© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 7 Σεπτεμβρίου 2017

Γιώργου Λέκκα: ΑΦ’ ΥΨΗΛΟΥ ΜΑΣ ΚΟΙΤΑΖΟΥΝΕ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ (νέο ποίημα)


Je ne ressens pas de chaleur dans le vide de l’au-delà.
René Magritte

Αφ’ υψηλού μας κοιτάζουνε τα πουλιά
που στερηθήκαμε του ουρανού την απλωσιά·
σε βάρος μας γελάνε και θυμώνουν.
Μα οι νεκροί που τώρα δεν κρυώνουν
βάζουνε πότε-πότε το κεφάλι στην κλειδαριά
και μας κοιτάνε τρυφερά – δεν μας μαλώνουν.

6.9.2017

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Α. Λέκκας ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.

Ως προς τα εικαστικά σχόλια του ανωτέρω δημοσιεύματος: Το δεύτερο έργο -το πουλί- είναι λεπτομέρεια από το έργο του Rene Magritte, Retour, 1940 και το πρώτο, η κοπέλα (η γυναίκα του), είναι το ιδίου, Georgette, 1937. Και τα δύο βρίσκονται στο Musee Magritte, Βρυξέλλες.]

Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΠΩΛΕΙΕΣ


Στὸν πολυσέβαστό μου καθηγητή, τὸν κύριο Ἀλέξανδρο Σταυρόπουλο, εὐγνωμόνως
Στὴ διάρκεια τοῦ ἐπίγειου βίου μας ἕνα εἶναι βέβαιο: πὼς κερίζουμε ἤ χάνουμε πρόσωπα καὶ πράγματα. Ἀκριβὰ πολλὲς φορές. Κι ὅμως ἔρχεται ἡ ὥρα ποὺ τὰ θυσιάζουμε, ἰδίως, τὰ δεύτερα, γιατὶ προκύπτουν πολλαπλὲς ἀνάγκες, ποὺ πραγματικὰ ἀξίζουν μιᾶς τέτοιας θυσίας. Πράγματα, λές, εἶναι... Σὲ ἐφημερία βρισκόμαστε, ἄρα, γιατὶ νὰ ἐξαρτώμεθα ἀπὸ αὐτά; Καὶ μὲ σφιγμένη τὴν καρδιὰ τὰ ἀποχωρίζεσαι. Κι ἄς ἔζησες μαζί τους στιγμὲς κορυφαῖες κι ἀνεπανάληπτες, ὅπως π. χ. ὅταν θυσιάσεις κάποιο ἀκίνητο, σπίτι ἤ οἰκόπεδο, τὰ ὁποῖα συντρόφευαν τὶς θερινές σου τὶς μέρες σιμὰ στὴ θάλασσα... Ἀποφασίζεις τότε νὰ τὸ κρατήσεις στὴ μνήμη σου καὶ στὴ καρδία σου, ὅσο γίνεται πιὸ ζωντανὸ κι ἀκέραιο αὐτὸ ποὺ ἔχασες ἤ ἔδωσες, κι ὕστερα λὲς ὅτι μέχρις ἐδῶ ἦταν... Πάει πιά. Ἀνήκει ἀλλοῦ, ὅπως συμβαίνει λ.χ. στά ταξίδι μας, ὅταν δηλαδή νοικιάζουμε γιὰ λίγες μέρες -ὅσες χρειαζόμαστε, δηλαδή, ἕνα δωμάτιο- κι ὅταν ἀναχωροῦμε, ἄλλος ἐγκαθίσταται ἐκεῖ.
Ὅμως μὲ τὰ πρόσωπα εἶναι διαφορετικὴ ἡ κατάσταση, γιατὶ παραμερίζει ὁλόκληρος κόσμος, μετατίθενται τὰ διαπροσωπικὰ ὅρια, μικραίνουν, κι ὅλο βλέπεις, βιώνεις καθαρὰ τὸν συμμαζωμὸ στὸ εἶναι σου, τὸν ἐγκλεισμό στὸ κελλί σου, ποὺ εὐτυχῶς, κυρίως τὰ μοναχικὰ τὰ βράδυα, νοιώθεις καὶ κάποιον ἄλλο νὰ σὲ συντροφέυει: τὸ Θεό.
Ναί, δὲ μπορεῖ νὰ λησμονηθεῖ εὔκολα ἡ κάθε ἀπουσία προσώπου, γιατὶ εἶναι καὶ μιὰ ὀδυνηρὴ ἀποβολή. Μιὰ πληγὴ ποὺ ξέρεις ὅτι θὰ σφαλίσει, ἀλλὰ θ’ ἀφήσει τεκμήρια. Τὰ σημάδια δηλαδή, πάνω στὴν ψυχή, τὰ ὁποῖα, ὡστόσο, μὲ τὸ χρόνο ποὺ σωρεύεται, γίνονται -ἄν τὸ ἐπιθυμεῖς- καὶ τὰ ὑπομνήματα ἐκεῖνα, ποὺ σὲ βοηθᾶνε νὰ μὴν ἐπαναλάβεις τὰ λάθη σου.
Ὡστόσο οἱ ἀπώλειες μέσα στὸ βίο μας, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ καταλάβουμε τὸν κόσμο ἴσαμε τὴ στιγμὴ ποὺ θ᾿ ἀναχωρήσουμε, εἶναι ἀναπόφευκτες καὶ συνάμα πολὺ διδακτικές. Γιατὶ φανερώνουν, ὅταν τὶς προσέξεις βαθύτερα, ἕνα μεγάλο κι ἀληθινὸ γεγονός: Ὅτι ὑπὸ προθεσμίαν εἴμαστε ὅλοι μας, οἱ μαζεμένοι σ’ αὐτὸ τὸ μεγάλο χωράφι, ποὺ ὀνομάζεται γῆς. Κι ἄν χάσουμε ἐμεῖς κάτι ἤ κάποιον, θὰ ἔρθει ἡ ὥρα ποὺ ἄλλοι θὰ χάσουν κι ἐμᾶς, ὅταν τελειωτικὰ ἀναχωρήσουμε ἀπὸ τὸν κόσμο ἐτοῦτο.
Ἕνα πράγμα σώζει καὶ διακρατεῖ ζωντανὴ τὴν παρουσία τῶν ὅσων χάθηκαν: Ἀνθρώπων καὶ πραγματων. Κι αὐτὸ εἶναι ἡ Μνήμη, ἡ ἀειθαλὴς Μνήμη, ποὺ ταμιεύει στην ψυχὴ τὰ ὄσα πολύτιμα θεωρεῖ ὅτι πρέπει νὰ κρατήσει κι ὕστερα, ὅσα χρόνια τῆς χαριστοῦν νὰ ζήσει, τὰ διατηρεῖ μέσα της ζωντανά, φωτεινὰ κι ἀρυτίδωτα. Ἰδίως τὰ πρόσωπα... Τὰ πρόσωπα ποὺ τὰ λιτανεύει μὲ ἱεροπρέπεια καὶ συγκίνηση καὶ τὰ ὑψώνει στὸ Δημιουργό τους τὰ Ψυχοσάββατα, μὲ προσευχὴ νοτισμένη ἀπὸ τὰ δάκρυα. Τὰ καταθέτει δηλαδή, ἐκεῖ ποὺ πραγματικὰ ἀνήκουν. Καὶ ποὺ ἀνήκουμε κι ἐμεῖς...
π. κ. ν. κ

Τετάρτη 16 Αυγούστου 2017

Γιώργου Λέκκα: ΚΡΥΦΑ (νέο ποίημα)


Κρυφά από μένα μ’ αγαπάς
και μ’ εκπαιδεύει η αγάπη σου
να σ’ αγαπήσω μυστικά
πριν την περιφρονήσω.
Κρυφά από μένα σ’ αγαπώ
κι αυτό που τρέμω πιο πολύ
την ακριβή αγάπη σου
να μην την αδικήσω.
Σκύψε και φίλησέ με να σωπάσω.

14.8.2017

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Α. Λέκκας ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.]


Τρίτη 15 Αυγούστου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΝΤΩΣ, Ω, ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΟΞΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ... (ΕΓΚΩΜΙΟ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΣΕΠΤΗ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ)

Ἐν κυμβάλοις ἠχήσωμεν, ἐν ᾠδαῖς ἀλαλάξωμεν, Ἑορτὴν ἐξόδιον προεξάρχοντες, καὶ ἐπιτύμβια ᾄσματα, φαιδρῶς ἐκβοήσωμεν· ἡ γὰρ Μήτηρ τοῦ Θεοῦ, κιβωτός τε ἡ πάγχρυσος, ἑτοιμάζεται, νῦν ἐκ γῆς πρὸς τὰ ἄνω μεταβῆναι, πρὸς παλίνζωον καὶ θείαν, μεθισταμένη λαμπρότητα.
Λυγίζει ἡ μέρα κι ἡ στερνὴ Παράκληση πρὸς τὴν Παναγιά μας, μαζί της ἀποχαιρετᾶ τὸν κύκλο τῶν ἡμερῶν ποὺ Τῆς ἀφιερώθηκαν. Μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά, τὴ διάθεση, τὴν εὐγνωμοσύνη, ἀφοῦ κάθε ἀπόβραδο, μέσα στὸν καύσωνα τῶν ἡμερῶν, Ἐκείνη μᾶς δρόσιζε μὲ τὸν ζωοποιὸ ποταμὸ τοῦ ἐλέους Της. Μᾶς δρόσιζε καὶ συνάμα μᾶς χάριζε τὴν παραμυθία ποὺ χρειαζόμαστε τόσο...
Κι ἦλθε πιὰ ἡ πλέον συγκινητικὴ καὶ ντυμένη τὴν εὐαισθησία μεγάλη ἡμέρα τῆς Ἐνδόξου Κοιμήσεως. Ποὺ ἀπὸ χθὲς πανηγυρίζουμε-τί παράδοξο, στ’ ἀλήθεια γεγονὸς κι αὐτό! Νὰ πανηγυρίζεις, δηλαδή, νὰ γιορτάζεις, νὰ εὐφραίνεσαι, νὰ χαίρεσαι μὲ λίγα λόγια, ἕνα θάνατο, μιὰ ἀποχώρηση ἑνὸς ἀγαπημένου προσώπου ἀπὸ τὰ ἐπίγεια καὶ πρόσκαιρα! Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὅλ’ αὐτὰ μοιάζουν μὲ κάτι τὸ ἀπίστευτο, τὸ περίεργο, τὸ ἀνυποψίαστο γιὰ τὶς περιορισμένες δυνατότητες τοῦ ἄνθρώπινου νού. Γι᾿ αὐτὸ πολὺ καλὰ ὁ ὑμνωδὸς μᾶς εἰσάγει στὴ γιορτὴ μὲ τὴ φράση, τὴν ἱεροπρεπῆ, θεοφώτιστο καὶ πέρα γιὰ πέρα ἑρμηνευτικὴ τοῦ θείου γεγονότος: «Ὤ, τοῦ παραδόξου θαύματος...». Γιατὶ παράδοξο εἶναι τὸ θαῦμα ποὺ ἐπιτελεῖται, ὅταν ἡ Πηγὴ τῆς Ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, ὅπως κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Ὡστόσο παράλληλα μὲ αὐτὴ τὴν καταθεση στὸ μνημεῖο ἐμφανίζεται καὶ ἡ ἄλλη ὄψη τοῦ παραδόξου θαύματος, ὅταν αὐτὸς ὁ τάφος κλῖμαξ γίνεται. Κλίμακα ποὺ ἔγινε, γιὰ νὰ τὴν ἀνεβοῦμε κι ἐμεῖς, ἀφοῦ «κοινωνοὶ θείας χάριτος» (Β΄ Πετρ 1,4), ἄν τὸ ἐπιθυμοῦμε, μποροῦμε νὰ γίνουμε. Γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο «αἱ γενεαὶ αἱ πᾶσαι μακαρίζομέν σε τὴν μόνην Θεοτόκον». Αἱ γενεαὶ πᾶσαι... Ἀλήθεια, σκέφτηκε ποτὲ κανένας, τὸ πόσοι σήμερα, αὐτὴ τὴν κορυφαία ἡμέρα καὶ τόσο σημαδιακὴ καὶ φορτισμένη μὲ μνῆμες, ἀπὸ τοὺς ἴσκιους τῶν δικῶν μας ἀνθρώπων ποὺ ταξίδεψαν πιὰ γιὰ τὸν κόσμο τὸν ἀληθινό, μᾶς συντροφεύουν καὶ μὲ πόση συγκίνηση καὶ μὲ ὑγρὰ τὰ μάτια συμψάλλουν μὲ τοὺς γύρω ἁγίους, αὐτὸν τὸν μακάριο καὶ πέρα γιὰ πέρα ἀληθινὸ ὕμνο: «Αἱ γενεαὶ αἱ πᾶσαι μακαρίζομέν σοι τὴν μόνην Θεοτόκον»; Μυριάδες εἶναι αὐτοὶ ποὺ μᾶς παραστέκουν αὐτὴ τὴ χρονιάρα ἡμέρα καὶ συνεορτάζουν μαζί μας μυστικὰ καὶ ἀθόρυβα, κομίζοντας τὴν εὐλογία τοῦ Οὐρανοῦ καὶ συνάμα δεόμενοι:
«Δέσποινα ἀγαθή, τὰς ἁγίας σου χεῖρας, πρὸς τὸν Υἱόν σου ἆρον, τὸν φιλόψυχον πλάστην, οἰκτειρῆσαι τοὺς δούλους σου». Ἀμήν.

Δεκαπενταύγουστος 2017 π. κ. ν. κ.

Τετάρτη 9 Αυγούστου 2017

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΗΣ ΜΗΤΡΙΚΗΣ ΣΤΟΡΓΗΣ ΤΗΣ ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Στὴ Μνήμη τῆς Μητέρας μου 


« Ὅμως ἐμεῖς τό μόνο πού προσέχαμε ἦταν ἐκεῖνες οἱ φωνές μέσα στά σκοτεινά, πού ἀνέβαιναν, καυτές ἀκόμη ἀπό τήν πίσσα τοῦ βυθοῦ ἤ τό θειάφι. “Ὅι, ὅι, μάνα μου”, “ὅι, ὅι, μάνα μου”» ( Ὀδ. Ἐλύτης, Ἄξιόν Ἐστι)
«Στήν ἀγκαλιά σου τή γλυκειά, μανούλα μου, ν’   ἀράξω μές στό βαθύ τὸ πέλαγο αὐτό πριχοῦ βουλιάξω»  (Ἀλ. Παπαδιαμάντης)

Μέρες τρυφερές, μητρικῆς φροντίδας καὶ στοργῆς ἅγιες μέρες ἀνοίχτηκαν μπροστά μας, ἴσαμε, μὲ τῶν Ἀποστόλων τὸν δῆμον συνοδοιπόρον, νὰ τιμήσουμε, ἑορτάσουμε, πανηγυρίσουμε «τὸ τελευταῖον ἐν αὐτῇ Μυστήριον». Τὴν Πάνσεπτόν Της Κοίμηση,  Τῆς Μητέρας μας τῆς Παναγιᾶς τὴν Κοίμηση.

Εὐωδιαστὲς, ὄντως, ἀφήνονται οἱ μέρες αὐτὲς νὰ μᾶς ταξιδέψουν σ᾿ ἕνα καιρὸ ξεχασμένο, δυστυχῶς, ὅπου ἡ ἄλλη  ἡ μητρικὴ στοργή, τῆς μάνας ποὺ μᾶς γέννησε, δαψιλῶς συμπληρώνονταν ἀπὸ τὴ Χάρη Της. Γιατὶ καὶ στὴ μία καὶ στὴν ἄλλη ἀκουμπούσαμε «τῶν λυπηρῶν τὰς ἐπαγωγάς», ποὺ ράμφιζαν τὴν ψυχή μας. Κι ἀναζητούσαμε, καὶ στὴ μιὰ καὶ στὴν ἄλλη τὴν παραμυθία, ἀνασαίναμε σιμά τους, αἰσιοδοξίας καὶ πλησμονῆς ἐλέους, εὐωδίες μοναδικές. Μέχρι νἄρθουν ἄλλα «νέφη τῶν λυπηρῶν» νὰ σταθοῦν ἀπειλητικά, ὅπως οἱ ἐπιθετικὲς καταιγίδες πάνω μας. Γιὰ νὰ τὶς ξεπεράσουμε κι αὐτές «τῇ μεσιτείᾳ Της» στηριγμένοι ἐξάπαντος στὴν εὐχή τῆς μάνας μας.  

Κι ὕστερα ἦρθε καιρὸς ποὺ μιὰ ἀπὸ τὶς δύο, ἡ κατὰ σάρκα μάνα μας δηλαδή, σταύρωσε τὰ χέρια της, σφράγισε τὸ στόμα της, ἔκλεισε τὰ μάτια κι ἀποκοιμήθηκε. Γιὰ πάντα. Αὐτήν, λοιπόν, τὴν ἀπουσία ἐκείνης  συμπληρώνει ἡ Χάρη Της, καθὼς ἀποπνέει κάθε ἐμπιστοσύνη ἡ Μορφή Της καὶ περισσότερο, ἀφοῦ ἄγρυπνο «προστάτιν τῆς ζωῆς» μας Τὴν καταλαβαίνουμε καὶ φρουρὰ ἀσφαλεστάτην τὴ νοιώθουμε σὲ τοῦτα τὰ μονοπάτια τοῦ βίου τὰ δύσβατα καὶ ἀκανθώδη. Ὅπως καταλαβαίναμε τὴ μάνα μας σὲ ὧρες πυρετοῦ, ἀδιαθεσίας καὶ ὀδυνηρῶν περιστάσεων ποὺ μᾶς κύκλωναν. Κι ἀφοῦ πλήρωσε τὸ κοινὸν χρέος ἡ μιά, συμπορευόμαστε μὲ τὴν Ἄλλη, ἀφήνοντας πίσω μας κάθε τί τὸ δυσχερὲς  καὶ προσβλητικὸ σχῆμα τοῦ κόσμου καὶ προστρέχουμε στὴ σκέπη Της.

Δὲ νοιώθουμε καμιὰν ὀρφάνια, γιατὶ παραμυθούμεθα ἀπὸ τὴν ἔγνοια Της, μᾶς νανουρίζει ἡ ἀγρύπνια Της καὶ  φωτίζει τὰ σκοτάδια μας ἡ στοργή Της. Κι ἔτσι πορευόμαστε μέσα στὸ Χρόνο, μοναχικοὶ καὶ ἀποσυνάγωγοι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ γεμᾶτοι παρουσίες ἀπὸ τὴν δικιά Της συμπαράσταση. «Καὶ ποῦ, λοιπόν, ἄλλην εὑρήσω ἀντίληψιν, ποῦ δὲ καὶ σωθήσομαι;...». Οἱ ἄνθρωποι ξεχνοῦν γρήγορα, ξιπάζονται ἀναζητοῦν τὴ δόξα-πάντα τὴν ἐφήμερη, φυσικά, γιατὶ ἡ ἄλλη δὲν εἶναι προϊὸν δημοσίων σχέσεων καὶ αὐτοπροβολῆς ἀλλ᾿ εἶναι βραβεῖο, ἔπαινος, πληρωμὴ τοῦ Θεοῦ.

Δεκαπενταύγουστο. Εὔχυμος χρόνος προσευχῆς καί δεήσεων. Μέσα στὸ ἑλληνικὸ τὸ καλοκαίρι, εὐτυχῶς, γιὰ νὰ καταννοουμε τὶς δωρεές Του, πάντα τῇ μεσιτείᾳ Της. Ἀφθονία καρπῶν, μέρες περιούσιες,θεϊκὲς λές, εὐκαιρίες γιὰ δοξολογία ἤ καὶ παρακληση-αἴτηση. Ὅλα δοσμένα μὲ μέτρο. Μέτρο ποὺ ὑπολογιζει καὶ τὴν παραμικρὴ λεπτομέρεια. Γιατὶ μονάχα ἔτσι καταλαβαίνει ὁ Θεὸς τὰ τῶν ἀνθρώπων, ὅταν ἀπέδωσε τὸν Κόσμο ὁλόκληρο στοὺς πρωτόπλαστους δημιουργημένο «καλὰ λίαν» (Γεν. 1, 31).

Δεκαπενταύγουστο, λοιπόν, μὲ χαρμολύπη στολισμένο καὶ μὲ κέντρο τῆς Γιορτῆς μιὰ κηδεία. Ὅμως, «ζῇ ἀεὶ Θεομήτωρ, κἂν δεκάτῃ θάνε πέμπτῃ». Ὅπως ξέρουμε πιά, ὅτι σιμά Της ζεῖ κι ἡ μάνα μας καὶ μᾶς ἀφουγκράζεται κάθε φορὰ ποὺ ὁ στεναγμός μας, σὲ ὧρες πνιγηρὲς, ἀνεβαίνει ἀπὸ τὸν πυθμένα τοῦ εἶναι μας: «Ἄχ, μάνα μου... Παναγιά μου, Ἐσύ!», ἤ ὅπως συνειδητὰ Τῆς ψάλλουμε, «Οἱ μισοῦντες μάτην βέλεμνα καὶ ξίφη καὶ λάκκον ηὐπρέπισαν, καὶ ἐπιζητοῦσι τὸ πανάθλιον σῶμα σπαράξαι μου, καὶ καταβιβάσαι, πρὸς γῆν Ἁγνὴ ἐπιζητοῦσιν· ἀλλ᾿ ἐκ τούτων προφθάσασα σῶσον με». Γιατὶ οἱ ὁρατὲς κι ἀόρατες ρομφαῖες δὲ λείπουν ποτέ... 

π. κ.ν.κ.  Δεκαπενταύγουστο 2017

Related Posts with Thumbnails