© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015

Η Ελλάδα του φωτός

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Του π. Παναγιώτη Καποδίστρια
[Έργο Χρυσούλας Σκεπετζή]

ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ήλιε νοητέ * και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη * λησμονάτε τη χώρα μου!

Μ’ αυτούς τους στίχους ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης ζητούσε βοήθεια για την Ελλάδα, όταν οι καιροί ήταν δύσκολοι και η Ελλάδα ήταν στα «στενά». Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα ξαναείναι στα «στενά». Αλλά πρέπει να ζήσει και θα ζήσει. Είναι η χώρα που γέννησε το φως, το οποίο εκτός του ότι διαδίδεται δια του κενού διαδίδεται και δια του πολιτισμού, για να μην πω πως ταυτίζεται μαζί του.
Αυτές τις μέρες, λοιπόν, είχα την τύχη να παρευρεθώ σε τρεις ενημερώσεις από μεγάλους φορείς του πολιτισμού μας. Η πρώτη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπου ανακοινώθηκε το πρόγραμμα της αμέσως προσεχούς περιόδου. Η δεύτερη στο Χίλτον, όπου ανακοινώθηκε το πρόγραμμα της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών μέχρι το καλοκαίρι. Η τρίτη στην Εθνική Λυρική Σκηνή, Θέατρο Ολύμπια αλλιώς, όπου, επίσης, ανακοινώθηκε το Πρόγραμμα όλης της περιόδου.
Βεβαίως είναι γνωστός ο πρόλογος του κάθε διευθυντή των προαναφερθέντων ογκολίθων του πολιτισμού μας και μόνιμη επωδός. Η οικονομική κρίση. Με τις συνέπειές της κοιμούνται και ξυπνούν οι ιθύνοντες. Το Μέγαρο περίμενε μια υπογραφή που θα του εξασφάλιζε ηρεμία, αλλά η κανονική κυβέρνηση δεν πρόλαβε, η υπηρεσιακή δεν είχε αρμοδιότητα και η τρέχουσα ΠΡΕΠΕΙ να το διευθετήσει. Αλλιώς τα πράγματα είναι δύσκολα. Το Μέγαρο ανακοίνωσε το Πρόγραμμα των εκδηλώσεών του μέχρι τα Χριστούγεννα. Μέχρι τότε αντέχει. Αν «πέσει» θα συμπαρασύρει την Κρατική, η οποία στεγάζεται στο Μέγαρο, και ας έχει ανακοινώσει το Πρόγραμμά της μέχρι το καλοκαίρι, διότι διακατέχεται από «Αισιοδοξία και χιούμορ», παρά το ότι από την Ορχήστρα κάθε χρόνο αποχωρούν μέλη λόγω συνταξιοδότησης και δεν αντικαθίστανται με νέα. Η επιλογή των νέων στελεχών έχει γίνει μεν, δεν προσλαμβάνονται νέοι δε. Δη δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστί γενέσθαι των δεόντων έλεγε ο Αθηναίος ρήτορας Δημοσθένης, δείχνοντάς μας από πότε είχε αρχίσει η κρίση.
Και βέβαια σε ώρες κρίσης οικονομικής αυτό που «περισσεύει» είναι ο πολιτισμός. Εκεί θα κόψει το νυστέρι του οικονομικού χειρουργού. Και πονάει πάρα πολύ. Έτσι, ασυμβίβαστοι με μια μοίρα που δεν μας ανήκει, θα αναφωνήσουμε κι εμείς:
Salut! Divinités par la rose et le sel
Et les premiers jouets de la jeune lumière…
(Paul Valéry, La jeune parque)

Είναι ο Βαλερύ, λες, με προσωπείο αρχαίου τραγωδού που επικαλείται: Βοήθεια θεοί για το ρόδο και το αλάτι, και τις πρώτες χαρές από το νεαρό φως. Και, να ’το νεαρό φως που ποτέ δεν γερνάει.

Ο τρίτος πολιτισμικός μας φορέας η ΕΛΣ μας ενημέρωσε, επίσης, για το Πρόγραμμά της, μέχρι το καλοκαίρι, που και εκεί το νυστέρι έχει μπει βαθιά, όμως σε βάθος χρόνου, όχι πολύ μακριά, με ισχυρό χορηγό και προστάτη, θα επιβιώσει και θα αναβαθμιστεί. Και επειδή για τη Λυρική Σκηνή πρόκειται, η σκέψη μου δανείζεται μια μουσική φράση από τον Ναμπούκο του Βέρντι «Va pensiero». Πού «Va» όμως;

Σκέφτομαι καμιά φορά αυτό που ο λαός λέει μοίρα και οι ορθολογιστές σύμπτωση. Η «πετάμενη» σκέψη μου κοιτάζει από ψηλά και τραγουδά:
Oh mia Patria sì bella e perduta!

Όμως, «no perduta». Όχι δεν υπογράφω, καθώς έλεγε κι εκείνος ο Ζορμπάς του Καζαντζάκη. Τι όμως ήταν εκείνο που με έκανε να μη θέλω να υπογράψω; Όπως είπα η σκέψη μου πέταξε και είδε από ψηλά μια νοητή γραμμή ή φλέβα, ξεκινημένη από τότε που γεννήθηκε ο κόσμος, που ήταν ποτάμι κι έπειτα έγινε δρόμος και την είπαν λεωφόρο Συγγρού.

Αυτή η λεωφόρος αρχίζει, βέβαια, από τη Καλλιρρόη. Πάντως η προέκτασή της προς τα πάνω φτάνει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και πιο πάνω φτάνει στη δροσερή Κηφισιά και στα αετόμορφα βουνά της Αττικής, όπου και τα θεμέλιά μας, καθώς λέει ο ποιητής. Με αφετηρία το Μέγαρο, όμως, κατεβαίνοντας την Βασιλίσσης Σοφίας, αμέσως μετά το Χίλτον είναι η Εθνική Πινακοθήκη, πιο κάτω δεξιά είναι το Ωδείο Αθηνών, πιο κάτω αριστερά είναι το Καλλιμάρμαρο, απέναντι το Φωκιανό και από πίσω το Ζάππειο. Πιο κάτω αριστερά ο Άη-Σώστης, «σώσον Κύριε, τον λαόν σου» και πιο κάτω, είμαστε κανονικά στην λεωφόρου Συγγρού, ο μέγας ευεργέτης Αριστοτέλης Ωνάσης εις διπλούν. Ήτοι σχεδόν αντικριστά, δεξιά το Ωνάσειο καρδιολογικό και αριστερά η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Λίαν προσεχώς ο άλλος μέγας ευεργέτης Σταύρος Νιάρχος, που έχει ρίξει στο Φαληρικό Δέλτα τα νέα θεμέλια της Λυρικής και όχι μόνο, θα αποκαλύψει άλλο ένα θαύμα.

Ο Αριστοτέλης από εδώ και ο Σταύρος από εκεί, πάντα ο ένας απέναντι στον άλλο. Ο ανταγωνισμός τους εν ζωή συνεχίζεται εν πολιτισμώ. Να είναι καλά εκεί που είναι. Άλλωστε δεν έχουν πια χρεία χρημάτων. Εδώ όμως τα χρήματα μπορούν να κάνουν θαύματα. Και λίγο πιο κάτω η θάλασσα του Φαλήρου. Κι έρχομαι τώρα στο πού πέταξε η σκέψη μου.

Ο πρώτος χρονολογικά βραβευμένος ποιητής της Ελλάδας με Νόμπελ είναι ο Γιώργος Σεφέρης. Σε τρία τουλάχιστον ποιήματα μνημονεύει τη λεωφόρο Συγγρού. Το ένα με τίτλο «Λεωφόρος Συγγρού, 1930» τελειώνει με τους στίχους: «Σπάσε το νήμα της Αριάδνης και να! / Το γαλάζιο κορμί της γοργόνας». Το άλλο έχει τίτλο «Ένας λόγος για το καλοκαίρι». Από αυτό το ποίημα απομονώνω τους στίχους: «Κι όμως αγάπησα κάποτε τη λεωφόρο Συγγρού / το διπλό λίκνισμα του μεγάλου δρόμου / που μας άφηνε θαυματουργά στη θάλασσα / την παντοτινή για να μας πλύνει από τις αμαρτίες». Και το τρίτο είναι η «Λεωφόρος Συγγρού, Β΄». Γι αυτή «λεωφόρο Συγγρού την πλατιά και μυστική» αναρωτιέται ο ποιητής «Δεν ξέρω πότε ο δρόμος μας θα ξυπνήσει». Αυτά στα 1935. Πέρασαν ογδόντα χρόνια. Ο ποιητής δεν είδε την εξέλιξη των ελληνικών πραγμάτων. Όμως, ο δρόμος εξακολουθεί να οδηγεί στη θάλασσα και τα πλευρά του να ελίσσονται ανάμεσα στα χορηγικά μνημεία που σημαίνουν, προδηλώνουν, στέλνουν σήματα ελπίδας μέσα από τα μάρμαρά τους που λάμπουν στον ήλιο. Και πιο κάτω κυματίζει το γαλάζιο κορμί της γοργόνας. Της Ελλάδας που συνεχώς αναζητά και ποτέ δεν παραιτείται από τον Μέγα Αλέξανδρό της. Είτε είναι αυτός ο Ελληνισμός είτε η Ελευθερία είτε ο πολιτισμός είτε… Η Μελίνα κάποτε είπε πως ο πολιτισμός μας είναι η βαριά βιομηχανία μας. Δεν πρέπει να το ξεχνάμε. Ο δρόμος, δηλαδή, δείχνει την πορεία, το ταξίδι, το πνεύμα, το στόχο που είναι η απέραντη θάλασσα και που δεν μπορεί κανείς να την εξαντλήσει, μπορεί όμως να την αρμενίσει με το λόγο και την Τέχνη.

Όταν ο «οροφουργός», Μιχαήλ Άγγελος, σήκωσε το βλέμμα του στην Καπέλα Σιξτίνα τον άγγιξε ο Θεός· έτσι πρέπει να έγινε και «απέδωσε τέτοιο Άγγιγμα» 1 που ζωντάνεψε τον πεσμένο άνδρα. Κι εμείς τώρα, κοινοί θνητοί, πεσμένοι, που τη χάρη εκείνου δεν έχουμε, παρακαλούμε: στείλε Θεέ μου «ερωδιό Αστροφόρο» στην Ελλάδα μας να «καναρινίσει»2 το νέο Σου «Άγγιγμα»!

--------------------------------------------------------------
1 Βλ. Παναγιώτης Καποδίστριας, Ανακαλυπτήρια, «Quo Vadis?».

2 Ό.π. «Παροδικό», σελ. 9. 

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

Στέλιου Τζερμπίνου: ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗ ΖΑΚΥΝΘΟΥ. Ένας Θεσμός, μια Ιστορία, ένα Θεώρημα

Ομιλία κατά την 2η εκδήλωση του ε΄ κύκλου δράσεων του Μορφωτικού Κέντρου Λόγου «Αληθώς»
(Μπανάτο Ζακύνθου, 27 Σεπτεμβρίου 2015)

Η ευγενική πρόσκληση του λογιωτάτου πατρός Παναγιώτη Καποδίστρια, υπεύθυνου του Κέντρου Λόγου “AΛΗΘΩΣ”, με καθιστά σήμερα, πρόθυμο συμμέτοχο στο πολιτιστικό θεώρημα της Φιλαρμονικής Ζακύνθου. Ένα θεώρημα που στην απόδειξή του εξαντλεί τόσο την έννοια του επιθετικού όσο και του ουσιαστικού της προσδιορισμού. Εξηγούμαι:

Η λέξη “Φιλαρμονική” ως αφηρημένη έννοια υποδηλώνει την συναισθηματική μας προσέγγιση στο ιδεώδες της αρμονίας ενώ ως συγκεκριμένη εικόνα προσδιορίζει κυρίως το σύνολο μιας ορχήστρας πνευστών οργάνων (όπως και η δική μας “Φιλαρμονική”), που συνήθως ονομάζουμε “Mπάντα”. Η λέξη αυτή, πριν αποδοθεί σε καθαρώς μουσικά συγκροτήματα, σύμφωνα με τον επτανήσιο ιστορικό της μουσικής Σπύρο Μοτσενίγο, είναι γοτθικής προέλευσης και υποδηλώνει “όμιλο στρατιωτών μουσικών, που με σαλπίσματα από τρομπέτες και “ρολισμούς” από ταμπούρα “ερρύθμιζον το βήμα των στρατιωτών και τους διήγειρον κατά την μάχην”.

Είναι γνωστό ότι στην μετεπεναστατική Ελλάδα - και πολύ νωρίτερα στα Επτάνησα - οι τοπικές ορχήστρες πνευστών οργάνων (οι “Φιλαρμονικές” δηλαδή), αποτέλεσαν πραγματικά φυτώρια πολιτισμικής αναγέννησης μέσα από την οποία αναδείχθηκαν άξιοι δημιουργοί και μουσικές αξίες, που συνετέλεσαν καθοριστικά στην ανάδειξη και την ανάπτυξη Εθνικής Σχολής στη μουσική. Η χρονολογία ίδρυσης της κάθε μιας από της ορχήστρες αυτές, σημειολογεί, συνεπώς κι ένα ιστορικό στίγμα, πάνω στο οποίο, δεν αποτελεί υπερβολή να πει κανείς, ότι ταυτίστηκαν η Μουσική και ο Πολιτισμός.

Έχει επικρατήσει η άποψη ότι η “Φιλαρμονική Ζακύνθου” ανάγει την ίδρυσή της στα 1816. Αυτό δεν είναι υπερβολή. Με μιαν, ωστόσο διευκρίνιση: Αν ως φιλαρμονική ορχήστρα πρέπει να θεωρήσουμε ένα σύνολο πνευστών οργάνων με τους αντίστοιχους μουσικούς εκτελεστές, τότε θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι μια τέτοια ορχήστρα υπήρχε στη Ζάκυνθο τουλάχιστον από το 1756. Το έτος αυτό αναφέρεται ως χρονολογία του γνωστού πίνακα λιτανείας του Αγίου Χαραλάμπη από τον Ζακυνθινό ζωγράφο Ιωάννη Κοράη, στο Μεταβυζαντινό Μουσείο Ζακύνθου, όπου στην ακολουθία των συντελεστών της λιτανείας μεταξύ των άλλων, διαπιστώνουμε και την συμμετοχή ενός ομίλου μουσικών με πνευστά όργανα.

Ιστορικά και χρονικά αναμφισβήτητο παραμένει το γεγονός ότι το 1816 συγκροτήθηκε στη Ζάκυνθο η πρώτη στα Επτάνησα ορχήστρα πνευστών. Για την υπόλοιπη Ελλάδα ούτε λόγος. Ο σχηματισμός αυτός κι αν ακόμη δεν μπορεί να θεωρηθεί πρωτογενές κύτταρο δημιουργίας του σημερινού τοπικού φιλαρμονικού οργανισμού, αναντίρρητα ωστόσο, δικαιούται να διεκδικεί, αν όχι την εξ αίματος συγγένεια, οπωσδήποτε όμως την ιδιότητα του νομίμου κληρονόμου. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Μέσα στο κλίμα των διπλωματικών αδιεξόδων του Συνεδρίου της Βιέννης και τη μελαγχολία της υπαγωγής των Επτανήσων στο γνωστό καθεστώς της αγγλικής δεσποτείας που η αναιδής κομψότητα της διπλωματικής γλώσσας θα ονομάσει “προστασία”, οι Ζακυνθινοί, όπως άλλωστε και οι άλλοι Επτανήσιοι, διαπλάσσουν την πολυδιάστατη μουσική τους παιδεία. Πρώτα-πρώτα, η συνάφεια της επτανησιακής διανόησης με την δυτική, κυρίως την ιταλική, κουλτούρα. Δεύτερο, οι πολύπλευρες επαφές με φορείς του ευρωπαϊκού πνεύματος, συνέπεια της εμπορικότητας του χώρου, που αποτελούσε τότε (αλλά και τώρα, θα έλεγα!) την ανατολική παρυφή της Ευρώπης. Τρίτο, η ανάγκη της διαφοροποίησης και αντιδιαστολής των δημόσιων μουσικών υπηρεσιών από το τμήμα της μπάντας της αγγλικής φρουράς του νησιού, που από τη μια μεριά κάλυπτε μόνο στοιχειώδεις πανηγυρικές ανάγκες (λιτανείες Αγίου Διονυσίου, για παράδειγμα) και από την άλλη υπογράμμιζε το άγχος της ξενικής παρουσίας. Ένας τέταρτος και πλέον καθοριστικός παράγοντας της ίδρυσης φιλαρμονικού σώματος στη Ζάκυνθο υπήρξε η παρουσία και παραμονή στο νησί Ιταλών μουσικών δασκάλων. Φυγάδες και διωκόμενοι για τα φιλελεύθερα φρονήματά τους, από την κατεχόμενη πατρίδα τους, εύρισκαν πρόθυμη φιλοξενία στα Επτάνησα και ανοχή από τους Άγγλους, όταν δεν ενοχλούσαν την… «προστασία», με πολιτικά ερεθίσματα.

Ένας από τους αγνούς αυτούς αγωνιστές των ιδεών, ένας λαμπρός μουσικοδιδάσκαλος, Μάρκος Μπαταγκέλ (Marko Battagel) ονομαζόμενος, ανέλαβε την πρωτοβουλία της συγκρότησης φιλαρμονικού σώματος στη Ζάκυνθο. Την ιδέα στήριξαν με θέρμη και υπόγραψαν σχετικό καταστατικό, εξήντα σημαντικότατοι Ζακύνθιοι των γραμμάτων και της πολιτικής, ευυπόληπτα μέλη της ζακυνθινής κοινωνίας, ιστορικά ονόματα, γνωστά και από την εν γένει εθνική και πολιτιστική τους δράση.

Το μουσικό σώμα που συγκροτήθηκε ονομάστηκε “Φιλαρμονικός Σύλλογος Ζακύνθου”. Η πρώτη συνεδρίαση του Συλλόγου, μας πληροφορεί ο ιστοριοδίφης της Ζακύνθου Λεωνίδας Ζώης, πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του ευπατρίδη Κωνσταντίνου Ναράντζη, την 1η του Μάη 1816, όπου και ψηφίστηκε ο Κανονισμός λειτουργίας του σωματείου ενώ παράλληλα εκλέχτηκε τριμελές διοικητικό συμβούλιο αποτελούμενο από τους Φραγκίσκο Λουτς, Πέτρο Μετζαλίρα και Ιούλιο Δομενεγίνη. Από τον ιστορικό της ελληνικής και επτανησιακής μουσικής Σπύρο Μοτσενίγο επίσης, μαθαίνουμε ότι η πρώτη δημόσια εμφάνιση της τοπικής αυτής ορχήστρας πραγματοποιήθηκε μέσα στον επόμενο χρόνο 1817.

Το παραπάνω σχήμα λειτούργησε μέχρι τον Ιούλιο του 1823. Οι προσπάθειες, ωστόσο και οι πρωτοβουλίες φιλαρμονικών ανασυγκροτήσεων δεν εξέλιπαν. Σαν σπουδαιότερες οφείλουμε ν’ αναφέρουμε την Φιλαρμονική Εταιρεία Ζακύνθου, που ιδρύθηκε το 1843, υπό την προεδρία του γιατρού, φιλόλογου, φιλικού και πολιτικού Φραγκίσκου Καρβελά (1794-1849), την Φιλαρμονική του 1871 επί δημαρχίας Φραγκίσκου Τζουλάτη, την ίδρυση του Νέου Φιλαρμονικού Συλλόγου το 1888, την παράλληλη σταδιοδρομία δεύτερου φιλαρμονικού σώματος με την επωνυμία “Oρφεύς” μέχρι το 1893, την συγχώνευση του Νέου Φιλαρμονικού, το 1936, με το Ωδείο Κοντονή και την μετασεισμική συγκρότηση της Δημοτικής Φιλαρμονικής (το 1955) ως συνέχειας του Φιλαρμονικού, η οποία και εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι και σήμερα.

Περί του ότι ο Φιλαρμονικός αυτός Σύλλογος υπήρξε και η πρώτη στην Ελλάδα ορχήστρα πνευστών οργάνων, όλες οι διαθέσιμες πηγές συμφωνούν. Δια της συστάσεώς του, συνεχίζει ο Σπύρος Μοτσενίγος, επετεύχθη το πρώτον επίσημον βήμα εις την Ιστορίαν της Ορχήστρας Πνευστών εν Ελλάδι, επισημειώνοντας ακόμη ότι, η ίδρυσίς του υπήρξε απόρροια βαθυτάτης επιταγής του λαϊκού φρονήματος, εκδήλωσις εθνικού παλμού και ουχί αποκλειστικώς ενέργεια προερχομένη εξ αγάπης προς την τέχνην και μόνον. Στο σημείο αυτό, ως προς την πρωτιά, βαρύνουσα σημασία έχει και η άποψη του Ζακυνθινού ιστορικού και συγγραφέα Νίκια Λούντζη, σύμφωνα με τον οποίο, Παρότι η Κέρκυρα κυριάρχησε στην ελληνική ενόργανη μουσική, τάχτηκε στη Ζάκυνθο η τιμή της πρωτιάς. Η τιμή, δηλαδή, της ίδρυσης του πρώτου φιλαρμονικού συλλόγου της Ελλάδας.

Έκτοτε ο τοπικός αυτός μουσικός ιστός, παρά τις όποιες, κατά καιρούς, ονομαστικές μεταλλαγές του ή και τις, πρόσκαιρες πάντα, ανανηπτικές διακοπές του, κατορθώνει να επιβιώνει, διατηρώντας ακέραια την ιστορική συνέχεια του πολιτισμικού του DNA, ώστε σήμερα να διεκδικεί την τιμή της εκπροσώπησης ενός μουσικού σχήματος, που με τη διαχρονική παρουσία του γνώρισε διακρίσεις και επιτυχίες αλλά και την ιστορική του συμμετοχή στην πανηγυρική συναυλία του Παναθηναϊκού Σταδίου, κατά τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896. Για το χρονικό όμως της συμμετοχής αυτής αλλά και για χάρη της ιστορίας επιβάλλεται να πω δυο λόγια παραπάνω.

Η συμμετοχή της Φιλαρμονικής Ζακύνθου στην πανηγυρική Συναυλία του Σταδίου με την λήξη των Αγώνων, υπήρξε πράγματι ένα κορυφαίο γεγονός. Η προετοιμασία είχε αρχίσει ήδη από τις αρχές του Φλεβάρη 1896, όταν με εντολή της Επιτροπής των Ολυμπιακών Αγώνων έφτασε στη Ζάκυνθο ο αρχιμουσικός της μπάντας της Στρατιωτικής Φρουράς Αθηνών Ιωσήφ Καίσαρης, o επιλεγόμενος “Ελλην Γιόχαν Στράους”, προκειμένου να “προβάρει” την Φιλαρμονική Ζακύνθου στη “συνήχησή” της (όπως αναφέρει η τοπική εφημερίδα) με τις υπόλοιπες που θα συμμετείχαν στην εκτέλεση του “Ολυμπιακού ΄Υμνου”, συνθετικού έργου του Κερκυραίου μουσουργού Σπύρου Σαμάρα, σε ποίηση Κωστή Παλαμά. Οι δοκιμές του Καίσαρη στη Ζάκυνθο υπήρξαν επιτυχείς, διαπιστώθηκε όμως παράλληλα ότι τα χρηματικά μέσα της Φιλαρμονικής δεν επαρκούσαν για το ταξίδι της μέχρι την Αθήνα, πράγμα που δηλώθηκε από την Επιτροπή στο μαέστρο Καίσαρη, που κι αυτός βρέθηκε σε αμηχανία. Το πρόβλημα ωστόσο τελικά ξεπεράστηκε με μια γενναιόδωρη οικονομική ενίσχυση ενός νεοκλεγέντος μέλους της διοικητικής επιτροπής της Φιλαρμονικής Αντωνίου Κομούτου, του οποίου, όπως φαίνεται, ο πλούτος των φιλομούσων αισθημάτων δεν υστερούσε σε ανάλογα περιουσιακά αντικρίσματα.

Μετά απ’ όλα αυτά η Φιλαρμονική απερίσπαστη πλέον και υπό την διεύθυνση του τότε αρχιμουσικού της Βίκτωρα Μαυρόχη, ενός 38χρονου Κερκυραίου με λαμπρή προϋπηρεσία, άρχισε εντατικές πρόβες στα κομμάτια που επρόκειτο να παιχτούν και που ήδη από τις 8 Μαρτίου είχαν σταλεί από την Αθήνα στη Ζάκυνθο.

Η αποστολή αναχώρησε από τη Ζάκυνθο στις 22 Μαρτίου (Μ. Παρασκευή τη χρονιά εκείνη, παλαιό ημερολόγιο γαρ!) κι έφτασε στον Πειραιά την επομένη το πρωί (Μ. Σάββατο). Οι αγώνες άρχισαν ανήμερα του Ευαγγελισμού, δηλαδή την Δευτέρα του Πάσχα (25 Μαρτίου) και τελειώσανε στις 3 Απριλίου, μέσα σε κακοκαιρία και κρύο.

Οι Φιλαρμονικές που παρατάχθηκαν ήταν της Μουσικής Εταιρείας Αθηνών, του Πυροβολικού, του Ναυτικού, δύο από την Κέρκυρα, της Κεφαλονιάς, του Λαυρίου, των Πατρών, του Πύργου, του Αιγίου, της Λευκάδας και μία της Κωνσταντινούπολης.

Αφού η κάθε μία μπήκε ξεχωριστά μέσα στο Στάδιο και με το δικό της, η κάθε μια εμβατήριο, συγκεντρωθήκανε στο κέντρο του Σταδίου, για την ανάκρουση του Ολυμπιακού Ύμνου, χωρίς όμως να συμμετάσχουν όλες στην εκτέλεσή του, γιατί όπως είχε διαπιστωθεί στις πρόβες, δεν διέθεταν την απαιτούμενη συνήχηση. Ο Ύμνος ανακρούσθηκε με θριαμβευτική, όπως γράφουν, επιτυχία, με συμμετοχή 200 τραγουδιστών και με σολίστες τα πρώτα τότε ονόματα του ελληνικού μελοδράματος, τον τενόρο Δημήτρη Τσάκωνα και τον βαρύτονο Κώστα Βακαρέλη, και την κ. Πετρίτση στην απαγγελία στροφών του ΄Υμνου.

Οι Φιλαρμονικές ωστόσο, που πήραν μέρος στην επίσημη συναυλία του Σταδίου της 28ης Μαρτίου 1896 και που η Φιλαρμονική Ζακύνθου στάθηκε στο ύψος που απαιτούσαν οι περιστάσεις, ήταν οι εξής επτά:

1) Ηνωμένης Φρουράς Αθηνών, με αρχιμουσικό τον Ιωσήφ Καίσαρη.
2) Ναυτικής Μοίρας, με αρχιμουσικό τον Άγγελο Καλαμά.
3) Φιλαρμονική Αθηνών, με αρχιμουσικό τον Σπυρίδωνα Καίσαρη.
4) Φιλαρμονική Ζακύνθου, με αρχιμουσικό τον Βίκτωρα Μαυρόχη.
5) Φιλαρμονική Λευκάδος, με αρχιμουσικό τον Αντώνιο Μπιφέρνο.
7) Φιλαρμονική Πατρών, με αρχιμουσικό τον Αλβέρτο Αντλοβιτς.

Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι για την παραπάνω συμμετοχή του στους Ολυμπιακούς ο Φιλαρμονικός Σύλλογος Ζακύνθου έλαβε αναμνηστικό μετάλλιο, που μέχρι τη σεισμοπυρκαϊά του 1953, κοσμούσε την αίθουσα δοκιμών του Δαμίρειου Μεγάρου, που από το 1928 μέχρι τότε στέγαζε την ιστορική αυτή ορχήστρα πνευστών του Δήμου Ζακυνθίων.

Με την λήξη των Αγώνων η Φιλαρμονική ξαναγύρισε στην κοιτίδα της. Και στις δυο πλατείες της Ζακύνθου, την πάνω (Αγίου Μάρκου) και την κάτω (Σολωμού), θα εξακολουθήσει να διαδραματίζει ρόλο καθοριστικού συντελεστή της μουσικής ψυχαγωγίας του λαού. Με τις τακτικές υπαίθριες συναυλίες της, θα καταστήσει ενήμερους τους Ζακυνθινούς στο ευρωπαϊκό ηχόχρωμα και τις παρακαταθήκες του ρομαντισμού, θα τους μυήσει στο κλίμα και το ρεπερτόριο της Μπελ Επόκ, θα τους γνωρίσει τον κόσμο της όπερας και της οπερέτας, και θα τους συγκινήσει με τα υπέροχα πατριωτικά εμβατήρια του Ζακυνθινού συνθέτη και αρχιμουσικού της Γιαννάκη Πήλικα (1870-1942), κάτω από τις μπαγκέτες που κράτησαν αρχιμουσικοί όπως ο Φρ. Νικολίνι (+1911), ο Βίκτωρ Μαυρόχης, ο Νικόλαος Αρβανιτάκης, ο Τάκης Βλάχος, ο Διονύσιος Βισβάρδης (1910-1999), ο Γεράσιμος Κανιώρος (1899-;), ο Κώστας Σαμσαρέλος (1927-1996) και όσοι από τους νεώτερους δεν έχει ακόμη να καταγράψει η μουσική ιστορία της Ζακύνθου (Νικόλαος Ταπίνης, Διονύσης Κλάδης και ο σημερινός αρχιμουσικός της Διονύσης Μαλλιάς).

Φιλαρμονική Ζακύνθου λοιπόν και τελειώνω. Μια ιστορία που άντεξε στο χρόνο, συντηρώντας την φιλαρμονική ιδέα σαν αναπόφευκτη αναγκαιότητα του κοινωνικού ψυχισμού των Ζακυνθινών κι ένα μουσικό σχήμα που, παράλληλα με την τοπική του ταυτότητα, δεν αδιαφόρησε στις επιβαλλόμενες νεωτερικές επιταγές, μέσα από την απεραντοσύνη των εξομολογήσεων δεκάδων συνθετών, επιτελώντας το κοινωνικό του έργο και κερδίζοντας την αισθητική του καταξίωση στις προτιμήσεις ενός διαπαιδαγωγημένου φιλόμουσου κοινού, που τη στηρίζει μέχρι σήμερα. Όπως το αποψινό.

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Panagiotis Kapodistrias: "Die ökologischen Initiativen des Ökumenischen Patriarchats von Konstantinopel"


Το περιοδικό Charismen (=Χαρίσματα) αποτελεί μια καλαίσθητη έκδοση ανθρώπων που ανήκουν σε διάφορα τάγματα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και δραστηριοποιούνται από κοινού στην κίνηση Focolare. Εκδίδεται τέσσερις φορές το χρόνο σε διάφορες γλώσσες και απευθύνεται σε κοινό καλλιεργημένων ευλαβών πιστών, μη όντας αυστηρά ακαδημαϊκό-θεολογικό. 

Το τελευταίο τεύχος -όπου δημοσιεύεται και το άρθρο του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, σε μετάφραση του Γιώργου Βλαντή-, είναι αφιερωμένο στη σχέση οικολογίας και πνευματικότητας, με άρθρα για την οικολογική Εγκύκλιο Laudato si του Πάπα Φραγκίσκου, τις οικολογικές πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, την οικολογική θεολογία της παράδοσης των Βενεδικτίνων, τη σχέση ανάμεσα στη νεολαία και την έννοια της αειφορίας, τις δυνατότητες ενός συνειδητά οικολογικού οικογενειακού βίου και για την προσφορά των ανθρώπων που ανήκουν στα τάγματα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.


Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος: [ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ «Η ΕΙΡΗΝΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΦΙΚΤΗ»]

Τίρανα, στις 6-8 Σεπτεμβρίου 2015


Αναστάσιος (Γιαννουλάτος)
Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας
Επίτιμο Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών

    Η πιο τραγική βία σήμερα είναι η κατάχρηση του όρου «ειρήνη» από ανθρώπους που στην πραγματικότητα δεν την πιστεύουν. Παρ’ όλα αυτά, ο ανθρώπινος πόθος για μία παγκόσμια ειρηνική συνύπαρξη παραμένει σταθερός. Κάθε μία προσπάθεια λοιπόν ανανεώσεως του ενδιαφέροντος για την ειρήνη και εμβαθύνσεως του νοήματός της είναι μια πολύτιμη προσφορά στην πορεία της ανθρωπότητος. Και το Διεθνές Συνέδριό μας, δόξα τῷ Θεῷ, ανήκει σε αυτή την κατηγορία.

    Αποτελεί ιδιαίτερη χαρά και τιμή για την Ορθόδοξο Αυτοκέφαλο Εκκλησία της Αλβανίας να είναι συνδιοργανώτρια της παρούσης 28ης Διεθνούς Συναντήσεως για την Ειρήνη , με την κοινότητα του Sant’ Egidio και τη Συνέλευση των Καθολικών Επισκόπων της Αλβανίας (Conference of Catholic Bishops of Albania).

    Κατ' αρχήν θα θέλαμε να εκφράσουμε τις εγκάρδιες ευχαριστίες και το θερμό «καλωσόρισμα» προς όλους τούς εκλεκτούς συνέδρους, πού ανταποκρίθηκαν στην πρόσκλησή μας. «Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» (Φιλ. 4:7) ας γεμίζει τη ζωή καθενός και ας καταυγάζει τις ψυχές μας κατά την περίοδο των εργασιών του παρόντος Συνεδρίου.

    Η Αλβανία, όπως είναι στους περισσοτέρους γνωστό, κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνος αντιμετώπισε σοβαρές δοκιμασίες και κυρίως ένα μακροχρόνιο αθεϊστικό διωγμό. Από το 1991, όμως, έχει εμπεδωθεί η θρησκευτική ελευθερία και συνάμα καλλιεργείται η ειρηνική συνύπαρξη των θρησκευτικών κοινοτήτων, καθώς επίσης και εκείνων που δεν ανήκουν σε κάποια θρησκευτική κοινότητα. Οι οδυνηρές αναμνήσεις από τις πολεμικές αιματοχυσίες του προηγουμένου αιώνα, τόσο από τους δύο παγκοσμίους πολέμους, όσο και από τις αιματηρές συγκρούσεις στο τέλος του στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων, συμβάλλουν στο να επιτείνεται ο πόθος για την ειρήνη σε όλες τις διαστάσεις της.

    Ὁ τίτλος του θέματος του Συνεδρίου μας, «Η ειρήνη είναι πάντα εφικτή» (Peace is always possible), φαίνεται δυναμικός και αισιόδοξος. Οι ειδήσεις, όμως, που μεταδίδονται συνεχώς τον τελευταίο καιρό από όλα τα μέσα ενημερώσεως, με τις άγριες συγκρούσεις που προβάλλουν σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, έρχονται να σκιάσουν με σύννεφα βαριά την αισιοδοξία μας για τη δυνατότητα μιας παγκόσμιας ειρήνης. Έτσι προσθέτουν στη διατύπωση του θέματός μας και ένα ερωτηματικό στο τέλος: «Είναι πάντοτε εφικτή η ειρήνη;»(“Is peace always possible?”) Μέσα σε αυτήν την αμφίβολη πραγματικότητα, οι εργασίες της παρούσης 28ης Διεθνούς Συναντήσεως για την Ειρήνη ασφαλώς θα αποτελέσουν μια ελπιδοφόρο αναζήτηση, προσφέροντας δημιουργικές προτάσεις στο κρίσιμο θέμα της ειρήνης.

    Εισαγωγικά, θα ήθελα να επισημάνω εν συντομία πέντε σημεία:

    1. Για να γίνει δυνατό το εκ πρώτης όψεως αδύνατο, η επικράτηση δηλαδή της παγκόσμιας ειρήνης, κεντρικό ρόλο έχουν και οι θρησκευτικές κοινότητες. Ανάλογα με τις κατευθύνσεις, τις οποίες αντλούν οι οπαδοί τους από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, μπορούν να στηρίζουν ή να υπονομεύουν, σε τοπικό, περιφερειακό ή παγκόσμιο επίπεδο, την ειρήνη. Απαραίτητο, λοιπόν, προαπαιτούμενο, για να γίνει η ειρήνη δυνατή, είναι η ειρήνη μεταξύ των θρησκειών.

    Το ζήτημα της ειρήνης μεταξύ των θρησκειών, που διαλέγονται με κατανόηση, είναι προφανώς πολύπλοκο και ασφαλώς δεν έχουμε καμία διάθεση συγκρητισμού. Ο αληθινός σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας κάθε ανθρώπινου προσώπου και της αξιοπρέπειάς του παραμένει το στέρεο θεμέλιο για ειρηνική συνύπαρξη. Υπάρχουν σπουδαία στοιχεία και ειρηνοφόρες εμπνεύσεις στα κοιτάσματα της διδασκαλίας των μεγάλων θρησκειών, τα οποία οφείλουν να εντοπισθούν με προσοχή, να χρησιμοποιηθούν και να αποβούν παραγωγικά για μία παγκόσμια ειρήνη. Οι ειρηνικές φωνές που βγαίνουν από τους πνεύμονες των παγκοσμίων θρησκειών πρέπει να ενταθούν και επίμονα να προβληθούν, με το κήρυγμα, την κατήχηση, τις διαλέξεις, με κάθε μορφή επικοινωνίας.

    Προς αυτή την κατεύθυνση συμβάλλουν ασφαλώς όλες οι πρωτοβουλίες για διάλογο μεταξύ των θρησκειών και των πολιτισμών. Και είμαστε ευγνώμονες σε όλους εκείνους που αγωνίζονται προς αυτή την κατεύθυνση, όλως ιδιαιτέρως στην Κοινότητα του Sant’ Egidio για τη συστηματική και εμπνευσμένη προσπάθειά της κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

    2. Η θρησκευτική συνείδηση με την ποικιλία των μορφών της έχει τη δυνατότητα να συμβάλλει με διαφόρους τρόπους στην ανάπτυξη ειρηνοφόρων τάσεων και, γενικότερα, την καλλιέργεια της ειρήνης σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο.

    Στα περισσότερα θρησκεύματα ευρίσκουμε: Πρώτον μία αναζήτηση για εσωτερική ειρήνη. Δεύτερον χαλίνωση της επιθετικότητας. Τρίτο κοινό χαρακτηριστικό είναι η επιδίωξη ειρηνικών σχέσεων με την ύψιστη Πραγματικότητα, είτε αυτή νοείται απρόσωπη είτε ως προσωπικός Θεός. Τέταρτον έχουν θεσμοθετηθεί από τις θρησκείες αρχές για να διευκολύνουν την ειρηνική συμβίωση μέσα σε κάθε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Και τέλος καταβάλλονται προσπάθειες για τη διατήρηση της ειρήνης πέρα από τη συγκεκριμένη θρησκευτική κοινότητα προς την ανθρωπότητα.

    Όλοι όσοι συνειδητά θρεσκεύουμε οφείλουμε να διερευνήσουμε και να προωθήσουμε μία ειρηνική θεολογία και ανθρωπολογία, αντλώντας από τον πλούτο των θρησκευτικών μας διδασκαλιών και από τις καλύτερες σελίδες της ιστορίας των θρησκευτικών μας παραδόσεων. Τονίζοντας συγχρόνως το καθήκον κάθε ανθρώπου να αντιτίθεται στη βία, και εργαζόμενοι για τη συμφιλίωση και τη διαρκή ειρήνη στην υφήλιο. Η νέα γενιά, όλως ιδιαιτέρως, χρειάζεται μία συνειδητή αγωγή ειρήνης, η οποία να τροφοδοτείται και να εμπνέεται από πνευματικές θρησκευτικές πηγές.

    3. Η αναζήτηση της ειρήνης προϋποθέτει σταθερή υπεράσπιση και ενδυνάμωση της δικαιοσύνης. Ανέκαθεν, ιδιαίτερα όμως στην εποχή μας, προβάλλει με εκρηκτικούς τρόπους η σχέση που έχει η ειρήνη με τη δικαιοσύνη. Ο δεσμός αυτός απαντά σε πολλά θρησκεύματα. Ειλικρινής πόθος για την ειρήνη σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο, εκφράζεται με την αληθινή επιθυμία και με αγώνα για τη δικαιοσύνη. Ένας άδικος κόσμος δεν μπορεί να είναι ειρηνικός. Σήμερα, ειρήνη και δικαιοσύνη έχουν προσλάβει ένα ακόμη συνώνυμο: ανάπτυξη. Και όλοι μας μπορούμε και οφείλουμε να συμβάλλουμε για την ανάπτυξη των πτωχότερων περιοχών. Η φτώχεια παραμένει ο χειρότερος τύπος βίας. Όταν οι άνθρωποι, κοντά μας ή μακριά μας, στερούνται των στοιχειωδώς αναγκαίων για την επιβίωσή τους, δεν είναι παράξενο να στραφούν προς άλλες κατευθύνσεις και να υιοθετήσουν άλλες ακραίες θρησκευτικές αντιλήψεις για τη επίτευξη μιας δίκαιης κοινωνίας και τη νοηματοδότηση της ζωής και του θανάτου.

    Πιο συγκεκριμένα, σχετικά με το πρόβλημα της τρομοκρατίας που δεσπόζει τα τελευταία χρόνια, θεωρούμε ότι οι δυτικές κοινωνίες, που διαθέτουν οικονομική, επιστημονική και στρατιωτική δύναμη, οφείλουν να προχωρήσουν σε μια δημιουργική αυτοκριτική. Να δουν καθαρότερα την ευθύνη και το χρέος τους στις νέες παγκόσμιες διαστάσεις. Η ειρήνη και η ασφάλεια, για την οποίαν όλοι μιλούμε, θα εξασφαλισθούν με τη φροντίδα για κοινωνική δικαιοσύνη και την ανάπτυξη των πτωχότερων κοινωνιών του πλανήτη. Θα είναι τραγικό, πνευματικά και πολιτικά, λόγω αμελείας ή υπεροψίας, να αφήσουμε να εξελιχθεί ένα νέο, πολύμορφο προλεταριάτο, το οποίο θα επαναστατεί βίαια, καταχρώμενο την πνευματική "ατομική ενέργεια" μιας συγκεκριμένης θρησκευτικής παραδόσεως.

    4. Κάτι που συχνά λησμονείται, -ενώ συνιστά τον πυρήνα της ειρήνης- και η θρησκευτική συνείδηση οφείλει να το επισημαίνει, είναι ότι η ειρήνη αρχίζει από μέσα μας, από το βάθος της υπάρξεώς μας. Συνδέεται με την ταπείνωση, τη συγγνώμη, την ελευθερία από το μίσος από την πικρία, τη ζήλεια. Ανθεί με τη διαρκή κοινωνία με τον Θεό της ειρήνης. Ιδιαίτερα το χριστιανικό νόημα της εσωτερικής ειρήνης είναι βαθύτερο και ευρύτερο από την απάθεια των Στωϊκών. Δεν περιορίζεται στην αδιαφορία για ότι συμβαίνει γύρω μας. Διαφυλάσσοντας την εσωτερική μας ειρήνη θα είμαστε ικανοί να ζούμε με τους άλλους «εί δυνατόν τό ἐξ ημῶν (ὑμῶν), μετά πάντων ανθρώπων εἰρηνεύοντες» (Ρωμ. 12,18).

    5. Σε τελευταία ανάλυση, το αντίθετο της ειρήνης δεν είναι ο πόλεμος αλλά ο εγωκεντρισμός: ο ατομικός, ο συλλογικός, ο εθνικός, ο φυλετικός. Αυτός επιστρατεύει τις ποικίλες μορφές βίας, που δολοφονούν με διαφόρους τρόπους την ειρήνη. Αυτός είναι ο εμπνευστής και τροφοδότης των μεγάλων ή μικρότερων συγκρούσεων, αυτός τις πυρπολεί με μίση διαρκείας.

    Το αντίδοτο στον εγωισμό δεν αποτελούν οι γενικόλογες ηθικές συμβουλές και παροτρύνσεις. Ούτε οι νομικές διατυπώσεις και οι μηχανισμοί καταστολής. Αλλά η ενδυνάμωση της αγάπης. Μιας πολυδιάστατης αγάπης, έμπρακτης, ανιδιοτελούς, που δεν περιορίζεται από σύνορα, προκαταλήψεις και κάθε είδους διακρίσεις. Εδώ βρίσκεται η τεράστια δυνατότητα και συμβολή μιας υγιούς θρησκευτικής συνειδήσεως. Αυτή, ακόμα και σε συνθήκες μακροχρονίων συγκρούσεων, χαρίζει τη δύναμη της συγχωρητικότητος και της συμφιλιώσεως. Η δύναμη της αγάπης τελικά νικά την αγάπη για δύναμη, η οποία καταστρέφει την ειρήνη.

* * *

    Καθένας μας, ανάλογα με τις θρησκευτικές καταβολές του, καθοδηγείται στον αγώνα για την ειρήνη. Και από αυτή την προσωπική πίστη αντλούμε έμπνευση και δύναμη. Ιδιαίτερα σε όσους ακολουθούν μονοθεϊστικές θρησκείες, δεσπόζει η βεβαιότητα ότι η ειρήνη είναι δώρο του Θεού. Και ότι ο άνθρωπος καλείται να το προσλάβει και να συνεργήσει στην ενδυνάμωσή του, με σεβασμό προς κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, ανεξαρτήτως πολιτικών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων.

    Ελπίζω ότι, μέσα ἀπό τις εισηγήσεις, τις συζητήσεις και τον γενικότερο προβληματισμό του Συνεδρίου μας, θα αντλήσουμε πολύτιμο υλικό για πληρέστερη εμβάθυνση στο κρίσιμο θέμα της ειρήνης, των προϋποθέσεων και των δυνατοτήτων για την επίτευξή της• ακόμη και έμπνευση για να συνεχίσουμε με μεγαλύτερο ενθουσιασμό να είμαστε εργάτες ειρήνης. Με τη βεβαιότητα ότι «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοί υἱοί Θεοῦ κληθήσονται» (Ματθ. 5:9).

    Ο αγώνας για την ειρήνη βαθειά μέσα μας, στο φυσικό περιβάλλον, στην κοινότητά μας, σε όλον τον κόσμο είναι πρωταρχικό μας καθήκον. Και στον 21ο αιώνα θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχική μας μέριμνα, με τη βεβαιότητα ότι ο Θεός είναι ειρήνη. Ο Θεός είναι πάντοτε με τους ειρηνοποιούς, εμπνέοντας και ενισχύοντάς τους στις προσπάθειες και τους αγώνες τους για την ειρήνη. 

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ΟΙ ΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΥΤΙΜΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

«Ἀπ᾿ ἐκεῖ ἡ γείτων Σκόπελος μὲ ὅλην τὴν  ἀμπελοφύτευτον περιοχὴν τοῦ Δήμου Γλώσσης...» Αλ. Μωραϊτίδης



Στὸν  λόγιο τῆς Γλώσσας, καὶ ὄχι μόνο, τὸν ἐκπαιδευτικὸ κ. Βασίλειο Λαρυγγάκη, ποὺ ἔζησε τὴν δόξα καὶ τὸ μαρασμὸ τῆς ἀγροτικῆς καλλιέργειας τοῦ χωριοῦ του κι ὄχι μόνο... 
 Τὶς «κουρκοῦτες» θυμήθηκα κι ἄς εἶναι ἀκόμα «ἀσένιο» τὸ καλοκαιρινὸ τὸ τοπίο, ποὺ μὲ θερινὴ  ἀνεμελιὰ ἁπλώνεται πάνω τὸ νησί. «Τσ’κουρκούτις», ὅπως τὶς λέγανε οἰ παλιοί, ἐκεῖνοι οἱ νοικοκυραῖοι δηλαδή, ποὺ ὁλόχρονα φροντίζανε τ᾿ ἀμπέλια τους γιὰ νὰ φτάσουν αὐτὲς οἱ ἱερὲς τοῦ τρυγητῆ οἱ μέρες, ὥστε νὰ σηκωθεῖ ὀ καρπὸς ἀπὸ τὰ κλήματα, νὰ συγγεντρωθεῖ καὶ νὰ πάει ὕστερα γιὰ νὰ πατηθεῖ, νὰ γίνει μοῦστος, νὰ γίνει «κουρκούτ», νὰ γίνει κρασί, νὰ γίνει «λάγγιρους». Φυσικὰ ὄχι ἔτσι ἁπλᾶ, γιατὶ τὸ καθ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ παραπάνω ἀπαιτοῦσε μαστοριὰ καὶ προπάντων ὑπομονή. 
Μὲ πόση καλὴ θέληση, λοιπόν, καὶ γιὰ τὸ καλὸ ἑτοίμαζαν οἱ παλιὲς νοικοκυρὲς «τσ’κουρκούτις». Ποὺ γιὰ νὰ γίνουν χρειάζονταν μεγάλος ἀγώνας καὶ κούραση. Γιατὶ δὲν ὑπῆρχαν τότε τὰ μέσα ποὺ διαθέτουν οἱ σημερινὲς νοικοκυρές. Ἔτσι ἔπρεπε πρῶτα-πρῶτα νὰ φτιάξουν τὸν «καταστατό», τὸ νισεστὲ δηλαδή, ἀπὸ μουσκεμένο σιτάρι καὶ μάλιστα «σιδηρόσταρου». Μετὰ τὰ ἑτοιμάσουν «τ᾿ ἀγγειά», δηλαδή τὰ καζάνια-μικρὰ καὶ μεγάλα- τ᾿ ἀλέμια (γιὰ νὰ σουρώσουν τὸ βρασμένο μοῦστο), «τσ᾿ κτάλις»( κουτάλες γιὰ τὸ ἀνακάτεμα), τὴν κοσκινισμένη στάχτη,  ἀλλὰ καὶ τὰ πιάτα, τὶς πιατέλες, ἀκόμα καὶ τὰ «φιλτζουτσάνακα», τὰ κικρὰ τὰ πιατάκια τοῦ καφέ. Φυσικὰ εἶχαν σπάσει τὰ ἀμύγδαλα, τὰ εἶχαν ἀσπρίσει καὶ περίμεναν νὰ κενωθοῦν οἱ κουρκούτις καὶ νὰ τὰ τρίψουν γιὰ νὰ στολίσουν τὰ πιάτα.
Ὅμως ἄς πάρουμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Γιὰ νὰ γίνει καλὴ καὶ περισσότερο ἀσπροδερὴ κουρκούτη ἔπρεπε νὰ σταφύλια «νὰ εἶνι ἀσπρόϊα» καὶ διαλεχτά. Αὐτὰ τὰ πατοῦσαν λοιπόν μέσα σὲ μαστέλες, σὲ πατητήρια δηλαδή, ξύλινα σὲ σχῆμα ὠοειδές. Τὰ πατοῦσαν μέσα σὲ τσουβάλι καθαρό, ποὺ τὸ εἶχαν γιὰ τὸ σκοπό αὐτό. Μάλιστα ἡ μαστέλα ἔπρεπε νὰ ἔχει κάποια κλίση, ὥστε ὁ μοῦστος νὰ μαζεύεται στὸ κάτω μέρος τοῦ πατητηριοῦ. Ἀπὸ κεῖ δὲ τὸν μάζευαν καὶ τὸν ἔριχναν στὸ καζάνι ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τὸ βάλουν στὴ φωτιὰ νὰ βράσει. Μόλις, λοιπόν, συγκεντρώνονταν μιὰ ποσότητα ἀμέσως ἡ νοικοκυρὰ «ἔκοβε» τὸ μοῦστο μὲ τὴ στάχτη καὶ στὴ συνέχεια τὸν ἔβαζε στὴν τσιροστιά, ποὺ ἦταν ἤδη ἕτοιμη μαζὺ μὲ τὴ φωτιὰ ποὺ ἔκαιγε.
Τὸ βράσιμο τώρα ἔπρεπε νὰ πάρει τὴν ὥρα του, γιὰ νὰ γίνει καλὴ δουλειά. Μάλιστα, σὲ τακτὰ διαστήματα μ᾿ ἕνα κρασοπότηρο παίρνανε μικρὴ ποσότητα βρασμένου μούστου, τὸ ἀφήνανε λίγο καὶ μετὰ τὸ κοιτοῦσαν στὸ φῶς νὰ δοῦν ἄν εἶναι ἐντάξει τὸ προϊόν.  Ἔτσι, μόλις καταλάβαιναν ὅτι ἦταν ὥρα νὰ κατεβάσουν τὸ καζάνι, τὸ ἄφηναν λίγο γιὰ νὰ κατακαθίσει ἡ στάχτη  καὶ μετὰ μὲ μεγάλη προσοχὴ τὸ σουρώνανε μὲ λεπτὸ ἀλέμι σὲ ἄλλο καθαρὸ καζάνι.  Γιατὶ ἔπρεπε νὰ μὲ μείνουν ἴχνη τῆς στάχτης καὶ περισσότερο νὰ πάρει ὁ μοῦστος χρῶμα  ἀνοιχτὸ σταχτόχρυσο κι ὄχι σκοῦρο.
Τὸ νὰ βράσεις κουρκούτη δὲν εἶναι διόλου εὔκολη ὑπόθεση. Γιατὶ χρειάζεται μεγάλη ὑπομονή, ἐπειδὴ ἀπαιτεῖται συνεχὲς «ἀνακάτωμα», ὥστε νὰ μὴ κολλήσει καὶ τσικνώσει. Γι᾿ αὐτὸ καὶ φρόντιζαν οἱ νοικοκυρὲς νὰ ἔχουν σιγανὴ φωτιά - ὄχι, δὲν διέθεταν ἠλεκτρικὲς κουζίνες τότε. Πάνω στὴ φωτιὰ μὲ διαλεγμένα ξύλα γίνονταν ὅλα. Ἔτσι, πρόσεχαν πότε ἀρχίζει νὰ βράζει, πότε πήζει καὶ πότε εἶναι ἕτοιμη. Γι᾿ αὐτὸ κὰι τὴ δοκίμαζαν πρῶτα μὲ ἕνα κουτάλι, ὥστε νὰ δοῦν πότε ἔπρεπε να τὴν κατεβάσουν. Κι ὅταν ἔφτανε ἐκείνη ἡ ὥρα,  προσεχτικὰ τὴν κένωναν στὶς πιατέλες καὶ στὰ πιάτα μὲ προσοχή. Φυσικὰ τὸ ὑπόλοιπο δὲν πήγαινε χαμένο, γιατὶ κάποιος ἔπρεπε νὰ γευτεῖ καὶ τὰ ἐπιλοιπόμενα, πού, εἶναι ἀλήθεια, τρώγονταν τόσο εὐχάριστα πασπαλισμένα  μὲ κανέλλα..
Σχεδὸν κάθε σπίτι ἑτοίμαζε τὶς πιατέλες ἤ τὰ μεγάλα πιάτα ποὺ προορίζονταν γιὰ «τὰ σζμπιθιρειά». Τὰ πεθερικὰ τῆς κόρης τους π.χ., ἀλλὰ καὶ τοὺς συγγενεῖς, μὲ τοὺς ὁποίους ἀντήλασσαν πιάτα. Φυσικὰ κι ἐδῶ ὑπῆρχε τὸ στοιχεῖο τοῦ ὑγιοῦς ἀνταγωνισμοῦ, χωρὶς παρεξηγήσεις καὶ παραπανίσια λόγια. Ἐκτὸς τῶν σχολίων...
-Ἀρή, μαύρ᾿ σκουτνὴ τ᾿ ἔκαμι ντ᾿ κουρκούτ; Φοβίθκις, ἀρὴ νὰ νὴ στραγγίσεις κι ἄλλου;
Πράγματι, ἡ τέχνη τῆς κουρκούτης ἦταν πολύ ἀπαιτητική. Δὲ χρειαζόταν βιασύνη καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀπὸ  «ἀσπουστάφλα» ὁ μοῦστος, δηλαδή, ἀπὸ σταφύλια ραζακιά, κουντοῦρες, ἀσπριδίτσις,  μοσχᾶτα κ. ἄ.
Ἔπειτα ἦταν ἡ τέχνη τοῦ βρασίματος, ἀλλὰ καὶ τοῦ στραγγίσματος τοῦ μούστου. Τέλος, γιὰ νὰ μὴ γίνει ἡ κουρκούτ’ «μὶ ζγρουμπόλια», δηλαδὴ μὲ μικρὰ κομμάτια τοῦ καταστατοῦ ἄβραστα καὶ σκληρά, χρειαζόταν συνεχὲς καὶ προσεχτικὸ ἀνακάτεμα, μέχρι νὰ γίνει κρεμώδης καὶ ρευστός.
Τέλος, δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε καὶ «τς᾿ ἀρμαθις» ποὺ γίνονταν τότε, μὲ τὴν ἑτοιμασία τῆς κουρκούτης.
Τί ἦταν τώρα  «οἱ ἀρμαθις». 
Γιὰ νὰ ἔχουν τὸ χειμώνα τὰ παιδιὰ κυρίως κάτι νὰ φᾶνε -γιατὶ ὄχι καὶ οἱ μεγαλοι τὶς ἀτελειωτες νύχτες;- σκέφτηκαν νὰ κάνουν καὶ ξερὲς κουρκοῦτες, μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο.
Πρῶτα-πρῶτα, ὅταν περίσσευαν κάποια πιάτα καὶ ξερενόταν κάπως ἡ κουρκούτη, τότε τὴν  κόβανε σὲ σχῆμα ρόμβου καὶ τὴν τοποθετοῦσαν πάνω σὲ τελάρα νὰ ἀποξηρανθεῖ.
Μετὰ «μεπλόνιαζαν κοκόσες» ἀπὸ ἀμύγαλα ἤ καρύδια καὶ αὐτὸ τὸ σχῆμα λαμπάδας τὸ βουτοῦσαν μέσα στὴ φρεσκοβρασμένη κουρκούτη καὶ μετὰ τὸ κρεμοῦσαν σὲ σκιερὸ μέρος στὸ χαγιάτι νὰ ξεραθεῖ. Πρέπει νὰ σημειώσουμε δέ, πὼς ἡ ἐμβάπτιση τῆς ἀρμάθας στὴν φρέσκια κουρκούτη γινόταν μιὰ καὶ δυὸ φορές, ὄχι πάντα τὴν ἴδια μέρα. Κι αὐτό, γιατὶ  ἔπρεπε ἡ ἀρμάθα νὰ μὴν εἶναι στεγνή, ἀλλὰ «χουρταστ’κή».
Σήμερα ἡ ἀμπελοφύτευτος περιοχὴ τῆς Γλώσσας καὶ τοῦ Κλήματος ἀπόμεινε ἀγαθὴ ἀνάμνηση, ὅπως ἀνάμνηση ἀπόμεινε κι ἡ «καλλιστάφυλος» -κατὰ τὸν μεγαλο Δαπόντε- νῆσος Σκόπελος... Καὶ μαζὺ μ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ ἐκεῖνες οἱ ἀλησμόνητες κουρκοῦτες. 

Related Posts with Thumbnails