© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΣΧΟΛΑΡΧΟΥ ΑΡΧΙΜ. π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ ΜΝΗΜΗ (1926-30 Σεπτ. 2015)


Ἐντελῶς τυχαῖα πληροφορήθηκα πρὶν ἀπὸ λίγη ὥρα τὴν σεπτὴ κοίμηση τοῦ σεβαστοῦ Γέροντος καὶ πνευματικοῦ, τοῦ καλοῦ καὶ σεμνοῦ παπα-Συμεὼν Κραγιόπουλου, τοῦ ὁποίου ἡ παρουσία στὴ ζωή μου ὑπῆρξε εὐεργερικὴ καὶ συνάμα φωτεινή. Γιατὶ ὁ παπα-Συμεὼν ὡς Σχολάρχης μου, ἀλλὰ κι ὡς διδάσκαλος, ὑπῆρξε μιὰ ἀπὸ τὶς Μορφὲς ἐκεῖνες ποὺ μοῦ ὁδήγησαν τοὺς βηματισμούς μου στὸν χῶρο τῆς ἱερωσύνης, ἀλλὰ καὶ στὴν ἐμβίωση, φιλοκαλικῷ τῶ τρόπῳ, τῆς ἁπλότητος, τῆς εὐκατανύκτου διαγωγῆς καὶ τοῦ σεβασμοῦ τῆς Ἁγιορειτικῆς παραδόσεως.
          Καὶ δὲν ὑπερβάλλω μὲ αὐτὰ ποὺ ἀναφέρω, ἀντίθετα, ὀφείλω, ὕστερα ἀπὸ σαρανταδύο χρόνια νὰ καταθέσω τὴν ἀνοιχτὴ εὐγνωμοσύνη μου στὸ Πρόσωπό του, ἐπειδὴ ἐκεῖ, στὴν παλιὰ Ἁγία Θεοδώρα, τὸ ἐπιβλητικὸ μοναστήρι δηλαδή ποὺ ὑπάρχει στὴν καρδιὰ τῆς Θεσσαλονίκης, μπόρεσα νὰ πρωτομάθω γιὰ τὴ νηπτική μας παράδοση, γιὰ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχή, γιὰ τοὺς Γέροντες τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ποὺ δὲν ἄργησα, μάλιστα, νὰ τοὺς δῶ κι ἀπὸ σιμά, καθὼς ἄκουγα ἐκεῖνα τὰ κηρύγματα τοῦ παπα-Συμεὼν στὶς εὐκατανυκτες ἀγρυπνίες στὸ Καθολικὸ τῆς Ἁγίας Θεοδώρας, τὶς διανθισμένες πάντα μὲ παραδείγματα ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τῶν ἀσκητῶν καὶ τῶν ἐργατῶν τῆς Νοερᾶς λεγομένης προσευχῆς. Ἀκόμα τὸν θυμᾶμαι νὰ λέγει: «Ὁ παπα-Χαράλαμπος στὸ Μπουραζέρι....» κι ἄλλα πολλά. Πολλὰ καὶ χρήσιμα, χαριτωμένα καὶ μὲ ἁγιοπνευματικὰ χρώματα ἱστορημένα.
          Τοῦτα, λοιπόν, ράντισαν τὴν ψυχή μου μὲ τὴ δρόσο τὴν πνευματικὴ τοῦ μακαρίου Ἄθωνα, ὥστε, ὅταν πρώτη φορὰ βρέθηκα στὴν Ἀθωνικὴ πολιτεία, μιὰ βαρυχειμωνιὰ τοῦ 1974, κατάλαβα πὼς αὐτὰ ποὺ μᾶς μετέδιδε ὁ παπα-Συμεὼν εἶναι ἀλήθειες, ποὺ χρειάζεται ὡστόσο νὰ τὶς βιώσεις καὶ περισσότερο νὰ τὶς μεταποιήσεις σὲ πράξη. Ὅπως στ᾿ ἀλήθεια θεοφρούρητη καὶ θεοφιλὴς εἶναι κι ἡ ἁπλότητα μέσα στὴν τελετουργικὴ.
Τὸν Γέροντα εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ τὸν ξαναδῶ, ἀπὸ τότε ποὺ ἀποφοίτησα, ἄλλες δυὸ φορές. Μιὰ στὸ βιβλιοπωλεῖο «Περιβόλι τῆς Παναγίας» κι ἄλλη μιὰ φορὰ στὸ μοναστήρι ποὺ ἔστηνε στὸ Πανόραμα. Ὅπως εἶχα τὴν εὐαιρία νὰ χαρῶ καὶ τὰ βιβλία του, στὰ ὁποῖα καὶ διέκρινα πάντα ἐκεῖνο ποὺ μοναδικὰ σφράγισε τὸ βίο μου. Τὶς τόσο κατανυκτικὲς ἀγρυπνίες στὴν Ἁγία Θεοδώρα μὲ τὸ πλῆθος τῶν πιστῶν ποὺ προσέρχονταν -ἀναμέσά τους πρῶτος, καὶ πάντα διακριτικός, ὁ μακαριστὸς καθηγητὴς Ἰω. Φουντούλης- νὰ λειτουργηθοῦν, νὰ κοινωνήσουν, νὰ ἀκούσουν τὰ ρήματα τὰ εὐλογημένα τοῦ παπα-Συμεὼν.
Ταπεινὰ προσεύχομαι νὰ τὸν ἔχει σιμά Του ὁ Κύριος κι ὁ Ἅγιος Συμεὼνὁ Νέος Θεολόγος ποὺ τιμοῦσε ἰδιάιτερα καὶ μελετοῦσε. Γιὰ νὰ εὔχεται καὶ γιὰ μᾶς.

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

ΟΤΑΝ Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΤΙΜΗ

Γράφει ἡ Οὐρανία Γιακείμ-Καλλιανοῦ
Ἀφιερωμένο ἐξαιρετικὰ στὴν ἀξιότιμη κυρία Ἀλεξάνδρα Τσουκαλᾶ-Μπετσάνη, Καθηγήτρια τῶν Ἀγγλικῶν στὴ Σκόπελο 

Ἀπὸ τὰ προσφιλῆ πρόσωπα ποὺ σφράγισαν τὴ ζωή μας καὶ μάλιστα τὴ ζωὴ τῶν ἐφηβικῶν μας χρόνων ἦταν κι ἡ πρώτη καθηγήτρια τῆς Ἀγγλικῆς γλώσσας, ἡ κυρία ἈλεξΆνδρα Τσουκαλᾶ-Μπετσάνη. Γιατὶ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι μᾶς δίδαξε μὲ χάρη, συνέπεια καὶ ἐντιμότητα τὴν Ἀγγλική, ἀπὸ τὴν ἄλλη ὑπῆρξε μιὰ πραγματικὴ φίλη καὶ ἀκούραστη ἐκπαιδευτικός, μὲ πνεῦμα ἀγάπης πάντοτε καὶ ἀνύστακτου ἐνδιαφέροντος.
Ἡ κυρία Ἀλεξάνδρα σπούδασε στὴν Ἀμερικὴ καὶ, μετὰ τὸ τέλος τῶν σπουδῶν της, γύρω στὰ 1966, ἦλθε στὴν πατρίδα της τὴ Σκόπελο κι ἄνοιξε τὸ πρῶτο φροντιστήριο ἐκμάθησης τῆς Ἀγγλικῆς γλώσσας.
Τὸ σωστὸ πρέπει, ὄχι μονάχα νὰ λέγεται, ἀλλὰ καὶ νὰ διαδίδεται. Γι΄ αὐτὸ καὶ μετὰ λόγου γνώσεως καταθέτω πὼς ἀπὸ τὸ Σχολεῖο αὐτὸ πέρασαν ἑκατοντάδες μαθητές, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους προόδευσαν καὶ μὲ νοσταλγία θυμοῦνται τὴν πρώτη τους διδασκάλισσα, ἡ ὁποία τοὺς καθοδήγησε μὲ στοργὴ καὶ ἐνδιαφερον, ὥστε νὰ γίνουν γνῶστες τῆς ξένης αὐτῆς γλώσσας. Καὶ θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ τὴν εὐγνωμονοῦμε ὅλοι, γιατὶ τὸ νησί μας μὲ τὴν ραγδαία τουριστικὴ ἐξέλιξη ποὺ εἶχε, χρειάστηκε ὁπωσδήποτε ἀνθρώπους ποὺ νὰ εἶναι κάτοχοι τῆς διεθνοῦς αὐτῆς διαλέκτου.
Ὅμως αὐτὰ ποὺ θὰ μείνουν χαραγμένα στὴ μνήμη εἶναι καὶ ἐκεῖνα τὰ θεατρικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀνέβαζε ἡ κ. Ἀλεξάνδρα στὸν ἱστορικὸ κινηματογράφο «ΟΡΦΕΑΣ». Στὰ ἔργα αὐτά, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑπογραμμιστεῖ ὅτι ἦταν στὸ πρωτότυπο, στὴν Ἀγγλικὴ δηλ. Γλώσσα, πρωταγωνιστοῦσαν μαθητὲς καὶ μαθήτριες ὅλων τῶν τάξεων (βλ. φωτογραφίες ἀπὸ παραστάσεις τῶν ἐτῶν 1970 καὶ 1971).
Κι ἀπόμειναν στὴ μνήμη τῶν παιδιῶν αὐτὰ ὅλα, ὅπως ἐπίσης καὶ τῶν γονιῶν, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν Σκοπελιτῶν ποὺ ἐκτίμησαν καὶ ἐκτιμοῦν τὴν προσφορά της. Μιὰ προσφορὰ παραδειγματικὴ καὶ ἀλησμόνητη. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὴν εὐχαριστοῦμε ὅλοι ἐμεῖς οἱ μαθητές της.  

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, 2 Νοεμβρίου | Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμποδίστου

Γράφει η Δρ ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ
Στο πρώτο ποίημα της συλλογής Τα Ελεγεία της Οξώπετρας (1991) ο Οδυσσέας Ελύτης δίνει ως τίτλο τρία ονόματα μαρτύρων, των οποίων η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη στις 2 Νοεμβρίου. Ημέρα των γενεθλίων του, πράγμα που σημαίνει πως η Τέχνη της ποίησης, η Τύχη της σύμπτωσης και η Τόλμη της γραφής συναντήθηκαν στον τίτλο του για να συνεορτάζουν και οι τέσσερις. Όμως οι εορτάζοντες μάρτυρες είναι πέντε (λείπουν ο Πηγάσιος και ο Αφθόνιος). Στο εύλογο «γιατί» απαντά η σημειολογία των ονομάτων που αν δεν με βγάζει μακριά, νομίζω πως εμπεριέχει το καζαντζακικό «δεν φοβάμαι τίποτα. Δεν ελπίζω τίποτα, Είμαι ελεύθερος». Ο μέγας Κρητικός στήριξε την ελευθερία του στο «Τίποτα» που πιστεύει πως ακολουθεί τη ζωή. Ο Ελύτης στήριξε τη δική του στην ελπίδα και «Έχει ο Θεός». Ξέρει ακόμα πως δεν τα ξέρει όλα ο άνθρωπος και πως «Έχει κι ο θάνατος τη δικιά του Ερυθρά Θάλασσα» (Ημερολόγιο, «Παρασκευή, 10γ») και σ’ αυτή τη θάλασσα έχει ήδη ανοίξει «ρυάκι» που τον περιμένει, όπως φαίνεται στον 8ο στίχο του ποιήματος που ακολουθεί.

ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ, ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ

Τώρα, στη βάρκα όπου κι αν μπεις άδεια θα φτάσει

Εγώ αποβλέπω· σ' έναν μακρύ θαλασσινό Κεραμεικό
Με Κόρες πέτρινες και που κρατούν λουλούδια. Θα 'ναι νύχτα και Αύγουστος
Τότε που αλλάζουν των αστερισμών οι βάρδιες. Και τα βουνά ελαφρά
Γιομάτα σκοτεινόν αέρα στέκουν λίγο πιο πάνω απ' τη γραμμή του ορίζοντα
Οσμές εδώ ή εκεί καμένου χόρτου. Και μια λύπη άγνωστης γενεάς 
Που από ψηλά
κάνει ρυάκι πάνω στην αποκοιμισμένη θάλασσα

Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει 
…………………………………………………………
Να με πάτε κει που οι άλλοι παν
Δε γίνεται. Δεν εγεννήθηκα ν' ανήκω πουθενά 
Τιμαριώτης τ' ουρανού κει πάλι ζητώ ν' αποκατασταθώ 
Στα δίκαια μου. Το λέει κι ο αέρας 
Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος

Αχ ομορφιά συ θα με παραδώσεις καθώς ο Ιούδας 
Θα 'ναι νύχτα και Αύγουστος. Πελώριες άρπες πού και πού θ' ακούγονται και
Με το λίγο της ψυχής μου κυανό η Όξω Πέτρα μεσ' από τη μαυρίλα 
Θ' αρχίσει ν' αναδύεται. Μικρές θεές, προαιώνια νέες
Φρύγισσες ή Λυδές με στεφάνι ασημί και με πρασινωπά πτερύγια γύρω μου άδοντας θα συναχτούν
Τότε που και του καθενός τα βάσανα θα εξαργυρώνονται 
……………………………………………………………….

Ώσπου κάποτε, ο βυθός μ' όλο του το πλαγκτόν κατάφωτο 
Θ' αναστραφεί πάνω από το κεφάλι μου. Κι άλλα ως τότε ανεκμυστήρευτα

Σαν μεσ' από τη σάρκα μου ιδωμένα θα φανερωθούν 
Ιχθείς του αιθέρος, αίγες με το λιγνό κορμί κατακυμάτων κωδωνοκρουσίες του Μυροβλήτη

Ενώ μακριά στο βάθος θα γυρίζει ακόμα η γη με μια βάρκα μαύρη
κι άδεια χαμένη στα πελάγη της


Ο Ελύτης είναι κάτοικος του ελληνικού τοπίου, αλλά και της ιδεατής ελληνικής επικράτειας, εκείνης που ως «ιδέα» της Ελλάδας αποτελεί την ονειρική εκδοχή της πραγματικής, τον Παράδεισο. Αυτήν παρουσιάζει και η ακόλουθη διατύπωση:

«Kατοίκησα μια χώρα που ’βγαινε από την άλλη, την πραγματική, όπως τ’ όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου. Την είπα κι αυτήν Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί να τηνε βλέπω. Τόσο λίγη έμοιαζε . τόσο άπιαστη» (Ο Μικρός Ναυτίλος, «Μυρίσαι το Άριστον» ΙΙ, σελ. 18).

Πρόκειται για τον τόπο, όπου οι αιώνιες αρχές και αξίες επιβιώνουν, ξεπερνώντας τις επικαιρικές δυσκολίες, με άλλα λόγια πρόκειται για το αιέν που υπερισχύει του εκάστοτε νυν, κόντρα στις αντιξοότητες των καιρών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μιλάμε για τον τόπο, όπου γεννήθηκε ο Πλάτων, στου οποίου τη φιλοσοφική σκέψη η «Ιδέα» αποτελεί το άυλο πρόπλασμα της ύλης, ενώ στην ποίηση του Ελύτη το υλικό σώμα και η ιδέα ταυτίζονται. Η «τόσο λίγη» Ελλάδα, στο απόσπασμα που προηγήθηκε, ανταποκρίνεται στην ιδεατή, τη σχεδόν «άυλη», από την πλατωνική της «ιδέα» καταγόμενη. Με άλλα λόγια, η ελληνική γη, με όλα όσα την αποτελούν, είναι ο Παράδεισος, ο ιδανικός τόπος με όλες εκείνες τις ψυχικές δυνάμεις και διαθέσεις που παραπέμπουν στο βαθύτερο νόημα του Παραδείσου, ο οποίος τελικά είναι «ο αληθινός μας εαυτός, το δίκιο μας, η ελευθερία μας, ο δεύτερος και πραγματικός ηθικός μας Ήλιος» (Ο Μικρός Ναυτίλος, «Μυρίσαι το Άριστον», ΧΧVΙΙΙ, σελ. 121).

Η Ελλάδα, λοιπόν, είναι ο τόπος, στον οποίο συναντιέται η ύλη με την «ιδέα» του. Μια «νήσος των Μακάρων», χωρίς φυσικό πλούτο, αλλά με τη χαρακτηριστική λιτότητα του ελληνικού τοπίου, που το στολίζει ένας Παρθενώνας ή «το ασβεστοχρισμένο τοιχάκι μιας εκκλησιάς», που το φυσούν οι άνεμοι και το περιβάλλει η «πιο θαμπωτική θάλασσα» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 35). Επομένως, φέρει τα χαρακτηριστικά της ιθαγένειας, αυτά που συναντά κανείς σε ένα νησί του Αιγαίου, καταγόμενο κατευθείαν από την ομηρική Οδύσσεια και τον κήπο του Λαέρτη. Ένας «όμορφος κόσμος ηθικός αγγελικά πλασμένος», με τα λόγια του Σολωμού, κόσμος που χρησίμευσε ως μοντέλο για να δώσει μορφή στον Παράδεισο. Και όταν ο Ελύτης μιλάει για Παράδεισο, δεν εννοεί υποχρεωτικά έναν τόπο, όπου πάνε οι ψυχές μετά θάνατον, αλλά έναν ηθικό κόσμο, που τον φωτίζει ο ήλιος, ο οποίος έχει θέση σ’ αυτόν τον κόσμο ανάλογη με αυτήν που έχει και στον φυσικό κόσμο. Και ο Παράδεισος αυτός έχει διπλή εκδοχή. Μπορεί να είναι στεριανός μπορεί και ένας «μακρύς θαλασσινός Κεραμεικός» ή και οι δυο μαζί.

Στο ποίημα της 2ας Νοεμβρίου ο Παράδεισος είναι σύνθεση θάλασσας και ουρανού, το ενιαίο γαλάζιο, στο οποίο κληροδοτείται κάθε ζωή, αφού ολοκληρώσει τον κύκλο της. Στα χαρακτηριστικά αυτού του συγκεκριμένου παραδείσου συγκαταλέγονται ο «θαλασσινός Κεραμεικός» (αρχαία ελληνική κληρονομιά), «Με Κόρες πέτρινες και που κρατούν λουλούδια» (αγάλματα ή αγγειογραφίες Μυροφόρων). «Θα 'ναι νύχτα και Αύγουστος/ Τότε που αλλάζουν των αστερισμών οι βάρδιες». Ο κρίσιμος χρόνος. Ο Αύγουστος ως όριο του καλοκαιριού, η νύχτα ως όριο της μέρας που τελείωσε. Και των αστερισμών οι βάρδιες ως όριο κοσμικό. Τα πάντα τελειώνουν και αλλάζουν. «Μικρές θεές, προαιώνια νέες/ Φρύγισσες ή Λυδές με στεφάνι ασημί και με πρασινωπά πτερύγια γύρω μου άδοντας θα συναχτούν». Δεν μας διαφεύγει εδώ το «μοιρολόγι της φώκιας», γύρω από το άψυχο κορμάκι της Ακριβούλας, σαν ευλαβικό αφιέρωμα στον μεγάλο Σκιαθίτη. Ο επίλογος του ποιήματος κάνει λόγο για μια «βάρκα μαύρη», «χαμένη στα πελάγη» και δεν μπορεί παρά να μας ξαναπάει στην γολέτα εκείνη που «ήτο σηκωμένη στα πανιά» και «εξηκολούθη ακόμη να βολταντζάρει», όπως παρατηρεί ο Παπαδιαμάντης στο «μοιρολόγι» του.

Με αυτή τη «μαύρη βάρκα», λοιπόν, ταξιδεύει στα πελάγη ο Ελύτης, στον δικό του ελληνικό παράδεισο, για τον οποίο προ πολλού κατέληξε πως δεν χρειάζονται πολλά: «κι ας πα να μ’ έλεγαν τρελό/ πως από ’να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος (Φωτόδεντρο, «Τρεις φορές η αλήθεια»). Αυτό το «τίποτα», όμως απαιτεί να απαρνηθείς πολλά για να το αποκτήσεις· «θέλει να τρως το ψαροκόκαλο και να πετάς το ψάρι» (Τρία Ποιήματα, «Ο κήπος βλέπει»,3), οπότε επανερχόμαστε στην «ιδέα» της αρχικής λιτότητας. Το λεπτόγεων της αττική γης, ένα λιγνό κυπαρισσάκι κι ένα ανθεκτικό γεράνι αρκούν για να αναπαυθεί το σώμα. Ο ουρανός και οι άνεμοι αρκούν για να ανοίξει τα φτερά της η ψυχή, που κάπου εδώ γύρω πετά, για να μας θυμίζει πως, όπως η «Άνοιξη … προϊόν του ανθρώπου είναι» (Φωτόδεντρο, «Η Οδύσσεια» σελ. 33), έτσι και ο παράδεισος.

2 Νοεμβρίου, Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμποδίστου και Οδυσσέα, ανήμερα.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΗΣ ΚΟΡΥΦΗΣ

Στὸν πολυσέβαστον Μητροπολίτη Φιλαδελφείας κύριον Μελίτωνα, ταπεινὸν ἐπετειακὸν εὐχετήριον γιὰ τὴν εἰς Ἐπίσκοπον χειροτονίαν του ( 28-10-2000)

Συλλογίζομαι πολλὲς φορὲς τὴν δεινὴ τὴ θέση ποὺ βρίσκεται ὁ κάθε συνειδητὸς Ἀρχιερεύς, ὅταν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ χοροστατεῖ ἤ καὶ νὰ λειτουργεῖ. Γιατὶ δὲν πρέπει μονάχα νὰ συντονίζει καὶ νὰ ἀγρυπνεῖ τὰ περὶ τῆς κάθε ἱεροτελεστίας, πανηγύρεως καὶ λειτουργίας, ἀλλὰ καὶ νὰ «νήφει ἐν πᾶσι»(Β΄ Τιμ. 4, 5 ). Μὲ λίγα λόγια πρέπει νὰ κατορθώνει νὰ ξεπερνᾶ πολλὲς συμπληγάδες, τὶς ὁποῖες ὁ μισόκαλος τοῦ ἐμφανίζει κι ὀφείλει νὰ τὶς διαβεῖ. Διαφορετικὰ θὰ συντριβεῖ πάνω τους, ὅπως τὰ πλοῖα σὲ κεῖνες τὶς ὀμηρικὲς συμπληγαδες.
Συλλογίζομαι, λοιπόν, τὸν Ἐπίσκοπο αὐτὸν πόσες ἰσορροπίες ὀφείλει νὰ διατηρήσει μέσα σὲ κάθε ἱεροτελεστία ἤ λειτουργία. Ἰσορροπίες ἐξάπαντος ἀναγκαῖες, γιὰ νὰ ἐμφανιστεῖ μιὰ νοικοκυρεμένη κατἀσταση καὶ νὰ δοθεῖ ἕνα μάθημα συνεργασίας καὶ φιλοτίμου ὑπακοῆς. Μὲ πρῶτο ἀποδέκτη τὸν ἴδιο καὶ στὴ συνέχεια ὅλους τοὺς συλλειτουργούς του. Τελικὸς κι ἀλάνθαστος ἀποδέκτης ἀπομένει, ὅπως καταλαβαίνουμε, πάντα ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ.
Ὅμως γιὰ νὰ κατορθωθεῖ αὐτὸ ἀπαιτεῖται μιὰ ματωμένη πορεία δοκιμασίας, ποὺ πρωτίστως ὀφείλει νὰ ὁδηγεῖ στὴν αὐτογνωσία. Καὶ μάλιστα στὴν αὐτογνωσία, ποὺ τὴ συνοδεύει ἡ εἰλικρινὴς συναίσθηση τῶν ὁρίων τοῦ καθενὸς μέσα στὰ ὁποῖα ἁπλώνει καὶ κατευθύνει τὴν ὅποια του διακονία-δραστηριότητα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ σταυρωμένη βιοτὴ καὶ διακονία ἑνὸς Ἐπισκόπου εἶναι ἕνας διαρκὴς ἀγώνας αὐτογνωσίας καὶ διορθώσεως βίου. Γιατὶ μοναχα μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ μπορεῖ νὰ κηρύξει τὴ σωτηρία καὶ τὴ μετάνοια. Μὲ διορθωμένο πρῶτα τὸ δικό του ψυχισμό, ὥστε νὰ καταφέρει στὴ συνέχεια νὰ καθοδηγήσει τὸ ποίμνιό του εἰς σωτηρίους ὁδοὺς καὶ εὔδιους λιμένες. Μὲ λίγα λόγια πραγματοποιεῖ ὅσα τοῦ παραδόθηκαν κατ᾿ ἐκείνην τὴν εὔσημο ἡμέρα τῆς εἰς Ἐπίσκοπον χειροτονίας του, ὡς ἄλλη παρακαταθήκη καὶ ἱερὴ ἐντολή: «ποίησον αὐτὸν μιμητὴν σοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Ποιμένος, τιθέντα τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν προβάτων σου, ὁδηγὸν εἶναι τυφλῶν, φῶς τῶν ἐν σκότει, παιδευτὴνἀφρόνων, διδάσκαλον νηπίων, φωστῆρα ἐν κόσμῳ ἵνα, καταρτίσας τὰς ψυχὰς τὰς ἐμπιστευθείσας αὐτῷ ἐπὶ τῆς παρούσης ζωῆς, παραστῇ τῷ Βήματί σου ἀκαταισχύντως, καὶ τὸν μέγα μισθὸν λάβῃ». Μόνο ποὺ αὐτὸς ὁ ἱκετήριος λόγος θὰ χρειαστεῖ προηγουμένως νὰ γαλβανιστεῖ στὸ καμίνι τῆς ἄλλης μεγαλης ἐντολῆς ποὺ λίγο πρὸ τοῦ τιμίου σταυροῦ Του καὶ τοῦ πάθους, παρέδωσε τὴν ἀκόλουθη ἐντολή-πυξίδα γιὰ κάθε ἡγέτη, πομένα καὶ διδάσκαλο: «Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριέυουσιν αὐτῶν· καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσίαζουσιν αὐτῶν. Οὐχ οὕτω δὲ ἔστι ἐν ὑμῖν· ἀλλ᾿ ὅς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται διάκονος ὑμῶν» (Μαρκ. 10, 42-43). Κι ἕνας Ἐπίσκοπος ποὺ βηματίζει καθημερινὰ πάνω στὸ τεντωμένο σχοινὶ τῆς ἡγεσίας, ξέρει πολὺ καλὰ ὅτι τὸ μοναδικὸ κλειδὶ ποὺ ἀνοίγει τὶς καρδιὲς τῶν συνεργατῶν, φίλων, συνανθρώπων καὶ ὅλου τοῦ ποιμνίου του εἶναι ἡ ἀνόθευτη διακονία, τὴν ὁποία ὀφείλει νὰ φέρει «λεντίῳ διεζωσμένος» (Ἰω. 13, 5). Μακάριοι ὅσοι τὸ προσπαθοῦν καὶ τρισμακάριοι ὅσοι τὸ κατορθώνουν.  

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΑΝΙΕΡΟ ΑΝΑΚΛΗΜΑ ΗΜΕΡΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ

(Σκέψεις καὶ βιώματα ἀπὸ μιὰ Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία σὲ μιὰ λησμονημένη ἐνορία)





Εἶναι ἀλήθεια πὼς πολλὰ χάνουμε στὸ μάκρος τοῦ ἐπίγειου βίου μας. Πολλὰ καὶ ποικίλα, ποὺ μᾶς θλίβουν ἀφάνταστα, καθὼς μᾶς τὰ ἀφαιρεῖ ἡ σκληρὴ καθημερινότητα, αὐτὸ τὸ λαίμαργο θηρίο ποὺ παραμονεύει τὴ ζωή μας.
Ὡστόσο ὑπάρχει καὶ κάτι, ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς τὸ ἀφαιρέσει ποτέ. Κι αὐτὸ εἶναι οἱ ἀναμνήσεις μας καὶ μάλιστα οἱ ἀναμνήσεις ἐκεῖνες οἱ πολύτιμες, τῆς παιδικῆς καὶ πρώτης ἐφηβικῆς ἡλικίας οἱ ἱερὲς μνῆμες, ποὺ στολίζουν τὶς πλέον ἀκριβὲς κοσμηματοθῆκες τῆς ψυχῆς μας. Κι αὐτὲς ἀναμφίβολα εἶναι ἡ ἀέναη παραμυθία μας σὲ καιροὺς σκληροὺς καὶ σὲ μέρες στεγνὲς ἀπὸ ἀνθρώπινη φιλοτιμία καὶ συναντίληψη.
Αὐτὲς τὶς ἀναμνήσεις ξαναέζησα καὶ σήμερα, μιὰ μέρα, ὄντως, ξεχωριστὴ στὸν ἱερατικό μου βίο, καθὼς βρέθηκα στὸν γενέθλιο τόπο μου καί, μάλιστα, στὴν παλιά μας τὴν ἐκκλησιά τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων τοῦ Κάτω Χωριοῦ. Κι αἰτία ἦταν ἡ Ἀρχιερατικὴ Θεία Λειτουργία, τὴν ὁποία μὲ χαρισματικὴ ἐπιμέλεια καὶ ἰερὸ δέος ἐτέλεσε ὁ Ἐπίσκοπός μας, ὁ Μητροπολίτης Χαλκίδος, Ἰστιαίας καὶ Βορείων Σποράδων κ. Χρυσόστομος Β΄, μὲ συλλειτουργούς του τοὺς ἐφημερίους καὶ τῶν ἑπτὰ ἐνοριῶν τῆς νήσου, δύο ἀδελφῶν ἱερομονάχων καὶ τοῦ Ἀρχιδιακόνου τῆς Μητροπόλεώς μας.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι, πλὴν τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Ἐπισκόπου Ὀλύμπου κυροῦ Δημητρίου, οὐδένα Ἀρχιερέα θυμᾶμαι νὰ ἔχει ἔλθει καὶ νὰ λειτουργήσει στὸ ναὸ αὐτό. Ἴσως δὲ ἡ πρώτη καὶ ἐσχάτη Ἀρχιερατικὴ θεία Λειτουργία νὰ ἦταν ἐκείνη ποὺ ἐτελέσθη κατὰ τήν Θείαν Ἱερουργίαν, διὰ τήν τῶν ἱ. Ἐγκαινίων καθίερωσιν τοῦ ναοῦ αὐτοῦ, περίπου στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰ., ἀπὸ τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπο Χαλκίδος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα μέχρι σήμερα δὲν ἔχουμε πληροφορηθεῖ. Γι᾿ αὐτὸ κι ἦταν μιὰ ξεχωριστὴ ἡμέρα, ποὺ πραγματικὰ τέμνει τὸ χρόνο, ἀφαιρεῖ τὶς ὅποιες πληγὲς καὶ κακοφορμήσεις στὸ σῶμα τῆς παλιᾶς αὐτῆς ἐνοριακῆς Κοινότητας καὶ ἀνακαλεῖ ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ Χρόνου τοὺς πρώτους κτήτορες ἑνὸς χθαμαλοῦ καὶ ταπεινοῦ ναΐσκου τὸ 1828, τὸν Καπετὰν Μαρίνο Στεριανό, δηλαδή, ἀπὸ τὸ Γομάτι τῆς Χαλκιδικῆς, κι ὕστερα τοὺς ὅσους πάσχισαν νὰ ἀνακαινίσουν τὸ ναὸ καὶ νὰ τὸν ἐπεκτείνουν τὸ 1875... Ὅλων ἐκείνων, Ἱερέων, Ἐπιτρόπων, Συνδρομητῶν... Ὀνόματα ποὺ ἐπιμένουν νὰ πολιορκοῦν σήμερα τὴ Μνήμη τοῦ Θεοῦ, καθὼς εἶναι γραμμένα «ἐν βίβλῳ ζωῆς», ἄγνωστα, δυστυχῶς ἤ εὐτυχῶς, σὲ μᾶς τοὺς ἐπιλοιπομένους.
Κάπου μακρυά, σὲ χρόνο ἀνύποπτο, σὲ ὥρα ἀπόβραδη ἐπανεγγράφεται, χωμένη στὴν ἰσχνὴ τὴ μνήμη τῶν πάνω ἀπό μισὸ αἰῶνα ἐτῶν ποὺ παρῆλθαν, ἡ ἐπίσημη ἐπίσκεψη τοῦ Μητροπολίτου Χαλκίδος, Ξηροχωρίου καὶ Βορείων Σποράδων κυροῦ Γρηγορίου.
Ἀκούστηκαν οἱ καμπάνες, εἶπαν ὅτι πέρασε ὁ Δεσπότης κι ὅτι μαζὺ μὲ τὸν ἐφημέριο τοῦ χωριοῦ μας, τὸν ἀγαθὸ καὶ φιλότιμο παπα-Εὐάγγελο Διομή, ἦταν κι ὁ γιός του, ὁ παπα-Δημήτριος Διομής. Κι ὕστερα ἀπὸ λίγο ὅλα σώπασαν.
Ἀπ΄ ὅσα γνωρίζω μόνο ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Χαλκίδος κυρὸς Χρυσόστομος ὁ Α΄ ξαναπέρασε κάποτε καὶ εἶδε τὸ ναὸ μονάχα... Γιατὶ τότε στὸ Κλῆμα ἦταν ἀκόμα νωπὴ ἡ ἀπουσία τοῦ παπα-Γρηγορίου Ξανθούλη...
Γιὰ νὰ παρέλθουν τρεῖς καὶ πλέον δεκαετίες, ὥστε νὰ εἰσοδεύσει ὁ νέος Μητροπολίτης καὶ νὰ ἀναρριγήσουν οἱ κτήτορες, οἱ εὐκλεῶς καὶ ἱεροπρεπῶς ἐφημερεύσαντες-ἀπὸ ἀρχῆς ἕως τοῦ ἐσχάτως κοιμηθέντος παπα-Βαρσαμᾶ Ἀπ. Γλύνη, Κληματιανοῦ πρεσβυτέρου· οἱ διακονήσαντες τὸ ἱ. Ἀναλόγιο -ἐν οἷς καὶ ὁ ἀλησμόνητος μπάρμπα-Ἀλέκος Ξανθούλης· οἱ ἐπίτροποι, οἱ ἐνορίτες καὶ μαζύ τους ἡ χορεία τῶν εὐλαβῶν διακονισσῶν (μεταξύ τους οἱ ἀδελφές, Ἀναστασία, Ἀναργυρὼ καὶ Μαγδαληνίτσα Κωνσταντάκη) καὶ φυσικὰ ἡ θειὰ τὸ Μαχώ, ἡ οἰκονόμος καὶ ἐσχάτη κάτοικος τοῦ παλιοῦ κελλιοῦ ἀπέναντι ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ ἱεροῦ, ποὺ μᾶς ἐτοίμαζε τὰ κάρβουνα: γιὰ τὸ θυμιατὸ καὶ τὸ «ζέον».
....Καὶ καθὼς κοίταζα ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη ἀπέναντι, νόμιζα ὅτι θὰ ξαναδῶ τὸν παπποῦ μου τὸ Νικολάκη πίσω ἀπὸ τὸ παγκάρι, νὰ εἶναι σκυμμένος πάνω στὰ πενηνταράκια καὶ τὶς δεκάρες -ποῦ νὰ τὰ βροῦν τὰ πλιότερα οἱ Κληματιανοὶ καὶ νὰ τὰ προσφέρουν- καὶ νὰ τὰ ξεχωρίζει μὲ τὸ κερὶ ἀναμμένο πάνω στὸ παλιό, χάλκινο κουτί. Γιὰ νἄρθει ἡ σειρὰ τοῦ μπάρμπα-Παντελῆ Χατζηνικολάου νὰ βγάλει τὸν δίσκο μὲ τὴν κολώνια. Κολώνια ραντισμένη ἀπὸ κεῖνο τὸ ἀλαβάστρινο «κανί», μὲ τὸ ἀνοιχτὸ θαλασσὶ τὸ χρῶμα... Κι ἀπὸ δίπλα ν᾿ ἀκούγεται ἡ εὐκατάνυκτη ψαλμωδία ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ πάντα εὐλαβοῦς ψάλτη μας, τοῦ μπάρμα-Ἀλέκου τοῦ Ξανθούλη. Κι ἐδῶ κι ἐκεῖ τὰ πρόσωπα τῶν ἁπλῶν συγχωριανῶν μου, αὐστηρά, παιδεμένα, μὲ τὴν κόπωση νὰ ἔχει χαραχτεῖ στὴ μορφή τους, ποὺ τὴ χρύσωνε τὸ χλωμιασμένο φῶς τῶν κεριῶν καὶ τῶν λαδοκάντηλων.
Ὅλ᾿ αὐτὰ ξαναεῖδα σήμερα... Ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια, μὲ ὁριακὸ σημεῖο ἐκείνη τὴς Μεγάλη Πέμπτη τοῦ 1965, ὅταν μὲ πόνο ψυχῆς ἀφήσαμε τὴν παλιά μας ἐνοριακὴ ἐκκλησιά, τὴ μισοκαταστρεμμενη, γιὰ κάνουμε Ἐπιτάφιο κι Ἀνάσταση στὸ Σχολεῖο, ποὺ μᾶς φιλοξένησε μέχρι νὰ γίνει ὁ μικρὸς ναΐσκος τῆς Μεταμόρφωσης στὸ Γήπεδο. Τὰ ξαναεῖδα καὶ δόξασα τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ ποὺ ὁδήγησε τὸν Ἐπίσκοπό μας ν᾿ ἀνοίξει καὶ τούτη τὴ θλιμμένη καὶ κλεισμένη ἐνορία, ποὺ χρόνια καὶ χρόνια εἶχε νὰ ἀγαλλιάσει, νὰ εὐφρανθεῖ πανήγυρι μεγαλοπρεπῆ καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τρισευλογημένη.
Ἄς δώσει ὁ Κύριος νὰ ἐπαναληφτεῖ αὐτὴ ἡ πανευλόγητη Ἀρχιερατικὴ παρουσία...
Πέμπτη, 15 Ὀκτωβρίου 2015
( Οἱ φωτ. εἶναι τοῦ Ἀποστόλου, υἱοῦ τοῦ μακαριστοῦ παπα-Βαρσαμᾶ Γλύνη)
π. κ. ν. κ  
   

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Γιώργου Γαστεράτου: ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΑΝΑΠΛΑΔΕΣ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ. ΑΝΑΣΚΕΥΗ ΕΝΟΣ ΜΥΘΟΥ

Ένα από τα ερωτήματα που κατά καιρούς τίθενται σχετικά με το παρελθόν είναι αυτό της καταγωγής και προέλευσης ανθρώπων, οικογενειών και οικισμών. Το ερώτημα αυτό, όπως και την προσπάθεια απαντήσεων, το συναντάμε συχνά στην ιστοριογραφία και έρευνα και ειδικά την επτανησιακή, καθώς υπάρχει – ειδικά στην Κέρκυρα - τεράστιο υλικό προς διερεύνηση, που φυλάσσεται στοργικά στο οικείο ιστορικό αρχείο, θησαυρό γνώσεων και πληροφοριών.
Στην Κέρκυρα, συχνά τίθεται το ερώτημα για την καταγωγή του χωριού Αναπλάδες της περιοχής της Λευκίμμης, χωρίς, ωστόσο, να έχει δοθεί μέχρι σήμερα κάποια πειστική απάντηση. Αρκετές φορές, μάλιστα, γίνεται λόγος για πελοποννησιακή καταγωγή, η οποία στηρίζεται σε κάποιες ενδείξεις όπως το όνομα που παραπέμπει στη λέξη Ανάπλι, όπως λεγόταν παλιότερα το Ναύπλιο1, η πελοποννησιακή(;) κατάληξη –όπουλος των επιθέτων που απαντούν εκεί, όπως Χρυσικόπουλος, Παπαβλασόπουλος και η συνοικία Μανιουράτικα, της οποίας το όνομα θυμίζει Μάνη. Όμως, οι ενδείξεις δεν είναι πάντα ασφαλής βοηθός στην προσπάθεια για την ανάσυρση των ψηγμάτων του παρελθόντος, το οποίο σαν άβυσσος μας περιβάλλει.
Πρώτος ο Γερμανός γεωγράφος Ιωσήφ Πάρτς (Josef Partsch, 1856-1925) είχε υποστηρίξει την πελοποννησιακή καταγωγή του χωριού Αναπλάδες2 και ακολούθως ο Σπύρος Κατσαρός3, στηριζόμενος σε σχετική μελέτη του ιστοριοδίφη Λαυρεντίου Βροκίνη, ο οποίος, όμως, δεν λέει ακριβώς κάτι τέτοιο αλλά, αναφερόμενος στο γνωστό στρατιωτικό σώμα των stradioti της Κέρκυρας, υποστηρίζει ότι «…μέγα μέρος τν πογόνων τν ν λόγ ποίκων διεσπάρη μικρν κατ μικρν κα ν τος γρος τς νήσου…».4
Ως γνωστόν με την βενετοτουρκική συνθήκη του 1540 η Βενετία, ανάμεσα στα άλλα, αποδέχεται την παράδοση του Ναυπλίου και της Μονεμβασιάς στους Τούρκους. Φεύγοντας οι Βενετοί παραλαμβάνουν στα καράβια τους όσους κατοίκους ήθελαν να φύγουν, συμπεριλαμβανομένου και του στρατιωτικού σώματος των ελαφρώς οπλισμένων stradioti5, που αποτελούσαν τη φρουρά στα δύο αυτά πολύ σημαντικά κάστρα της Πελοποννήσου. Το σώμα αυτό σκορπίστηκε σε όλες σχεδόν τις ενετικές κτήσεις από την Κύπρο και την Κρήτη έως την Κέρκυρα, όπου με επικεφαλής τον Αυγουστίνο Μπαρμπάτη εγκαταστάθηκε σε μία περιοχή νοτίως της πόλης, η οποία ονομάστηκε «Αναπλιτοχώρι» ή «Στρατιά».6 Εκεί οργανώθηκε σε τέσσερα αποσπάσματα των δεκαπέντε ανδρών, όσα και τα διαμερίσματα του νησιού (Λευκίμμης, Μέσης, Όρους και Γύρου) με αποστολή να διευκολύνει και να ενισχύει το τοπικό σώμα των cernidi στην επίβλεψή του. Επικεφαλής ήταν ο κυβερνήτης, ο «γουβερναδούρος», όπως λεγόταν, που εκλεγόταν από τη Βενετική Γερουσία και τελούσε υπό την επίβλεψη του Προβλεπτή της Κέρκυρας.7
Επανερχόμενοι στο θέμα της προέλευσης των Αναπλάδων, θα πρέπει να τονίσουμε ότι το όνομα αυτό είναι σχετικά νεώτερο. Έως τα τέλη του 17ου αιώνα εντοπίζουμε τον οικισμό στα διάφορα νοταριακά έγγραφα με το παραπλήσιο όνομα Στανοπουλάδες από το οποίο προέρχεται το σημερινό όνομα Αναπλάδες με την πρόθεση στις. Έτσι, στις πράξεις του νοταρίου του «Λευκίμμου» Κωνσταντίνου Μοναστηριώτη πληροφορούμαστε: (φ.10v) «αφζ΄ μέρα στ΄ το ουλίου μηνς, νδικτινος ι΄. ντς σπιτίου κυρς Καλς (…) κ χωρίον τν Στανοπουλάδων…» ή (φ.12v) αφζ΄ μέρα η΄ το Σεπτεμβρίου μηνς, νδικτινος ια΄. Παπ κρ Μάρκος Κουμμερκιάρης κ τν |2 πρακτορείαν το λεύχιμμου κ χωρίον τν Στανοπουλάδων…».8 Επιπλέον, στις 21 Νοεμβρίου 1532 ο ιερέας Δημήτριος Μουρμούρης, ο Βασίλειος Κωστής και ο Μιχαήλ Καλαμινός παραχώρησαν στον ιερέα Δημήτριο Κοντομάρη «…απ τν σήμερον κα εις τν παντα αιωνα τον ημοισόν ναν» του Αγίου Αρσενίου χωρίου Στανοπουλάδων (Α.Ν.Κ., Συμβ. Μ.225, φ. 394r).9
Αργότερα, εντοπίζουμε τον οικισμό με την ονομασία νω Πλάδες στο νοτάριο Βασίλειο Βλάσση (πράξεις από 1548 έως 1574), άλλοτε και τα δύο ονόματα συνυπάρχουν, ενώ το 1753 στις πράξεις του νοταρίου Σπυρίδωνος Μυρίλλα ο οικισμός εμφανίζεται πια με το όνομα Αναπλάδες.10 Το ίδιο και στην περιγραφή των ναών και των μοναστηριών της Κέρκυρας που πραγματοποιεί το ίδιο έτος ο Μέγας Πρωτοπαπάς Κερκύρας Σπυρίδων Βούλγαρης: «μοίως πλθεν ες τ χωρίον ναπλάδων κα πρτον ες τν Μονν το γίου ρσενίου δελφάτο…» ή «μοίως πλθεν ες τν Μονν τε ρημοκλήσιον τς ναλήψεως ες τὸ βουνό |13 τῶν Ἀναπλάδων γιούς τς γενες Μοναστηριώτη…».11
Το όνομα, δε, Στανοπουλάδες είναι προφανές ότι προέρχεται από το επίθετο Στανόπουλος, που υπήρχε στην περιοχή, όπως προκύπτει, άλλωστε, από τις πράξεις του νοταρίου του «Λευκίμμου» Κωνσταντίνου Μοναστηριώτη: «αφιβ΄ μέρα ιβ΄ το πριλίου μηνός, νδικτινος ιε’. Καραβοκύρης κρ Ερετς Μάνεσης ες το πλευστι|2κ ξύλο το κρ Δημητρίου Φαναριώτη κα ο σύντροφοι ατο, κρ ρσένιος Στανόπουλος…».12 Τα επίθετα του χωριού ήταν τα ίδια περίπου με τα σημερινά, όπως Χρυσικόπουλος, Παπαβλασόπουλος, Κοντομάρης, Γαρδικιώτης, Κουλούρης13, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που έχουν εκλείψει από εκεί, όπως Καψοκαβάδης, Στανόπουλος, Κουμμερκιάρης, Αυθίνος, Σουλάνης κλπ.14
Όσον αφορά, δε, το όνομα Μανιουράτικα της ομώνυμης συνοικίας των Αναπλάδων, είναι φανερό ότι ουδεμία σχέση έχει με τη Μάνη. Άλλωστε, αν ετυμολογείτο από την Μάνη, θα έπρεπε να λέγεται «Μανιάτικα». Αποδεδειγμένα δηλώνει το μέρος όπου κατοικούσαν οι έχοντες το επίθετο Μαν(ι)ούρας, όπως κατ’ επανάληψη αυτό εμφανίζεται στα νοταριακά έγγραφα του ιστορικού αρχείου Κερκύρας, και δηλώνει προφανώς αυτόν που ασχολείται με την τυροκομία.15 Επιπλέον, η κατάληξη – όπουλος μερικών επιθέτων που απαντώνται εκεί παραπέμπει σε βυζαντινά επίθετα (πχ. Αργυρόπουλος, Στρατηγόπουλος κ.α.). O Χρυσικόπουλος, για παράδειγμα, είναι ο γιος του χρυσικού, όπως λεγόταν από τους βυζαντινούς ο πωλητής χρυσών αλλά και αργυρών αντικειμένων.16
Άλλωστε, η Κέρκυρα για αιώνες αποτελούσε τμήμα της βυζαντινής επικράτειας και μάλιστα από τις αρχές περίπου του 10ου αι. ήταν η έδρα του Θέματος της Κεφαλληνίας, καθώς είχε έναν αναβαθμισμένο ρόλο στο πλαίσιο της προσπάθειας των βυζαντινών να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην νότια Ιταλία αντισταθμίζοντας την απώλεια της Σικελίας. Άμεση συνέπεια ο εξοπλισμός της Κέρκυρας με βυζαντινά στρατεύματα και κάστρα.17 Αναφορικά με το επίθετο Γαρδικιώτης, που επίσης απαντάται στην περιοχή, αξίζει να σημειωθεί ότι είναι από τα παλαιότερα καταγεγραμμένα.18 Ειρήσθω εν παρόδω ότι η λέξη «Γαρδίκιον» ή «Γαρδίκι» (πληθ.: Γαρδίκια), από όπου προέρχεται ο Γαρδικιώτης, ετυμολογούμενη από τους παλαιοσλαβικούς τύπους гордьсь ή градьсь, δηλώνει γενικά το κάστρο, τον οχυρωμένο οικισμό, την κώμη, την πολίχνη και εχρησιμοποιείτο κατά κόρον στη βυζαντινή εποχή.19
Επιπλέον, στοιχείο ενδεικτικό της παλαιότητας του οικισμού είναι η ύπαρξη του ναού του αγίου Αρσενίου. Ο άγιος Αρσένιος, αρχιεπίσκοπος της Κέρκυρας κατά τον 10ο αιώνα, ήταν ο άγιος - προστάτης του νησιού πριν από την έλευση, κατά τον 15ο αιώνα, του λειψάνου του αγίου Σπυρίδωνα, γεγονός που συνετέλεσε, μαζί με άλλους λόγους, στη συρρίκνωση της σχετικής ευλάβειας. Αξίζει, δε, να σημειωθεί ότι επρόκειτο για μία ευλάβεια - λατρεία τοπικής εμβέλειας και επομένως, αν οι κάτοικοι του οικισμού Στ’Ανοπ(ου)λάδες ήταν έποικοι, θα ήταν αδύνατον να κτίσουν εκκλησία σε έναν άγνωστο γι’ αυτούς άγιο.20
Τέλος, για την παλαιότητα του οικισμού και των κατοίκων του αξίζει να ανατρέξουμε και στα κατάστιχα του συμβολαιογράφου ιερέως Σταματίου Κοντομάρη, που καλύπτουν πράξεις από το 1588 έως το 1614. Εκεί έχει διασωθεί μία προγενέστερη συμβολαιογραφική πράξη που συντάχθηκε στις 20 Ιουνίου 1400 από το νοτάριο Ιωάννη Σπαρμιώτη. Για την εν λόγω πράξη, που αντιγράφθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 11 έως 20 Μαρτίου 1598, έχει γίνει η υπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος που την προσκόμισε ήταν είτε απόγονος των συμβαλλομένων είτε άλλο πρόσωπο, στο οποίο θα είχε περιέλθει η νομή ή η κυριότητα των αναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την πράξη, ο Θεόδωρος Μαυρόπουλος, πράκτορας της δεκαρχίας21 των Εξωκαστρινών και της πρακτορίας της Μέσης22, και ο πρωτόγηρος της δεκαρχίας Γεώργιος Κομπολίτης, εκ μέρους της δεκαρχίας, συμφώνησαν με τον ιερέα Καλοϊωάννη Παπαβλασόπουλο από το χωριό Στανοπουλάτες για παραχώρηση περιουσιακών στοιχείων, που ανήκαν στη δεκαρχία των Εξωκαστρινών και βρίσκονταν στην περιοχή των χωριών Πολιτάδες και Στανοπουλάτες της πρακτορίας Λευκίμμης. Με την ίδια πράξη ο ιερέας Καλοϊωάννης Παπαβλασόπουλος μαζί με την αδελφοσύνη του, καθώς επίσης και οι κληρονόμοι και οι διάδοχοί τους, υποχρεώνονταν να καταβάλουν στον εκάστοτε πράκτορα της Μέσης και στον πρωτόγηρο της δεκαρχίας των Εξωκαστρινών κάθε έτος, την τελευταία ημέρα του Αυγούστου, έξι δουκάτα ως σολιάτικο αποκτώντας έτσι το δικαίωμα για νομή εις το διηνεκές των περιγραφόμενων περιουσιακών στοιχείων με δυνατότητα πωλήσεως, δωρεάς, ανταλλαγής προικοδότησης και κληροδότησης υπό τον όρο της καταβολής ανελλιπώς του σολιάτικου.23
Το έγγραφο αυτό, εντός των πολύτιμων στοιχείων για την οργάνωση και τη λειτουργία των δεκαρχιών στην Κέρκυρα, είναι σημαντικότατο γιατί εμφανίζεται ο οικισμός των Στανοπουλάτων/Στανοπουλάδων και το επίθετο Παπαβλασόπουλος τουλάχιστον από το έτος 1400, εκατόν σαράντα χρόνια δηλαδή πριν την πτώση του Ναυπλίου και της Μονεμβασιάς στους Τούρκους και τον εποικισμό στην Κέρκυρα μέρους των κατοίκων τους.
Ανακεφαλαιώνοντας, το όνομα Αναπλάδες αποτελεί εξέλιξη του παλαιότατου ονόματος Στανοπουλάδες προερχόμενου από το επίθετο Στανόπουλος. Ο οικισμός διατηρεί την τοπική κερκυραϊκή ευλάβεια προς τον Άγιο Αρσένιο, αρχιεπίσκοπο Κερκύρας, που ήταν διαδεδομένη στο νησί πριν το 15ο αιώνα, και εμφανίζεται στις πηγές τουλάχιστον από το έτος 1400. Επομένως, δεν απέχουμε από την αλήθεια αν δεχτούμε ότι ο οικισμός των Αναπλάδων είναι από τους παλαιότερους στην Κέρκυρα, με γηγενή πληθυσμό και πανάρχαιες ρίζες που ανάγονται στη μεσαιωνική (βυζαντινή) περίοδο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1 Η λέξη Ανάπλι προέρχεται από την ιταλική απόδοση του Ναυπλίου ως Napoli κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Μάλιστα, για να διαχωρίζουν την πόλη από την Napoli dItalia την ονόμαζαν Napoli di Romania.
2 Ιωσήφ Πάρτς, νσος Κέρκυρα - γεωγραφική μονογραφή, Κέρκυρα 1892, σ. 229.
3 Σπύρου Κατσαρού, Σύντομη Ιστορία της Κέρκυρας, Κέρκυρα 19924, σ. 110. Βλ. σχετ. και Μπάμπης Ν. Πανδής, Κέρκυρα – Το βαϊλάτο του Αλεύχιμου και το Πεντάχωρο, Αθήνα 1986, σ. 33-34.
4 Λαυρεντίου Βροκίνη, «Ἡ περὶ τὰ μέσα τῆς ΣΤ΄ἑκατονταετηρίδος ἐν Κερκύρᾳ ἀποίκισις τῶν Ναυπλιέων καὶ Μονεμβασιέων», αναδημ. σε Κερκυραϊκά Χρονικά, 17(1973), σ. 250, βλ. σχετ. και Σπύρου Κατσαρού, «Αναπλιτοχώρι», Χρονικά των Κορυφών, Κέρκυρα 1976, τ. Α΄, σ. 184.
5 Βλ. σχετ. Κ. Σάθα, Έλληνες Στρατιώται εν τη Δύσει, αναστατικές εκδόσεις Διονυσίου Νότη Καραβία, Αθήνα 1986.
6 Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1968, τ. Γ΄, σ. 159-167, του ιδίου, «Η Βενετοτουρκική συνθήκη του 1540. Εκπατρισμός των Ναυπλιωτών και των Μονεμβασιωτών», στο βιβλίο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους [Ο ελληνισμός υπό ξένη κυριαρχία (περίοδος 1453-1669) τουρκοκρατία – λατινοκρατία], εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979, τ. Ι΄, σ. 302-304 και Ερμάννου Λούντζη, Περί της Πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών, Αθήνα 1856, σ. 191.
7 Σπύρου Κατσαρού, «Αναπλιτοχώρι», ό. π., σ. 174-175.
8 Χρυσικόπουλος Χρ. Μιχάλης, Μοναστηριώτης Κωνσταντίνος, νοτάριος Λευκίμμου, nodari dellisola, Σωζόμενες Πράξεις 1506-1516, Λευκίμμη 2010, σ. 48, 52.
9 Σπύρος Χρ. Καρύδης, Ορθόδοξες αδελφότητες και συναδελφικοί ναοί στην Κέρκυρα (15ος – 19ος αι.), Αθήνα 2004, σ. 93, υποσ. 30.
10 Χρυσικόπουλου Χρ. Μιχάλη, «πρακτορίας λευχήμου…» - Ταξίδι στο χρόνο και το χώρο, Λευκίμμη 2009, σ. 72-73.
11 Δημητρίου Χρ. Καπάδοχου, Ναοί και Μοναστήρια Κερκύρας – Παξών & Οθωνών στα μέσα του ΙΗ΄ αιώνα, Αθήνα 1994, σ. 108-110.
12 Χρυσικόπουλος Χρ. Μιχάλης, Μοναστηριώτης Κωνσταντίνος…, ό. π., σ. 147 .
13 Για την οικογένεια Κουλούρη ή Culuri, όπως εμφανίζεται στο Archivio di Stato di Venezia, Collegio-Risposte di Fuori (Φ.332), υπάρχει αναφορά ήδη από το έτος 1502 (στου Γεωργίου Σ. Πλουμίδη, Αιτήματα και πραγματικότητες των Ελλήνων της βενετοκρατίας (1554-1600), Δημοσιεύματα αρ. 1 Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Φιλοσοφική Σχολή Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Ιωάννινα 1985, τ. 1, σ. 47.
14 Βλ. σχετ. Αθανασίου Χ. Τσίτσα, «Πίνακας των ιερέων της υπαίθρου Κερκύρας (1641)», Περί Ιστορίας, 1(1996), σ. 58.
15 Χαρίλαος Β. Κόλλας, Χώρος και πληθυσμός της Κέρκυρας του 17ου αιώνα, Κέρκυρα 1988, σ. 123.
16 Φαίδωνος Κουκουλέ, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1952, τ. Β΄, σ. 228.
17 Σύμφωνα με ανακοίνωση του γράφοντος, υπό τον τίτλο Το Θέμα Κεφαλληνίας και η Κέρκυρα κατά τον 10ο αιώνα, στο 10ο Πανιόνιο Συνέδριο, Κέρκυρα 2014 (υπό έκδοση τα πρακτικά).
18 Χαρίλαος Β. Κόλλας, Χώρος και πληθυσμός…, ό. π., σ. 123, «Ο ναός της Υ. Θεοτόκου στο Μεσοχώρι του χωριού Άγιοι Θεόδωροι <Λευκίμμης>, όπως φαίνεται από αντίγραφο προικοσυμφώνου της 11-05-1552, είχε περιληφθεί μεταξύ των προικώων που έλαβε ο ιερέας Δημήτριος Μοναστηριώτης για λογαριασμό του γιου του Μάρκου από τον ιερέα Αναστάσιο Γαρδικιώτη…» (Σπύρος Χρ. Καρύδης, Ορθόδοξες αδελφότητες…, ό. π., σ. 94, υποσ. 34).
19 M. Vasmer, Die Slaven in Griechenland, Λειψία 19702, αρ. 58, σ. 26 και αρ. 23, σ. 88 και Fr. Von Miklosich, Lexikon Palaeoslovenico - GraecoLatinum, Βιέννη 1862-1865 (ανάτ. Αalen 1977), σ. 141 σε Δημήτριος Κ. Αγορίτσας – Ηλίας Αθ. Γιαρένης, «Ζητήματα σχετικά με την επισκοπή Γαρδικίου κατά την Βυζαντινή περίοδο», Ανάτυπο από τα Τρικαλινά, 23(2003), σ. 197.
20 Βλ. σχετ. Σεβαστιανού Νικοκάβουρα, Ακολουθίαι των Αγίων Ιάσωνος και Σωσιπάτρου, της Παρθενομάρτυρος Κερκύρας της βασιλίδος, του Αγίου Αρσενίου μητροπολίτου Κερκύρας κλπ, Κέρκυρα 1909, Σπυρίδωνος Παπαγεώργιου, Περί του Αγίου Αρσενίου Μητροπολίτου Κερκύρας (876-953), Κέρκυρα 1872 και Μεθοδίου Κοντοστάνου, Ο αρχιεπίσκοπος Κερκύρας Αρσένιος, Αθήνα 1923.
21 Δεκαρχία: Ενότητα φορολογικής φύσεως με εσωτερική οργάνωση. Βλ. σχετ. Σπ. Ασωνίτη, «Οι Δεκαρχίες της Κέρκυρας (Πρόδρομη ανακοίνωση)», Πρακτικά του ΙΒ΄ Πανελληνίου Ιστορικού Συνεδρίου (Μάιος 1991), Θεσσαλονίκη 1992, σ. 89-114.
22 Πρακτορία Μέσης: Ένα από τα τέσσερα διοικητικά-φορολογικά διαμερίσματα της Κέρκυρας επί κυριαρχίας Ανδηγαυών (Λευκίμμης, Μέσης, Όρους και Γύρου) (Ιωάννου Ρωμανού, «Ανδηγαυϊκόν Δίπλωμα του Ταραντίνου ηγεμόνος Φιλίππου του Β΄ περιέχον μετάφρασιν χρυσοβούλου Μιχαήλ του Β΄ Δεσπότου της Ηπείρου», Κερκυραϊκά Χρονικά, 7(1959) «Ιωάννου Ρωμανού ιστορικά έργα», σ. 104.
23 Σπυρίδωνος Χρ. Καρύδη, «Αντίγραφα νοταριακών πράξεων του 15ου αι. στα κατάστιχα του κερκυραίου νοταρίου ιερέα Σταματίου Κοντομάρη», Παρνασσός, 41(1999), σ. 157-163.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «ΕΙΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΑΙΩΝΙΟΝ...»

ἤ, καθὼς ξημερώνει ἡ πάνσεπτος ἑορτὴ τῶν ὁσίων Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας

Στὸν πολυσέβαστό μου φίλο, τὸν καθηγητή κ. Π. Β. Πάσχο, ποὺ μοῦ γνώρισε τὸν Μωραϊτίδη

Μὲ βαθειὰ συγκίνηση ἀναπολοῦμε, ὅλοι ἐμεῖς ποὺ τιμᾶμε τὸν ἄλλον Ἀλέξανδρον τῆς Σκιάθου, τὸν Μωραϊτίδη, τὴν εὐγενική, φιλόχριστο καὶ φιλομόναχο Μορφὴ τοῦ σεπτοῦ καὶ ἁγίου αὐτοῦ Γέροντος, ποὺ ἀναμφισβήτητα ὑπῆρξε τέκνο ὑπακοῆς καὶ φιλοθέου βιοτῆς. Γιατὶ καθὼς ξημερώνει ἡ ἑορτὴ τῶν ὁσίων Ἀνδρονίκου καὶ τῆς συμβίου αὐτοῦ Ἀθανασίας, ἡ μνήμη εὐλαβικὰ ἀνακαλεῖ τὰ ὄντως ἱεροπρεπῆ πρόσωπα τῶν μοναχῶν Ἀνδρονίκου (κατὰ κόσμον Ἀλεξάνδρου Μωραϊτίδου) καὶ Ἀθανασίας (κατὰ κόσμον Βασιλικὴ Φουλάκη).
Ὅμως ἄς δοῦμε τὰ πράγματα μὲ τὴ σειρά τους.
Στὶς 18 Φεβρουαρίου 1901 νυμφεύεται στὴν Καπνικαρέα ὁ ἐκ Σκιάθου λόγιος καθηγητὴς καὶ δημοσιογράφος, ὁ πολὺς Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, Ἀκαδημαϊκός, τὴν Ἀθηναία, Βασιλικὴ Φουλάκη. Στὸν γάμο αὐτὸν παραβρέθηκε κι ὁ Παπαδιαμαντης.
«Εἰς τὰς ἀγρυπνίας τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου, θὰ μᾶς ἐξηγήσει ὁ Λαυριώτης μοναχὸς καὶ λόγιος ἰατρός, ὁ Σπυρίδων Καμπανάος, φίλος τοῦ Μωραϊτίδη, ἐσύχναζε τακτικώτατα κυρία τις ὀνόματι Βασιλική, γυνὴ εὐλαβεστάτη καὶ σωφρονεστάτη, ἔχουσα ψυχὴν οἷα καὶ μορφήν. Ἡ εὐγένεια τοῦ χαρακτῆρος καὶ ἡ χρηστότης τοῦ θους κατέκτησαν τὴν καρδιὰν τοῦ Μωραϊτίδου, ἀλλὰ καὶ τούτου τὸ ἐπίχαρι, τὸ ἀπαράμιλλον καὶ ἀκαταπόνητον καὶ πλῆρες ζήλου ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῶν ἀρετῶν, κατέκτησαν τὴν καρδίαν ἐκείνης. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ὅμοιον τῷ ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει, συνεφώνησαν συμφωνίαν ἀπίστευτον καὶ μάλιστα εἰς τὴν ἐποχήν μας. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος, συνεχίζει ὁ μ. Σπυρίδων, ὅπως ὑποχρεωμένος εἶναι κάθε καλῆς πίστεως ἐπιστήμων, νὰ διαλαλήσω τὴν ἀλήθειαν, ὅτι συνεφώνησαν νὰ στεφανωθῶσι ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ διέλθωσι τὴν ζωήν των ὡς ἀδελφοί, ἀπέχοντες τῶν συζυγικῶν καθηκόντων...».
Τὸ 1914, μετὰ ἀπὸ δεκαπέντε ἔτη κοινοῦ ὁσιακοῦ βίου, ἡ Βασιλικὴ κείρεται μοναχὴ καὶ λαμβάνει τὸ ὄνομα Ἀθανασία, τὸ ἴδιο δὲ ἔτος ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα καὶ ἐπίγεια, ἀφοῦ ἐν τῶ μεταξὺ ἔχει λάβει καὶ τὸ Μέγα Ἀγγελικὸ Σχῆμα.
Ἀναφέρει σχετικὰ ὁ ὁμόζυγός της Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης σὲ ἐπιστολή του στὴν δόκιμη μοναχὴ Θεοδώρα, τῆς Μονῆς τοῦ Κεχροβουνίου τῆς Τήνου, τὰ ἑξῆς σημαντικά. «Δὲν εἶμαι ἀξία ἔλεγε (ἡ Βασιλικὴ) εἰς τὸν πνευματικόν, τὰς τελευταίας ὥρας. Δὲν εἶμαι ἀξία νὰ λάβω τὸ Ἅγιον Σχῆμα. Ἐγὼ ἐγγυῶμαι, τῆς ἔλεγε, ἡ ζωή σου ἦτο καλογηρική... ἐσὺ τὸ ἔχεις λάβει πρὸ χρόνων». Γιὰ νὰ συνεχίσει ὁ Μωραϊτίδης καὶ νὰ ἐξομολογηθεῖ: «Εἰς τὸ σκαμνάκι ὑπάρχουν τὰ ἴχνη τῶν χειρῶν της ἔνθεν καὶ ἔνθεν ὁποῦ ἐμετάνοιζε. Θὰ τὸ φυλάξω εἰς ἀνάμνησιν καὶ εἰς ἔλεγχον. Ἡ ταπείνωσίς της τὴν κατέστησεν ἀξίαν καὶ ἔλαβε τὰ πάντα τοῦ Ἀγγελικοῦ Σχήματος».
Χρόνια ἀργότερα καὶ συγκεκριμένα τὸ 1929, σὲ ἠλικία 79 ἐτῶν ἀφήνει τὴν Ἀθήνα καὶ μεταβαίνει στὴν πατρίδα του τὴ Σκιάθο. «Εἶχε πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ καλογερεύσει», μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἀνηψιός του καὶ βιογράφος του ὁ Ἰω. Ν. Φραγκούλας. Κι ἔτσι γίνεται. Στὶς 16 Σεπτεμβρίου τοῦ ἴδιου ἔτους, κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς ἁγίας Εὐφημίας, λαμβάνει τὸ Μέγα Ἀγγελικὸ Σχῆμα καὶ μετονομάζεται ἀπὸ Ἀλέξανδρος σὲ Ἀνδρόνικο.
Ἡ κουρά του ἐτελέσθη ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Χαλκίδος καὶ γνωστό του, τὸν Γρηγόριο Πλειαθό, Τήνιο. Ἦταν πολὺ συγκινητικὲς αὐτὲς οἱ στιγμές, ποὺ, εὐτυχῶς, μᾶς τὶς διασώζει ὁ πολὺς Ἰω. Ν. Φραγκούλας. «Τὴν ὥρα ποὺ ὁ Μωραϊτίδης ἀσπαζόταν τὶς εἰκόνες τοῦ τέμπλου, μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἄρχισε νὰ ψάλλει τὸ ἀπολυτίκιο. “Τὴν ἄχραντον εἰκόνα Σου προσκυνοῦμεν ἀγαθέ”. Ὁ δεσπότης ἀμέσως τότε ἔκαμε νόημα στοὺς ψάλτες νὰ σταματήσουν καὶ μέσα σὲ μιὰ ὑποβλητικὴ σιγὴ ἀκούστηκε ἡ σιγανὴ καὶ γλυκειὰ φωνὴ τοῦ Μωραϊτίδη ποὺ κατασυγκίνησε τὸ ἐκκλησίασμα». Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Μωραϊτίδης περιγράφει τὴν τελετὴ τῆς κουρᾶς του σὲ ἐπιστολή του, ἀναφέροντας μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἀκόλουθα. «Σήμερον τῇ 16 7βρίου τοῦ 1829 ἑορτὴν τῆς Ἁγίας Εὐφημίας, ἡμέραν Κυριακήν, εἶχον τὴν μεγαλυτέραν ἑορτὴν τῆς ζωῆς μου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπόθουν ἀπὸ τόσα χρόνια, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ ψυχή μου ἐμελετοῦσε νύκτας καὶ ἡμέρας, τὸ ἀπήλαυσα, τὸ ἀπέκτησα. Τὸ Μέγα καὶ Ἀγγελικὸν Σχῆμα. Δὲν εἶμαι πλέον ὁ Διδάσκαλος Ἀλέξανδρος, ὁ πρεσβύτης, ὁ πολυάσχολος μὲ τὰς μερίμνας τοῦ κόσμου. Εἶμαι ὁ μοναχὸς Ἀνδρόνικος, λαβὼν τὸ Ἀγγελικὸν Σχῆμα ἀπὸ τὸν γλυκύτατον καὶ ἀηδονόστομον Μητροπολίτην Χαλκίδος σεβασμιώτατον Γρηγόριον εἰς μίαν πανέκλαμπρον λειτουργίαν τελεσθεῖσαν ἐν τῇ Μητροπόλει Σκιάθου ὑπὸ τὴν πανευφρόσυνον χαρὰν τοῦ κείραντός με καὶ τὴν εὐφροσύνην τῶν καλῶν καὶ ἀγαπώντων με συμπολιτῶν μου, ἐν τῶ Ναῷ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν μὲ τὸν ὁποῖον μὲ συνδέουσι ἀναμνήσεις παιδικῶν χρόνων».
Ὁ νεὸς μοναχὸς γράφτηκε στὸ μοναχολόγιο τῆς Μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς πατρίδας του Σκιάθου. Ἐπρόκειτο δὲ νὰ μονάσει στὸ κάθισμα καὶ μετόχιο τῆς ὡς ἄνω μονῆς, τὸν Ἅγιο Χαράλαμπο. Μάλιστα ἐπισκεύασε καὶ τὰ κελλιά, ὅπου θὰ ἔμενε. Ὅμως στὶς 9 Ὀκτωβρίου ἀσθένησε καὶ στὶς 25 τοῦ ἰδιου μήνα ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὰ ἐπίγεια.
Σαράντα ἡμέρες ἀπὸ τὴν κουρά του καὶ συγκεκριμένα στὸν ἴδιο ναό, τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ψάλλεται ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία του, κλείνοντας ἔτσι ἕναν κύκλο συγκινητικὸ μέν, ἀλλὰ προπάντων ἱεροπρεπῆ καὶ καθοσιωμένο. 
Ἀνάβοντας ἕνα κερὶ στὴ μνήμη τῶν ὁσιακῶν αὐτῶν Μορφῶν ταπεινὰ εὐχόμαστε: «Ἀνδρονίκου καὶ Ἀθανασίας τῶν μοναχῶν, αἰωνία ἡ μνήμη».

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΑ

ποὺ τὰ ξαναζοῦμε μέσα ἀπὸ παλιὲς φωτογραφίες...
Τοῦ καλοῦ καὶ ἔντιμου φίλου, τοῦ Γιατροῦ Κων. Σπ. Τσιώλη, ποὺ τὸν συγκινοῦν οἱ παλιὲς φωτογραφίες


Εἶναι βέβαιο πιὰ ὅτι ἡ κάθε φωτογραφία διασώζει μιὰ στιγμὴ τοῦ βίου μας. Κρυσταλλωμένη στιγμὴ, ποὺ μᾶς βεβαιώνει ὅτι ζήσαμε αὐτὰ ποὺ βλέπουμε στὸ τυπωμένο χαρτί, αὐτὰ ποὺ χαρήκαμε καὶ μετὰ τὰ ἀφήσαμε νὰ μαραθοῦν. Ὅπως τὰ φρεσκοκομμένα ἄνθη, μὲ τὴ δροσιὰ ἐπάνω τους ἀκόμα, ποὺ στολίζουν τὸ σπίτι γιὰ λίγο κι ὕστερα καταλήγουν στὸ χῶμα. Μόνο ποὺ οἱ φωτογραφίες καταλήγουν, οἱ περισσότερες τουλάχιστον, σὲ συλλογές. Τὰ λεγόμενα ξενιστὶ «ἄλμπουμ».
Στιγμὲς τοῦ χτές, λοιπόν, ἀνοίγουν αὐτὲς οἱ νοσταλγικὲς εἰκόνες μπροστά μας. Καὶ μᾶς προσκαλοῦν νὰ θυμηθοῦμε τὰ παλιὰ φθινόπωρα στὸ χωριό μας, τὸ Κλῆμα, νὰ μᾶς καλοῦν καὶ νὰ μᾶς τονίζουν ἕν πράγμα: Αὐτὸ ποὺ προφητικὰ ἔγραψε ὁ Ἐλύτης στὸ περιούσιο «Ἄξιον Ἐστί».
« Τῆς Δικαιοσύνης λιε νοητὲ καὶ Μυρσίνη ἐσὺ δοξαστική...
Μὴ λησμονᾶτε τὴ χώρα μου».
Κι ἐσεῖς, ἀδελφοὶ Κληματιανοί, τὸ παλιό μας τὸ χωριό, τὸ σήμερα ὀνομαζόμενο Παλιὸ Κλῆμα.

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΡΩΣΥΝΗΣ ΣΟΥ, ΜΝΗΣΘΕΙΗ ΚΥΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ...»

(Ταπεινὸς εὐχετήριος λόγος γιὰ τὰ εἰκοσιπεντάχρονα τῆς Ἀρχιερωσύνης τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σεβαστείας κυρίου Δημητρίου)

Μὲ συγκίνηση γράφονται αὐτὲς οἱ λέξεις, ποὺ πασχίζουν νὰ γίνουν εὐχετήριος κατάθεση στὸ τίμιο Πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Σεβαστείας κυρίου Δημητρίου Κομματᾶ. Γιατὶ ἡ κάθε ἐπέτειος καὶ δὴ ἡ ἐπέτειος μιᾶς εἰκοσιπενταετίας -ἑνὸς τετάρτου δηλ. τοῦ αἰῶνα- εἶναι σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ μιὰ ἀφορμή: Ἀφορμὴ Μνήμης πρωτίστως καὶ κατὰ δεύτερο λόγο ἀφορμὴ ἐπανεξέτασης τοῦ εροῦ δρομολογίου ποὺ ἄρχισε στὶς δύο Ὀκτωβρίου τοῦ σωτηρίου ἔτους 1990. Ἑόρτιο ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία τιμῶνται οἱ Ἅγιοι Κυπριανὸς καὶ Ἰουστίνη, οἱ μάρτυρες, ἀλλὰ καὶ παραλλήλως φίλοι τοῦ Νυμφίου. Γιατὶ τὴν πάντερπνο ἐκείνη ἡμέρα ἡ Σεπτὴ Σύνοδος τοῦ Οίκουμενικοῦ Θρόνου ἐξέλεξε τὸν Μ. Ἀρχιδιάκονο τῆς Μ. τ. Χ. Ἐκκλησίας, Ἐπίσκοπον καὶ Ποιμενάρχην τῆς θεοσώστου Μητροπόλεως Σεβαστείας. Κι ὅταν τὴν τετάρτην Νοεμβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους στὸν ἱστορικὸ Ναὸ τῶν τοῦ Χριστοῦ πενήτων, στὸν Ἅγιο Γεώργιο τοῦ ἀρχοντικοῦ Φαναρίου στὴν πολυαρχιερατικὴ Θ. Λειτουργία, κατὰ τὴν ὁποία προῒστατο ὁ μακαριστὸς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Δημήτριος, συνειδητὰ καὶ μὲ ἄφατο συγκίνηση ἀπευθυνόμενος στὸν ἐψηφισμένο Ἱερὰρχη τοῦ Θρόνου Δημήτριο Κομματᾶ, τὸν ἀπὸ Μ. Ἀρχιδιακόνων καὶ παράλληλα εὐχόταν τό, «Ἡ Χάρις τοῦ παναγίου καὶ ζωοποιοῦ Πνεύματος, διὰ τῆς ἡμῶν ταπεινότητος, προχειρίζεταί σε Μητροπολίτην τῆς γιωτάτης Μητροπόλεως Σεβαστείας», ἕνα ρῖγος ἀσφαλῶς διαπέρασε Κλῆρο καὶ Λαό. Ρῖγος μεταφυσικό, γιατὶ ἐκείνη τὴν κορυφαία στιγμὴ ἕνας νέος Ἀρχιερεὺς τῆς Μεγαλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας ἑτοιμαζόταν νὰ ἄρῃ τὸν Σταυρὸν μιᾶς ἀπὸ τὶς «ἰδού, ζῶσες»( βλ. Β΄ Κορ.6, 1 ) Ἐπαρχίες τοῦ Οικουμενικοῦ Θρόνου, μυριάδες φωνὲς Ἁγίων τῶν κάτωθεν τοῦ Θυσιαστηρίου καὶ τοῦ Θρόνου τῆς Μεγαλωσύνης του (πρβλ. Ἀποκ. 6,9), οἱ ψυχὲς τῶν ἀπὸ συστάσεώς της τῆς Ἁγιωτάτης Μητροπολεως Σεβαστείας Ἀρχιερέων, ἱερέων, ἱερομονάχων, ἱεροδιακόνων, μοναχῶν, ἱεροψαλτῶν, ἐπιτρόπων, ἐνοριτῶν, μὲ μιὰ λαμπάδα ἀναμμένη στὰ πάνσεπτα χέρια τους, εὔχονταν. Εὔχονταν, ναὶ, τὶ ἄλλο, παρὰ αὐτὸ ποὺ ὅλοι μας δι᾿ ἑνὸς στόματος καὶ μιᾶς καρδίας κετεύουμε: «Τῆς Ἀρχιερωσύνης Σου, μνησθείη Κύριος ὁ Θεός».
Εἰκοσιπέντε χρόνια, λοιπόν... Μὲ βηματισμοὺς ἐν σχοινοβασίᾳ καὶ διακινδυνεύσει, ἀλλὰ καὶ παραλλήλως ἕνα σεργιάνισμα στὸν κῆπο μιᾶς νοητῆς Ἐδὲμ ποὺ τὴν ἐπισκέπτεται καθημερινὰ ὁ Θεός: Τὴν Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, τὴν Μητέρα Ἐκκλησία, ὅπου οἱ ἀφιερωμένοι νυχθημερὸν εὔχονται ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς. Τὸν Οἰκουμενικὸ Θρόνο τῆς Κωνσταντίνου Πόλεως, ποὺ ὁ ἐν λόγῳ Ἱεράρχης διακονεῖ «ἐκ νεότητός» του, μὲ ὑπακοὴ, φιλοτιμία καὶ θυσιαστικὸν φρόνημα. Καὶ τὸ ἔχει ἀποδείξει περιτράνως ὀ Ἐπίσκοπος Δημήτριος, «ἀφιερωμένος» (Σεβ. Πέργης Εὐάγγελος) ὤν στὴν «σκηνίτιδα Ἐκκλησίαν» (Οἰκ. Πατριάρχης Δημήτριος), ποὺ διακρατεῖ τὴν Πανίερον Σφραγίδα Δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου ἐν Τριάδι Θεοῦ.
Κυκλοῦντες τὸν Θρόνον τὸν Ἀρχιερατικὸν τῆς ἀρχαίας καὶ Θεοσώστου Μητροπολεως Σεβαστείας τὴν ἑόρτιο αὐτὴν ἡμέραν τῆς εἰκοσιπενταετοῦς σταυροαναστασίμου Διακονίας τοῦ ἀπὸ Μ. Ἀρχιδιακόνων Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου Αὐτῆς Δημητρίου υἱοῦ ἀξίου τῆς Ζωῆς καὶ τοῦ Κωνσταντίνου Κομματᾶ, ἐν ἀγαλλιάσει βοῶμεν: Εἴησαν πολλά, σῶα καὶ ἔντιμα τὰ ἔτη τῆς Ἀρχιερατείας Σας, Σεβασμιώτατε!
               Σκόπελος, 2-10 -2015  

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015

Η Ελλάδα του φωτός

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Του π. Παναγιώτη Καποδίστρια
[Έργο Χρυσούλας Σκεπετζή]

ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ήλιε νοητέ * και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη * λησμονάτε τη χώρα μου!

Μ’ αυτούς τους στίχους ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης ζητούσε βοήθεια για την Ελλάδα, όταν οι καιροί ήταν δύσκολοι και η Ελλάδα ήταν στα «στενά». Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα ξαναείναι στα «στενά». Αλλά πρέπει να ζήσει και θα ζήσει. Είναι η χώρα που γέννησε το φως, το οποίο εκτός του ότι διαδίδεται δια του κενού διαδίδεται και δια του πολιτισμού, για να μην πω πως ταυτίζεται μαζί του.
Αυτές τις μέρες, λοιπόν, είχα την τύχη να παρευρεθώ σε τρεις ενημερώσεις από μεγάλους φορείς του πολιτισμού μας. Η πρώτη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπου ανακοινώθηκε το πρόγραμμα της αμέσως προσεχούς περιόδου. Η δεύτερη στο Χίλτον, όπου ανακοινώθηκε το πρόγραμμα της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών μέχρι το καλοκαίρι. Η τρίτη στην Εθνική Λυρική Σκηνή, Θέατρο Ολύμπια αλλιώς, όπου, επίσης, ανακοινώθηκε το Πρόγραμμα όλης της περιόδου.
Βεβαίως είναι γνωστός ο πρόλογος του κάθε διευθυντή των προαναφερθέντων ογκολίθων του πολιτισμού μας και μόνιμη επωδός. Η οικονομική κρίση. Με τις συνέπειές της κοιμούνται και ξυπνούν οι ιθύνοντες. Το Μέγαρο περίμενε μια υπογραφή που θα του εξασφάλιζε ηρεμία, αλλά η κανονική κυβέρνηση δεν πρόλαβε, η υπηρεσιακή δεν είχε αρμοδιότητα και η τρέχουσα ΠΡΕΠΕΙ να το διευθετήσει. Αλλιώς τα πράγματα είναι δύσκολα. Το Μέγαρο ανακοίνωσε το Πρόγραμμα των εκδηλώσεών του μέχρι τα Χριστούγεννα. Μέχρι τότε αντέχει. Αν «πέσει» θα συμπαρασύρει την Κρατική, η οποία στεγάζεται στο Μέγαρο, και ας έχει ανακοινώσει το Πρόγραμμά της μέχρι το καλοκαίρι, διότι διακατέχεται από «Αισιοδοξία και χιούμορ», παρά το ότι από την Ορχήστρα κάθε χρόνο αποχωρούν μέλη λόγω συνταξιοδότησης και δεν αντικαθίστανται με νέα. Η επιλογή των νέων στελεχών έχει γίνει μεν, δεν προσλαμβάνονται νέοι δε. Δη δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστί γενέσθαι των δεόντων έλεγε ο Αθηναίος ρήτορας Δημοσθένης, δείχνοντάς μας από πότε είχε αρχίσει η κρίση.
Και βέβαια σε ώρες κρίσης οικονομικής αυτό που «περισσεύει» είναι ο πολιτισμός. Εκεί θα κόψει το νυστέρι του οικονομικού χειρουργού. Και πονάει πάρα πολύ. Έτσι, ασυμβίβαστοι με μια μοίρα που δεν μας ανήκει, θα αναφωνήσουμε κι εμείς:
Salut! Divinités par la rose et le sel
Et les premiers jouets de la jeune lumière…
(Paul Valéry, La jeune parque)

Είναι ο Βαλερύ, λες, με προσωπείο αρχαίου τραγωδού που επικαλείται: Βοήθεια θεοί για το ρόδο και το αλάτι, και τις πρώτες χαρές από το νεαρό φως. Και, να ’το νεαρό φως που ποτέ δεν γερνάει.

Ο τρίτος πολιτισμικός μας φορέας η ΕΛΣ μας ενημέρωσε, επίσης, για το Πρόγραμμά της, μέχρι το καλοκαίρι, που και εκεί το νυστέρι έχει μπει βαθιά, όμως σε βάθος χρόνου, όχι πολύ μακριά, με ισχυρό χορηγό και προστάτη, θα επιβιώσει και θα αναβαθμιστεί. Και επειδή για τη Λυρική Σκηνή πρόκειται, η σκέψη μου δανείζεται μια μουσική φράση από τον Ναμπούκο του Βέρντι «Va pensiero». Πού «Va» όμως;

Σκέφτομαι καμιά φορά αυτό που ο λαός λέει μοίρα και οι ορθολογιστές σύμπτωση. Η «πετάμενη» σκέψη μου κοιτάζει από ψηλά και τραγουδά:
Oh mia Patria sì bella e perduta!

Όμως, «no perduta». Όχι δεν υπογράφω, καθώς έλεγε κι εκείνος ο Ζορμπάς του Καζαντζάκη. Τι όμως ήταν εκείνο που με έκανε να μη θέλω να υπογράψω; Όπως είπα η σκέψη μου πέταξε και είδε από ψηλά μια νοητή γραμμή ή φλέβα, ξεκινημένη από τότε που γεννήθηκε ο κόσμος, που ήταν ποτάμι κι έπειτα έγινε δρόμος και την είπαν λεωφόρο Συγγρού.

Αυτή η λεωφόρος αρχίζει, βέβαια, από τη Καλλιρρόη. Πάντως η προέκτασή της προς τα πάνω φτάνει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και πιο πάνω φτάνει στη δροσερή Κηφισιά και στα αετόμορφα βουνά της Αττικής, όπου και τα θεμέλιά μας, καθώς λέει ο ποιητής. Με αφετηρία το Μέγαρο, όμως, κατεβαίνοντας την Βασιλίσσης Σοφίας, αμέσως μετά το Χίλτον είναι η Εθνική Πινακοθήκη, πιο κάτω δεξιά είναι το Ωδείο Αθηνών, πιο κάτω αριστερά είναι το Καλλιμάρμαρο, απέναντι το Φωκιανό και από πίσω το Ζάππειο. Πιο κάτω αριστερά ο Άη-Σώστης, «σώσον Κύριε, τον λαόν σου» και πιο κάτω, είμαστε κανονικά στην λεωφόρου Συγγρού, ο μέγας ευεργέτης Αριστοτέλης Ωνάσης εις διπλούν. Ήτοι σχεδόν αντικριστά, δεξιά το Ωνάσειο καρδιολογικό και αριστερά η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Λίαν προσεχώς ο άλλος μέγας ευεργέτης Σταύρος Νιάρχος, που έχει ρίξει στο Φαληρικό Δέλτα τα νέα θεμέλια της Λυρικής και όχι μόνο, θα αποκαλύψει άλλο ένα θαύμα.

Ο Αριστοτέλης από εδώ και ο Σταύρος από εκεί, πάντα ο ένας απέναντι στον άλλο. Ο ανταγωνισμός τους εν ζωή συνεχίζεται εν πολιτισμώ. Να είναι καλά εκεί που είναι. Άλλωστε δεν έχουν πια χρεία χρημάτων. Εδώ όμως τα χρήματα μπορούν να κάνουν θαύματα. Και λίγο πιο κάτω η θάλασσα του Φαλήρου. Κι έρχομαι τώρα στο πού πέταξε η σκέψη μου.

Ο πρώτος χρονολογικά βραβευμένος ποιητής της Ελλάδας με Νόμπελ είναι ο Γιώργος Σεφέρης. Σε τρία τουλάχιστον ποιήματα μνημονεύει τη λεωφόρο Συγγρού. Το ένα με τίτλο «Λεωφόρος Συγγρού, 1930» τελειώνει με τους στίχους: «Σπάσε το νήμα της Αριάδνης και να! / Το γαλάζιο κορμί της γοργόνας». Το άλλο έχει τίτλο «Ένας λόγος για το καλοκαίρι». Από αυτό το ποίημα απομονώνω τους στίχους: «Κι όμως αγάπησα κάποτε τη λεωφόρο Συγγρού / το διπλό λίκνισμα του μεγάλου δρόμου / που μας άφηνε θαυματουργά στη θάλασσα / την παντοτινή για να μας πλύνει από τις αμαρτίες». Και το τρίτο είναι η «Λεωφόρος Συγγρού, Β΄». Γι αυτή «λεωφόρο Συγγρού την πλατιά και μυστική» αναρωτιέται ο ποιητής «Δεν ξέρω πότε ο δρόμος μας θα ξυπνήσει». Αυτά στα 1935. Πέρασαν ογδόντα χρόνια. Ο ποιητής δεν είδε την εξέλιξη των ελληνικών πραγμάτων. Όμως, ο δρόμος εξακολουθεί να οδηγεί στη θάλασσα και τα πλευρά του να ελίσσονται ανάμεσα στα χορηγικά μνημεία που σημαίνουν, προδηλώνουν, στέλνουν σήματα ελπίδας μέσα από τα μάρμαρά τους που λάμπουν στον ήλιο. Και πιο κάτω κυματίζει το γαλάζιο κορμί της γοργόνας. Της Ελλάδας που συνεχώς αναζητά και ποτέ δεν παραιτείται από τον Μέγα Αλέξανδρό της. Είτε είναι αυτός ο Ελληνισμός είτε η Ελευθερία είτε ο πολιτισμός είτε… Η Μελίνα κάποτε είπε πως ο πολιτισμός μας είναι η βαριά βιομηχανία μας. Δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Ο δρόμος, δηλαδή, δείχνει την πορεία, το ταξίδι, το πνεύμα, το στόχο που είναι η απέραντη θάλασσα και που δεν μπορεί κανείς να την εξαντλήσει, μπορεί όμως να την αρμενίσει με το λόγο και την Τέχνη.

Όταν ο «οροφουργός», Μιχαήλ Άγγελος, σήκωσε το βλέμμα του στην Καπέλα Σιξτίνα τον άγγιξε ο Θεός· έτσι πρέπει να έγινε και «απέδωσε τέτοιο Άγγιγμα» 1 που ζωντάνεψε τον πεσμένο άνδρα. Κι εμείς τώρα, κοινοί θνητοί, πεσμένοι, που τη χάρη εκείνου δεν έχουμε, παρακαλούμε: στείλε Θεέ μου «ερωδιό Αστροφόρο» στην Ελλάδα μας να «καναρινίσει»2 το νέο Σου «Άγγιγμα»!

--------------------------------------------------------------
1 Βλ. Παναγιώτης Καποδίστριας, Ανακαλυπτήρια, «Quo Vadis?».

2 Ό.π. «Παροδικό», σελ. 9. 
Related Posts with Thumbnails