© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

ΤΡΙΣΤΑΝΟΣ ΚΑΙ ΙΖΟΛΔΗ ΤΟΥ RICHARD WAGNER | ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ










Την αριστουργηματική, τρίπρακτη Όπερα Τριστάνος και Ιζόλδη του Richard Wagner {1813-12883} παρακολουθήσαμε στις 21-01-15 στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.  Το έπος  του Τριστάνου και της Ιζόλδης, από τους ποιητικότερους μεσαιωνικούς θρύλους, πιθανότατα κελτικής καταγωγής, διασκευασμένο από τους τροβαδούρους του 12ου-13ου αιώνα, το βρίσκουμε σε διάφορες εκδοχές. Μία από αυτές τις εκδοχές είναι και η ανασύνθεση του έπους από τον Γερμανό  ποιητή του Μεσαίωνα, Gottfried Von Strassburg {+1210}, από την οποία αντλεί το υλικό του ο Wagner, για να γράψει το ποιητικό λιμπρέτο της ομώνυμης λυρικής όπεράς του.
Ο Wagner συνέθεσε την όπερά του μεταξύ των ετών 1857-1859. Χρειάστηκε όμως να περιμένει ως τις 10 Ιουνίου του 1865, για να γίνει η πρεμιέρα της στην Όπερα του Μονάχου, υπό την μπαγκέτα του Hans von Bulow, με την οικονομική υποστήριξη του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Β΄ και τούτο διότι η Όπερα της Βιέννης μετά από δύο χρόνια προετοιμασίας και εβδομήντα επτά  δοκιμές,  έκρινε το έργο ως αδύνατο να παιχτεί  και το ακύρωσε. Πράγματι είναι από τις πιο απαιτητικές και δύσκολες όπερες. Η πρεμιέρα της αναβλήθηκε για ένα μήνα, γιατί βράχνιασε η Ιζόλδη και τρεις βδομάδες μετά την πρεμιέρα πέθανε ξαφνικά ο πρωταγωνιστής, γεγονός που τροφοδότησε τις φήμες ότι οι υπερβολικές απαιτήσεις του ρόλου τον οδήγησαν στο θάνατο. Ο Wagner, επηρεασμένος από την κοσμοθεωρία του Γερμανού φιλοσόφου Schopenhauer {1788-1866} ότι οι ανεκπλήρωτοι πόθοι καθοδηγούν τους ανθρώπους και ότι το χάσμα ανάμεσα στο θέλω και δύναμαι, φέρνει την απόγνωση, επιλέγει το μύθο του Τριστάνου, αφαιρεί κάθε τι περιττό, διατηρώντας την ουσία του θρύλου και ονομάζει την όπερά του δράμα. Ο παθιασμένος, ανικανοποίητος έρωτας ανάμεσα στο πρωταγωνιστικό ζευγάρι δεσπόζει στο έργο.  Πολλοί είναι οι συνθέτες που δέχτηκαν επιρροές από το έργο του Wagner, ανάμεσά τους οι Gustav Mahler, Richard Strauss, Maurice Ravel και Alban Berg, ο δε Leonard Bernstein  χαρακτήρισε την όπερα ως κεντρικό πυλώνα της ιστορίας της μουσικής. 
Όταν η απόγνωση μετουσιώνεται σε ομορφιά  η τέχνη δικαιώνεται και ο Wagner, ποιητής και μουσουργός συγχρόνως, θριαμβεύει. Το τρίπτυχο της παράστασης, Τριστάνος και Ιζόλδη, που επιλέγει ο Γιάννης Κόκκος είναι εντυπωσιακό! Ο μεσαιωνικός θρύλος, το  ταξίδι που πραγματώνεται μέσα από τον κόσμο του ονείρου, το δράμα που ολοκληρώνεται με το θάνατο. Συνταίριασμα ευφυές και το δεύτερο τρίπτυχο του έργου. Χρόνος γραφής,  χρόνος  ιστορικής του τοποθέτησης, χρόνος σημερινός της  παράστασης. Μέσα από την υψηλή αισθητική Σκηνοθεσίας, Σκηνογραφίας και Ενδυματολογίας ο Γιάννης Κόκκος πέτυχε ακόμα  και το συνταίριασμα θρύλων, φυσικών φαινομένων, αντίλαλων και ήχων. Δεν έλειψαν  μυστικιστικοί απόηχοι αλλοτινών και τωρινών καιρών. Ούτε οι λεπτές μνήμες ποιητικών προεκτάσεων, εικαστικών προσεγγίσεων, κινηματογραφικών απεικονίσεων που συνοδεύουν το μύθο του Τριστάνου και της  Ιζόλδης,  προσδίδοντας στην παράσταση φωτεινές  πινελιές,  μοναδικής ομορφιάς.  
Έργο αντιθέσεων, άριστα προβεβλημένων από τον Σκηνοθέτη: το πνεύμα αντιπαλεύει την ύλη, το φως το σκότος,  το άρρεν το θήλυ, ο άγραφος νόμος τον γραπτό, αλλά και μνήμες ιερές από την Αρχαία Τραγωδία είναι παρούσες για να θυμίζουν ότι οι Αρχαίοι Τραγικοί, που μεγαλούργησαν σ’ αυτόν τον τόπο  μνημονεύονται ανά τους αιώνες από μεγάλες μορφές της τέχνης. Όλα τα ρομαντικά στοιχεία του Wagner θα αξιοποιηθούν από την παράσταση. Ο Σκηνοθέτης παίζει ξανά με το τρίπτυχο, προβάλει τον πλούτο των συναισθημάτων, το απρόσμενο που παραμονεύει να διαταράξει τη γαλήνη και να φέρει  σκότος και  θάνατο, τον Έρωτα σαν αντιστάθμισμα που θα γεφυρώσει το χάσμα και θα ενώσει τους ήρωες αιώνια. Η υπόθεση διαδραματίζεται σε πλοίο και αφηγείται τον κρυφό  έρωτα του ιππότη Τριστάνου για την όμορφη Ιρλανδή πριγκίπισσα Ιζόλδη που τη συνοδεύει στην Κορνουάλη, όπου πρόκειται να παντρευτεί το θείο του, βασιλιά Μάρκο. Η Ιζόλδη, νύφη παρά τη θέλησή της, αποφασίζει να σκοτώσει το συνοδό της και να σκοτωθεί και η ίδια όμως η πιστή ακόλουθός της, αντί για το θανάσιμο δηλητήριο, ετοιμάζει ένα ερωτικό ελιξίριο και όλα ανατρέπονται. Οι δυο νέοι εξομολογούνται τον έρωτά τους και  έρχονται αντιμέτωποι με το βασιλιά. Ο Τριστάνος, τραυματισμένος θανάσιμα στη συμπλοκή που ακολουθεί, μεταφέρεται στον πύργο του στη Βρετάνη. Αφήνει την τελευταία του πνοή στην αγκαλιά της αγαπημένης του κι εκείνη, τον ακολουθεί στο αιώνιο ταξίδι του αναδυομένη στα ουράνια.
Θαυμάσια η διανομή από τους πρωταγωνιστικούς ώς τους μικρότερους ρόλους.  Η Δανή υψίφωνος Ann Petersen έλαμψε ως Ιζόλδη. Δεν υστέρησε ο διάσημος Γερμανός «ηρωικός» τενόρος Torsten Kerl  στον απαιτητικό ρόλο του Τριστάνου. Λατρέψαμε τη Σουηδή δραματική υψίφωνο Katarina Dalayman στο ρόλο της Μπρανγκαίνε και τον Γερμανό μπασοβαρύτονο Michael Vier ως Κούρβεναλ. Συναρπαστικός ο Γερμανός βαθύφωνος Reinhard Hagen ως βασιλιάς Μάρκος. Ευτύχησαν και οι μικρότεροι ρόλοι, όπως του Μέλοτ, Χαράλαμπος Αλεξανδρόπουλος, του Βοσκού, Νίκος Στεφάνου, του Τιμονιέρη, Κωστής Ροσιδάκης και του Ναυτικού, Αντώνης Κορωναίος. Υποβλητικοί οι φωτισμοί του Giuseppe di Iorio καθώς και οι βιντεοπροβολές του Eric Duranteau. Η σπουδαία δουλειά του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου με τη Χορωδία της Λυρικής Σκηνής, συμπλήρωσε άξια την παράσταση, καθώς και η ποιητικότατη μετάφραση των υπέρτιτλων του  Αλέξανδρου Ίσαρη.
Ο Wagner εκφράζει την έννοια του υψηλού, που δημιουργεί δέος  στον άνθρωπο. Η Μουσική και οι Μουσικοί είναι κυρίαρχοι από την αρχή και ο Μαέστρος Μύρων Μιχαηλίδης με τις εκπληκτικές χρωματικές διαβαθμίσεις στο πρελούδιο της όπερας έστειλε το μουσικό μήνυμά του. Προφητική και μαγική, η συμβολική Συγχορδία του Τριστάνου, ήχησε εξαίσια από τα βιολοντσέλα και τα ξύλινα πνευστά. Με την εξαιρετική διεύθυνσή του, ο Αρχιμουσικός και με την τελική του χειρονομία να προσκαλέσει όλους τους μουσικούς πάνω στην σκηνή του θεάτρου, ως ένδειξη αναγνώρισης της αξίας τους και της συμβολής τους στην παράσταση, έδωσε την ευκαιρία στο κοινό να τους  καταχειροκροτήσει. Ύστερα από τη μεγάλη ένταση παθών και μετά τη θυελλώδη μουσική του θνήσκοντος Τριστάνου, το ήρεμο σόλο της Ιζόλδης φέρει την εκτόνωση. Η Ορχήστρα σβήνει σιγά, σιγά μαζί με την τελευταία πνοή της Ηρωίδας, πνοή που επισφραγίζει το αιώνιο σμίξιμο των δυο ερωτευμένων. Οι δύο τραγικοί ήρωες αναμετρήθηκαν με ανώτερες δυνάμεις, συντρίφτηκαν αλλά δεν ηττήθηκαν.
Ανεξάντλητη η πηγή της παράδοσης, φάρος φωτεινός που φωτίζει τους  λαούς για να θεμελιώσουν το μέλλον τους στην πέτρα. Συγκλονιστική και η δύναμη της αγάπης, για να εμπνέει στους επώνυμους, αλλά και στους ανώνυμους, έργα τέχνης αθάνατα όπως εκείνο το δημοτικό τραγούδι, που μας ακολουθούσε στο δρόμο της επιστροφής:
                              «Για δες τα τα κακόμοιρα  τα πολυαγαπημένα!
                             δε φιληθήκαν ζωντανά φιλιούνται πεθαμένα».  

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Οι αμπελουργοί, οι κηπουροί και τα «φιλιοκοτόπουλα»

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ 

Ο Άγιος Τρύφωνας, που η μνήμη του τιμάται την πρώτη μέρα του Φλεβάρη, είναι ο προστάτης των κηπουρών, αλλά περισσότερο των αμπελουργών. Ούτε στο βίο του, ούτε στα γνωστά του θαύματα, που μας έχουν σωθεί στα διάφορα συναξάρια του, υπάρχει αναφορά, η οποία να δικαιολογεί αυτήν του την ιδιότητα. Επίσης δεν φαίνεται να έχει σχέση η ζωή ή η λατρεία του με τόπους οινοπαραγωγικούς ή καθαρά γεωργικούς. 

   Σύμφωνα με τα όσα έχουν διασωθεί γι’ αυτόν καταγόταν από την Λάμψακο και έζησε στα χρόνια των βασιλέων Γορδιανού, Φιλίππου και Δεκίου. Ήταν φτωχικής καταγωγής και γι’ αυτό το λόγο, όταν ήταν παιδί και για κάποιο χρονικό διάστημα, αναγκάστηκε να βόσκει χήνες, για μπορέσει να ζήσει. Έτσι εξηγείται γιατί πολλές από τις εικόνες του τον παριστάνουν να τις βοσκά ή να κρατά μιαν από αυτές στο χέρι του. Λέγεται πως όταν βοσκούσε τα ζώα αυτά, μελετούσε συγχρόνως και την Αγία Γραφή. Γι’ αυτό σιγά –σιγά, όχι μόνο γνώριζε πολλά ο ίδιος, από την χριστιανική πίστη, αλλά μπορούσε να τα διδάξει και σε άλλους. Παράλληλα είχε αποκτήσει και την θαυματουργική χάρη, να θεραπεύει ασθενείς. Ο βασιλιάς Γορδιανός μάλιστα τον κάλεσε κοντά του, για να κάνει καλά την άρρωστη κόρη του. Η ίαση πραγματοποιήθηκε και ο δυνατός την εποχή του άνδρας πρόσφερε στον Άγιο τιμές και αξιώματα. Αυτός τα αρνήθηκε και έφυγε ευγενικά. Την εποχή όμως του Δεκίου συνελήφθη. Δεν δέχθηκε να απαρνηθεί την πίστη του και γι’ αυτό το λόγο αρχικά υπέστη πολλά βασανιστήρια και τέλος αποκεφαλίσθηκε.

   Πώς, λοιπόν, ο Άγιος Τρύφωνας συνδέθηκε με τους κήπους και τους αμπελώνες; Το πιο πιθανόν είναι η εξήγηση να βρίσκεται στην ημέρα της γιορτής του. Την εποχή εκείνη τα κηπουρικά κινδυνεύουν από την κακοκαιρία και τις βροχές. Επίσης τότε ξεκινά και το κλάδεμα του αμπελιού, το οποίο είναι η πιο βασική εργασία των αμπελουργών και από αυτήν εξαρτάται η μελλοντική πρόοδος και καρποφορία του. Για να γίνει απαιτείται γνώση και φροντίδα. Άρα πολύ φυσικό είναι να ζητούν την επίκληση του θείου και να προτιμούν γι’ αυτό έναν Άγιο, ο οποίος αυτές τις ημέρες τιμάται. Για τον ίδιο λόγο στις εικόνες του τον παριστάνουν να κρατά ένα δρεπάνι, που είναι το κατεξοχήν εργαλείο του κλαδέματος ή και κλαδιά αμπέλου. Για τον ίδιο λόγο οι αμπελουργοί της Γαλλίας έχουν προστάτη τον Saint Vincent, ο οποίος γιορτάζει την ίδια περίπου περίοδο, στις 22 Ιανουαρίου.

   Την 1η του Φλεβάρη, που γιορτάζει ο Μάρτυρας οι κηπουροί του νησιού μας τιμούν την επέτειο της μνήμης του με αργία. Αποφεύγουν να μπουν στο χωράφι, γιατί πιστεύουν πως αυτό θα τους «ρουφήξει». Έχει επίσης διασωθεί από τον λόγιο Ανδρέα Γαήτα, πως την ημέρα εκείνη οι κάτοικοι των Κήπων, του προαστίου που προμήθευε και εν μέρει προμηθεύει με λαχανικά την πόλη, συνήθιζαν να δανείζονται από τον υποδικηγόρο Αντώνιο Μουζάκη τα λείψανα του Αγίου, που ο ίδιος κατείχε και να κάνουν μ’ αυτά αγιασμό στην περιουσία τους, με την παρουσία, βέβαια, ιερέων.
   Παρόλα αυτά ούτε στην περιοχή, ούτε στο νησί ολόκληρο υπήρχε εκκλησία, η οποία να τιμόταν στο όνομα του Μεγαλομάρτυρα, αλλά και οι εικόνες του είναι πολύ σπάνιες στην Ζάκυνθο! Προσωπικά μία μόνο γνωρίζω, η οποία σώζεται στην μετασεισμική εκκλησία των Αγίων Πάντων, στο χωριό Γαλάρο.

   Μα και με μιαν άλλη γεωργική εργασία έχει σχέση ο Άγιος Τρύφων στο νησί μας. Είναι το μάζεμα του σανού, μιαν εποχή άσχετη με την ημέρα της γιορτής του, που κατά την διάρκειά του γίνονταν τα εξής τελετουργικά, για να διατηρηθεί και να μην σαπίσει το ξερό χόρτο, το οποίο θα χρησίμευε για τροφή των ζώων το Καλοκαίρι.

   Ένας από τους συμμετέχοντες καθόταν στην πόρτα, στην αποθήκη, που θα φυλαγόταν ο σανός και χτυπώντας δύο πέτρες, όπου κρατούσε στο χέρι του, έλεγε:
   «Τι κάνεις εκεί;».
   Ο άλλος, που μετέφερε τα ξερά χόρτα απαντούσε:
   «Εγώ βάνω τση Αγίας Βαρβάρας τα κλειδιά και του Αγίου Τρύφωνα τα φιλιοκοτόπουλα και να μην τα πατσάρει (αγγίξει) τίποτα».
   Αυτό γινόταν τρεις φορές και ο λαός μας πίστευε πως έτσι δεν θα έχανε τον πολύτιμο για την τροφή των ζώων του, σανό.

   Περιττό να σημειώσουμε εδώ πως η επίκληση του Μεγαλομάρτυρα γινόταν λόγω των γεωργικών ιδιοτήτων του. Μνημόνευαν δε τα «φιλιοκοτόπουλα» επειδή, όπως παραπάνω γνωρίσαμε, ο Άγιος έβοσκε μικρός χήνες. Όσον αφορά στην Αγία Βαρβάρα, αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα, το οποίο απαιτεί έρευνα.

   Τελικά πολλά μας διδάσκει η λαογραφία του κάθε τόπου. Αρκεί να την γνωρίσουν στην ουσία, με αγάπη και όχι επιδερμικά. Τα έθιμά μας είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα του πολιτισμού μας.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

Ο Άι-Γιώργης του Γενάρη

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στις 30 Ιανουαρίου η Ζάκυνθος είχε μια δική της, καθαρά τοπική γιορτή. Μες στο καταχείμωνο θυμόταν ξανά έναν καθαρά ανοιξιάτικο Άγιο, που ο λαός μας έχει συνδέσει την μνήμη του και τον πανηγυρισμό του με τις μέρες της Λαμπρής και λατρευτικά τον τιμούσε, με ευχαριστήριες ακολουθίες και τελετές. Πρόκειται για μια ακόμα ημέρα, αφιερωμένη στον Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο, η οποία αφορούσε μονάχα στο νησί, μια και στην ημερομηνία αυτή είχε συμβεί  ένα θαύμα του γι’ αυτό.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά. Όπως είναι γνωστό, το 1669, όταν η Κρήτη έπεσε στα χέρια των Τούρκων, πολλοί κάτοικοί της την εγκατέλειψαν, ζητώντας να σωθούν και κατέφυγαν σε διάφορους άλλους, στην κατοχή, κυρίως, της Βενετίας, τόπους. Από τα μέρη που προτίμησαν, κεντρική θέση κατείχε το νησί μας και για την γεωγραφική του θέση –ήταν στην ουσία ο πρώτος τους σταθμός– αλλά και για το οικείο κλίμα, όπου επικρατούσε στα χώματά του. Έτσι πολλοί πρόσφυγες  της Μεγαλονήσου ζήτησαν φιλοξενία εδώ και προτίμησαν το τότε μεγάλο λιμάνι σαν την νέα τους πατρίδα. Έχοντας, μάλιστα, μιαν ιδιαίτερη παιδία και τον δικό τους, γνωστό πολιτισμό, έφεραν μαζί τους αρκετά από τα δημιουργήματά του, όπως και κάποια θρησκευτικά τους κειμήλια. 

Ανάμεσα σ’ αυτά ξεχωριστή θέση κατείχε και μια εικόνα του Αγίου Γεωργίου, που επονομαζόταν «Καμαριώτης» και ανήκε σε κάποιον Ιωάννη Παπαδόπουλο. Ο κτήτορας του πολύτιμου κειμηλίου, ερχόμενος στο Τζάντε, αφιέρωσε την εικόνα στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου του Κόλα, για δημόσια λατρεία.
   
Μια νύχτα του Νοέμβρη όμως του 1687 και συγκεκριμένα στις 13 του μήνα, κάποιοι ιερόσυλοι έκλεψαν την εικόνα και, αφού της αφαίρεσαν το ασημένιο της πουκάμισο και τα τάματα, την πέταξαν σ’ έναν τράφο στην σκοντράδα των Αγίων Αναργύρων, στον δρόμο προς το Κάστρο, όπου την βρήκαν το άλλο πρωί δύο νέοι, που πήγαιναν για κυνήγι. Λίγες μέρες αργότερα, στην γειτονιά της εκκλησίας, όπου φιλοξενούσε την εικόνα, τον Άγιο Δημήτριο του Κόλα, φανερώνεται το πρώτο κρούσμα πανούκλας, ασθένειας θανατηφόρας την εποχή εκείνη, η οποία γρήγορα έγινε επιδημία και διαδόθηκε παντού.
    
Ο λαός απέδωσε την ασθένεια σε εκδίκηση του Αγίου, για την βεβήλωση της εικόνας του και θέλοντας να τον εξευμενίσει, συγκέντρωσε χρήματα και αφού πρώτα ξανάντυσε το κόνισμα με νέο, ασημένιο πουκάμισο, προχώρησε στην ανέγερση δικού της ναού, σε οικόπεδο που παραχώρησε γι’ αυτόν το σκοπό ο ευγενής Ιάκωβος Δ. Κομούτος, κοντά στον Πλατύφορο. Για το λόγο αυτό, σύμφωνα με την λαϊκή πίστη και την παράδοση, στα τέλη του Γενάρη σταμάτησε το θανατικό. Η λύτρωση από την λοιμική νόσο αποδόθηκε στον εξευμενισμένο Άγιο και από τότε καθιερώθηκε η γιορτή της επετείου του θαύματός του. Επίσης με διάταγμα του Προβλεπτή Αλ. Κουερίνη, το οποίο εκδόθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1688, θεσπίστηκε να τελείται κάθε χρόνο, στις 30 Ιανουαρίου, επίσημη λιτανεία της εικόνας του Τροπαιοφόρου στην πόλη, για να θυμούνται το θαύμα οι κάτοικοι του νησιού, αλλά και για ν’ αποφύγουν παρόμοια συμφορά. Για την αρτιότερη μορφή της γιορτής ο λόγιος υμνογράφος Νικόλαος Γαβριηλόπουλος συνέθεσε ειδική ακολουθία, η οποία πρωτοτυπώθηκε στην Βενετία το 1710, από το γνωστό και φημισμένο τυπογραφείο του Νικολάου Σάρου. 
   
Η γιορτή φαίνεται πως κάποτε ατόνησε. Έτσι πρωταρχικά η λιτανεία μεταφέρθηκε στην μέρα της μνήμης του Αγίου, στις 23 Απριλίου και αργότερα καταργήθηκε. Ευτυχώς, αντίγραφα με την ακολουθία του Γαβριηλόπουλο διασώθηκαν και αυτή, μαζί με άλλες, τυπώθηκε ξανά το 1998, για τρίτη φορά, μια και έχουμε και μια δεύτερη έκδοσή της το 1748, ξανά από το τυπογραφείο του Σάρου, στον πολύτιμο τόμο «Ζακύνθου Εορτοδρόμιον», ο οποίος είναι έκδοση της Ιερής Μητρόπολης Ζακύνθου και Στροφάδων, με επιμέλεια του κληρικού και γνωστού λογοτέχνη π. Παναγιώτη Καποδίστρια, ο οποίος την προλογίζει.
   
Σκοπός του σημερινού κειμένου δεν είναι να προτείνει την επαναφορά της γιορτής. Κάτι τέτοιο θα ήταν άτοπο στις μέρες μας. Απλά θέλει να θυμίσει και να γνωρίσει την ιστορία, συμβάλλοντας στην γνώση του δικού μας πολιτισμού. Γιατί η σημαντικότερη ιστορία ενός τόπου κρύβεται στις λεπτομέρειες.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

Για το βιβλίο της Ιουλίτας Ηλιοπούλου, «Αναζητώντας τη Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά | Δοκίμια για τον Οδυσσέα Ελύτη», εκδ. Ύψιλον 2014

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Το βιβλίο της Ιουλίτας Ηλιοπούλου, Αναζητώντας τη Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά, κυκλοφόρησε από τις εκδ.  Ύψιλον, που είχαν, και έχουν, την τιμή να εκδίδουν και το ποιητικό έργο του ο Οδυσσέα Ελύτη. Το βιβλίο περιλαμβάνει επιλογή από άρθρα, εισηγήσεις και ομιλίες, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία είκοσι χρόνια με αφορμή εκδηλώσεις για τον ποιητή. Οι ενότητες είναι πέντε και συνοπτικά αναφέρω: Α. «Εισαγωγή  στην Ποίηση του Ελύτη». Β. «Μέσα από τα ποιήματα», ερμηνευτικές προσεγγίσεις συγκεκριμένων  ποιημάτων. Γ. «Ποίηση και Ζωγραφική», το διπολικό σχήμα δημιουργίας που χαρακτηρίζει τον ποιητή. Δ. «Ο Ελύτης και η Ευρώπη», ο διάλογος του Ελύτη με τα ευρωπαϊκά ρεύματα. Ε. «Έννοιες και σχέσεις», όπου ανιχνεύεται η λειτουργία διαφορετικών εννοιών στο έργο του Ελύτη. Υπάρχει ακόμα ένα συγκεφαλαιωτικό κείμενο και ορισμένες διευκρινίσεις για τον αναγνώστη.

Η  Ηλιοπούλου, ποιήτρια επίσης, πέραν της παιδείας και της ευαισθησίας της, διαθέτει κι ένα ακόμη πλεονέκτημα έναντι των άλλων διερμηνευτών της ποίησης του μεγάλου μας ποιητή, και αυτό έγκειται στην εκ του πλησίον αναπνοή του ιδιωτικού χώρου. Θυμίζω πρόχειρα πώς αισθάνθηκε ο Ελύτης όταν βρέθηκε μπροστά σε μια ιδιωτική στιγμή του Σικελιανού που «ξυπόλυτος» στο «σφουγγαρισμένο σανίδι» έτρωγε ένα τσαμπί σταφύλι που το σήκωνε κάθε τόσο και το «καμάρωνε στο φως» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 272)[1]. Ή «Να δοκιμάσεις με τον ίδιο τρόπο που δοκιμάζει ο Διονύσιος Σολωμός δεκαεννέα φορές τον ίδιο στίχο».  Ή, όταν καταγράφει ιδιωτικές στιγμές άλλων. Ο «Λόρδος Μπάυρον συνήθιζε να πίνει ένα ποτήρι νερό κάθε απόγευμα η ώρα έξι ακριβώς. Ο Λένιν να βρίσκει τους κοντυλοφόρους εκεί που τους είχε αφήσει και με την ίδια σειρά. Ο Πούσκιν, ευθύς που τελείωνε το γράψιμο, ξανάβαζε τα βιβλία στην προκαθορισμένη θέση κι απαγόρευε στους υπηρέτες του να τ’ αγγίξουν». «Οι μεγάλοι μας ρομαντικοί κι επαναστάτες είχανε τις μικρές τους συνήθειες». (Ιδιωτική Οδός, «Πρόσω Ηρέμα»). Ή, τέλος, τη συγκίνηση που ένιωσε όταν ο Πικασσό τον κάλεσε στο σπίτι του να γευματίσουν μαζί (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 328). Οι  μικρές συνήθειες της καθημερινής ζωής εξασφαλίζουν ένα άλλου είδους προβάδισμα, έναντι όλων ημών που αγαπάμε την ποίηση του Ελύτη και ασχολούμαστε μαζί της. Ωστόσο η Ηλιοπούλου δεν μας παρέχει τέτοιες στιγμές. Αντιθέτως  συνθέτει το εργοβιογραφικό του, αγρεύοντας από τα ποιήματά του στοιχεία, με την ιδιοσυγκρασία της Ελληνίδας που αναπνέει στο ρυθμό των στίχων του και βαδίζει στα μέτρα των λέξεών του. Και όπως τα πεζά του Ελύτη είναι ποιητικά έτσι και τα δικά της πεζά είναι ποιητικά. Η ανάγνωση του βιβλίου της μας δείχνει ότι, στην ευλύγιστη μελέτη της, στηρίζεται με  το ένα πόδι στον δικό της ποιητικά εκφρασμένο πεζό λόγο και με το άλλο στον ποιητικό λόγο του Ελύτη. Ο δικός της λόγος, το περιέχον, μοιάζει με όστρακο που προστατεύει το μαργαριτάρι, το οποίο περιεργάζεται με πολύ μεγάλη προσοχή, αισθαντικότητα και γνώση, με αποτέλεσμα να ερμηνεύει την ποίηση και να αναπτερώνεται ο αναγνώστης.  Η λογική αποτίμηση του στίχου δεν χάνει τη συναισθηματική του ένταση στον διερμηνευμένο λόγο της. Και η γλώσσα ρέει σαν νεράκι που δεν εμποδίστηκε από κανένα βότσαλο, σαν αεράκι που δεν σκόνταψε σε κανενός βράχου εξοχή. Για να επιχειρήσω το ανάλογο, και εκ του αντιθέτου, με θραύσματα ελυτικά, τα «νερά» δεν είναι «σγουρά»,  είναι όμως «του γαρ και του «άρα». 

Ο αναγνώστης θα αντιληφθεί αμέσως την αρμονική σύζευξη των ρεαλιστικών στοιχείων (αντικειμενικές πληροφορίες) με την ποιητική τους μεταμόρφωση. Η ερμηνευτική αποτίμηση των ποιητικών μονάδων (λέξεις-κλειδιά, σύμβολα), οι διευκρινίσεις όρων και η ανάλυση στίχων συνιστούν ένα «δηλαδή» που βοηθάει τον αναγνώστη στη καμπή της ποιητικής σκέψης. Και συχνά κρυμμένα μέσα στα «στοιχεία μιας ποιητικής ταυτότητας» βρίσκονται τα κλειδιά ερμηνείας.

Διαβάζω προσεκτικά, γνωρίζοντας πως επανερμηνεύω τα ερμηνευμένα ήδη: «Αναζητώντας τις βασικές αρχές», μέσα από ένα ζωγραφικό έργο του Ελύτη, η συγγραφέας μας δίνει την αίσθηση της μαγείας και βέβαια δεν «φοβόμαστε», όπως σπεύδει να μας αποτρέψει, διότι η μαγεία και το θαύμα είναι εκ των ων ουκ άνευ στη συγκεκριμένη ποίηση. Κατά το όστις θέλει οπίσω μου ελθείν  ο Ελύτης έχει προετοιμάσει τον αναγνώστη του: «Κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να ενδιαφέρεται για την Ποίηση. Άπαξ όμως κι ενδιαφέρεται, είναι υποχρεωμένος ‘‘να γνωρίζει να μεταβαίνει’’ σ’ αυτή τη δεύτερη κατάσταση, να περπατεί και στον αέρα και στο νερό» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 131).

Και επειδή και ο αέρας και το νερό είναι στοιχεία της ποίησής του, φορτισμένα με ηθικές δυνάμεις, η Ηλιοπούλου τα μελετά. Και μελετώντας εκταμιεύει από το  ελυτικό θησαυροφυλάκιο τα παραδείγματά της. «Η αγιότης των φυσικών στοιχείων» μας λέει, «υλοποιείται και αντίστροφα, η παρουσία Ναού πλάι στη θάλασσα σηματοδοτεί μια διαρκή χωρίς στίγμα θρησκείας πίστη, της οποίας φύλακας είναι αυτός … ο ποιητής». Κι εδώ, «αυτός», ο «ποιητής» υλοποιεί την ιδέα που κάποτε άστραψε στο μυαλό του, με διάμεσο την κληρονόμο, δηλαδή, τον Ναό που είχε χτίσει χρόνια πριν μέσα στην ποίησή του: «Από τέσσερις πέτρες και λίγο θαλασσινό νερό είχα / Κάνει Ναό που κάθομουν να τον φυλάγω». Η ιδέα –επιθυμία του ποιητή, με υλικά αντλημένα από την ίδια γη -πέτρες, θαλασσινό νερό και την επικουρία του απολυμαντικού ασβέστη- πραγματώνεται στο απτό, χειροπιαστό  παράδειγμα,  το εκκλησάκι της Παντοχαράς στη Σίκινο (βλ. e-περιοδικό: Παραθέματα Λόγου, «Οδυσσέας Ελύτης – π. Παναγιώτης Καποδίστριας στη Σίκινο», Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014). 

Ο «αισθητός και ο πνευματικός κόσμος μετατίθενται αμοιβαία», μας λέει. «Παντού, τα στοιχεία της φύσης μεταθέτουν αμοιβαία τις ιδιότητές τους». Ο κόσμος του ποιητή είναι  «συγκροτημένος», παρατήρηση που μας ξαναθυμίζει τους στίχους από τον Μικρό Ναυτίλο (XXVI): «Ένας πλήρης, αυτάρκης και συγκροτημένος κόσμος  που μου ανταποκρίνεται και του ανταποκρίνομαι και εισχωρούμε μαζί σαν ένα σώμα στον κίνδυνο και στο θαύμα».

Κομβικό σημείο στη σκέψη του Ελύτη είναι η λέξη «υποσυνείδητο» που λειτουργεί σαν σύνθεση όλων των αντινομιών. Εξισορρόπηση όλων των αντιθέτων. Η εγκοσμίωση του ιδανικού. Η αρχή και το τέλος. Η συνάντηση της Ανατολής με τη Δύση. Η ειδωλολατρία και ο Χριστιανισμός.   Η χώρα του Άξιον Εστί που σωματοποιεί την προϋπάρχουσα ιδέα της ελληνικότητας, αλλά δεν φυλακίζει την ποίηση στο ποίημα. Αντίθετα της «ανοίγει διαύλους»  και αποκαλύπτει την «πολυπλοκότητα της αίσθησης που την αποκαλεί Ελλάδα», της δημιουργεί «το ποιητικό ανάλογο» και μ’ αυτό «προσθέτει μια σταθερή παράμετρο στον προσδιορισμό της». Μέσα από τέτοιες διατυπώσεις  κρυφοκοιτάζει η μαγεία και γίνεται η μετάβαση από τη νόηση στην αίσθηση ή η νόηση ενσαρκώνεται για να γίνει αισθητή, κατανοητή ή,  με τα λόγια τα δικά του, «είναι η νόηση του αφηρημένου μεσ’ απ’ την αίσθηση του συγκεκριμένου» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 32).  Είναι αυτό που θα βρούμε και αλλού. Ότι δηλαδή,  στην ποίηση του Ελύτη, «Ακόμη και οι πιο αφηρημένες έννοιες λαμβάνουν αντίκρισμα ορατό». Πρόκειται για «αρχιτεκτόνημα αισθήσεων, χρωμάτων, ρυθμών, πρωτότυπων στοχασμών». Δεν είμαστε μακριά από τις Correspondences του Baudelaire, ούτε από τους  ζωγράφους που αντιμετώπισαν τον «λόγο σαν σχήμα», την «αντιστοιχία  αίσθησης – ιδέας» και τη «δυναμική της εικονοπλαστικής φαντασίας». Κατά το «ζητήσετε και ευρήσετε» ο Ελύτης μας βοηθάει να βρούμε «τα λόγια ενός κόσμου στα μέτρα των αισθήσεων, στα μέτρα του ονείρου, στα μέτρα της επιθυμίας… στα μέτρα της αληθινής καρδιάς».

 Η αναγωγή στα επίπεδα πέραν της εμπειρίας γίνεται με μεγάλη ευαισθησία, όπως συμβαίνει με τη διαπραγμάτευση της μελέτης της ποιητικής σύνθεσης Μονόγραμμα, όπου ο ποιητής, γράφει η Ηλιοπούλου, «ενδύεται τον ενεστώτα χρόνο του έρωτά του», ερμηνεύοντας εκείνη την επίμονα επανερχόμενη επίκληση,  «μ’ ακούς;»,   ως παρουσία του απόντος προσώπου. Το σπουδαιότερο, όμως,  ίσως, είναι ότι η φθορά εν τέλει στρέφεται εναντίον της και το «κρύσταλλο του Μονογράμματος θα μας διδάξει πώς να εξαργυρώνουμε τα ανεκτίμητα των βιωμάτων εν τέχνη». Lart est une blessure qui devient lumière, είναι μια φράση του Ζωρζ Μπρακ που μας έρχεται πρόχειρα στο μυαλό.  

Κι έτσι το βιβλίο από το ένα στο άλλο μιλά για την ποίηση του Ελύτη, για την ποίηση γενικώς, για την ποίηση και το έρωτα, για το υλικό σώμα του ποιήματος   που  «ασκούσε πάντα μιαν ακατανίκητη έλξη» στον ποιητή, για τη γλώσσα,  για τις έννοιες και τις σχέσεις τους, για την ιερότητα και την αγιότητα των αισθήσεων, για την Κρήτη, την Άνδρο, τις ιδιωτικές στιγμές και «συνάμα στιγμές της υπερβατικής ελληνικής φύσης», όπως αυτές καταγράφονται στον Μικρό Ναυτίλο. Και στον «Επίλογο» έντεκα μικρά κείμενα που φέρνουν σημαντικές διασαφηνίσεις.

Εν τέλει, ο Οδυσσέας Ελύτης είναι ο μέγας ποιητής του 20ού αιώνα και υψίστη παρακαταθήκη για τους μέλλοντες ποιητές. Εκείνος που ύμνησε την Ελλάδα και τη φύση, τη ζωή και τον έρωτα, που απομυθοποίησε τον θάνατο, που έδωσε πνευματική υπόσταση στην ύλη, που είδε και τα πέραν αλλά και τα τρέχοντα, τα τρέχοντα  που ποτέ δεν αγνόησε  και ας τον «λιθοβόλησαν» και τον είπαν «αεροβάτη». Επιλέγω το ελάχιστο από το πολύ που υπάρχει στα γραπτά του και στο βιβλίο: «Τα εμπορεία της Αγοράς  διανυκτερεύουν και η καλλιέργεια συμφέροντος και κακίας ως άθλημα καταρρίπτει καθημερινά το ρεκόρ του χθες». Δεν ζει ο ποιητής για να δει πόσο, δυστυχώς, επαληθεύτηκε, σ’ αυτά που είχε με όλες τις αισθήσεις αισθανθεί και με  το νου αντιληφθεί, και πόσο διαψεύστηκε σ’  αυτά που η καρδιά είχε ονειρευτεί. Όμως, όσο και αν είναι τα πράγματα πικρά, η ελπίδα του δεν μας εγκαταλείπει. Αυτό δείχνει το πολυφίλητο εκείνο «γιατί η ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος» (με όσες σημασίες, μπορεί να πάρει ο θάνατος, με εκείνο το «εκεί» προσδιορισμένο: «εκεί που ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται», εκεί που οδηγεί «η ατελεύτητη φορά  προς το φως το Φυσικό, που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον, που είναι ο Θεός» (Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 39). Με άλλα λόγια, εκεί που τα πράγματα μετέχουν του εδώ και του πέραν, εκεί που το φυσικό φως  μετατρέπεται σε «Λόγο», άρα σε Δημιουργό και το «φως το Άκτιστον» σε Θεό και αιωνιότητα, εκεί που χωρίς να θεολογεί και χωρίς να χάνει την επαφή με τη γη, ισορροπώντας  την πραγματικότητα με το φυσικό φαινόμενο του πνεύματός του, εκεί στην άκρη της ζωής και στην άκρη του θανάτου, γίνεται ΘΕΟΣ ο ίδιος (ας μη μου καταχωριστεί ύβρις), όπως ποιητής είναι και ο Θεός, και ο θάνατος υπηρέτης της ζωής, για να μας ελεήσει.

Και η μελέτη, η εισήγηση, το άρθρο συνεχίζεται πάντοτε κοντά στο στίχο, ποτέ από το  πρωτότυπο μη κινούσα (για να παραφράσω τον Καβάφη), με παρέμβαση στους στίχους  πάντοτε διακριτική, σαν μια μικρή κρυστάλλινη ράβδος ελαφρά να διευθετεί ορατά και αόρατα. «Η τέχνη της ποίησης», γράφει η Ηλιοπούλου, είναι «η πιο πρόσφορη στη μεταγλώττιση, αποδεικνύεται πως ξέρει να υπερβαίνει με βήμα χορευτικό τις μπάρες των τοπικών περιορισμών και να αποτελεί ένα απέραντο δίχτυ ασφαλείας της πανανθρώπινης ψυχής» και συμφωνούμε απολύτως.

Το βιβλίο διαβάζεται αργά, απολαυστικά. Περιέχει τα πάντα, θίγει όλα εκείνα  που αποτελούν τα αγκωνάρια του ελυτικού ποιητικού ναού, με ωραία γλώσσα, εύστοχη λέξη, σωστά επιλεγμένους στίχους, ώστε να αποδεικνύουν το δέον. Ο αναγνώστης που έχει ήδη κάποια επαφή με την ποίηση του Ελύτη απολαμβάνει, ο μη έχων διδάσκεται και ο επαρκής «μεταβαίνει» και ίσως αυτή να είναι Η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά.




[1] Οι αναφορές στα Ανοιχτά Χαρτιά γίνονται στην β΄ έκδοση του 1982.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Ο Πέρσης Οσιομάρτυρας και η λατρεία του στη Ζάκυνθο

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στη Ζάκυνθο, όπως σε όλους μας είναι γνωστό, το όνομα Αναστάσιος γιορτάζει στις 22 Ιανουαρίου, ημέρα της μνήμης του Αγίου Αναστασίου του Πέρσου κι όχι στην Ανάσταση, όπως συνήθως συμβαίνει στον υπόλοιπο ελληνικό χώρο. Είναι κι αυτή μια από τις πολλές μας ιδιαιτερότητες, για τις οποίες, όπως κι άλλες φορές έχουμε γράψει, χρειάζεται να εκδοθεί ένα ειδικό, τοπικό εορτολόγιο, για να μπορούν έτσι οι ξένοι να μας εύχονται δίχως λάθη και τις απαραίτητες από εμάς διορθώσεις, τα «χρόνια πολλά».

Εκκλησία του όχι και τόσο γνωστού αυτού Μάρτυρα και Οσίου υπήρχε στο κέντρο της πόλης και στην αρχή περίπου του δρόμου, ο οποίος οδηγούσε στο παλιό νοσοκομείο.  Κτίστηκε στα τέλη του 17ου αιώνα από τον Κρητικό πρόσφυγα και Πρωτοπαπά Στέφανο Παλαδά, ο οποίος, μαζί με πολλούς άλλους συμπατριώτες του βρήκε καταφύγιο στο νησί μας, μετά την πτώση του Χάνδακα. Αργότερα ο ναός αυτός, σύμφωνα με πληροφορίες των διαφόρων ιστορικών μας, περιήλθε στην κυριότητα των Ιωάν. Κατραμή, Μαρτινέγκου, Α. Μοδίνου και Π. Τζάννε και δυστυχώς αποτεφρώθηκε από την θεομηνία του Αυγούστου του 1953. Σήμερα υπάρχει μία οδός με το όνομα του εφόρου της, για να μνημονεύει την ύπαρξή της, μια κι οι παλιότεροι ονόμαζαν και μετασεισμικά την περιοχή «στον Άγιο Αναστάση», αλλά σήμερα κανείς δεν τον θυμάται.

Την διάδοση της λατρείας του Πέρση Οσιομάρτυρα στην Ζάκυνθο μαρτυρεί, συν τοις άλλοις, κι η έκδοση της ακολουθίας του στην Πάτρα, από τον έναν από τους κτήτορες του παραπάνω ναού, τον Ιωάννη Κατραμή. Επίσης την επιβεβαιώνει κι η ύπαρξη κι ενός δεύτερου ναού, ο οποίος τιμόταν στο όνομά του και βρισκόταν στο χωριό της Ρίζας Μπουγιάτο, ιδιοκτησία της οικογένειας Μαρτελάου. Αλλά δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο πως η μορφή του Αγίου Αναστασίου είναι μία από τις τρεις της δεσποτικής του τέμπλου της Παναγίας της Τριμάρτυρος στο Ακρωτήρι. Η εικόνα αυτή, η οποία σώθηκε από τον σεισμό και φυλάσσεται σήμερα στον ομώνυμο, μετασεισμικό ναό, είναι ενυπόγραφο έργο του Νικολάου Καλλέργη, ιστορημένη, σύμφωνα με την επιγραφή, το 1724 κι εκτός από τον Άγιο που μας απασχολεί εικονίζει και τους μάρτυρες Γεώργιο και Λουκία.

Εικόνα του ίδιου Αγίου φυλάσσεται στο σημερινό Μουσείο του νησιού μας και προέρχεται από τον κατεστραμμένο ναό του Αγίου Γεωργίου τση Κυπριάνας ή Τσιπριάνας ή των Καλογριών. Μα και στο ναό του Αγίου Αντωνίου του Ανδρίτση γινόταν η γιορτή του Αγίου, επειδή εκεί υπήρχε τεμάχιο του λειψάνου του. Αυτό ήταν δωρεά του ετεροθαλούς αδελφού του εθνικού μας ποιητή, Διονυσίου Σολωμού, του Ροβέρτου και φυλαγόταν στην ιστορική εκκλησία μέχρι να τελειώσουν οι επισκευές του γειτονικού Προφήτη Ηλία, στον οποίο ο δωρητής είχε χαρίσει το πολύτιμο κειμήλιο.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως ο λόγιος ιερωμένος Αναστάσιος Γόρδιος, όταν συνέθεσε τα γνωστά του επιγράμματα, τα αφιερωμένα σε ιερές στέγες της πόλης του νησιού μας, ευρισκόμενος στο Λοιμοκαθαρτήριο της Ζακύνθου, δεν παρέλειψε να συμπεριλάβει σ’ αυτά και την εκκλησία του κέντρου της Χώρας, στιχουργώντας τα εξής:

   «Ομώνυμόν σοι προσκυνήσω εκ πόθου
    τω σω ναω πάρειμι και με προσδέχου».

Βέβαια, όπως διαβάζουμε και στο επίγραμμα, κύρια αιτία της ιστόρησής του είναι το ότι ο συγγράψας είχε το όνομα του Αγίου του ναού. Το ότι τον γνώριζε, όμως, δείχνει πως η φήμη του οσιομάρτυρα ήταν μεγάλη στη Ζάκυνθο και πως ο λαός του νησιού τον ευλαβούταν  και τον τιμούσε.

Η λατρεία και η τιμή του Μάρτυρα δεν είναι γνωστή μόνο στην Ζάκυνθο, αλλά και στα άλλα Επτάνησα. Στην Κέρκυρα δε το όνομα «Αναστάσιος» είναι αρκετά διαδεδομένο, όπως και στο νησί μας και το υποκοριστικό του είναι το «Σάκης». Ερώτημα αποτελεί το πώς η φήμη του όχι και τόσο γνωστού Πέρση οσιομάρτυρα έφτασε στη Ζάκυνθο και τα άλλα Ιόνια νησιά.

Η απάντηση, πιστεύω, είναι απλή. Το λείψανό του, μετά από πολλές περιπέτειες, κατέληξε στην πλωτή πόλη και πρωτεύουσα της Γαληνοτάτης κι εκεί βρίσκεται μέχρι σήμερα στην εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου της Αμπέλου, έχοντας μεγάλη φήμη στους πιστούς, επειδή, συν τοις άλλοις, κατά την παράδοση, εκβάλει μύρα. Λογικό, λοιπόν, να το γνώριζαν όσοι Ζακυνθινοί κι Επτανήσιοι έφταναν ως εκεί, για τις πάμπολλες υποθέσεις τους και με τον τρόπο αυτό να μετέφεραν την λατρεία του και στα νησιά τους.

Όπως κι αν έχει, όμως, η υπόθεση, όλοι οι Τζαντιώτες, όπως κι οι άλλοι Επτανήσιοι, γνωρίζουν πως στις 22 Ιανουαρίου είναι του Αγίου Αναστασίου και την θεωρούν μεγάλη γιορτή, με πολλά ονόματα κι ας μην έχει σταυρό το ημερολόγιο αυτήν την ημέρα. Υποχρέωσή μας είναι να κρατήσουμε ζωντανή κι αυτήν μας την ιδιαιτερότητα. Σε κάτι τέτοιες μικρές περιπτώσεις κρύβεται ο πολιτισμός μας. Ας μην ισοπεδώσουμε τα πάντα.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΙ ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΑΠ' ΟΣΑ ΘΥΜΑΜΑΙ…

Στὴν ἱερὴ μνήμη τῆς γιαγιᾶς μου Σοφίας

Ὅταν ἕνα πρόσωπο ἀναχωρήσει ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, μαζί του παίρνει καὶ ἕνα πολύτιμο φορτίο ἀπὸ συμπεριφορὲς καὶ βιώματα ποὺ  κληρονόμησε ἀπὸ τοὺς προγόνους του καὶ μᾶς τὰ πρόσφερε -ὅπως εἶχε χρέος καὶ μπόρεσε- κ’ ὕστερα ἀναχώρησε.
Ἐμεῖς τώρα, ὅλ᾿ αὐτά,  ἴσως νὰ μὴν τὰ προσέξαμε ὅσο ἔπρεπε, ἴσως πάλι νὰ μὴ μᾶς χρειάζονταν,  καὶ τὰ ξεχάσαμε ἤ τ᾿ ἀφήσαμε νὰ γίνουν μουσειακὰ ἀντικέιμενα. Πάντως πάψαμε νὰ τὰ χρησιμοποιοῦμε. Ἔτσι χάθηκαν πολλὰ ἤ καὶ λησμονήθηκαν, ὅπως ἐκεῖνοι. Μόνο κάποιοι νοσταλγοί, -ἐλάχιστοι πάντα- τὰ ἀναζητοῦν καὶ τὰ θυμοῦνται, μέχρι νἄρθει κι ἡ δικιά τους ἡ σειρὰ νὰ τὰ πάρουν μαζί τους, ὅταν ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτόν.
Γιατὶ ἡ κάθε ξεχασμένη λέξη ποὺ χρησιμοποιοῦσαν ἐκεῖνοι οἱ ἀγράμματοι  στὴν πλειονότητά τους χωρικοί, πλὴν ὅμως σοφοί, δὲν ἦταν ἁπλῶς μιὰ σειρὰ γραμμάτων ποὺ τὴν ἔντυναν μὲ τὴ μουσικότητα τοῦ λόγου, ἀλλὰ πρωτίστως βίωμα, καθάριο, ὅπως τὸ δροσερὸ νερὸ ποὺ χαριτώνει τὴν ψυχή. Κάποιες ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς λέξεις, λοιπόν,  ξαναθυμήθηκα καὶ τὶς παρουσιάζω, καθὼς στὸ νοῦ μου ἔρχεται ἡ μακαρίτισσα ἠ γιαγιά μου Σοφία, ἐντελῶς ἀγράμματη, ὡστόσο τόσο σοφή, νοικοκυρεμένη καὶ ἄριστη στὴν συμβουλευτικὴ τέχνη.
«Ζήσεις, χρουνίσεις...», ἔλεγε, «νὰ ἐκτιμᾶς τὰ χτήματα, τὴ γῆ».
«Νὰ ἔχ[ει]’ς ἀρναμοὺστ» (φιλότιμο δηλ.), συμβούλευε πάντα καὶ συνέχιζε «Τοὺ χαρτί σ᾿ κι τὰ μάτια σ᾿ δέκα». Χαρτὶ, ἔλεγε τὸ βιβλίο. Ἐπίσης, ὅταν τρώγαμε ἔλεγε: «Νὰ μὴν εἶσι τζιτζιλόμ’ς (μίζερος) στοὺ φαΐ. Ὅτ᾿ δίν᾿ οὑ Θιός». 
Ἀκόμα εὐχόταν «τν’ηὐχὴν κι ἀπ᾿ τὰ δέκα μ᾿ νύχια» ἤ  «στὰ ὄρ᾿ στὰ βνὰ στὰ βύθ᾿ τ᾿ θαλάσσ’» νὰ πᾶνε τὰ κακά.
Ἐπίσης χρησιμοποιοῦσε λέξεις περίεργες γιὰ νὰ ἐξηγήσει αὐτὸ ποὺ ἡ ἴδια εἶχε βιώσει. Ἔτσι ἔλεγε «παρὸν» τὸ δικαστήριο καὶ «μπαμαπαφίκου» τὸ ὑψηλότερο σημεῖο τοῦ ἀνηφορικοῦ χτήματος.  Ἐπίσης ὀνόμαζε «μουσκουλούρδου» (μοσχολούλουδο) τὸ χαμομήλι καὶ «παραστιὰ» ( τὸ ἀρχαῖο δηλ. «παρὰ τὴν ἑστίαν) τὸ τζάκι, ἐνῶ ὅταν ἦταν στενοχωρημένη ἔλεγε «τοὺ μπάμπαλου δὲν ἔβαλα στοὺ στόμα μ’». Κι ἄλλα πολλά, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν μπόρεσα νὰ τὰ ταμιεύσω ὅλα, γιατὶ κάποτε ὅλες αὐτὲς τὶς λέξεις ἤ τὶς φράσεις τὶς θεωροῦσα ἀπολίτιστα καὶ παρακατιανά ζητήματα. Σήμερα ὅμως ποὺ κατάλαβα τὴν ἀξία τους,  τὰ ἀναζητῶ, ὅπως ἀναζητοῦμε τὰ παλιὰ τὰ πράγματα. Ὅπως ἀναζητοῦμε καὶ τὰ πρόσωπα, ποὺ ζοῦσαν καὶ χαίρονταν τὴ κάθε λέξη, γιατὶ ἦταν ἀπόλυτα ταυτισμένη μὲ τὸν ψυχισμό τους.
Στὶς μέρες μας, ποὺ οἱ περισσότερες λέξεις ἤ φράσεις ἀπὸ τὶς παραπάνω λησμονήθηκαν, ἀναρωτιέμαι τὶ θὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ θὰ παραδώσουμε κληρονομιὰ στὶς νεώτερες γενιές. 
  

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΕΣ ΕΥΧΕΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΟΥΡΙΑ

ΑΠΟ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΥ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ  
Αίθουσα Κλήμεντος 
Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

Η Ρωμαιοκαθολική Κούρια και το Σώμα του Χριστού 

«Ο υπεράνω των Χερουβίμ, εσύ που άλλαξες την άθλια κατάσταση του κόσμου όταν  έγινες σαν εμάς» 
(Άγιος Αθανάσιος)


Αγαπητοί Αδελφοί,

Στο τέλος της προ των Χριστουγέννων περιόδου, συναντιόμαστε για τις παραδοσιακές ευχές. Σε μερικές μέρες θα έχουμε τη χαρά να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα· το γεγονός ότι ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να σώσει τους ανθρώπους· τη φανέρωση της αγάπης του Θεού που δεν αρκείται να μας δώσει απλώς κάτι ή να μας στείλει κάποιο μήνυμα ή κάποιους αγγελιαφόρους, αλλά μας προσφέρεται ο ίδιος· το μυστήριο του Θεού που παίρνει πάνω του την ανθρώπινη κατάσταση και τις αμαρτίες μας για να μας αποκαλύψει τη δική του θεϊκή Ζωή, την απέραντη χάρη του και τη δωρεάν συγγνώμη του. Είναι η συνάντησή μας με τον Θεό που γεννιέται μέσα στη φτώχεια του σπηλαίου της Βηθλεέμ για να μας διδάξει τη δύναμη της ταπεινοσύνης. Τα Χριστούγεννα, πράγματι, είναι και η γιορτή του φωτός που το δέχονται όχι οι «εκλεκτοί», αλλά οι φτωχοί  και οι απλοί που περίμεναν τη σωτηρία του Κυρίου.

Πριν απ’ όλα θα ήθελα να ευχηθώ προσευχητικά σε όλους εσάς – συνεργάτες, αδελφούς και αδελφές, παπικούς αντιπροσώπους διασκορπισμένους σε όλο τον κόσμο – και σε όλους τους αγαπημένους σας, ευλογημένα Χριστούγεννα και ευτυχισμένο τον Καινούργιο Χρόνο. Επιθυμώ να σας εκφράσω τις πιο εγκάρδιες ευχαριστίες μου για την καθημερινή σας στράτευση στην υπηρεσία της Αγίας Έδρας, της Καθολικής Εκκλησίας, των επί μέρους Εκκλησιών και του διαδόχου του Πέτρου.

Αφού είμαστε πρόσωπα και όχι αριθμοί ή απλοί τιτλούχοι, θα ήθελα ιδιαίτερα να μνημονεύσω εκείνους που, στη διάρκεια αυτού του έτους, τελείωσαν την υπηρεσία τους λόγω ορίου ηλικίας ή επειδή ανέλαβαν καινούργια καθήκοντα ή επειδή εκλήθηκαν στον Οίκο του Πατρός. Σε όλους αυτούς και στους οικείους των απευθύνεται επίσης η σκέψη και η ευγνωμοσύνη μου.

Επιθυμώ να υψώσω μαζί σας στον Κύριο ένα θερμό και ειλικρινές ευχαριστώ για τον χρόνο που φεύγει, για όλα τα γεγονότα που βιώσαμε και για ό,τι καλό θέλησε γενναιόψυχα να εκπληρώσει μέσω της υπηρεσίας μας στην Αγία Έδρα, και ταυτόχρονα να ζητήσουμε ταπεινά τη συγγνώμη του για τα λάθη που κάναμε ‘’με τις σκέψεις, με τα λόγια, με όσα κάναμε και με όσα παραλείψαμε να κάνουμε’’.

Και με αφορμή ακριβώς αυτή την αίτηση συγγνώμης, θα ήθελα η συνάντησή μας αυτή και οι σκέψεις που θα μοιραστώ μαζί σας να αποβούν για όλους μας ένα στήριγμα και ένα κίνητρο για μια αληθινή εξέταση της συνείδησης ώστε να ετοιμάσουμε την καρδιά μας για την αγία εορτή των Χριστουγέννων.

Καθώς σκεπτόμουν αυτήν εδώ τη συνάντησή μας, μου ήρθε στο νου η εικόνα της Εκκλησίας ως μυστικού Σώματος του Ιησού Χριστού. Πρόκειται για μια έκφραση η οποία, όπως την εξήγησε ο Πάπας Πίος ο 12ος, «πηγάζει, ανθίζει κατά κάποιο τρόπο, από ό,τι συχνά μας διδάσκουν οι Άγιες Γραφές και οι Πατέρες της Εκκλησίας»[1]. Ὀπως γράφει πάνω στο θέμα αυτό ο Απόστολος Παύλος: «Όπως πράγματι το σώμα είναι ένα ενώ έχει πολλά μέλη, και όπως όλα τα μέλη του σώματος, μολονότι πολλά, αποτελούν ένα και μόνο σώμα, το ίδιο συμβαίνει και με τον Χριστό»(1Κορ 12, 12)[2].

Με την έννοια αυτή, η Δεύτερη Βατικανή μας υπενθυμίζει ότι « και στην οικοδομή του σώματος του Χριστού ισχύει μια ποικιλία μελών και λειτουργημάτων. Υπάρχει ένα και μόνο πνεύμα που διαμοιράζει τα ποικίλα χαρίσματα στο μέτρο του πλούτου που έχει και των αναγκών των λειτουργημάτων, για το καλό της Εκκλησίας (βλ.1 Κορ 12, 11)»[3]. Συνεπώς, «ο Χριστός και η Εκκλησία αποτελούν τον ‘’όλον Χριστό’’- Christus totus-.   Η Εκκλησία είναι ένα με τον Χριστό»[4].

Είναι ωραίο να σκέφτεται κανείς την Κούρια σαν ένα μικρό πρότυπο της Εκκλησίας, δηλαδή σαν ένα «σώμα» που επιζητεί σοβαρά και καθημερινά να είναι πιο ζωντανό, πιο υγιές, πιο αρμονικό και πιο ενωμένο μέσα του και με τον Χριστό.

Πράγματι, η Ρωμαιοκαθολική Κούρια είναι ένα σύνθετο σώμα, αποτελούμενο από πολλά σύνολα, Συμβούλια, Γραφεία, Δικαστήρια, Επιτροπές και πολυάριθμα στοιχεία που δεν έχουν όλα το ίδιο έργο, αλλά που είναι συντονισμένα μεταξύ τους ώστε να λειτουργούν αποτελεσματικά, εποικοδομητικά, πειθαρχημένα και υποδειγματικά, παρά τις πολιτισμικές, γλωσσικές και εθνικές διαφορές των μελών του [5].

Η Κούρια, λοιπόν, ως ένα δυναμικό σώμα, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τροφή και φροντίδα. Πράγματι, η Κούρια – όπως η Εκκλησία – δεν μπορεί να ζήσει χωρίς μια ζωτική, προσωπική, αυθεντική και στέρεη  σχέση με τον Χριστό [6]. Ένα μέλος της Κούρια που δεν τρέφεται καθημερινά με αυτή την Τροφή θα γίνει ένας γραφειοκράτης (ένας άνθρωπος των τύπων, ένας διεκπεραιωτής, ένας απλός υπάλληλος) : ένα κλαδί που ξεραίνεται, λίγο λίγο πεθαίνει και το πετούν μακριά. Η καθημερινή προσευχή, η αδιάκοπη μετοχή στα Μυστήρια, ιδιαίτερα της Ευχαριστίας και της Συμφιλίωσης, η καθημερινή επαφή με τον Λόγο του Θεού και η πνευματικότητα που μεταφράζεται σε ζωντανή αγάπη του πλησίον είναι για τον καθένα μας ζωτική διατροφή. Ας είναι ξεκάθαρο για όλους μας ότι χωρίς Αυτόν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα (βλ.Ιω, 15, 8).

Κατά συνέπεια, η ζωντανή σχέση με τον Θεό τρέφει και ενδυναμώνει και την κοινωνία μας με τους άλλους. Με άλλα λόγια, όσο πιο στενά είμαστε ενωμένοι με τον Θεό, τόσο περισσότερο είμαστε ενωμένοι μεταξύ μας, αφού το Πνεύμα του Θεού ενώνει, και το πνεύμα του πονηρού διαιρεί.

Η Κούρια καλείται να βελτιώνεται συνεχώς και να αυξάνει σε κοινωνία, αγιότητα και σοφία ώστε να πραγματοποιήσει πλήρως την αποστολή της [7]. Εντούτοις, όπως κάθε σώμα, όπως κάθε ανθρώπινο σώμα, εκτίθεται και αυτή σε ασθένειες, σε δυσλειτουργίες, στην αναπηρία. Και θα ήθελα εδώ να σημειώσω μερικές από αυτές τις πιθανές ασθένειες, τις ειδικές για την Κούρια ασθένειες. Πρόκειται για τις πιο συνηθισμένες αρρώστιες στη ζωή μας εντός της Κούρια. Είναι αρρώστιες και πειρασμοί που εξασθενούν την υπηρεσία μας στον Κύριο. Νομίζω ότι ο «κατάλογος» αυτών των ασθενειών για τις οποίες μιλάμε σήμερα – κατά το πρότυπο των Πατέρων της Ερήμου, οι οποίοι έφτιαχναν τέτοιους καταλόγους – θα μας βοηθήσει : θα μας βοηθήσει να ετοιμαστούμε για το μυστήριο της Συμφιλίωσης, που θα είναι για όλους μας ένα καλό στάδιο στην ετοιμασία μας για τα Χριστούγεννα.

1. Η ασθένεια να αισθανόμαστε ‘’αθάνατοι’’, ‘’καλυμμένοι’’ ακόμα και ‘’απαραίτητοι’’, ώστε να αμελούμε τις αναγκαίες  ή συνήθεις εξετάσεις. Μια Κούρια που δεν κάνει την αυτοκριτική της, που δεν φέρνει τον εαυτό της στο φως, που δεν επιδιώκει να βελτιώνεται, είναι ένα ανάπηρο σώμα. Μια απλή επίσκεψη στο κοιμητήριο θα μπορούσε να μας βοηθήσει να δούμε τα ονόματα πολλών ανθρώπων, μερικοί από τους οποίους σκέφτονταν πως ήταν αθάνατοι, καλυμμένοι και απαραίτητοι ! Είναι η ασθένεια του άφρονος πλουσίου του Ευαγγελίου που σκεφτόταν ότι θα ζούσε αιώνια (βλ. Λκ 12, 13-21), όπως και εκείνων που μεταμορφώνονται σε αφεντικά και αισθάνονται ανώτεροι όλων  και όχι στην υπηρεσία όλων. Αυτή προκύπτει συχνά από την παθολογία της εξουσίας, από το ‘’σύμπλεγμα των εκλεκτών’’,  από τον ναρκισσισμό που κοιτάζει παθιασμένα τη δική του εικόνα και δεν βλέπει την εικόνα του Θεού στο πρόσωπο των άλλων, ιδιαίτερα των πιο αδύνατων και εκείνων που έχουν περισσότερη ανάγκη [8]. Το αντίδοτο σ’ αυτή την επιδημία είναι η χάρη να αισθανθούμε αμαρτωλοί και να πούμε με όλη μας την καρδιά : « Είμαστε απλοί δούλοι : κάναμε ό,τι έπρεπε να κάνουμε» ( Λκ 17, 10).

2. Μια άλλη ασθένεια είναι το σύμπλεγμα της Μάρθας, μια υπερβολική δραστηριότητα. Βρίσκεται σ’ εκείνους που πνίγονται στη δουλειά και παραμελούν αναπόφευκτα ‘’την καλή μερίδα»’’ : να κάθονται κοντά στα πόδια του Ιησού (βλ. Λκ 10, 38-42). Υπάρχει κάποιος λόγος που ο Ιησούς κάλεσε τους μαθητές του ‘’ν’ αναπαυθούν λίγο’’ (βλ. Μκ 6, 31), επειδή η παραμέληση της αναγκαίας ανάπαυσης οδηγεί στο στρες και στην ταραχή. Ο χρόνος της ανάπαυσης, για όποιον έχει ολοκληρώσει την εργασία του είναι απαραίτητος, υποχρεωτικός και πρέπει να βιώνεται με σοβαρότητα : περνώντας λίγον καιρό με την οικογένεια, και με σεβασμό στις διακοπές ως στιγμές πνευματικού και φυσικού ανεφοδιασμού. Πρέπει να μάθουμε από τον Εκκλησιαστή ότι ‘’υπάρχει καιρός για το κάθε πράγμα’’(3, 1-15).

3. Υπάρχει επίσης η ασθένεια της νοητικής και πνευματικής ‘’απολίθωσης’’. Βρίσκεται σ’ εκείνους που έχουν πέτρινη καρδιά, στους ‘’σκληροτράχηλους’’ ( Πρ 7,  51-60), σ’ εκείνους που με τον καιρό χάνουν την εσωτερική τους γαλήνη, τη ζωτικότητα και την τόλμη, και κρύβονται κάτω από στοίβες χαρτιών καταλήγοντας να γίνουν ‘’χαρτοπόντικες’’ και όχι πια ‘’ άνθρωποι του Θεού’’ (βλ. Εβρ 3, 12). Είναι επικίνδυνο να χάνουμε την ανθρώπινη ευαισθησία που μας κάνει ικανούς να κλαίμε μετά κλαιόντων και να χαίρουμε μετά χαιρόντων ! Είναι η ασθένεια εκείνων που χάνουν ‘’το φρόνημα του Ιησού’’(βλ. Φιλ 2, 5-11) επειδή η καρδιά τους, με το πέρασμα του χρόνου, σκληραίνει και γίνεται ανίκανη να αγαπήσει απροϋπόθετα τον Πατέρα και τον πλησίον (βλ. Μτ 22, 34-40). Να είναι κανείς χριστιανός σημαίνει, πράγματι, να έχει κανείς ‘’το ίδιο φρόνημα που είχε ο Ιησούς Χριστός’’ (Φιλ 2, 5), φρόνημα ταπεινοσύνης και αυτοπροσφοράς, απάρνησης και γενναιοψυχίας [9].

4. Η ασθένεια του υπερβολικού σχεδιασμού και της λειτουργικότητας. Όταν ο απόστολος σχεδιάζει τα πάντα ως την ελάχιστη λεπτομέρεια και πιστεύει ότι με έναν τέλειο σχεδιασμό τα πράγματα προοδεύουν πράγματι, μετασχηματίζεται ο ίδιος σε πεπειραμένο-λογιστή ή σε διαχειριστή γραφείου. Είναι απαραίτητο να προετοιμάζονται τα πάντα καλώς, αλλά χωρίς ποτέ να πέφτουμε στον πειρασμό να θέλουμε να περιορίσουμε και να κατευθύνουμε την ελευθερία του Αγίου Πνεύματος, που παραμένει πάντα μεγαλύτερη και πιο ευέλικτη από κάθε ανθρώπινο σχεδιασμό (βλ. Ιω 3, 8). Αρρωσταίνει κανείς από αυτή την ασθένεια, επειδή «είναι πάντα πιο εύκολο και πιο βολικό να εγκαθίσταται κανείς στις δικές του στατικές και απαράλλαχτες απόψεις. Πράγματι, η Εκκλησία δείχνει την πιστότητά της στο Άγιο Πνεύμα στο μέτρο που δεν έχει την αξίωση να το ελέγχει ούτε να το υποτάσσει – να υποτάσσει το Άγιο Πνεύμα ! - … Μα το Άγιο Πνεύμα είναι φρεσκάδα, φαντασία, ανανέωση»[10].

5. Η ασθένεια του κακού συντονισμού. Όταν τα μέλη χάνουν τη μεταξύ τους κοινωνία, το σώμα χάνει την αρμονική λειτουργικότητά του και την ισορροπία του και γίνεται μια ορχήστρα που παράγει θόρυβο, επειδή τα μέλη της δεν συνεργάζονται και χάνουν το πνεύμα κοινωνίας και ομαδικής εργασίας. Όταν το πόδι λέει στο χέρι : «δεν σε χρειάζομαι» ή η παλάμη λέει στο κεφάλι: «εγώ έχω το πρόσταγμα», δημιουργούν αμηχανία και σκάνδαλα.

6. Υπάρχει επίσης η ασθένεια «πνευματικό Alzheimer»: ή η λήθη της ιστορίας της σωτηρίας, της προσωπικής ιστορίας μαζί με τον Κύριο, της «πρώτης αγάπης» (Απ 2, 4). Πρόκειται για την προοδευτική παρακμή των πνευματικών χαρισμάτων η  οποία, σ’ ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, προκαλεί βαριές αναπηρίες στον άνθρωπο, καταντώντας τον ανίκανο να φέρει σε πέρας μια αυτόνομη δραστηριότητα, ζώντας μια κατάσταση απόλυτης εξάρτησης από τις συχνά φαντασιακές αντιλήψεις του. Την συναντούμε σ’ εκείνους που έχουν χάσει τη μνήμη της συνάντησής τους με τον Κύριο· σ’ εκείνους που δεν βλέπουν πια το νόημα της ζωής με ‘’δευτερονομικούς’’ όρους· σ’ εκείνους που εξαρτώνται πλήρως από το παρόν τους, από τα πάθη τους, τα καπρίτσια και τις μανίες τους· σ’ εκείνους που χτίζουν γύρω τους τοίχους και συνήθειες, και γίνονται έτσι όλο και περισσότερο δούλοι των ειδώλων που σμίλεψαν με τα ίδια τους τα χέρια.

7. Η ασθένεια της αντιπαλότητας και της ματαιοδοξίας [11]. Όταν η εμφάνιση, τα χρώματα των ενδυμάτων και οι τιμητικοί τίτλοι γίνονται ο πρώτος σκοπός της ζωής, ξεχνώντας τους λόγους του Απ. Παύλου : «Μην κάνετε τίποτα από ανταγωνισμό ή από ματαιοδοξία, αλλά καθένας με ταπεινοφροσύνη ας θεωρεί τον άλλον ανώτερό του. Ας μην φροντίζει ο καθένας σας μόνο ό,τι ενδιαφέρει τον εαυτό  του, αλλά και ό,τι ωφελεί τους άλλους» (Φιλ 2, 1-4). Πρόκειται για την αρρώστια που μας οδηγεί να γίνουμε ψεύτικοι και να ζούμε έναν ψεύτικο ‘’μυστικισμό’’ και έναν ψεύτικο ‘’ησυχασμό’’. Ο ίδιος ο Απ. Παύλος ονομάζει τέτοιους ανθρώπους «εχθρούς του σταυρού του Χριστού», επειδή «καυχιούνται για πράγματα για τα οποία θα έπρεπε να ντρέπονται. Οι σκέψεις τους είναι προσκολλημένες στα επίγεια» (Φιλ 3, 19). 

8. Η ασθένεια της υπαρξιακής σχιζοφρένειας. Είναι η αρρώστια εκείνων που ζουν μια διπλή ζωή, αποτέλεσμα εκείνης της υποκρισίας που είναι τυπική της μετριότητας και ενός αυξανόμενου πνευματικού κενού, που τα διπλώματα και οι ακαδημαϊκοί τίτλοι δεν μπορούν να γεμίσουν. Είναι η αρρώστια που προσβάλλει συχνά εκείνους που εγκαταλείπουν την ποιμαντική διακονία και περιορίζονται σε γραφειοκρατικές εργασίες, χάνοντας έτσι την επαφή με την πραγματικότητα, με πρόσωπα συγκεκριμένα. Με τον τρόπο αυτόν, δημιουργούν τον παράλληλο κόσμο τους, όπου βάζουν κατά μέρος όλα όσα διδάσκουν με αυστηρότητα στους άλλους, και όπου αρχίζουν να ζουν μια ζωή κρυφή και συχνά ακόλαστη. Γι’ αυτή την εξαιρετικά σοβαρή ασθένεια, η μεταστροφή (μετάνοια) είναι πολύ επείγουσα και απαραίτητη (βλ. Λκ 15, 11-32).

9. Η ασθένεια του κουτσομπολιού, της γκρίνιας και της κακολογίας των άλλων πίσω τους. Έχω ήδη μιλήσει για την ασθένεια αυτή, πολλές φορές, αλλά όχι αρκετά. Είναι μια σοβαρή αρρώστια, που αρχίζει απλά, ίσως μόνο από λίγη φλυαρία, και κυριεύει τον άνθρωπο, κάνοντάς τον ‘’σπορέα ζιζανίων’’(όπως ο Σατανάς), και σε πολλές περιπτώσεις σε ‘’εν ψυχρώ εκτελεστή’’ της υπόληψης συνεργατών και συναδέλφων. Είναι η ασθένεια δειλών ανθρώπων, που δεν έχουν το θάρρος να μιλήσουν ευθέως και μιλούν πίσω από την πλάτη των άλλων. Ο Απόστολος Παύλος μας προτρέπει: «Όλα να τα κάνετε χωρίς γογγυσμούς κι επιφυλάξεις, για να γίνετε άψογοι και ολοκληρωμένοι» (Φιλ 2, 14-18). Αδελφοί, ας φυλαχθούμε από την τρομοκρατία του κουτσομπολιού ! 

10. Η ασθένεια να ειδωλοποιούμε τους ανωτέρους: είναι η αρρώστια εκείνων που κολακεύουν τους ανωτέρους των, με την ελπίδα να κερδίσουν την εύνοιά τους. Είναι θύματα του καριερισμού και της καιροσκοπίας, αποδίδουν τιμή σε ανθρώπους και όχι στον Θεό (βλ. Μτ 23, 8-12). Είναι οι άνθρωποι που ζουν το διακόνημά τους με τη σκέψη τι θα κερδίσουν και όχι τι οφείλουν να προσφέρουν. Άνθρωποι μικρόνοες, δυστυχείς και οδηγούμενοι μόνο από τον θανατερό τους εγωισμό (Βλ. Γαλ 5, 16-25). Αυτή η αρρώστια θα μπορούσε να προσβάλει και τους ίδιους τους ανωτέρους όταν κολακεύουν μερικούς συνεργάτες τους για να πετύχουν την υποταγή τους, την ευθύτητα και την ψυχολογική τους εξάρτηση, αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι μια πραγματική συνενοχή.

11. Η ασθένεια της αδιαφορίας προς τους άλλους. Όταν καθένας σκέφτεται μόνο τον εαυτό του και χάνει την ειλικρίνεια και τη θέρμη των ανθρώπινων σχέσεων. Όταν ο πιο έμπειρος δεν θέτει τις γνώσεις του στη υπηρεσία των λιγότερο έμπειρων συναδέλφων του. Όταν μαθαίνουμε κάτι και το κρατάμε για τον εαυτό μας αντί να το μοιραζόμαστε θετικά με τους άλλους. Όταν από ζήλεια ή δόλο χαιρόμαστε να βλέπουμε τον άλλον να πέφτει, αντί να τον βοηθούμε να σηκωθεί και να τον ενθαρρύνουμε.

12. Η ασθένεια του πένθιμου προσώπου. Αυτοί οι σκυθρωποί και στρυφνοί άνθρωποι που θεωρούν πως για να είναι σοβαροί πρέπει να φορούν ένα πρόσωπο μελαγχολίας και αυστηρότητας και να μεταχειρίζονται τους άλλους – ιδίως αυτούς που τους νομίζουμε κατωτέρους μας – με αυστηρότητα, σκληρότητα και υπεροψία. Στην πραγματικότητα, η θεατρική αυστηρότητα και η στείρα απαισιοδοξία[12] είναι συχνά συμπτώματα φόβου και ανασφάλειας. Ο απόστολος πρέπει να προσπαθεί να είναι ευγενικός, γαλήνιος, ενθουσιώδης και χαρούμενος, ένας άνθρωπος που μεταφέρει χαρά όπου κι αν βρίσκεται. Μια καρδιά γεμάτη από τον Θεό είναι μια καρδιά ευτυχισμένη που ακτινοβολεί και μεταδίδει τη χαρά της σε όλους γύρω της : αυτό φαίνεται αμέσως ! Ας μη χάνουμε λοιπόν αυτό το χαρούμενο, γεμάτο χιούμορ, ακόμα και αυτοσαρκασμό πνεύμα που μας κάνει ευχάριστους, ακόμα και σε δύσκολες περιστάσεις[13]. Πόσο καλό μας κάνει μια γερή δόση χιούμορ ! Θα μας κάνει καλό να λέμε συχνά την προσευχή του αγίου Thomas More[14] : εγώ τη λέω κάθε μέρα, και μου κάνει καλό.

13. Η ασθένεια της συσσώρευσης : όταν ο απόστολος επιζητεί να γεμίσει ένα υπαρξιακό κενό στην καρδιά του, συσσωρεύοντας υλικά αγαθά, όχι για λόγους ανάγκης, αλλά μόνο για να αισθάνεται ασφαλής. Στην πραγματικότητα, δεν θα πάρουμε τίποτα υλικό μαζί μας, γιατί ‘’το σάβανο δεν έχει τσέπες’’ και όλοι οι γήινοι θησαυροί μας – ακόμα κι αν είναι δώρα – δεν θα μπορέσουν ποτέ να γεμίσουν αυτό το κενό· αντίθετα, αυτοί θα το κάνουν όλο και πιο απαιτητικό και πιο βαθύ. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους, ο Κύριος επαναλαμβάνει: «Καυχιέσαι πως είσαι πλούσιος, πως απόχτησες μεγάλη περιουσία, πως δεν έχεις ανάγκη από τίποτα. Ξεχνάς, φαίνεται, πως στην πραγματικότητα είσαι ταλαίπωρος κι αξιοθρήνητος, φτωχός, τυφλός και γυμνός…Γι’ αυτό δείξε ζήλο και μετανόησε»(Απ 3, 17, 19) Η συσσώρευση δεν κάνει άλλο παρά να μας βαραίνει και να επιβραδύνει αμείλικτα την πορεία μας ! Σκέφτομαι ένα ανέκδοτο : άλλοτε, οι ισπανοί ιησουίτες περιγράφανε την Κοινωνία του Ιησού ως το ‘’ελαφρό ιππικό της Εκκλησίας’’. Θυμάμαι τη μετακόμιση ενός νέου Ιησουίτη, που ενώ φόρτωνε σ’ ένα φορτηγό τα πολλά αγαθά του : βαλίτσες, βιβλία, αντικείμενα και δώρα, άκουσε έναν ηλικιωμένο ιησουίτη που παρακολουθούσε, να του λέει με ένα σοφό χαμόγελο : αυτό είναι ‘’το ελαφρό ιππικό της Εκκλησίας;’’ Οι μετακομίσεις μας είναι ένα σημείον αυτής της αρρώστιας.

14. Η ασθένεια των κλειστών κύκλων, όπου να ανήκεις σε μια κλίκα γίνεται ισχυρότερο από το να ανήκεις στο Σώμα και, σε ορισμένες περιστάσεις, στον ίδιο τον Χριστό. Ακόμα κι αυτή η ασθένεια αρχίζει πάντα από καλές προθέσεις, αλλά με τον καιρό, υποδουλώνει τα μέλη της, καταλήγοντας να γίνει ένας καρκίνος που απειλεί την αρμονία του Σώματος και προκαλεί πολύ κακό – σκάνδαλα – ειδικά στους αδελφούς μας τους πιο αδύναμους. Η αυτοκαταστροφή ή η ‘’φιλική βολή’’ των συστρατιωτών είναι ο πιο ύπουλος κίνδυνος[15]. Είναι το κακό που χτυπάει από μέσα [16]· και, όπως λέει ο Χριστός, «κάθε βασίλειο που χωρίζεται σε αντιμαχόμενες παρατάξεις ερημώνεται»(Λκ  11,  17).

15. Και η τελευταία: η ασθένεια του κοσμικού κέρδους, της επιδειξιομανίας[17], όταν ο απόστολος μετατρέπει το διακόνημά του σε εξουσία, και την εξουσία του σε εμπόρευμα για να κερδίσει κοσμικά κέρδη ή περισσότερες εξουσίες. Πρόκειται για την αρρώστια των ανθρώπων που επιζητούν αχόρταγα να αυξάνουν τις εξουσίες τους, και για τον σκοπό αυτόν είναι έτοιμοι να συκοφαντήσουν, να δυσφημήσουν, να υποτιμήσουν τους άλλους, ακόμα και σε εφημερίδες και περιοδικά. Φυσικά για να επιδειχθούν οι ίδιοι και να δείξουν ότι αυτοί είναι πιο ικανοί από τους άλλους. Αυτή η αρρώστια κάνει πολύ κακό και στο Σώμα, επειδή οδηγεί τους ανθρώπους να δικαιολογούν τη χρήση οποιουδήποτε μέσου για την επίτευξη αυτού του στόχου, συχνά στο όνομα της δικαιοσύνης και της διαφάνειας ! Και στο σημείο αυτό θυμάμαι έναν ιερέα που καλούσε τους δημοσιογράφους για να τους διηγηθεί – και να επινοήσει – ιδιωτικά και προσωπικά στοιχεία των συναδέλφων του και των ενοριτών του. Γι’ αυτόν, το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να δει τον εαυτό του πρωτοσέλιδο, επειδή έτσι αισθανόταν «ισχυρός και σαγηνευτικός», ενώ προκαλούσε τόσο κακό στους άλλους και στην Εκκλησία. Ο καημένος !

Αδελφοί, αυτές οι αρρώστιες κι αυτοί οι πειρασμοί αποτελούν φυσικά κίνδυνο για κάθε χριστιανό και για κάθε Κούρια, κοινότητα, εκκλησίασμα, ενορία, εκκλησιαστική κίνηση, και μπορούν να προσβάλουν είτε άτομα είτε κοινότητες.

Πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι μόνο το Άγιο Πνεύμα μπορεί να θεραπεύσει κάθε αναπηρία. Αυτό που είναι η ψυχή του Μυστικού Σώματος του Χριστού, όπως το βεβαιώνει το Σύμβολο της Πίστεως Νικαίας Κωνσταντινουπόλεως : «Πιστεύω στο Πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν». Το Άγιον Πνεύμα υποστηρίζει κάθε ειλικρινή προσπάθεια εξαγνισμού και κάθε καλή διάθεση επιστροφής. Αυτό είναι που μας κάνει να καταλαβαίνουμε ότι κάθε μέλος μετέχει στον εξαγιασμό του σώματος ή στην εξασθένησή του. Αυτό είναι ο προαγωγός της αρμονίας[18]:’’Ipse harmonia est’’, λέει ο Μέγας Βασίλειος. Ο Άγιος Αυγουστίνος μας λέει : «Εφόσον ένα μέλος ενώνεται με το σώμα, δεν εκλείπει κάθε ελπίδα για τη θεραπεία του· αντίθετα, αυτό που χωρίζεται από το σώμα, δεν μπορεί ούτε να βοηθηθεί ούτε να θεραπευθεί»[19].

Η θεραπεία προϋποθέτει τη συνειδητοποίηση της ασθένειας και την προσωπική και κοινοτική απόφαση θεραπευτικής αγωγής, με υπομονή και καρτερικότητα[20].

Καλούμαστε, λοιπόν – αυτή τη χριστουγεννιάτικη περίοδο και σε όλη τη διάρκεια της διακονίας μας  όπως και της ζωής μας – να ζήσουμε «έχοντας την αληθινή πίστη και την αγάπη· ας φτάσουμε σε όλα μας αυτόν που είναι η κεφαλή, δηλαδή τον Χριστό. Αυτός συναρμολογεί και συνδέει με αρθρώσεις ολόκληρο το σώμα· και κάθε μέλος κατά το μέτρο του χαρίσματος που του δόθηκε συμβάλλει στην αύξηση του σώματος και στην οικοδομή του με αγάπη»(Εφ 4, 15-16).

Αγαπητοί αδελφοί ! 

Διάβασα μια μέρα πως οι ιερείς είναι σαν τα αεροπλάνα: μιλούν γι’ αυτά μόνο όταν πέφτουν, αλλά είναι πολλά που πετούν. Πολλοί τους κρίνουν και λίγοι προσεύχονται γι’ αυτούς. Είναι μια φράση πολύ συμπαθητική, αλλά και πολύ αληθινή, γιατί δείχνει τη σημασία και την ευπάθεια του ιερατικού μας διακονήματος και πόσο κακό θα μπορούσε να προκαλέσει σ’ ολόκληρο το σώμα της Εκκλησίας και μόνο ένας ιερέας που ‘’πέφτει’’.

Για να μην πέσουμε λοιπόν αυτές τις μέρες που ετοιμαζόμαστε για Εξομολόγηση, ας ζητήσουμε από την Παναγία, Θεομήτορα και Μητέρα της Εκκλησίας, να θεραπεύσει τα τραύματα της αμαρτίας που καθένας από εμάς φέρει στην καρδιά του, και να στηρίξουμε την Εκκλησία και την Κούρια ώστε να είναι υγιείς και φορείς υγείας· άγιες και αγιοποιοί, προς δόξαν του Υιού της  και προς σωτηρίαν τη δική μας και του κόσμου ολόκληρου. Ας της ζητήσουμε να μας κάνει ν’ αγαπούμε την Εκκλησία όπως την αγάπησε ο Χριστός, ο Υιός της και Κύριός μας, και να έχουμε το θάρρος να αναγνωρίζουμε ότι είμαστε αμαρτωλοί, ότι έχουμε ανάγκη από το Έλεός της και να μη φοβόμαστε να απλώσουμε και ν’ αφήσουμε το χέρι μας μέσα στα μητρικά της χέρια. 

Όλες τις ευχές μου για την αγία εορτή των Χριστουγέννων σε όλους σας, στις οικογένειές σας και στους συνεργάτες σας. Και, σας παρακαλώ, μην ξεχνάτε να προσεύχεστε για μένα ! Ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά ! 

__________________________

[1] Δηλώνει ότι η Εκκλησία, ως μυστικό Σώμα του Χριστού «απαιτεί επίσης μια πολλαπλότητα μελών, που να συνδέονται μεταξύ τους με τρόπο που να αλληλοβοηθούνται. Ότι αν, στον θνητό οργανισμό μας, όταν ένα μέλος πάσχει, όλα τα άλλα συμπάσχουν, τα υγιή μέλη βοηθώντας τα άρρωστα, το ίδιο και στην Εκκλησία, κάθε μέλος δεν ζει μοναδικά για τον εαυτό του, αλλά βοηθάει και τα άλλα, και όλα αλληλοβοηθούνται, για την αμοιβαία τους άνεση όπως και για την καλύτερη εξέλιξη του όλου σώματος… Ακόμα, το φυσικό σώμα δεν αποτελείται από ένα τυχαίο σύνολο μελών, αλλά πρέπει να είναι εφοδιασμένο με όργανα, δηλαδή με μέλη που δεν έχουν την ίδια λειτουργία και είναι διευθετημένα με την προσήκουσα τάξη. Το ίδιο και η Εκκλησία ονομάζεται σώμα κυρίως για τον λόγο ότι συνίσταται από μέλη καλά οργανωμένα, κανονικά ενωμένα μεταξύ τους, σώμα εφοδιασμένο με μέλη διαφορετικά και σε αρμονία μεταξύ τους» (Εγκύκλιος Mystici Corporis, l; ΑΑS 35 [1943],200).

[2] Βλ. Ρωμ 12, 5: «Έτσι και το πλήθος των χριστιανών είμαστε ένα σώμα χάρη στον Χριστό, και καθένας μας αποτελεί μέλος του σώματος, που μέλη του είναι και όλοι οι άλλοι».

[3] Const. dogm. Lumen gentium, n. 7. 

[4] Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι «η σύγκριση της Εκκλησίας με το σώμα ρίχνει φως στον στενό σύνδεσμο μεταξύ της Εκκλησίας και του Χριστού. Η Εκκλησία δεν είναι απλώς συγκεντρωμένη γύρω του· είναι ενωμένη μέσα του, μέσα στο Σώμα του. Τρείς όψεις της Εκκλησίας – Σώματος του Χριστού πρέπει ιδιαίτερα να τονιστούν: η ενότητα όλων των μελών μεταξύ τους μέσω της ένωσής τους με τον Χριστό: ο Χριστός κεφαλή του Σώματος: η Εκκλησία, Νύμφη του Χριστού»Βλ. Κατήχηση της καθολικής Εκκλησίας, αρ. 789 και 795.

[5] Βλ.Evangelii gaudium. N. 130.131.

[6] Πολλές φορές, ο Ιησούς είχε διδάξει την ένωση που πρέπει να έχουν οι πιστοί μαζί του : «Όπως η κληματόβεργα δεν μπορεί να καρποφορήσει από μόνη της, αν δεν είναι ενωμένη με το κλήμα, το ίδιο κι εσείς αν δεν μείνετε ενωμένοι μαζί μου. Εγώ είμαι το κλήμα, εσείς οι κληματόβεργες»(Ιω 15, 4.5).

[7]Βλ. Pastor Bonus Art. 1 et CIC can. 360.

[8] Bλ.Evangelii gaudium,n. 197-201  

[9] Βενέδικτος 16ος  Γενική ακρόαση, 1η Ιουνίου 2005

[10] Φραγκίσκος, Ομιλία της Λειτουργίας στην Τουρκία, 29 Νοεμβρίου 2014.

[11]Cf. Evangelii gaudium, 95-96.

[12] Ibid. 84-86.

[13] Ibid.2.

[14] Δώσε μου καλή χώνευση, Κύριε, κι επίσης κάτι να χωνεύω. Δώσε μου την υγεία του σώματος και μαζί την αίσθηση να την κρατώ σε καλή κατάσταση. Δώσε μου μια ψυχή αγία, Κύριε, που να βλέπει την ομορφιά και την αγνότητα, ώστε να μην τρομάζει βλέποντας το κακό, αλλά να μπορεί να επανορθώνει την κατάσταση. Δώσε μου μια ψυχή που αγνοεί την πλήξη, το παράπονο και τον στεναγμό. Μην επιτρέψεις να φροντίζω υπερβολικά αυτό το ενοχλητικό πράγμα που το λέω «εγώ». Κύριε, δώσε μου την αίσθηση του χιούμορ, ώστε να αντλώ κάποια ευτυχία απ’ αυτή τη ζωή και να κάνω τους άλλους να ωφελούνται από την ευτυχία αυτή. Αμήν.

[15] Evangelii gaudium, 88

[16] Ο Μακαριστός Παύλος ο 6ος αναφερόμενος στην κατάσταση της Εκκλησίας δήλωσε ότι είχε την αίσθηση πως «από κάποιες ρωγμές, ο καπνός του Σατανά έχει εισχωρήσει στον λαό του Θεού», Ομιλία του Παύλου του 6ου, εορτασμός των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, Πέμπτη 29 Ιουνίου 1972. Βλ. Evangelii gaudium, 98-101.

[17] Βλ. Evangelii gaudium : Όχι στην πνευματική κοσμικότητα. Ν. 93-97.

[18] ‘’Το Άγιο Πνεύμα είναι η ψυχή της Εκκλησίας. Δίνει τη ζωή, προωθεί τα διάφορα χαρίσματα που εμπλουτίζουν τον λαό του Θεού και προπάντων δημιουργεί την ενότητα μεταξύ των πιστών : από πολλούς, κάνει ένα και μόνο σώμα, το σώμα του Χριστού… Το Άγιο Πνεύμα κάνει την ενότητα της Εκκλησίας : ενότητα στην πίστη, ενότητα στην αγάπη, ενότητα στην εσωτερική συνοχή’’ (Πάπας Φραγκίσκος, Ομιλία στη Θεία λειτουργία στην Τουρκία, 29 Νοεμβρίου 2014).

[19]  August. Serm., CXXXVII, 1 · Migne, P. L.,XXXVIII, 745.

[20] Βλ. Evangelii gaudium, Pastorale en conversion, n. 25-33. 

Related Posts with Thumbnails