© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «ΔΩΡΑ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΛΑ | ΚΑΙ ΕΜΟΡΦΑ ΚΡΑΤΕΙ (Ο ΜΑΪΟΣ)»

[Χαρακτικό: Βάσω Κατράκη]
Ἀπὸ τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα δῶρα ποὺ φέρνει ὁ μῆνας Μάϊος, ἡ κορύφωση τῆς Ἀνοίξεως, εἶναι καὶ οἱ χαρισματικές εὐωδιές του, ποὺ ἀναπαύουν τὴν ἀνθρώπινη ψυχή, ποὺ τῆς χαρίζουν τὴν εὐλογία τοῦ Δημιουργοῦ καὶ τὴν ἐπίγνωση τι φύση, ὡς Δῶρο Θεοῦ, στέλνει στὸν καθένα ποὺ θὰ τὴν ἐπισκεφτεῖ τὰ πρόσφορα τῆς φροντίδας της γιὰ τὴ συνέχιση τῆς ζωῆς. Γι᾿ αὐτό, ἄν προσέξει ὁ κάθε συνειδητὸς φυσιολάτρης καὶ ἄνθρωπος ποὺ σέβεται τὸν κόσμο, τὴν μορφιὰ δηλαδὴ ποῦ εἶναι σπαρμένη γύρω μας, θὰ διαπιστώσει ὅτι ὁ κάθε μῆνας ἔχει καὶ τὰ δικά του στολίδια, τὶς δικές του εὐωδιές καὶ προσφορές. Ἀκόμα καὶ μέσα στὸ χειμῶνα, ἄν ψάει, θὰ βρεῖ ὁ ἄνθρωπος τὰ θαυμάσια χόρτα τοῦ ἀγροῦ, ποὺ ἀνασταίνουν τὴν ψυχὴ μὲ τὸ ἄρωμά τους.
Ἔτσι κι ὁ Μάϊος, ὁ πλούσια ἀνθοστολισμένος μῆνας, ποὺ ἀπὸ τὶς εὐωδιὲς τῆς Κατανύξεως τῆς Μ. Ἑβδομάδας μᾶς φέρνει σιμὰ στὶς ἄλλες εὐωδιές, ἐκεῖνες τῆς νοίξεως ποὺ ριμάζει πιά. Καὶ πόσες δὲν εἶναι αὐτές!!!
Ἐπίτηδες καταφεύγω στὸν ἀείμνηστο καὶ πάντα ἀγαπημένο μου Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη, γιὰ νὰ θυμίσω κάποιες ἀπὸ τὶς εὐλογίες ποὺ μᾶς κομίζει ὁ Μάης. Κι οἱ εἰκόνες αὐτές, ποὺ εἶναι παρόμοιες μὲ αὐτὲς ποὺ ζήσαμε, θὰ πρέπει νὰ πληροφορηθεῖ ὁ ἀναγνώστης, πὼς εἶναι ἀπὸ τὴν ἀπέναντι Σκιάθο...
«Τώρα τὸν Μάϊον, τὴν ἔβλεπον [τὴ θειά-Ζωΐτσα] νὰ κουβαλῇ εἰς τὴν πτωχικήν της οἰκίαν τὰ ὡραῖα ἐκεῖνα λευκὰ καὶ μεγάλα σκόρδα, εἰς μακροὺς ὁρμαθούς, τὰ ὁποῖα μόνη τῆς ἐκαλλιέργει.... Τὴν ἔβλεπον νὰ φέρῃ με τὰ κοφίνια ἐκεῖνα τὰ σπάνια πλατοκούκκια, τρυφερὰ καὶ μεγάλα, εὐωδιάζοντα ἄνοιξιν, καὶ τὶς εὔμορφες στρογγυλὲς καὶ βυσσινοβαμμένες ἀγγινάρες.... Τὴν ἔβλεπον νὰ φορτώνεται ἀβασταγιὲς τὸ πρωὶ μὲ τὴν δρόσον τὰ τρυφερὰ μάραθα καὶ τὰ δροσόπλαστα κρεμμυδάκια καὶ τὸ εὐῶδες ἡδύοσμον, ποὺ εὐωδίαζεν ὁ δρόμος ὅταν περνοῦσε....».
Ὅμως ἄς θυμηθοῦμε καὶ τὰ ἐδέσματα ποὺ εὐωδίαζαν τὶς γειτονές, τὰ μαγιάτικα ἐδέσματα, ὅπως τὰ ὑπέροχα «ἀγγιναρουκούκια» μὲ φρέσκο, δροσερὸ ἄνιθο, μαραθο καὶ κρεμμύδι φρέσκο μαγειρεμένα. Ἤ τὶς «ἀγγινάρες μὲ τὸ ρύζι» καὶ σιμὰ σ᾿ αὐτὰ τὰ περίφημα «γιαπράκια», μὲ τὰ φύλλα τὰ πρῶτα τῆς ἀνοιχτοπράσινης κληματαριᾶς.
Κι ἀφοῦ γίνεται λόγος γιὰ τὶς ἀγγινάρες, ποιὸς δὲ θυμᾶται τὸν ἑαυτό του νὰ «ξεφυλλίζει» τὴν τρυφερὴ ἀγγινάρα καὶ τὴν τρώει ὠμή... Ἰδίως ἐκείνη ἡ «καρδιά»... Τὶ γλυκύτητα ἄφηνε στὸ στόμα καὶ ... «γιώσιμο» στὰ δάχτυλα.
Φυσικὰ δὲ λείπανε καὶ τὰ βλαστάρια μὲ τὰ μάραθα καὶ τούς κεφαλάδες, ποὺ ὅταν τὰ βράζανε μοσχοβολοῦσε ὁ τόπος. Μάλιστα, τὶς μέρες τὶς πασχαλινὲς τὰ συνδύαζαν μὲ ἀβγὰ καὶ τυρὶ φρέσκο. Καὶ τ᾿ ἀβγά, γιὰ νὰ βράσουν, τὰ ρίχνανε μέσα στὸ θερμό, ἀφοῦ βγάζανε τὰ βρασμένα τὰ χόρτα. Κι ἔπαιρναν μιὰν εὐωδιά....
Μὲ τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν, ξεχάστηκαν πολλὰ καὶ χρήσιμα. Γιατὶ οἱ νέοι ρυθμοὶ ζωῆς, ἀπαίτησαν ἀπὸ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο νὰ λησμονήσει ἀκόμα καὶ τὰ εὐωδιαστὰ «ἀγγιναροκούκια», θυσιάζοντάς τα στὸ βωμὸ τῶν fastfood. Ἀλίμονο, δηλαδή. 

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ ΟΙ ΕΥΕΡΓΕΣΙΕΣ

(Λιτὸ δοκίμιο ψυχωφελείας)
Στὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Φιλαδελφείας κύριον Μελίτωνα, μὲ ὅλο μου τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ἀγάπη

Τώρα τὸ θέρος, μιὰ εὐλογημένη καταφυγὴ τὰ βαθειὰ πρωϊνὰ ἤ τὰ ζεστὰ ἀπογεύματα, εἶναι κι ὁ κῆπος. Τὸ μικρὸ μποστάνι δηλαδὴ ποὺ ἑτοιμάζει ὁ κάθε φιλότιμος καὶ δεμένος μὲ τὴ γῆ καλλιεργητής: Ἐρασιτέχνης ἤ καὶ ἐπαγγελματίας, καὶ ἀνάφερα τὴ λέξη εὐλογημένη, γιατὶ ὄντως ἡ κηπουρικὴ εἶναι ἕνα μέγιστο μάθημα καὶ παράλληλα μιὰ ἰδιότυπη προσπάθεια τοῦ καθενός μας γιὰ ψυχαγωγία, γιὰ ἀναψυχή. Διότι ἡ σιωπηλὴ ἐργασία ποὺ γίνεται κατὰ τὴν καλλιεργεια τοῦ κήπου, εἶναι τὸ δίχως ἄλλο μιὰ εὐεργετικὴ προσπάθεια γιὰ παρατήρηση τοῦ μέσα μας κόσμου, ἀφοῦ δίνεται ἡ εὐκαιρία στὸν ἐργαζόμενο νὰ σκέφτεται καὶ συνάμα νὰ σπουδάζει τὸ γεγονὸς τῆς δημιουργίας. Μιᾶς δημιουργίας ποὺ κρύβει μέσα της ἀγωνία, κόπο, μεράκι καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα ἀγάπη γιὰ τὸ ἀντικείμενο. Γιατὶ ἄν δὲν ἀγαπήσεις τὸν κῆπο, ἄν δὲ λατρέψεις τὰ φυτὰ ποὺ καλλιεργεῖς μὲ προσοχή καὶ προσευχή, τότε χάνεις μιὰ μεγάλη εὐκαιρία γιὰ ἀνανέωση τοῦ εἶναι σου. Διότι ὁ κῆπος εἶναι ἕνας μικρόκοσμος καὶ μάλιστα πολὺ πειθαρχημένος στὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Δημιουργοῦ. Γιατὶ θέλει τὴ σωστὴ καλλιέργεια, ὅπως ἡ ψυχὴ τοῦ καθενός μας, τὴν ἐκρίζωση τῶν ζιζανίων, τὴν τροφὴ καὶ τὸ πότισμα. Ὅπως ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται τροφὴ καὶ νερὀ, ἔτσι καὶ τὰ φυτά.
Εἶναι βέβαιο πὼς τὰ ραγάνια τὰ θερινά, οἱ ζεστοὶ καὶ βίαιοι ἄνεμοι καταστρέφουν κάθε ἰκμάδα, κάθε τι ποὺ «θὰ φέρη καρπόν». Ὅπως καὶ στὸν ἄνθρωπο: κάθε τι τὸ βίαιο καὶ πειρασμικό, βλ. ἔντονες οἰκογενειακὲς ἤ καὶ τοῦ περιβάλλοντός σου ἀνατροπές, ποὺ ἀποσυντονίζουν τὴν κάθε δραστηριότητα καὶ πισογυρίζουν τὰ πράγματα. Τότε εἶναι ποὺ ἀπαιτεῖται νὰ στερεωθεῖ ὁ κῆπος μὲ γερὰ ὑποστηρίγματα, νὰ προφυλαχτοῦν τὰ φυτά, νὰ γίνει προσπάθεια, ὥστε οἰ ἀπώλειες νὰ εἶναι λιγοστές. Ὅπως καὶ ὅταν μέσα στὸ σπίτι ξεσπάσει μιὰ δοκιμασία μεγάλη ποὺ σείει τὸ σπίτι ἀπὸ τὰ θεμέλιά του-μιὰ ἀρρώστια, ἕνα διαζύγιο, κάποιος θάνατος. Τὸτε εἶναι ποὺ χρειάζονται τὰ στηρίγματα, τότε εἶναι ποὺ ὠφελεῖ ἡ καλλιεργημένη ψυχὴ ἡ δίχως ζιζάνια καὶ πειρασμούς νὰ τὴν παιδέψουν ἀκόμα περισσότερο, νὰ τὴ διαλύσουν δηλαδή. Γιατὶ κῆπος εἶναι κι ἡ ψυχή. Κῆπος ποὺ θέλει καλλιέργεια καὶ συνεχὴ ἐπιστασία. Πρέπει ὁ κάθε συνειδητὸς ἄνθρωπος νὰ εἶναι, ὅπως κι ὁ σωστὸς κηπουρὸς μὲ τὴν ἀξίνα καὶ στὸ σκαλιστήρι. Νὰ φρερσκάρει τὸ χῶμα, ὥστε ν᾿ ἀναπνέουν οἱ ρίζες, νὰ ξεριζώνει τὰ ζιζάνια, νὰ εἶναι τὸ ἔδαφος ὅσο γίνεται πιὸ εὔφορο. Τὸ ἴδιο καὶ στὴν ψυχή ἀπαιτεῖται: νὰ γίνεται συχνὸς ἔλεγχος, ὥστε νὰ μὴν βρίσκουν εὐκαιρία καὶ πληθύνουν τὰ ζιζάνια. Κι ἐδῶ εἶναι ποὺ χρειάζεται, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν αὐτοπαρατήρηση κι αὐτὸ ποὺ λένε οἱ Νηπτικοὶ λεγόμενοι Πατέρες: Ἡ φυλακὴ τῆς καρδίας διὰ τῆς ἀδιαλείπτου εὐχῆς, διότι «Ὀνόματι Ἰησοῦ μάστιζε πολεμίους» (Ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος).
Ὅπως ἀπαιτεῖται στὴν κηπουρικὴ κι ἡ προλαμβάνεται ἡ ἰοβόλος ἐπίθεση κάποιων ἀσθενειῶν τῶν φυτῶν μὲ διάφορα φυτοϊατρικὰ μέσα (π.χ, θειάφι, χαλκὸς κ.λ.π), ὅπως γίνεται καὶ μὲ τὸ ἀδιάψευστο φάρμακο τῆς ἀθανασίας, τὴ Θεία Κοινωνία, νὰ καταπολεμεῖται κάθε ἰοβόλος ἐπίθεση. Φυσικὰ γιὰ ὅσους τὸ ἐμβιώνουν...
Ἄν ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ κηπουροῦ εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν προετοιμασία τοῦ κήπου καὶ τὴν ἀναμονὴ τοῦ καρποῦ τῶν ἔργων του, «γιὰ τὸν κάθε πιστὸ ὅλη του ἡ ζωὴ εἶναι μιὰ προετοιμασία γιὰ τὴ Θεία Κοινωνία»( π. Ἀλ. Σμέμαν) .
Μόνο ποὺ ἀπαιτεῖται νὰ γίνουν σωστά, κι ἡ καλλιέργεια κι ἡ ὅλη προετοιμασία.
Ἀλήθεια, πόσα ἀγαθὰ μᾶς παρέχει ὁ Θεὸς γιὰ καταρτισμὸ καὶ συνεχῆ μαθητεία, κι ἐμεῖς οὔτε ποὺ τὰ καταλαβαίνουμε... Γιατὶ τάχα;

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

Για το βιβλίο «Θεοδόσης Πυλαρινός. Το λεύκωμα της Ειρήνης Α. Δεντρινού» (εκδ. Ειρμός, 1989)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Το βιβλίο του Θεοδόση Πυλαρινού, που αναφέρεται στο Λεύκωμα της Ειρήνης Α. Δεντρινού, φαίνεται σαν συμπλήρωμα του προσφάτως εκδοθέντος  από το Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη (2014), με τον τίτλο Ειρήνη Α. Δεντρινού, Τα διηγήματα,  όπου αναλύεται η προσωπικότητα και το διηγηματικό έργο της συγγραφέως. Και τούτο διότι σ’ αυτό, στο «Λεύκωμα», μας δίνεται μια άλλη δραστηριότητα, πιο ανάλαφρη,  ίσως,  της Κερκυραίας συγγραφέως.

Η Δεντρινού προέρχεται από σπουδαία οικογένεια. Πατέρας της ήταν ο αστός Γεώργιος Ζαβιτσιάνος, μητέρα της η αριστοκράτισσα Έλενα, κόρη του Βέγια, Βούλγαρη, σύζυγός της ο πολιτευτής Ανδρέας Δενδρινός. Σ’ αυτό το περιβάλλον έζησε, μορφώθηκε και συναναστράφηκε πολλές σημαντικές προσωπικότητες, ανάμεσα στις οποίες ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, ο Λορέντζος Μαβίλης, η φεμινίστρια Καλλιρρόη Παρρέν. 

Στον τόμο με τα Διηγήματα ο αναγνώστης θα βρει μια πλούσια και τεκμηριωμένη εισαγωγή για την λογοτέχνιδα. Στο λεύκωμα, που έχει, εκδοτικά, προηγηθεί είκοσι τρία χρόνια θα βρει εξ ίσου σημαντικό υλικό, σε μια πιο  ανάλαφρη εκδοχή πνευματικής ενασχόλησης εκείνης των Διηγημάτων. Είναι το είδος που είχε τη σφραγίδα της γυναικείας αποκλειστικά δημιουργίας,  μέσο διασκέδασης «πρώτης ανάγκης», και χώρος συναισθηματικής εκτόνωσης, κυρίως για τις γυναίκες, επειδή ήταν κοινωνικά περιορισμένες. Φυλλομετρώντας ένα λεύκωμα του παλιού καιρού ανακαλύπτουμε θησαυρούς. Ο Πυλαρινός μάς δίνει την εξέλιξή του από τον 16ο αιώνα στη Γαλλία και εξής. Διασχίζει την εποχή του ρομαντισμού του 19ου  αι. και φτάνει στην εκπνοή του,  προς το τέλος του αιώνα, στη γενιά του 1880. Συν τω χρόνω, δηλαδή, με τις κοινωνικοπολιτικές και καλλιτεχνικές αλλαγές, ο ρόλος του εξαφανίζεται.  Τα λευκώματα τελείωσαν με το πέρας της ρομαντικής εποχής και όσα παρέμειναν το οφείλουν στους επιφανείς που τα έγραψαν σ’ αυτά, κυρίως γυναίκες.  Ο Ψυχάρης τα θεωρεί καθαρά γυναικείο χώρο, ο Λ. Πολίτης συμφωνεί πως οι κυρίες και οι δεσποινίδες της καλής κοινωνίας κρατούσαν λεύκωμα και ο Ραγκαβής υποστηρίζει πως λευκώματα κρατούσαν γυναίκες όλων των ηλικιών. Σ’ αυτά έγραφαν ποιητές και καλλιτέχνες, πολιτικοί, επιφανείς και μη. Οι αφανείς, συχνά, επεδίωκαν να φιγουράρει το όνομά τους  πλάι στα ονόματα των επιφανών.  Οι κανόνες του παιχνιδιού επέτρεπαν να κολληθεί και ταχυδρομημένο αυτόγραφο  σε σελίδα του λευκώματος, πράγμα που στην Δεντρινού συμβαίνει συχνά. Συχνό φαινόμενο, επίσης, ήταν και οι πνευματικοί διαξιφισμοί. Αφιερώσεις, γνώμες, στίχοι καταχωρίζονται ενυπογράφως. Γλώσσα είναι η καθαρεύουσα, εφόσον το λεύκωμα ήταν δημιούργημα του ρομαντισμού, ωστόσο, και η δημοτική με «ευδιάκριτη πάλη»,  δίνει τον αγώνα της στη μικρογραφία της εποχής.

Κι επειδή ο ρομαντισμός που εξέθρεψε το λεύκωμα,  εκφράστηκε ως ποίηση, σε αντίθεση με την πρόζα, η ποίηση είναι περισσότερη. Ο Αχιλλέας Παράσχος παίζων, συνθέτει «Αισθήματα, πλην έμμετρα, ουχί πεζά· εχθαίρει/ το πεζικόν». Ο Ραγκαβής αρνούμενος να γράψει, συνθέτει: «Στίχους ζητείς; αδυνατεί ο νους μου προς ποιήσεις./ Είναι βωβός ο θαυμασμός, το αίσθημα επίσης» (όπου βέβαια  με τη φράση «προς ποιήσεις» αφήνει να εννοηθεί ότι δεν μπορεί να προσποιηθεί).  Ο Σ. Περρής επίσης: «… φυλλολογών το λεύκωμα ως περασμένους χρόνους/ θέλεις μετρή τετράστιχα μ’ απηυδησμένους στόνους» (όπου ο ποιητής με τη μετοχή «φυλλολογών» τραμπαλίζεται ανάμεσα στο φιλολογώ και φυλλομετρώ αφήνοντας να εννοηθεί η ανία του). Όσον αφορά τον πεζό λόγο των λευκωμάτων αυτός αποτελείται από γνώμες, αποφθέγματα, ευχές, αφιερώσεις.  Αναφέρονται δύο επιφανή λευκώματα. Το ένα είναι της Ευρυδίκης και το άλλο του Ολιβιέ. Το δεύτερο περιέχει γνώμες, ρητά και άλλα αντιπροσωπευτικά αξιωμάτων, λειτουργημάτων και επαγγελμάτων διαπρεπών ανδρών. Με το τέλος του ρομαντισμού κάνει την εμφάνισή της δυναμικά και η σάτιρα. Ωστόσο, η μελαγχολική διάθεση, η αγωνία μπροστά στο κενό, η αποδημία, η μετανάστευση, ο χωρισμός, δεν υποχωρούν. Φυσικά και  η νοσταλγία των περασμένων: «Πίνε τσάι με λεμόνι κι ενθυμού μη με λησμόνει». Ο Πυλαρινός κατατάσσει τα περιεχόμενα σε δεκατρείς κατηγορίες μεταξύ των οποίων τα Περί έρωτος και αγάπης,  Περί πατρίδος, Περί θανάτου, Η νιότη και τα γερατειά, Το παρελθόν και το παρόν, σκέψεις, γρίφοι, ζωγραφικά έργα και πολλά άλλα.

Η Ειρήνη Α. Δεντρινού, μορφωμένη, και γλωσσομαθής, συνεργάτης στην Εφημερίδα των Κυριών της Παρρέν, μυημένη στον φεμινισμό, με κύκλο επιφανών γύρω της, αρχίζει να κρατά Λεύκωμα  με πρώτη καταγραφή στις «12 του θεριστή του 1899»  και τελευταία  στις 12-7- 1917. Στο διάστημα των δεκαέξι χρόνων θα γίνουν σ’ αυτό πολλές και σημαντικές  καταγραφές. Στο λεύκωμα υπάρχουν καταγραφές και από την Καλαμάτα, όπου  ταξίδεψε η Δεντρινού, αλλά, όπως είπαμε,  συμπληρωνόταν  και δι’ αλληλογραφίας. Εκεί,  λοιπόν, ο «φυλλογολών», ήτοι ο φυλλομετρών,  θα βρει αφιερώσεις πεζογράφων και αποσπάσματα από το έργο τους, ποιήματα (του Παλαμά π.χ.),  λογοπαίγνια με το όνομα, επιστολές με φιλολογικό ενδιαφέρον, απόψεις για το γλωσσικό ζήτημα. Συνοψίζοντας  τα χαρακτηριστικά του ο Πυλαρινός, παρατηρεί: α) τη δημοσιογραφική παρουσία και το συσχετισμό με την καθαρεύουσα. β) ότι τα ποιητικά κείμενα είναι γραμμένα στη δημοτική και επηρεασμένα από τη γενιά του 1880. γ) ότι η Αθήνα είναι το πνευματικό κέντρο της χώρας και πόλος έλξης των πνευματικών ανθρώπων (και όχι πλέον η Κέρκυρα). δ) ότι το ύφος και το ήθος των νέων τάσεων είναι έντονο. ε) ότι τα  ρομαντικά κατάλοιπα συμπλέκονται με τις νέες ιδέες, οπότε φαίνεται και η μετάβαση από τη ρομαντική εποχή στην διάδοχό της. στ) ότι το πατριωτικό στοιχείο είναι εμφανές. Και ένα ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι η απουσία από το λεύκωμα σπουδαίων ανθρώπων με τους οποίους είχε, ωστόσο, φιλικές σχέσεις η Δεντρινού.

Ακολουθούν οι σελίδες του λευκώματος με φωτογραφική απεικόνιση της χειρόγραφης σελίδας, με τους γραφικούς χαρακτήρες και την επιμελημένη καλλιγραφία, απέναντι από την  τυπωμένη. Ενδιαφέρουσα είναι η προσπάθεια και η ευγένεια που επιδεικνύουν οι υπεύθυνοι περιοδικών, όταν αρνούνται συνεργασία. Επίσης, τις σελίδες του βιβλίου διανθίζουν επιστολικά δελτάρια με εικόνες εποχής της Κέρκυρας, κτήρια και τοπία. Κυρίως, όμως, μας συγκινούν πράγματι, τα κείμενα, μερικά των οποίων, ποιητικά ή πεζά, είναι αριστουργήματα μια άλλης εποχής. Μιας εποχής ήθους, ευγένειας και ανθρώπων με αληθινή μόρφωση.

Το βιβλίο όπως ήδη είπαμε μπορεί να λειτουργήσει ως πολύ ενδιαφέρουσα, χιουμοριστική, συχνά, προεισαγωγή στα Διηγήματα, προσφέροντας στον αναγνώστη μια ακόμη διάσταση της προσωπικότητας  της Δεντρινού. 


Κυριακή 3 Μαΐου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΩΣ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ

Στὸν Παναγιώτη τὸ Γιατρό, Κληματιανὴ ἀνάσα, ἀνοιξιάτικη

Κάποτε, ἐκεῖ ποὺ ψάχνεις νὰ βρεῖς κάτι, σοῦ παρουσιάζονται λησμονημένες φωτογραφίες, γιὰ νὰ σὲ ἀπομονώσουν λίγο ἀπὸ τὴν καθημερινότητα καὶ νὰ σὲ ὁδηγήσουν στὸ στοχασμὸ καὶ στὴν ἀναπόληση. Κι εἶναι, πράγματι, αὐτὲς οἱ λίγες στιγμὲς δῶρο Θεοῦ, γιατὶ μπορεῖ νὰ σὲ ἀποσυντονίζουν, ὅμως σὲ βοηθᾶνε νὰ ἐπιστρέψεις κάπου στὸ χθές -δὲν ἔχει σημασία ἡ ἀκριβὴς χρονολογία ( δὲ γράφουμε, βλέπεις, βιογραφικό)- καὶ νὰ ξαναδεῖς πρόσωπα καὶ γεγονότα, ποὺ τότε τὰ θεωροῦσες πλᾶ καὶ τιποτένια, σήμερα ὅμως καταλαβαίνεις τὴ σημασία τους καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τὴ χρησιμότητά τους.
Μιὰ φωτογραφία τῆς παλιᾶς σου γειτονιᾶς ἀνακάλυψες, λοιπόν, κάπου στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1970. Τῆς γειτονιᾶς σου στὸ παλιὸ τὸ χωριό, τὸ λησμονημένο κι ἔρημο σήμερα... Γιατὶ τότε, ὅπως φαίνεται, ὑπῆρχαν ἄνθρωποι, ὑπῆρχε ἐπικοινωνία, ὑπῆρχε πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ γειτονιά. Αὐτὸ τὸ ψυχοθεραπευτήριο, ὅπου, μαζὶ μὲ τὶς συγκρούσεις στὶς συζητήσεις, ὑπῆρχε καὶ τὸ κέρασμα. Ἀλλὰ ὑπῆρχε καὶ κάτι ἄλλο: τὸ ξεχέρσωμα τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὰ κάθε εἴδους ζιζάνια, καθὼς μὲ τὸν διάλογο ἡρεμοῦσε τὸ εἶναι, ἀφοῦ πῆρχαν καὶ περιπτώσεις ποὺ κουβεντιάζονταν καὶ προσωπικὰ προβλήματα.
-Ἀρή, ἀπὸψ’εἶδα τοὺ (τάδε) ὄνειρου κι μὶ τάραξι...
Κι ἀμέσως ἄρχιζε ἡ ἀνάλυση, ποὺ ξεφόρτωνε τὴν ψυχή. Μιὰ ἀνάλυση χωρὶς τοὺς αὐστηροὺς κανόνες τῆς ψυχολογίας τῶν ὀνείρων, ἀλλὰ μὲ τὴν καλὴ διάθεση νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν φαντασία, ἀπὸ τὸ εἶναι ὁλόκληρο κάθε ἴχνος φόβου ἤ ἀπελπισμοῦ. Γιατὶ στὶς ἡλικίες αὐτές ποὺ βλέπουμε στὴ φωτογραφία, δηλαδή στὶς γεροντικὲς ἡλικίες, ὁ φόβος τοῦ θανάτου εἶναι καθημερινὴ ἐπίσκεψη. Καὶ μάλιστα, στὶς ἄγριες νύχτες τοῦ χειμώνα γίνεται ὅλο καὶ μεγαλύτερος καὶ ἰσχυρότερος. Γι᾿ αὐτὸ φρόντιζαν νὰ ἔχουν αὐτὲς τὶς συνάξεις, ποὺ τὸ καλοκαίρι γίνονταν στὸ σοκάκι, ἐνῶ τὸ χειμώνα δίπλα στὴν παραστιά. Κι ἦταν οἱ συνάξεις αὐτὲς τὸ ξορκι γιὰ τὴ μοναξιὰ καὶ τὴν κατάθλιψη, γιατὶ μέσα ἀπὸ τὸ διάλογο ξεπερνοῦσαν πολλοὺς λογισμούς.
-Τνὴειδεις τοὺ χουλέρα...Πέρασι κι μλιά, σιτιά...
Τὸ παράπονο κι αὐτὸ συζητιέται κι ἀναλύεται.
-Ἄστην, ἀρή!!!. Δὲ νὴ ξέρεις τὶ μοῦσγα εἶνι; Αὐτὴν τ᾿ Ἀγγιλοῦ τς νιρὸ δὲ δίν΄
Κι ὁ καιρὸς περνάει. Καὶ μὲ τὶς παρεξηγήσεις καὶ τὶς κόντρες. Χρήσιμες κι αὐτές.
-Ἄκσι νὰ σπῶ...Τς᾿λαΐνις ἀπ᾿ὄχου γκβανήσει στοὺν ὕπνους΄ δὲ τς᾿ είιδεις...Τ᾿ ἀκοῦς;
-Ἄντι ἀρή...!! Κβέντα δὲ σκών᾿ ς;
Χαριτωμένες συντροφιές. Μὲ τὰ παλιά, ἀπ᾿ τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰ. νὰ σεργιανοῦν μπροστά τους, καθὼς ἀναθυμοῦνται π΄ροσωπα καὶ πράγματα.
-Ἰδῶ δὲνήτανι ἡ καροῦτα κι ἀμ᾿ πάν τ᾿ Ἁλώνια;
Καὶ μαζὶ μὲ τὴ καροῦτα καὶ τ᾿ Ἁλώνια ξανανθιζε ἡ νεότητα, ἡ ὁμορφιὰ τῆς ζωῆς,ποὺ τὴ λέγανε καὶ τὴν ξαναλέγανε, λὲς καὶ περιμένανε τὴν ἐπιστροφή της. Ὅμως ἐκείνη, ἡ νεότητα δηλαδή, μπορεῖ νὰ μὴν ξαναγύριζε, ἐπέστρεφε ὅμως ἡ γλυκειὰ νοσταλγία ποὺ εἰρηνεύει τὴν ψυχή, καθὼς τὴ συντροφεύει μὲ μνῆμες καὶ πρόσωπα. Ἱερὰ πρόσωπα, ὅπως ερὰ εἶναι καὶ τὰ πρόσωπα τῶν γιαγιάδων τῆς φωτογραφίας, ποὺ δεκαετίες τώρα ἔχουν ἀναχωρήσει.
Στὸν τόπο ποὺ κάθονταν δὲ βρέθηκε κανεὶς γιὰ νὰ καθήσει... Ἐρήμωσε τόπος αὐτός, ἔκλεισε τὶς βαρειές της τίς πύλες ἡ γειτονιὰ ἐκείνη γιὰ πάντα. πως σφραγίζεται ὁ τάφος...

2 Μαΐου 2015 

Πέμπτη 30 Απριλίου 2015

Για το βιβλίο «Ειρήνη Α. Δεντρινού. Τα Διηγήματα» [Φιλολογική Επιμέλεια: Θεοδόσης Πυλαρινός | εκδ. Νεοελληνική Βιβλιοθήκη Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 2014]

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Ο Θεοδόσης Πυλαρινός είναι καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, όπου διδάσκει Νεοελληνική Λογοτεχνία και Ιστορία του Γλωσσικού Ζητήματος, ενώ στις απορρέουσες από την ιδιότητα ασχολίες του συγκαταλέγονται το περιοδικό «Πόρφυρας», του οποίου είναι υπεύθυνος σύμβουλος έκδοσης και επιμελητής, το περιοδικό «Κερκυραϊκά Χρονικά», του οποίου είναι επιστημονικός υπεύθυνος, ταυτοχρόνως είναι  συνεργάτης πολλών άλλων λογοτεχνικών περιοδικών, με μεγάλη και ποικίλη δραστηριότητα. Πέραν όλων τούτων, ακαταπόνητος, παραδίδει στην επιστήμη και την τέχνη του λόγου εργασίες, οι οποίες διακρίνονται για την ποιότητα και τη σπανιότητα τους. Ξεχωρίζουν οι  μελέτες του πάνω στο έργο του Δημήτρη Σουρβίνου (Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, 2006), του Σπύρου Νικοκάβουρα (‘‘εκ νέου’’ 2007),  ο  ογκώδης τόμος με Μελετήματα για την Κυπριακή Λογοτεχνία,  με τον τίτλο  Εν Ειναλίη Κύπρω έσσετ’ αοιδός (Αίπεια, Σπίτι της Κύπρου και Πάπυρος, 2011). Δεν θα έπρεπε να παραλείψω «Τη Φωτεινή Απαισιοδοξία»,  μια μελέτη του πάνω σε  μια ομιλία του Μιχαήλ Δεσύλλα για τον Λορέντζο Μαβίλη (Κέρκυρα 2012), για τον οποίο, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από το θάνατό του στον Δρίσκο, το 1912, έγινε επετειακή έκδοση και από το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων με τον τίτλο Λορέντζος  Μαβίλης, Πολιτικός,  Ποιητής,   Εθνικός Ήρωας (2012). Ενδιαφέρουσα και πολύ καλά τεκμηριωμένη είναι η μελέτη του με τον τίτλο «Με επιμονή και με σκοπό στον ίδιο Τόπο», η οποία αναφέρεται στο ποιητικό, πεζογραφικό και δοκιμιακό έργο του σημαντικού ποιητή της γενιάς του ’70 Γιώργου Mαρκόπουλου (Εκάτη 2013). Από τις πιο πρόσφατες εργασίες του, με την οποία θα ασχοληθώ εκτενώς,  επιλέγω την σπουδαία Κερκυραία λογοτέχνιδα  Ειρήνη Α. Δεντρινού, της οποίας την προσωπικότητα φέρνει στο προσκήνιο μαζί με το πλούσιο πεζογραφικό της έργο. 

Εκτός από τα Διηγήματα της Δεντρινού, το βιβλίο περιλαμβάνει  «Εισαγωγή» δική του, η οποία επιμερίζεται σε  πέντε ενότητες, όπου ο  Πυλαρινός εξετάζει το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, τη νεανική δημιουργική περίοδο και τις πρώτες δημοσιεύσεις, τη δεύτερη πεζογραφική περίοδο  με τη θητεία στο Νουμά και τα διηγήματα του σαλονιού, την τρίτη περίοδο, τη νουβέλα Ο Εξαγνισμός, την Η Κερκυραϊκή Ανθολογία και την εντοπιότητα και τέλος, την τελευταία ομάδα διηγημάτων στην εφημερίδα Κερκυραϊκή Ηχώ.

Ακολουθούν οι σελίδες με τα «Διηγήματα» και ο τόμος κλείνει με τις «Πηγές»  τις οποίες ερεύνησε  ο Πυλαρινός για τη μελέτη του.

Από την επισταμένη και συστηματική έρευνα προκύπτει ότι η Δεντρινού προέρχεται από σπουδαίο περιβάλλον, του οποίου τα μέλη έχουν πολλές «περγαμηνές» να αναδείξουν. Ο πατέρας της Γεώργιος Ζαβιτσιάνος, ανήκε σε μεγάλη αστική οικογένεια, είχε σπουδάσει στο Παρίσι φυσικές επιστήμες και είχε μια λαμπρή καριέρα και πολιτική εξέλιξη πλάι στον Βενιζέλο. Η μητέρα της ήταν αριστοκράτισσα με φιλελεύθερο πνεύμα, από την οικογένεια των Βουλγάρεων.  Σύζυγος της Δεντρινού ήταν ο πολιτευτής Ανδρέας Δενδρινός.  Έζησε, λοιπόν, και ανατράφηκε στο αριστοκρατικό και  μεγαλοαστικό περιβάλλον, όπου είχε την ευκαιρία να γνωρίσει σημαντικούς ανθρώπους των  γραμμάτων και των τεχνών,  να καλλιεργήσει και να αναπτύξει  το ταλέντο της, το οποίο εκδηλώθηκε αμέσως μετά την αποφοίτηση από το Αρσάκειο της Κέρκυρας.

Η Δεντρινού έζησε τις ιστορικές ανακατατάξεις της Επτανήσου, την ακμή και την κάμψη, εφόσον το νησί σταδιακά μεταβαλλόταν από κέντρο που ήταν σε περιφέρεια. Η ίδια, πάντως, εθεωρείτο «ιερό τέρας» από τους παλιότερους και σεβαστή δέσποινα από  τους νεότερους, εξακολουθώντας να επηρεάζει τα πράγματα ως κριτικός και ιστορικός της κερκυραϊκής λογοτεχνίας. Πέθανε σχεδόν εκατό ετών το 1976 (γεν. 1879).  Στους κοντινούς της φίλους συμπεριλαμβάνονταν οι εμβληματικές μορφές του Θεοτόκη και του Μαβίλη, οι δύο αυτοί ισχυροί πόλοι της εντοπιότητας αλλά και εκπρόσωποι της νέας γενιάς. Η προσπάθειά της να αναδείξει το επτανησιακό στοιχείο αλλά και να επικοινωνήσει και με τα έξω ρεύματα είναι εμφανής σε όλο το έργο της. Δημοτικίστρια (η επιλογή του «τ» αντί του  «δ» στο επώνυμό της εκεί έχει την αιτία της)  και φεμινίστρια ενδιαφέρεται για το γυναικείο ζήτημα και αγωνίζεται για την απελευθέρωση της γυναίκας (Θα λέγαμε πως έπρεπε να περάσουν εκατό χρόνια για να γίνει πραγματικότητα ο διακαής πόθος μιας άλλης επτανησίας αρχόντισσας, της Ελισάβετ Μαρτινέγκου, για παιδεία και χειραφέτηση).

Η ενασχόλησή της με την πεζογραφία, γράφει ο Πυλαρινός, τοποθετείται στο τέλος της πρώτης τριακονταετίας του 20ου αιώνα. Το πολυσέλιδο πεζογράφημά της «Το όνομα του πατέρα» (1924-1925) δημοσιεύτηκε  σε συνέχειες στα Κερκυραϊκά Νέα.  Τελικώς το είδος πεζογραφίας που της ταίριαζε ήταν το διήγημα, εκτενές ή όχι.

Ο Πυλαρινός κατανέμει το έργο της σε περιόδους. Η πρώτη είναι η νεανική περίοδος με τις πρώτες δημοσιεύσεις σε περιοδικά της εποχής και στο Ημερολόγιο της Εφημερίδος των Γυναικών. Στη δεύτερη πεζογραφική περίοδο περιλαμβάνονται οι συνεργασίες της στον Νουμά και τα διηγήματα του σαλονιού, όπου θίγεται η «σοβούσα κοινωνική παθογένεια». Στα διηγήματα αυτής της περιόδου η Δεντρινού ασχολείται με τη «νέα γυναίκα της υποκρισίας, της επίδειξης, της φιλοχρηματίας, του σνομπισμού και της ματαιοδοξίας» αλλά και με την ώριμη γυναίκα, μητέρα, θύμα. Κι ακόμα στη θεματολογία της υπάρχουν οι ψεύτικοι έρωτες, η προικοθηρία, οι γάμοι από υπολογισμό και συμφέρον, θέματα γενικώς οικογενειακά,  στα οποία η συγγραφέας  επιχειρεί πάντα να αναδείξει το πρόβλημα. Όσο για τα θέματα που σχετίζονται με την τιμή, την προδομένη αγάπη, τη διαφθορά και την πίστη, ο Πυλαρινός τα αποδίδει στη σχέση της με τον Θεοτόκη και το έργο του Η τιμή και το χρήμα.

Στην τρίτη περίοδο ανήκει και η συνεργασία της με τον Θεοτόκη και η έκδοση από κοινού του περιοδικού της Κερκυραϊκής Ανθολογίας, το οποίο όμως δεν προσήλκυσε συνεργάτες και δεν κατάφερε να αντέξει στον αθηναϊκό ανταγωνισμό. Στα διηγήματα αυτής της περιόδου η Δεντρινού «εκπροσώπησε συνεπώς και πάλι το γυναικείο φύλο, προβάλλοντας τα πάθη αλλά και τα αιτήματά του». Γυναίκες πάσης κοινωνικής κατηγορίας, ηλικίας και παιδείας, καταδυναστευμένες στο γάμο τους, με ερωτικά πάθη, παράνομες αγάπες  και κυρίως  άκληρες με πολλά δεινά, γίνονται ηρωίδες της. Το σημαντικό είναι πως σ’ αυτής της περιόδου τα διηγήματα η Δεντρινού «έφτασε στις καλύτερες πεζογραφικές στιγμές της». Οι συνθετικές ικανότητές της φαίνονται και στα έργα, στα οποία τα σκηνικά της πόλης και της εξοχής εναλλάσσονται «με την αποδέσμευση του λαού της υπαίθρου από τον άρχοντα – δυνάστη του και τη διάχυσή του στον αστικό χώρο, όπου επρόκειτο να αντιμετωπίσει νέα προβλήματα».  Για τα διηγήματα και αυτής της περιόδου ο Πυλαρινός, πέραν των άλλων επισημάνσεων βρίσκει και τις εκλεκτικές συγγένειες της Δεντρινού άλλοτε με τον Παπαδιαμάντη, άλλοτε με τον Λασκαράτο κι άλλοτε με τον Θεοτόκη.

Στη νουβέλα «Ο Εξαγνισμός», ο Πυλαρινός σημειώνει ότι η  Δεντρινού  συμπλέκει με μεγάλη τόλμη «τη δεισιδαιμονία με την αναπαραγωγική δύναμη και το ένστικτο, επηρεασμένη προφανώς από τις πρώιμες για την ελληνική πραγματικότητα ψυχαναλυτικές θεωρίες», αλλά και από άποψη μορφής  ότι  αποτελεί «εξαίρεση των αφηγηματικών τεχνικών… εξαίρεση ποσοτική και ποιοτική».

Στα τελευταία διηγήματά της είναι εμφανής η κάμψη, με τις θεματικές επαναλήψεις, τη μικρή ή μεγαλύτερη φόρμα. Ωστόσο, το επί σαράντα χρόνια διάσπαρτο σε περιοδικά, σε όλη την Ελλάδα,  έργο της αποκαθιστά τη σημασία της ως πεζογράφου,  δίνει την ευκαιρία να αποτιμηθεί η κερκυραϊκή παραγωγή της,  να αναφανεί η ανταγωνιστική σχέση με την Αθήνα, να παρακολουθηθεί η εξέλιξη του γλωσσικού ζητήματος και να συμπληρωθεί το γυναικείο κίνημα στην Ελλάδα με στοιχεία αντλημένα από έργο της. Ο τόμος, όπως φαίνεται από τα στοιχεία του βιβλίου, είναι έκδοση  της  Νεοελληνικής Βιβλιοθήκης του  Ιδρύματος  Κώστα και Ελένης Ουράνη, και τούτο, καθώς και ο ίδιος ο Πυλαρινός,  αποτελεί εγγύηση για την ποιότητά του.

Συμπληρωματικό, σ’ αυτό, είναι Το Λεύκωμα της Ειρήνης Α. Δεντρινού (Εκδόσεις Ειρμός, 1989) του οποίου η σημασία επαναξιολογείται σήμερα με το πρόσθετο υλικό που κομίζει και ας προηγήθηκε 23 χρόνια, πράγμα που αφενός δείχνει την μακρόχρονη ενασχόληση του Πυλαρινού με την Δεντρινού και αφετέρου μας προσφέρει μια πιο ανάλαφρη εικόνα εκείνου που πραγματεύεται στο βιβλίο με τα Διηγήματα. Το είδος – το λεύκωμα-  ήταν «πρώτης ανάγκης», μέσο διασκέδασης και χώρος συναισθηματικής εκτόνωσης, κυρίως για τις γυναίκες, επειδή ήταν περιορισμένες. Με τις κοινωνικές αλλαγές ο ρόλος του συν τω χρόνω εξαφανίστηκε. Παρόλα αυτά,  φυλλομετρώντας ένα λεύκωμα του παλιού καιρού ανακαλύπτουμε θησαυρούς. Ο Πυλαρινός μας δίνει την εξέλιξή του από τον 16ο αιώνα στη Γαλλία και εξής και διασχίζοντας τον ρομαντισμό του 19ου  αι. και φτάνοντας προς το τέλος του στη γενιά του 1880. Ο χρόνος που πέρασε, με τις κοινωνικοπολιτικές και καλλιτεχνικές αλλαγές,  άφησε και στο λεύκωμα τα σημάδια του. Πάντως τα λευκώματα τελείωσαν με το πέρας της ρομαντικής εποχής και όσα παρέμειναν το οφείλουν στους επιφανείς, κυρίως γυναίκες, που τα έγραψαν. Ο Ψυχάρης τα θεωρεί καθαρά γυναικείο χώρο, ο Λ. Πολίτης συμφωνεί πως οι κυρίες και οι δεσποινίδες της καλής κοινωνίας κρατούσαν λεύκωμα και ο Ραγκαβής υποστηρίζει πως λευκώματα κρατούσαν γυναίκες όλων των ηλικιών. Σ’ αυτά έγραφαν ποιητές και καλλιτέχνες, πολιτικοί, επιφανείς και μη. Οι αφανείς, συχνά, επεδίωκαν να φιγουράρει το όνομά τους  πλάι στα ονόματα των επιφανών.  Οι κανόνες του παιχνιδιού επέτρεπαν να κολληθεί και ταχυδρομημένο αυτόγραφο  σε σελίδα του λευκώματος, πράγμα που στην Δεντρινού συμβαίνει συχνά και συχνό φαινόμενο, επίσης, ήταν και οι πνευματικοί διαξιφισμοί. Αφιερώσεις, γνώμες, στίχοι καταχωρίζονται ενυπογράφως. Γλώσσα η καθαρεύουσα, εφόσον το λεύκωμα ήταν δημιούργημα του ρομαντισμού, αλλά και η δημοτική σε «ευδιάκριτη πάλη»,  δίνει με τον αγώνα της τη μικρογραφία της εποχής.

Κι επειδή ο ρομαντισμός που εξέθρεψε το λεύκωμα,  εκφράστηκε ως ποίηση σε αντίθεση με την πρόζα, η ποίηση είναι περισσότερη. Ο Αχιλλέας Παράσχος παίζων, συνθέτει «Αισθήματα, πλην έμμετρα, ουχί πεζά· εχθαίρει/ το πεζικόν». Ο Ραγκαβής αρνούμενος να γράψει, συνθέτει: «Στίχους ζητείς ; αδυνατεί ο νους μου προς ποιήσεις./ Είναι βωβός ο θαυμασμός, το αίσθημα επίσης» (όπου βέβαια  με τη φράση «προς ποιήσεις» αφήνει να εννοηθεί ότι δεν μπορεί να προσποιηθεί).  Ο Σ. Περρής επίσης: «… φυλλολογών το λεύκωμα ως περασμένους χρόνους/ θέλεις μετρή τετράστιχα μ’ απηυδησμένους στόνους» (όπου ο ποιητής με το «φυλλολογώ» τραμπαλίζεται ανάμεσα στο φιλολογώ και φυλλομετρώ αφήνοντας να εννοηθεί η ανία του). Όσον αφορά τον πεζό λόγο των λευκωμάτων αυτός αποτελείται από γνώμες, αποφθέγματα, ευχές, αφιερώσεις.  Αναφέρονται δύο επιφανή λευκώματα. Το ένα είναι της Ευρυδίκης και το άλλο του Ολιβιέ. Το δεύτερο περιέχει γνώμες, ρητά και άλλα αντιπροσωπευτικά αξιωμάτων, λειτουργημάτων και επαγγελμάτων διαπρεπών ανδρών. Με το τέλος του ρομαντισμού κάνει την εμφάνισή της δυναμικά και η σάτιρα. Ωστόσο, η μελαγχολική διάθεση, η αγωνία μπροστά στο κενό, η αποδημία, η μετανάστευση, ο χωρισμός, δεν υποχωρούν. Φυσικά και  η νοσταλγία των περασμένων: «Πίνε τσάι με λεμόνι κι ενθυμού μη με λησμόνει».

Ο Πυλαρινός κατατάσσει τα περιεχόμενα σε δεκατρείς κατηγορίες μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται τα Περί έρωτος και αγάπης,  Περί πατρίδος, Περί θανάτου, Η νιότη και τα γερατειά, Το παρελθόν και το παρόν, σκέψεις, γρίφοι, ζωγραφικά έργα και πολλά άλλα.

Η Ειρήνη Α. Δεντρινού, της οποίας διεξοδικώς παρακολουθήσαμε στον τόμο με τα Διηγήματα, μορφωμένη, και γλωσσομαθής, συνεργάτης στην Εφημερίδα των Κυριών της Καλλιρρόης Παρρέν, μυημένη στον φεμινισμό, με κύκλο επιφανών γύρω της, αρχίζει να κρατά Λεύκωμα  με πρώτη καταγραφή στις «12 του θεριστή του 1899»  και τελευταία  στις 12-7- 1917. Στο διάστημα των δεκαέξι χρόνων θα γίνουν σ’ αυτό πολλές και σημαντικές  καταγραφές. Όπου ταξίδεψε η Δεντρινού το είχε μαζί της. Στην Καλαμάτα, στην Κέρκυρα, αλλά, όπως είπαμε, συμπληρώνεται και δι’ αλληλογραφίας. Εκεί,  λοιπόν, ο «φυλλολογών», ήτοι ο φυλλομετρών,  θα βρει αφιερώσεις πεζογράφων και αποσπάσματα από το έργο τους, ποιήματα (του Παλαμά π.χ.), παιχνίδια με το όνομα, ποιήματα, επιστολές με φιλολογικό ενδιαφέρον, απόψεις για το γλωσσικό ζήτημα. Συνοψίζοντας  τα χαρακτηριστικά του ο Πυλαρινός, παρατηρεί: α) τη δημοσιογραφική παρουσία και το συσχετισμό με την καθαρεύουσα. β) ότι τα ποιητικά κείμενα είναι γραμμένα στη δημοτική και επηρεασμένα από τη γενιά του 1880. γ) ότι η Αθήνα είναι το πνευματικό κέντρο της χώρας και πόλος έλξης των πνευματικών ανθρώπων. δ) ότι το ύφος και το ήθος των νέων τάσεων είναι έντονο. ε) ότι τα  ρομαντικά κατάλοιπα συμπλέκονται με τις νέες ιδέες, οπότε φαίνεται και η μετάβαση από τη ρομαντική εποχή στην διάδοχό της. στ) ότι το πατριωτικό στοιχείο είναι εμφανές. Και ένα ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι η απουσία από το λεύκωμα σπουδαίων ανθρώπων με τους οποίους είχε, ωστόσο, φιλικές σχέσεις η Δεντρινού.

Ακολουθούν οι σελίδες του λευκώματος με φωτογραφική απεικόνιση της χειρόγραφης σελίδας, με τους γραφικούς χαρακτήρες και την επιμελημένη καλλιγραφία, απέναντι από την  τυπωμένη. Ενδιαφέρουσα είναι η προσπάθεια και η ευγένεια που επιδεικνύουν οι υπεύθυνοι περιοδικών, όταν αρνούνται συνεργασία. Επίσης, τις σελίδες του βιβλίου διανθίζουν επιστολικά δελτάρια με εικόνες εποχής της Κέρκυρας, κτήρια και εξοχές. Κυρίως, όμως, μας συγκινούν πράγματι, τα κείμενα, μερικά των οποίων, ποιητικά ή πεζά, είναι αριστουργήματα μια άλλης εποχής. Μιας εποχής ήθους, ευγένειας και ανθρώπων με αληθινή μόρφωση. 

Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΝΥΞΕΙΣ-ΑΝΟΙΞΕΙΣ (ποίημα)


Κρυφτό με το φως κι ο λόγος σου άρραφος
θάμβος δακρύου.

*

Κάψε με κάψε με τη στολήν ολόσωμο
πύρ ακάματο.

*

Αθεόφοβη σε πουλεί και σ' αγοράζει
σπείρα των φίλων.

*

Ανοιχτομάτης μίμος εκ του προχείρου
σε θεατρίζει.

*

Για οθόνιο κλέψε μου απ' την απλώστρα
ό,τι πρόχειρο.

*

Πού κλίνετε το μίσχο λουλουδάκια
κόμπο τον κόμπο;

*
Έρπουσα η μέρα του θανάτου δέλεαρ
κηρύσσει έαρ.

*

Νύξεις ανοίξεις κορμοί της εμπαθείας
ιμερότροποι.

*

Σπυριά της δάφνης κολώνια λεμονάνθι
λιωμένα όλα.


[Ζάκυνθος- Μεσσηνία, Μεγάλη και Νέα Εβδομάδα 2001. 
Πρωτοδημοσιεύτηκε στην ποιητική συλλογή ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΜΕΓΑΣ ΧΟΡΗΓΟΣ, εκδ. 2003, Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών 2004]

Τρίτη 28 Απριλίου 2015

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΣΟΛΩΜΙΚΕΣ ΝΥΞΕΙΣ ΑΠΟ ΑΝΕΚΔΟΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΜΑΡΙΝΟΥ ΣΙΓΟΥΡΟΥ


[Ανάτυπο από τα ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΑ ΦΥΛΛΑ, τόμος ΚΖ΄1-2 (Άνοιξη-Καλοκαίρι 2007) 203-240]

Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

Το πανηγύρι του Παφλαγόνα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Στο Ψήλωμα, όπως ονομάζουν οι Ζακυνθινοί την οδό Φιλικών, εκεί κοντά στον Άι-Γιώργη των Λατίνων και προς την μεριά της πόλης, υπάρχει και σήμερα, ανακαινισμένο μετά την πολλαπλή καταστροφή του Αυγούστου του 1953, το μικρό εκκλησάκι του προστάτη και φύλακα των νηπίων, του Αγίου Στυλιανού του Παφλαγόνος.

   Τα στοιχεία που διαθέτουμε γι’ αυτό είναι ελάχιστα και σε αντίθεση με τον γείτονά του, τον Τροπαιοφόρο, που, για καθαρά ιστορικούς λόγους, είναι γνωστός στο πανελλήνιο, ο Όσιος αυτός ή πιο σωστά ο ναΐσκος του, αγνοείται ακόμα και από τους περισσότερους ντόπιους και παραμένει κρυμμένος, εκεί στην καταπράσινη, την σχεδόν εξοχική, περιοχή, όχι για να μυεί, όπως ο διπλανός του, αλλά για να θυμίζει και να διδάσκει όσους πιστούς.

   Κατά τον χαλκέντερο ιστοριοδίφη Λεωνίδα Ζώη και σύμφωνα με πληροφορίες, που μας διασώζει στο πολύτιμο «Λεξικόν» του, ο Άγιος Στυλιανός ανήκε αρχικά στον Θωμά Ταβερνό και την Μπιάνκα Βαρθολομαίου Παβιέλου, η οποία ήταν κουνιάδα του. Όπως, όμως, οι περισσότερες από τις πολυάριθμες και δυσανάλογες με τον πληθυσμό του τόπου ιερές στέγες της πόλης και των χωριών, κινδύνευε και αυτός από την εγκατάλειψη και την έλλειψη πόρων για την συντήρησή του. Έτσι, ακολουθώντας την τύχη και την πορεία πολλών άλλων, δόθηκε σε αδελφάτο, το οποίο, όπως μας διασώζει ο ίδιος ιστορικός σε σημειώσεις του, οι οποίες διασώθηκαν μετά τον θάνατό του και δημοσιεύθηκαν από τον διάδοχό του και συνεχιστή του έργου του Ντίνο Κονόμο, στο βιβλίο του «Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο», αποτελείτο από τις οικογένειες των Κ. Μασάρη και Α. Κεφαλληνού. Η πράξη της παραχώρησης έγινε στις 5 Μαΐου 1744 στο «κατζέλο» του νοδάρου Θ. Ζωναρά.

   Οι παλιότεροι θα θυμούνται πως τα μετασεισμικά χρόνια στον δρόμο του Ψηλώματος και δεξιά γι’ αυτόν που φεύγει από την Χώρα, λίγο πριν από το ονομαστό κάποτε και πολύβουο «Αλλά» και κάτω ακριβώς από το ναΐδριο, υπήρχε ένα μικροσκοπικό προσκυνητάρι, με την εικόνα του Αγίου και κάποιο κλειδωμένο πάντα χρηματοκιβώτιο, το οποίο υπήρχε εκεί για οικονομική ενίσχυση της εκκλησούλας. Η εικόνα ήταν έργο και προσφορά του σημαντικού ζωγράφου και αγιογράφου Κώστα Μπάρμπα, ο οποίος παντρεμένος με την δραστήρια και ακούραστη ομότεχνό του, Μαρία Ρουσέα, ήταν γείτονας και κάτοικος της περιοχής. Κάποτε εξαφανίστηκαν  πρώτα η εικόνα και μετά το προσκυνητάρι. Έτσι ο Παφλαγών αναχωρητής, ο «παίδων φύλαξ», όπως τονίζει σε κάποιο διήγημά του ο Κοσμοκαλόγερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, κατέφυγε και πάλι στην έρημό του και τον θυμούνται μόνο, κυρίως την ημέρα της γιορτής  του, στις 26 Νοεμβρίου, οι ελάχιστου πιστοί μαθητές του.

   Μα δεν ήταν η μέρα της μνήμης του, που έκανε τον λαοφιλή Άγιο γνωστό στους Ζακυνθινούς και περισσότερο στους χωραΐτες. Η κάποτε φήμη του προερχόταν από το ονομαστό, τότε, πανηγύρι του, το οποίο γινόταν πάντα την Κυριακή των Μυροφόρων, μέσα στο ακόμα αναστάσιμο και καθαρά εαρινό κλίμα των ημερών. Συνεχιζόταν, μάλιστα, και μετασεισμικά, έστω περιορισμένο και δίχως την παλιά του αίγλη και πρέπει να καταργήθηκε λίγα χρόνια προτού μας αφήσει οριστικά ο προηγούμενος, ο 20ός αιώνας.

   Θυμάμαι μικρός τα πολύχρωμα προγράμματα, τα οποία κολλιόντουσαν στα κεντρικά σημεία της πόλης, λίγες μέρες πριν, με εκείνο το απαραίτητα καθαρευουσιάνικο ύφος τους. Μεταφράζοντας τότε, σαν άσκηση γλώσσας, τα αριστουργήματα της δημοτικής στην αρχαΐζουσα, σε Δημοτικό και Γυμνάσιο, παρότι Επτανήσιος, δεν με ξένιζαν, αλλά ήθελα κάποτε ν’ ανέβω και σε κείνο, όπως γινόταν και μ’ αυτό της προηγούμενης Κυριακής, του Άι-Λύπιου, στο οποίο απαραίτητα έπρεπε να πάμε κάθε χρόνο με τους δικούς μου. Επειδή μάλιστα στο τελευταίο έβλεπα, καθώς προσκυνούσαμε το κόνισμα της καθέδρας να συνυπάρχουν οι δύο Άγιοι, πίστευα, από παιδική αφέλεια, πως το δεύτερο πανηγύρι, αυτό του Ψηλώματος, γινόταν για να μην… ζηλεύει και παραπονιέται ο… φίλος του Στυλίτη! Ίσως τότε ήθελα να βρω αιτία, που αναμφίβολα με τα ζακυνθινά πανηγύρια δεν υπάρχει, αλλά γίνονται όποτε αποφασίσουν οι υπεύθυνοι και οι ενορίτες του κάθε ναού.

   Κάποτε πήγα και σ’ αυτό –ίσως ήταν ένα από τα τελευταία και μόλις που πρόλαβα– και αν δεν με απατά η μνήμη μου, είδα εκεί ψητά, ταμπουρλονιάκαρο, παστέλια, φ(ρ)ιτούρες και κόσμο –όχι τόσο σαν το προηγούμενο του Καλιτέρου– που διασκέδαζε. Επίσης μια τεράστια σημαία, από αυτές τις παλιές, της ξηράς, όπως λεγόταν, η οποία έδινε γιορταστικό τόνο στην ατμόσφαιρα, στηριγμένη σ’ ένα πέτρινο πεζούλι.

   Λίγο μετά σταμάτησαν τα προγράμματα να τοιχοκολλιούνται στην πόλη και το πανηγύρι πέρασε στην ιστορία. Αξίζει, όμως, να μείνει στην θύμησή μας, έτσι όπως το αποθανατίζει και ο Ιωάννης Τσακασιάνος, στο «Σπουργίτη αποχαιρετισμός» του: «… και σμπάρα, κι’ άι-Ταξιάρχηδες, φεντσιόνες, πανηγύρια, / άι-Στελιανούς και Παπανταίς, και σπιάντσαις κι’ Ακρωτήρια…».

   Γι’ αυτό και το σημερινό κείμενο… Έτσι για να μην χαθούν τα πάντα!!! Για να συνεχίζει να πανηγυρίζει, έστω και στην μνήμη μας, δεκαπέντε μέρες μετά την Λαμπρή ο Άι-Στελιανός!!!

Σάββατο 25 Απριλίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΝΗΜΗ ΙΕΡΗ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΥ ΚΑΡΕΩΤΟΥ


Σὲ ὧρες ἐαρινές, ἀναστάσιμες ξεκίνησε τὸ ταξίδι του γιὰ τὸν οὐρανὸ ποὺ τόσο βίωσε,  ὁ Γέροντας Ἱερόθεος ὁ Καρεώτης, ὁ γνωστὸς ἀπὸ τὸ φιλόξενο βιβλιοπωλεῖο, ἐκδοτικὸ οἶκο, «Ο ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ»,  ἀλλὰ καὶ χῶρο οἰκεῖο γιὰ τὸν κάθε προσκυνητή. Ἦταν δὲ κι ὁ ἴδιος ποὺ ἐξέδωσε καὶ τὸ περιοδικὸ ΠΡΩΤΑΤΟΝ μὲ συνεργάτη γόνιμο τὸ ἀείμνηστο Γέροντα Μωυσή, ποὺ τὸ κράτησε ἴσαμε τὴν κοίμησή του ἄσβηστο καντήλι τῆς λόγιας ἁγιορειτικῆς προσφορᾶς.
Ὅμως ἐκεῖ ποὺ ἀναδείχθηκε ὁ Γέροντας Ἱερόθεος ἦταν οἱ θαυμάσιες ἐκδόσεις «ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ», μὲ κεῖνα τὰ χαριτωμένα βιβλιαράκια, ὅπως τὸ Προσκυνητάριον τῆς Λαύρας, ἡ ὑπέροχη Ἀγορὰ τῶν Καρεῶν τοῦ ἐπίσης ἀείμνηστου Ἰ. Μ. Χατζηφώτη, τὸ Ἄξιόν Ἐστι τοῦ π. Ἰουστίνου, οἱ Λόγοι τοῦ σοφωτάτου Γέροντος Χαλκηδόνος κυροῦ Μελίτωνος, ἀλλὰ καὶ τὸ βαρύτιμο καὶ κορυφαῖο Ἅγιον Ὄρος τοῦ Γερασίμου Σμυρνάκη.
Πέρα ἀπὸ αὐτὰ ὅμως τὸ μαγαζὶ τοῦ Γέροντα Ἱεροθέου ἦταν μιὰ πνευματικὴ ὄαση, γιατὶ ὁ Γέροντας ἦταν πάντα συζητήσιμος καὶ προσηνής. Χώρια τὸ τὶ γνώριζε.
Ἐκεῖ θυμᾶμαι πρωτοσυνάντησα καὶ τὸ συντοπίτη του ποιητὴ καὶ κορυφαῖο λόγιο, τὸν Πάνο Λιαλιάτση, ποὺ μάλιστα τοῦ ἔχει ἀφιερώσει καὶ κάποιο του ποίημα. Ἀπὸ κεῖνον ἔμαθα γιὰ τὸ Κιόσκι τοῦ Ἀγᾶ, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν Ἅγιο Νικόλαο τοῦ Χαλκιᾶ, τὸ κελλί του δηλ. ποὺ παλιότερα ζοῦσαν Σκοπελίτες πατέρες...
Πᾶνε εἴκοσι χρόνια ποὺ τὸν εἶδα τελευταία φορά.
Ἀργότερα ἔμαθα ὅτι ὁ «ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ» τὸ φιλόξενο αὐτὸ μαγαζί, ἔκλεισε...
Τώρα ὁ Γέροντας ποὺ ἐπλήρωσε τὸ κοινὸν χρέος ἀναπαύεται στὸ ἀγαπημένο του κελλί, σιμὰ στοὺς Σκοπελίτες προκατόχους του, γιὰ ν’ ἀγναντεύει τὶς προσφιλεῖς του Καρυές, ἀλλὰ πάνω ἀπὸ ὅλα τὸν ναὸ τοῦ Πρωτάτου μὲ κείνη τὴνὑπέροχη τοιχογραφία, τὴν «Ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» τοῦ Κυρίου του,  ποὺ ἀγάπησε καὶ  διακόνησε θεοφιλῶς.
Τώρα δὲ ποὺ βιώνει τὴν ἀναστάσιμη χαρὰ στὸν οὐρανὸ τὸ ξέρουμε, δὲν θ᾿ ἀστοχήσει τὶς ἀγαπημένες του Καρυές, ἀλλὰ θὰ δέεται στὴν Κυρία Θεοτόκο, τὴν Ἔφορο τοῦ Ὄρους, νὰ παραμείνουν τόπος ἱερῆς παραμυθίας καὶ προπάντων σωτηρίας ψυχῶν.

Σκόπελος,  25 Ἀπριλίου 2015  

Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Για το βιβλίο της Ελένης Λαδιά «Σημερινές Ελληνίδες με πανάρχαια ονόματα» (εκδ. Αρμός, 2015)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Εξ ιδίων τα αλλότρια, λέει μια παλαιά παροιμία και βρίσκει την εφαρμογή της στην συγγραφέα Ελένη Λαδιά, η οποία, προσπαθώντας να πείσει τις μητέρες να δίνουν αρχαία ονόματα στα κορίτσια τους, έκανε το γύρο του αρχαίου κόσμου , βάδισε σε μυθικά βουνά, συνομίλησε με θεούς και θεές, βασιλιάδες και βασίλισσες, μπήκε στα σπήλαια των νυμφών, άκουσε αυλούς ποιμένων,  έγινε μάρτυς αναλήψεων ηρώων στους ουρανούς, είδε μεταμορφώσεις. Και από τα ψηλά βουνά βούτηξε στη θάλασσα, είδε Τρίτωνες  και Νηρηίδες και σαν θηλυκός Οδυσσέας, αφού περιπλανήθηκε σε πελάγη βιβλίων και στάθμευσε σε μαγικές σελίδες, είδε ωραίες γυναίκες και τέρατα, άκουσε πρωτάκουστα ονόματα, θαύμασε και κουράστηκε και είπε, επιτέλους, εγώ η «νυμφόληπτη» και «αλαφροΐσκιωτη», καιρός να κάτσω να γράψω τα απομνημονεύματα ενός τέτοιου ταξιδιού. Κι ο αναγνώστης τι πρέπει να κάνει; Ρώτησαν κάποτε το Σεφέρη, θεωρώντας την ποίησή του δύσκολη.  Ε! κάτι πρέπει να κάνει κι αυτός απάντησε ο βλοσυρός ποιητής. Η Λαδιά όμως δεν είναι βλοσυρή γι’ αυτό μας δίνει μια συμβουλή. «Οι χαλκέντεροι ας διαβάσουν μονομιάς το βιβλίο· οι ονειροπόλοι αποσπασματικώς». Εγώ το διάβασα και με τους δύο τρόπους. Και μάλιστα άρχισα από το τέλος. Άρχισα πρώτα πρώτα από τις σημειώσεις της. Κι εκεί βρήκα ότι τα πελάγη που περιβάλλουν την Ελλάδα δεν είναι δυο-τρία- τέσσερα ή πέντε, αλλά τόσα ων ουκ έστι αριθμός. Δηλαδή έστιν αριθμός κατά τι μεγαλύτερος του εβδομήκοντα, σημαδιακός αριθμός,  αλλά για κάθε ένα από αυτά τα ονόματα εισίν  άπειρες, συχνά, αναφορές. Έτσι για δείγμα, οι αναφορές στην Αθηνά  είναι είκοισεφτά. Στην  Ήρα είκοσι οχτώ. Στην Ελένη είκοσι εννέα. Στην  Άρτεμι τριάντα έξι. Για όλες τις υπόλοιπες  υπερεβδομήκοντα οι αναφορές είναι πολλές και  για τη Ναυσικά μόνο μία.

Και αρχίζουμε το ταξίδι.

Αθηνά. Πρώτη τη τάξει. Γεννήθηκε από το κεφάλι του Δία. Στον πλατωνικό διάλογο Κρατύλος ή περί της ορθότητος των ονομάτων, ο Ερμογένης ζητά από τον Σωκράτη να ετυμολογήσει το όνομα της Αθηνάς. Είναι λοιπόν η Αθηνά Παλλάς, από τον ένοπλο χορό, και Αθηνά την έφτιαξε ο Όμηρος ως νου και διάνοια. Ο Ησίοδος λέει πως ο Δίας κατάπιε τη έγκυο στην Αθηνά σύζυγό του, την Μήτιν, για να μη γεννήσει διάδοχο και του πάρει το θρόνο σύμφωνα με το μύθο… Κι έτσι ο Δίας χώνεψε  μεν την Μήτιν,  γέννησε δε από το κεφάλι του την κόρη που ονόμασαν Αθηνά. Ο ορφικός ύμνος 32 διασώζει δύο προσωνύμια της θεάς: Γοργορόνα και Τριτογένεια. Μερικοί πιστεύουν πως η Γοργόνα ή Μέδουσα είναι η Αθηνά από τον καιρό που θεωρούνταν χθονία θεότητα, συνδεόταν με τη γη, δηλαδή. Αργότερα, όμως,  έγινε ολυμπία και έχασε τα σκληρά χαρακτηριστικά της. Αλλά ως Γοργόνα συνδέθηκε με ειδική τελετή το Γοργόνειο. Ο Παυσανίας πάλι λέει πως ως Τριτογένεια ήταν κόρη του Ποσειδώνα, επειδή τα μάτια της ήταν γαλανά. Γλαυκώπις είναι το επίθετο με το οποίο μας είναι γνωστή από τον Όμηρο. «Τον δ’ αύτε προσέειπε Παλλάς γλαυκώπις Αθήνη» ή «η μεν αρ’ ως ειπούσ’ απέβη γλαυκώπις Αθήνη». Το Γοργόνειο ήταν όπλο της θεάς και η γοργόνα στόλιζε την ασπίδα των οπλιτών. Θυμίζω πρόχειρα την ερώτηση του στρατηγού Λάμαχου στους Αχαρνής του Αριστοφάνη: «Τις Γοργόν’ εξήγειρεν εκ του σάγματος; Ήτοι, τη γοργόνα ποιος την ξύπνησε απ’ την ασπίδα;» και άρχισε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος.

Για το όνομα λοιπόν της Αθηνάς η συγγραφέας  έχει ελέγξει είκοσι επτά μελέτες, πηγές αρχαίες και σοβαρές νεότερες Οι διακλαδώσεις του μύθου, οι διασταυρώσεις των υποθέσεων, οι αντιφατικές συχνά απόψεις, όλα με τον τρόπο τους υφαίνουν το πλέγμα που θα καταλήξει σ’ ένα πρόσωπο, στην Αθηνά, που και αυτή ήταν υφάντρα και γι’ αυτό και Εργάνη ονομαζόταν. Η Αθηνά δίνει το όνομά της και στην πόλη, Αθήνα, των οποίων οι εορτές, και της Αθήνας και της Αθηνάς, είναι και αυτές πάμπολλες. Αλλά δεν λατρευόταν μόνο στην Αθήνα. Η Ιτωνία Αθηνά είχε ιερό και στη Βοιωτία, στολισμένο με έργα του γλύπτη Αγορακρίτου, αγαπημένου μαθητή και συνεργάτη του Φειδία. 

Δεύτερο δείγμα, τιμής ένεκεν, θα είναι η Ελένη την οποία προανήγγειλα   με εκείνο το «εξ ιδίων τα αλλότρια». Ελένη,  η συγγραφεύς και Ελένη η μοιραία εκείνη γυναίκα, που ξεσήκωσε όλη την Ελλάδα, προξένησε δεκαετή πόλεμο με την Τροία και ξεκλήρησε όλη τη χώρα και τους ανθρώπους της (Ελένη, εκ του ελείν= καταστρέφω, κατά παρετυμολογία του ονόματός της). Αλλά και οι νικητές δεν πέρασαν καλύτερα. Οι σπουδαιότεροι έπεσαν στο πεδίο της μάχης και όσοι επέστρεψαν ήταν γέροι και καταπονημένοι. Ο αρχιστράτηγος Αγαμέμνων δολοφονήθηκε από τη γυναίκα του και ο πολυμήχανος Οδυσσέας που έφτιαξε τον Δούρειο Ίππο ταλαιπωρήθηκε άλλα δέκα χρόνια στην θάλασσα, παλεύοντας με τέρατα και θηρία μέχρι να φτάσει μόνος στην Ιθάκη, όπου χρειάστηκε να πολεμήσει και πάλι για να επανακτήσει το θρόνο του.  

Η Ελένη γεννήθηκε και αυτή από τον Δία ή από το κοσμικό αυγό. Κόρη της Νεμέσεως ή της Λήδας. Μάλλον της Λήδας. Αλλά λόγω της γέννησής της από το αυγό είναι πλάσμα εξόχως ερωτικό και συνδέεται και με την Ορφική θεολογία. Ο Ισοκράτης και ο Γοργίας πλέκουν το εγκώμιό της. Η συγγραφέας παρακολουθεί την Ελένη στο ομηρικό κείμενο από ραψωδία σε ραψωδία, δίνοντάς μας όλα τα χαρακτηριστικά της ωραίας και ευγενικής γυναίκας που συναισθάνεται το βάρος της ευθύνης της. Όλες τις αντιφάσεις και όλες τις ερμηνείες γύρω από το πρόσωπό της. Η Ελένη ήταν διπλή. Ήταν ωραία γυναίκα και θεά. Ήταν πραγματικότητα και είδωλο. Ήταν πιστή και άπιστη. Με τη μορφή της ήταν στην Τροία και με το σώμα της στην Αίγυπτο. Ο Ηρόδοτος και ο Ευριπίδης λένε ότι δεν πήγε ποτέ στην Τροία αλλά όλα  τα χρόνια του πολέμου ήταν στην Αίγυπτο. «Η Ελένη των ποιητών»,  λέει η Λαδιά, «φορά στεφάνι καμωμένο από εγκώμια και ψόγους».

Υπολείπονται άλλες εβδομήντα και βάλε, παρουσίες της μυθολογίας αλλά και της ιστορίας, των οποίων τη ζωή και τη συμπεριφορά εκτενώς διηγείται η συγγραφέας. Ειρήσθω εν παρόδω ότι η Λαδιά έχει σπουδάσει και Αρχαιολογία και Θεολογία και έτσι, με διπλό οπλισμό,  πατώντας γερά στις πηγές, διεξάγει την έρευνά της. Ελέγχει τα κείμενα, παραθέτει τις βιβλιογραφικές αναφορές της και δεν αφήνει καμιά  πηγή αναξιοποίητη. Δεν είναι εύκολη η σύνθεση ενός τέτοιου εγχειρήματος και κατ’ αναλογίαν δεν είναι εύκολη ούτε η απλή περιδιάβαση ούτε η μελέτη του  βιβλίου. Απαιτεί γερή αρματωσιά, θέλει φιλολογικό οπλισμό, εξοικείωση με τα κλασικά κείμενα, προϊδεασμό, αγάπη για το αντικείμενο και, προπάντων, προσήλωση. Όμως, οποιοσδήποτε το ανοίξει θα γοητευθεί από τις πληροφορίες που του προσφέρει η συνεργασία της μυθολογίας, της Ιστορίας, της Αρχαιολογίας και η γοητεία της  Ποίησης.  Γιατί, παρά το ότι το βιβλίο είναι γραμμένο με την υπευθυνότητα της επιστήμονος, η απρόσκοπτη και ρέουσα αφήγηση κερδίζει αμέσως τον αναγνώστη. 

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ "ΛΥΔΙΑ Η ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΑ"]

Ὁμιλία
τῆς Α. Θ. Παναγιότητος
τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου
κ. κ. Βαρθολομαίου
κατὰ τὴν Ἐπίσκεψιν Αὐτοῦ 
εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἱεραποστολικὴν Ἀδελφότητα «ΛΥΔΙΑ Η ΦΙΛΙΠΠΗΣΙΑ»
(21 Ἀπριλίου 2015)


Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Ξάνθης κ. Παντελεῆμον, ἐκπρόσωπε τῆς Α. Μακαριότητος καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,
Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Σερρῶν καὶ Νιγρίτης κύριε Θεολόγε,
Ἱερώτατοι ἅγιοι Ἀδελφοί,
Εὐλαβέσταται ἀδελφαὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἱεραποστολικῆς ταύτης Ἀδελφότητος «Λυδία ἡ Φιλιππησία»,
Θυγατέρες καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ προσφιλῆ,

Χριστὸς ἀνέστη!

Εὑρισκόμενοι εἰς τὸν ἱερὸν τοῦτον χῶρον τῆς προσευχῆς, τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς Ὀρθοδόξου ἱεραποστολικῆς διακονίας, κατὰ τὴν ἀναστάσιμον ταύτην περίοδον, καλοῦμεν μετὰ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους: «Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν, οὐκ ἐκ πέτρας ἀγόνου τερατουργούμενον, ἀλλ᾿ ἀφθαρσίας πηγήν, ἐκ τάφου ὀμβρήσαντος Χριστοῦ, ἐν ᾧ στερεούμεθα». «Αὕτη ἡ ἡμέρα ἣν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ».

Πίοντες, λοιπόν, «πόμα καινόν», ἀναστάσεως καὶ ζωῆς, χαίρομεν, συγχαίρομεν, εὐφραινόμεθα καὶ ἀγαλλιῶμεν ἐσεῖς καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ Ἀναστάντι Κυρίῳ, εὑρισκόμενοι εἰς τὴν ἕδραν τῆς εὐφήμως γνωστῆς ἀνὰ τὸ πανελλήνιον καὶ εὐρύτερον εἰς τὸν Ὀρθόδοξον καὶ μὴ κόσμον Ἱεραποστολικῆς Ἀδελφότητος, τῆς τιμωμένης ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς Λυδίας, τῆς Πορφυροπώλιδος, τῆς Φιλιππησίας, ἡ ὁποία Ἀδελφότης τοσαῦτα προσήνεγκε καὶ προσφέρει εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ εἰς τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ πολυποικίλου ἔργου αὐτῆς.

Ἐμπνευσθεὶς ἐκ τῆς φωνῆς τὴν ὁποίαν ἤκουσε καὶ ὁ μέγας ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος «διαβὰς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν» (Πράξ. ις΄, 10), ὁ ἐν χερσὶ τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου νῦν ἀναπαυόμενος ἱδρυτὴς καὶ πνευματικὸς ποδηγέτης τῆς Ἀδελφότητός σας ἀείμνηστος Ἀρχιμανδρίτης Θεόφιλος, ὁ πρῶτος συνεργὸς τῆς οἰκοδομητικῆς προσφορᾶς αὐτῆς, ἀνίδρυσε τὸ ἔμπνουν καὶ σύννουν συγκρότημα τοῦτο ψυχῶν ἀφιερωθεισῶν τῷ Κυρίῳ,  πλησίον τοῦ χώρου ἔνθα ἡ Μακεδονία ἔδωκεν εἰς τὸν Χριστὸν τὰς ἀπαρχὰς τῆς κτίσεώς της ὑπ᾿ Αὐτοῦ καὶ ἐν Αὐτῷ. 

Μετὰ πολλῆς χαρᾶς παρακολουθοῦμεν ἀπὸ τοῦ Ἱεροῦ τῆς Ὀρθοδοξίας Κέντρου καὶ προσωπικῶς τὰς θεοφιλεῖς δραστηριότητας τῆς εὐλογημένης Ἀδελφότητός σας, τὸ σημαντικώτατον ἐκδοτικὸν ἔργον διὰ τῶν εἰς τὰς ἐγκαταστάσεις τοῦ ἐνταῦθα τυπογραφείου πραγματοποιουμένων ἑκατοντάδων πνευματικῶν ἐκδόσεων –μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀπὸ ἐτῶν καὶ τῆς Ἐπετηρίδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, διὰ τὴν ἐπιμέλειαν καὶ καλαίσθητον ἔκδοσιν τῆς ὁποίας καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης σᾶς εὐχαριστοῦμεν θερμῶς-, αἱ ὁποῖαι ἐκδόσεις ἔθρεψαν καὶ τρέφουν ἐν Χριστῷ καὶ κατὰ Χριστὸν πλήθη ψυχῶν˙ τὴν λειτουργίαν τοῦ γνωστοῦ τηλεοπτικοῦ σταθμοῦ 4Ε, τὴν κατ᾿ ἔτος ὀργάνωσιν τῶν παιδικῶν Κατασκηνώσεων καὶ τὴν φιλοξενίαν παιδίων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, τὴν κυκλοφορίαν ἐκλεκτοῦ περιοδικοῦ ψυχωφελοῦς καὶ ἐποι¬κοδομητικῆς ὕλης, καὶ πολλὰ ἄλλα θεοφιλῆ καὶ κοινωφελῆ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀδύνατον νὰ ἐξονομάσωμεν ἀριθμητικῶς, ὡς γνωστὰ μόνον εἰς τὸν Θεὸν καὶ τοὺς πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως εὐεργετουμένους χριστιανούς.

Συγχαίρομεν, λοιπόν, ἐκ τοῦ σύνεγγυς πατρικῶς πάσας ὑμᾶς,  τὰς κοπιώσας ἀδελφὰς καὶ θυγατέρας ἡμῶν κατὰ πνεῦμα, καὶ εὐλογοῦμεν τοὺς χώρους τῆς διακονίας σας, ἑνοῦντες τὰς προσευχὰς ἡμῶν μὲ ἐκείνας τοῦ κυριάρχου Ἐπισκόπου τοῦ τόπου, τῆς ὑμετέρας ἀγαπητῆς Ἱερότητος, ἀδελφὲ ἅγιε Σερρῶν καὶ Νιγρίτης κύριε  Θεολόγε, ὁ ὁποῖος μετ᾿ ἐμπιστοσύνης, στοργικῆς ἀγάπης καὶ εἰλικρινοῦς ἐνδιαφέροντος περιβάλλετε τὸ ἔργον τῆς Ἀδελφότητος ταύτης.

Συγχρόνως δὲ δεόμεθα ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ ἀλήστου μνήμης καὶ ἀναγνωριζομένης εὐρυτέρας ἐκκλησιαστικῆς, πνευματικῆς καὶ κοινωνικῆς προσφορᾶς σεβασμίου καὶ ἀληθῶς θεοφιλοῦς ὀνόματι καὶ πράγματι Γέροντός σας, τοῦ ὄντως πνευματικοῦ γεννήτορός σας ἐν Χριστῷ, ὁ ὁποῖος ἐνεπιστεύθη εἰς ὑμᾶς ὡς ἱερὰν παρακαταθήκην τὴν συνέχισιν μετὰ συνεπείας καὶ πιστότητος, τοσοῦτον εὐθυνοφόρου ἔργου ἐνισχύσεως ἐν Χριστῷ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, διὰ τῆς προσευχῆς, τοῦ λόγου καὶ τῶν ἀπαριθμηθέντων ποικίλων μέσων, ἀθορύβως, ἐν σεμνότητι, ἐν  ἀφανείᾳ, ἐν ταπεινώσει.

Κατανοοῦμεν, εὐλαβέσταται ἀδελφαὶ καὶ θυγατέρες ἐν Χριστῷ, τὸν πόνον ἐκ τῆς σωματικῆς ἀπουσίας τοῦ μακαριστοῦ Γέροντός σας, εἴμεθα ὅμως βέβαιοι ὅτι ἐπιβεβαιοῦσαι καθ᾿ ἑκάστην τὴν κλῆσίν σας, συνεχίζετε καρποφόρως νὰ πολυπλασιάζετε, κατὰ τὸ παράδειγμα καὶ τὴν διδαχὴν ἐκείνου, τὸ πολυω¬φελὲς ἔργον τῆς ἐν τῷ πνευματικῷ γεωργίῳ πολυμεροῦς διακονίας καὶ ἐκδαπανητικῆς ἀγάπης σας.

Διὰ τῆς συνεχίσεως τῆς προσφορᾶς καὶ μαρτυρίας σας, ὑπὸ τὴν εὐλογίαν πάντοτε τοῦ ἐπιχωρίου κυριάρχου Ἐπισκόπου σας, πεπείσμεθα ὅτι καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ πνευματικοῦ σας γεννήτορος Θεοφίλου ἀναπαύεται καὶ ἀγάλλεται, εὐλογοῦντος οὐρανόθεν τὴν πορείαν σας καὶ εὐχομένου τῷ ἐκ τάφου ὡς ἐκ παστάδος προελθόντι Κυρίῳ Ἰησοῦ ὑπὲρ καὶ τῆς ὑμετέρας πνευματικῆς αὐξήσεως, ἐν ὁμοψυχίᾳ, ἑνότητι καὶ ἀκλινεῖ πιστότητι εἰς τὰς ὑπ᾿ αὐτοῦ τεθείσας βάσεις τῆς Ἀδελφότητος, ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν ἁγίων προστατῶν καὶ ἐμπνευστῶν σας, ἐνδόξου πρωτοκορυφαίου Ἀποστόλου Παύλου καὶ Ἁγίας Λυδίας τῆς Φιλιππησίας˙ οὕτω θὰ διαβαίνετε καθ᾿ ἡμέραν τὴν  νοητὴν Μακεδονίαν καὶ θὰ συνδράμετε εἰς τὴν σωτηρίαν ψυχῶν.

Κατανοοῦμεν ἀσφαλῶς τὸ κενόν, τὸ ὁποῖον κατέλιπεν ἡ κοίμησις τοῦ πνευματικοῦ σας πατρός, ὁ ὁποῖος ἐσφράγισε τὴν κατὰ Θεὸν πορείαν τῆς Ἀδελφότητος καὶ ἑκάστης ἐξ ὑμῶν προσωπικῶς. Περὶ τοιούτου πνευματικοῦ πατρός, ἄλλωστε, ὁμιλεῖ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφων πρὸς τοὺς Κορινθίους (Α΄ δ΄, 15), ὅτι εἶχον κατὰ τὴν πνευματικήν των ζωὴν πολλοὺς διδασκάλους, ἀλλὰ μόνον ἕνα πατέρα, ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τοὺς ἀνεγέννησεν ἐν Χριστῷ διὰ τοῦ εὐαγγελίου, διὰ τῶν πολλῶν κόπων καὶ τῶν φροντίδων, διὰ τῶν δακρύων καὶ τῶν θλίψεων. 

Πιστεύομεν ὅτι τοιαύτην ἐμπειρίαν ἔχετε καὶ σεῖς, αἱ συναχθεῖσαι καὶ συγκροτοῦσαι τὴν θεοευλόγητον ταύτην Ἀδελφότητα. Εὐλογοῦντες ὑμᾶς καὶ τὸ ἔργον καὶ τὴν Ὀρθόδοξον χριστιανικὴν μαρτυρίαν σας, εὐχόμεθα ὅπως, χάριτι καὶ ἐλέει τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, συνεχίζητε καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐξ ἴσου ἐνζήλως καὶ καρποφόρως τὴν εἰς Χριστὸν ἐκδαπάνησιν καὶ τὸ σεμνὸν ἔργον σας, εἰς δόξαν τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ καὶ οἰκοδομὴν τοῦ σώματος Αὐτοῦ.

Ἡμεῖς δὲ θὰ χαίρωμεν καὶ θὰ καυχώμεθα πληροφορούμενοι ἐν  τῇ Μητρὶ Ἐκκλησίᾳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὴν πρόοδον τοῦ ἔργου καὶ τῆς διακονικῆς προσφορᾶς σας.
Χριστὸς ἀνέστη! Χαίρετε, καὶ πάλιν ἐροῦμεν, ἐκ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐκ τοῦ κενοῦ μνημείου τῆς Ἀναστάσεως, Χαίρετε! Ἰδού, ὁ Ἀναστὰς Κύριος μετὰ πασῶν ὑμῶν καὶ μετὰ τῆς προσφιλοῦς Ἀδελφότητός σας ἔσται πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.
Related Posts with Thumbnails