτο σπίτι ποὺ πηγαίναμε νὰ «τὰ ποῦμε»-πρῶτο ἦταν πάντα τοῦ μπάρμπα-Κωνστανῆ τοῦ Τρακόσα, σιμὰ στὴν ἐκκλησιά. Ὅμως ἡ ἐπίσκεψη σὲ κείνη τὴν περιοχὴ εἶχε καὶ τὸ ἄλλο της κέρδος. Ἐκείνη τὴν πανοραμικὴ θέα ἀπὸ τὸν Τσιτσίραφλο κατὰ τὸ Λουτράκι, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴ Γλώσσα παραπάνω, ἤ κι ἀντίκρυ πρὸς τὴ Σκιάθο, ποὺ βούλιαζε μέσα στὰ χρώματα τοῦ δειλινοῦ.
Ἀκόμα ἐκεῖνο ποὺ ἐντυπωσίαζε τὶς παιδικές μας ψυχὲς ἦταν τὸ κρέας, τὸ ἑόρτιο ἔδεσμα, ποὺ ἄν δὲν ἔβραζε στὴν παραστιά, ἦταν κρεμασμένο στὸ καρφί, ψηλὰ στὴν παραταριά, σὲ μέρος δροσερό, ὄχι στὸ χειμωνιάτικο. Λιγοστὸ ἦταν πάντα, γιατὶ φτωχοὶ ἦταν οἱ περισσότεροι καὶ τέτοια ἐπίσημα φαγητὰ μονάχα στὶς γιορτάδες τρώγανε καὶ κάποιες λιγοστὲς Κυριακὲς ὅλο τὸ χρόνο.
Συνήθως στὰ περισσότερα τὰ σπίτια ὑπῆρχαν καὶ τὰ λεγόμενα «ἀγριουμιρνά», τὰ πουλιὰ δηλαδή, ποὺ πιάνανε μὲ παγίδες, ὅπως κοσύφια ἤ καὶ καμιὰ μπεκάτσα. Αὐτά, λοιπόν, ποὺ συμπλήρωναν τὸ γεῦμα ἤ τὸ δεῖπνο τὸ γιορταστικό, ἀπὸ τὴ Σαρακοστὴ τῶν Χριστουγέννων, τὸ Σαρανταήμερο, δηλαδή, λόγω τῆς νηστείας, τὰ λάτιζαν καὶ τὰ τρώγανε σὲ πρώτη εὐκαιρία.
Καθὼς ἀνεβαίναμε τώρα, γιὰ νὰ πᾶμε στὸ σπίτι τοῦ μπαρμπα-Γιωργάκη, περνούσαμε ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς θειᾶς-Μαριγούλας, ποὺ εἶχε μιὰ ἰδιαίτερη ὄψη, ἀφοῦ ἦταν ἀπὸ τὰ καινούρια σπίτια τοῦ Κάτω Χωριοῦ. Ἐντύπωση, μάλιστα, μᾶς ἔκανε ἡ μεγαλη παραστιὰ ποὺ ἦταν φρεσκοβαμμένη μὲ διάφορα χρώματα καὶ ἔδινε στὸ σπίτι μιὰ νότα γιορταστικῆς αἰσιοδοξίας καὶ θαλπωρῆς. Καὶ σιμὰ ἐκεῖ ὁ καλὸς ὁ μπαρμπα-Γιάννης, ἀπὸ τοὺς καλύτερους καμινάδες τοῦ χωριοῦ. Κι ἀπὸ κεῖ τραβούσαμε γιὰ τὸ σπίτι τοῦ Γερο Ζησιμή, μὲ παγωμένη πάντα τὴν ψυχή, γιατὶ ἦταν στὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ, στὸ δρόμο γιὰ τὴν Πλατάνα κι ὅταν ἄρχιζε νὰ σκοτεινιάζει, ὅλο καὶ πιὸ βιαστικὰ πηγαίναμε... Γιατὶ μὴν τὸ ξεχνᾶμε πὼς ἦταν κι ἡ ἐποχὴ ποὺ ἐλεύθερα κυκλοφοροῦσαν τὰ καλικατζούρια!!
Μιὰ ἄλλη εἰκόνα ποὺ δὲ φεύγει ἀπὸ τὸ νοῦ εἶναι κι ἐκείνη τῆς καλιάγριας, ποὺ καθὼς ἀποτελειωνε τὸ τριμμένο στάμα καὶ ἔβγαζε τὸ στερνὸ τὸ λάδι ἐκείνης τῆς μέρας, ἑτοιμάζονταν νὰ κλείσει γιὰ τοῦ Χριστοῦ , ὥστε νὰ ξανανοίξει μετὰ τῆς Παναγίας.
Καθώς περνούσαμε, λοιπόν, ἀπέξω ἀπὸ τὴν καλιάγρια σὲ ὥρα ἀπόβραδη, γιὰ πᾶμε Ἀποπέρα, κοιτάζαμε μὲ ἀπορία νὰ ἀχνοφέγγει τὸ ἐσωτερικό της ἀπὸ τὸν ἰσχνὸ φωτισμό καὶ νὰ χωνεύουν ὅλα ἐκεῖ μέσα, ἄνθρωποι καὶ ἐργαλεῖα στὴ χρυσόμαυρη καπνιά, ποὺ ἀνάδινε ὁ καμένος πυρήνας, ἀλλὰ κι ὁ θερμὸς ποὺ ἔβραζε στὴν παραστιὰ ἤ ἔλουζε τὰ τσουπιὰ πάνω στὴ μηχανή. Κι ἔβλεπες ὅλους έκείνους τοὺς λαδωμένους καλιαγρατζῆδες νὰ βιάζονται νὰ συμμαζέψουν τὰ πράματα, ὥστε νὰ πᾶνε στὰ σπίτια τους -χρονιάρα μέρα ξημέρωνε, βλέπεις- νά ξαποστάσουν καὶ νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησιά. Νὰ γιορτάσουν τοῦ Χριστοῦ μὲ σεβασμὸ καὶ συνάμα εὐφροσύνη.
Ἄλλη ἀλησμόνητη εἰκόνα ἦταν κι αὐτή. Ὅταν, δηλαδή, νύχτα πιὰ πηγαίναμε κατὰ τὸν Πεῦκο νὰ τὰ ποῦμε στὰ σπίτια ποὺ ἦταν ἐκεῖ γύρω. Καὶ λέω ὅτι ἀλησμόνητη ἦταν ἡ εἰκονα ποὺ βλέπαμε, γιατί ἀγναντεύαμε τὰ χλωμά φωτισμένα σπίτια τοῦ χωριοῦ μας, ἀντίθετα μὲ τὴν ἀντικρυνὴ τὴ Γλώσσα ποὺ μὲ ζωηρὰ φῶτα -εἶχε βλέπεις ἠλεκτρισμὸ τὸ χωριὸ τότε- φάνταζε γιορταστική, πανέμορφη.
Ὅμως ἐκεῖνο ποὺ μάγευε τὴν παιδικὴ ψυχὴ ἦταν ἐκείνη ἡ ἡσυχία τῆς νύχτας, ποὺ κάποιες στιγμὲς τὴν ἔκοβε ὁ ἀργὸς παφλασμὸς ἀπὸ τὰ κύματα κάτω στοῦ «Κώστα» ἤ στὰ «Σπάσματα» καὶ τὴ «Δάφνη». Θύμιζε, λοιπόν, αὐτὴ ἡ θαλασσοταραχὴ τὸ χριστουγεννιάτικο διήγημα ποὺ εἴχαμε διδαχτεῖ καὶ μᾶς εἶχε ἐντυπωσιάσει τόσο: Ἦταν τὸ διήγημα «Φουρτουνιασμένη θάλασσα» τοῦ Γεράσιμου Ἄννινου καὶ βρίσκεται στὸ Ἀναγνωστικὸ τῆς Δ΄ Δημοτικοῦ (ἔκδ. 1959, σελ.75-78 ). Ἕνα γνήσιο χριστουγεννιάτικο διήγημα μὲ σημασία μεγάλη καὶ πολλαπλὰ μηνύματα, ποὺ μέχρι σήμερα κεντοῦν τὸν ψυχισμό μας.
Δὲ θέλω νὰ κλείσω αὐτὸ τὸ γραφτό μου δίχως νὰ παρουσιάσω μιὰ ἀκόμα τελευταία εἰκόνα: Ἐκείνη τοῦ βαθέως Ὄρθρου, ἀνήμερα τὰ Χριστούγεννα, ποὺ ἀνεβαίναμε γιὰ τὴν ἐκκλησιά -ἄρχιζε τότε ἡ Ἀκολουθία γύρω στὶς 3 τὸ πρωΐ- κρατώντας οἱ περισσότεροι φανάρια κὰι κάποιοι τὰ λεγόμενα «λάϊτ» μὲ μπαταρία. Πάντως ἐκεῖνο τὸ σεργιάνι μέσα στὴ νυχτα μὲ τὰ σκόρπια φῶτα νὰ κινοῦνται κατω ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ποὺ ψιχάλιζε ἀστέρια, ἦταν ἔνα θέαμα ἀλησμόνητο.μοναδικό, ἀξεπέραστο. Καὶ πάντα αὐτὴ ἡ σκηνὴ δένεται μέσα μου μὲ τὸ βιβλικό «Διέλθωμεν δὴ ἕως Βηθλεέμ, καὶ ἴδωμεν τὸ ῥῆμα τοῦτο τὸ γεγονὸς ὃ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν» (Λκ. 2, 17- 18).
Στ᾿ ἀλήθεια, πῶς μπορεῖ κανένας νὰ μὴν τὰ θυμηθεῖ ὅλ᾿ αὐτὰ, μέρες ποὺ ἔρχονται, καὶ συνάμα νὰ μὴν προβληματιστεῖ, ποὺ τὰ νέα τὰ παιδιὰ δὲ θὰ ζήσουν ποτέ τους εἰκόνες σὰν αὐτές. Εἰκόνες σφραγισμένες μὲ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Στιγμὲς ὄντως πάντερπνες, στιγμὲς εὐλογημένες.
π. κ.ν.κ. Χριστούγεννα 2017 

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΡΟΕΟΡΤΙΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΣΤΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΚΑΤΩ ΧΩΡΙΟ, ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΛΗΜΑ

Ἤ, σεργιανώντας ἀνάμεσα στὰ ἐρείπια…



Ὁ δρόμος εἶναι ἀκόμα ὑγρὸς ἀπὸ τὴν ψεσινὴ βροχή. Παρ᾿ ὅλο ποὺ ὁ λιος εἶναι σήμερα ἀνοιξιάτικος, ἑλκυστικός, ὑπέροχος. Λές καὶ κατέβηκε ἀπό τὰ μυστικά του τὰ δώματα νὰ φωτίσει αὐτὴ τὴν ἐρημιὰ καὶ τὴν ἀπουσία. Γιατὶ, καθὼς περπατᾶς στὰ παλιὰ τὰ καλντερίμια καὶ πασχίζεις νὰ ἀρχειοθετήσεις τὶς ἀναμνήσεις σου, μὲ τὰ φευγάτα πιὰ πρόσωπα νὰ τὶς ψώνουν μέσα σου, μὲ φωνὲς, χειρονομίες, χαμόγελα καὶ δάκρυα, τότε νοιώθεις πὼς τὸ σεργιάνι αὐτὸ ἀποκτᾶ οὐσιαστικὸ νόημα. Γιατί, μέρες ποὺ εἶναι, μέρες προεόρτιες τῶν Χριστουγέννων, πασχίζεις νὰ ἐξετάσεις τὰ ὅσα θυμᾶσαι καὶ νὰ τὰ ταυτίσεις μὲ αὐτὰ ποὺ κάποτε, σ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη, τέτοιες χρονιάρες μέρες ἔζησες. Ἔτσι, μὲ ὀδύνη διαπιστώνεις πὼς ἐκεῖνοι, οἱ χθεσινοὶ ἄνθρωποι, ποὺ κατοικοῦσαν αὐτὸν τὸν τόπο, πέρασαν πιὰ τὴ θάλασσα τοῦ βίου τους. Τὴν διέπλευσαν τοῦ βίου τὴν θάλασσαν, ναί, ὡστόσο ἐκεῖνο ποὺ συνειδητὰ κι ἀπόλυτα βίωσαν ἦταν τὸ Μυστήριο τῆς Πτωχείας τοῦ Χριστοῦ, Μυστήριο, ποὺ ἀναντίρρητα ἑδράζεται πάνω στὸ λόγο τοῦ εροῦ Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ: «Δεῦτε λάβωμεν τὰ τοῦ Παραδείσου ἔνδον Σπηλαίου». Κι εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἐμβιώνεται, ὅπως διαπιστώνεται, ὁ λόγος αὐτὸς πέρα γιὰ πέρα ἀληθινὸς καὶ ἔντιμος. Γιατί, ὅπως πολὺ σωστὰ καταλαβαίνουμε, δὲν ἔχει καμία ἀπολύτως σχέση μὲ τὸν σημερινὸ νεοπλουτισμὸ, τὴν εὐδιάκριτη πρόκληση καὶ τὴν ἀπουσία φιλανθρώπου συνειδήσεως. Αὐτὴν τὴν πτωχεία διακρίνεις καὶ σήμερα, καθὼς κοιτάζεις τὰ ἐρείπια αὐτά καὶ ἐξακριβώνεις πὼς τὰ σπίτια ἐκεῖνα ἦταν μικροκαμωμένα, λιτά, φτωχικά, ὡστόσο δομημένα μὲ μεράκι καὶ μὲ γνώμονα τὴ γειτονία, τὴ συντροφικότητα, τὴν παρέα. Ἐπειδὴ μὲ αὐτὲς τὶς ἀρετὲς μποροῦσαν νὰ δημιουργήσουν ἕνα πολιτισμό, ποὺ δὲν ἐπαναλάμβανεται πιά. Πολιτισμό, ποὺ φαίνεται στὸ λιτὸ χτίσιμο τῶν σπιτιῶν, στὸ ἀρχοντικὸ καὶ λειτουργικὸ τζάκι (παραστιά), στὰ καλοφτιαγμένα ἐργόχειρα, στὸν ἴδιο τὸν τρόπο τῆς ζωῆς. Μιᾶς ζωῆς πειθαρχημένης, ἀλλὰ καὶ κεντημένης κάποτε-κάποτε μὲ τὰ χρώματα τὰ γιορτινά, ποὺ παραμέριζαν τὴν καθημερινότητα καὶ φώτιζαν τὴν ψυχὴ μὲ αἰσιόδοξία καὶ χαμόγελο. Κι ἦταν οἱ γιορτάδες, λοιπόν, ποὺ χάριζαν μὲ τὴν παρουσία τους αὐτὲς τὶς σωτήριες παρενθέσεις, ποὺ ἰσορροποῦσαν τὶς ταραγμένες, ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὶς ἔγνοιες, ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Οἱ καλὲς οἱ μέρες, ὅπως τὶς ὀνόμαζαν (π.χ. τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, τῶν Φώτων κ.λ.π.) ποὺ πασπάλιζαν τὶς ψυχὲς μὲ τὴ χρυσόσκονη τῆς εὐλογίας, ἀφοῦ χάριζαν σ᾿ αὐτὲς ἀνεπανάληπτα βιώματα, μὲ πρῶτο καὶ κύριο ἐκεῖνο τῆς γιορτῆς. Γιορτῆς στολισμένης μὲ τὴ νηστεία, τὴν προετοιμασία (ἀσβέστωμα παραστιᾶς, στρώσιμο τοῦ σπιτιοῦ μὲ καλύτερα στρωσίδια, τὸ Χριστόψωμο, τὶς τηγανίτες μὲ τὸ πετιμέζι, τὸ καλὸ φαΐ κ. ἄ). Μὲ κορυφαῖο, τὴν τιμὴ στὴ γιορτή, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλες τὶς μέρες τοῦ Δωδεαήμερου, πού, ὡστόσο, τὶς «λάμπρυναν» κι οἱ ἱστορίες μὲ τοὺς καλικάντζαρους, οἱ ὁποῖοι ἦταν παρόντες τὶς μέρες αὐτές.
Σεργιανώντας, λοιπόν, ἀνάμεσα στὰ σιωπηλὰ ἐρείπια , προσπαθεῖς νὰ τὰ ξαναδεῖς ὅπως τότε. Στερεωμένα, κατοικημένα, νοικοκυρεμένα, μὲ τὶς ἀναμμένες παραστιὲς νὰ ἀναδίδουν μιὰ ἀνάμεικτη μυρωδιὰ ἀπὸ καμένο ξύλο, ριμο κυδώνι καὶ φρεσκοψημμένο ψωμί... Ἔτσι, γιὰ νὰ ξορκιστεῖ ἡ ἐρημιὰ κι ἡ ἐγκατάλειψη.
Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009 /15 Δεκ. 2017 π.κ.ν.κ.

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017

Ο Άγιος της Συγγνώμης ως πηγή έμπνευσης Ζακυνθινών ποιητών και στιχογράφων

Διάλεξη του ΔΙΟΝΥΣΗ ΣΕΡΡΑ, φιλολόγου και λογοτέχνη,
κατά την 3η σύναξη του ζ΄ κύκλου μορφωτικών δράσεων του Κέντρου Λόγου «Αληθώς»
(Ναός Παναγούλας Μπανάτου, 10 Νοεμβρίου 2017)


Η στενή σχέση του ανθρώπου με το ιερό στοιχείο, η έμφυτη πίστη του στην ύπαρξη μιας ανώτατης φιλάνθρωπης δύναμης και η ανάγκη επικοινωνίας με το θείο αποτέλεσαν ανέκαθεν αντικείμενο ενασχόλησης διαφόρων Επιστημών και Τεχνών (κυρίως της ποίησης και της πεζογραφίας).

Στον ελληνόγλωσσο ειδικά χώρο, αδιάκοπη είναι η σχέση Θρησκείας και Λογοτεχνίας, ήδη από τα ομηρικά έπη και ώς τα έργα της κρητικής δημιουργίας με το θρησκευτικό π.χ. δράμα Η θυσία του Αβραάμ. Συνεχίζοντας πάντα στον αέναο αυτόν κύκλο, συναντάμε και τους προσολωμικούς ποιητές με πιο χαρακτηριστική «φωνή» αυτή του ιδιόρρυθμου και αντιφατικού Νικολάου Κουτούζη, που υπήρξε και φιλοεκκλησιαστικός ιερωμένος και –κατά περίπτωση– αντικληρικός σατιρογράφος, τιμώντας πάντως τον Άγιο Διονύσιο της Ζακύνθου με της έμπνευσης την πένα του και με της τέχνης τον χρωστήρα.

Στο πολυφωνικό αυτό πλαίσιο, η ομόλογη μαρτυρία της ποιητικής Ζακύνθου, μέχρι και τις μέρες μας, είναι σχετικά μικρή αλλά και εύγλωττη, οφειλόμενη στην άμεση επίδραση του Προστάτη του Νησιού, που εύλογα αγαπήθηκε από τους ντόπιους (και όχι μόνο), εμπνέοντας και ευάριθμους, έστω, ποιητές ή στιχογράφους, οι οποίοι άντλησαν ποικίλα θέματα από την ενάρετη ζωή Του, τα θαύματά Του, τη συγκλονιστική ιστορία με τον ικέτη φονιά του αδελφού Του, από την ανέγερση της νέας εκκλησίας του, από την ανάγκη για βοήθεια σε δύσκολες στιγμές κ.λπ. Σε στίχους λυρικοστοχαστικούς, λατρευτικής αφόρμησης και στόχευσης υμνητικής, παραδοσιακής ή νεωτερικής τεχνοτροπίας, διοχέτευσαν τον σεβασμό, τον θαυμασμό, την υπερηφάνεια τους για τη Χάρη του Αγίου της Συγγνώμης.

Κάθε σχετική Αγιολογική αναφορά αποτελεί προσωπική κατάθεση σκέψης και ψυχής αισθαντικής, καρπό εσώτερης ανάγκης και χαρμολύπης περισσής, όπως και έκφραση Τιμής συλλογικής προς Αυτόν, που ως ύπαρξη εκλεκτή ή ως αυταπαρνητικός λειτουργός της εκκλησίας τίμησε ακέραια το ιερατικό του σχήμα, τη φιλάνθρωπη αποστολή του, τον ηθικοπνευματικό κόσμο της γενέτειράς του κ.λπ. Έτσι, θεωρήθηκε άξιος, ως πρότυπο ή σύμβολο θεόδοτης μεγαλοσύνης, να τιμηθεί και από ποιητές του τόπου μας, «συναντώντας» Τον όλοι νοερά με πίστη και γνώση για την υπέρβαση κάθε δοκιμασίας ή αδυναμίας ώστε να εκτιμηθεί βαθύτερα ό,τι επισήμανε στοχαστικά ο Νίκος Καζαντζάκης, θαυμαστής και υμνητής κι αυτός ενός αυταπόδεικτα εν ζωή Αγίου, του Φραγκίσκου της Ασσίζης ή του «Φτωχούλη του Θεού», γράφοντας ότι: «Το μεγαλύτερο εμπόδιο στον άνθρωπο είναι η έλλειψη πίστης σ’ ένα ιδανικό ανώτερο από το ΕΓΩ του».

Ο ευγενής, ταπεινός και επιφανής γόνος της Ζακύνθου, ο ασκητικός και ανθεκτικός στους πειρασμούς Ηγούμενος της Αναφωνήτριας άριστα εντάσσεται σε όσους, όπως γράφει ο φιλόσοφος Αρθούρος Σοπενχάουερ, έχοντας απορρίψει κάθε βουλησιακή ενέργεια, όντας άγιοι ή μεγαλοφυΐες της υπέρτατης ευσπλαχνίας, επιδιώκουν τον ασκητικό βίο και αποσύρονται από τις χαρές της ζωής, πραγματώνοντας έναν υπεράνθρωπο άθλο ακατανόητο για τους κοινούς θνητούς. Έτσι, ο Άγιος Διονύσιος, με τον δικό του αναμφισβήτητο άθλο, δεν άφησε ασυγκίνητους συντοπίτες ποιητές και στιχογράφους, συνολικά 18 μέχρι στιγμής, με 37 ποιητικά δωρήματα τιμής, έμμετρα ή ανομοιοκατάληκτα, ικανοποιητικά και ως προς το περιεχόμενό τους και ως προς το ιδιαίτερο αισθητικό αποτέλεσμα της γραφής τους.

Οι συμπατριώτες υμνητές τού –κατά κόσμον Δραγανίγου Σιγούρου– Αγίου μας είναι ο εθνικός ποιητής Διονύσιος Σολωμός και οι ευρύτερα γνωστοί Ντίνος Κονόμος, Ανδρέας Μαρτζώκης, Ιωάννης Τσιλιμίγκρας, Ανδρέας Βιαγκίνης, και ο παρών δημιουργός τού «ΑΛΗΘΩΣ» π. Παναγιώτης Καποδίστριας. Κοντά σ’ αυτούς συνωδούν απλά μα και αρμονικά οι ελάσσονες Σπύρος Μαρίνος (ή Μισοπούλης), Παναγιώτης Λημναίος, Λουδοβίκος-Ιγνάτιος Μαρτζώκης, Διον. Τσακασιάνος, καθώς και οι ολιγογράφοι , περιστασιακοί ή λησμονημένοι κ.λπ. Παναγιώτης Δ. Αγαλιανός, π. Χαράλαμπος Κουτουλογένης, Νικόλαος Κούτσης, Άγγελος Σαλούτσης, Γεώργιος Μπονίκος, Σπύρος Τραυλός και η μόνη γυναίκα νοσταλγός του νησιού και του Αγίου, η Άννα Τσουκαλά-Κουφού, κάτοικος από χρόνια στη Βόρεια Ελλάδα. Σ’ αυτούς, ανθολογημένους σε μια αναμνηστική έκδοση του 1997 της φιλοπνευματικής Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, προστίθεται και ο νεότερος Παύλος Φουρνογεράκης με τρία στιχουργήματά του.

Πρώτος απ’ όλους, ενδεικτικά επιλέγοντας, είναι ο μαζί με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη συνεξορκιστής του Κακού –κατά τον Οδυσσέα Ελύτη– Διονύσιος Σολωμός, έχοντας γράψει τρία νεανικά ιταλόγλωσσα ποιήματα για τον Άγιο Διονύσιο, το ένα με αφορμή τους σεισμούς του 1820-1821, μ’ επίκληση της θείας προστασίας και μ’ έκδηλα αισθήματα πίστης, σεβασμού και φιλοπατρίας.

Το λατρευτικό-ικετευτικό αυτό ποίημα, που έχει μελοποιηθεί από τον συμπατριώτη μας καθηγητή μουσικής, συνθέτη και ψάλτη Αντώνη Κλάδη, θα το ακούσουμε σε μετάφραση του Στέφανου Μαρτζώκη από τον αγαπητό Τάκη Πετρόπουλο:

ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ
Εις τον Άγιον Διονύσιο

Ω! Άγιε Διονύσιε, ψυχή αγνή και θεία
που Σε κρατεί περήφανα της ευσπλαχνίας ο θρόνος,
τούτο το δύστυχο νησί προστάτεψέ το Μόνος,
για να μην τύχει… πια σ’ αυτό, παρόμοια δυστυχία!

Άκου, στα σπίτια! άκουσε, εδώ κ’ εκεί στο δρόμο,
πώς κλαίει απαρηγόρητα η φοβισμένη πλάση!
Βάστα το νου μας μη χαθεί! μη τύχει κι’ αφ’ τον τρόμο
τα λογικά μας χάσουμε, μήπως η γη χαλάσει!

Ω! Συ, στο θρόνο του Άπλαστου τρέξε σιμά κι’ ειπέ Του
να μην αφήσει το νησί έρμο στη δυστυχιά του!...
Κι’ αν ίσως κι’ η παράκληση δεν φθάνει, θύμησέ Του…
πώς είχες έναν αδελφό κι’ έκρυψες το φονηά του!!!

Δεύτερο ποιητικό δείγμα είναι δύο θριαμβικού ή πανηγυρικού τύπου τετράστιχα του λάτρη της Ζακύνθου και του Αγίου της, του αξιοθύμητου, διασωστικού και «μοναχικού ταξιδευτή» Ντίνου Κονόμου, που φτάνοντας η επέτειος των εκατό χρόνων (το 2018) από τη γέννησή του υπογραμμίζουμε και συγκρατούμε τον σολωμικής χροιάς στίχο του:
«ξανοίγει φως ο λογισμός προς την αιώνια αλήθεια»

Μια αλήθεια, που –όποια έννοια κι αν έχει– θα έπρεπε όχι μόνο ευρύτερα ν’ αναζητείται αλλά, και να βιώνεται πρώτιστα εδώ, στην καλότυχη με της Φύσης εύνοια μεγάλη μα όχι και με ανάλογη ανθρώπινη φροντίδα Ζάκυνθο (μ’ όποιες, βέβαια, ευχάριστες εξαιρέσεις).

ΝΤΙΝΟΥ ΚΟΝΟΜΟΥ
ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

Χαίρε Νησί! Από τ’ Άπλαστου το ειρηνικό το χέρι
έπεσε έν’ άστρο εσπλαχνικό που ευώδιασε τ’ αέρι,
κι έγινε του Προστάτη του τ’ όνομα το τρανό.
Χαίρε Νησί! Στο χώμα σου κρατείς τον ουρανό.

Χαίρε Νησί! Μες στου καιρού τα σπαραγμένα στήθια
ξανοίγει φως ο λογισμός προς την αιώνια αλήθεια
κι ανιστορεί τη δόξα Του στη Μνήμη την Ιερή.
Χαίρε Νησί! Των ουρανών η αγρύπνια σε θωρεί.

Ξεχωριστή θέση στον κύκλο των εγχώριων θαυμαστών και υμνωδών του Αγίου μας κατέχει ο Ανδρέας Μαρτζώκης, με τη σπονδυλωτή ποιητική του σύνθεση «Ο Γούμενος της Αναφωνήτρας», λαμπρά δοξάζοντας τον «αναμάρτητο που αγιάζει την ώρα που αμαρτάνει». Θ’ ακούσουμε ένα μικρό απόσπασμα, όπου ο φυγάδας φονιάς, ταξιδεύοντας κρυφά στη διαδρομή της ενοχής και της συγχώρησης, ονειρεύεσαι ότι συναντά τον αγιασμένο Ηγούμενο-σωτήρα του, συγκινητικά αντιδρώντας στην αποκαλυπτική αναγνώρισή Του, για να κορυφωθεί έτσι το έντονο και διάχυτο δραματικό στοιχείο της αφήγησης.

ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΡΤΖΩΚΗ
Ο ΓΟΥΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΦΩΝΗΤΡΑΣ

Σ’ ερημονήσι βρίσκεται… Ψυχή δεν απανταίνει
στο Μοναστήρι προχωρεί… σε μια κλησούλα μπαίνει,
και μπαίνοντας αισθάνεται να του χτυπά η καρδιά του.
Τα γόνατά του τρέμουνε… Κοιτάζει ολόγυρά του…
Ολόρθο στο κιβούρι του, ο αμαρτωλός διακρίνει
εν’ άγιο σώμα, που γλυκές μοσχοβολάδες χύνει…
Άξαφν’ ακούσθη πότριξε κ’ εσείσθ’ η Ωραία Πύλη…
Τ’ Αγίου λειψάνου ανάλαμψε τ’ ακοίμητο καντήλι…
Ανατριχιάζει, στέκεται μ’ ευλάβεια το σιμώνει∙
ομπρός του κλίνει αθέλητα το μέτωπο, το γόνυ,
κι’ ασπάζεται… εις το φιλί που δίνει στ’ άγιο σώμα,
παίρνει ευωδιές τ’ αχείλι του, ακούει δροσιά εις στο στόμα.
Προσεύχεται… Το βλέμμα του, πόχει στη γη σκυμμένο,
στο λείψανο σηκώνεται αργό και δειλιασμένο…
Η θεία μορφή, το πρόσωπο το άγιο, που κοιτάζει,
με του Γουμένου τη μορφή του φαίνεται πως μοιάζει..
Τρέμει.. Θωρεί το λείψανο και πάλι το κοιτάει…
Ανατριχίλ’ απόκρυφη τα σπλάχνα του περνάει…
Στον Άγιο, που τριγύρω του ουράνιο φως σκορπίζει,
ξανοίγει το Σωτήρα του και τον αναγνωρίζει…
- Άγιε πατέρα… Γούμενε! δε μου μιλείς; του λέει∙
κι’ ασπάζεται γονατιστός τ’ άγιο κορμί και κλαίει…

Ο ευαίσθητος κοσμοπολίτης Ιωάννης Τσιλιμίγκρας έκαμε ρίμα λυρική την πάνδημη λατρεία, τη φήμη, τη συγκίνηση και την προσωπική ευγνωμοσύνη για τον θαυματουργό του τόπου Ιεράρχη, με αφορμή τη θεραπεία ενός τυφλού παιδιού, συνταιριάζοντας –ρεαλιστικά και ρομαντικά– το δράμα της ζωής με της έκστασης το θαύμα, όπως και στοιχεία περιγραφής, διαλόγου, ψυχογράφησης κ.λπ.

ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΙΛΙΜΙΓΚΡΑ
ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Τώχε στραβό από χρόνια το παιδί
τον ακριβό η αρχόντισσα το γυιο της.
Κι’ όλοι την απελπίσανε οι γιατροί,
ως και τα παρακάλια στο Θεό της!

«-Ποιον να περνούν και ψάλλουνε γλυκά
και, κόσμος τόσος, μάνα μου, ακολουθάει;»
«-Σήκω και προσευχήσου με καρδιά
κι’ είνε παιδί μου, ο Άγιος που περνάει!»

Γιομίζει ο δρόμος λίβανα κι’ ευχές
από λαό, εξαφτέρουγα, λαμπάδες.
Σε δυο σειρές μ’ ολόχρυσες στολές,
με βήμα αργό προβαίνουν οι παπάδες!

Μεσ’ στη χρυσή του ο Άγιος κάσσα ορθός
μ’ αστραφτερό σαν ήλιος το κεφάλι.
Αληθινός στην έκφραση Θεός,
βαστιέται στων παπάδων τη μασχάλη.

Ηχούν τα θυμιατά μεσ’ στη σιωπή,
που αρμονική γιομίζει ψαλμωδία.
Και κάθε μία αισθάνεται ψυχή
πως υπερκόσμια βλέπει λιτανεία.

Φέρνει στο παρεθύρι το παιδί
η δόλια μάνα: «-Κάμε το σταυρό σου
κ’ είνε μπροστά σου ο Άγιος που μπορεί,
να σου το δώση, αγάπη μου, το φως σου».

«-Μάνα μου, τόνε βλέπω αληθινά!
Να, τα κεριά, να, ο κόσμος», της φωνάζει.
Κι’ ανοίγει ευθύς τα μάτια τα τυφλά
και την κλαϋμένη μάνα του αγκαλιάζει!

Γονατιστή στον Άγιο προχωρεί
και τη χρυσή αλυσίδα της κρεμάει
όπου από τότες στο λαιμό Του τη φορεί
τ’ ανάβλεμμα τυφλού να μαρτυράη!

37 απλά ή σύνθετα, εκφραστικά, εύληπτα κ.λπ. υμνολογήματα, αν και δεν συνιστούν κάποιο μέγιστο πνευματικό γεγονός, όπως π.χ. οι σολωμικοί Ελεύθεροι Πολιορκημένοι ή το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ του Οδυσσέα Ελύτη, εντούτοις σημειολογούν πολλά για το μεγαλείο και την αποδοχή του Αγίου, για τη σύνδεση της τοπικής Εκκλησίας με τη Λογοτεχνία, για τους ευάριθμους του Πολιούχου της Ζακύνθου υμνωδούς, έστω λιγοστούς και άνισους, καθιερωμένους ή αποδεκτούς για τη συγκεκριμένη παρουσία τους, μέσα στην πληθώρα των Ζακυνθινών λογοτεχνών του 19ου και του 20ού αιώνα, με πολλές απουσίες ή σιωπές ανάμεσά τους.

Πέρ’ απ’ όσα μπορεί να ειπωθούν, κριτικά ή σχολιογραφικά, για τη συγγραφή, τη μορφή και τα περιεχόμενα των ποιητικών αυτών αφιερωμάτων, το σημαντικότερο ή το πιο ουσιώδες είναι ότι όλα απηχούν κάτι από το θαύμα της ζωής και της Τέχνης του Λόγου, με κρίκο συνδετικό την –όχι επιδερμική– πίστη στον άξιο αγάπης και θαυμασμού Άνθρωπο, τον ικανό και μέσα από τη σώζουσα (θεάρεστη) «αμαρτία» να φτάσει στην όλο φως και κάλλος γνώση της Αλήθειας ή στης ύπαρξης την αγιότητα, τη μέσα στον κόσμο ενεργά αποδεικνυόμενη. Να φτάσει, ακόμη, στο σημείο να δει, να πράξει και ν’ αποκομίσει π.χ. ό,τι συμπυκνώνει ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας σ’ ένα τρίστιχο από το ποίημά του «Διονυσίου Τριώδιον», γράφοντας επιγραμματικά:

Φέγγει ολόρθος.
Τα ίχνη του φιλώντας
αιωνίζομαι.

Με την όποια ανάλυση εδώ δύσκολη λόγω περιορισμένου χρόνου, σημειώνουμε μόνο το συμβολικό στοιχείο της ολόφωτης παρουσίας του Αγίου ή της ολόσωμης άφλογης λάμψης Αυτού, που μας συνδέει με το σολωμικό θαυματουργό ή ζωοποιό «Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το Χάρο» ή με το φως το αναστάσιμο, αισθητοποιώντας τη νίκη της ζωής πάνω στον θάνατο ή της αγιότητας τη μέθεξη σαν ασπασμό πνοής για την αθανασία.

Όλ’ αυτά και άλλα σχετικά συνάδουν με την έννοια και τη «φύση» του δυνατού να πραγματοποιηθεί θαύματος, με βάση την «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» πλάση του αγωνιζόμενου ανθρώπου, στον οποίο ο Γιώργος Σεφέρης στέλνει το δικό του ανθρωποκεντρικό μήνυμα λέγοντας:

«κι όταν γυρεύεις το θαύμα πρέπει να σπείρεις το αίμα σου
στις οχτώ γωνιές των ανέμων
γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά παρά κυκλοφορεί μέσα
στις φλέβες του ανθρώπου»

Συμπερασματικά: Αφήνοντας, λόγω και χρονικού περιορισμού, τις συνήθεις φιλολογικές και άλλες σχολαστικές, κοινότοπες κ.λπ. αναφορές για τα αξιανάγνωστα ποιήματα τ’ αφιερωμένα στον Άγιο της Συγγνώμης, ας πάρουμε αφορμή να αναρωτηθούμε πιο επαγωγικά:

Τι ακριβώς σηματοδοτεί η «συνάντηση» Αγιοσύνης και Ποίησης σε καιρό ή σε τόπο και κόσμο σύγχυσης και κρίσης αξιών, μέσα στην οποία π.χ. και το ψέμα γίνεται αποδεκτό σαν στοιχείο πλάνης και ιδιοτέλειας και όχι σαν κατ’ εξαίρεση ή κατ’ ανάγκη βίωμα φιλότητας, ευσπλαχνίας, σωτηρίας και διδαχής, όπως στη μοναδική περίπτωση του Αγίου της Συγγνώμης; Τι νόημα έχει η τυπική ή περιστασιακή μόνο ενασχόληση με της Αγιοσύνης το προσκύνημα και με τα όποια γι’ αυτήν υμνητικά αναθήματα χωρίς απόλυτα να συμφωνεί η θεωρία με την πράξη σε κάθε βήμα της ζωής; Πόσες επέτειοι πρέπει να περάσουν για να τιμηθεί αληθινά μόνο με αθωότητας πνοές και με της Ποίησης πολλές «φωνές ιδανικές» ή ρίμες χαμηλότονες η μνήμη του Αγίου της άκρας ταπεινότητας και της φιλευσπλαχνίας;

Σ’ αυτές και άλλες άλυτες της εποχής απορίες, ας προστεθεί και του σπουδαίου ρομαντικού Γερμανού ποιητή Φρειδερίκου Χέλντερλιν (σύγχρονου του Διον. Σολωμού) η πάντα επίκαιρη ρητορική του ερώτηση: «Προς τι ποιητής σε καιρό ένδειας;» ή, σε πιο ελεύθερη εννοιολογική απόδοση: «Τι χρειάζεται ο ποιητής σ’ ένα μικρόψυχο καιρό;». Σήμερα εδώ, στο φιλικό «ΑΛΗΘΩΣ», για λογαριασμό και των αξιέπαινων ποιητών που ύμνησαν συνειδητά τον Άγιο της Συγγνώμης, μπορεί να δοθεί απλά μια αυτονόητη απάντηση λέγοντας ότι ακριβώς σε καιρούς ζοφερούς χρειάζονται οι ποιητές, για να εκφράσουν αξίες ηθικοπνευματικές, όπως αυτές που συμβολίζουν ή σηματοδοτούν και του Αγίου η παρουσία και οι γραφές των 18 Ζακυνθινών υμνητών Του, συνιστώντας από κοινού απόκτημα σημαντικό για τον «μικρό μεγάλο» τόπο μας, όπου και ένας μόνο στίχος συνοψίζει όλα τα υπαρκτά και πρόσφορα στοιχεία, για να «ανοίγει φως ο λογισμός προς την αιώνια αλήθεια».

«Φως» όχι απλά φανταστικό ή ουτοπικό αλλά αισθητό στης Αγιότητας και της Ποίησης τα «σήματα», που σαν κύρια συστατικά της σύνθετης ζακυνθινής οντότητας ή ταυτότητας, εδώ και 300 χρόνια, πιστεύουμε ότι πάντοτε –με «λογισμό και όνειρο» σολωμικό– θα συνεχίσουν παρήγορα και δημιουργικά να συνυπάρχουν, ευχόμενοι να γίνουν υπόθεση όχι μόνο των ολίγων αλλά και των πολλών ή όλης της τοπικής κοινωνίας– και ας αποτελεί πράγματι αυτό μια ουτοπία.

Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος, "Επιστροφή από τους Δελφούς" (Μια ποιητική μεταφυσική)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ

Δίπλα μας πάνω στo άρμα του, ταξίδευε ο Ηνίοχος.
Ακολουθούσαν πίσω μας οι Φαιδριάδες.
Αντίλαλοι παράξενοι γύριζαν μες στη νύχτα,
μια νύχτα που δεν έμοιαζε όπως τις άλλες νύχτες
του κόσμου τόσο που, μπρος της, παραμέρισαν
ακόμα κι οι βασιλικές νύχτες των παιδικών μου χρόνων.
Ήτανε τόσο διάφεγγα όλα και ξεχωρίζαν
τα βουνά τόσο φωτεινά, πού έμοιαζε σάμπως κάποιος
συμπαντικός λαμπαδηφόρος, του Πυθίου Απόλλωνος
Αποσταλμένος, τρέχοντας στα ύψη, να μας συνόδευε
φωτίζοντας μ’ έναν πυρσό πάνω μας τον ορίζοντα.

Πάνω απ’ τα ελάτια του βουνού, ολόχρυσο, παιχνιδίζοντας,
έτρεχε ανάλαφρο μαζί μας το δρεπάνι του φεγγαριού,
σαν αλαφάκι, ώσπου έδυσε τέλος κι ο κόσμος άλλαξε
σάμπως να γύρισε ο Θεός σελίδα. Σάμπως νάγινε
πάνω μας μια παράξενη άνοιξη, ο ουρανός
έμοιαζε με κλαδί ανθισμένο. Όρθιος ο Ηνίοχος
στο πλάι μας πάντα, λάσκαρε κάθε τόσο τα γκέμια,
κοίταζε πάνω του το σύμπαν και χαμογελούσε.

Βλέπαμε ο ένας τον άλλο παραξενεμένοι.
Δεν ξέραμε αν ήτανε νύχτα στη γη ή μέρα,
κάπου, σε κάποιον κόσμον άλλο. Και δεν ξέραμε
τι είχε συμβεί πάνω στη γη. Νιώθαμε την ψυχή μας
θησαυρισμένη μουσική. Φεύγαμε κι οι καρδιές μας
χτυπούσαν όπως το πρωί οι καμπάνες. Θα τελειώσει;
Μέσα μας ζούσαμε έναν φόβο. Τούτο το ταξίδι
μπορεί σε λίγο να τελειώσει; Θεέ μου, θα τελειώσει;
Και τι θα γίνει αυτό το φως όλο που αναδιπλώνεται
και ξεχειλίζει και κυλάει παντού, σε μιαν αδιάκοπη
άμπωτη, σαν να μη χωράει; Τα πάντα έλαμπαν σάμπως
να βγήκανε όλες οι άνοιξες των αιώνων στο στερέωμα
και βάδιζαν σιγά -σιγά βαστάζοντας αστέρια
και λουλούδια στα χέρια τους.
(Και για πρώτη φορά
νιώθαμε πως υπάρχουνε στον κόσμο αυτόν
ώρες που είναι έξω από το χρόνο. Που δεν ξέρεις
πόσο διαρκούνε. Μήνες; Χρόνια; Αιώνες;
Που ισοζυγιάζουν όλη μας τη ζωή).
                                                     Ας μη τελειώσει!
Χωρίς κουβέντα, χωρίς ψίθυρο, σα ’νάχαν
οι λέξεις όλες ειπωθεί, σα να μην έκανε,
σα να μη ξέραμε καμιά γλώσσα, όπως τ’ αστέρια
και τα έλατα του Παρνασσού, σιωπούσαμε. Ένα δάκρυ
είναι μια γλώσσα που μιλεί μ’ αναρίθμητες λέξεις,
κάτω απ’ την αγιοσύνη του στερεώματος,
όταν γυρνάς απ’ τούς Δελφούς, με μόλις
συγκρατημένους τους λυγμούς. Νομίζαμε
πως κάτι ακούονταν απαλά, σάμπως πάνω απ’ τ’ αστέρι της
να ’παιζεν η Σαπφώ τη λύρα της ενώ όλα σιωπούσανε
κι εμείς, και τ’ άστρα, κι οι ποιητές των αιώνων, και τ’ αγέρι
το κοιμισμένο στις ελιές πάνω και δεν ακούγονταν
παρά μόνο οι αντίλαλοι των Φαιδριάδων,
που βούιζαν κι αντιβούιζαν μέσα σε όλη τη νύχτα,
τη νύχτα αυτή την πιο όμορφη της ζωής μας που ποτέ
δεν θα ξανάρθει, αντίλαλοι που έμοιαζαν σάμπως κάποιος
πρωτάγγελος μες στη σιωπή, όρθιος, να επαναλάβαινε:

«Ω, μα τον Δία! Τι χρειάζονται οι λέξεις στην αγάπη;»

Πέφτουν σαν κρίνα οι διάττοντες, οι αντίλαλοι σαλεύουν
τις γιασεμιές των ουρανών. Δεν είχε μείνει πόρτα
κλειστή. Λουλούδι ολάνθιστο. Άστρο σβηστό. Χαμήλωνε
ντυμένη όλες τις χάρες της ἡ παντοδυναμία!
Και καθώς ταξιδεύαμε, νιώθαμε ως να μην ήταν
δρόμος κάτω απ’ τα πόδια μας και γης. Σαν να μάς πήγαινε
λικνίζοντάς μας πάνω του ένα τρελλό ποτάμι!

Ξέχειλη θάλασσα, καρδιά, όπου θέλεις πήγαινέ μας!


Το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου «Επιστροφή από τους Δελφούς», ανήκει στην συλλογή Ο χρόνος και το ποτάμι που περιλαμβάνει ποιήματα των ετών 1952-1956. Αυτό σημαίνει πως ο ποιητής έχει επισκεφθεί τους Δελφούς όταν είναι μεταξύ 40 με 44 ετών, άρα στην κορυφή της ακμής της νιότης του και mutatis mutandis, στη μέση της ζωής του – γεννήθηκε το 1912- άρα στην καλύτερη ώρα για το γνώθι σ’ αυτόν· στο μεσοστράτι της ζωής του, όπως ο Δάντης στο μεσοστράτι της δικής του ζωής, στα τριάντα πέντε του, πέρασε τις πύλες τις α-πέραντες. Όλο το πριν διάστημα ήταν ο χρόνος προετοιμασίας, νηστείας και προσευχής, όπως φαίνεται από πολλά ποιήματά του. … και «Αν δε μου ’δινες την ποίηση Κύριε,/ δε θα ’χα τίποτα για να ζήσω».
Το ποίημα γεννά τέσσερα βασικά ερωτήματα:
  1. Γιατί ο ποιητής επέλεξε να πάει τους Δελφούς;
  2. Γιατί περιγράφει την επιστροφή και όχι την έλευση;
  3. Γιατί ταξιδεύει νύχτα και όχι μέρα;
  4. Γιατί δεν μας λέει ποιοι είναι μαζί του στο ταξίδι;
Ελπίζω ότι η μελέτη θα ρίξει φως.
Το ποίημα είναι ένα οδοιπορικό ψυχής και αιτία του οδοιπορικού δεν είναι η επίσκεψη ενός αρχαιολογικού χώρου. Το τοπίο –οι Δελφοί- με το μέγα μύθο του, μένει πίσω· Ηνίοχος, Πύθιος Απόλλων, Φαιδριάδες. Σημασία έχει το ταξίδι, που είναι ταξίδι στον ουρανό, χωρίς να παραμερίζουμε το από πού, βεβαίως, αλλά και το πώς, επιστρέφει. Το γιατί πήγε εκεί. Και αυτό το γιατί έχει βαθιά αιτία που είναι οντολογικής κατηγορίας. Αυτός που πήγε στους Δελφούς πήγε να μάθει· ο Οιδίπους ποιος είναι· κι ο Βρεττάκος, παρεμφερώς, για να μάθει, αν είναι αυτό που θέλει να είναι· Ποιητής.
Ο Ηνίοχος δεν είναι ένα άγαλμα,, αλλά είναι ο ίδιος ο άγγελος προστάτης και παραστάτης, η υλική έκφανση του θεού των Δελφών. Κι αν τα αγάλματα -οι αρχαίοι μας πρόγονοι- είναι αναγκαίοι για να μας «αρμηνέψουν», όπως λέει ο Σεφέρης, τόσο το καλύτερο. Ο Ηνίοχος αυτό το ρόλο παίζει. Του οδηγού. Και ο λαμπαδηφόρος το ίδιο. Η επιλογή του τόπου, επομένως, έχει γίνει με περίσκεψη. Ο θεράπων της ποίησης, που ακόμη δεν είναι σίγουρος αν είναι ποιητής, αλλά δεν ξέρει και «αν είναι τίποτα άλλο», πήγε εκεί για να αποτίσει φόρο τιμής στον μουσηγέτη θεό του φωτός και της Ποίησης, Απόλλωνα, και επιστρέφει, χτυπημένος από την αποκάλυψη· νικητής, όπως και ο Ηνίοχος· πανευδαίμων. Τούτο καταμαρτυρεί ο μεταμορφωμένος κόσμος που μόνο με την εικόνα ενός εκστασιασμένου ανθρώπου μπορεί να παραβληθεί, ενός ανθρώπου που είδε το θεό και μίλησε μαζί του. Ακόμα και η πιο μικρή λεπτομέρεια μέσα στο ποίημα μάς πείθει για το πρόσωπο με το οποίο είχε συνάντηση. Ο ποιητής πήγε στους Δελφούς, όπως πηγαίνει ο Χριστιανός στους Αγίους Τόπους.

Η νύχτα τού είναι απαραίτητη γι’ αυτό το ταξίδι. Είναι μια σκηνοθεσία στημένη έτσι όπως μια εκστασιασμένη ψυχή την αντιλαμβάνεται. Γιατί, τελικά, το τοπίο είναι τοπίο ψυχής, που χρειάστηκε την εξωτερική σύμβαση, το milieu, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, για να εκφραστεί γι αυτό και τη σκηνοθετεί. Το ποίημα είναι δημιούργημα εσωτερικής ανάγκης και όχι υπαγορευμένο- σπρωγμένο από κάποια εξωτερική συγκυρία, όπως τα άλλα του ποιήματα με τον κοινωνικό προσανατολισμό, αν και, στο τέλος, και οι Δελφοί εκεί, με τον τρόπο τους, οδηγούν. Είναι, δηλαδή, αυτό το ποίημα ον εκ του μη όντος. Και ο αληθινός ποιητής, λέει ο Ελύτης, είναι αυτός που μεταπλάθει το τίποτα σε κάτι. «Το εκ του μη όντος ον λογαριάζει» (1). Αυτό που δίνει παρουσία σε κάτι που πριν δεν είχε. Είναι ένα νυχτερινό ποίημα που αναζητεί την κατάλληλη συνείδηση, για να υπάρξει. Και τέτοια συνείδηση διαθέτει μόνο ο ποιητής. Μια ώρα θαυματουργίας, μια ώρα που έρχεται σε επικοινωνία με το θείο.
Ας δούμε τις λεπτομέρειες. Το ταξίδι έχει αρχίσει «μια νύχτα που δεν έμοιαζε όπως τις άλλες» και δεν ξέρουμε με ποιους συνταξιδεύει ο ποιητής ούτε θα μας το πει καθαρά ποτέ. Τον Ηνίοχο, όμως, τον ξέρουμε· είναι το άγαλμα εκείνου που κέρδισε την αρματοδρομία και το βλέμμα του τρέχει πέρα, κερδίζοντας τους αιώνες, κρατώντας και ελέγχοντας σωστά τα ηνία, εφαρμόζοντας σωστά το μέτρο. Είναι ο μεσάζων, ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς προγόνους, των οποίων το δίδαγμα και η συμβουλή μάς είναι πάντα απαραίτητη. Ο Ηνίοχος μπορεί να λειτουργεί όπως ο Αρχάγγελος ο αεί δεξιά μου, όπως λέει ο Ελύτης στο Άξιον Εστί (2). Επίσης, έχουμε έναν ουρανό με ένα «δρεπάνι φεγγάρι», «ώσπου έδυσε, τέλος, κι ο κόσμος άλλαξε/ σάμπως να γύρισε ο Θεός σελίδα./ Σάμπως νάγινε/ πάνω μας μια παράξενη άνοιξη, ο ουρανός/ έμοιαζε κλαδί ανθισμένο». Αυτό το «δρεπάνι φεγγάρι» που έτρεχε μαζί τους μας πάει στο «λιγνό δρεπάνι» (3) του Σεφέρη. Το δρεπάνι εύκολα μας πάει σε επιθετική ενέργεια. Όμως, το συγκεκριμένο «έτρεξε ανάλαφρο μαζί μας… σαν αλαφάκι», εικόνα οικεία στον Βρεττάκο («ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου (4)). Με τη δύση του φεγγαριού ο ουρανός αλλάζει και γεμίζει άστρα. Ο ποιητής έχει αποφασίσει να τα δείχνει όλα ο ουρανός του, αυτή την νύχτα τη μαγική.
Έχουμε, λοιπόν, στον ουρανό τον Μέγα Διάκοσμο. Την παντοδυναμία «ντυμένη όλες τις χάρες της». Το continuum του γνωσιολογικού αρχαιo-ελληνικού τετράπτυχου που είναι η αριθμητική, η γεωμετρία, η μουσική και η αστρονομία (5). «Χωρίς τη μαθηματική τάξη, δεν στέκει /τίποτε: Ούτε ουρανός έναστρος/ ούτε ρόδο. Προπαντός ένα ποίημα» («Οι μουσικοί αριθμοί»), λέει ο ποιητής.

Αφήνοντας στην άκρη τις μαθηματικές κοσμοθεωρίες και εστιάζοντας μόνο στη δική μας ποιητική κοσμοθεωρία που δεν απέχει πολύ από την άλλη που αφήσαμε στην άκρη, ο «διάκοσμος» διαμορφώνεται από τη δημιουργία του Θεού ή της Φύσης σε μια σχέση που θέλει να περιγράψει το απεριόριστο ή το ακαθόριστο των ψυχικών διαδρομών. Όταν ο Βρεττάκος βλέπει στον ουρανό τα αστέρια, σαν «κλαδί ανθισμένο», δεν μιλάει σαν αστρονόμος ούτε περιγράφει σαν φυσιολάτρης· μιλάει σαν μύστης - ποιητής. Ο κόσμος- διάκοσμος- κόσμημα του ουρανού εκτείνεται πάνω από το κεφάλι του έτσι όπως έχει αναπτυχθεί μέσα του, είναι το ανάλογο της εκστασιασμένης ψυχής του και του ενθουσιασμένου πνεύματός του (6). Το φυσικό φαινόμενο έξω του, δηλαδή, έχει ήδη αναπτυχθεί μέσα του. Αυτό που έχει πάνω από το κεφάλι του μόνο με την 9η Συμφωνία του Μπετόβεν μπορεί να παραβληθεί, που όταν πια δεν του έφταναν -του Μπετόβεν- οι ήχοι, χρειάστηκε και την ανθρώπινη φωνή και γι’ αυτό πρόσθεσε στο τέταρτο μέρος της συμφωνίας του την «Ωδή στη χαρά» του Φρήντριχ Σίλερ. Ο Βρεττάκος στη δική του θεϊκή ενάτη προσθέτει τη δική του φωνή. Αυτός ο ανθισμένος ουρανός, λοιπόν, θα μπορούσε με την Έναστρη νύχτα του Βαν Γκογκ να παραβληθεί και πριν ακόμα και από τους δύο, με τον την Καπέλα Σιξτίνα, του «οροφουργού» Μιχαήλ Αγγέλου. Οροφουργό αποκαλεί ο ποιητής Παναγιώτης Καποδίστριας τον μεγάλο ζωγράφο της Αναγέννησης.
Κι ενώ ο έναστρος ουρανός και το φεγγάρι μας ειδοποιούν ότι το ταξίδι γίνεται νύχτα, ο ποιητής λέει: «Δεν ξέραμε αν ήταν νύχτα στη γη ή μέρα». Και πόσο διήρκεσε; «Μήνες; Χρόνια ; Αιώνες;». Η διάρκεια του ιερού χρόνου δεν μετριέται με τα κοινά μέτρα και ο χρόνος, εδώ μιλάει ο Αϊνστάιν, κυλά ανεξάρτητα από τους ανθρώπους και αυτό δεν αποτελεί απλώς μια διαπίστωση μαθηματική αλλά έναν συμπαντικό νόμο. Ο χρόνος όμως του ποιήματος δεν ανταποκρίνεται στον συμβατικό χρόνο και συμπαντικό νόμο. Ο κοινός άνθρωπος δεν ζει «Αιώνες», ωστόσο, ο ποιητής, μπορεί να τους συμπυκνώσει και να τους ζήσει μέσα σε μια μαγική νύχτα. «Σ’ ενός περάσματος αέρα εσκαρφίστηκα τα μύρια όσα» (7) λέει ο Ελύτης, πράγμα που συνιστά αντινομία και η αντινομία αφορά τη συνύπαρξη του λίγου με το πολύ. Στο ασαφές, ωστόσο, «σ’ ενός περάσματος αέρα», που ισοδυναμεί σ’ ένα φύσημα, η ποιητική ιδέα πρόλαβε και γονιμοποιήθηκε: «εσκαρφίστηκα τα μύρια όσα». Ο ποιητής ανάμεσα σε δυο συμβατικές στιγμές, ζει την ουσία- «την αληθινή του μέρα», τη μέρα που «παράπεσε» ανάμεσα Τρίτη με Τετάρτη και γλίστρησε έξω από τον καιρό, όπως μας λέει ο Ελύτης στη Μαρία Νεφέλη. Και τότε «για πρώτη φορά/ … νιώθαμε πως υπάρχουνε στον κόσμο αυτόν/ ώρες που είναι έξω από το χρόνο. Που δεν ξέρεις/ πόσο διαρκούνε. …/Που ισοζυγιάζουν όλη μας τη ζωή», λέει ο Βρεττάκος.

Στα τρία έργα, που αναφέραμε πιο πάνω, την 9η του Μπετόβεν, την Έναστρη νύχτα, την Καπέλα Σιξτίνα, υπάρχει η αναλογία, η γεωμετρία του κόσμου, η αρμονία του σύμπαντος. Κι έτσι αισθάνεται την Ποίηση ο Βρεττάκος. Είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, ο αφανής μέσα στη μεγάλη δημιουργία, ο κόσμος ο μικρός μέσα στον κόσμο τον μέγα. Ο διάκοσμος, επομένως μπορεί να είναι μια λέξη που προσδιορίζει το στολισμό στην καθημερινή μας ζωή, είναι όμως μια λέξη που έχει την πηγή της στην απόλυτη δημιουργία και εξηγεί το σύμπαν. Αυτό κάνει ο Βρεττάκος, διακοσμώντας τον ουρανό του, και μας υποχρεώνει να υψώσουμε το βλέμμα, το βλέμμα της ψυχής, προς τα πάνω, προς τις Μεγάλες Ουσίες της ζωής, εκείνο το «να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα … να ιδούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν» που έλεγε ο Γιώργος Σεφέρης. Τις αμυγδαλιές ο Σεφέρης, τα κρίνα και τις γιασεμιές ο Βρεττάκος, και τα αρώματα από τις πορτοκαλιές της Σπάρτης, για να συνδέσω τον ποιητή με τον γενέθλιο τόπο του. Στη Σπάρτη που γεννήθηκε ο άνθρωπος και στους Δελφούς που χρίστηκε ο ποιητής.
Ο Οδυσσέας Ελύτης, σ’ ένα μικρό ποίημα -διαμαντάκι, κοιτάζοντας κάθε βράδυ τον έναστρο ουρανό και μελετώντας τις κινήσεις των άστρων, έπιασε κουβέντα με την Κυρά-Πούλια. Στον σύντομο, λιτό, φαινομενικά αφελή, πολύ σημαντικό διάλογο, όμως, που αναπτύχθηκε ανάμεσά τους, η Κυρά τον «μέτρησε» κι αφού τον βρήκε άρτιο τότε του κάρφωσε στα μαλλιά «τη Μάγια την αστραφτερή». Και τότε ήταν που έλαμψαν γύρω τα βουνά και τα χέρια του πήραν φωτιά. Η σκηνή, η εικόνα και η αίσθηση αναλογούν στο ποίημα του Βρεττάκου: «Τα πάντα έλαμπαν σάμπως/να βγήκανε όλες οι άνοιξες των αιώνων στο στερέωμα/και βάδιζαν σιγά -σιγά βαστάζοντας αστέρια/και λουλούδια στα χέρια τους». Όμως η «επιστροφή από τους Δελφούς» δεν γίνεται στη γη· στον ουρανό γίνεται. Ο ποιητής δεν πατάει. Πετάει. Το ότι δεν πατάει στη γη εκφράζει την κοινή αίσθηση των συνταξιδιωτών: «βλέπαμε ο ένας τον άλλο παραξενεμένοι». Επομένως ο ποιητής και η συντροφιά του δεν βρίσκονται σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν είναι του κόσμου τούτου. Έρχονται ιπτάμενοι από ψηλά. Τα πράγματα, όπως τα περιγράφει, δείχνουν ότι οι λέξεις δεν του φτάνουν για να δώσει ό,τι θέλει. Γι αυτό μας δίνει την αίσθηση ότι προσπαθεί να κάνει αυτό που πέτυχε ο γιος του. Κινηματογράφο (9). Στο έτοιμο σκηνικό, ο ουρανός έχει απλωθεί σε όλη την παντοδυναμία του, τα πρόσωπα έχουν πάρει τη θέση τους, το τοπίο όλο βρίσκεται σε διέγερση. Ο ποιητής και η συντροφιά του φεύγει, ενώ «οι αντίλαλοι των Φαιδριάδων» «βούιζαν και αντιβούιζαν», σαν να λέμε, οι πυθικοί χρησμοί, δηλαδή η Ποίηση. Και οι ανάκουστοι ήχοι έχουν κι αυτοί ακουστεί: «Αντίλαλοι παράξενοι», «γύριζαν μες στη νύχτα», «οι καρδιές μας χτυπούσαν όπως το πρωί οι καμπάνες», «Νομίζαμε πως κάτι ακούονταν απαλά, σάμπως πάνω απ’ τ’ αστέρι της/ νάπαιζεν η Σαπφώ τη λύρα της», δηλαδή η ποιητική παράδοση. Μέσα σ’ αυτό το ηχητικό φόντο, που μόνο ο ποιητής αντιλαμβάνεται, μέσα σ’ αυτόν τον ηχητικό παράδεισο, έρχονται συμπληρωματικά να ανταποκριθούν το άρωμα των λουλουδιών, των κρίνων των γιασεμιών και τα δάκρυα των συγκρατημένων λυγμών. Η λατινική ρήση varietas delectat («η ποικιλία τέρπει») βρίσκει εδώ την εφαρμογή της. Και τότε ακούγεται ο στίχος, που ο ποιητής απομονώνει από το σύνολο του ποιήματος και μας τον δίνει με πλάγια γραμματοσειρά και μέσα σε εισαγωγικά:

«Ω, μα τον Δία! Τι χρειάζονται οι λέξεις στην αγάπη».

Και αυτή ήταν η λέξη η μαγική, αυτή που έχει μεταμορφώσει τα πάντα. Η «αγάπη». Και γιατί «Δίας» και όχι Θεός; Όχι για λόγους θρησκευτικούς, βέβαια, αλλά για λόγους Ελληνικούς. Για να είναι παρόντες όλοι οι αιώνες και οι πριν από τον Χριστό, όπως δηλώνει, άλλωστε, κι εκείνη η αρχική επιφωνηματική φράση «Ω, μα το Δία».
Όταν, λοιπόν, ρωτάει, για αυτόν τον ιερό χρόνο, χωρίς κανείς να απαντάει: Θα τελειώσει;/Μέσα μας ζούσαμε έναν φόβο. Τούτο το ταξίδι/μπορεί σε λίγο να τελειώσει; Θεέ μου, θα τελειώσει;/Και τι θα γίνει αυτό το φως όλο που αναδιπλώνεται/ και ξεχειλίζει και κυλάει παντού, σε μιαν αδιάκοπη/ άμπωτη, σαν να μη χωράει;», μιλάει για τον χρόνο του θαύματος, του έρωτα, της έμπνευσης, της ποίησης. Και τον ποιητή, που ζει μέσα σ’ αυτό το θαύμα, δεν τον έχει αγγίξει απλώς το δάχτυλο του Θεού αλλά τον έχει συναρπάσει τελείως τον έκανε αυτό που ήθελε να γίνει: έμπνους, αξιολογητής, αισθητής του μεγαλοπρεπούς θεϊκού σύμπαντος, που κλείνει όλον τον κόσμο της φιλοσοφίας, της επιστήμης και της Τέχνης, για να παραστήσει τον Μέγα Διάκοσμο με λέξεις. Να γίνει Ποιητής.

Καταληκτήριος στίχος: «Ξέχειλη θάλασσα καρδιά, όπου θέλεις πήγαινέ μας!»

Τώρα πια είναι ελεύθερος στον κόσμο των ιδεών και της ομορφιάς που ξεχειλίζει μέσα του σα θάλασσα, μέσα στην οποία εκείνος είναι μια μικρή λεπτομέρεια. Το ερώτημα είναι: ένας κοινός θνητός, θα μπορούσε να ζήσει μια ανάλογη εμπειρία; Αν ο κόσμος είναι έτσι, όπως τον περιγράφει ο ποιητής, τότε γιατί οι ταξιδιώτες της νύχτας κοιμούνται στο λεωφορείο, στο τρένο, στο αεροπλάνο; Μήπως η νύχτα αυτή ανήκει το όνειρο και ο ποιητής και δεν επιστρέφει, απλώς, από τους Δελφούς αλλά επιστρέφει από το όνειρο; Από το τοπίο της ουτοπίας;

Το ποίημα θα το χαρακτηρίζαμε Νυχτερινό, με την έννοια που ο όρος Νυχτερινό- Νοτούρνο- προσδιορίζει μια μουσική σύνθεση (τα Νυχτερινά του Σοπέν π.χ.) ή μια νουβέλα (τα Νυχτερινά του ΕΤΑ Χόφμαν π.χ.), χωρίς όμως τη γοτθική ατμόσφαιρα, χωρίς το δαιμονικό που κυριαρχεί στη βασιλεία της νύχτας, χωρίς μελαγχολία και θλίψη. Από τα χαρακτηριστικά των Νοτούρνο, Νυχτερινών, ο Βρεττάκος επιλέγει μόνο τη νύχτα, φεγγάρι και αστροφεγγιά, διαδοχικά. Το δικό του νοτούρνο δεν είναι καθόλου σκοτεινό και καθόλου μελαγχολικό. Το αντίθετο, μάλιστα, είναι φωτεινό, ενθουσιαστικό, μαγικό, ανάλογο με το μέγα γεγονός.

Ο Βρεττάκος, λοιπόν, πήγε στους Δελφούς για να κάνει προσκύνημα στον θεό της Ποίησης και του Φωτός. Πήγε στους Δελφούς για να καταθέσει την ταπεινότητά του στον θεό της Ποίησης, να του φιλήσει το χέρι κι εκείνος να τον χρίσει Ποιητή. Η «Επιστροφή από τους Δελφούς» είναι επιστροφή από τον ουρανό, από τον θεό, από τον κόσμο του θαύματος. Η Επιστροφή από τους Δελφούς μόνο με την επιστροφή του Μωϋσή από τον όρος Σινά μπορεί να παραβληθεί ή με την «Ιερά Οδό» του Σικελιανού. Μόνο που ο Σικελιανός πάει στην Ελευσίνα για να μυηθεί, ενώ ο Βρεττάκος έρχεται μυημένος. Γι’ αυτό και ο κόσμος είναι μεταμορφωμένος μέσα του.

Από τους Δελφούς επιστρέφει και ο Σικελιανός, αφού οργάνωσε μαζί με την Εύα Πάλμερ θεατρικούς και αθλητικούς αγώνες το 1927 και 1930. Και ο Καρυωτάκης, που τους παρακολούθησε εκστασιασμένος, ένιωσε, όπως γράφει «απόλυτον έκστασι, κάτι σαν πνοή αθανασίας» και «θείο ρίγος» (10). Ο Σικελιανός πήγε στα 1927-1930, για να μυήσει το παγκόσμιο κοινό, ο Βρεττάκος σχεδόν είκοσι χρόνια μετά έρχεται μυημένος. Ο καθηγητής Γιώργος Ανδρειωμένος αποφαίνεται ότι: «Καθίσταται σαφές πως ο Νικηφόρος Βρεττάκος ήταν γεννημένος ποιητής, πως διέθετε ένα έμφυτο χάρισμα και μια σπάνια ευαισθησία» (11).
Μερικά διαθεματικά θα φωτίσουν κάτι που παραμένει σκοτεινό. Με ποιους συνταξίδευε: Το φεγγάρι είναι «ολόχρυσο» δρεπάνι και όχι αργυρό, ως είθισται. Το πολύτιμο μέταλλό του μας παραπέμπει στου «Απόλλωνος τα χρυσά δώρα», κατά τον Ανδρέα Κάλβο.
Στον στίχο του Βρεττάκου «Φωτίζοντας μ’ ένα πυρσό» παραθέτω τον στίχο του Ελύτη «Ψηλά μ' έναν πυρσό». Στο νυχτερινό τοπίο του Βρεττάκου παραβάλλω το νυχτερινό τοπίο με την «ασπροντυμένη κορασιά» του Σολωμού ή την «Φεγγαροντυμένη». Στου Σολωμού την «Φεγγαροντυμένη» του Κάλβου την «Οικουμένη», με τα σκοτεινά, ήσυχα, παγωμένα, «μεγάλα πτερά / της βαθείας νύκτας». Το 7ο νυχτερινό επτάστιχο του Οδυσσέα Ελύτη, «Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας» συμπληρώνει την σύνθεση, καθώς και του Σεφέρη ο «Ερωτικός Λόγος» που κατεβάζει τον ουρανό μέσα του: «Με του ματιού τ' αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα /ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια /με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα /ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ' αστέρια». Κάτι σαν ηλεκτρική εκκένωση, δηλαδή.
Όμως ακόμα δεν είπαμε με ποιους συνταξίδευε. Και αυτό που δεν μας ε’ίπε από τη βασιλική οδό θα μας το πει από την παρακαμπτήριο οδό της Ποίησης. Διαβάζω μερικούς στίχους από το ποίημα «Ο αγρός των λέξεων»:
«Ευχαριστώ τις μακριές σειρές/των προγόνων, που δούλεψαν τη φωνή,/ την τεμαχίσαν σε κρίκους, την κάμαν/νοήματα, τη σφυρηλάτησαν όπως/ το χρυσάφι οι μεταλλουργοί κ’ έγινε/Όμηροι, Αισχύλοι, Ευαγγέλια/κι άλλα κοσμήματα».
Δανείζομαι και πάλι μια φράση του Ελύτη: «Ο ποιητής δεν επιβάλλει τη δική του φωνή αλλά διαβιβάζει τη φωνή που υπάρχει πάντοτε και αντηχεί για όλους» (12).
Με τους ποιητές των αιώνων, λοιπόν, ταξίδευε και γι’ αυτό ταξίδευε νύχτα γιατί «Τις νύχτες έχουν το ελεύθερο οι αισθήσεις» (13) και οι πεθαμένοι την έγερση.
Αυτοί ήταν οι συνταξιδιώτες- κοσμήματα που συνταξίδευε στον Μέγα Διάκοσμο ο Βρεττάκος.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του Πλησίον, σελ. 34.

2. Βλέπε και Οδυσσέας Ελύτης, Τα Ετεροθαλή, «Ο Φυλλομάντης», « Όπως τότε νέος που προχωρούσα / Με τη θέση κενή στα δεξιά μου/ Και ψηλά μ’ ακολουθούσε ο Βέγας / Των ερώτων μου όλων ο Πολιούχος». Ο Βρεττάκος συμπλέει με τον Ελύτη σε ό,τι αφορά τον υπερρεαλισμό και την προσπάθεια τους να αναδείξουν «την κληρονομιά των ελληνικών αξιών» (Ανοιχτά Χαρτιά, «Τα Κείμενα», σελ. 381).

3. Θερινό Ηλιοστάσι Ι: «Την ώρα που τα ονείρατα αληθεύουν / στο γλυκοχάραμα της μέρας / είσαι τα χείλια που άνοιγαν/ φύλλο το φύλλο. / Έλαμπε ένα λιγνό δρεπάνι στον ουρανό. / Φοβήθηκα μην τα θερίσει».

4. Βλέπε «Μεγαλυνάρι».

5. Βλέπε, « Οι μουσικοί αριθμοί» « Χωρίς τη μαθηματική τάξη, δεν στέκει / τίποτε: Ούτε ουρανός έναστρος, / ούτε ρόδο. Προπαντός ένα ποίημα. / Κι ευτυχώς ότι μ' έκανε η μοίρα μου / γνώστη των μουσικών αριθμών, / ότι κρέμασε μιαν αχτίνα επί πλέον / το άστρο της ημέρας στην όρασή μου / και κάνοντας τα γόνατά μου τραπέζι / εργάζομαι, ως να 'ταν να φτιάξω / έναν έναστρο ουρανό, ή ένα ρόδο».

6. Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 132: «Ο ιδανικός ποιητής ξεκινά από την πεποίθηση ότι μπορεί και πρέπει να προξενεί μέσα στο πνεύμα φυσικά φαινόμενα».

7. Φωτόδεντρο, «Τρεις φορές η αλήθεια» ΙΙΙ.

8. Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 126: «Ο ποιητής, χτυπημένος από μια φευγαλέα αποκάλυψη Το τέλειο που δεν αξιωνόμαστε παρεχτός σε μιαν αστραπή, στην ελάχιστη διάρκεια που του χρειάζεται για ν’ ακυρώσει την καθημερινή αθλιότητα».

9. Βλέπε, Θανάσης Αγάθος, Ο Καζαντζάκης και ο κινηματογράφος, εκδ. Gutenberg, 2017, σελ. 26: Ο Καζαντζάκης εξομολογείται στον Πρεβελάκη ότι όταν επεξεργάζεται σενάρια το μυαλό του «πηδάει», με τη μια φτερούγα του όμως, γιατί του λείπει «η άλλη η technique». Η επιθυμία του είναι να μετατρέπει «σε εικόνα απλή, καθαρή την αφηρημένη έννοια». Ο PBien λέει ότι «ο Καζαντζάκης είχε την πεποίθηση ότι το σινεμά είναι το τέλειο όργανο οποιασδήποτε τέχνης».

10. Ο Καρυωτάκης στο ποίημα «Δελφικής Εορτή» φαίνεται ότι ξεστήνει όλη τη μεγαλοπρέπεια που επιδίωξαν να δώσουν ο Άγγελος Σικελιανός και η Εύα Πάλμερ. Όμως στο πεζό κείμενό του «Η Δελφικές Εορτές» επαινεί την προσπάθεια σε όλες τις λεπτομέρειές της και τη χαρακτηρίζει «μέγα καλλιτεχνικό γεγονός». Τελειώνει μάλιστα το κείμενό του με το εξής σημαντικό: «Σε δύο τρία σημεία ησθάνετο κανείς μίαν απόλυτον έκστασι, κάτι σαν πνοή αθανασίας, το θείο εκείνο ρίγος που εξιλεώνει την καθημερινή ασχημία και δικαιολογεί την ύπαρξη». Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στις στην Αλεξανδρινή Τέχνη, στις 9-Αυγούστου του 1927. (Βλέπε, Κ. Γ. Καρυωτάκη, Ποιήματα και Πεζά, εκδ. Gutenberg, επιμέλεια του Δ. Δημηρούλη). Στο ερώτημα πώς ερμηνεύεται αυτή η αντίφαση ανάμεσα στο ποίημα και στο πεζό, η απάντηση αφορά «τα απίθανα πλήθη» που συνέρευσαν, σαν τουρίστες (η λέξη με την απαξιωτική σημασία που της δίνει ο Σεφέρης), για το θεαθήναι, ενώ το επιδιωκόμενο από τον Σικελιανό, ο ποιητής Καρυωτάκης το εισπράττει ως «έκστασι και πνοή αθανασίας». 

11. Γιώργος Ανδρειωμένος, Ανιχνεύοντας τον πρώιμο Βρεττάκο (Με αφορμή ένα μαθητικό τετράδιο), εκδ.Ποταμός, 2015, σελ. 53.
12. Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 105.
13. Οδυσσέας Ελύτης, Τα ελεγεία της Οξώπετρας, «Παρασκευή που πάντα βρέχει».

Related Posts with Thumbnails