© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2015

Όταν η τσίκνα γίνεται τσουκνίδα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ




Δεν ξέρω αν πρόκειται για κακή ερμηνεία της λέξης ή αν μ’ αυτή μας την συνήθεια επιβίωνε κάτι παλιότερο, αλλά για την δική μου παιδική ηλικία «Τσικνοπέμπτη» δεν σήμαινε τσίκνα από ψημένο κρέας, αλλά κυνηγητό με τσουκνίδες και -ως εκ τούτου- κατακόκκινα πόδια και χέρια.
   Την Πέμπτη, το λοιπόν, την πριν από την Κυριακή της Αποκριάς, ξυπνώντας το πρωί, το πρώτο όπου ζητούσαμε από την μάνα μας ήταν να μας φορέσει αυτήν την μέρα μπλούζες μέχρι την παλάμη και μακριά πανταλόνια, όχι επειδή νοιώσαμε ξαφνικά πως μεγαλώσαμε, αλλά επειδή αυτήν την μέρα θα είχαμε μάχη με κείνο τ’ άγριο φυτό, που αν σε άγγιζε, σου προξενούσε φαγούρα.
   Κόβαμε δέσμες από δαύτο, για να χουμε απόθεμα και πριν την πρωινή, ομαδική προσευχή, στα διαλείμματα, αλλά και στο σχόλασμα, κυνηγούσαμε ο ένας τον άλλον, για να τον κάνουμε να πονά, να ξύνεται για ώρα και να αλλάζει τοπικά χρώμα, όταν τον ραπίζαμε με το χόρτο αυτό, που κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, είχε την τιμητική του.
   Μάταια μας μάλωναν οι δάσκαλοί μας και κάποιοι ξένοι –ήταν ελάχιστοι τότε– έχαναν την υπομονή τους, προσπαθώντας να μας εξηγήσουν πως δεν είναι αυτό το έθιμο της ημέρας, αλλά από αλλού προέρχεται η λέξη «Τσικνοπέμπτη». Εμείς συνεχίζαμε την αγαπημένη μας συνήθεια και τους αφήναμε να φωνάζουν, γνωρίζοντας καλά, περισσότερο βέβαια από ένστικτο, πως δεν τους ένοιαζε τόσο η παράδοση και η σωστή ή λάθος τήρηση και συνέχισή της, όσο η ποθητή ησυχία τους. Γιατί πώς να κάνεις καλά ένα μάο παιδιά, που ξεσάλωναν με μια τσουκνίδα το καθένα στο χέρι!
   Μα η συνήθεια του κατά τα άλλα ιαματικού φυτού δεν ήταν μόνο παιδικό αντέτι την Πέμπτη αυτή του Καρναβαλιού. Και οι μεγάλοι το τιμούσαν. Βέβαια αυτοί, παρότι πολύ θα το ήθελαν, δεν έτρεχαν στις ρούγες με τις τσουκνίδες ανά χείρας, όπως εμείς οι μικρότεροι, αλλά είχαν άλλη συνήθεια, η οποία ήταν στην ουσία ένα επιπλέον δείγμα της πασίγνωστης και κοσμαγάπητης ζακυνθινής μάντζιας.
   Σ’ ένα μπουκέτο από φιόρα, συνήθως από μανουσάκια, που αφθονούσαν αυτήν την εποχή και γέμιζαν με άρωμα και εαρινές υποσχέσεις την εξοχή του νησιού, τοποθετούσαν, μισοκρυμμένη, μια δέσμη από τσουκνίδες και την χάριζαν σε όποιον ή (κυρίως) όποιαν ήθελαν. Αυτός πήγαινε, όπως ήταν φυσικό, να την μυρίσει και να χαρεί την ευωδιά των λουλουδιών, αλλά εκτός από αυτό… κοκκίνιζε και την μύτη του, η οποία για ώρα του προξενούσε φαγούρα.  
  Ήταν και κάποιοι τότε, συνήθως ντυμένοι μασκαράδες, οι οποίοι αντί για άλλο λουλούδι έβαζαν στην μπουτουνιέρα τους μια τσουκνίδα, κάνοντας μ’ αυτήν τους την συνήθεια το ασήμαντο, αλλά τόσο χρήσιμο αυτό φυτό να έχει την τιμητική του.
   Δεν ξέρω αν τσίκνιζαν οι Ζακυνθινή την γιορταστική αυτή μέρα, την πρώτη επίσημη του Καρναβαλιού, με την έννοια βέβαια του ψησίματος στα κάρβουνα. Αυτή η συνήθεια είναι, πιστεύω, πρόσφατη και ήρθε στο νησί μαζί με την βασιλόπιτα της Πρωτοχρονιάς (που συχνά κόβεται από συλλόγους και την… Τσικνοπέμπτη) και του οβελία της Λαμπρής. Το παραδοσιακό φαγητό της ημέρας, κατά το τοπικό αντέτι, ήταν και είναι για πολλούς το ξινιστό και μ’ αυτό έχουμε μεγαλώσει. Στα ορεινά χωριά, επίσης, έφτιαχναν και φτιάχνουν μιαν κρεατόπιτα, η οποία είναι πεντανόστιμη.
   Πάντως το ξινιστό της Τσικνοπέμπτης, εκτός των άλλων, απαιτεί και καυκαλίδες ή καυκαλίθρες και αυτές του δίνουν την μοναδικότητά του στην γεύση. Γίνεται και με άλλα λαχανικά, αλλά δεν έχει καμιά σχέση. Σας ομολογώ, μάλιστα, πως είναι το αγαπημένο μου φαγητό αυτήν την εποχή.
   Λίγοι, ελάχιστοι, δυστυχώς, είναι αυτοί που μένουν πιστοί στην τοπική μας παράδοση και συνεχίζουν τα πατροπαράδοτα. Η τηλεόραση, βλέπετε, επιβάλει και ισοπεδώνει με την δύναμη της εικόνας, που διαθέτει και κάποιοι φορείς πολιτισμού, αντί να δημιουργούν διασωστικά, επίφοβα αντιγράφουν.
   Όμως το κάθε ξεχωριστό μας πρέπει να παραμείνει, έστω και στα χαρτιά. Αυτός είναι και ο σκοπός αυτού του κειμένου.
   Φίλες και φίλοι «καλές Αποκριές». Και όσο γίνεται πιο δικές μας…


Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

Ανθούλας Δανιήλ: ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΨΥΧΗΣ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΗΡΙΑ

Παναγιώτης Καποδίστριας, Ανακαλυπτήρια, εκδ. Κέντρο Λόγου Αληθώς, Ζάκυνθος 2014

[Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ της Κοζάνης, τεύχ. 173-174/2015, 100-103]

                                               The flower that smiles today / Tomorrow dies
                                                                                (Percy Bysshe Shelley)

Ο τίτλος, Ανακαλυπτήρια, σύμφωνα με τη σημείωση του ποιητή, π. Παναγιώτη Καποδίστρια, σχετίζεται με τη αποκάλυψη του προσώπου της νύφης, την πρώτη ή τρίτη μέρα της τελετής του γάμου, στην αρχαιότητα. Η λέξη όμως «ανακαλυπτήρια», ηχητικά και συνειρμικά  οδηγεί στα «αποκαλυπτήρια», όπου αποκαλύπτεται κάτι που ξέρουμε ότι υπάρχει και το βλέπουμε για πρώτη φορά, ενώ στα  «ανακαλυπτήρια» θα έπρεπε να ανακαλύπτουμε κάτι που παντελώς αγνοούσαμε, όπως τα ευρήματα της Αμφίπολης που φέρνει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη  ή η Αμερική του  Χριστόφορου  Κολόμβου. 
          Ανακαλυπτήρια, λοιπόν, γιορτή, τελετή, ιεροπρεπές δρώμενο. Ευλόγως τίθεται το ερώτημα: και πού λαμβάνουν χώρα αυτά;  Και ευλόγως απαντάται: «μέσα» μας. Καλύτερα, μέσα στην ψυχή του γράφοντος, η οποία κατοικεί στο ναό του σώματος και έχει σημασία η αναφορά γιατί το σώμα είναι που θα αναλάβει το βάρος να σηκώσει το μεγαλείο, τη φθορά και τη θλίψη του. Εκεί λοιπόν, σ’ αυτόν τον ναό ο π. Παναγιώτης καταφεύγει για σκέψη και περισυλλογή, εκεί θα ανακαλύψει το πρόσωπο της «νύμφης» και η ώρα είναι κατάλληλη, γιατί έχει «μπει για καλά μέσα στο ναρκοπέδιο», όπως λέει ο Οδυσσέας Ελύτης (Τρία Ποιήματα, «Ad libitum», 5). Η γνώση που προσκτάται, προϊόντος του χρόνου, δίνει δύναμη στον άνθρωπο, όχι μόνο για να  για αίρει τα δεινά του κόσμου, αλλά και για να ευχαριστεί το δημιουργό που του την παρέχει.  Θεατής αυτού του χώρου ο αναγνώστης ανακαλύπτει την ανακύπτουσα δυσκολία εκφρασμένη κάλλιστα στο προσφιλές τροπάριο  «Τον νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ· λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, φωτοδότα, και σώσον με»,  ή με τρέχουσα ισοπεδωτική ορολογία,  δεν έχω τα κατάλληλα κλειδιά.
Ωστόσο, οι τίτλοι και των τεσσάρων ενοτήτων -«Πανουργίες της ιστορίας», «Το ανθρωπάκι της εξόδου», «Απόστιχα πατρίδων» και «Συν-ομιλίες», συνολικά εξήντα οκτώ ποιήματα- μας στέλνουν σήματα συναισθηματικής, συνοδοιπορικής προσέγγισης. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια παραγωγή εν προόδω, της οποίας η αρχή τοποθετείται στα 1987, με αμητό πλούσιο, αποτελούμενο από επτά ποιητικές συλλογές, μία συγκεντρωτική το 2010 και την παρούσα όγδοη. 
Πρώτο ποίημα το «Παροδικό», με τον τίτλο του και με το μότο του - «ο κόσμος σκηνή, ο βίος πάροδος» (Αποστόλιος, Παροιμίαι, ΧΙΙ 58) – μας στέλνει κατά κάποιον τρόπο στον  Ουίλιαμ Σαίξπηρ, ο οποίος έβλεπε ότι το «κάθε τι … στην ακμή του στέκει μόνο μια στιγμή» και «πως οι άνθρωποι σαν τα φυτά ωριμάζουν …ακμάζουν, παρακμάζουν» (Σονέτο 15).
Τόσο λίγη η ζωή του ανθρώπου, τόσο μικρή η ανθοφορία του, τόσο γρήγορο το πέρασμά του. Και είναι σοφός αυτός που κατανοεί της φύσης το παράδειγμα. Και είναι το ένστικτο που παίζει το ρόλο του, το αλάφιασμα του νου και της ψυχής που επεξεργάζεται τα αποτυπωμένα στα αισθητήρια σημάδια, η διεισδυτική ματιά που ξεγλιστράει από την παγίδα της επιφάνειας για να φτάσει εκεί  που όλα, απλώς, διεκπεραιώνουν το γίγνεσθαι. «Παροδικό» λοιπόν για παράδειγμα:
Στη βεράντα μου / σιωπηλός ερωδιός ο Αστροφόρος / άλλοθι ζητά με σπασμένη φτερούγα.
Κι εγώ στο κλουβί / έστω κι αν ξέρω του καιρού το πρόσκαιρο / καναρινίζω.
Βροχή δεν ήρθε. / Τριγύρω μου πάντως το Αόμματο / «φιλείς με;» λέει σιγανά στο αυτί / και όπου φύγει…  («Παροδικό»)
Τι με εμποδίζει να εκλάβω τον «Αστροφόρο ερωδιό» ως  Άγγελο Κυρίου, ότι η δική του «σπασμένη φτερούγα» ήταν το άλλοθι του δικού μου φθαρτού σαρκίου, κι εγώ στο «κλουβί» του χρόνου, αν και προσωρινά, όσο αντέχω «καναρινίζω»,  την ώρα που το «Αόμματο» (το αόρατο;) ψιθυριστά μου μιλάει και αστραπιαία χάνεται; Χάνεται η μαγική στιγμή, η χαραμάδα που άνοιξε στο συμπαγές της καθημερινότητας και  για μια στιγμή άφησε ερώτημα ψιθυριστό,  «φιλείς με;», που ρωτά και, χωρίς να περιμένει απάντηση, «όπου φύγει»… φύγει, συμπληρώνει  ο καθημερινός, «ίδια πουλί πριν του προλάβεις τη λαλιά… πάει / το πήρε ο ήλιος» λέει ο Ελύτης σε ανάλογη περίσταση στο «Φωτόδεντρο», κι εγώ, Φιλώ σε τα μάλα, θα απαντούσα, αν προλάβαινα να μ’ ακούσει.   
Ο παρεμφερής στοχασμός του Γιώργου Σεφέρη, στον επίλογο του «Ερωτικού Λόγου», καταφάσκει την αναμονή, χωρίς να δικαίωση: «Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα / που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά / προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα / την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά / Τριαντάφυλλα…» ,  τα τριαντάφυλλα δεν είναι άλλο από δείγμα εκφυλλισμένου χρόνου.   Και καταλήγει ο Σεφέρης: «ο κόσμος είν’ απλός». Δεν φιλοσοφεί η ζωή, αλλά ο άνθρωπος  και ο ποιητής π. Παναγιώτης αυτό ακριβώς έχει αφομοιώσει και αποτυπώσει στο στίχο του, από τη δική του ψυχική οδοιπορία και προσμονή.  
            Στα ταξίδια, που ευλογήθηκε να κάνει στα πέρατα του απέραντου κόσμου, τα μάτια του γέμισαν εικόνες, των οποίων την ποικιλία ειδών και μορφών αποταμίευσε στη  φωτογραφική του μηχανή, και έπειτα σαν τον ερευνητή, για να μη χαθεί η πολύτιμη εμπειρία, η χρυσή γύρη που συνέλεξε, την κατέγραψε σε στίχους. Έτσι η ποίησή του όλη, εκείνη που έχει ήδη καταγραφεί και μελετηθεί, αλλά και αυτή που τώρα κρατάμε στα χέρια μας, της ίδιας εκείνης συνέχεια είναι. Ο ποιητής ξέρει καλά ότι απάντηση στο μεγάλο αίνιγμα της ζωής δεν υπάρχει και το μόνο που υπάρχει είναι η Φύση - Μητέρα - Θεός που του έχει δανείσει, για όσο χρειαστεί, τα ποιητικά  δώρα, για να «καναρινίζει», τα πάθη των ανθρώπων τραγουδώντας και της φθοράς το ρόλο επιβραδύνοντας.
Οι φωτογραφίες του και οι στίχοι του έχουν το στόχο τους, φέρνουν κοντά μας τα μακρινά, μας ενημερώνουν για τα άγνωστα και όλα αυτά που ξεσηκώνουν την ανθρώπινη ψυχή: «άνεμοι με κατοικούν», «τον άμμο ποθώ / των ψαριών τ’ αγγίγματα / συν όλα τ’ άλλα». Και πάλι σεφερικός ακούγεται ο στίχος, (Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο / τη μέρα τ' όνομα τον τόπο /και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει» («Σαντορίνη»), εφόσον η θάλασσα είναι ο τελικός προορισμός κάθε όντος. Εκεί, στην αγκαλιά της, ο Οδυσσέας Ελύτης θα βρει «Κομμάτια πέτρες τα λόγια των θεών», «κομμάτια  πέτρες τ’ αποσπάσματα του Ηράκλειτου»,  θραύσματα από το τέλειον όλο, σαν εκείνο το ελάχιστο «φιλείς με;», εκεί ο π. Παναγιώτης θα βρει των «ψαριών τ’ αγγίγματα συν όλα τ’ άλλα». Αυτά τα «άλλα» φαίνεται πως ανοίγονται διάπλατα «στην Αιώνια Λιακάδα», η οποία με τα κεφαλαία της υποβάλλει και τα σημαινόμενά της. Εκεί καταφθάνει κανείς «δωρεάν» «αρχαγγελικός και ανυπόδητος» και οι «Αγγελοκρουσμένοι», ας πούμε οι ποιητές, «βρίσκουν τρόπο ευάερο /για τ’ Όχι και το Ναι τους». Και έτσι ανώδυνα η φυσική προεκτείνεται στη μεταφυσική.
Με συγκίνηση διαβάζω την απαγόρευση του Κλειδούχου της Μ. Τρίτης: «Ένας από τους δυο χωρά / εσύ χωρίς εσένα» («και πώς αγωνίζεται η ζωή για να περάσει… από την τρύπα βελόνας», λέει ο Σεφέρης στο «Γράμμα του Μαθιού Πασχάλη», αισθανόμενος τον πόνο στα λαγόνια του). Αλλά και το εικαστικό ανάλογο του Ελ Γκρέκο με την ψυχή να αγωνίζεται να περάσει τις συμπληγάδες στο μεσαίο τμήμα της «Ταφής του Κόμητος Οργκάθ». Ο χώρος είναι ανάλαφρος, δεν επιδέχεται υλικά βάρη. Το σώμα οφείλει να μείνει πίσω. Το «Εσύ» περιλαμβάνει μόνο την ψυχή. Όμως τη «Λαμπρή Κυριακή» υπάρχει η ελπίδα: «- Ανέστη λένε! Ω, να ’ναι αλήθεια!... Σ’ αυτό μόνο ελπίζω» για μια συνάντηση με το σαρκίο που τόσα χρόνια φιλοξένησε την ψυχή μου και με εγκατέλειψε όταν πια δεν άντεξε την ψυχική μου ανηφόρα και ίσως πιο πολύ για τη συνάντηση των όσων έχω χάσει. Ξέρει ότι ο Θεός τον «ξεθωριάζει», ότι όλοι  «ιππεύουμε στις έσχατες ημέρες», ότι οδεύουμε «Από τη σκιά / στην εικόνα κι από ’κει / στο πρωτότυπο. / Έτσι σ’ εγγίζει το Παν / έτσι σε ανατέμνει» (σε μια πορεία ανοδική και επιστρόφια στο γενεσιουργό αγαθό, αντίστροφη εκείνης του Πλάτωνος, της εκπτωτικής από την Ιδέα στο απείκασμα και από αυτό στη σκιά του). Αλλά «Τετελεσμένο μέλλον / ήδη και όχι ακόμα» (η επικύρωση λείπει), «Τα πέπλα θα σχισθούν στ’ Ανακαλυπτήρια» (σαν το παραπέτασμα του ναού), «Παράδεισος Άβυσσος» θα λάμψει (με τη σολωμική της μνήμη,  τη «μοσχοβολισμένη»).  
Κι εκεί που το πνεύμα αφέθηκε να κοιτάζει ψηλά, βαθιά ή πέρα, τα μάτια  δε χάνουν την επαφή με τη γη, την  καθημερινή τριβή, τα άστεγα αιτήματα, παράπονα -«τα γκράφιτι στους τοίχους»-  δεν αγνοεί «τ’ Αδιάκριτο» που «καραδοκεί», δεν του διαφεύγει η «σκιά» που «συνήθως όζει από την ψυχή της έξω».  Προχωρώντας και συλλέγοντας κι εμείς τη γύρη, όση προλαβαίνουμε από τον καταγραμμένο θησαυρό, σταματάμε στην «Αμυγδαλιά» που έδυσε μαζί με τον πατέρα «ψάχνοντας νέο ήλιο να ψήσει τα αμύγδαλα» και έτσι στέρησε από την καλύβα του τον ποιητή, όπου «έβρισκε φρεσκαδούρα» ο «πικραμένος νους» του. Δεν ξέρω αλλά, αν δεν συσχετίζω κουτά, με μια ελαφρά αλλαγή της Αμυγδαλιάς σε Δάφνη, του πικραμένου σε Απόλλωνα ή Πυθία, η ελπίδα διοχετεύεται μέσα από άλλο κανάλι, αν υποθέσουμε πως ό,τι χάθηκε στους Δελφούς -η καλύβα του Φοίβου, η μάντιδα δάφνη και η λαλέουσα πηγή- προεκτάθηκε στην αμυγδαλιά που μετακόμισε στον Άνω Κήπο μαζί με τον πατέρα, όταν άλλαξαν βάρδιες οι καιροί. Και τι βαθιάς πνοής το σχόλιο στον Θεοτοκόπουλο, το «El Espolio», όπου ο ποιητής καταθέτει το σεβασμό του και αιτείται ψιχίον συμμετοχής στο αίσθημα του πίνακα: «κι εγώ / τις ροές των χρωμάτων σου θηλάζοντας / όλος μάτια / με κάθε δάκρυ σε θωρώ Δομήνικέ μου / αγγέλισέ μου τη Χαρά / κυριάκισέ με» (όπου ευκόλως εννοείται: Δομήνικος = Κυριάκος).  Και βέβαια δεν είναι το μόνο δείγμα γόνιμης αξιοποίησης εκείνου που η ιστορία του πολιτισμού έχει καταγράψει.
Στην εξερεύνησή μας θα συναντήσουμε ποιήματα μικρά και μεγάλα ομοιοκατάληκτα και περιπαικτικά, χαϊκού και άλλα, όλα της ίδιας πάντα θεματικής με άλλη όψη και σκευή, από διαφορετικούς τόπους εμπνευσμένα, το καθένα με το δικό του ύφος. 
Στον Νείλο, στο κατάστημα με τα βαμβακερά, που υποθέτω λειτουργεί «since 1908», ο π. Παναγιώτης συλλογιέται τους απέξω κατάδικους, ρακένδυτους. Ο καπουτσίνο στο «Gran caffé» στήνει ένα ποιητικό μικροβιογραφικό του ποιητή των Μεταμορφώσεων Οβιδίου, στην Σουλμόνα που τον γέννησε. Στη συνέχεια μικρά τουριστικά στιγμιότυπα, σε ένα πολυεπίπεδο ποίημα, υπό τον σημαίνοντα γενικό τίτλο «Quo Vadis?» (απουσιάζει η κλητική, Domine), καταθέτει απόψεις που υπαινίσσεται η επιφάνειά τους: «Τιβερίζω για να ζω…» (ο Τίβερης, «καναρινίζω» ο ποιητής), «…μια τυχούσα / ελιμπίστηκε σφόδρα / τον  Ποσειδώνα» (Φοντάνα ντι Τρέβι, στα χρόνια της εφηβείας μου η Ανίτα Έκμπεργκ, στη Ντόλτσε Βίτα του Φελίνι και άλλες αντιγράφουσες έκτοτε), «…Τα Κολοσσαία / φοβού και όποια ισχύ / απανθρωπίζει» (Κολοσσαίο), στον πληθυντικό τους πυκνώνει ο φόβος, «…ύπτια γέρνουν / για το φως το κάλλιστο…» (Κατακόμβες), έτοιμοι για την ανάσταση,  «Άναυδοι στέκουν / οι άνεμοι τριγύρω / περιστύλιο» (Πλατεία Αγ.  Πέτρου), εγκλωβισμένοι, «Τον οροφουργό / ρώτα πώς απέδωσε / τέτοιο άγγιγμα…» (Καπέλα Σιστίνα), με την ψυχή όλη στο δάχτυλο.
Στην Κωνσταντινούπολη και στην Αγιά Σοφιά, «Λάμψεις του πένθους / πνέουν απ’ τους φεγγίτες / ως τα πλακάκια. / Από εδώ εκκλησιά- / ζεται η πάσα Πόλη. / Τούφες ο ήλιος / διοδεύει κραταιός / κι ελπιδοφόρος. / Από εδώ ουρανί- / ζονται οι Πατριάρχες» («Δίοδοι φωτός»), η ελπίδα.
Η επιμέλεια του στίχου, η επιλογή της λέξης, οι απρόσμενες συζεύξεις, οι επιτυχημένες παρηχήσεις, τα ισοσύλλαβα, το ομόηχα, τα ομοιοτέλευτα, το χιαστό σχήμα, τα λεξιπαίγνια,  τα νοηματικά άλματα, ο ελεύθερος στίχος αλλά και ο κρυμμένος παραδοσιακός,  και όλα της τεχνικής τα επινοήματα που προεκτείνουν των λέξεων τα νοήματα, ποντάροντας στον επιτονισμό των συναισθημάτων, στην αυτοαμφισβήτηση όταν «στου ανέμου τον οίκτο/παριστάνει τον Κάποιο», ο ποιητής, όλα σε αρμονία, όλα με πολλά επίπεδα επεξεργασίας προκαλούν τον αναγνώστη και ιδού μερικά από τα τεκμήρια: «χαίρεις» - «χώρο», «χωράνε», «χαρά», «δεν είναι κλάψε γέλασε η σιωπή», «ενός φιλιού μύρια έπονται», «κάνω την πέτρα μου καρδιά», «φερέλπιδων απελπισμένων», «ένας από τους δυο χωρά/ εσύ χωρίς εσένα», «άγνοια, αγνείας», «στης εξόδου το ανάγνωσμα»,  «στην αποβάθρα / η νύχτα στο βάθρο της», «ωδίνες - οδύνη - δίνει», «αίματα – βλέμματα - ξεμάτισα», «ό,τι μου δίνει παίρνω η ζωή / ψυχή επιστρέφω», «λίγο μουρμουρίζοντας / τουρτουρίζοντας πολύ», «καφές παρηγοριάς απαρηγόρητος». Κι έτσι με τα παιχνίδια της γλώσσας μετατρέπει σε ανακουφιστικό  αίσθημα την θλιμμένη χαρά, σε πικρόγελο τη χαρίεσσα θλίψη για ό,τι συμβαίνει και ό,τι  επίκειται.
Ο ποιητής καταφάσκει το δώρο της ζωής και «τ’ Όχι και το Ναι» της αποδεκτά. Και ο πόνος και η φθορά μέρος της καλής εξέλιξης λογίζεται, οπότε με το συναίσθημα ελεγχόμενο, χωρίς εξάρσεις προς τα πάνω ή προς τα κάτω, τη συμπεριφορά ολύμπια, την αντίδραση στωική,  την απαισιοδοξία συγκρατημένη,  την ταπεινότητα ευπρεπή, όλα σε ισορροπία, σε αρμονία  με τα αντίθετα εξουδετερωμένα, πορεύεται, «διοδεύει σώος» προς την αποκάλυψη της γενεσιουργού πηγής του.
Τέλος το «Συναξάρι της 2ας Νοεμβρίου», γενέθλια ημέρα του Οδυσσέα Ελύτη, περιλαμβάνει πέντε ποιημάτια, εκ των οποίων τα τρία, εκείνα με τους τίτλους «Ακινδύνου»,  «Ελπιδοφόρου», «Ανεμποδίστου» παραπέμπουν στο ποίημα του Ελύτη, πρώτο της συλλογής Τα ελεγεία της Οξώπετρας,  όπου και ο στίχος,  «Τιμαριώτης τ’ ουρανού κει πάλι ζητώ ν’ αποκατασταθώ / Στα δίκαιά μου». Και στο αμέσως επόμενο, «Της Παντοχαράς», αφιερωμένο «του Ελύτη», ο π. Παναγιώτης κάνει μια κίνηση μικρή, «σαν του κλειδούχου που όλοι την εύχονταν αλλά κανείς δεν την αποτολμούσε», έλεγε και ο εκλιπών:
 «μετακινώ απ’ το κολάζ / για χάρη Σου στον βράχο / ναό σε γαλάζιο λευκό /
                   σκήτη να ’χεις ευάερη / ευήλια να παρθενεύεις».
 Πώς θα μπορούσε ο αναγνώστης να μείνει ορθός μπροστά σε τέτοιο στίχο, όταν ο ένας ποιητής κρατά το χέρι του άλλου και έχει ήδη καταθέσει:   
                    Βυζαίνω γύρη να  ’χω ν’ αφήσω μύρο σαν τον αγγίξω.
Ποιον; Θα ρωτούσε ο απλός και ο μακάριος. Εκείνον που πάνω εκεί λευκοφορεί και περιμένει και όσοι λευκοφόροι, όσοι, «ενδεδυμένοι οθόνια λευκά»,  εννοήτωσαν.

Η παρουσίαση της συλλογής συνιστά αντίδωρο, αρτίδιο ελάχιστο της Κυριακής, από το γεμάτο πανέρι της ποιητικής προσφοράς και σαν το μάνα εξ ουρανού ζητώ:
 «Κράτα μου εμένα / το φεγγαράκι της ελπίδας ολοφέγγαρο / βρέξει χιονίσει».


Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

ΤΡΙΣΤΑΝΟΣ ΚΑΙ ΙΖΟΛΔΗ ΤΟΥ RICHARD WAGNER | ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ










Την αριστουργηματική, τρίπρακτη Όπερα Τριστάνος και Ιζόλδη του Richard Wagner {1813-12883} παρακολουθήσαμε στις 21-01-15 στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.  Το έπος  του Τριστάνου και της Ιζόλδης, από τους ποιητικότερους μεσαιωνικούς θρύλους, πιθανότατα κελτικής καταγωγής, διασκευασμένο από τους τροβαδούρους του 12ου-13ου αιώνα, το βρίσκουμε σε διάφορες εκδοχές. Μία από αυτές τις εκδοχές είναι και η ανασύνθεση του έπους από τον Γερμανό  ποιητή του Μεσαίωνα, Gottfried Von Strassburg {+1210}, από την οποία αντλεί το υλικό του ο Wagner, για να γράψει το ποιητικό λιμπρέτο της ομώνυμης λυρικής όπεράς του.
Ο Wagner συνέθεσε την όπερά του μεταξύ των ετών 1857-1859. Χρειάστηκε όμως να περιμένει ως τις 10 Ιουνίου του 1865, για να γίνει η πρεμιέρα της στην Όπερα του Μονάχου, υπό την μπαγκέτα του Hans von Bulow, με την οικονομική υποστήριξη του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Β΄ και τούτο διότι η Όπερα της Βιέννης μετά από δύο χρόνια προετοιμασίας και εβδομήντα επτά  δοκιμές,  έκρινε το έργο ως αδύνατο να παιχτεί  και το ακύρωσε. Πράγματι είναι από τις πιο απαιτητικές και δύσκολες όπερες. Η πρεμιέρα της αναβλήθηκε για ένα μήνα, γιατί βράχνιασε η Ιζόλδη και τρεις βδομάδες μετά την πρεμιέρα πέθανε ξαφνικά ο πρωταγωνιστής, γεγονός που τροφοδότησε τις φήμες ότι οι υπερβολικές απαιτήσεις του ρόλου τον οδήγησαν στο θάνατο. Ο Wagner, επηρεασμένος από την κοσμοθεωρία του Γερμανού φιλοσόφου Schopenhauer {1788-1866} ότι οι ανεκπλήρωτοι πόθοι καθοδηγούν τους ανθρώπους και ότι το χάσμα ανάμεσα στο θέλω και δύναμαι, φέρνει την απόγνωση, επιλέγει το μύθο του Τριστάνου, αφαιρεί κάθε τι περιττό, διατηρώντας την ουσία του θρύλου και ονομάζει την όπερά του δράμα. Ο παθιασμένος, ανικανοποίητος έρωτας ανάμεσα στο πρωταγωνιστικό ζευγάρι δεσπόζει στο έργο.  Πολλοί είναι οι συνθέτες που δέχτηκαν επιρροές από το έργο του Wagner, ανάμεσά τους οι Gustav Mahler, Richard Strauss, Maurice Ravel και Alban Berg, ο δε Leonard Bernstein  χαρακτήρισε την όπερα ως κεντρικό πυλώνα της ιστορίας της μουσικής. 
Όταν η απόγνωση μετουσιώνεται σε ομορφιά  η τέχνη δικαιώνεται και ο Wagner, ποιητής και μουσουργός συγχρόνως, θριαμβεύει. Το τρίπτυχο της παράστασης, Τριστάνος και Ιζόλδη, που επιλέγει ο Γιάννης Κόκκος είναι εντυπωσιακό! Ο μεσαιωνικός θρύλος, το  ταξίδι που πραγματώνεται μέσα από τον κόσμο του ονείρου, το δράμα που ολοκληρώνεται με το θάνατο. Συνταίριασμα ευφυές και το δεύτερο τρίπτυχο του έργου. Χρόνος γραφής,  χρόνος  ιστορικής του τοποθέτησης, χρόνος σημερινός της  παράστασης. Μέσα από την υψηλή αισθητική Σκηνοθεσίας, Σκηνογραφίας και Ενδυματολογίας ο Γιάννης Κόκκος πέτυχε ακόμα  και το συνταίριασμα θρύλων, φυσικών φαινομένων, αντίλαλων και ήχων. Δεν έλειψαν  μυστικιστικοί απόηχοι αλλοτινών και τωρινών καιρών. Ούτε οι λεπτές μνήμες ποιητικών προεκτάσεων, εικαστικών προσεγγίσεων, κινηματογραφικών απεικονίσεων που συνοδεύουν το μύθο του Τριστάνου και της  Ιζόλδης,  προσδίδοντας στην παράσταση φωτεινές  πινελιές,  μοναδικής ομορφιάς.  
Έργο αντιθέσεων, άριστα προβεβλημένων από τον Σκηνοθέτη: το πνεύμα αντιπαλεύει την ύλη, το φως το σκότος,  το άρρεν το θήλυ, ο άγραφος νόμος τον γραπτό, αλλά και μνήμες ιερές από την Αρχαία Τραγωδία είναι παρούσες για να θυμίζουν ότι οι Αρχαίοι Τραγικοί, που μεγαλούργησαν σ’ αυτόν τον τόπο  μνημονεύονται ανά τους αιώνες από μεγάλες μορφές της τέχνης. Όλα τα ρομαντικά στοιχεία του Wagner θα αξιοποιηθούν από την παράσταση. Ο Σκηνοθέτης παίζει ξανά με το τρίπτυχο, προβάλει τον πλούτο των συναισθημάτων, το απρόσμενο που παραμονεύει να διαταράξει τη γαλήνη και να φέρει  σκότος και  θάνατο, τον Έρωτα σαν αντιστάθμισμα που θα γεφυρώσει το χάσμα και θα ενώσει τους ήρωες αιώνια. Η υπόθεση διαδραματίζεται σε πλοίο και αφηγείται τον κρυφό  έρωτα του ιππότη Τριστάνου για την όμορφη Ιρλανδή πριγκίπισσα Ιζόλδη που τη συνοδεύει στην Κορνουάλη, όπου πρόκειται να παντρευτεί το θείο του, βασιλιά Μάρκο. Η Ιζόλδη, νύφη παρά τη θέλησή της, αποφασίζει να σκοτώσει το συνοδό της και να σκοτωθεί και η ίδια όμως η πιστή ακόλουθός της, αντί για το θανάσιμο δηλητήριο, ετοιμάζει ένα ερωτικό ελιξίριο και όλα ανατρέπονται. Οι δυο νέοι εξομολογούνται τον έρωτά τους και  έρχονται αντιμέτωποι με το βασιλιά. Ο Τριστάνος, τραυματισμένος θανάσιμα στη συμπλοκή που ακολουθεί, μεταφέρεται στον πύργο του στη Βρετάνη. Αφήνει την τελευταία του πνοή στην αγκαλιά της αγαπημένης του κι εκείνη, τον ακολουθεί στο αιώνιο ταξίδι του αναδυομένη στα ουράνια.
Θαυμάσια η διανομή από τους πρωταγωνιστικούς ώς τους μικρότερους ρόλους.  Η Δανή υψίφωνος Ann Petersen έλαμψε ως Ιζόλδη. Δεν υστέρησε ο διάσημος Γερμανός «ηρωικός» τενόρος Torsten Kerl  στον απαιτητικό ρόλο του Τριστάνου. Λατρέψαμε τη Σουηδή δραματική υψίφωνο Katarina Dalayman στο ρόλο της Μπρανγκαίνε και τον Γερμανό μπασοβαρύτονο Michael Vier ως Κούρβεναλ. Συναρπαστικός ο Γερμανός βαθύφωνος Reinhard Hagen ως βασιλιάς Μάρκος. Ευτύχησαν και οι μικρότεροι ρόλοι, όπως του Μέλοτ, Χαράλαμπος Αλεξανδρόπουλος, του Βοσκού, Νίκος Στεφάνου, του Τιμονιέρη, Κωστής Ροσιδάκης και του Ναυτικού, Αντώνης Κορωναίος. Υποβλητικοί οι φωτισμοί του Giuseppe di Iorio καθώς και οι βιντεοπροβολές του Eric Duranteau. Η σπουδαία δουλειά του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου με τη Χορωδία της Λυρικής Σκηνής, συμπλήρωσε άξια την παράσταση, καθώς και η ποιητικότατη μετάφραση των υπέρτιτλων του  Αλέξανδρου Ίσαρη.
Ο Wagner εκφράζει την έννοια του υψηλού, που δημιουργεί δέος  στον άνθρωπο. Η Μουσική και οι Μουσικοί είναι κυρίαρχοι από την αρχή και ο Μαέστρος Μύρων Μιχαηλίδης με τις εκπληκτικές χρωματικές διαβαθμίσεις στο πρελούδιο της όπερας έστειλε το μουσικό μήνυμά του. Προφητική και μαγική, η συμβολική Συγχορδία του Τριστάνου, ήχησε εξαίσια από τα βιολοντσέλα και τα ξύλινα πνευστά. Με την εξαιρετική διεύθυνσή του, ο Αρχιμουσικός και με την τελική του χειρονομία να προσκαλέσει όλους τους μουσικούς πάνω στην σκηνή του θεάτρου, ως ένδειξη αναγνώρισης της αξίας τους και της συμβολής τους στην παράσταση, έδωσε την ευκαιρία στο κοινό να τους  καταχειροκροτήσει. Ύστερα από τη μεγάλη ένταση παθών και μετά τη θυελλώδη μουσική του θνήσκοντος Τριστάνου, το ήρεμο σόλο της Ιζόλδης φέρει την εκτόνωση. Η Ορχήστρα σβήνει σιγά, σιγά μαζί με την τελευταία πνοή της Ηρωίδας, πνοή που επισφραγίζει το αιώνιο σμίξιμο των δυο ερωτευμένων. Οι δύο τραγικοί ήρωες αναμετρήθηκαν με ανώτερες δυνάμεις, συντρίφτηκαν αλλά δεν ηττήθηκαν.
Ανεξάντλητη η πηγή της παράδοσης, φάρος φωτεινός που φωτίζει τους  λαούς για να θεμελιώσουν το μέλλον τους στην πέτρα. Συγκλονιστική και η δύναμη της αγάπης, για να εμπνέει στους επώνυμους, αλλά και στους ανώνυμους, έργα τέχνης αθάνατα όπως εκείνο το δημοτικό τραγούδι, που μας ακολουθούσε στο δρόμο της επιστροφής:
                              «Για δες τα τα κακόμοιρα  τα πολυαγαπημένα!
                             δε φιληθήκαν ζωντανά φιλιούνται πεθαμένα».  

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Οι αμπελουργοί, οι κηπουροί και τα «φιλιοκοτόπουλα»

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ 

Ο Άγιος Τρύφωνας, που η μνήμη του τιμάται την πρώτη μέρα του Φλεβάρη, είναι ο προστάτης των κηπουρών, αλλά περισσότερο των αμπελουργών. Ούτε στο βίο του, ούτε στα γνωστά του θαύματα, που μας έχουν σωθεί στα διάφορα συναξάρια του, υπάρχει αναφορά, η οποία να δικαιολογεί αυτήν του την ιδιότητα. Επίσης δεν φαίνεται να έχει σχέση η ζωή ή η λατρεία του με τόπους οινοπαραγωγικούς ή καθαρά γεωργικούς. 

   Σύμφωνα με τα όσα έχουν διασωθεί γι’ αυτόν καταγόταν από την Λάμψακο και έζησε στα χρόνια των βασιλέων Γορδιανού, Φιλίππου και Δεκίου. Ήταν φτωχικής καταγωγής και γι’ αυτό το λόγο, όταν ήταν παιδί και για κάποιο χρονικό διάστημα, αναγκάστηκε να βόσκει χήνες, για μπορέσει να ζήσει. Έτσι εξηγείται γιατί πολλές από τις εικόνες του τον παριστάνουν να τις βοσκά ή να κρατά μιαν από αυτές στο χέρι του. Λέγεται πως όταν βοσκούσε τα ζώα αυτά, μελετούσε συγχρόνως και την Αγία Γραφή. Γι’ αυτό σιγά –σιγά, όχι μόνο γνώριζε πολλά ο ίδιος, από την χριστιανική πίστη, αλλά μπορούσε να τα διδάξει και σε άλλους. Παράλληλα είχε αποκτήσει και την θαυματουργική χάρη, να θεραπεύει ασθενείς. Ο βασιλιάς Γορδιανός μάλιστα τον κάλεσε κοντά του, για να κάνει καλά την άρρωστη κόρη του. Η ίαση πραγματοποιήθηκε και ο δυνατός την εποχή του άνδρας πρόσφερε στον Άγιο τιμές και αξιώματα. Αυτός τα αρνήθηκε και έφυγε ευγενικά. Την εποχή όμως του Δεκίου συνελήφθη. Δεν δέχθηκε να απαρνηθεί την πίστη του και γι’ αυτό το λόγο αρχικά υπέστη πολλά βασανιστήρια και τέλος αποκεφαλίσθηκε.

   Πώς, λοιπόν, ο Άγιος Τρύφωνας συνδέθηκε με τους κήπους και τους αμπελώνες; Το πιο πιθανόν είναι η εξήγηση να βρίσκεται στην ημέρα της γιορτής του. Την εποχή εκείνη τα κηπουρικά κινδυνεύουν από την κακοκαιρία και τις βροχές. Επίσης τότε ξεκινά και το κλάδεμα του αμπελιού, το οποίο είναι η πιο βασική εργασία των αμπελουργών και από αυτήν εξαρτάται η μελλοντική πρόοδος και καρποφορία του. Για να γίνει απαιτείται γνώση και φροντίδα. Άρα πολύ φυσικό είναι να ζητούν την επίκληση του θείου και να προτιμούν γι’ αυτό έναν Άγιο, ο οποίος αυτές τις ημέρες τιμάται. Για τον ίδιο λόγο στις εικόνες του τον παριστάνουν να κρατά ένα δρεπάνι, που είναι το κατεξοχήν εργαλείο του κλαδέματος ή και κλαδιά αμπέλου. Για τον ίδιο λόγο οι αμπελουργοί της Γαλλίας έχουν προστάτη τον Saint Vincent, ο οποίος γιορτάζει την ίδια περίπου περίοδο, στις 22 Ιανουαρίου.

   Την 1η του Φλεβάρη, που γιορτάζει ο Μάρτυρας οι κηπουροί του νησιού μας τιμούν την επέτειο της μνήμης του με αργία. Αποφεύγουν να μπουν στο χωράφι, γιατί πιστεύουν πως αυτό θα τους «ρουφήξει». Έχει επίσης διασωθεί από τον λόγιο Ανδρέα Γαήτα, πως την ημέρα εκείνη οι κάτοικοι των Κήπων, του προαστίου που προμήθευε και εν μέρει προμηθεύει με λαχανικά την πόλη, συνήθιζαν να δανείζονται από τον υποδικηγόρο Αντώνιο Μουζάκη τα λείψανα του Αγίου, που ο ίδιος κατείχε και να κάνουν μ’ αυτά αγιασμό στην περιουσία τους, με την παρουσία, βέβαια, ιερέων.
   Παρόλα αυτά ούτε στην περιοχή, ούτε στο νησί ολόκληρο υπήρχε εκκλησία, η οποία να τιμόταν στο όνομα του Μεγαλομάρτυρα, αλλά και οι εικόνες του είναι πολύ σπάνιες στην Ζάκυνθο! Προσωπικά μία μόνο γνωρίζω, η οποία σώζεται στην μετασεισμική εκκλησία των Αγίων Πάντων, στο χωριό Γαλάρο.

   Μα και με μιαν άλλη γεωργική εργασία έχει σχέση ο Άγιος Τρύφων στο νησί μας. Είναι το μάζεμα του σανού, μιαν εποχή άσχετη με την ημέρα της γιορτής του, που κατά την διάρκειά του γίνονταν τα εξής τελετουργικά, για να διατηρηθεί και να μην σαπίσει το ξερό χόρτο, το οποίο θα χρησίμευε για τροφή των ζώων το Καλοκαίρι.

   Ένας από τους συμμετέχοντες καθόταν στην πόρτα, στην αποθήκη, που θα φυλαγόταν ο σανός και χτυπώντας δύο πέτρες, όπου κρατούσε στο χέρι του, έλεγε:
   «Τι κάνεις εκεί;».
   Ο άλλος, που μετέφερε τα ξερά χόρτα απαντούσε:
   «Εγώ βάνω τση Αγίας Βαρβάρας τα κλειδιά και του Αγίου Τρύφωνα τα φιλιοκοτόπουλα και να μην τα πατσάρει (αγγίξει) τίποτα».
   Αυτό γινόταν τρεις φορές και ο λαός μας πίστευε πως έτσι δεν θα έχανε τον πολύτιμο για την τροφή των ζώων του, σανό.

   Περιττό να σημειώσουμε εδώ πως η επίκληση του Μεγαλομάρτυρα γινόταν λόγω των γεωργικών ιδιοτήτων του. Μνημόνευαν δε τα «φιλιοκοτόπουλα» επειδή, όπως παραπάνω γνωρίσαμε, ο Άγιος έβοσκε μικρός χήνες. Όσον αφορά στην Αγία Βαρβάρα, αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα, το οποίο απαιτεί έρευνα.

   Τελικά πολλά μας διδάσκει η λαογραφία του κάθε τόπου. Αρκεί να την γνωρίσουν στην ουσία, με αγάπη και όχι επιδερμικά. Τα έθιμά μας είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα του πολιτισμού μας.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

Ο Άι-Γιώργης του Γενάρη

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στις 30 Ιανουαρίου η Ζάκυνθος είχε μια δική της, καθαρά τοπική γιορτή. Μες στο καταχείμωνο θυμόταν ξανά έναν καθαρά ανοιξιάτικο Άγιο, που ο λαός μας έχει συνδέσει την μνήμη του και τον πανηγυρισμό του με τις μέρες της Λαμπρής και λατρευτικά τον τιμούσε, με ευχαριστήριες ακολουθίες και τελετές. Πρόκειται για μια ακόμα ημέρα, αφιερωμένη στον Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο, η οποία αφορούσε μονάχα στο νησί, μια και στην ημερομηνία αυτή είχε συμβεί  ένα θαύμα του γι’ αυτό.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά. Όπως είναι γνωστό, το 1669, όταν η Κρήτη έπεσε στα χέρια των Τούρκων, πολλοί κάτοικοί της την εγκατέλειψαν, ζητώντας να σωθούν και κατέφυγαν σε διάφορους άλλους, στην κατοχή, κυρίως, της Βενετίας, τόπους. Από τα μέρη που προτίμησαν, κεντρική θέση κατείχε το νησί μας και για την γεωγραφική του θέση –ήταν στην ουσία ο πρώτος τους σταθμός– αλλά και για το οικείο κλίμα, όπου επικρατούσε στα χώματά του. Έτσι πολλοί πρόσφυγες  της Μεγαλονήσου ζήτησαν φιλοξενία εδώ και προτίμησαν το τότε μεγάλο λιμάνι σαν την νέα τους πατρίδα. Έχοντας, μάλιστα, μιαν ιδιαίτερη παιδία και τον δικό τους, γνωστό πολιτισμό, έφεραν μαζί τους αρκετά από τα δημιουργήματά του, όπως και κάποια θρησκευτικά τους κειμήλια. 

Ανάμεσα σ’ αυτά ξεχωριστή θέση κατείχε και μια εικόνα του Αγίου Γεωργίου, που επονομαζόταν «Καμαριώτης» και ανήκε σε κάποιον Ιωάννη Παπαδόπουλο. Ο κτήτορας του πολύτιμου κειμηλίου, ερχόμενος στο Τζάντε, αφιέρωσε την εικόνα στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου του Κόλα, για δημόσια λατρεία.
   
Μια νύχτα του Νοέμβρη όμως του 1687 και συγκεκριμένα στις 13 του μήνα, κάποιοι ιερόσυλοι έκλεψαν την εικόνα και, αφού της αφαίρεσαν το ασημένιο της πουκάμισο και τα τάματα, την πέταξαν σ’ έναν τράφο στην σκοντράδα των Αγίων Αναργύρων, στον δρόμο προς το Κάστρο, όπου την βρήκαν το άλλο πρωί δύο νέοι, που πήγαιναν για κυνήγι. Λίγες μέρες αργότερα, στην γειτονιά της εκκλησίας, όπου φιλοξενούσε την εικόνα, τον Άγιο Δημήτριο του Κόλα, φανερώνεται το πρώτο κρούσμα πανούκλας, ασθένειας θανατηφόρας την εποχή εκείνη, η οποία γρήγορα έγινε επιδημία και διαδόθηκε παντού.
    
Ο λαός απέδωσε την ασθένεια σε εκδίκηση του Αγίου, για την βεβήλωση της εικόνας του και θέλοντας να τον εξευμενίσει, συγκέντρωσε χρήματα και αφού πρώτα ξανάντυσε το κόνισμα με νέο, ασημένιο πουκάμισο, προχώρησε στην ανέγερση δικού της ναού, σε οικόπεδο που παραχώρησε γι’ αυτόν το σκοπό ο ευγενής Ιάκωβος Δ. Κομούτος, κοντά στον Πλατύφορο. Για το λόγο αυτό, σύμφωνα με την λαϊκή πίστη και την παράδοση, στα τέλη του Γενάρη σταμάτησε το θανατικό. Η λύτρωση από την λοιμική νόσο αποδόθηκε στον εξευμενισμένο Άγιο και από τότε καθιερώθηκε η γιορτή της επετείου του θαύματός του. Επίσης με διάταγμα του Προβλεπτή Αλ. Κουερίνη, το οποίο εκδόθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1688, θεσπίστηκε να τελείται κάθε χρόνο, στις 30 Ιανουαρίου, επίσημη λιτανεία της εικόνας του Τροπαιοφόρου στην πόλη, για να θυμούνται το θαύμα οι κάτοικοι του νησιού, αλλά και για ν’ αποφύγουν παρόμοια συμφορά. Για την αρτιότερη μορφή της γιορτής ο λόγιος υμνογράφος Νικόλαος Γαβριηλόπουλος συνέθεσε ειδική ακολουθία, η οποία πρωτοτυπώθηκε στην Βενετία το 1710, από το γνωστό και φημισμένο τυπογραφείο του Νικολάου Σάρου. 
   
Η γιορτή φαίνεται πως κάποτε ατόνησε. Έτσι πρωταρχικά η λιτανεία μεταφέρθηκε στην μέρα της μνήμης του Αγίου, στις 23 Απριλίου και αργότερα καταργήθηκε. Ευτυχώς, αντίγραφα με την ακολουθία του Γαβριηλόπουλο διασώθηκαν και αυτή, μαζί με άλλες, τυπώθηκε ξανά το 1998, για τρίτη φορά, μια και έχουμε και μια δεύτερη έκδοσή της το 1748, ξανά από το τυπογραφείο του Σάρου, στον πολύτιμο τόμο «Ζακύνθου Εορτοδρόμιον», ο οποίος είναι έκδοση της Ιερής Μητρόπολης Ζακύνθου και Στροφάδων, με επιμέλεια του κληρικού και γνωστού λογοτέχνη π. Παναγιώτη Καποδίστρια, ο οποίος την προλογίζει.
   
Σκοπός του σημερινού κειμένου δεν είναι να προτείνει την επαναφορά της γιορτής. Κάτι τέτοιο θα ήταν άτοπο στις μέρες μας. Απλά θέλει να θυμίσει και να γνωρίσει την ιστορία, συμβάλλοντας στην γνώση του δικού μας πολιτισμού. Γιατί η σημαντικότερη ιστορία ενός τόπου κρύβεται στις λεπτομέρειες.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Για το βιβλίο της Ιουλίτας Ηλιοπούλου, «Αναζητώντας τη Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά | Δοκίμια για τον Οδυσσέα Ελύτη», εκδ. Ύψιλον 2014

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Το βιβλίο της Ιουλίτας Ηλιοπούλου, Αναζητώντας τη Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά, κυκλοφόρησε από τις εκδ.  Ύψιλον, που είχαν, και έχουν, την τιμή να εκδίδουν και το ποιητικό έργο του ο Οδυσσέα Ελύτη. Το βιβλίο περιλαμβάνει επιλογή από άρθρα, εισηγήσεις και ομιλίες, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια με αφορμή εκδηλώσεις για τον ποιητή. Οι ενότητες είναι πέντε και συνοπτικά αναφέρω: Α. «Εισαγωγή  στην Ποίηση του Ελύτη». Β. «Μέσα από τα ποιήματα», ερμηνευτικές προσεγγίσεις συγκεκριμένων  ποιημάτων. Γ. «Ποίηση και Ζωγραφική», το διπολικό σχήμα δημιουργίας που χαρακτηρίζει τον ποιητή. Δ. «Ο Ελύτης και η Ευρώπη», ο διάλογος του Ελύτη με τα ευρωπαϊκά ρεύματα. Ε. «Έννοιες και σχέσεις», όπου ανιχνεύεται η λειτουργία διαφορετικών εννοιών στο έργο του Ελύτη. Υπάρχει ακόμα ένα συγκεφαλαιωτικό κείμενο και ορισμένες διευκρινίσεις για τον αναγνώστη.

Η  Ηλιοπούλου, ποιήτρια επίσης, πέραν της παιδείας και της ευαισθησίας της, διαθέτει κι ένα ακόμη πλεονέκτημα έναντι των άλλων διερμηνευτών της ποίησης του μεγάλου μας ποιητή, και αυτό έγκειται στην εκ του πλησίον αναπνοή του ιδιωτικού χώρου. Θυμίζω πρόχειρα πώς αισθάνθηκε ο Ελύτης όταν βρέθηκε μπροστά σε μια ιδιωτική στιγμή του Σικελιανού που «ξυπόλυτος» στο «σφουγγαρισμένο σανίδι» έτρωγε ένα τσαμπί σταφύλι που το σήκωνε κάθε τόσο και το «καμάρωνε στο φως» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 272)[1]. Ή «Να δοκιμάσεις με τον ίδιο τρόπο που δοκιμάζει ο Διονύσιος Σολωμός δεκαεννέα φορές τον ίδιο στίχο».  Ή, όταν καταγράφει ιδιωτικές στιγμές άλλων. Ο «Λόρδος Μπάυρον συνήθιζε να πίνει ένα ποτήρι νερό κάθε απόγευμα η ώρα έξι ακριβώς. Ο Λένιν να βρίσκει τους κοντυλοφόρους εκεί που τους είχε αφήσει και με την ίδια σειρά. Ο Πούσκιν, ευθύς που τελείωνε το γράψιμο, ξανάβαζε τα βιβλία στην προκαθορισμένη θέση κι απαγόρευε στους υπηρέτες του να τ’ αγγίξουν». «Οι μεγάλοι μας ρομαντικοί κι επαναστάτες είχανε τις μικρές τους συνήθειες». (Ιδιωτική Οδός, «Πρόσω Ηρέμα»). Ή, τέλος, τη συγκίνηση που ένιωσε όταν ο Πικασσό τον κάλεσε στο σπίτι του να γευματίσουν μαζί (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 328). Οι  μικρές συνήθειες της καθημερινής ζωής εξασφαλίζουν ένα άλλου είδους προβάδισμα, έναντι όλων ημών που αγαπάμε την ποίηση του Ελύτη και ασχολούμαστε μαζί της. Ωστόσο η Ηλιοπούλου δεν μας παρέχει τέτοιες στιγμές. Αντιθέτως  συνθέτει το εργοβιογραφικό του, αγρεύοντας από τα ποιήματά του στοιχεία, με την ιδιοσυγκρασία της Ελληνίδας που αναπνέει στο ρυθμό των στίχων του και βαδίζει στα μέτρα των λέξεών του. Και όπως τα πεζά του Ελύτη είναι ποιητικά έτσι και τα δικά της πεζά είναι ποιητικά. Η ανάγνωση του βιβλίου της μας δείχνει ότι, στην ευλύγιστη μελέτη της, στηρίζεται με  το ένα πόδι στον δικό της ποιητικά εκφρασμένο πεζό λόγο και με το άλλο στον ποιητικό λόγο του Ελύτη. Ο δικός της λόγος, το περιέχον, μοιάζει με όστρακο που προστατεύει το μαργαριτάρι, το οποίο περιεργάζεται με πολύ μεγάλη προσοχή, αισθαντικότητα και γνώση, με αποτέλεσμα να ερμηνεύει την ποίηση και να αναπτερώνεται ο αναγνώστης.  Η λογική αποτίμηση του στίχου δεν χάνει τη συναισθηματική του ένταση στον διερμηνευμένο λόγο της. Και η γλώσσα ρέει σαν νεράκι που δεν εμποδίστηκε από κανένα βότσαλο, σαν αεράκι που δεν σκόνταψε σε κανενός βράχου εξοχή. Για να επιχειρήσω το ανάλογο, και εκ του αντιθέτου, με θραύσματα ελυτικά, τα «νερά» δεν είναι «σγουρά»,  είναι όμως «του γαρ και του «άρα». 

Ο αναγνώστης θα αντιληφθεί αμέσως την αρμονική σύζευξη των ρεαλιστικών στοιχείων (αντικειμενικές πληροφορίες) με την ποιητική τους μεταμόρφωση. Η ερμηνευτική αποτίμηση των ποιητικών μονάδων (λέξεις-κλειδιά, σύμβολα), οι διευκρινίσεις όρων και η ανάλυση στίχων συνιστούν ένα «δηλαδή» που βοηθάει τον αναγνώστη στη καμπή της ποιητικής σκέψης. Και συχνά κρυμμένα μέσα στα «στοιχεία μιας ποιητικής ταυτότητας» βρίσκονται τα κλειδιά ερμηνείας.

Διαβάζω προσεκτικά, γνωρίζοντας πως επανερμηνεύω τα ερμηνευμένα ήδη: «Αναζητώντας τις βασικές αρχές», μέσα από ένα ζωγραφικό έργο του Ελύτη, η συγγραφέας μας δίνει την αίσθηση της μαγείας και βέβαια δεν «φοβόμαστε», όπως σπεύδει να μας αποτρέψει, διότι η μαγεία και το θαύμα είναι εκ των ων ουκ άνευ στη συγκεκριμένη ποίηση. Κατά το όστις θέλει οπίσω μου ελθείν  ο Ελύτης έχει προετοιμάσει τον αναγνώστη του: «Κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να ενδιαφέρεται για την Ποίηση. Άπαξ όμως κι ενδιαφέρεται, είναι υποχρεωμένος ‘‘να γνωρίζει να μεταβαίνει’’ σ’ αυτή τη δεύτερη κατάσταση, να περπατεί και στον αέρα και στο νερό» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 131).

Και επειδή και ο αέρας και το νερό είναι στοιχεία της ποίησής του, φορτισμένα με ηθικές δυνάμεις, η Ηλιοπούλου τα μελετά. Και μελετώντας εκταμιεύει από το  ελυτικό θησαυροφυλάκιο τα παραδείγματά της. «Η αγιότης των φυσικών στοιχείων» μας λέει, «υλοποιείται και αντίστροφα, η παρουσία Ναού πλάι στη θάλασσα σηματοδοτεί μια διαρκή χωρίς στίγμα θρησκείας πίστη, της οποίας φύλακας είναι αυτός … ο ποιητής». Κι εδώ, «αυτός», ο «ποιητής» υλοποιεί την ιδέα που κάποτε άστραψε στο μυαλό του, με διάμεσο την κληρονόμο, δηλαδή, τον Ναό που είχε χτίσει χρόνια πριν μέσα στην ποίησή του: «Από τέσσερις πέτρες και λίγο θαλασσινό νερό είχα / Κάνει Ναό που κάθομουν να τον φυλάγω». Η ιδέα –επιθυμία του ποιητή, με υλικά αντλημένα από την ίδια γη -πέτρες, θαλασσινό νερό και την επικουρία του απολυμαντικού ασβέστη- πραγματώνεται στο απτό, χειροπιαστό  παράδειγμα,  το εκκλησάκι της Παντοχαράς στη Σίκινο (βλ. e-περιοδικό: Παραθέματα Λόγου, «Οδυσσέας Ελύτης – π. Παναγιώτης Καποδίστριας στη Σίκινο», Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014). 

Ο «αισθητός και ο πνευματικός κόσμος μετατίθενται αμοιβαία», μας λέει. «Παντού, τα στοιχεία της φύσης μεταθέτουν αμοιβαία τις ιδιότητές τους». Ο κόσμος του ποιητή είναι  «συγκροτημένος», παρατήρηση που μας ξαναθυμίζει τους στίχους από τον Μικρό Ναυτίλο (XXVI): «Ένας πλήρης, αυτάρκης και συγκροτημένος κόσμος  που μου ανταποκρίνεται και του ανταποκρίνομαι και εισχωρούμε μαζί σαν ένα σώμα στον κίνδυνο και στο θαύμα».

Κομβικό σημείο στη σκέψη του Ελύτη είναι η λέξη «υποσυνείδητο» που λειτουργεί σαν σύνθεση όλων των αντινομιών. Εξισορρόπηση όλων των αντιθέτων. Η εγκοσμίωση του ιδανικού. Η αρχή και το τέλος. Η συνάντηση της Ανατολής με τη Δύση. Η ειδωλολατρία και ο Χριστιανισμός.   Η χώρα του Άξιον Εστί που σωματοποιεί την προϋπάρχουσα ιδέα της ελληνικότητας, αλλά δεν φυλακίζει την ποίηση στο ποίημα. Αντίθετα της «ανοίγει διαύλους»  και αποκαλύπτει την «πολυπλοκότητα της αίσθησης που την αποκαλεί Ελλάδα», της δημιουργεί «το ποιητικό ανάλογο» και μ’ αυτό «προσθέτει μια σταθερή παράμετρο στον προσδιορισμό της». Μέσα από τέτοιες διατυπώσεις  κρυφοκοιτάζει η μαγεία και γίνεται η μετάβαση από τη νόηση στην αίσθηση ή η νόηση ενσαρκώνεται για να γίνει αισθητή, κατανοητή ή,  με τα λόγια τα δικά του, «είναι η νόηση του αφηρημένου μεσ’ απ’ την αίσθηση του συγκεκριμένου» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 32).  Είναι αυτό που θα βρούμε και αλλού. Ότι δηλαδή,  στην ποίηση του Ελύτη, «Ακόμη και οι πιο αφηρημένες έννοιες λαμβάνουν αντίκρισμα ορατό». Πρόκειται για «αρχιτεκτόνημα αισθήσεων, χρωμάτων, ρυθμών, πρωτότυπων στοχασμών». Δεν είμαστε μακριά από τις Correspondences του Baudelaire, ούτε από τους  ζωγράφους που αντιμετώπισαν τον «λόγο σαν σχήμα», την «αντιστοιχία  αίσθησης – ιδέας» και τη «δυναμική της εικονοπλαστικής φαντασίας». Κατά το «ζητήσετε και ευρήσετε» ο Ελύτης μας βοηθάει να βρούμε «τα λόγια ενός κόσμου στα μέτρα των αισθήσεων, στα μέτρα του ονείρου, στα μέτρα της επιθυμίας… στα μέτρα της αληθινής καρδιάς».

 Η αναγωγή στα επίπεδα πέραν της εμπειρίας γίνεται με μεγάλη ευαισθησία, όπως συμβαίνει με τη διαπραγμάτευση της μελέτης της ποιητικής σύνθεσης Μονόγραμμα, όπου ο ποιητής, γράφει η Ηλιοπούλου, «ενδύεται τον ενεστώτα χρόνο του έρωτά του», ερμηνεύοντας εκείνη την επίμονα επανερχόμενη επίκληση,  «μ’ ακούς;»,   ως παρουσία του απόντος προσώπου. Το σπουδαιότερο, όμως,  ίσως, είναι ότι η φθορά εν τέλει στρέφεται εναντίον της και το «κρύσταλλο του Μονογράμματος θα μας διδάξει πώς να εξαργυρώνουμε τα ανεκτίμητα των βιωμάτων εν τέχνη». Lart est une blessure qui devient lumière, είναι μια φράση του Ζωρζ Μπρακ που μας έρχεται πρόχειρα στο μυαλό.  

Κι έτσι το βιβλίο από το ένα στο άλλο μιλά για την ποίηση του Ελύτη, για την ποίηση γενικώς, για την ποίηση και το έρωτα, για το υλικό σώμα του ποιήματος   που  «ασκούσε πάντα μιαν ακατανίκητη έλξη» στον ποιητή, για τη γλώσσα,  για τις έννοιες και τις σχέσεις τους, για την ιερότητα και την αγιότητα των αισθήσεων, για την Κρήτη, την Άνδρο, τις ιδιωτικές στιγμές και «συνάμα στιγμές της υπερβατικής ελληνικής φύσης», όπως αυτές καταγράφονται στον Μικρό Ναυτίλο. Και στον «Επίλογο» έντεκα μικρά κείμενα που φέρνουν σημαντικές διασαφηνίσεις.

Εν τέλει, ο Οδυσσέας Ελύτης είναι ο μέγας ποιητής του 20ού αιώνα και υψίστη παρακαταθήκη για τους μέλλοντες ποιητές. Εκείνος που ύμνησε την Ελλάδα και τη φύση, τη ζωή και τον έρωτα, που απομυθοποίησε τον θάνατο, που έδωσε πνευματική υπόσταση στην ύλη, που είδε και τα πέραν αλλά και τα τρέχοντα, τα τρέχοντα  που ποτέ δεν αγνόησε  και ας τον «λιθοβόλησαν» και τον είπαν «αεροβάτη». Επιλέγω το ελάχιστο από το πολύ που υπάρχει στα γραπτά του και στο βιβλίο: «Τα εμπορεία της Αγοράς  διανυκτερεύουν και η καλλιέργεια συμφέροντος και κακίας ως άθλημα καταρρίπτει καθημερινά το ρεκόρ του χθες». Δεν ζει ο ποιητής για να δει πόσο, δυστυχώς, επαληθεύτηκε, σ’ αυτά που είχε με όλες τις αισθήσεις αισθανθεί και με  το νου αντιληφθεί, και πόσο διαψεύστηκε σ’  αυτά που η καρδιά είχε ονειρευτεί. Όμως, όσο και αν είναι τα πράγματα πικρά, η ελπίδα του δεν μας εγκαταλείπει. Αυτό δείχνει το πολυφίλητο εκείνο «γιατί η ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος» (με όσες σημασίες, μπορεί να πάρει ο θάνατος, με εκείνο το «εκεί» προσδιορισμένο: «εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται», εκεί που οδηγεί «η ατελεύτητη φορά  προς το φως το Φυσικό, που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον, που είναι ο Θεός» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 39). Με άλλα λόγια, εκεί που τα πράγματα μετέχουν του εδώ και του πέραν, εκεί που το φυσικό φως  μετατρέπεται σε «Λόγο», άρα σε Δημιουργό και το «φως το Άκτιστον» σε Θεό και αιωνιότητα, εκεί που χωρίς να θεολογεί και χωρίς να χάνει την επαφή με τη γη, ισορροπώντας  την πραγματικότητα με το φυσικό φαινόμενο του πνεύματός του, εκεί στην άκρη της ζωής και στην άκρη του θανάτου, γίνεται ΘΕΟΣ ο ίδιος (ας μη μου καταχωριστεί ύβρις), όπως ποιητής είναι και ο Θεός, και ο θάνατος υπηρέτης της ζωής, για να μας ελεήσει.

Και η μελέτη, η εισήγηση, το άρθρο συνεχίζεται πάντοτε κοντά στο στίχο, ποτέ από το  πρωτότυπο μη κινούσα (για να παραφράσω τον Καβάφη), με παρέμβαση στους στίχους  πάντοτε διακριτική, σαν μια μικρή κρυστάλλινη ράβδος ελαφρά να διευθετεί ορατά και αόρατα. «Η τέχνη της ποίησης», γράφει η Ηλιοπούλου, είναι «η πιο πρόσφορη στη μεταγλώττιση, αποδεικνύεται πως ξέρει να υπερβαίνει με βήμα χορευτικό τις μπάρες των τοπικών περιορισμών και να αποτελεί ένα απέραντο δίχτυ ασφαλείας της πανανθρώπινης ψυχής» και συμφωνούμε απολύτως.

Το βιβλίο διαβάζεται αργά, απολαυστικά. Περιέχει τα πάντα, θίγει όλα εκείνα  που αποτελούν τα αγκωνάρια του ελυτικού ποιητικού ναού, με ωραία γλώσσα, εύστοχη λέξη, σωστά επιλεγμένους στίχους, ώστε να αποδεικνύουν το δέον. Ο αναγνώστης που έχει ήδη κάποια επαφή με την ποίηση του Ελύτη απολαμβάνει, ο μη έχων διδάσκεται και ο επαρκής «μεταβαίνει» και ίσως αυτή να είναι Η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά.




[1] Οι αναφορές στα Ανοιχτά Χαρτιά γίνονται στην β΄ έκδοση του 1982.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Ο Πέρσης Οσιομάρτυρας και η λατρεία του στη Ζάκυνθο

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στη Ζάκυνθο, όπως σε όλους μας είναι γνωστό, το όνομα Αναστάσιος γιορτάζει στις 22 Ιανουαρίου, ημέρα της μνήμης του Αγίου Αναστασίου του Πέρσου κι όχι στην Ανάσταση, όπως συνήθως συμβαίνει στον υπόλοιπο ελληνικό χώρο. Είναι κι αυτή μια από τις πολλές μας ιδιαιτερότητες, για τις οποίες, όπως κι άλλες φορές έχουμε γράψει, χρειάζεται να εκδοθεί ένα ειδικό, τοπικό εορτολόγιο, για να μπορούν έτσι οι ξένοι να μας εύχονται δίχως λάθη και τις απαραίτητες από εμάς διορθώσεις, τα «χρόνια πολλά».

Εκκλησία του όχι και τόσο γνωστού αυτού Μάρτυρα και Οσίου υπήρχε στο κέντρο της πόλης και στην αρχή περίπου του δρόμου, ο οποίος οδηγούσε στο παλιό νοσοκομείο.  Κτίστηκε στα τέλη του 17ου αιώνα από τον Κρητικό πρόσφυγα και Πρωτοπαπά Στέφανο Παλαδά, ο οποίος, μαζί με πολλούς άλλους συμπατριώτες του βρήκε καταφύγιο στο νησί μας, μετά την πτώση του Χάνδακα. Αργότερα ο ναός αυτός, σύμφωνα με πληροφορίες των διαφόρων ιστορικών μας, περιήλθε στην κυριότητα των Ιωάν. Κατραμή, Μαρτινέγκου, Α. Μοδίνου και Π. Τζάννε και δυστυχώς αποτεφρώθηκε από την θεομηνία του Αυγούστου του 1953. Σήμερα υπάρχει μία οδός με το όνομα του εφόρου της, για να μνημονεύει την ύπαρξή της, μια κι οι παλιότεροι ονόμαζαν και μετασεισμικά την περιοχή «στον Άγιο Αναστάση», αλλά σήμερα κανείς δεν τον θυμάται.

Την διάδοση της λατρείας του Πέρση Οσιομάρτυρα στην Ζάκυνθο μαρτυρεί, συν τοις άλλοις, κι η έκδοση της ακολουθίας του στην Πάτρα, από τον έναν από τους κτήτορες του παραπάνω ναού, τον Ιωάννη Κατραμή. Επίσης την επιβεβαιώνει κι η ύπαρξη κι ενός δεύτερου ναού, ο οποίος τιμόταν στο όνομά του και βρισκόταν στο χωριό της Ρίζας Μπουγιάτο, ιδιοκτησία της οικογένειας Μαρτελάου. Αλλά δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο πως η μορφή του Αγίου Αναστασίου είναι μία από τις τρεις της δεσποτικής του τέμπλου της Παναγίας της Τριμάρτυρος στο Ακρωτήρι. Η εικόνα αυτή, η οποία σώθηκε από τον σεισμό και φυλάσσεται σήμερα στον ομώνυμο, μετασεισμικό ναό, είναι ενυπόγραφο έργο του Νικολάου Καλλέργη, ιστορημένη, σύμφωνα με την επιγραφή, το 1724 κι εκτός από τον Άγιο που μας απασχολεί εικονίζει και τους μάρτυρες Γεώργιο και Λουκία.

Εικόνα του ίδιου Αγίου φυλάσσεται στο σημερινό Μουσείο του νησιού μας και προέρχεται από τον κατεστραμμένο ναό του Αγίου Γεωργίου τση Κυπριάνας ή Τσιπριάνας ή των Καλογριών. Μα και στο ναό του Αγίου Αντωνίου του Ανδρίτση γινόταν η γιορτή του Αγίου, επειδή εκεί υπήρχε τεμάχιο του λειψάνου του. Αυτό ήταν δωρεά του ετεροθαλούς αδελφού του εθνικού μας ποιητή, Διονυσίου Σολωμού, του Ροβέρτου και φυλαγόταν στην ιστορική εκκλησία μέχρι να τελειώσουν οι επισκευές του γειτονικού Προφήτη Ηλία, στον οποίο ο δωρητής είχε χαρίσει το πολύτιμο κειμήλιο.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο λόγιος ιερωμένος Αναστάσιος Γόρδιος, όταν συνέθεσε τα γνωστά του επιγράμματα, τα αφιερωμένα σε ιερές στέγες της πόλης του νησιού μας, ευρισκόμενος στο Λοιμοκαθαρτήριο της Ζακύνθου, δεν παρέλειψε να συμπεριλάβει σ’ αυτά και την εκκλησία του κέντρου της Χώρας, στιχουργώντας τα εξής:

   «Ομώνυμόν σοι προσκυνήσω εκ πόθου
    τω σω ναω πάρειμι και με προσδέχου».

Βέβαια, όπως διαβάζουμε και στο επίγραμμα, κύρια αιτία της ιστόρησής του είναι το ότι ο συγγράψας είχε το όνομα του Αγίου του ναού. Το ότι τον γνώριζε, όμως, δείχνει πως η φήμη του οσιομάρτυρα ήταν μεγάλη στη Ζάκυνθο και πως ο λαός του νησιού τον ευλαβούταν  και τον τιμούσε.

Η λατρεία και η τιμή του Μάρτυρα δεν είναι γνωστή μόνο στην Ζάκυνθο, αλλά και στα άλλα Επτάνησα. Στην Κέρκυρα δε το όνομα «Αναστάσιος» είναι αρκετά διαδεδομένο, όπως και στο νησί μας και το υποκοριστικό του είναι το «Σάκης». Ερώτημα αποτελεί το πώς η φήμη του όχι και τόσο γνωστού Πέρση οσιομάρτυρα έφτασε στη Ζάκυνθο και τα άλλα Ιόνια νησιά.

Η απάντηση, πιστεύω, είναι απλή. Το λείψανό του, μετά από πολλές περιπέτειες, κατέληξε στην πλωτή πόλη και πρωτεύουσα της Γαληνοτάτης κι εκεί βρίσκεται μέχρι σήμερα στην εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου της Αμπέλου, έχοντας μεγάλη φήμη στους πιστούς, επειδή, συν τοις άλλοις, κατά την παράδοση, εκβάλει μύρα. Λογικό, λοιπόν, να το γνώριζαν όσοι Ζακυνθινοί κι Επτανήσιοι έφταναν ως εκεί, για τις πάμπολλες υποθέσεις τους και με τον τρόπο αυτό να μετέφεραν την λατρεία του και στα νησιά τους.

Όπως κι αν έχει, όμως, η υπόθεση, όλοι οι Τζαντιώτες, όπως κι οι άλλοι Επτανήσιοι, γνωρίζουν πως στις 22 Ιανουαρίου είναι του Αγίου Αναστασίου και την θεωρούν μεγάλη γιορτή, με πολλά ονόματα κι ας μην έχει σταυρό το ημερολόγιο αυτήν την ημέρα. Υποχρέωσή μας είναι να κρατήσουμε ζωντανή κι αυτήν μας την ιδιαιτερότητα. Σε κάτι τέτοιες μικρές περιπτώσεις κρύβεται ο πολιτισμός μας. Ας μην ισοπεδώσουμε τα πάντα.

Related Posts with Thumbnails