© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΙ ΣΤΕΡΝΕΣ ΟΙ ΤΗΓΑΝΙΤΕΣ...

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος φτάσει σὲ μιὰν ἡλικία προχωρημένη, δηλαδή περάσει τὸ φράγμα τῶν πενήντα-ἑξήντα χρόνων, τότε ὁ Θεὸς τοῦ χαρίζει τὸ μεγάλο τὸ προνόμιο τῆς ἀναπόλησης καὶ τῆς νοσταλγίας. Γιατὶ μ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐπιστρέφει. Ἐπιστρέφει ἐκεῖ ποὺ ἔζησε, ἐπισκέπτεται χώρους ποὺ λησμονήθηκαν σήμερα, ὅπως εἶναι οἱ παλιὲς γειτονιὲς καὶ τὰ ἐρειπωμένα ἤ ἐξαφανισμένα σπίτια καὶ ἀναπολεῖ μὲ συγκίνηση ἁπλὲς συνήθειες καὶ ἀνθρώπους σεμνοὺς καὶ σιωπηλούς. Τοὺς δικούς του ἀνθρώπους, μὲ τοὺς ὁποίους ἔζησε χρόνια φωτεινά.
          Μπορεῖ νὰ ἦταν δύσκολα, μίζερα καὶ καχεκτικὰ χρόνια. Ὅμως, μὲ τὴ χρονικὴ ἀπόσταση ποὺ τὰ σημαδεύει, σήμερα φαίνονται τόσο τρυφερά, στοργικά καὶ χαρισματικά. Ἴσως γιατὶ ἦταν χωνεμένα στὴν ἁπλότητα καὶ τὴν καλωσύνη ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων. Τῶν ἀνθρώπων ποὺ σὲ ἀνάθρεψαν, σὲ στύλωσαν, σοῦ χάρισαν κομμάτια τῆς ψυχῆς τους καὶ θυσίασαν τὸν ἑαυτό τους, καθὼς σοῦ προσφέρανε ἕνα παραπάνω σκαλοπάτι ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ στέκονταν, γιὰ νὰ φανεῖς στὸν κόσμο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ σήμερα, καθὼς τοὺς ἀναπολεῖς μέσα στὸ σύθαμπο τῆς συγκίνησης ποὺ ἀνεβαίνει μέσα σου, τοὺς εὐγνωμονεῖς. Τοὺς εὐγνωμονεῖς γιὰ πάρα πολλά. Ὅπως γιὰ κάποια ἁπλᾶ, συνηθισμένα καὶ λιτὰ πράγματα ποὺ τἂ θυμᾶσαι ἀκόμα... Ὅπως τὶς τηγανίτες ἐκεῖνα τὰ παγωμένα χειμωνιάτικα πρωϊνά.
Ἀπὸ τὶς εὐλογημένες συνήθειες τῆς κάθε παλιᾶς νοικοκυρᾶς ἦταν κι ἡ ἑτοιμασία τοῦ χυλοῦ («τοῦ λάμα» δηλ.) μὲ νερὸ, ἀλεύρι κι ἁλάτι, γιὰ νὰ κάμουν τὶς τηγανίτες. Γιατὶ τὸ καλοῦσαν οἱ κρύες μέρες τοῦ χειμώνα, ἰδιαίτερα ὅταν τὸ χιόνι ἔκλεινε τοὺς ἀνθρώπους στὰ σπίτια τους. Ἔτσι, εὐκαιρία ἦταν νὰ τηγανίσουν τὶς εὔγευστες ἐκεῖνες λιχουδιές, ποὺ τὶς τρώγανε μὲ μπόλικο πετιμέζι καὶ πασπαλισμένες μὲ κανέλλα.
Ἑτοιμάζανε, λοιπόν, τὸ «λάμα» καὶ μετά, ἀφοῦ καίγονταν τὸ λάδι στὸ τηγάνι, ποὺ ἦταν βαλμένο πάνω στὴν τσιροτιά, στὸ τζάκι, ἔπαιρναν τὸ «λάμα»μὲ ἕνα κουτάλι καὶ τὸ ρίχνανε στὸ τηγάνι. Μὲ προσοχὴ γυρίζανε τὸ κάθε κομμάτι ποὺ τηγανιζόταν, μέχρι νὰ «ροϊδίσει», νὰ ξεροτηγανιστεῖ. Στὸ τέλος ρίχνανε καὶ τὸ ὑπόλοιπο τοῦ χυλοῦ στὸ τηγάνι κάνοντας μιὰ μεγαλη τηγανίτα, τὴν ὁποία συνήθως τρώγανε μὲ ἐλιές ἀργότερα, κοντὰ μὲ τὸ μεσημεριανὸ τὸ φαΐ.
Τὶς ἄλλες, τὶς μικρὲς τηγανίτες, ἀφοῦ τὶς συγκέντρωναν, τὶς μοίραζαν ὅλοι γύρω-γύρω στὴν οἰκογένεια ἤ καὶ σὲ γειτόνους, ποὺ τοὺς καλοῦσαν νὰ γευτοῦν αὐτὸ τὸ ὑπέροχο κι ἁγνὸ γλύκισμα. Μάλιστα οἱ ἄντρες πίνανε καὶ λίγο ρακὶ νὰ πάει ἡ «λαδιὰ» κάτω, ὅπως λέγανε. Φυσικὰ πρέπει νὰ θυμίσουμε πὼς ἦταν σχεδὸν ἀνέξοδο τὸ γλύκισμα αὐτό, ἀφοῦ ὅλα τότε τὰ ἀγαθὰ ἦταν τοῦ σπιτιοῦ, δηλαδή καὶ τὸ ἀλεύρι καὶ τὸ λάδι καὶ τὸ πετιμέζι, ἀλλὰ καὶ τὸ ρακί. Καταλαβαίνουμε δὲ ὅτι γιὰ καύσιμη ὕλη εἶχαν τὰ ξύλα, ποὺ καίγανε στὴν παραστιά, ὄχι μονάχα γιὰ μαγείρεμα, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ζεσταθοῦνε κιόλας.
Εὐωδίαζε τὸ χωριὸ τότε ἀπὸ τὸ φρεσκοτηγανισμένο λάδι, ποὺ ἀνέβαινε ἀπὸ τὶς καμινάδες τῶν σπιτιῶν. Εὐωδίαζαν καὶ τὰ φτωχικὰ τὰ σπίτια ἀπὸ τὶς ξεροψημένες τηγανίτες, τὸ ἀρωματισμένο περιμέζι, ἀλλὰ καὶ τὸ φασκόμηλο ποὺ ἔβραζε μέσα στὴν παραστιά.
Κάποτε ὅμως τέλειωσε καὶ τὸ στερνὸ τ᾿ ἀλεύρι καὶ μαζὶ μ᾿ αὐτὸ καὶ τὸ εὐωδιαστὸ τὸ πετιμέζι. Ἡ παραστιὰ ἔσβυσε, πετάχτηκε τὸ παλιό, τὸ μαυρισμένο τὸ τηγάνι καὶ μαζί μὲ ὅλα αὐτὰ ἔπαψαν νὰ γίνονται ἐκεῖνες οἱ εὐωδιαστὲς οἰ τηγανίτες, ἡ χαρὰ τῶν παιδιῶν , ἀλλὰ καὶ τῶν μεγάλων...

Για το βιβλίο "Νίκος Γρυπάρης, Ανέκδοτα Γράμματα του Μαρίνου Σιγούρου στον Σπύρο Αλ. Καββαδία, Εισαγωγή-Επιμέλεια-Διορθώσεις-Συμπληρώσεις, Διονύσης Σέρρας", εκδ. Επτανησιακά Φύλλα, Ζάκυνθος 2015

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Η Επιστολογραφία ως φιλολογικό είδος φαίνεται πως ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Οι πολύ ενδιαφέρουσες επιστολές που μας έδωσαν άνθρωποι του πνεύματος και της τέχνης, οι χρησιμότατες πληροφορίες τους για άλλους ομοτέχνους τους, η άποψή τους για θέματα πνευματικά κοινωνικά ή πολιτικά ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Η εξέλιξη της τεχνολογίας έχει συρρικνώσει το είδος στα βιαστικά ηλεκτρονικά μηνύματα. Πάει πια η αλληλογραφία που αντάλλασσαν μεταξύ τους σημαντικοί άνθρωποι με θησαυρούς απόψεων, γνωμών, εξομολογήσεων και πληροφοριών. Επιστολές λογοτεχνήματα ή λογοτεχνικά δοκίμια, κείμενα που δεν γράφονται πια.

Από την ξεχασμένη εποχή της ακμής, ακόμη, της επιστολογραφίας, ο Διονύσης Σέρρας, λόγιος και ποιητής από τη Ζάκυνθο, φέρνει στο φως τα ανέκδοτα Γράμματα του Μαρίνου Σιγούρου προς τον Αλ. Καββαδία, τα οποία βρίσκονταν στα χέρια του Νίκου Γρυπάρη. Οι επιστολές, εννέα τον αριθμό, γράφτηκαν όλες το έτος θανάτου του Σιγούρου, στο διάστημα δυόμισι μηνών, από 14-6-1961 έως 30-8-1961, και απευθύνονταν στον φοιτητή τότε Καββαδία, ο οποίος είχε αρχίσει την έρευνα γύρω από την επτανησιακή γραμματεία και επ’ αυτής ζητούσε πληροφορίες από τον Σιγούρο. Ο αριθμός των επιστολών, σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα αποτελεί, εκτός των άλλων, και δείκτη του ενδιαφέροντος από την πλευρά του Σιγούρου. Για κάθε μία από αυτές τις επιστολές υπάρχουν σημειώσεις χειρόγραφες του Γρυπάρη, σχόλια και υπομνηματισμοί για περαιτέρω επεξεργασία και πρέπει να ζητήθηκαν από τον ίδιο για να τις μελετήσει και να τις εκδώσει. Ο αδόκητος θάνατός του, όμως, εμπόδισε την έκδοση και οι επιστολές παρέμειναν στα χέρια της χήρας, Ευρυδίκης Γρυπάρης, μέχρι την παράδοσή τους στον Σέρρα, στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Ο χρόνος έτρεξε, η έκδοση επετεύχθη τώρα.

Ο Σέρρας, ως συστηματικός μελετητής, εμβριθής ερευνητής και άξιος επιστήμων, κάνει μια λεπτομερή περιγραφή αυτών των επιστολών, του τόπου κατοικίας του συντάκτη τους, στο Ακρωτήρι Ζακύνθου, και του παραλήπτη τους, στην Νέα Ελβετία, στην Αθήνα. Και εκτιμά ότι οι επιστολές αυτές συγκροτούν «ψυχοπνευματικό γέννημα ή αποτύπωμα της τελευταίας περιόδου ή των στερνών ημερών της ζωής του Μαρίνου Σιγούρου», ότι τα «μιλήματα» αυτά είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, συνιστούν μια «εύγλωττη μαρτυρία για το ήθος και το ύφος ή για τη σκέψη και τη στάση ζωής» του συντάκτη τους, εφόσον το ενδιαφέρον του πολυμαθούς Σιγούρου δεν περιορίζεται στο επιστημονικό μόνο επίπεδο αλλά και, όπως προκύπτει από τις επιστολές, εξαπλώνεται με μια σχέση μοναδική, πολυφωνική και πολυσύνθετη σε πολλά θέματα παλαιά και σύγχρονα της Επτανησιακής Σχολής, καθώς και της ευρύτερης νεοελληνικής και ιταλικής πνευματικής ιστορίας και λογοτεχνικής ζωής.

Στις επιστολές αυτές αναφέρεται με τη σειρά: στον Ιταλό νεοελληνιστή Nicola Catone, τον Νικόλαο Σοφιανό, τον Λεοπάρντι, τον Κωνσταντίνο Σολδάτο, τον Γεώργιο Καλοσγούρο. Παραθέτει δύο ποιήματα της συλλογής του Άσβηστη Φλόγα (και εξ αφορμής γίνεται λόγος για τον Μαρκορά, τον Σολωμό, τον Πολυλά, την Δενδρινού), στη συνέχεια μιλάει για τον Μαρτελάο, τον Φάνη Μιχαλόπουλο (που επικρίνει το βιβλίο του για τον Σολωμό) και τη σχέση του Σολωμού με τη γλώσσα. Συνεχίζει με τον Γρ. Ξενόπουλο, δίνει οδηγίες για τη συγγραφή μιας «Ιστορίας της Επτανησιακής Λογοτεχνίας», προβαίνει σε εκτιμήσεις για τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη και τον αδελφό του Σπύρο, μιλά για τον Αντ. Μάτεση, το περιοδικό Νουμάς, τη δημοτική γλώσσα, πάλι για τον Πολυλά, για τη διατριβή, την οποία θα εκπονήσει ο Σπ. Καββαδίας με θέμα «Καθαρεύουσα και Διον. Σολωμός», αναφέρει ακόμα τον Λορέντζο Μαβίβη και, τέλος, κάνει λόγο για τον δεκαπεντασύλλαβο, τον Έκτορα και Ανδρέα Σιγούρο και τον Στέφανο Μαρτζώκη. Χαρακτηριστικός όλων των επιστολών είναι ο τρόπος με τον οποίο παραπέμπει, γράφει, σχολιάζει. Γιατί εκείνο που ιδιαιτέρως εκτιμά και τονίζει ο Σέρρας είναι το πλήθος και η πολυσημία, η όλη «εικόνα» και ο «χαρακτήρας» αυτών των επιστολών. Αν, μάλιστα, βρεθεί και το συμπλήρωμά τους, δηλαδή οι απαντήσεις σ’ αυτές τις επιστολές ή τα τιθέμενα ερωτήματα, θα φωτίσουν καλύτερα το περιεχόμενό τους.

Η έκδοση του παρόντος βιβλίου θα μπορούσε να θεωρηθεί επετειακή, αφού συμπληρώνονται εκατόν τριάντα χρόνια από τη γέννηση του Σιγούρου και, παρά ένα, σαράντα από το θάνατο του Γρυπάρη. Έτσι τιμώνται και οι δύο για την προσφορά τους, η οποία μπορεί να είναι χαμηλόφωνη, αλλά, όπως λέει ο Σέρρας, είναι «πολυεπίπεδη» και άπτεται όλων των πεδίων του πνεύματος και μεταξύ αυτών και της επιστολογραφίας που έχει, επίσης, δικαιωθεί και από «την πένα» του πολυσχιδούς και πνευματώδους Διονύση Ρώμα. Πολύ ενδιαφέρον και το απόσπασμα που παραθέτει από τα γραπτά του Α. Ρώμα: «Δεν υπάρχει τίποτε, νομίζω, συγκινητικώτερο και πιο διαφωτιστικό για την ‘‘μικρή ιστορία’’ από τα παλιά κιτρινισμένα γράμματα. Δεν είναι ανάγκη να φωτίζουμε καμμιά σκοτεινή πτυχή της ιστορίας… το γράμμα μιας μάνας στην ξενητεμένη κόρη της είναι αρκετό για να μας μεταδώση τη λεπτή νοσταλγική μυρωδιά μιας εποχής που πέρασε… Η ελαφρότερη κουβέντα, το πιο ανόητο κουτσομπολιό χρωματίζει ξάφνου τόσο έντονα τον λησμονημένο αποστολέα … σε βαφτίζει κυριολεκτικά μέσα στο κλίμα» [Εδώ βρίσκουμε μια ανάλογη παρατήρηση του Γιώργου Σεφέρη προς τον Γιώργο Θεοτοκά με αφορμή τη μόδα των Ημερολογίων της εποχής τους, στην οποία θίγει τη σημασία των απλών καθημερινών καταγραφών: «Το ημερολόγιο δεν είναι όλες οι στιγμές μας, μήτε η πεμπτουσία της ζωής μας, αλλά το σημάδι , σχεδόν τυχαίο, μιας οποιασδήποτε στιγμής κάθε τόσο, κι όχι πάντα της σπουδαιότερης… ‘‘Γιατί θες να διαγράψεις μια στιγμή του εαυτού σου;’ Ρωτώ» (Μέρες Γ΄, σελ. 177)].

Με την ίδια λογική «η μικρή» αλλά όχι αμελητέα «ιστορία» των δύο αλληλογράφων έχει βαρύνουσα σημασία για τον σημερινό αναγνώστη. Εντυπωσιακή είναι η παράθεση των επαινετικών επιθέτων / τίτλων που συσσωρεύει ο Σέρρας για τον «άξιο μνημοσύνης αποστολέα, τον εμβριθή Ζακυνθινό, επτανησιολόγο, ποιητή, πεζογράφο, κριτικό, φιλοσολωμικό μελετητή, καλλιεπή δημοτικιστή, βιβλιόφιλο κλπ. Μαρ. Σιγούρο». Και με τις ευχαριστίες του σε κάθε συνεπικουρήσαντα και ειδικά στην Φανή Καζαντζή και Θεοδόση Πυλαρινό, εξαιρετικά μέλη της πανεπιστημιακής μας κοινότητας, κλείνει την εμβριθέστατη εισαγωγή του.

Ακολουθούν οι σελίδες με φωτοτυπημένο δείγμα ερωτήσεων του Νίκου Γρυπάρη προς τον Σπυρ. Καββαδία και έπονται οι επιστολές, με τόπο και ημερομηνία αποστολής σε έντυπη πλέον εκδοχή. Παράλληλα παρατίθεται και η ίδια η χειρόγραφη επιστολή, καθώς και ο φάκελος σε φωτοτυπημένη φωτογραφία. Σ’ αυτήν, ο σημερινός αναγνώστης, πέραν της τυπικής μορφής και του ενδιαφέροντος περιεχομένου της, θα βρεθεί καταπρόσωπο με την επιμελημένη και καλλιγραφημένη επιστολή, δείγμα γραφής παλαιάς, την οποία όλοι μας, πλέον, έχουμε ξεχάσει. Για κάθε επιστολή ο επιμελητής παραθέτει τα δικά του σχόλια, διορθώνει και ενημερώνει για τυχόν λάθη και αβλεψίες. Από τις επιστολές αυτές ο σημερινός αναγνώστης θα αποκομίσει στοιχεία και θα συγκεντρώσει πληροφορίες, τις οποίες είναι σίγουρο ότι αγνοεί, όπως ότι ο πρώτος Πολυλάς είναι προτιμότερος του ύστερου, διότι η «τελευταία γλωσσική» εργασία του «είναι «σχεδόν η άρνηση του ξεκινήματός του» και ότι «η Επτανησιακή Σχολή τιμά κι’ αναγνωρίζει τον πρώτο Πολυλά». Και μια νόστιμη πληροφορία για να κλείσουμε, η οποία σχετίζεται με τον στρατηγό Καλλέργη, τον ήρωα του Συντάγματος της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, του οποίου σύζυγος ήταν η Σοφία, το γένος Ράπτη, «μία των ωραιοτάτων και επιφανεστάτων Ελληνίδων, δια την χείρα της οποίας φονικότατοι προ έξ ετών είχον γίνει πόλεμοι και χωρία εκάησαν και κατεστράφησαν και εβυθίσθη εις πένθος η Κορινθία». Ήτοι, η Ελένη της Σπάρτης επανέκαμψε στην συγχρονότερή μας Ελλάδα. Το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα και απολαυστικά και από τις σημειώσεις του. Ο άνθρωπος του σπουδαστηρίου αλλά και όποιος άλλος με πνευματικά ενδιαφέροντα θα απολαύσει. 

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

Άννας Τσουκαλά-Κουφού: ΡΙΠΕΣ (ποίημα)


Η Μασσαλιώτιδα έγινε θρήνος 
στη χώρα του φωτός. 
Ριπές γέμισαν το κορμί της. 
Με αμφορείς μεταφέρουμε το δάκρυ 
και αγκαλιές κόκκινα τριαντάφυλλα! 

Αφού σε άδειες καρδιές φύτρωσε η εκδίκηση 
με θρησκευτικό μανδύα, 
με λήκυθο θα προσφέρουμε το λάδι 
ν' απαλύνουμε τον πόνο της! 

Θρηνούμε 
 γιατί οι πραγματικοί εκτελεστές 
 ντύνονται το ιμάτιο των αμώμων στην υδρόγειο. 

Φέρτε το άλας που  περισσεύει στη γη μας 
Ίσως σωθεί ο πλανήτης απ' την σήψη!!! 

Χαλκιδική 16/11/2015

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015

ΕΜΕΙΣ ΚΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΙΙΙ - ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΩΝ - NIELSEN SIBELIUS - ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ
Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών [6/11/15, ΜΜΑ], σε συνεργασία με την Πρεσβεία της Δανίας και το Ινστιτούτο της στην Αθήνα, γιόρτασε τα 150 χρόνια από τη γέννηση του Carl Nielsen [1865-1931] και του Jean Sibelius [1865-1957] με ένα πρόγραμμα άκρως ενδιαφέρον, στην ανάδειξη του οποίου συνέβαλε τα μέγιστα η συμμετοχή του διεθνώς καταξιωμένου βιρτουόζου του κλαρινέτου Σπύρου Μουρίκη, επίλεκτου μέλους της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών.
Το πρώτο έργο, «Εισαγωγή σ’ ένα δράμα», του Έλληνα συνθέτη Αντίοχου Ευαγγελάτου [1903-1981], συνοδοιπόρου και διαδόχου του Μανώλη Καλομοίρη στην ηγεσία της Εθνικής Σχολής, ευτύχησε από την ερμηνεία του Εσθονού αρχιμουσικού Μήκελ Κύτσον και της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών που έδωσαν έμφαση στις αντιθέσεις των θεμάτων και ανέδειξαν τα δραματικά και λυρικά μέρη με συναίσθημα και φαντασία. Η Εισαγωγή γράφτηκε το 1937 και παίχτηκε την άνοιξη του 1938 υπό τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη.
Ο Carl Nilsen [1865-1931], Δανός βιολονίσταςi, συνθέτης και διευθυντής ορχήστρας, έγραψε το Κοντσέρτο για Κλαρινέτο και Ορχήστρα, έργο 57 για τον συμπατριώτη του κλαρινετίστα Aage Oxenvad, ο οποίος και το έπαιξε για πρώτη φορά το 1928. Το Κλαρινέτο έχει βαθιές ρίζες στην Αρχαία Ελλάδα, την Αίγυπτο, τη Μέση Ανατολή και τη Μεσαιωνική Ευρώπη. Το μοντέρνο κλαρίνο αναπτύχθηκε την εποχή του Μπαρόκ και ονομάστηκε chalumeau, από την Ελληνική λέξη Κάλαμος, ήταν λαϊκό όργανο, πρόγονος του σύγχρονου κλαρινέτου. Τα έργα για κλαρινέτο είναι περιορισμένα· τα σημαντικότερα κοντσέρτα δεν ξεπερνούν τα δέκα.
Ο Nilsel άκουσε το 1921 την πρόβα ενός κουιντέτο πνευστών σε έργα του Mozart και μαγεύτηκε από τον ήχο τους. Σύντομα έγινε φίλος του συνόλου για το οποίο συνέθεσε ένα έργο. Επιθυμούσε όμως να συνθέσει για το κάθε μέλος του κουιντέτου ένα έργο ξεχωριστό. Ωστόσο, δύο μόνο κατάφερε να συνθέσει. Το κοντσέρτο για φλάουτο [FS119], το 1926 και δυο χρόνια αργότερα το Κοντσέρτο για Κλαρινέτο και Ορχήστρα, το οποίο είχαμε την τύχη να το ακούσουμε από τον Κερκυραίο δεξιοτέχνη Σπύρο Μουρίκη. 
Το παίξιμο του Μουρίκη διακρίνει φινέτσα, κομψότητα, καθαρότητα. Το λαμπερό του ηχόχρωμα και η φραστική του πλαστικότητα, αντανακλούν τον εσωτερικό του πλούτο, την τρυφερότητα και ευαισθησία, αλλά και τη βαθιά μεθοδική μελέτη και ανάλυση που προσεγγίζει τη μουσική γραφή και κάνει την ερμηνεία του ασύγκριτη. Με όλες αυτές τις αρετές ανέδειξε θαυμάσια το έργο, έχοντας ισότιμους συμπαραστάτες του τον αρχιμουσικό Μήκελ Κύτσον και την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών.
Ο Jean Sibelius, Φινλανδός συνθέτης του ύστερου ρομαντισμού και του πρώιμου μοντερνισμού, αναγνωρίστηκε σαν εθνικός συνθέτης στην πατρίδα του και ως ο μεγαλύτερος Φινλανδός συνθέτης διεθνώς. Στην αρχή εμπνέεται από τους Γερμανούς, γρήγορα όμως διαπιστώνει ότι μπορεί να αντλήσει την έμπνευσή του από τις πηγές των μύθων και των ηρωικών θρύλων της πατρίδας του και δεν αργεί να γίνει εθνικό σύμβολο της Φινλανδίας. Ο Sibelius, εκτός από τις Επτά Συμφωνίες, έχει ένα πλούσιο συνθετικό έργο στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το μοναδικό του Κοντσέρτο για βιολί έργο 47, [1904], το συμφωνικό ποίημα Φινλανδία, έργο 26, που τον έκανε γνωστό σε όλο τον κόσμο, καθώς και το χορωδιακό, Kullervo, [1892], με το οποίο παίρνει ισόβια επιχορήγηση από την κυβέρνηση, ενώ με το έργο του Kalevala, αναδεικνύει την ανθρώπινη φωνή σε μία σύνθεση με πάνω από εκατό τραγούδια για φωνή και πιάνο. Στα αριστουργήματά του συγκαταλέγονται και τα τελευταία έργα του, Η Τρικυμία, έργο 109, από το ομώνυμο έργο του Σαίξπηρ, και το συμφωνικό ποίημα Tapiola εμπνευσμένο από τα πνεύματα του δάσους, γραμμένα και τα δύο το 1926.
Τη Συμφωνία αρ. 2 σε ρε μείζονα, έργο 43, από τις δημοφιλέστερες, άρχισε να γράφει στην Ιταλία το 1901 και την ολοκλήρωσε στη Φινλανδία. Η πρεμιέρα της δόθηκε από την Helsinki Philarmonic Society στις 8 Μαρτίου του 1902 υπό την διεύθυνση του συνθέτη. Μετά την πρεμιέρα έκανε ορισμένες αλλαγές και η αναθεωρημένη εκδοχή της παρουσιάστηκε στις 10 Νοεμβρίου στη Στοκχόλμη υπό τον Armes Jarnefelt.
Η Συμφωνία φαίνεται να έχει διαφορετικές αναγνώσεις, η κάθε μια από τις οποίες φωτίζει λεπτές πτυχές της σύνθεσης. Ο αρχιμουσικός Μήκελ Κύτσον με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, σε ένα συγκερασμό ερμηνειών, ξεδίπλωναν μία μία αυτές τις πτυχές. Ανέδειξαν την πατριωτική έξαρση που εκφράζει ο συνθέτης, όντας ενταγμένος με τους καταπιεσμένους συμπατριώτες του που αναζητούσαν την ανεξαρτησία τους από τον Σουηδικό και Ρώσικο ζυγό. Μέσα από εσωτερική θλίψη, αναδείχθηκε έξοχα ο θρήνος ενός ολόκληρου λαού από τα φαγκότα, συνοδευόμενα από τα κοντραμπάσα και τα βιολοντσέλα που σκόρπισαν ρίγη συγκίνησης. Το τρομακτικό άγγελμα του πένθους των χάλκινων πνευστών ήρθε να κατευνάσει η γλυκιά παραμυθητική μελωδία των εγχόρδων. Σαν βάλσαμο ήχησε η μελωδικότητα της συμφωνίας, βαθιά επηρεασμένης από τα Ιταλικά ακούσματα, όπου λάμπει το μεσογειακό πνεύμα που τόσο επηρέασε τους μεγάλους ευρωπαίους συνθέτες, για να έρθει σαν αντίστιξη η συγκλονιστική εσωτερικότητα της ψυχρής πινελιάς του Βορρά. «Είναι σαν ο Παντοδύναμος να σκόρπισε τα κομμάτια από ένα μωσαϊκό του παραδείσου και να μου ζήτησε να τα συνταιριάσω», εξομολογήθηκε ο συνθέτης. Αυτό το συνταίριασμα των σκόρπιων ψηφίδων του παραδείσου πέτυχε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και μας έδωσε τη χαρά της θέασής του.
-------------------------------------------------------------
i Προτιμούμε να κάνουμε χρήση του όρου βιολονίστας και βιολονίστα [από το γαλλικό Violonist] και όχι βιολιστής και βιολίστρια και τούτο γιατί αν και σήμερα σημαίνει το ίδιο, στο παρελθόν ο όρος βιολιστής σήμαινε το μουσικό που έπαιζε βιόλα. Επίσης προτιμούμε την καθιερωμένη λέξη πιανίστας και πιανίστα και όχι πιανίστρια αφού κανένας γλωσσικός κανόνας δεν μας εμποδίζει να κάνουμε χρήση του όρου αυτού, καθ όσον και οι δύο λέξεις είναι δάνεια.




Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΣΧΟΛΑΡΧΟΥ ΑΡΧΙΜ. π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ ΜΝΗΜΗ (1926-30 Σεπτ. 2015)


Ἐντελῶς τυχαῖα πληροφορήθηκα πρὶν ἀπὸ λίγη ὥρα τὴν σεπτὴ κοίμηση τοῦ σεβαστοῦ Γέροντος καὶ πνευματικοῦ, τοῦ καλοῦ καὶ σεμνοῦ παπα-Συμεὼν Κραγιόπουλου, τοῦ ὁποίου ἡ παρουσία στὴ ζωή μου ὑπῆρξε εὐεργερικὴ καὶ συνάμα φωτεινή. Γιατὶ ὁ παπα-Συμεὼν ὡς Σχολάρχης μου, ἀλλὰ κι ὡς διδάσκαλος, ὑπῆρξε μιὰ ἀπὸ τὶς Μορφὲς ἐκεῖνες ποὺ μοῦ ὁδήγησαν τοὺς βηματισμούς μου στὸν χῶρο τῆς ἱερωσύνης, ἀλλὰ καὶ στὴν ἐμβίωση, φιλοκαλικῷ τῶ τρόπῳ, τῆς ἁπλότητος, τῆς εὐκατανύκτου διαγωγῆς καὶ τοῦ σεβασμοῦ τῆς Ἁγιορειτικῆς παραδόσεως.
          Καὶ δὲν ὑπερβάλλω μὲ αὐτὰ ποὺ ἀναφέρω, ἀντίθετα, ὀφείλω, ὕστερα ἀπὸ σαρανταδύο χρόνια νὰ καταθέσω τὴν ἀνοιχτὴ εὐγνωμοσύνη μου στὸ Πρόσωπό του, ἐπειδὴ ἐκεῖ, στὴν παλιὰ Ἁγία Θεοδώρα, τὸ ἐπιβλητικὸ μοναστήρι δηλαδή ποὺ ὑπάρχει στὴν καρδιὰ τῆς Θεσσαλονίκης, μπόρεσα νὰ πρωτομάθω γιὰ τὴ νηπτική μας παράδοση, γιὰ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχή, γιὰ τοὺς Γέροντες τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ποὺ δὲν ἄργησα, μάλιστα, νὰ τοὺς δῶ κι ἀπὸ σιμά, καθὼς ἄκουγα ἐκεῖνα τὰ κηρύγματα τοῦ παπα-Συμεὼν στὶς εὐκατανυκτες ἀγρυπνίες στὸ Καθολικὸ τῆς Ἁγίας Θεοδώρας, τὶς διανθισμένες πάντα μὲ παραδείγματα ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τῶν ἀσκητῶν καὶ τῶν ἐργατῶν τῆς Νοερᾶς λεγομένης προσευχῆς. Ἀκόμα τὸν θυμᾶμαι νὰ λέγει: «Ὁ παπα-Χαράλαμπος στὸ Μπουραζέρι....» κι ἄλλα πολλά. Πολλὰ καὶ χρήσιμα, χαριτωμένα καὶ μὲ ἁγιοπνευματικὰ χρώματα ἱστορημένα.
          Τοῦτα, λοιπόν, ράντισαν τὴν ψυχή μου μὲ τὴ δρόσο τὴν πνευματικὴ τοῦ μακαρίου Ἄθωνα, ὥστε, ὅταν πρώτη φορὰ βρέθηκα στὴν Ἀθωνικὴ πολιτεία, μιὰ βαρυχειμωνιὰ τοῦ 1974, κατάλαβα πὼς αὐτὰ ποὺ μᾶς μετέδιδε ὁ παπα-Συμεὼν εἶναι ἀλήθειες, ποὺ χρειάζεται ὡστόσο νὰ τὶς βιώσεις καὶ περισσότερο νὰ τὶς μεταποιήσεις σὲ πράξη. Ὅπως στ᾿ ἀλήθεια θεοφρούρητη καὶ θεοφιλὴς εἶναι κι ἡ ἁπλότητα μέσα στὴν τελετουργικὴ.
Τὸν Γέροντα εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ τὸν ξαναδῶ, ἀπὸ τότε ποὺ ἀποφοίτησα, ἄλλες δυὸ φορές. Μιὰ στὸ βιβλιοπωλεῖο «Περιβόλι τῆς Παναγίας» κι ἄλλη μιὰ φορὰ στὸ μοναστήρι ποὺ ἔστηνε στὸ Πανόραμα. Ὅπως εἶχα τὴν εὐαιρία νὰ χαρῶ καὶ τὰ βιβλία του, στὰ ὁποῖα καὶ διέκρινα πάντα ἐκεῖνο ποὺ μοναδικὰ σφράγισε τὸ βίο μου. Τὶς τόσο κατανυκτικὲς ἀγρυπνίες στὴν Ἁγία Θεοδώρα μὲ τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν ποὺ προσέρχονταν -ἀναμέσά τους πρῶτος, καὶ πάντα διακριτικός, ὁ μακαριστὸς καθηγητὴς Ἰω. Φουντούλης- νὰ λειτουργηθοῦν, νὰ κοινωνήσουν, νὰ ἀκούσουν τὰ ρήματα τὰ εὐλογημένα τοῦ παπα-Συμεὼν.
Ταπεινὰ προσεύχομαι νὰ τὸν ἔχει σιμά Του ὁ Κύριος κι ὁ Ἅγιος Συμεὼνὁ Νέος Θεολόγος ποὺ τιμοῦσε ἰδιάιτερα καὶ μελετοῦσε. Γιὰ νὰ εὔχεται καὶ γιὰ μᾶς.

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

ΟΤΑΝ Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΤΙΜΗ

Γράφει ἡ Οὐρανία Γιακείμ-Καλλιανοῦ
Ἀφιερωμένο ἐξαιρετικὰ στὴν ἀξιότιμη κυρία Ἀλεξάνδρα Τσουκαλᾶ-Μπετσάνη, Καθηγήτρια τῶν Ἀγγλικῶν στὴ Σκόπελο 

Ἀπὸ τὰ προσφιλῆ πρόσωπα ποὺ σφράγισαν τὴ ζωή μας καὶ μάλιστα τὴ ζωὴ τῶν ἐφηβικῶν μας χρόνων ἦταν κι ἡ πρώτη καθηγήτρια τῆς Ἀγγλικῆς γλώσσας, ἡ κυρία ἈλεξΆνδρα Τσουκαλᾶ-Μπετσάνη. Γιατὶ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι μᾶς δίδαξε μὲ χάρη, συνέπεια καὶ ἐντιμότητα τὴν Ἀγγλική, ἀπὸ τὴν ἄλλη ὑπῆρξε μιὰ πραγματικὴ φίλη καὶ ἀκούραστη ἐκπαιδευτικός, μὲ πνεῦμα ἀγάπης πάντοτε καὶ ἀνύστακτου ἐνδιαφέροντος.
Ἡ κυρία Ἀλεξάνδρα σπούδασε στὴν Ἀμερικὴ καὶ, μετὰ τὸ τέλος τῶν σπουδῶν της, γύρω στὰ 1966, ἦλθε στὴν πατρίδα της τὴ Σκόπελο κι ἄνοιξε τὸ πρῶτο φροντιστήριο ἐκμάθησης τῆς Ἀγγλικῆς γλώσσας.
Τὸ σωστὸ πρέπει, ὄχι μονάχα νὰ λέγεται, ἀλλὰ καὶ νὰ διαδίδεται. Γι΄ αὐτὸ καὶ μετὰ λόγου γνώσεως καταθέτω πὼς ἀπὸ τὸ Σχολεῖο αὐτὸ πέρασαν ἑκατοντάδες μαθητές, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους προόδευσαν καὶ μὲ νοσταλγία θυμοῦνται τὴν πρώτη τους διδασκάλισσα, ἡ ὁποία τοὺς καθοδήγησε μὲ στοργὴ καὶ ἐνδιαφερον, ὥστε νὰ γίνουν γνῶστες τῆς ξένης αὐτῆς γλώσσας. Καὶ θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ τὴν εὐγνωμονοῦμε ὅλοι, γιατὶ τὸ νησί μας μὲ τὴν ραγδαία τουριστικὴ ἐξέλιξη ποὺ εἶχε, χρειάστηκε ὁπωσδήποτε ἀνθρώπους ποὺ νὰ εἶναι κάτοχοι τῆς διεθνοῦς αὐτῆς διαλέκτου.
Ὅμως αὐτὰ ποὺ θὰ μείνουν χαραγμένα στὴ μνήμη εἶναι καὶ ἐκεῖνα τὰ θεατρικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀνέβαζε ἡ κ. Ἀλεξάνδρα στὸν ἱστορικὸ κινηματογράφο «ΟΡΦΕΑΣ». Στὰ ἔργα αὐτά, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑπογραμμιστεῖ ὅτι ἦταν στὸ πρωτότυπο, στὴν Ἀγγλικὴ δηλ. Γλώσσα, πρωταγωνιστοῦσαν μαθητὲς καὶ μαθήτριες ὅλων τῶν τάξεων (βλ. φωτογραφίες ἀπὸ παραστάσεις τῶν ἐτῶν 1970 καὶ 1971).
Κι ἀπόμειναν στὴ μνήμη τῶν παιδιῶν αὐτὰ ὅλα, ὅπως ἐπίσης καὶ τῶν γονιῶν, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν Σκοπελιτῶν ποὺ ἐκτίμησαν καὶ ἐκτιμοῦν τὴν προσφορά της. Μιὰ προσφορὰ παραδειγματικὴ καὶ ἀλησμόνητη. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὴν εὐχαριστοῦμε ὅλοι ἐμεῖς οἱ μαθητές της.  

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, 2 Νοεμβρίου | Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμποδίστου

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ
Στο πρώτο ποίημα της συλλογής Τα Ελεγεία της Οξώπετρας (1991) ο Οδυσσέας Ελύτης δίνει ως τίτλο τρία ονόματα μαρτύρων, των οποίων η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη στις 2 Νοεμβρίου. Ημέρα των γενεθλίων του, πράγμα που σημαίνει πως η Τέχνη της ποίησης, η Τύχη της σύμπτωσης και η Τόλμη της γραφής συναντήθηκαν στον τίτλο του για να συνεορτάζουν και οι τέσσερις. Όμως οι εορτάζοντες μάρτυρες είναι πέντε (λείπουν ο Πηγάσιος και ο Αφθόνιος). Στο εύλογο «γιατί» απαντά η σημειολογία των ονομάτων που αν δεν με βγάζει μακριά, νομίζω πως εμπεριέχει το καζαντζακικό «δεν φοβάμαι τίποτα. Δεν ελπίζω τίποτα, Είμαι ελεύθερος». Ο μέγας Κρητικός στήριξε την ελευθερία του στο «Τίποτα» που πιστεύει πως ακολουθεί τη ζωή. Ο Ελύτης στήριξε τη δική του στην ελπίδα και «Έχει ο Θεός». Ξέρει ακόμα πως δεν τα ξέρει όλα ο άνθρωπος και πως «Έχει κι ο θάνατος τη δικιά του Ερυθρά Θάλασσα» (Ημερολόγιο, «Παρασκευή, 10γ») και σ’ αυτή τη θάλασσα έχει ήδη ανοίξει «ρυάκι» που τον περιμένει, όπως φαίνεται στον 8ο στίχο του ποιήματος που ακολουθεί.

ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ, ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ

Τώρα, στη βάρκα όπου κι αν μπεις άδεια θα φτάσει

Εγώ αποβλέπω· σ' έναν μακρύ θαλασσινό Κεραμεικό
Με Κόρες πέτρινες και που κρατούν λουλούδια. Θα 'ναι νύχτα και Αύγουστος
Τότε που αλλάζουν των αστερισμών οι βάρδιες. Και τα βουνά ελαφρά
Γιομάτα σκοτεινόν αέρα στέκουν λίγο πιο πάνω απ' τη γραμμή του ορίζοντα
Οσμές εδώ ή εκεί καμένου χόρτου. Και μια λύπη άγνωστης γενεάς 
Που από ψηλά
κάνει ρυάκι πάνω στην αποκοιμισμένη θάλασσα

Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει 
…………………………………………………………
Να με πάτε κει που οι άλλοι παν
Δε γίνεται. Δεν εγεννήθηκα ν' ανήκω πουθενά 
Τιμαριώτης τ' ουρανού κει πάλι ζητώ ν' αποκατασταθώ 
Στα δίκαια μου. Το λέει κι ο αέρας 
Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος

Αχ ομορφιά συ θα με παραδώσεις καθώς ο Ιούδας 
Θα 'ναι νύχτα και Αύγουστος. Πελώριες άρπες πού και πού θ' ακούγονται και
Με το λίγο της ψυχής μου κυανό η Όξω Πέτρα μεσ' από τη μαυρίλα 
Θ' αρχίσει ν' αναδύεται. Μικρές θεές, προαιώνια νέες
Φρύγισσες ή Λυδές με στεφάνι ασημί και με πρασινωπά πτερύγια γύρω μου άδοντας θα συναχτούν
Τότε που και του καθενός τα βάσανα θα εξαργυρώνονται 
……………………………………………………………….

Ώσπου κάποτε, ο βυθός μ' όλο του το πλαγκτόν κατάφωτο 
Θ' αναστραφεί πάνω από το κεφάλι μου. Κι άλλα ως τότε ανεκμυστήρευτα

Σαν μεσ' από τη σάρκα μου ιδωμένα θα φανερωθούν 
Ιχθείς του αιθέρος, αίγες με το λιγνό κορμί κατακυμάτων κωδωνοκρουσίες του Μυροβλήτη

Ενώ μακριά στο βάθος θα γυρίζει ακόμα η γη με μια βάρκα μαύρη
κι άδεια χαμένη στα πελάγη της


Ο Ελύτης είναι κάτοικος του ελληνικού τοπίου, αλλά και της ιδεατής ελληνικής επικράτειας, εκείνης που ως «ιδέα» της Ελλάδας αποτελεί την ονειρική εκδοχή της πραγματικής, τον Παράδεισο. Αυτήν παρουσιάζει και η ακόλουθη διατύπωση:

«Kατοίκησα μια χώρα που ’βγαινε από την άλλη, την πραγματική, όπως τ’ όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου. Την είπα κι αυτήν Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί να τηνε βλέπω. Τόσο λίγη έμοιαζε . τόσο άπιαστη» (Ο Μικρός Ναυτίλος, «Μυρίσαι το Άριστον» ΙΙ, σελ. 18).

Πρόκειται για τον τόπο, όπου οι αιώνιες αρχές και αξίες επιβιώνουν, ξεπερνώντας τις επικαιρικές δυσκολίες, με άλλα λόγια πρόκειται για το αιέν που υπερισχύει του εκάστοτε νυν, κόντρα στις αντιξοότητες των καιρών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μιλάμε για τον τόπο, όπου γεννήθηκε ο Πλάτων, στου οποίου τη φιλοσοφική σκέψη η «Ιδέα» αποτελεί το άυλο πρόπλασμα της ύλης, ενώ στην ποίηση του Ελύτη το υλικό σώμα και η ιδέα ταυτίζονται. Η «τόσο λίγη» Ελλάδα, στο απόσπασμα που προηγήθηκε, ανταποκρίνεται στην ιδεατή, τη σχεδόν «άυλη», από την πλατωνική της «ιδέα» καταγόμενη. Με άλλα λόγια, η ελληνική γη, με όλα όσα την αποτελούν, είναι ο Παράδεισος, ο ιδανικός τόπος με όλες εκείνες τις ψυχικές δυνάμεις και διαθέσεις που παραπέμπουν στο βαθύτερο νόημα του Παραδείσου, ο οποίος τελικά είναι «ο αληθινός μας εαυτός, το δίκιο μας, η ελευθερία μας, ο δεύτερος και πραγματικός ηθικός μας Ήλιος» (Ο Μικρός Ναυτίλος, «Μυρίσαι το Άριστον», ΧΧVΙΙΙ, σελ. 121).

Η Ελλάδα, λοιπόν, είναι ο τόπος, στον οποίο συναντιέται η ύλη με την «ιδέα» του. Μια «νήσος των Μακάρων», χωρίς φυσικό πλούτο, αλλά με τη χαρακτηριστική λιτότητα του ελληνικού τοπίου, που το στολίζει ένας Παρθενώνας ή «το ασβεστοχρισμένο τοιχάκι μιας εκκλησιάς», που το φυσούν οι άνεμοι και το περιβάλλει η «πιο θαμπωτική θάλασσα» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 35). Επομένως, φέρει τα χαρακτηριστικά της ιθαγένειας, αυτά που συναντά κανείς σε ένα νησί του Αιγαίου, καταγόμενο κατευθείαν από την ομηρική Οδύσσεια και τον κήπο του Λαέρτη. Ένας «όμορφος κόσμος ηθικός αγγελικά πλασμένος», με τα λόγια του Σολωμού, κόσμος που χρησίμευσε ως μοντέλο για να δώσει μορφή στον Παράδεισο. Και όταν ο Ελύτης μιλάει για Παράδεισο, δεν εννοεί υποχρεωτικά έναν τόπο, όπου πάνε οι ψυχές μετά θάνατον, αλλά έναν ηθικό κόσμο, που τον φωτίζει ο ήλιος, ο οποίος έχει θέση σ’ αυτόν τον κόσμο ανάλογη με αυτήν που έχει και στον φυσικό κόσμο. Και ο Παράδεισος αυτός έχει διπλή εκδοχή. Μπορεί να είναι στεριανός μπορεί και ένας «μακρύς θαλασσινός Κεραμεικός» ή και οι δυο μαζί.

Στο ποίημα της 2ας Νοεμβρίου ο Παράδεισος είναι σύνθεση θάλασσας και ουρανού, το ενιαίο γαλάζιο, στο οποίο κληροδοτείται κάθε ζωή, αφού ολοκληρώσει τον κύκλο της. Στα χαρακτηριστικά αυτού του συγκεκριμένου παραδείσου συγκαταλέγονται ο «θαλασσινός Κεραμεικός» (αρχαία ελληνική κληρονομιά), «Με Κόρες πέτρινες και που κρατούν λουλούδια» (αγάλματα ή αγγειογραφίες Μυροφόρων). «Θα 'ναι νύχτα και Αύγουστος/ Τότε που αλλάζουν των αστερισμών οι βάρδιες». Ο κρίσιμος χρόνος. Ο Αύγουστος ως όριο του καλοκαιριού, η νύχτα ως όριο της μέρας που τελείωσε. Και των αστερισμών οι βάρδιες ως όριο κοσμικό. Τα πάντα τελειώνουν και αλλάζουν. «Μικρές θεές, προαιώνια νέες/ Φρύγισσες ή Λυδές με στεφάνι ασημί και με πρασινωπά πτερύγια γύρω μου άδοντας θα συναχτούν». Δεν μας διαφεύγει εδώ το «μοιρολόγι της φώκιας», γύρω από το άψυχο κορμάκι της Ακριβούλας, σαν ευλαβικό αφιέρωμα στον μεγάλο Σκιαθίτη. Ο επίλογος του ποιήματος κάνει λόγο για μια «βάρκα μαύρη», «χαμένη στα πελάγη» και δεν μπορεί παρά να μας ξαναπάει στην γολέτα εκείνη που «ήτο σηκωμένη στα πανιά» και «εξηκολούθη ακόμη να βολταντζάρει», όπως παρατηρεί ο Παπαδιαμάντης στο «μοιρολόγι» του.

Με αυτή τη «μαύρη βάρκα», λοιπόν, ταξιδεύει στα πελάγη ο Ελύτης, στον δικό του ελληνικό παράδεισο, για τον οποίο προ πολλού κατέληξε πως δεν χρειάζονται πολλά: «κι ας πα να μ’ έλεγαν τρελό/ πως από ’να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος (Φωτόδεντρο, «Τρεις φορές η αλήθεια»). Αυτό το «τίποτα», όμως απαιτεί να απαρνηθείς πολλά για να το αποκτήσεις· «θέλει να τρως το ψαροκόκαλο και να πετάς το ψάρι» (Τρία Ποιήματα, «Ο κήπος βλέπει»,3), οπότε επανερχόμαστε στην «ιδέα» της αρχικής λιτότητας. Το λεπτόγεων της αττική γης, ένα λιγνό κυπαρισσάκι κι ένα ανθεκτικό γεράνι αρκούν για να αναπαυθεί το σώμα. Ο ουρανός και οι άνεμοι αρκούν για να ανοίξει τα φτερά της η ψυχή, που κάπου εδώ γύρω πετά, για να μας θυμίζει πως, όπως η «Άνοιξη … προϊόν του ανθρώπου είναι» (Φωτόδεντρο, «Η Οδύσσεια» σελ. 33), έτσι και ο παράδεισος.

2 Νοεμβρίου, Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμποδίστου και Οδυσσέα, ανήμερα.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΗΣ ΚΟΡΥΦΗΣ

Στὸν πολυσέβαστον Μητροπολίτη Φιλαδελφείας κύριον Μελίτωνα, ταπεινὸν ἐπετειακὸν εὐχετήριον γιὰ τὴν εἰς Ἐπίσκοπον χειροτονίαν του ( 28-10-2000)

Συλλογίζομαι πολλὲς φορὲς τὴν δεινὴ τὴ θέση ποὺ βρίσκεται ὁ κάθε συνειδητὸς Ἀρχιερεύς, ὅταν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ χοροστατεῖ ἤ καὶ νὰ λειτουργεῖ. Γιατὶ δὲν πρέπει μονάχα νὰ συντονίζει καὶ νὰ ἀγρυπνεῖ τὰ περὶ τῆς κάθε ἱεροτελεστίας, πανηγύρεως καὶ λειτουργίας, ἀλλὰ καὶ νὰ «νήφει ἐν πᾶσι»(Β΄ Τιμ. 4, 5 ). Μὲ λίγα λόγια πρέπει νὰ κατορθώνει νὰ ξεπερνᾶ πολλὲς συμπληγάδες, τὶς ὁποῖες ὁ μισόκαλος τοῦ ἐμφανίζει κι ὀφείλει νὰ τὶς διαβεῖ. Διαφορετικὰ θὰ συντριβεῖ πάνω τους, ὅπως τὰ πλοῖα σὲ κεῖνες τὶς ὀμηρικὲς συμπληγαδες.
Συλλογίζομαι, λοιπόν, τὸν Ἐπίσκοπο αὐτὸν πόσες ἰσορροπίες ὀφείλει νὰ διατηρήσει μέσα σὲ κάθε ἱεροτελεστία ἤ λειτουργία. Ἰσορροπίες ἐξάπαντος ἀναγκαῖες, γιὰ νὰ ἐμφανιστεῖ μιὰ νοικοκυρεμένη κατἀσταση καὶ νὰ δοθεῖ ἕνα μάθημα συνεργασίας καὶ φιλοτίμου ὑπακοῆς. Μὲ πρῶτο ἀποδέκτη τὸν ἴδιο καὶ στὴ συνέχεια ὅλους τοὺς συλλειτουργούς του. Τελικὸς κι ἀλάνθαστος ἀποδέκτης ἀπομένει, ὅπως καταλαβαίνουμε, πάντα ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.
Ὅμως γιὰ νὰ κατορθωθεῖ αὐτὸ ἀπαιτεῖται μιὰ ματωμένη πορεία δοκιμασίας, ποὺ πρωτίστως ὀφείλει νὰ ὁδηγεῖ στὴν αὐτογνωσία. Καὶ μάλιστα στὴν αὐτογνωσία, ποὺ τὴ συνοδεύει ἡ εἰλικρινὴς συναίσθηση τῶν ὁρίων τοῦ καθενὸς μέσα στὰ ὁποῖα ἁπλώνει καὶ κατευθύνει τὴν ὅποια του διακονία-δραστηριότητα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ σταυρωμένη βιοτὴ καὶ διακονία ἑνὸς Ἐπισκόπου εἶναι ἕνας διαρκὴς ἀγώνας αὐτογνωσίας καὶ διορθώσεως βίου. Γιατὶ μοναχα μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ μπορεῖ νὰ κηρύξει τὴ σωτηρία καὶ τὴ μετάνοια. Μὲ διορθωμένο πρῶτα τὸ δικό του ψυχισμό, ὥστε νὰ καταφέρει στὴ συνέχεια νὰ καθοδηγήσει τὸ ποίμνιό του εἰς σωτηρίους ὁδοὺς καὶ εὔδιους λιμένες. Μὲ λίγα λόγια πραγματοποιεῖ ὅσα τοῦ παραδόθηκαν κατ᾿ ἐκείνην τὴν εὔσημο ἡμέρα τῆς εἰς Ἐπίσκοπον χειροτονίας του, ὡς ἄλλη παρακαταθήκη καὶ ἱερὴ ἐντολή: «ποίησον αὐτὸν μιμητὴν σοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Ποιμένος, τιθέντα τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν προβάτων σου, ὁδηγὸν εἶναι τυφλῶν, φῶς τῶν ἐν σκότει, παιδευτὴνἀφρόνων, διδάσκαλον νηπίων, φωστῆρα ἐν κόσμῳ ἵνα, καταρτίσας τὰς ψυχὰς τὰς ἐμπιστευθείσας αὐτῷ ἐπὶ τῆς παρούσης ζωῆς, παραστῇ τῷ Βήματί σου ἀκαταισχύντως, καὶ τὸν μέγα μισθὸν λάβῃ». Μόνο ποὺ αὐτὸς ὁ ἱκετήριος λόγος θὰ χρειαστεῖ προηγουμένως νὰ γαλβανιστεῖ στὸ καμίνι τῆς ἄλλης μεγαλης ἐντολῆς ποὺ λίγο πρὸ τοῦ τιμίου σταυροῦ Του καὶ τοῦ πάθους, παρέδωσε τὴν ἀκόλουθη ἐντολή-πυξίδα γιὰ κάθε ἡγέτη, πομένα καὶ διδάσκαλο: «Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριέυουσιν αὐτῶν· καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσίαζουσιν αὐτῶν. Οὐχ οὕτω δὲ ἔστι ἐν ὑμῖν· ἀλλ᾿ ὅς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται διάκονος ὑμῶν» (Μαρκ. 10, 42-43). Κι ἕνας Ἐπίσκοπος ποὺ βηματίζει καθημερινὰ πάνω στὸ τεντωμένο σχοινὶ τῆς ἡγεσίας, ξέρει πολὺ καλὰ ὅτι τὸ μοναδικὸ κλειδὶ ποὺ ἀνοίγει τὶς καρδιὲς τῶν συνεργατῶν, φίλων, συνανθρώπων καὶ ὅλου τοῦ ποιμνίου του εἶναι ἡ ἀνόθευτη διακονία, τὴν ὁποία ὀφείλει νὰ φέρει «λεντίῳ διεζωσμένος» (Ἰω. 13, 5). Μακάριοι ὅσοι τὸ προσπαθοῦν καὶ τρισμακάριοι ὅσοι τὸ κατορθώνουν.  

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΑΝΙΕΡΟ ΑΝΑΚΛΗΜΑ ΗΜΕΡΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ

(Σκέψεις καὶ βιώματα ἀπὸ μιὰ Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία σὲ μιὰ λησμονημένη ἐνορία)





Εἶναι ἀλήθεια πὼς πολλὰ χάνουμε στὸ μάκρος τοῦ ἐπίγειου βίου μας. Πολλὰ καὶ ποικίλα, ποὺ μᾶς θλίβουν ἀφάνταστα, καθὼς μᾶς τὰ ἀφαιρεῖ ἡ σκληρὴ καθημερινότητα, αὐτὸ τὸ λαίμαργο θηρίο ποὺ παραμονεύει τὴ ζωή μας.
Ὡστόσο ὑπάρχει καὶ κάτι, ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς τὸ ἀφαιρέσει ποτέ. Κι αὐτὸ εἶναι οἱ ἀναμνήσεις μας καὶ μάλιστα οἱ ἀναμνήσεις ἐκεῖνες οἱ πολύτιμες, τῆς παιδικῆς καὶ πρώτης ἐφηβικῆς ἡλικίας οἱ ἱερὲς μνῆμες, ποὺ στολίζουν τὶς πλέον ἀκριβὲς κοσμηματοθῆκες τῆς ψυχῆς μας. Κι αὐτὲς ἀναμφίβολα εἶναι ἡ ἀέναη παραμυθία μας σὲ καιροὺς σκληροὺς καὶ σὲ μέρες στεγνὲς ἀπὸ ἀνθρώπινη φιλοτιμία καὶ συναντίληψη.
Αὐτὲς τὶς ἀναμνήσεις ξαναέζησα καὶ σήμερα, μιὰ μέρα, ὄντως, ξεχωριστὴ στὸν ἱερατικό μου βίο, καθὼς βρέθηκα στὸν γενέθλιο τόπο μου καί, μάλιστα, στὴν παλιά μας τὴν ἐκκλησιά τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων τοῦ Κάτω Χωριοῦ. Κι αἰτία ἦταν ἡ Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία, τὴν ὁποία μὲ χαρισματικὴ ἐπιμέλεια καὶ ἰερὸ δέος ἐτέλεσε ὁ Ἐπίσκοπός μας, ὁ Μητροπολίτης Χαλκίδος, Ἰστιαίας καὶ Βορείων Σποράδων κ. Χρυσόστομος Β΄, μὲ συλλειτουργούς του τοὺς ἐφημερίους καὶ τῶν ἑπτὰ ἐνοριῶν τῆς νήσου, δύο ἀδελφῶν ἱερομονάχων καὶ τοῦ Ἀρχιδιακόνου τῆς Μητροπόλεώς μας.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι, πλὴν τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἐπισκόπου Ὀλύμπου κυροῦ Δημητρίου, οὐδένα Ἀρχιερέα θυμᾶμαι νὰ ἔχει ἔλθει καὶ νὰ λειτουργήσει στὸ ναὸ αὐτό. Ἴσως δὲ ἡ πρώτη καὶ ἐσχάτη Ἀρχιερατικὴ θεία Λειτουργία νὰ ἦταν ἐκείνη ποὺ ἐτελέσθη κατὰ τήν Θείαν Ἱερουργίαν, διὰ τήν τῶν ἱ. Ἐγκαινίων καθίερωσιν τοῦ ναοῦ αὐτοῦ, περίπου στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰ., ἀπὸ τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Χαλκίδος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα μέχρι σήμερα δὲν ἔχουμε πληροφορηθεῖ. Γι᾿ αὐτὸ κι ἦταν μιὰ ξεχωριστὴ ἡμέρα, ποὺ πραγματικὰ τέμνει τὸ χρόνο, ἀφαιρεῖ τὶς ὅποιες πληγὲς καὶ κακοφορμήσεις στὸ σῶμα τῆς παλιᾶς αὐτῆς ἐνοριακῆς Κοινότητας καὶ ἀνακαλεῖ ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ Χρόνου τοὺς πρώτους κτήτορες ἑνὸς χθαμαλοῦ καὶ ταπεινοῦ ναΐσκου τὸ 1828, τὸν Καπετὰν Μαρίνο Στεριανό, δηλαδή, ἀπὸ τὸ Γομάτι τῆς Χαλκιδικῆς, κι ὕστερα τοὺς ὅσους πάσχισαν νὰ ἀνακαινίσουν τὸ ναὸ καὶ νὰ τὸν ἐπεκτείνουν τὸ 1875... Ὅλων ἐκείνων, Ἱερέων, Ἐπιτρόπων, Συνδρομητῶν... Ὀνόματα ποὺ ἐπιμένουν νὰ πολιορκοῦν σήμερα τὴ Μνήμη τοῦ Θεοῦ, καθὼς εἶναι γραμμένα «ἐν βίβλῳ ζωῆς», ἄγνωστα, δυστυχῶς ἤ εὐτυχῶς, σὲ μᾶς τοὺς ἐπιλοιπομένους.
Κάπου μακρυά, σὲ χρόνο ἀνύποπτο, σὲ ὥρα ἀπόβραδη ἐπανεγγράφεται, χωμένη στὴν ἰσχνὴ τὴ μνήμη τῶν πάνω ἀπό μισὸ αἰῶνα ἐτῶν ποὺ παρῆλθαν, ἡ ἐπίσημη ἐπίσκεψη τοῦ Μητροπολίτου Χαλκίδος, Ξηροχωρίου καὶ Βορείων Σποράδων κυροῦ Γρηγορίου.
Ἀκούστηκαν οἱ καμπάνες, εἶπαν ὅτι πέρασε ὁ Δεσπότης κι ὅτι μαζὺ μὲ τὸν ἐφημέριο τοῦ χωριοῦ μας, τὸν ἀγαθὸ καὶ φιλότιμο παπα-Εὐάγγελο Διομή, ἦταν κι ὁ γιός του, ὁ παπα-Δημήτριος Διομής. Κι ὕστερα ἀπὸ λίγο ὅλα σώπασαν.
Ἀπ΄ ὅσα γνωρίζω μόνο ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Χαλκίδος κυρὸς Χρυσόστομος ὁ Α΄ ξαναπέρασε κάποτε καὶ εἶδε τὸ ναὸ μονάχα... Γιατὶ τότε στὸ Κλῆμα ἦταν ἀκόμα νωπὴ ἡ ἀπουσία τοῦ παπα-Γρηγορίου Ξανθούλη...
Γιὰ νὰ παρέλθουν τρεῖς καὶ πλέον δεκαετίες, ὥστε νὰ εἰσοδεύσει ὁ νέος Μητροπολίτης καὶ νὰ ἀναρριγήσουν οἱ κτήτορες, οἱ εὐκλεῶς καὶ ἱεροπρεπῶς ἐφημερεύσαντες-ἀπὸ ἀρχῆς ἕως τοῦ ἐσχάτως κοιμηθέντος παπα-Βαρσαμᾶ Ἀπ. Γλύνη, Κληματιανοῦ πρεσβυτέρου· οἱ διακονήσαντες τὸ ἱ. Ἀναλόγιο -ἐν οἷς καὶ ὁ ἀλησμόνητος μπάρμπα-Ἀλέκος Ξανθούλης· οἱ ἐπίτροποι, οἱ ἐνορίτες καὶ μαζύ τους ἡ χορεία τῶν εὐλαβῶν διακονισσῶν (μεταξύ τους οἱ ἀδελφές, Ἀναστασία, Ἀναργυρὼ καὶ Μαγδαληνίτσα Κωνσταντάκη) καὶ φυσικὰ ἡ θειὰ τὸ Μαχώ, ἡ οἰκονόμος καὶ ἐσχάτη κάτοικος τοῦ παλιοῦ κελλιοῦ ἀπέναντι ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ ἱεροῦ, ποὺ μᾶς ἐτοίμαζε τὰ κάρβουνα: γιὰ τὸ θυμιατὸ καὶ τὸ «ζέον».
....Καὶ καθὼς κοίταζα ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη ἀπέναντι, νόμιζα ὅτι θὰ ξαναδῶ τὸν παπποῦ μου τὸ Νικολάκη πίσω ἀπὸ τὸ παγκάρι, νὰ εἶναι σκυμμένος πάνω στὰ πενηνταράκια καὶ τὶς δεκάρες -ποῦ νὰ τὰ βροῦν τὰ πλιότερα οἱ Κληματιανοὶ καὶ νὰ τὰ προσφέρουν- καὶ νὰ τὰ ξεχωρίζει μὲ τὸ κερὶ ἀναμμένο πάνω στὸ παλιό, χάλκινο κουτί. Γιὰ νἄρθει ἡ σειρὰ τοῦ μπάρμπα-Παντελῆ Χατζηνικολάου νὰ βγάλει τὸν δίσκο μὲ τὴν κολώνια. Κολώνια ραντισμένη ἀπὸ κεῖνο τὸ ἀλαβάστρινο «κανί», μὲ τὸ ἀνοιχτὸ θαλασσὶ τὸ χρῶμα... Κι ἀπὸ δίπλα ν᾿ ἀκούγεται ἡ εὐκατάνυκτη ψαλμωδία ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ πάντα εὐλαβοῦς ψάλτη μας, τοῦ μπάρμα-Ἀλέκου τοῦ Ξανθούλη. Κι ἐδῶ κι ἐκεῖ τὰ πρόσωπα τῶν ἁπλῶν συγχωριανῶν μου, αὐστηρά, παιδεμένα, μὲ τὴν κόπωση νὰ ἔχει χαραχτεῖ στὴ μορφή τους, ποὺ τὴ χρύσωνε τὸ χλωμιασμένο φῶς τῶν κεριῶν καὶ τῶν λαδοκάντηλων.
Ὅλ᾿ αὐτὰ ξαναεῖδα σήμερα... Ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια, μὲ ὁριακὸ σημεῖο ἐκείνη τὴς Μεγάλη Πέμπτη τοῦ 1965, ὅταν μὲ πόνο ψυχῆς ἀφήσαμε τὴν παλιά μας ἐνοριακὴ ἐκκλησιά, τὴ μισοκαταστρεμμενη, γιὰ κάνουμε Ἐπιτάφιο κι Ἀνάσταση στὸ Σχολεῖο, ποὺ μᾶς φιλοξένησε μέχρι νὰ γίνει ὁ μικρὸς ναΐσκος τῆς Μεταμόρφωσης στὸ Γήπεδο. Τὰ ξαναεῖδα καὶ δόξασα τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ ποὺ ὁδήγησε τὸν Ἐπίσκοπό μας ν᾿ ἀνοίξει καὶ τούτη τὴ θλιμμένη καὶ κλεισμένη ἐνορία, ποὺ χρόνια καὶ χρόνια εἶχε νὰ ἀγαλλιάσει, νὰ εὐφρανθεῖ πανήγυρι μεγαλοπρεπῆ καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τρισευλογημένη.
Ἄς δώσει ὁ Κύριος νὰ ἐπαναληφτεῖ αὐτὴ ἡ πανευλόγητη Ἀρχιερατικὴ παρουσία...
Πέμπτη, 15 Ὀκτωβρίου 2015
( Οἱ φωτ. εἶναι τοῦ Ἀποστόλου, υἱοῦ τοῦ μακαριστοῦ παπα-Βαρσαμᾶ Γλύνη)
π. κ. ν. κ  
   

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Γιώργου Γαστεράτου: ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΑΝΑΠΛΑΔΕΣ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ. ΑΝΑΣΚΕΥΗ ΕΝΟΣ ΜΥΘΟΥ

Ένα από τα ερωτήματα που κατά καιρούς τίθενται σχετικά με το παρελθόν είναι αυτό της καταγωγής και προέλευσης ανθρώπων, οικογενειών και οικισμών. Το ερώτημα αυτό, όπως και την προσπάθεια απαντήσεων, το συναντάμε συχνά στην ιστοριογραφία και έρευνα και ειδικά την επτανησιακή, καθώς υπάρχει – ειδικά στην Κέρκυρα - τεράστιο υλικό προς διερεύνηση, που φυλάσσεται στοργικά στο οικείο ιστορικό αρχείο, θησαυρό γνώσεων και πληροφοριών.
Στην Κέρκυρα, συχνά τίθεται το ερώτημα για την καταγωγή του χωριού Αναπλάδες της περιοχής της Λευκίμμης, χωρίς, ωστόσο, να έχει δοθεί μέχρι σήμερα κάποια πειστική απάντηση. Αρκετές φορές, μάλιστα, γίνεται λόγος για πελοποννησιακή καταγωγή, η οποία στηρίζεται σε κάποιες ενδείξεις όπως το όνομα που παραπέμπει στη λέξη Ανάπλι, όπως λεγόταν παλιότερα το Ναύπλιο1, η πελοποννησιακή(;) κατάληξη –όπουλος των επιθέτων που απαντούν εκεί, όπως Χρυσικόπουλος, Παπαβλασόπουλος και η συνοικία Μανιουράτικα, της οποίας το όνομα θυμίζει Μάνη. Όμως, οι ενδείξεις δεν είναι πάντα ασφαλής βοηθός στην προσπάθεια για την ανάσυρση των ψηγμάτων του παρελθόντος, το οποίο σαν άβυσσος μας περιβάλλει.
Πρώτος ο Γερμανός γεωγράφος Ιωσήφ Πάρτς (Josef Partsch, 1856-1925) είχε υποστηρίξει την πελοποννησιακή καταγωγή του χωριού Αναπλάδες2 και ακολούθως ο Σπύρος Κατσαρός3, στηριζόμενος σε σχετική μελέτη του ιστοριοδίφη Λαυρεντίου Βροκίνη, ο οποίος, όμως, δεν λέει ακριβώς κάτι τέτοιο αλλά, αναφερόμενος στο γνωστό στρατιωτικό σώμα των stradioti της Κέρκυρας, υποστηρίζει ότι «…μέγα μέρος τῶν ἀπογόνων τῶν ἐν λόγῳ ἀποίκων διεσπάρη μικρὸν κατὰ μικρὸν καὶ ἐν τοῖς ἀγροῖς τῆς νήσου…».4
Ως γνωστόν με την βενετοτουρκική συνθήκη του 1540 η Βενετία, ανάμεσα στα άλλα, αποδέχεται την παράδοση του Ναυπλίου και της Μονεμβασιάς στους Τούρκους. Φεύγοντας οι Βενετοί παραλαμβάνουν στα καράβια τους όσους κατοίκους ήθελαν να φύγουν, συμπεριλαμβανομένου και του στρατιωτικού σώματος των ελαφρώς οπλισμένων stradioti5, που αποτελούσαν τη φρουρά στα δύο αυτά πολύ σημαντικά κάστρα της Πελοποννήσου. Το σώμα αυτό σκορπίστηκε σε όλες σχεδόν τις ενετικές κτήσεις από την Κύπρο και την Κρήτη έως την Κέρκυρα, όπου με επικεφαλής τον Αυγουστίνο Μπαρμπάτη εγκαταστάθηκε σε μία περιοχή νοτίως της πόλης, η οποία ονομάστηκε «Αναπλιτοχώρι» ή «Στρατιά».6 Εκεί οργανώθηκε σε τέσσερα αποσπάσματα των δεκαπέντε ανδρών, όσα και τα διαμερίσματα του νησιού (Λευκίμμης, Μέσης, Όρους και Γύρου) με αποστολή να διευκολύνει και να ενισχύει το τοπικό σώμα των cernidi στην επίβλεψή του. Επικεφαλής ήταν ο κυβερνήτης, ο «γουβερναδούρος», όπως λεγόταν, που εκλεγόταν από τη Βενετική Γερουσία και τελούσε υπό την επίβλεψη του Προβλεπτή της Κέρκυρας.7
Επανερχόμενοι στο θέμα της προέλευσης των Αναπλάδων, θα πρέπει να τονίσουμε ότι το όνομα αυτό είναι σχετικά νεώτερο. Έως τα τέλη του 17ου αιώνα εντοπίζουμε τον οικισμό στα διάφορα νοταριακά έγγραφα με το παραπλήσιο όνομα Στανοπουλάδες από το οποίο προέρχεται το σημερινό όνομα Αναπλάδες με την πρόθεση στις. Έτσι, στις πράξεις του νοταρίου του «Λευκίμμου» Κωνσταντίνου Μοναστηριώτη πληροφορούμαστε: (φ.10v) «αφζ΄ ἡμέρα στ΄ τοῦ Ἰουλίου μηνὸς, ἰνδικτιῶνος ι΄. Ἐντὸς ὁσπιτίου κυρᾶς Καλῆς (…) ἐκ χωρίον τῶν Στανοπουλάδων…» ή (φ.12v) αφζ΄ ἡμέρα η΄ τοῦ Σεπτεμβρίου μηνὸς, ἰνδικτιῶνος ια΄. Παπὰ κὺρ Μάρκος ὁ Κουμμερκιάρης ἐκ τὴν |2 πρακτορείαν τοῦ Ἀλεύχιμμου ἐκ χωρίον τῶν Στανοπουλάδων…».8 Επιπλέον, στις 21 Νοεμβρίου 1532 ο ιερέας Δημήτριος Μουρμούρης, ο Βασίλειος Κωστής και ο Μιχαήλ Καλαμινός παραχώρησαν στον ιερέα Δημήτριο Κοντομάρη «…απὸ τὴν σήμερον καὶ εις τὸν ἅπαντα αιωνα τον ημοισόν ναὸν» του Αγίου Αρσενίου χωρίου Στανοπουλάδων (Α.Ν.Κ., Συμβ. Μ.225, φ. 394r).9
Αργότερα, εντοπίζουμε τον οικισμό με την ονομασία Ἀνω Πλάδες στο νοτάριο Βασίλειο Βλάσση (πράξεις από 1548 έως 1574), άλλοτε και τα δύο ονόματα συνυπάρχουν, ενώ το 1753 στις πράξεις του νοταρίου Σπυρίδωνος Μυρίλλα ο οικισμός εμφανίζεται πια με το όνομα Αναπλάδες.10 Το ίδιο και στην περιγραφή των ναών και των μοναστηριών της Κέρκυρας που πραγματοποιεί το ίδιο έτος ο Μέγας Πρωτοπαπάς Κερκύρας Σπυρίδων Βούλγαρης: «Ὁμοίως ἀπῆλθεν εἰς τὸ χωρίον Ἀναπλάδων καὶ πρῶτον εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου ἀδελφάτο…» ή «Ὁμοίως ἀπῆλθεν εἰς τὴν Μονὴν ἤτε ἐρημοκλήσιον τῆς Ἀναλήψεως εἰς τὸ βουνό |13 τῶν Ἀναπλάδων γιούς τῆς γενεᾶς Μοναστηριώτη…».11
Το όνομα, δε, Στανοπουλάδες είναι προφανές ότι προέρχεται από το επίθετο Στανόπουλος, που υπήρχε στην περιοχή, όπως προκύπτει, άλλωστε, από τις πράξεις του νοταρίου του «Λευκίμμου» Κωνσταντίνου Μοναστηριώτη: «αφιβ΄ ἡμέρα ιβ΄ τοῦ Ἀπριλίου μηνός, ἰνδικτιῶνος ιε’. Καραβοκύρης κὺρ Εὐρετὸς ὁ Μάνεσης εἰς το πλευστι|2κὸ ξύλο τοῦ κὺρ Δημητρίου Φαναριώτη καὶ οἰ σύντροφοι αὐτοῦ, κὺρ Ἀρσένιος Στανόπουλος…».12 Τα επίθετα του χωριού ήταν τα ίδια περίπου με τα σημερινά, όπως Χρυσικόπουλος, Παπαβλασόπουλος, Κοντομάρης, Γαρδικιώτης, Κουλούρης13, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που έχουν εκλείψει από εκεί, όπως Καψοκαβάδης, Στανόπουλος, Κουμμερκιάρης, Αυθίνος, Σουλάνης κλπ.14
Όσον αφορά, δε, το όνομα Μανιουράτικα της ομώνυμης συνοικίας των Αναπλάδων, είναι φανερό ότι ουδεμία σχέση έχει με τη Μάνη. Άλλωστε, αν ετυμολογείτο από την Μάνη, θα έπρεπε να λέγεται «Μανιάτικα». Αποδεδειγμένα δηλώνει το μέρος όπου κατοικούσαν οι έχοντες το επίθετο Μαν(ι)ούρας, όπως κατ’ επανάληψη αυτό εμφανίζεται στα νοταριακά έγγραφα του ιστορικού αρχείου Κερκύρας, και δηλώνει προφανώς αυτόν που ασχολείται με την τυροκομία.15 Επιπλέον, η κατάληξη – όπουλος μερικών επιθέτων που απαντώνται εκεί παραπέμπει σε βυζαντινά επίθετα (πχ. Αργυρόπουλος, Στρατηγόπουλος κ.α.). O Χρυσικόπουλος, για παράδειγμα, είναι ο γιος του χρυσικού, όπως λεγόταν από τους βυζαντινούς ο πωλητής χρυσών αλλά και αργυρών αντικειμένων.16
Άλλωστε, η Κέρκυρα για αιώνες αποτελούσε τμήμα της βυζαντινής επικράτειας και μάλιστα από τις αρχές περίπου του 10ου αι. ήταν η έδρα του Θέματος της Κεφαλληνίας, καθώς είχε έναν αναβαθμισμένο ρόλο στο πλαίσιο της προσπάθειας των βυζαντινών να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην νότια Ιταλία αντισταθμίζοντας την απώλεια της Σικελίας. Άμεση συνέπεια ο εξοπλισμός της Κέρκυρας με βυζαντινά στρατεύματα και κάστρα.17 Αναφορικά με το επίθετο Γαρδικιώτης, που επίσης απαντάται στην περιοχή, αξίζει να σημειωθεί ότι είναι από τα παλαιότερα καταγεγραμμένα.18 Ειρήσθω εν παρόδω ότι η λέξη «Γαρδίκιον» ή «Γαρδίκι» (πληθ.: Γαρδίκια), από όπου προέρχεται ο Γαρδικιώτης, ετυμολογούμενη από τους παλαιοσλαβικούς τύπους гордьсь ή градьсь, δηλώνει γενικά το κάστρο, τον οχυρωμένο οικισμό, την κώμη, την πολίχνη και εχρησιμοποιείτο κατά κόρον στη βυζαντινή εποχή.19
Επιπλέον, στοιχείο ενδεικτικό της παλαιότητας του οικισμού είναι η ύπαρξη του ναού του αγίου Αρσενίου. Ο άγιος Αρσένιος, αρχιεπίσκοπος της Κέρκυρας κατά τον 10ο αιώνα, ήταν ο άγιος - προστάτης του νησιού πριν από την έλευση, κατά τον 15ο αιώνα, του λειψάνου του αγίου Σπυρίδωνα, γεγονός που συνετέλεσε, μαζί με άλλους λόγους, στη συρρίκνωση της σχετικής ευλάβειας. Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι επρόκειτο για μία ευλάβεια - λατρεία τοπικής εμβέλειας και επομένως, αν οι κάτοικοι του οικισμού Στ’Ανοπ(ου)λάδες ήταν έποικοι, θα ήταν αδύνατον να κτίσουν εκκλησία σε έναν άγνωστο γι’ αυτούς άγιο.20
Τέλος, για την παλαιότητα του οικισμού και των κατοίκων του αξίζει να ανατρέξουμε και στα κατάστιχα του συμβολαιογράφου ιερέως Σταματίου Κοντομάρη, που καλύπτουν πράξεις από το 1588 έως το 1614. Εκεί έχει διασωθεί μία προγενέστερη συμβολαιογραφική πράξη που συντάχθηκε στις 20 Ιουνίου 1400 από το νοτάριο Ιωάννη Σπαρμιώτη. Για την εν λόγω πράξη, που αντιγράφθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 11 έως 20 Μαρτίου 1598, έχει γίνει η υπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος που την προσκόμισε ήταν είτε απόγονος των συμβαλλομένων είτε άλλο πρόσωπο, στο οποίο θα είχε περιέλθει η νομή ή η κυριότητα των αναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την πράξη, ο Θεόδωρος Μαυρόπουλος, πράκτορας της δεκαρχίας21 των Εξωκαστρινών και της πρακτορίας της Μέσης22, και ο πρωτόγηρος της δεκαρχίας Γεώργιος Κομπολίτης, εκ μέρους της δεκαρχίας, συμφώνησαν με τον ιερέα Καλοϊωάννη Παπαβλασόπουλο από το χωριό Στανοπουλάτες για παραχώρηση περιουσιακών στοιχείων, που ανήκαν στη δεκαρχία των Εξωκαστρινών και βρίσκονταν στην περιοχή των χωριών Πολιτάδες και Στανοπουλάτες της πρακτορίας Λευκίμμης. Με την ίδια πράξη ο ιερέας Καλοϊωάννης Παπαβλασόπουλος μαζί με την αδελφοσύνη του, καθώς επίσης και οι κληρονόμοι και οι διάδοχοί τους, υποχρεώνονταν να καταβάλουν στον εκάστοτε πράκτορα της Μέσης και στον πρωτόγηρο της δεκαρχίας των Εξωκαστρινών κάθε έτος, την τελευταία ημέρα του Αυγούστου, έξι δουκάτα ως σολιάτικο αποκτώντας έτσι το δικαίωμα για νομή εις το διηνεκές των περιγραφόμενων περιουσιακών στοιχείων με δυνατότητα πωλήσεως, δωρεάς, ανταλλαγής προικοδότησης και κληροδότησης υπό τον όρο της καταβολής ανελλιπώς του σολιάτικου.23
Το έγγραφο αυτό, εντός των πολύτιμων στοιχείων για την οργάνωση και τη λειτουργία των δεκαρχιών στην Κέρκυρα, είναι σημαντικότατο γιατί εμφανίζεται ο οικισμός των Στανοπουλάτων/Στανοπουλάδων και το επίθετο Παπαβλασόπουλος τουλάχιστον από το έτος 1400, εκατόν σαράντα χρόνια δηλαδή πριν την πτώση του Ναυπλίου και της Μονεμβασιάς στους Τούρκους και τον εποικισμό στην Κέρκυρα μέρους των κατοίκων τους.
Ανακεφαλαιώνοντας, το όνομα Αναπλάδες αποτελεί εξέλιξη του παλαιότατου ονόματος Στανοπουλάδες προερχόμενου από το επίθετο Στανόπουλος. Ο οικισμός διατηρεί την τοπική κερκυραϊκή ευλάβεια προς τον Άγιο Αρσένιο, αρχιεπίσκοπο Κερκύρας, που ήταν διαδεδομένη στο νησί πριν το 15ο αιώνα, και εμφανίζεται στις πηγές τουλάχιστον από το έτος 1400. Επομένως, δεν απέχουμε από την αλήθεια αν δεχτούμε ότι ο οικισμός των Αναπλάδων είναι από τους παλαιότερους στην Κέρκυρα, με γηγενή πληθυσμό και πανάρχαιες ρίζες που ανάγονται στη μεσαιωνική (βυζαντινή) περίοδο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1 Η λέξη Ανάπλι προέρχεται από την ιταλική απόδοση του Ναυπλίου ως Napoli κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Μάλιστα, για να διαχωρίζουν την πόλη από την Napoli d’ Italia την ονόμαζαν Napoli di Romania.
2 Ιωσήφ Πάρτς, Ἡ νῆσος Κέρκυρα - γεωγραφική μονογραφή, Κέρκυρα 1892, σ. 229.
3 Σπύρου Κατσαρού, Σύντομη Ιστορία της Κέρκυρας, Κέρκυρα 19924, σ. 110. Βλ. σχετ. και Μπάμπης Ν. Πανδής, Κέρκυρα – Το βαϊλάτο του Αλεύχιμου και το Πεντάχωρο, Αθήνα 1986, σ. 33-34.
4 Λαυρεντίου Βροκίνη, «Ἡ περὶ τὰ μέσα τῆς ΣΤ΄ἑκατονταετηρίδος ἐν Κερκύρᾳ ἀποίκισις τῶν Ναυπλιέων καὶ Μονεμβασιέων», αναδημ. σε Κερκυραϊκά Χρονικά, 17(1973), σ. 250, βλ. σχετ. και Σπύρου Κατσαρού, «Αναπλιτοχώρι», Χρονικά των Κορυφών, Κέρκυρα 1976, τ. Α΄, σ. 184.
5 Βλ. σχετ. Κ. Σάθα, Έλληνες Στρατιώται εν τη Δύσει, αναστατικές εκδόσεις Διονυσίου Νότη Καραβία, Αθήνα 1986.
6 Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1968, τ. Γ΄, σ. 159-167, του ιδίου, «Η Βενετοτουρκική συνθήκη του 1540. Εκπατρισμός των Ναυπλιωτών και των Μονεμβασιωτών», στο βιβλίο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους [Ο ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία (περίοδος 1453-1669) τουρκοκρατία – λατινοκρατία], εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979, τ. Ι΄, σ. 302-304 και Ερμάννου Λούντζη, Περί της Πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών, Αθήνα 1856, σ. 191.
7 Σπύρου Κατσαρού, «Αναπλιτοχώρι», ό. π., σ. 174-175.
8 Χρυσικόπουλος Χρ. Μιχάλης, Μοναστηριώτης Κωνσταντίνος, νοτάριος Λευκίμμου, nodari dell’ isola, Σωζόμενες Πράξεις 1506-1516, Λευκίμμη 2010, σ. 48, 52.
9 Σπύρος Χρ. Καρύδης, Ορθόδοξες αδελφότητες και συναδελφικοί ναοί στην Κέρκυρα (15ος – 19ος αι.), Αθήνα 2004, σ. 93, υποσ. 30.
10 Χρυσικόπουλου Χρ. Μιχάλη, «πρακτορίας λευχήμου…» - Ταξίδι στο χρόνο και το χώρο, Λευκίμμη 2009, σ. 72-73.
11 Δημητρίου Χρ. Καπάδοχου, Ναοί και Μοναστήρια Κερκύρας – Παξών & Οθωνών στα μέσα του ΙΗ΄ αιώνα, Αθήνα 1994, σ. 108-110.
12 Χρυσικόπουλος Χρ. Μιχάλης, Μοναστηριώτης Κωνσταντίνος…, ό. π., σ. 147 .
13 Για την οικογένεια Κουλούρη ή Culuri, όπως εμφανίζεται στο Archivio di Stato di Venezia, Collegio-Risposte di Fuori (Φ.332), υπάρχει αναφορά ήδη από το έτος 1502 (στου Γεωργίου Σ. Πλουμίδη, Αιτήματα και πραγματικότητες των Ελλήνων της βενετοκρατίας (1554-1600), Δημοσιεύματα αρ. 1 Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Φιλοσοφική Σχολή Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Ιωάννινα 1985, τ. 1, σ. 47.
14 Βλ. σχετ. Αθανασίου Χ. Τσίτσα, «Πίνακας των ιερέων της υπαίθρου Κερκύρας (1641)», Περί Ιστορίας, 1(1996), σ. 58.
15 Χαρίλαος Β. Κόλλας, Χώρος και πληθυσμός της Κέρκυρας του 17ου αιώνα, Κέρκυρα 1988, σ. 123.
16 Φαίδωνος Κουκουλέ, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1952, τ. Β΄, σ. 228.
17 Σύμφωνα με ανακοίνωση του γράφοντος, υπό τον τίτλο Το Θέμα Κεφαλληνίας και η Κέρκυρα κατά τον 10ο αιώνα, στο 10ο Πανιόνιο Συνέδριο, Κέρκυρα 2014 (υπό έκδοση τα πρακτικά).
18 Χαρίλαος Β. Κόλλας, Χώρος και πληθυσμός…, ό. π., σ. 123, «Ο ναός της Υ. Θεοτόκου στο Μεσοχώρι του χωριού Άγιοι Θεόδωροι <Λευκίμμης>, όπως φαίνεται από αντίγραφο προικοσυμφώνου της 11-05-1552, είχε περιληφθεί μεταξύ των προικώων που έλαβε ο ιερέας Δημήτριος Μοναστηριώτης για λογαριασμό του γιου του Μάρκου από τον ιερέα Αναστάσιο Γαρδικιώτη…» (Σπύρος Χρ. Καρύδης, Ορθόδοξες αδελφότητες…, ό. π., σ. 94, υποσ. 34).
19 M. Vasmer, Die Slaven in Griechenland, Λειψία 19702, αρ. 58, σ. 26 και αρ. 23, σ. 88 και Fr. Von Miklosich, Lexikon Palaeoslovenico - Graeco – Latinum, Βιέννη 1862-1865 (ανάτ. Αalen 1977), σ. 141 σε Δημήτριος Κ. Αγορίτσας – Ηλίας Αθ. Γιαρένης, «Ζητήματα σχετικά με την επισκοπή Γαρδικίου κατά την Βυζαντινή περίοδο», Ανάτυπο από τα Τρικαλινά, 23(2003), σ. 197.
20 Βλ. σχετ. Σεβαστιανού Νικοκάβουρα, Ακολουθίαι των Αγίων Ιάσωνος και Σωσιπάτρου, της Παρθενομάρτυρος Κερκύρας της βασιλίδος, του Αγίου Αρσενίου μητροπολίτου Κερκύρας κλπ, Κέρκυρα 1909, Σπυρίδωνος Παπαγεώργιου, Περί του Αγίου Αρσενίου Μητροπολίτου Κερκύρας (876-953), Κέρκυρα 1872 και Μεθοδίου Κοντοστάνου, Ο αρχιεπίσκοπος Κερκύρας Αρσένιος, Αθήνα 1923.
21 Δεκαρχία: Ενότητα φορολογικής φύσεως με εσωτερική οργάνωση. Βλ. σχετ. Σπ. Ασωνίτη, «Οι Δεκαρχίες της Κέρκυρας (Πρόδρομη ανακοίνωση)», Πρακτικά του ΙΒ΄ Πανελληνίου Ιστορικού Συνεδρίου (Μάιος 1991), Θεσσαλονίκη 1992, σ. 89-114.
22 Πρακτορία Μέσης: Ένα από τα τέσσερα διοικητικά-φορολογικά διαμερίσματα της Κέρκυρας επί κυριαρχίας Ανδηγαυών (Λευκίμμης, Μέσης, Όρους και Γύρου) (Ιωάννου Ρωμανού, «Ανδηγαυϊκόν Δίπλωμα του Ταραντίνου ηγεμόνος Φιλίππου του Β΄ περιέχον μετάφρασιν χρυσοβούλου Μιχαήλ του Β΄ Δεσπότου της Ηπείρου», Κερκυραϊκά Χρονικά, 7(1959) «Ιωάννου Ρωμανού ιστορικά έργα», σ. 104.
23 Σπυρίδωνος Χρ. Καρύδη, «Αντίγραφα νοταριακών πράξεων του 15ου αι. στα κατάστιχα του κερκυραίου νοταρίου ιερέα Σταματίου Κοντομάρη», Παρνασσός, 41(1999), σ. 157-163.

Related Posts with Thumbnails