© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΟΥ ΟΙ ΕΥΠΡΕΠΙΣΜΟΙ…

(Μὲ ὁδηγὸ τὴν ποιητικὴ συνδρομὴ τοῦ π. Παναγιώτη Καποδίστρια)


Θεωρώντας τὶς βιβλιοπαρουσιάσεις γιὰ τὸ ἀκριβὸ καὶ τιμημένο ποιητικὸ πρόσφορο τοῦ π. Παναγιώτη, «ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ», τὶς ὁποῖες παρουσίασαν ἔγκριτοι λόγιοι γιὰ τὴ νέα αὐτὴ ποιητικὴ συλλογὴ νὰ μέ καλύπτουν ἀπόλυτα, περίμενα νὰ ἔλθουν οἱ προεόρτιες αὐτὲς ἡμέρες, ποὺ μᾶς προετοιμάζουν γιὰ τὰ εἰσόδια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, γιὰ νὰ καταθέσω τὸ πενιχρό μου δίλεπτο.
Καθώς, λοιπόν, βηματίζουμε πρὸς τὴ Μεγαλοβδομάδα καὶ  προευτρεπίζοντας τὰ πάντερπνα καὶ θεοκατάνυκτα αὐτὰ εἰσόδια  μὲ ἄνθη εὐλαβείας, θεώρησα σωστὸ νὰ προτείνω στὸν ἀναγνώστη μου νὰ ἀναγνώσουμε προσεκτικὰ τὴν ποιητικὴ ἑνότητα «Ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα τῶν ἐλαχίστων», ἡ ὁποία καὶ συμπεριλαμβάνεται στὰ «ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ» τοῦ π. Παναγιώτη (σ. 21-25).
Γραμμένα τὰ ποιήματα αὐτὰ στὶς Μεγαλοβδομάδες τῶν ἐτῶν 2010, 11 καὶ 12, ἀνοίγουν στὴν ψυχὴ δρόμους φωτεινοὺς ποὺ καταλύουν τὴν ἀπελπισία:
«Ἄκαρπο εἶμαι μὰ ποθῶ νὰ δῶ κι ἐγὼ τὸν Ἐρχόμενο»( 21), τὸν πρὸς τὸ Πάθος ἐρχόμενο Κύριο, στὸν Ὁποῖον ἄλλωστε ἐπενδύουμε ὅλη μας τὴν ἀπελπισία, γιὰ νὰ μεταποιηθεῖ σὲ ἀνθισμένο κλωνάρι πασχαλιᾶς, ποὺ θὰ εὐωδιάσει τὶς κλειστὲς κι ἀνήλιαγες καρδιές. 
Ἐπιχειρεῖς τότε, καθὼς ψαύεις τῆς Μ. Τρίτης τὸν Νυμφώνα, νὰ κατανοήσεις πῶς ἐκεῖ χωρᾶς «ἐσὺ χωρὶς ἐσένα»( 21), μὲ θρυμματισμένο ἐγὼ καὶ μὲ τ᾿  ἀγκάθια σου-ἁμαρτίες ( 22) προσφορὰ στὸν Ἐρχόμενο.
Ἔξοδο κι αὐτὸ μὲ τὸ μῦρο! (πρβλ. Λκ. 7, 47 ). «Νόημα ξυλωμένο» (22), ἀνέξοδα ὡστόσο καὶ πολυτιμότερα τὰ δάκρυα τῆς πόρνης, τὰ ὁποῖα καὶ «στεροῦνται χρειωδῶν συστατικῶν» (22), ἀφοῦ ἡ χημεία εἶναι ἄγνωστη σ᾿ αὐτά. Βλέπεις στὴ μετάνοια δὲν εἰσχωρεῖ καμία ἐργαστηριακὴ ἀνάλυση. Εἶναι ὅπως ἡ ἀνόθευτη ἡ γύρη...
«Στὸ Δεῖπνο ἤμουν. Μ᾿ ἐλέησε νὰ γλείψω ὅ,τι ἔπεφτε»( 23). Οἱ μαργαρίτες τῆς Ἀθανάτου Τραπέζης περιμένουν τὸν καθένα ποὺ ἐπιμένει νὰ μετάσχει -ἔστω κι ἄν ἐξοργιστεῖ μὲ τὴν ἀπέραντη καλωσύνη καὶ θεία στοργή ἤ ἀηδιάσει μὲ τὰ ρυπαρὰ τὰ πόδια καὶ τὸ «πῦον τῆς ἀχαριστίας» (23). Μαθήματα εἶναι μέγιστα καὶ ἀληθινά, δίχως τὴν ὑποχρέωση νὰ τὰ παρακολουθήσεις... Βλέπεις εἶναι καὶ τὸ κρασὶ τὸ θεόγλυκο τοῦ Δείπνου, ποὺ, ἄν τὸ θές, τὸ δοκιμάζεις...
«Καὶ πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήση με...» (Μτθ. 26, 34). Μόνο ποὺ ὁ πετεινὸς σήμερα ἔπαψε νὰ λαλεῖ, γιὰ νὰ μὴ φανερώνει τὶς τύψεις μας καὶ τὸ Πάσχα ἀπόμεινε ἀόριστη γιορτὴ χωρὶς τὴν παρουσία Του. Παρουσία Θεοῦ μελιζόμενου καὶ μηδέποτε δαπανώμενου, ποὺ σκορπᾶ μὲ τὰ ἄνθη τῆς ἄνοιξης τὰ περιστέρια τοῦ ἐλέους (24).
Ἄνθη τῆς ἄνοιξης, τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς τὰ ἄνθη ραντισμένα δάκρυα.
Μ. Σάββατο. «Σήμερον ὁ Ἅδης στένων βοᾶ...», καθὼς ἀπὸ τὰ ἔγκατα, τὰ σπλάχνα του ἀνεβαίνει ὁ Ἐρχόμενος.  Κ’ εἶναι ἀλήθεια ὅτι «Σεισμός, Ἀχός, Ἅδης πατιέται» (24), ἐνῶ τὰ ξηρὰ ὀστᾶ (πρβλ. Ἰεζ. 37, 1 ἑξ.) καὶ οἱ ξερὲς μορφὲς «ἀναλαμβάνουν βλέμμα» καὶ ὑπόσταση (24). Καὶ σιμά τους,
ἡ «Λαμπρὴ Κυριακή» (25), μὲ τὶς δάφνες καὶ τὶς παπαροῦνες νὰ σκορποῦν τὸ «Ἀνέστη», νὰ ἐξοντώνουν τὰ ζωύφια τοῦ μυαλοῦ, νὰ ἐξαφανίζουν τὰ καρφιά, νὰ ἀνάβουν μὲ Ἅγιο φῶς, τὴ λαμπάδα τῆς Ἐλπίδας.
Ναί, ἡμῶν τῶν ἐλαχίστων αὐτὴ ᾿ναι ἡ Μεγαλοβδομάδα...

Σκόπελος, Μ. Σαρακοστὴ 2015 π.κ.ν.κ 

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

MusicAeterna Θεόδωρος Κουρεντζής | Gala Rameau στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ 

Ο αρχιμουσικός Θεόδωρος Κουρεντζής πρέπει να έχει μέσα του το θεϊκό «δαιμόνιο», για να μπορεί να ερμηνεύει έργα σαν αυτά του Jean Philippe Rameau και να αποκαλύπτει στο καθηλωμένο κοινό του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, το Απολλώνιο Φως και την Επικούρεια Γαλήνη τους {17-3-15].

Ο Jean-Philippe Rameau [1683-1764], από τους σπουδαιότερους Γάλλους συνθέτες και θεωρητικούς της εποχής του Μπαρόκ, γνωστός και ως «Γεωμέτρης», προσωνύμιο που του προσέδωσαν από τα θεωρητικά του δοκίμια, με τα οποία συνέβαλε στην εξέλιξη της θεωρίας της μουσικής στην Ευρώπη, γεννήθηκε στη Ντιζόν της Βουργουνδίας δύο χρόνια πριν από τη γέννηση των Bach και Handel, τέσσερα χρόνια πριν από το θάνατο του Lully [1684] και πέθανε δύο χρόνια μετά την παρουσίαση της όπερας του Gluck Ορφέας και Ευρυδίκη [1762]. Ο Rameau άρχισε την καριέρα του ως  οργανίστας σε διάφορες πόλεις της Γαλλίας. Το 1722-23, στα σαράντα του χρόνια, έρχεται στο Παρίσι, για να επιβλέψει την  έκδοση των θεωρητικών δοκιμίων του, Πραγματεία Αρμονίας και Νέο σύστημα της θεωρητικής μουσικής και έκτοτε εγκαθίσταται στη γαλλική πρωτεύουσα. Ο Rameau αρχίζει την οπερετική του καριέρα, σε ένα κλίμα ανανέωσης και παράδοσης, πλησιάζοντας τα πενήντα  του χρόνια και κερδίζει φήμη την οποία διατηρεί ως σήμερα. Συνθέτει με πνευματώδη τρόπο κομμάτια εξαίσια για πληκτροφόρο όργανο, καντάτες, μοτέτα, κανόνες, λυρικές κωμωδίες, μπαλέτα και όπερες, πολλές από τις οποίες κατατάσσονται ανάμεσα στις ωραιότερες της εποχής Μπαρόκ. Η δε μουσική του μεγαλοφυΐα τον έκανε να ξεπερνά τις τυχούσες αδυναμίες των λιμπρέτων. Καθαρότητα, χάρη, λεπτότητα, τρυφερότητα, αριστοκρατική γοητεία, χρωματικός πλούτος, απλότητα και φυσική «ρητορεία» είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά του συνθέτη που κοσμεί τη Γαλλική Μουσική. Οι σύγχρονοί του όμως θεωρούσαν δύσκολο να παιχτεί η μουσική του, έως αδύνατο. Είχε μεγάλη φαντασία, έψαχνε το καινούργιο και χρησιμοποίησε νέους ήχους στην ορχήστρα. Οι συνθέσεις του αντανακλούν τις λεπτές αποχρώσεις της ψυχής. Ο Rameau  και τα πολλά πρόσωπα της αγάπης, ο Rameau και η γλώσσα της καρδιάς. Στο τέλος του 18ου αιώνα η μουσική του παιζόταν σπάνια, ώσπου ανακαλύπτεται εκ νέου τον 20ό αιώνα και σήμερα τα έργα του χαίρουν μεγάλης εκτίμησης, έχουν κατακτήσει τη δισκογραφία και παίζονται στις αίθουσες συναυλιών. Το 2014 ήταν χρονιά Rameau, καθώς συμπληρώθηκαν 250 χρόνια από το θάνατό του και γιορτάστηκαν στην Ευρώπη με συναυλίες και με πλούσια δισκογραφία.


Ο τρόπος, με τον οποίο διευθύνει ο Θεόδωρος Κουρεντζής, εκφράζει το πάθος για την τέχνη του, ενώ συγχρόνως ανανεώνει ερμηνευτικά το απέραντο τοπίο του μουσικού παρελθόντος. Ο αρχιμουσικός ξεκινά από το μηδέν και με μέγιστη τονική ευκρίνεια φωτίζει το «όλον», το υπέρτατο αγαθό των μουσικών ιδεών. Απαιτεί και αποσπά από την εκπληκτική ορχήστρα MusicAeterna, την οποία ο ίδιος δημιούργησε, ό,τι καλύτερο θα μπορούσε κανείς να ονειρευτεί. Η πνευματικότητα είναι το μεγάλο προσόν του Κουρεντζή. Όλα περνούν πρώτα από το διυλιστήριο του μυαλού για να γλιστρήσουν στην καρδιά και να εκφράσουν, με καθαρά νοήματα, το βάθος της γραφής, τη δραματικότητα της σύνθεσης, την έκρηξη της μουσικής και της ποίησης, μέσα από εικόνες ασύλληπτης ομορφιάς. Πώς θα μπορούσε να μην μετουσιώσει τελετουργικά τα χρώματα του «Θεάτρου των Πανηγυριών», το οποίο έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο στην ιστορία του γαλλικού θεάτρου και στο οποίο  ο Rameau είχε θητεύσει πριν  γίνει γνωστός στο χώρο της όπερας; Και πώς θα μπορούσε να μην επαναπροσδιορίσει την πνευματική εκείνη διάσταση, διάχυτη στους λεπταίσθητους ήχους του πληκτροφόρου οργάνου και στον χρωματικό πλούτο της Ορχήστρας του, που μοιάζει να απευθύνεται στο υποσυνείδητο και να διεγείρει τον εσώτερο συναισθηματικό κόσμο, οδηγώντας στην ανάταση της ψυχής, στη μέθεξη; 

Και είναι η σημαίνουσα, εξαίσια ανθρώπινη φωνή της σοπράνο Nadine Koutcher που, με άκρα ευαισθησία και υποβλητική ερμηνεία, κάμει  τα αποκαλυπτήρια, ή όπως θα έλεγε ο ποιητής Παναγιώτης Καποδίστριας, τα Ανακαλυπτήρια του δημιουργικού μυστήριου  του συνθέτη και εκείνου, του αρχιμουσικού!

Η εξισορρόπηση των  αντιθέσεων οδηγεί στην κάθαρση και, ενώ  η Ορχήστρα, έχοντας φτάσει στην κορύφωση της ιερής μυσταγωγίας, αποχωρεί από τη σκηνή καταχειροκροτούμενη, οι θεατές παραμένουν ακόμα στις θέσεις τους, με μια αίσθηση ευδαιμονίας που φαντάζει προϋπάρχουσα, κεκρυμμένη και αναπηδά από τα βάθη της ψυχής, «εν αρμονία», με τα  μεταφυσικά ερεθίσματα που δέχτηκε από το άρρητο, μουσικό,  ερωτικό σύμπαν της MusicAeterna


Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Αναζητώντας ψηφίδες του Επτανησιακού Πολιτισμού

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ 

Torquato Tasso
Λένε πως για να δεις αν κάποια είναι πραγματική νοικοκυρά δεν πρέπει να κοιτάξεις τα βασικά και κεντρικά σημεία του σπιτιού της, αλλά τις λεπτομέρειες. Για παράδειγμα πρέπει να ψάξεις, όχι βέβαια σαν την κακή πεθερά, αλλά καλόγνωμα, κάτω από τα κεντήματα των επίπλων ή τον καναπέ και αν είναι καθαρά, τότε θα διαπιστώσεις την πάστρα της.
   Το ίδιο συμβαίνει και με τον πολιτισμό. Ο σημαντικός και ο μεγάλος δεν κρύβεται μόνο σε κάποια ηχηρά και μεγάλα ονόματα, τα οποία αναμφισβήτητα κοσμούν τον κάθε τόπο και του δίνουν αίγλη και ισχύ, αλλά και σε άλλα, τα οποία ετοιμάζουν το έδαφος και θεμελιώνουν το οικοδόμημα. Όσο μάλιστα περισσότερα είναι αυτά, τόσο αυξάνεται το μέγεθος της κάθε δημιουργίας.
   Αυτό αναμφίβολα συμβαίνει και στον Ιόνιο χώρο και αυτό είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του σημαντικού και μοναδικού Επτανησιακού πολιτισμού.
   Μεγάλοι και σπουδαίοι αναμφισβήτητα οι επώνυμοι Φώσκολος, Σολωμός, Κάλβος, Βαλαωρίτης, Μάντζαρος, Λασκαράτος, Θεοτόκης (η επιλογή είναι πρόχειρη και ενδεικτική), αλλά τεράστια είναι και η προσφορά και κάποιων άλλων, οι οποίοι με το έργο και την παιδεία τους έγιναν όχι μόνο πρόδρομοι, αλλά συνέβαλαν στην καλλιέργεια και την γνώση της ιδιαίτερης πατρίδας τους και όχι μόνο.
   Σελίδες ολόκληρες θα μπορούσαν να γραφτούν γι’ αυτούς και το πλήθος τους σε αυτήν την δυτική πλευρά της Ελλάδας θα μας εκπλήξει. Για την Ζάκυνθο μόνο, αρκεί κάποιος ν’ ανοίξει το πολλαπλά πολύτιμο «Λεξικόν» του Λεωνίδα Ζώη και να το ξεφυλλίσει. Εκεί θα βρει πάμπολλους και αξιόλογους εργάτες του πνεύματος και της τέχνης, οι οποίοι με το πρωτότυπο έργο τους, αλλά (προπάντων) με τις μεταφράσεις τους, έδωσαν μια πνευματική αυτάρκεια στο νησί, αλλά και τον Επτανησιακό χώρο.
   Για του λόγου το αληθές και εντελώς ενδεικτικά, ας δούμε την περίπτωση κάποιων μεταφράσεων έργων του μεγάλου και παγκοσμίως γνωστού Τορκουάτο Τάσσο.
  Το περίφημο έργο του «Απελευθερωθείσα Ιερουσαλήμ», το οποίο τον έκανε γνωστό και τον καθιέρωσε, μεταφράστηκε σε απλή νεοελληνική διάλεκτο από τον πολυδιάστατο Ζακυνθινό συγγραφέα Δημήτριο Γουζέλη, του οποίου ο «Χάσης» μπορεί να είναι το αποκορύφωμα της δημιουργίας του, παρότι εντελώς νεανικό του έργο, όπως λέγεται, αλλά όχι και η μόνη πτυχή της προσφοράς του στην νεοελληνική γραμματολογία.
   Η μετάφραση αυτή του Γουζέλη τυπώθηκε στην Βενετία το 1807 και πλούτισε πολλές τοπικές και όχι μόνο βιβλιοθήκες, δίνοντας γνώση στους συντοπίτες του.
   Το ίδιο έργο έχει μεταφρασθεί και από τον Κεφαλλονίτη ποιητή της λεγόμενης Σολωμικής Ποιητικής σχολής της Επτανήσου Ιούλιο Τυπάλδο-Πρετεντέρη, ο οποίος ενώνει τον Ιόνιο χώρο στο πρόσωπό του, μια και παρότι γεννήθηκε στο Ληξούρι, υπηρέτησε σαν πρόεδρος των Πρωτοδικών στην Ζάκυνθο, αλλά και την Κέρκυρα, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή. Με το νησί μας μάλιστα είχε μια ιδιαίτερη σχέση, επειδή στα χώματά του γνώρισε την σύζυγό του, αλλά και μούσα του, την Λουΐζα δε Ρώση.
   Η έκπληξη, όμως, δεν είναι οι δύο παραπάνω μεταφράσεις του έργου του Τάσσο, το οποίο είναι παγκόσμια γνωστό, αλλά ενός άλλου του, του ποιμενικού δράματος «Αμίντας».
   Ο «Αμίντας» μεταφράστηκε από τον ευπαίδευτο ιατροφιλόσοφο και λόγιο των Κυθήρων Γεώργιο Μόρμορη και τυπώθηκε ανώνυμα στην αρχή, το 1745, στο περίφημο τυπογραφείο του Νικολάου Γλυκή, του εξ Ιωαννίνων, της Βενετίας, στο οποίο χρωστάμε τις σημαντικότερες Ζακυνθινές και Επτανησιακές εκδόσεις της εποχής. Οι μετέπειτα έρευνες, όμως, απέδωσαν χωρίς αμφιβολία το έργο στον γνωστό Τσιριγώτη, όπου, όπως έχει λεχθεί και υποστηριχθεί, προετοίμασε με αυτήν του την μετάφραση το δρόμο για την δημιουργία των Σαβόγια Ρούσμελη, Δημητρίου Γουζέλη και των άλλων Ιόνιων θεατρικών συγγραφέων.
   Αυτά που παραπάνω θυμηθήκαμε είναι βέβαια ελάχιστες μόνο ψηφίδες στο οικοδόμημα του Επτανησιακού πολιτισμού. Αποτελούν απλά και μόνο ενδεικτικές στιγμές του, σημαντικές, αλλά όχι μόνο, ευτυχώς, και μοναδικές. Ερευνώντας σωστά και συστηματικά θα συναντήσουμε και δεκάδες άλλες.
   Αν γνωρίσουμε στο βάθος και την ουσία του τον πολιτισμό των προγόνων μας, θα αισθανθούμε και την ευθύνη μας και δεν θα βγαίνουμε να μηρυκάζουμε με φτηνούς πανηγυρικούς γι’ αυτόν, ούτε θα λέμε, παντελώς επιδερμικά και επιπόλαια, για άγρα βασικά τουριστών, πως είμαστε «το νησί του πολιτισμού», όπως συχνά κάνουν, κυρίως, οι πολιτικοί μας.
   Αν είμαστε σωστοί και υπεύθυνοι, πρέπει να δημιουργήσουμε τις βάσεις για την συνέχεια και την εξέλιξή του. Διαφορετικά ας κάτσουμε στ’ αυγά μας και ας μην κάνουμε την τρίχα του σήμερα, τριχιά.
   Ο πολιτισμός προϋποθέτει παιδεία. Ας την αποκτήσουμε!

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Απόστολου Θηβαίου: Η ΩΡΑΙΑ ΑΝΔΡΙΑΝΝΗ


Η ωραία Ανδριαννή γεννήθηκε στις 14 του Μάρτη, λίγο μετά τον πόλεμο. Ολόκληρη τη ζωή της την ξόδεψε στις δυτικές συνοικίες. Περνούσε το πρωί το ποτάμι και γερνούσε στα εργοστάσια του νήματος, μαζί με τόσους και τόσους εργάτες απ' την Αρκαδία, τα Ιωάννινα, την Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια. Μετά γέννησε τα κορίτσια της, έπαψε να δουλεύει. Τ' απογεύματα σύχναζε στις εκκλησιές, προσέφερε που λένε έργο κοινωνικό. Τους νοιαζόταν τους φτωχούς και τους απόκληρους και αφοσιωνόταν στην παρηγοριά τους. Έπειτα ήρθαν δύσκολα χρόνια, δικτατορίες, σκληρές μέρες. Έβγαινε με τα κορίτσια της στο πεζοδρόμιο, μετρούσε τις ώρες για να 'ρθει ο άντρας της από τις πιο απόμακρες περιοχές. Έφευγε αξημέρωτα με τα λεωφορεία της γραμμής, έχτιζε σπίτια, στέριωνε ζωές πάνω στα παλιά νερά. 

Ύστερα ήρθε ο καιρός και η μεγάλη βρήκε τον άντρα της ζωής της και παντρεύτηκε. Έφτιαξε το σπίτι της κοντά στη γειτονιά της μάνας της. Έκανε και δυο μωρά και η ωραία Ανδριαννή γίνηκε πια και επίσημα γιαγιά. Τόσο πολύ εχάρηκε αυτόν το ρόλο της που δεν έπαψε να συνδράμει στις ανάγκες του κοριτσιού της. Ο άντρας της συνέχισε  να δουλεύει στις οικοδομές. Είχε τώρα δικό του συνεργείο και οι δουλειές του δεν ήταν πια μακρινές. Τα μεσημέρια επέστρεφε όπως όλοι οι εργαζόμενοι και περνούσε το μεσημέρι του στο μικρό μπαλκόνι εκείνου του δρόμου με τ΄όνομα των μεγάλων, πολεμικών αγώνων.

Ένα πρωί η ωραία Ανδριαννή έπεσε και πέθανε μες στο σπίτι της. Ανάμεσα στους δικούς της ανθρώπους έφυγε η ωραία Ανδριαννή. Την θάψαν στο παρακείμενο κοιμητήριο και φρόντισαν να 'χει μια γωνιά προσεγμένη στο μικρό δωμάτιο με τα εγκιβωτισμένα οστά. 

Τέτοιες μέρες πριν την Πασχαλιά πάντα τη θυμούνται την ωραία Ανδριαννή. Και η εγγόνή της, ένα όμορφο, δεκατετράχρονο κορίτσι κουβαλά τ' όνομα και την ομορφιά της στις οδούς των ηρώων των τραγικών, αρχαίων ποιημάτων. Στην οδό Ιφιγενείας ανθίζει η ωραία Ανδριαννή μες στις τρικυμίες που φέρνει ο καιρός. Ωραία, παλαιά Ανδριαννή των μεσημβρινών χωρών που γνωρίζεις την ηλικία των σεισμών και τους μυστικούς, τους τόπους της αναψυχής.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΚΙ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΣΥΓΚΙΝΟΥΝ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΟΥΝ…


Μὲ πυκνὸ χειμώνα νὰ πολιορκεῖ τὸ νησί, ἔφτασε στὰ χέρια μου μέσω τοῦ Διαδικτύου ἡ θαυμάσια καὶ ἄπειρα συγκινητικὴ αὐτὴ φωτογραφία ἀπὸ τὸ μακρυνὸ καὶ ἐξ ἴσου χειμωνιάτικο Λονδίνο. Μιὰ φωτογραφία ποὺ ἡ προσεκτική της «ἀνάγνωση» χαλαρώνει τὴν ψυχή, φέρνει τὸ σύθαμπο στὰ μάτια καὶ ἀναγκάζει τὸ χέρι νὰ γράψει δυὸ λόγια εὐγνωμοσύνης καὶ συνάμα ἰκέσιας δέησης στὴν Παναγιά μας, τὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγό ποὺ αὐτὸν τὸν καιρό, τὸν καιρὸ τῆς Νηστείας καὶ τῆς Σαρακοστῆς, κάθε Παρασκευὴ βράδυ ποτίζει τὶς ψυχές μας μὲ χαρά. Χαρὰ ποὺ κομίζεται ὡς ἄλλη ἀναταπόδοση στὰ ἀνθισμένα Χαῖρε ποὺ Τῆς προσφέρουμε, γνωρίζοντας πολὺ καλὰ ὅτι «οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον» μπροστὰ στὰ ὅσα μεγαλεῖα Της.
Ἡ φωτογραφία αὐτή, λοιπόν, ποὺ εἰκονίζει τὴ σύναξη τῶν ἀθώων παιδιῶν κάτω ἀπὸ τὴν «Σκέπη τοῦ Κόσμου, τὴν Πλατυτέρα Νεφέλης», τὴν Σκέπη τῆς Παναγίας μας μὲ τὸν σεμνὸ ἐφημέριο νὰ ἐξηγεῖ σ᾿ αὐτὰ τὰ τῆς Χάριτός Της μεγάλα καὶ θαυμάσια, θὰ μποροῦσε νὰ περάσει ἀπαρατήρητη ἄν ἦταν μιὰ φωτογραφία ἀπὸ ἕναν ἐνοριακὸ ναὸ κάποιας Ἐλλαδικῆς Μητροπόλεως; Ὅμως ἐδῶ ἔχουμε μιὰν ἄλλη εὐλογημένη σύναξη. Σύναξη, ποὺ πραγματοποιεῖται «εἰς τὴν ξένην», σὲ κάποιον δηλαδὴ Ὀρθόδοξο ναὸ μιᾶς ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες καὶ ἱστορικότερες πρωτεύουσες τοῦ κόσμου. Ποὺ σημαίνει ὅτι αὐτὴ ἡ ἁπλῆ καὶ σεμνὴ συντροφιὰ τῶν ἀθώων παιδιῶν, ἡ ὁποία μὲ προσοχὴ ἀκούει τὸν πνευματικό της πατέρα καὶ ποιμένα τῆς  ἐκκλησιαστικῆς τους κοινότητος, εἶναι ἡ ἐλπίδα. Ἡ ἐλπίδα στολισμένη μὲ τὰ φωτεινὰ χρώματα τοῦ οὐράνιου τόξου, ποὺ μέσα στὰ τόσα γκρίζα τοπία ποὺ μᾶς κυκλώνουν καθημερινά, ἔρχεται νὰ μᾶς δώσει νὰ καταλάβουμε πὼς αὐτὰ τὰ παιδιὰ θὰ γίνουν αὔριο τὰ περιστέρια μὲ τὸ βιβλικὸ κλαδὶ τῆς ἐλιᾶς ποὺ θὰ ζωγραφίσουν στὶς ψυχές μας τὴν Ἐλπίδα καὶ θὰ κηρύξουν τὴν ἀδιάλειπτη συντροφιὰ τῆς Μάνας τους τῆς Παναγιᾶς, πὼς δηλαδή Ἐκείνη, ἡ νεφέλη ἡ ὁλόφωτος, θὰ καταφέρει νὰ νικήσει ὅλα τὰ σκοτάδια. Καὶ μὲ τὴν ἀναμμένη λαμπάδα τῆς πίστεως, ποὺ ὁ καλός τους ποιμένας θὰ προσφέρει στὰ παιδιὰ αὐτά, ἐκεῖνα θὰ προσπαθήσουν -ὅπως αὐτὸς- νὰ φωτίσουν τὰ σκοτεινὰ τὰ μονοπάτια τῶν φίλων τους (γιατὶ ὄχι καὶ κάποιων δικῶν τους;), ὥστε νὰ κατορθώσουν νὰ δοῦν τὸ φῶς τὸ Ἀληθινὸν καὶ νὰ λάβουν Πνεῦμα Ἐπουράνιον.
Ἀπὸ ἕνα φουτουνιασμένο, βροχερὸ καὶ ἀσήμαντο ἑλληνικὸ νησί, ἕνας ἁπλὸς παπᾶς μιᾶς μικρῆς ἐνοριακὴς κοινότητος εὔχεται. Εὔχεται ἐνίσχυση καὶ θεία συνδρομὴ στὸν ἐνάρετο συλλειτουργό, ἀλλὰ καὶ περισσὴ εὐλογία καὶ φώτιση στὰ ἀθῶα αὐτὰ παιδιά. Γιατὶ τὸ ἀξίζουν!

Για το βιβλίο του Ευγένιου Ιονέσκο «Θύματα του καθήκοντος» (μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, εκδ. Κέδρος 2014)

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Ο Ευγένιος Ιονέσκο (Eugène Ionesco) γεννήθηκε το 1909 και πέθανε το 1994. Ήταν Ρουμάνος από τον πατέρα του, Γάλλος από την μητέρα του και η ζωή του  μοιρασμένη ανάμεσα στη Ρουμανία και στην Γαλλία. Το 1913 η οικογένεια φεύγει για το Παρίσι και το 1925 επιστρέφει στη Ρουμανία. Ο Ευγένιος σπουδάζει γαλλική λογοτεχνία στο Βουκουρέστι, ενώ παράλληλα γράφει ποιήματα. Το 1934 παντρεύεται και το 1938 ξαναφεύγει για το Παρίσι, μετά από μια υποτροφία που κέρδισε, για να σπουδάσει σύγχρονη γαλλική λογοτεχνία από τον Μποντλέρ και έπειτα. Ταξιδεύει από το Παρίσι στο Βουκουρέστι και αντίστροφα, μέχρι το 1942 που θα εγκατασταθεί πλέον οριστικά στη Γαλλία και το 1944 στο ελεύθερο, πλέον, Παρίσι. Το 1970 έγινε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, κέρδισε πολλά βραβεία, έγραψε πολλά έργα και θεωρητικά δοκίμια και για άλλους αλλά και για να διορθώσει τους κριτικούς που είχαν  παρερμηνεύσει το έργο του.

Ανήκει στους σημαντικότερους εκπροσώπους του Θεάτρου του Παραλόγου, αν και ο ίδιος αρνιόταν κάτι τέτοιο. Και ενώ έγραψε στη γαλλική γλώσσα, ανήκει στους πιο επιφανείς διανοητές της Ρουμανίας. Τα έργα του κατά κανόνα είναι πολιτικά και κοινωνικά. Διακωμωδούν τις ασήμαντες καταστάσεις της καθημερινής ζωής, κάνουν λόγο για τη μοναξιά και για το ασήμαντο. Αναζητώντας την άλογη λογική, τα παράδοξα, το υποσυνείδητο, επηρεασμένος από τον Φρόιντ, και όχι μόνο, επεχείρησε στα θεατρικά έργα του την ανατροπή κάθε δραματικού παραδοσιακού στοιχείου, προσώπων, πλοκής, διαλόγων, δημιουργώντας αυτό που ο ίδιος ονόμασε αντιθέατρο. Απαισιόδοξος από τη φύση του πίστευε ότι  η ζωή είναι χωρίς νόημα, αφού ο θάνατος περιμένει στην άκρη. Όσο για τα πολιτικά καθεστώτα, αυτά είναι απάνθρωπα, καταπιεστικά και διαστρεβλωτικά, γι’ αυτό και προβάλλει την αναγκαιότητα της ελευθερίας σκέψης και δράσης ως υπέρτατα αγαθά. 

Το έργο μάς προσφέρεται στην έξοχη μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ, ο οποίος έχει μεταφράσει περισσότερα από τριακόσια θεατρικά έργα και ανάμεσά τους και τα έργα του Ιονέσκο: Ο Ζακ ή υποταγή (2009), Μακμπέτ (2009), Το παιχνίδι της Σφαγής (2009), Ρινόκερος (2009), Ο βασιλιάς πεθαίνει (2009),   Αμεντέ (2010) και Θύματα του καθήκοντος (2014), όλα από τις εκδόσεις Κέδρος.

Τα Θύματα του καθήκοντος, λοιπόν,  γράφτηκαν το 1952, ανέβηκαν  στο Θέατρο του Καρτιέ Λατέν το 1953 και εκδόθηκαν το 1954. Στο έργο αυτό που του έφερε μεγάλη δόξα και διαφέρει από τα άλλα, η κριτική αναγνώρισε  πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Συγκεκριμένα, παρακολουθούμε τον ήρωά του, τον Σουμπέρ, από την στιγμή του γάμου του μέχρι την στιγμή του θανάτου του. Και η ζωή του Σουμπέρ δεν είναι άλλη από τη ζωή του Ιονέσκο. Παρακολουθούμε, δηλαδή, τα δύσκολα παιδικά χρόνια του συγγραφέα, λόγω του αυταρχικού και καταπιεστικού χαρακτήρα του πατέρα του, τη διάλυση της οικογένειας και την αγχωτική συμβίωση με τον πατέρα του. Κι ενώ όλα έτσι έχουν, ο ήρωας βλέπει ένα περίεργο φως. Πρόκειται για μια προσωπική εμπειρία του συγγραφέα, όταν ήταν ακόμα παιδί και ζούσε στο Παρίσι. Δηλαδή, σ’ ένα χωριό της γαλλικής επαρχίας, το καλοκαίρι, ενώ περπατούσε κάτω από τον ήλιο και τον γαλανό ουρανό, αισθάνθηκε να ανασηκώνεται από το έδαφος και να αναρπάζεται προς ένα έντονο φως. Μέσα σ’ αυτή την παραίσθηση  ένιωσε ένα αίσθημα ευφορίας. Επιστρέφοντας στο έδαφος, μετά από αυτή την εξωπραγματική ονειρική εμπειρία, ξαναβρέθηκε μέσα στον κόσμο της σήψης, της διαφθοράς και της ανούσιας καθημερινής ζωής. Όμως η εμπειρία του μέσα στο φως ήταν μια αποκάλυψη που του υπέβαλε την ιδέα πως υπάρχει πράγματι ένας κόσμος καλύτερος  από αυτόν που βλέπουμε και ζούμε καθημερινά και αυτόν τον κόσμο συχνά πρόβαλε στα έργα του. Το έργο, βέβαια, έχει γραφτεί για να παρασταθεί στο θέατρο αλλά και ως ανάγνωσμα είναι απολαυστικό.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

π. Γεωργίου Α. Λέκκα: ΒΡΕΧΕΙ ΣΥΛΛΑΒΕΣ

[νέα ποιητική συλλογή |πρώτη δημοσίευση]

[Έργο: Marco Nereo Rotelli]
                             
         Ἐπειδή σ’ ἀγαπῶ
           κάθε τόσο σταλάζει
           συλλαβὲς ἡ καρδιά μου.


1
Ἀγαπημένε, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ σ’ ἀπέφευγα
δίχως νὰ ξέρω πὼς σὲ θέλω˙
μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μὲ ἤθελες
κι ἐνῶ τὸ ἤξερες πὼς σ’ ἀποφεύγω.

2
Ἀπὸ συμπόνια ξημερώθηκα μὲ τὸ φεγγάρι
ποὺ σιωπηλὸ ξαγρυπνοῦσε
πάνω ἀπ’ τὴ στέγη σου
γιὰ νὰ σὲ προσέχει
καὶ στὰ ὄνειρά σου.

3
Ἴδε ὁ ἄνθρωπος-
ἀπείρως καλύτερος
ἀπ’ ὅσο φαντάζεσαι˙
ἀπείρως χειρότερος
ἀπ’ ὅσο φοβᾶσαι.

4
Ἀγαπημένε, ἂς ἦταν νὰ εἶμαι
ὅλος αὐτιὰ γιὰ νὰ σ’ ἀκούω
καὶ ὅλος μάτια γιὰ νὰ σὲ κοιτῶ
ὅλος φωνὴ γιὰ νὰ σὲ δοξάζω
κι ὅλος καρδιὰ γιὰ νὰ σὲ προσκυνῶ.

5
Ἀγαπημένε, ὄμορφα ποὺ εἶναι καὶ τ’ ἀδέλφια μας
κάθε φορὰ ποὺ ἀγκαλιάζονται
καὶ πόσο θά ‘τανε ἀκόμα ὀμορφότερα
ἂν μόνο ἀπ’ τὴν ἀγάπη σου ἀγαπιοῦνταν.

6
Ἐλευθερία˙
καμιὰ ἀντίσταση
σὲ ὅ,τι θέλεις
κι ὅπου μὲ πᾶς.

7
Ἀλοίμονο ἂν περιμένεις
ἀπ’ τὸ ἀφιονισμένο κτῆνος μας
πρῶτα νὰ σοῦ παραδοθεῖ
γιὰ νὰ μᾱς σώσεις.
Ἀφοῦ δὲν ξέρουμε οὔτε κἂν ν’ ἀγαπηθοῦμε
χωρὶς ν’ ἀλληλοεξοντωθοῦμε, Κύριε,
ποῦ νὰ βρεθεῖ ἑαυτὸς
νὰ σοῦ παραδοθεῖ
γιὰ νὰ τὸν σώσεις.

8
Φιλάνθρωπα
ἀνοίγεις λίγο
γιὰ νὰ δῶ τὸ χάος μου
κι ἐγὼ ἀπάνθρωπα
κλείνω ὅπως-ὅπως τὴ ρωγμὴ
ποὺ, ἀλοίμονο, δὲν ὑποφέρω.

9
Κύριε,
μόνο ἐσὺ μπορεῖς νὰ σώσεις
καὶ τὴν «ἄλογη» φύση
ἀπὸ τὰ λογικὰ
ποὺ τοὺς τὴν ἐμπιστεύθηκες
νὰ τὴν προσέχουν.

10
Ἀγαπημένε, ξέρω
πὼς κατέβηκες στὸν Ἅδη
κι ἀναστήθηκες
γιατὶ μονίμως κατεβαίνεις καὶ στὸν ἅδη μου
καὶ μ’ ἀνασταίνεις.

11
Στολίζεις ἄνθη καὶ τὴν κόλασή μας
γιὰ νὰ παρηγορήσεις τὴ ζωή μας
καὶ μακριά σου.

12
Ἀγαπημένε, καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ σοῦ ἔχουμε
μᾶς τὴν γυρίζεις πίσω πολλαπλάσια
νὰ τὴν μοιράσουμε ἀντίδωρο
σ’ ὅ,τι ἀγαπᾶς.

13
Ὅλα τὰ ἔργα σου ἐκρήγνυνται
ἀπ’ τὴν ἐπιθυμία τους
νὰ σὲ δοξάσουν.

14
Ἀγαπημένε, ἡ πιὸ μεγάλη ἀπόδειξη
πόσο πολὺ μᾶς ἀγαπᾶς
εἶναι ποὺ δὲν σὲ νιώθουμε.

15
Κύριέ μου,
ὅσο ἀρνούμαστε τὴν Βασιλεία σου,
ἡ «ἄλογη» φύση ἀμφισβητεῖ τὴν ἡγεμονία μας
κι ἔχει βαλθεῖ νὰ μᾶς ἐξοντώσει.

16
Ἀπὸ τὰ εἴκοσι στὰ πενήντα σὰν χθὲς
κι ἄρα ἀπ’ τὰ πενήντα στὰ ὀγδόντα σὰν αὔριο.
Τὸ χθὲς πέρασε, ὅμως ξέρεις πὼς τό ‘ζησες
τὸ αὔριο εἶναι πάντα ἑπόμενο,
ποὺ ὅμως δὲν ξέρεις ποτὲ ἂν θὰ ζήσεις.

17
Στρογυλλεύει τὸ φεγγάρι
κάθε ὥρα ποὺ περνάει,
τὸ ἴδιο θέλει κι ἡ καρδιά μου
κάθε ὥρα ποὺ περνάει
πιὸ πολὺ νὰ σ’ ἀγαπᾶ.

18
Μᾶς εἴπανε ν’ ἀντισταθοῦμε καὶ θὰ νικήσουμε.
Νικήσαμε κι ἐξοντωθήκαμε
τόσο ποὺ νὰ μὴν θέλω πιὰ
παρὰ νὰ εἶμαι ἕνα τίποτα.
Ἀγάπη μου, ἐσὺ ποὺ φτιάχνεις
ὁλόκληρους κόσμους ἀπὸ τὸ τίποτα
πάρε καὶ κάνε με ἄνθρωπο
καὶ τοῦτο τὸ τίποτα.

19
Δὲν ἔχω ζωὴ παρὰ γιὰ νὰ στὴν προσφέρω
καὶ νοῦ παρὰ γιὰ νὰ σ’ ἀναζητῶ.
Δὲν ἔχω καρδιὰ παρὰ γιὰ νὰ σ’ ἀγαπάω
καὶ φωνὴ παρὰ γιὰ νὰ σὲ τραγουδῶ.
Δὲν ἔχω μάτια παρὰ γιὰ νὰ σὲ δοξάζω
καὶ χείλη παρὰ γιὰ νὰ σὲ προσκυνῶ.

20
Στραβὰ ποὺ ἀγαπῶ αὐτοὺς ποὺ ἀγαπᾶς
καὶ ἔτσι, ἀλοίμονο, τοὺς δείχνω
ἐκείνη μόνο τὴν πλευρὰ τοῦ ἑαυτοῦ τους
ποὺ πάντοτε θ’ ἀρνεῖται τὴν ἀγάπη σου.

21
Ἀνάρτησα τεράστιο παννὼ
καὶ στὸν κατώτατο βυθὸ τοῦ ἅδη μου
γιὰ νὰ διαδηλώνεται καὶ μὲς τὴν Κόλαση
τὸ ὄνομά σου.

22
Μοῦ κόβει τὴν ἀνάσα
ὅπως γέρνει
ὁ οὐρανὸς στὴ θάλασσα.
Μὰ πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅλα
μοῦ κόβει τὴν ἀνάσα
ἡ ἀγάπη σου
ποὺ δέχεται νὰ κατεβεῖ
καὶ στὸν ἀπύθμενο βυθὸ
τοῦ ἅδη μου.

23
Δὲν πᾶ νὰ μὲ λένε τρελό,
ποὺ δὲν ἀντέχω νὰ ζῶ
οὔτε λεπτὸ
σὰ νὰ μὴν ὑπάρχεις.

24
Ὅ,τι ἀγαπάω
ἀπ’ τὴν ἀγάπη σου
νὰ τ’ ἀγαπῶ
ὥστε ὅ,τι ἀγαπάω
νὰ μὴν μ’ ἐμποδίζει
νὰ σ’ ἀγαπῶ.

25
Μὲ τόσο ἔρωτα
ἀξόδευτο γιὰ σένα
εἶναι θαῦμα
ποὺ δὲν ἔχουμε ἀκόμα
φαγωθεῖ
ἀναμεταξύ μας.

26
Μονάχα ἔφηβος
ποὺ θὰ σ’ ἀγαποῦσε
καὶ στὰ βαθιὰ γεράματά σου
θὰ μποροῦσε
καὶ νὰ νιώσει
πόσο σ’ ἀγαπῶ.

27
Ἀφοῦ τίποτα δικό μου
δὲν σοῦ ἀξίζει
πάρε καὶ κάνε με
δικό σου ὅλον.

28
Ὁ ἀέρας,
τὸ φῶς,
τὸ νερό.
Ἡ θάλασσα,
ἡ γῆ,
ἡ βροχή.
Ἡ ἀγαπημένη,
ὁ οὐρανός,
ἡ σιωπὴ
κι ὁ Θεός μου.

29
Θ’ ἀσφυκτιῶ σ’ ὅλα τὰ σύμπαντα
πρὶν ἑνωθῶ μὲ τὴν ἀγάπη σου.

30
Ἐσὺ μονίμως πανταχοῦ παρὼν
κι ἐγὼ μονίμως πανταχοῦ ἀπὼν
σὰ νὰ μὴν ὑπάρχεις.

31
Πόσο ἀδικοῦμε τὴν ἀγάπη σου
κάθε στιγμὴ ποὺ τὴν ξεχνοῦμε.

32
ΤΕΤΑΡΤΑΙΟΣ ΟΖΩ
Δὲν ἀντέχεται, ἀγαπημένε,
τόσος θάνατος μαζεμένος
σ’ ἕνα σῶμα καὶ μιὰ ψυχή.
Νεκρός, μέχρις ὅτου μ’ ἀναστήσεις,
ἀγάπη.

33
Ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μου, ἐσύ
Ἡ χαρὰ τῆς ζωῆς μου, ἐσύ
Ἡ ἀγάπη τῆς ζωῆς μου, ἐσύ
Τὸ θαῦμα τῆς ζωῆς μου, ἐσύ
Ἡ ζωὴ τῆς ζωῆς μου, ἐσύ
Τὸ θαῦμα κι ἡ ζωή, ἐσύ

34
Θάνατος,
κάθε στιγμὴ ποὺ ζῶ,
ἐρήμην τῆς ἀγάπης σου,
ὁ Θεός μου.
Δικός σου, ἐπιτέλους, γιὰ νὰ ζῶ
γιατὶ ἀπηύδησα νὰ ζῶ
σὰν πεθαμένος.

35
Ἐσὺ μᾶς θέλησες
στὸν Παράδεισό σου
πού, ἀλοίμονο, θυσιάσαμε
γιὰ τὴν κόλασή μας.

36
Μὲ κερδίζεις ὅλον
ἀπ’ τὸ θάνατό μου
τόσο ποὺ νὰ θέλω
νὰ παραδοθῶ ὁλόκληρος
στὴ ζωή σου.

37
Τόσους αἰῶνες μετὰ Χριστὸν
κι ἡ ἀνθρωπότητα ἀκόμα νὰ ἀφομοιώσει
πὼς δύναμη χωρὶς ἀντίστοιχη ἀγάπη
εἶναι πάντοτε μιὰ ἐπικίνδυνη
καὶ καλὰ καμουφλαρισμένη
ἀδυναμία.

38
Κύριέ μου, μετακυλίεται
τόσο πολύ θάνατος στὶς σχέσεις μας
ποὺ γινόμαστε ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο ἡ κόλασή του
μέχρις ὅτου βρεθεῖ κάποιος
ποὺ νὰ σοῦ παραδώσει τὴν ἁλυσίδα τοῦ κακοῦ
καὶ κυρίως ποὺ θὰ μεσολαβήσει
γιὰ νὰ ἀντιστραφεῖ τὸ ρεῦμα.

39
Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΡΟΦΗΣ
Καὶ μὲ τὰ λόγια σου
καλύψαμε τὸ πρόσωπό μας,
ἔτσι ποὺ νὰ μὴν βλέπουμε
οὔτε καὶ τὸ δικό σου.

40
Ὅλα συμπάγειες φωτός˙
ὁ οὐρανὸς κι ἡ θάλασσα
σπίτια καὶ βουνὰ
πλεούμενα καὶ ἄνθρωποι.
Ὅλα συμπάγειες φωτὸς ποὺ τραγουδοῦν
κι ὅταν σιωποῦν.

41
Ὁ Παράδεισος θέλει προσπάθεια˙
στὴν Κόλαση πᾶς καὶ μόνο ἀπ’ ἀδράνεια.

42
Ἀγαπημένε, νὰ σὲ προσκυνῶ σ’ ὅλα τὰ ἔργα σου
ἔτσι ποὺ νὰ γεφυρώνεται
τὸ χάσμα ποὺ τὰ χωρίζει
ἀπὸ τὸ πῶς τὰ θέλησες νὰ εἶναι.

43
Ἔχω ἀνάγκη ὅλη τὴν ἐλευθερία
ποὺ χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ ζήσει
κι ἀποφεύγω τὴν ἁμαρτία
γιατὶ μπορεῖ νὰ μοῦ τὴν στερήσει.

44
Οἱ ἄνθρωποι παντρεύονται
ἂν ὄχι γιὰ νὰ νικήσουν τὸ σκοτάδι τους
τουλάχιστον γιὰ νὰ τὸ μοιρασθοῦν
καὶ συνήθως καταλήγουν νὰ τὸ διπλασιάσουν.

45
Ἀπόψε λέω νὰ βυθίσω
τὰ δυό μου χέρια μὲς τὸν οὐρανὸ
καὶ νὰ τραβήξω πάνω στὴν καρδιά μου
στρογγυλόλευκο τὸ φεγγάρι.

46
Πότε, λοιπόν, θὰ πέσουνε οἱ μάσκες
ὥστε κι αὐτοὶ ἀκόμα ποὺ ἀγαπιοῦνται,
ἐπιτέλους, ν’ ἀγαπηθοῦνε κι ἀλλιῶς;

47
Ἀγαπημένε, ἐπιθυμῶ μὲ τόση δύναμη τὸ φῶς σου
ποὺ μόνο ἀπόλυτο σκοτάδι
μπορεῖ νὰ ἐπιθυμήσει.

48
Εἶναι ὡραῖα ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ.
Εἶναι ὅλα ὡραῖα ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ.
Εἶναι ὅλα ὡραῖα παντοῦ ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ.
Εἶναι ὅλα ὡραῖα μαζί σου παντοῦ ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ.
Εἶναι ὅλα ὡραῖα καὶ ἕνα μαζί σου παντοῦ ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ
ὅλος ὡραῖος καὶ ἕνας μαζί σου παντοῦ ἐπειδὴ σ’ ἀγαπῶ
ἀπ’ τὴ μόνη ἀγάπη ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη σου.

49
ΚΟΛΑΣΗ
Ἀγαπημένε,
χτίζουμε ὁλόκληρη ζωὴ
μὲ σκέψεις, πράξεις καὶ αἰσθήματα
μὲ ἐπιστῆμες, τέχνες καὶ μέριμνες βιωτικὲς
σὰ νἆταν δυνατὸν ποτὲ
νὰ ζήσουμε χωρὶς ἐσένα.
Τελικὰ δὲν ἔχει ὅρια ἡ μακροθυμία σου
ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει
ἀκόμα καὶ τὴν ψευδαίσθηση
πὼς μπορεῖ νὰ ζοῦμε
καὶ χωρὶς ἐσένα.

50
Ἐγὼ ἀπάτη˙
ἐσὺ ἀγάπη.



Ὁ π. Γεώργιος Α. Λέκκας εἶναι ἄμισθος πρωτοπρεσβύτερος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Μόνιμος ὑπάλληλος (διοικητικός-νομικός) ΥΠΑΙΘ, ὑπηρετεῖ στὸ Γραφεῖο τῆς Ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση (Βρυξέλλες) καὶ παράλληλα διδάσκει ἑλληνικὴ φιλοσοφία στὸ Ἑλληνικὸ Ἀνοικτὸ Πανεπιστήμιο.  

Related Posts with Thumbnails