© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος: [ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ «Η ΕΙΡΗΝΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΕΦΙΚΤΗ»]

Τίρανα, στις 6-8 Σεπτεμβρίου 2015


Αναστάσιος (Γιαννουλάτος)
Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας
Επίτιμο Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών

    Η πιο τραγική βία σήμερα είναι η κατάχρηση του όρου «ειρήνη» από ανθρώπους που στην πραγματικότητα δεν την πιστεύουν. Παρ’ όλα αυτά, ο ανθρώπινος πόθος για μία παγκόσμια ειρηνική συνύπαρξη παραμένει σταθερός. Κάθε μία προσπάθεια λοιπόν ανανεώσεως του ενδιαφέροντος για την ειρήνη και εμβαθύνσεως του νοήματός της είναι μια πολύτιμη προσφορά στην πορεία της ανθρωπότητος. Και το Διεθνές Συνέδριό μας, δόξα τῷ Θεῷ, ανήκει σε αυτή την κατηγορία.

    Αποτελεί ιδιαίτερη χαρά και τιμή για την Ορθόδοξο Αυτοκέφαλο Εκκλησία της Αλβανίας να είναι συνδιοργανώτρια της παρούσης 28ης Διεθνούς Συναντήσεως για την Ειρήνη , με την κοινότητα του Sant’ Egidio και τη Συνέλευση των Καθολικών Επισκόπων της Αλβανίας (Conference of Catholic Bishops of Albania).

    Κατ' αρχήν θα θέλαμε να εκφράσουμε τις εγκάρδιες ευχαριστίες και το θερμό «καλωσόρισμα» προς όλους τούς εκλεκτούς συνέδρους, πού ανταποκρίθηκαν στην πρόσκλησή μας. «Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν» (Φιλ. 4:7) ας γεμίζει τη ζωή καθενός και ας καταυγάζει τις ψυχές μας κατά την περίοδο των εργασιών του παρόντος Συνεδρίου.

    Η Αλβανία, όπως είναι στους περισσοτέρους γνωστό, κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνος αντιμετώπισε σοβαρές δοκιμασίες και κυρίως ένα μακροχρόνιο αθεϊστικό διωγμό. Από το 1991, όμως, έχει εμπεδωθεί η θρησκευτική ελευθερία και συνάμα καλλιεργείται η ειρηνική συνύπαρξη των θρησκευτικών κοινοτήτων, καθώς επίσης και εκείνων που δεν ανήκουν σε κάποια θρησκευτική κοινότητα. Οι οδυνηρές αναμνήσεις από τις πολεμικές αιματοχυσίες του προηγουμένου αιώνα, τόσο από τους δύο παγκοσμίους πολέμους, όσο και από τις αιματηρές συγκρούσεις στο τέλος του στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων, συμβάλλουν στο να επιτείνεται ο πόθος για την ειρήνη σε όλες τις διαστάσεις της.

    Ὁ τίτλος του θέματος του Συνεδρίου μας, «Η ειρήνη είναι πάντα εφικτή» (Peace is always possible), φαίνεται δυναμικός και αισιόδοξος. Οι ειδήσεις, όμως, που μεταδίδονται συνεχώς τον τελευταίο καιρό από όλα τα μέσα ενημερώσεως, με τις άγριες συγκρούσεις που προβάλλουν σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, έρχονται να σκιάσουν με σύννεφα βαριά την αισιοδοξία μας για τη δυνατότητα μιας παγκόσμιας ειρήνης. Έτσι προσθέτουν στη διατύπωση του θέματός μας και ένα ερωτηματικό στο τέλος: «Είναι πάντοτε εφικτή η ειρήνη;»(“Is peace always possible?”) Μέσα σε αυτήν την αμφίβολη πραγματικότητα, οι εργασίες της παρούσης 28ης Διεθνούς Συναντήσεως για την Ειρήνη ασφαλώς θα αποτελέσουν μια ελπιδοφόρο αναζήτηση, προσφέροντας δημιουργικές προτάσεις στο κρίσιμο θέμα της ειρήνης.

    Εισαγωγικά, θα ήθελα να επισημάνω εν συντομία πέντε σημεία:

    1. Για να γίνει δυνατό το εκ πρώτης όψεως αδύνατο, η επικράτηση δηλαδή της παγκόσμιας ειρήνης, κεντρικό ρόλο έχουν και οι θρησκευτικές κοινότητες. Ανάλογα με τις κατευθύνσεις, τις οποίες αντλούν οι οπαδοί τους από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, μπορούν να στηρίζουν ή να υπονομεύουν, σε τοπικό, περιφερειακό ή παγκόσμιο επίπεδο, την ειρήνη. Απαραίτητο, λοιπόν, προαπαιτούμενο, για να γίνει η ειρήνη δυνατή, είναι η ειρήνη μεταξύ των θρησκειών.

    Το ζήτημα της ειρήνης μεταξύ των θρησκειών, που διαλέγονται με κατανόηση, είναι προφανώς πολύπλοκο και ασφαλώς δεν έχουμε καμία διάθεση συγκρητισμού. Ο αληθινός σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας κάθε ανθρώπινου προσώπου και της αξιοπρέπειάς του παραμένει το στέρεο θεμέλιο για ειρηνική συνύπαρξη. Υπάρχουν σπουδαία στοιχεία και ειρηνοφόρες εμπνεύσεις στα κοιτάσματα της διδασκαλίας των μεγάλων θρησκειών, τα οποία οφείλουν να εντοπισθούν με προσοχή, να χρησιμοποιηθούν και να αποβούν παραγωγικά για μία παγκόσμια ειρήνη. Οι ειρηνικές φωνές που βγαίνουν από τους πνεύμονες των παγκοσμίων θρησκειών πρέπει να ενταθούν και επίμονα να προβληθούν, με το κήρυγμα, την κατήχηση, τις διαλέξεις, με κάθε μορφή επικοινωνίας.

    Προς αυτή την κατεύθυνση συμβάλλουν ασφαλώς όλες οι πρωτοβουλίες για διάλογο μεταξύ των θρησκειών και των πολιτισμών. Και είμαστε ευγνώμονες σε όλους εκείνους που αγωνίζονται προς αυτή την κατεύθυνση, όλως ιδιαιτέρως στην Κοινότητα του Sant’ Egidio για τη συστηματική και εμπνευσμένη προσπάθειά της κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

    2. Η θρησκευτική συνείδηση με την ποικιλία των μορφών της έχει τη δυνατότητα να συμβάλλει με διαφόρους τρόπους στην ανάπτυξη ειρηνοφόρων τάσεων και, γενικότερα, την καλλιέργεια της ειρήνης σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο.

    Στα περισσότερα θρησκεύματα ευρίσκουμε: Πρώτον μία αναζήτηση για εσωτερική ειρήνη. Δεύτερον χαλίνωση της επιθετικότητας. Τρίτο κοινό χαρακτηριστικό είναι η επιδίωξη ειρηνικών σχέσεων με την ύψιστη Πραγματικότητα, είτε αυτή νοείται απρόσωπη είτε ως προσωπικός Θεός. Τέταρτον έχουν θεσμοθετηθεί από τις θρησκείες αρχές για να διευκολύνουν την ειρηνική συμβίωση μέσα σε κάθε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Και τέλος καταβάλλονται προσπάθειες για τη διατήρηση της ειρήνης πέρα από τη συγκεκριμένη θρησκευτική κοινότητα προς την ανθρωπότητα.

    Όλοι όσοι συνειδητά θρεσκεύουμε οφείλουμε να διερευνήσουμε και να προωθήσουμε μία ειρηνική θεολογία και ανθρωπολογία, αντλώντας από τον πλούτο των θρησκευτικών μας διδασκαλιών και από τις καλύτερες σελίδες της ιστορίας των θρησκευτικών μας παραδόσεων. Τονίζοντας συγχρόνως το καθήκον κάθε ανθρώπου να αντιτίθεται στη βία, και εργαζόμενοι για τη συμφιλίωση και τη διαρκή ειρήνη στην υφήλιο. Η νέα γενιά, όλως ιδιαιτέρως, χρειάζεται μία συνειδητή αγωγή ειρήνης, η οποία να τροφοδοτείται και να εμπνέεται από πνευματικές θρησκευτικές πηγές.

    3. Η αναζήτηση της ειρήνης προϋποθέτει σταθερή υπεράσπιση και ενδυνάμωση της δικαιοσύνης. Ανέκαθεν, ιδιαίτερα όμως στην εποχή μας, προβάλλει με εκρηκτικούς τρόπους η σχέση που έχει η ειρήνη με τη δικαιοσύνη. Ο δεσμός αυτός απαντά σε πολλά θρησκεύματα. Ειλικρινής πόθος για την ειρήνη σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο, εκφράζεται με την αληθινή επιθυμία και με αγώνα για τη δικαιοσύνη. Ένας άδικος κόσμος δεν μπορεί να είναι ειρηνικός. Σήμερα, ειρήνη και δικαιοσύνη έχουν προσλάβει ένα ακόμη συνώνυμο: ανάπτυξη. Και όλοι μας μπορούμε και οφείλουμε να συμβάλλουμε για την ανάπτυξη των πτωχότερων περιοχών. Η φτώχεια παραμένει ο χειρότερος τύπος βίας. Όταν οι άνθρωποι, κοντά μας ή μακριά μας, στερούνται των στοιχειωδώς αναγκαίων για την επιβίωσή τους, δεν είναι παράξενο να στραφούν προς άλλες κατευθύνσεις και να υιοθετήσουν άλλες ακραίες θρησκευτικές αντιλήψεις για τη επίτευξη μιας δίκαιης κοινωνίας και τη νοηματοδότηση της ζωής και του θανάτου.

    Πιο συγκεκριμένα, σχετικά με το πρόβλημα της τρομοκρατίας που δεσπόζει τα τελευταία χρόνια, θεωρούμε ότι οι δυτικές κοινωνίες, που διαθέτουν οικονομική, επιστημονική και στρατιωτική δύναμη, οφείλουν να προχωρήσουν σε μια δημιουργική αυτοκριτική. Να δουν καθαρότερα την ευθύνη και το χρέος τους στις νέες παγκόσμιες διαστάσεις. Η ειρήνη και η ασφάλεια, για την οποίαν όλοι μιλούμε, θα εξασφαλισθούν με τη φροντίδα για κοινωνική δικαιοσύνη και την ανάπτυξη των πτωχότερων κοινωνιών του πλανήτη. Θα είναι τραγικό, πνευματικά και πολιτικά, λόγω αμελείας ή υπεροψίας, να αφήσουμε να εξελιχθεί ένα νέο, πολύμορφο προλεταριάτο, το οποίο θα επαναστατεί βίαια, καταχρώμενο την πνευματική "ατομική ενέργεια" μιας συγκεκριμένης θρησκευτικής παραδόσεως.

    4. Κάτι που συχνά λησμονείται, -ενώ συνιστά τον πυρήνα της ειρήνης- και η θρησκευτική συνείδηση οφείλει να το επισημαίνει, είναι ότι η ειρήνη αρχίζει από μέσα μας, από το βάθος της υπάρξεώς μας. Συνδέεται με την ταπείνωση, τη συγγνώμη, την ελευθερία από το μίσος από την πικρία, τη ζήλεια. Ανθεί με τη διαρκή κοινωνία με τον Θεό της ειρήνης. Ιδιαίτερα το χριστιανικό νόημα της εσωτερικής ειρήνης είναι βαθύτερο και ευρύτερο από την απάθεια των Στωϊκών. Δεν περιορίζεται στην αδιαφορία για ότι συμβαίνει γύρω μας. Διαφυλάσσοντας την εσωτερική μας ειρήνη θα είμαστε ικανοί να ζούμε με τους άλλους «εί δυνατόν τό ἐξ ημῶν (ὑμῶν), μετά πάντων ανθρώπων εἰρηνεύοντες» (Ρωμ. 12,18).

    5. Σε τελευταία ανάλυση, το αντίθετο της ειρήνης δεν είναι ο πόλεμος αλλά ο εγωκεντρισμός: ο ατομικός, ο συλλογικός, ο εθνικός, ο φυλετικός. Αυτός επιστρατεύει τις ποικίλες μορφές βίας, που δολοφονούν με διαφόρους τρόπους την ειρήνη. Αυτός είναι ο εμπνευστής και τροφοδότης των μεγάλων ή μικρότερων συγκρούσεων, αυτός τις πυρπολεί με μίση διαρκείας.

    Το αντίδοτο στον εγωισμό δεν αποτελούν οι γενικόλογες ηθικές συμβουλές και παροτρύνσεις. Ούτε οι νομικές διατυπώσεις και οι μηχανισμοί καταστολής. Αλλά η ενδυνάμωση της αγάπης. Μιας πολυδιάστατης αγάπης, έμπρακτης, ανιδιοτελούς, που δεν περιορίζεται από σύνορα, προκαταλήψεις και κάθε είδους διακρίσεις. Εδώ βρίσκεται η τεράστια δυνατότητα και συμβολή μιας υγιούς θρησκευτικής συνειδήσεως. Αυτή, ακόμα και σε συνθήκες μακροχρονίων συγκρούσεων, χαρίζει τη δύναμη της συγχωρητικότητος και της συμφιλιώσεως. Η δύναμη της αγάπης τελικά νικά την αγάπη για δύναμη, η οποία καταστρέφει την ειρήνη.

* * *

    Καθένας μας, ανάλογα με τις θρησκευτικές καταβολές του, καθοδηγείται στον αγώνα για την ειρήνη. Και από αυτή την προσωπική πίστη αντλούμε έμπνευση και δύναμη. Ιδιαίτερα σε όσους ακολουθούν μονοθεϊστικές θρησκείες, δεσπόζει η βεβαιότητα ότι η ειρήνη είναι δώρο του Θεού. Και ότι ο άνθρωπος καλείται να το προσλάβει και να συνεργήσει στην ενδυνάμωσή του, με σεβασμό προς κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, ανεξαρτήτως πολιτικών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων.

    Ελπίζω ότι, μέσα ἀπό τις εισηγήσεις, τις συζητήσεις και τον γενικότερο προβληματισμό του Συνεδρίου μας, θα αντλήσουμε πολύτιμο υλικό για πληρέστερη εμβάθυνση στο κρίσιμο θέμα της ειρήνης, των προϋποθέσεων και των δυνατοτήτων για την επίτευξή της• ακόμη και έμπνευση για να συνεχίσουμε με μεγαλύτερο ενθουσιασμό να είμαστε εργάτες ειρήνης. Με τη βεβαιότητα ότι «μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοί υἱοί Θεοῦ κληθήσονται» (Ματθ. 5:9).

    Ο αγώνας για την ειρήνη βαθειά μέσα μας, στο φυσικό περιβάλλον, στην κοινότητά μας, σε όλον τον κόσμο είναι πρωταρχικό μας καθήκον. Και στον 21ο αιώνα θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχική μας μέριμνα, με τη βεβαιότητα ότι ο Θεός είναι ειρήνη. Ο Θεός είναι πάντοτε με τους ειρηνοποιούς, εμπνέοντας και ενισχύοντάς τους στις προσπάθειες και τους αγώνες τους για την ειρήνη. 

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ΟΙ ΓΡΑΦΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΥΤΙΜΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

«Ἀπ᾿ ἐκεῖ ἡ γείτων Σκόπελος μὲ ὅλην τὴν  ἀμπελοφύτευτον περιοχὴν τοῦ Δήμου Γλώσσης...» Αλ. Μωραϊτίδης



Στὸν  λόγιο τῆς Γλώσσας, καὶ ὄχι μόνο, τὸν ἐκπαιδευτικὸ κ. Βασίλειο Λαρυγγάκη, ποὺ ἔζησε τὴν δόξα καὶ τὸ μαρασμὸ τῆς ἀγροτικῆς καλλιέργειας τοῦ χωριοῦ του κι ὄχι μόνο... 
 Τὶς «κουρκοῦτες» θυμήθηκα κι ἄς εἶναι ἀκόμα «ἀσένιο» τὸ καλοκαιρινὸ τὸ τοπίο, ποὺ μὲ θερινὴ  ἀνεμελιὰ ἁπλώνεται πάνω τὸ νησί. «Τσ’κουρκούτις», ὅπως τὶς λέγανε οἰ παλιοί, ἐκεῖνοι οἱ νοικοκυραῖοι δηλαδή, ποὺ ὁλόχρονα φροντίζανε τ᾿ ἀμπέλια τους γιὰ νὰ φτάσουν αὐτὲς οἱ ἱερὲς τοῦ τρυγητῆ οἱ μέρες, ὥστε νὰ σηκωθεῖ ὀ καρπὸς ἀπὸ τὰ κλήματα, νὰ συγγεντρωθεῖ καὶ νὰ πάει ὕστερα γιὰ νὰ πατηθεῖ, νὰ γίνει μοῦστος, νὰ γίνει «κουρκούτ», νὰ γίνει κρασί, νὰ γίνει «λάγγιρους». Φυσικὰ ὄχι ἔτσι ἁπλᾶ, γιατὶ τὸ καθ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ παραπάνω ἀπαιτοῦσε μαστοριὰ καὶ προπάντων ὑπομονή. 
Μὲ πόση καλὴ θέληση, λοιπόν, καὶ γιὰ τὸ καλὸ ἑτοίμαζαν οἱ παλιὲς νοικοκυρὲς «τσ’κουρκούτις». Ποὺ γιὰ νὰ γίνουν χρειάζονταν μεγάλος ἀγώνας καὶ κούραση. Γιατὶ δὲν ὑπῆρχαν τότε τὰ μέσα ποὺ διαθέτουν οἱ σημερινὲς νοικοκυρές. Ἔτσι ἔπρεπε πρῶτα-πρῶτα νὰ φτιάξουν τὸν «καταστατό», τὸ νισεστὲ δηλαδή, ἀπὸ μουσκεμένο σιτάρι καὶ μάλιστα «σιδηρόσταρου». Μετὰ τὰ ἑτοιμάσουν «τ᾿ ἀγγειά», δηλαδή τὰ καζάνια-μικρὰ καὶ μεγάλα- τ᾿ ἀλέμια (γιὰ νὰ σουρώσουν τὸ βρασμένο μοῦστο), «τσ᾿ κτάλις»( κουτάλες γιὰ τὸ ἀνακάτεμα), τὴν κοσκινισμένη στάχτη,  ἀλλὰ καὶ τὰ πιάτα, τὶς πιατέλες, ἀκόμα καὶ τὰ «φιλτζουτσάνακα», τὰ κικρὰ τὰ πιατάκια τοῦ καφέ. Φυσικὰ εἶχαν σπάσει τὰ ἀμύγδαλα, τὰ εἶχαν ἀσπρίσει καὶ περίμεναν νὰ κενωθοῦν οἱ κουρκούτις καὶ νὰ τὰ τρίψουν γιὰ νὰ στολίσουν τὰ πιάτα.
Ὅμως ἄς πάρουμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Γιὰ νὰ γίνει καλὴ καὶ περισσότερο ἀσπροδερὴ κουρκούτη ἔπρεπε νὰ σταφύλια «νὰ εἶνι ἀσπρόϊα» καὶ διαλεχτά. Αὐτὰ τὰ πατοῦσαν λοιπόν μέσα σὲ μαστέλες, σὲ πατητήρια δηλαδή, ξύλινα σὲ σχῆμα ὠοειδές. Τὰ πατοῦσαν μέσα σὲ τσουβάλι καθαρό, ποὺ τὸ εἶχαν γιὰ τὸ σκοπό αὐτό. Μάλιστα ἡ μαστέλα ἔπρεπε νὰ ἔχει κάποια κλίση, ὥστε ὁ μοῦστος νὰ μαζεύεται στὸ κάτω μέρος τοῦ πατητηριοῦ. Ἀπὸ κεῖ δὲ τὸν μάζευαν καὶ τὸν ἔριχναν στὸ καζάνι ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τὸ βάλουν στὴ φωτιὰ νὰ βράσει. Μόλις, λοιπόν, συγκεντρώνονταν μιὰ ποσότητα ἀμέσως ἡ νοικοκυρὰ «ἔκοβε» τὸ μοῦστο μὲ τὴ στάχτη καὶ στὴ συνέχεια τὸν ἔβαζε στὴν τσιροστιά, ποὺ ἦταν ἤδη ἕτοιμη μαζὺ μὲ τὴ φωτιὰ ποὺ ἔκαιγε.
Τὸ βράσιμο τώρα ἔπρεπε νὰ πάρει τὴν ὥρα του, γιὰ νὰ γίνει καλὴ δουλειά. Μάλιστα, σὲ τακτὰ διαστήματα μ᾿ ἕνα κρασοπότηρο παίρνανε μικρὴ ποσότητα βρασμένου μούστου, τὸ ἀφήνανε λίγο καὶ μετὰ τὸ κοιτοῦσαν στὸ φῶς νὰ δοῦν ἄν εἶναι ἐντάξει τὸ προϊόν.  Ἔτσι, μόλις καταλάβαιναν ὅτι ἦταν ὥρα νὰ κατεβάσουν τὸ καζάνι, τὸ ἄφηναν λίγο γιὰ νὰ κατακαθίσει ἡ στάχτη  καὶ μετὰ μὲ μεγάλη προσοχὴ τὸ σουρώνανε μὲ λεπτὸ ἀλέμι σὲ ἄλλο καθαρὸ καζάνι.  Γιατὶ ἔπρεπε νὰ μὲ μείνουν ἴχνη τῆς στάχτης καὶ περισσότερο νὰ πάρει ὁ μοῦστος χρῶμα  ἀνοιχτὸ σταχτόχρυσο κι ὄχι σκοῦρο.
Τὸ νὰ βράσεις κουρκούτη δὲν εἶναι διόλου εὔκολη ὑπόθεση. Γιατὶ χρειάζεται μεγάλη ὑπομονή, ἐπειδὴ ἀπαιτεῖται συνεχὲς «ἀνακάτωμα», ὥστε νὰ μὴ κολλήσει καὶ τσικνώσει. Γι᾿ αὐτὸ καὶ φρόντιζαν οἱ νοικοκυρὲς νὰ ἔχουν σιγανὴ φωτιά - ὄχι, δὲν διέθεταν ἠλεκτρικὲς κουζίνες τότε. Πάνω στὴ φωτιὰ μὲ διαλεγμένα ξύλα γίνονταν ὅλα. Ἔτσι, πρόσεχαν πότε ἀρχίζει νὰ βράζει, πότε πήζει καὶ πότε εἶναι ἕτοιμη. Γι᾿ αὐτὸ κὰι τὴ δοκίμαζαν πρῶτα μὲ ἕνα κουτάλι, ὥστε νὰ δοῦν πότε ἔπρεπε να τὴν κατεβάσουν. Κι ὅταν ἔφτανε ἐκείνη ἡ ὥρα,  προσεχτικὰ τὴν κένωναν στὶς πιατέλες καὶ στὰ πιάτα μὲ προσοχή. Φυσικὰ τὸ ὑπόλοιπο δὲν πήγαινε χαμένο, γιατὶ κάποιος ἔπρεπε νὰ γευτεῖ καὶ τὰ ἐπιλοιπόμενα, πού, εἶναι ἀλήθεια, τρώγονταν τόσο εὐχάριστα πασπαλισμένα  μὲ κανέλλα..
Σχεδὸν κάθε σπίτι ἑτοίμαζε τὶς πιατέλες ἤ τὰ μεγάλα πιάτα ποὺ προορίζονταν γιὰ «τὰ σζμπιθιρειά». Τὰ πεθερικὰ τῆς κόρης τους π.χ., ἀλλὰ καὶ τοὺς συγγενεῖς, μὲ τοὺς ὁποίους ἀντήλασσαν πιάτα. Φυσικὰ κι ἐδῶ ὑπῆρχε τὸ στοιχεῖο τοῦ ὑγιοῦς ἀνταγωνισμοῦ, χωρὶς παρεξηγήσεις καὶ παραπανίσια λόγια. Ἐκτὸς τῶν σχολίων...
-Ἀρή, μαύρ᾿ σκουτνὴ τ᾿ ἔκαμι ντ᾿ κουρκούτ; Φοβίθκις, ἀρὴ νὰ νὴ στραγγίσεις κι ἄλλου;
Πράγματι, ἡ τέχνη τῆς κουρκούτης ἦταν πολύ ἀπαιτητική. Δὲ χρειαζόταν βιασύνη καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀπὸ  «ἀσπουστάφλα» ὁ μοῦστος, δηλαδή, ἀπὸ σταφύλια ραζακιά, κουντοῦρες, ἀσπριδίτσις,  μοσχᾶτα κ. ἄ.
Ἔπειτα ἦταν ἡ τέχνη τοῦ βρασίματος, ἀλλὰ καὶ τοῦ στραγγίσματος τοῦ μούστου. Τέλος, γιὰ νὰ μὴ γίνει ἡ κουρκούτ’ «μὶ ζγρουμπόλια», δηλαδὴ μὲ μικρὰ κομμάτια τοῦ καταστατοῦ ἄβραστα καὶ σκληρά, χρειαζόταν συνεχὲς καὶ προσεχτικὸ ἀνακάτεμα, μέχρι νὰ γίνει κρεμώδης καὶ ρευστός.
Τέλος, δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε καὶ «τς᾿ ἀρμαθις» ποὺ γίνονταν τότε, μὲ τὴν ἑτοιμασία τῆς κουρκούτης.
Τί ἦταν τώρα  «οἱ ἀρμαθις». 
Γιὰ νὰ ἔχουν τὸ χειμώνα τὰ παιδιὰ κυρίως κάτι νὰ φᾶνε -γιατὶ ὄχι καὶ οἱ μεγαλοι τὶς ἀτελειωτες νύχτες;- σκέφτηκαν νὰ κάνουν καὶ ξερὲς κουρκοῦτες, μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο.
Πρῶτα-πρῶτα, ὅταν περίσσευαν κάποια πιάτα καὶ ξερενόταν κάπως ἡ κουρκούτη, τότε τὴν  κόβανε σὲ σχῆμα ρόμβου καὶ τὴν τοποθετοῦσαν πάνω σὲ τελάρα νὰ ἀποξηρανθεῖ.
Μετὰ «μεπλόνιαζαν κοκόσες» ἀπὸ ἀμύγαλα ἤ καρύδια καὶ αὐτὸ τὸ σχῆμα λαμπάδας τὸ βουτοῦσαν μέσα στὴ φρεσκοβρασμένη κουρκούτη καὶ μετὰ τὸ κρεμοῦσαν σὲ σκιερὸ μέρος στὸ χαγιάτι νὰ ξεραθεῖ. Πρέπει νὰ σημειώσουμε δέ, πὼς ἡ ἐμβάπτιση τῆς ἀρμάθας στὴν φρέσκια κουρκούτη γινόταν μιὰ καὶ δυὸ φορές, ὄχι πάντα τὴν ἴδια μέρα. Κι αὐτό, γιατὶ  ἔπρεπε ἡ ἀρμάθα νὰ μὴν εἶναι στεγνή, ἀλλὰ «χουρταστ’κή».
Σήμερα ἡ ἀμπελοφύτευτος περιοχὴ τῆς Γλώσσας καὶ τοῦ Κλήματος ἀπόμεινε ἀγαθὴ ἀνάμνηση, ὅπως ἀνάμνηση ἀπόμεινε κι ἡ «καλλιστάφυλος» -κατὰ τὸν μεγαλο Δαπόντε- νῆσος Σκόπελος... Καὶ μαζὺ μ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ ἐκεῖνες οἱ ἀλησμόνητες κουρκοῦτες. 

Related Posts with Thumbnails