© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΛΗΟΣ, Ο ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΣ ΤΟΥ ΠΙΑΝΟΥ, ΣΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ΘΕΟΧΑΡΑΚΗ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Ο διακεκριμένος πιανίστας Απόστολος Παληός, παρά τη λαμπερή καριέρα στο εξωτερικό, συνεχίζει τις εμφανίσεις του στη χώρα μας με προγράμματα άκρως επιμελημένα τόσο θεματικά όσο και ερμηνευτικά, όπως αυτό που παρακολουθήσαμε πρόσφατα, στις 11 Δεκεμβρίου του 2014, στο Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. και Μ. Θεοχαράκη. Στον Κύκλο, Οι μεγάλοι Ρομαντικοί, ακούσαμε Δυο από τα τρία μεγάλα γερμανικά Β: Bach και Brahms, αφού έλειπε ο Beethoven, ο οποίος αντικαταστάθηκε με έναν από τους σπουδαιότερους συνθέτες του 20ού αιώνα, τον Αυστριακό  Alban Berg,  γεννημένο στη Βιέννη (1885-1935). Ο Berg, μέλος της Δεύτερης Σχολής της Βιέννης μαζί με τον Arnold Schoenberg, του οποίου υπήρξε  μαθητής και τον Anton Webern, επιστήθιου φίλου του, έζησε μια εποχή, όπου η μορφή του Mahler κυριαρχούσε, ανάμεσα σε άλλες σημαντικές προσωπικότητες της τέχνης, όπως οι ζωγράφοι Oskar Kokoschka, Egon Schiele, Gustav Klimt, ο αρχιτέκτονας Walter Gropius οι οποίοι αποτελούσαν το καλλιτεχνικό ρεύμα της Jugendstill.  Εκτός από τις θρυλικές Όπερές του  Wozzeck και Lulu, ο Alban Berg, έχει γράψει τραγούδια, έργα για ορχήστρα, μουσική δωματίου και άλλα, καθώς και τη νεανική του σύνθεση, Σονάτα για πιάνο έργο 1 σε λα ελάσσονα (1907-8), που ακούσαμε, καθηλωμένοι από την  ερμηνευτική του δεινότητα του Σολίστ. Η Σονάτα αποτελείται από ένα μόνο μέρος όπως η φόρμα της παραδοσιακής σονάτας. Δύο θέματα δεμένα μεταξύ τους αναπτύσσονται, κάνουν τον κύκλο τους και κλείνουν αρμονικά, δίνοντας την ευκαιρία στον πιανίστα να ανιχνεύσει τα συναρπαστικά της  μέρη  και να  αναδείξει με την εκπληκτική δεξιοτεχνία του, το ρομαντικό και εξπρεσιονιστικό ιδίωμά της, τη φρεσκάδα, τη νεανική ορμή και την πρωτοτυπία της Σονάτας.

Η Ουβερτούρα, αντικαθιστά την Allemande, από τους πιο δημοφιλής χορούς της Μουσικής Μπαρόκ, που ήταν αρχικά το πρώτο μέρος μιας Σουίτας. Η φόρμα της Γαλλικής Ουβερτούρας συναντάται στον Jean -Baptiste Lully κατά το 1650. Αργότερα τη βρίσκουμε στις Ορχηστρικές Σουίτες  και Παρτίτες του Bach καθώς και στις Όπερες και τα Ορατόρια του Handel, του Messiah συμπεριλαμβανομένου. Η Ουβερτούρα παιζόταν στην αρχή ενός προγράμματος και είναι συνήθως η εισαγωγή σε μια Όπερα. Πρώτοι ο Beethoven και ο Mendelssohn  χρησιμοποίησαν τον όρο «Ουβερτούρα» για αυθύπαρκτα έργα. Ο Johann Sebastian Bach, σύμβολο διαύγειας και τελειότητας, ακρίβειας στην ανάπτυξη των ιδεών, δεν είναι μόνο ο Μεγάλος Κάντορας αλλά και ο Μέγας Δάσκαλος! Η σύνθεσή του, Γαλλική Ουβερτούρα (Overture) BWV 831, γράφτηκε το 1733 και δημοσιεύτηκε το 1735 μαζί με το Ιταλικό Κοντσέρτο. Οι συνθέσεις του Bach απαιτούν ένα ιδιαίτερο πνευματικό προσανατολισμό, αρετή, που διαθέτει ο Απόστολος Παληός και δεν αφέθηκε στιγμή στη «ρομαντική νωθρότητα», αντίθετα, με αίσθηση ρυθμικής συνοχής και απαράμιλλα σταθερό παλμό,  ανέδειξε τη μουσική ιερότητα του μεγάλου Κάντορα,  τον πνευματικό του πλούτο,  σε μια εκ βαθέων ερμηνεία, «εν αρμονία», με τον συναισθηματικό και νοητό  του κόσμο.

Νεανική σύνθεση και η Πιάνο Σονάτα Νο. 3, έργο 5 του Johannes Brahms, γράφτηκε στα είκοσι  χρόνια του, το 1853 στο Dusseldorf και αφιερώθηκε στην Κοντέσα της Λειψίας,  Ida Von Hohental. Είναι δε η τελευταία από τις σονάτες του που παρουσίασε ο συνθέτης στον Robert Schumann για σχολιασμό, το Νοέμβρη του ίδιου έτους. Το έργο δημοσιεύτηκε τον επόμενο χρόνο. Η Σονάτα είναι ασυνήθιστα μεγάλη και αποτελείται από πέντε μέρη σε αντίθεση με την παραδοσιακή Σονάτα που αποτελείται από τρία ή τέσσερα μέρη. Ο Brahms θαύμαζε και  λάτρευε τον  Beethoven και την κλασική φόρμα. Τρανή απόδειξη του θαυμασμού και της λατρείας του αποτελεί η ενσωμάτωση και εξαίσια ανάπτυξη του περίφημου “Fate motif” της Πέμπτης  Συμφωνίας του Τιτάνα στη Σονάτα του. Ο Σολίστ σε μια ερμηνεία έξοχη, λαμπερή, ανέδειξε με μαεστρία το πέρασμα από την αυστηρή κλασική φόρμα στο ελεύθερο πνεύμα του Ρομαντισμού, διάχυτο στη σύνθεση του Brahms, επαληθεύοντας την αρχική μας επισήμανση για τα άκρως επιμελημένα, τόσο θεματικά όσο και ερμηνευτικά, προγράμματά του, για τα οποία και τον συγχαίρουμε. 

Ο Μεγάλος Αφέντης

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ 

Η γιορτή της μνήμης του Αγίου μας, στις 17 του Δεκέμβρη, είναι η δική μας, η οικογενειακή γιορτή του. Σε αντίθεση με αυτήν του Αυγούστου, που έχει πανελλαδικό χαρακτήρα, η επέτειος της κοίμησής του, κρατά ακόμα εκείνη την ζεστή και οικεία σχέση του Ζακυνθινού με τον Πολιούχο και Προστάτη του και όλα σ’ αυτήν θυμίζουν την μεγαλόπρεπη απλότητα του γνήσιου Επτανησιακού χώρου. 
   Ο Άγιος στο νησί μας, έτσι όπως απλά τον λέμε, δίχως την χρήση του ονόματός του, μια και είναι ο ένας και μοναδικός, είναι κυριολεκτικά η κορυφή της θρησκευτικής πυραμίδας και σ’ αυτόν προστρέχουμε πρώτα απ’ όλα σε χαρές και λύπες. Παρ’ ότι θεολογικά δεν ευσταθεί, έχει αντικαταστήσει σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις και αυτόν τον ίδιο το Θεό. «Άγιέ μου!», λέμε κάθε που υπάρχει ανάγκη, όπως οι άλλοι λένε «Θεέ μου!» ή «Παναγία μου!» και ο μοναδικός μας όρκος είναι το «μα τον Άγιο». Επίσης συχνά χρησιμοποιούμε τις εκφράσεις «δεν έμεινε Άγιος», «θα μας ξεχάσει και ο Άγιος» ή και αυτήν την πιο συνηθισμένη «ο Άγιος να βάλει το χέρι του», δίνοντας με τον τρόπο μας στη ιερή μορφή του όλα τα πρωτεία. Επίσης, όσο και αν σας φανεί παράξενο και παράδοξο, υπάρχουν πολλοί, οι οποίοι δηλώνουν άθεοι, αλλά παρ’ όλα αυτά … πιστεύουν στον Άγιο, ο οποίος υπάρχει και είναι ολοζώντανος δίπλα μας και κοντά μας.
   Τη νοοτροπία αυτή δύσκολα μπορεί να την καταλάβει ένας μη Ζακύνθιος ή πιο σωστά ένας μη Επτανήσιος, μια και τα ίδια συμβαίνουν και στην γειτονική Κεφαλονιά και στην όμαιμη Κέρκυρα, με τους δικούς της προστάτες, Γεράσιμο και Σπυρίδωνα, αντίστοιχα.
   Θυμάμαι, που όταν είμαστε παιδιά, τις ημέρες των εξετάσεων, τον Φλεβάρη και τον Ιούνιο, καταφεύγαμε στο «Δωμάτιο του Αγίου», εκεί που στην εκκλησία του φυλάσσεται η ασημένια λάρνακα με το ιερό σκήνωμά του, για να μας δείξει το μάθημα, το οποίο θα έπεφτε. Ανοίγαμε τα βιβλία και τα πετάγαμε μπροστά του και είχαμε την πεποίθηση πως ο πολιούχος μας, τον οποίο αισθανόμαστε περισσότερο συμπολίτη και γείτονα (και έτσι τον ένοιωθαν και τον νοιώθουν όλοι οι Ζακυνθινοί) θ’ άνοιγε στην σελίδα που είχε επιλέξει ο καθηγητής μας για να μας εξετάσει και έτσι θα μας απάλλασσε από σκοτούρες και περιττά διαβάσματα, γενόμενος και αυτός συμμαθητής και καταλαβαίνοντας τον καημό μας.
   Δεν ξέρω και δεν θυμάμαι αν κάποιες φορές άνοιγε το βιβλίο στην επίμαχη σελίδα και αν έτσι γράφαμε καλά. Μα ούτε και αυτό έχει σημασία. Η ουσία βρίσκεται στην ενέργεια, η οποία δείχνει την υπέρμετρη οικειότητά μας με την ιερότερη μορφή του τόπου μας και την ανάγκη να τον θεωρούμε δίπλα μας και κοντά μας, ολοζώντανο και συνοδοιπόρο.
   Αυτήν ακριβώς την ιδιαιτερότητα κλείνουν και δύο εκφράσεις, οι οποίες συχνά μπαίνουν, σχεδόν ασυναίσθητα στα χείλη του κάθε Ζακυνθινού, όταν απευθύνεται στον Άγιό του και δείχνουν και οι δύο το πόσο συνδημότη τον αισθανόμαστε και τον πιστεύουμε.
   Η πρώτη είναι η επίκληση «Άγιο μου Κορμάκι», την οποία όλοι ανεξαίρετα έχουμε χρησιμοποιήσει, όχι μονάχα σε δύσκολες περιπτώσεις, αλλά και στο αντίκρισμα της μορφής ή και της εκκλησίας του. Είναι η επαλήθευση της ένσαρκης παρουσίας του και η ανάγκη να τον έχουμε κοντά μας, φίλο και συγγενή, συνεργάτη και συνδαιτυμόνα. Επίσης μ’ αυτόν τον τρόπο εκφράζουμε την ανάγκη μας για την αφθαρσία και τη νίκη του θανάτου, κάτι που για μας χαρακτηριστικά εκφράζεται στην μορφή του Αγίου μας.
   Η δεύτερη είναι η φράση – επίκληση «ο Μεγάλος Αφέντης», η οποία λέγεται συχνά και δεν αναφέρεται στην ευγενική καταγωγή του και επειδή η φαμίλια των Σιγούρων ήταν γραμμένη στο Libro d’Oro (αυτό το υπερνικά και το ξεπερνά η αγιότητα), αλλά επειδή η μορφή του επίσκοπου της Αίγινας είναι για τον Τζαντιώτη η πιο ευγενική των αιώνων και του αξίζουν αιώνιοι τίτλοι και ευσεβής υποταγή. Με τον τρόπο αυτό ο πιστός δίνει στον Προστάτη του τα πρωτεία. Του παρέχει τα δεδομένα. Ενώνει γη και παράδεισο.
   Συμπατριώτισσες και συμπατριώτες, «βοήθεια μας ο Άγιος» και «αύριο με καλό».

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΙΣ ΤΟΥ 1814, Η ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ 1881 ΚΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

ΟΜΙΛΙΑ
ΤΗΣ Α. Θ. ΠΑΝΑΓΙΟΤΗΤΟΣ
ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ κ. κ. Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Υ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗΝ ΑΝΑΓΟΡΕΥΣΕΩΣ ΑΥΤΟΥ ΕΙΣ ΕΠΙΤΙΜΟΝ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑ
ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
(Κέρκυρα, 12 Δεκεμβρίου 2014)


Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Κερκύρας καὶ Παξῶν κύριε Νεκτάριε,
Ἱερώτατοι ἀδελφοὶ ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,
Ἐλλογιμώτατοι κυρία Πρύτανις καὶ κύριοι Καθηγηταὶ τοῦ ἱστορικοῦ Ἰονίου Πανμεπιστημίου,
Ἐντιμότατοι ἐκπρόσωποι τῶν ἀρχῶν,
Εὐλογημένοι φοιτηταὶ καὶ φοιτήτριαι, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Εὑρισκόμενοι εἰς τὴν Κέρκυραν, νῆσον μὲ μεγάλην μουσικὴν παράδοσιν, συνεχιζομένην μέχρι σήμερον, ἀλλὰ καὶ εἰς Πανεπιστήμιον ἐν τῷ ὁποίῳ αἱ μουσικαὶ σπουδαὶ κατέχουν κεντρικὴν θέσιν, ἐκφράζομεν πρωτίστως τὴν ἰδιαιτέραν ἡμῶν εὐχαριστίαν διὰ τὴν ἀπονεμομένην εἰς τὴν ἡμετέραν Μετριότητα τιμὴν καὶ διάκρισιν τοῦ τίτλου τοῦ ἐπιτίμου διδάκτορος τοῦ Τμήματος Μουσικῶν Σπουδῶν τοῦ ὑμετέρου περιπύστου Ἰονίου Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον προσέφερε πολλὰ κατὰ τὴν μακραίωνα ἱστορικὴν πορείαν του, παρὰ τὰς διακυμάνσεις τῶν καιρῶν. Ἀποδεχόμεθα, λοιπόν, εὐχαρίστως αὐτὴν ὡς διάκρισιν ἀναγομένην εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν ἡμῶν Πατριαρχεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς ἱστορίας μακρὰν ἐκκλησιαστικὴν καὶ ὑμνολογικὴν μουσικὴν παράδοσιν. Διὸ καὶ κρίνομεν ὅτι τὸ ὑμέτερον Μουσικὸν Τμῆμα δικαίως τιμᾷ τὴν ζῶσαν μέχρι σήμερον ἐν ἀκμῇ ἐκκλησιαστικὴν παράδοσιν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἐλέῳ Θεοῦ Προκαθημένου αὐτῆς.
Στοιχοῦντες τῷ ἀκαδημαϊκῷ ἔθει ὅπως ἀπευθύνωμεν πρὸς τὴν ἀγάπην σας λόγον τινὰ συναφῆ πρὸς τὴν ἀπονεμηθεῖσαν ἤδη τιμήν, ὁμοῦ μετὰ τῶν προσωπικῶν ἡμετέρων εὐχαριστιῶν, ἐκρίναμεν νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ ἑνὸς ἐπικαίρου μουσικοῦ θέματος, τοῦ ὁποίου ἑορτάζομεν ἐφέτος ἐν τῷ Ἱερῷ ἡμῶν Κέντρῳ τὴν διακοσιοστὴν ἐπέτειον. Πρόκειται περὶ τῆς γνωστῆς μουσικῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἔτους 1814, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἀναλυθῶμεν ἐν συναρτήσει πρὸς τὸ ἔργον τῆς Πατριαρχικῆς Μουσικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ 1881, ἐν συναφείᾳ πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν μουσικὴν παράδοσιν καὶ τὸ σύγχρονον ἐκκλησιαστικὸν μουσικὸν ὕφος καὶ ἦθος, τὸ ὑμνολογικόν, τὸ τυπικόν, τὸ ἁπλοῦν καὶ συγχρόνως σύνθετον, τὸ μελῳδικόν, ὡς τηρεῖται πιστῶς εἰς τὸν ἡμέτερον ἐν Φαναρίῳ Πάνσεπτον Πατριαρχικὸν Ναὸν τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου.

***

Ὁ λόγος, πρῶτον, διὰ τὴν γνωστὴν μουσικὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἔτους 1814, τὴν μελετηθεῖσαν καὶ προωθηθεῖσαν ὑπὸ τῆς Μητρὸς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, τῆς Ἐκκλησίας τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν μουσικὴν μεταρρύθμισιν εἶναι ἀφιερωμένον τὸ ἐκπνέον ἔτος, μὲ ἀφορμὴν τὴν συμπλήρωσιν 200 ἐτῶν ἀπὸ αὐτῆς.
Ἡ μεταρρύθμισις αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν καταγραφὴν καὶ διδασκαλίαν τῆς ψαλμῳδίας, τῆς ἱερᾶς ὑμνῳδίας. Ἐπειδὴ δὲ ἀπευθυνόμεθα εἰς κοινόν, τὸ ὁποῖον ἀσχολεῖται κυρίως μὲ τὴν κοσμικὴν μουσικὴν τέχνην, ὀφείλομεν, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὸ θέμα, νὰ προβῶμεν εἰς ὡρισμένας διευκρινήσεις.
Ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσική, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν θύραθεν, δὲν ἔχει στόχον τὴν αἰσθησιακὴν ἱκανοποίησιν τοῦ ἀκροατηρίου, δηλαδὴ μίαν ἁπλῆν μουσικὴν τέρψιν καὶ μίαν συναισθηματικὴν συγκίνησιν. Τὸ βασικὸν αὐτὸ στοιχεῖον τῆς Ὀρθοδόξου λατρείας συνοψίζεται ὑπὸ τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Χρυσοστόμου, γράφοντος ἐπιγραμματικῶς: «Οὔκ ἐστιν θέατρον ἡ Ἐκκλησία, ἵνα πρὸς τέρψιν ἀκούωμεν». Ὁ σκοπὸς τῆς ψαλμῳδίας καὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μέλους, ἀκριβέστερον εἰπεῖν, εἶναι ἡ ἀπόδοσις εἰς τὸν Θεὸν πνευματικῆς καρποφορίας. Ἡ ἀπόδο-σις ἀρετῆς.
Διὰ τοῦτο ἐνωρὶς ἡ Ἐκκλησία ἔστρεψε τὴν προσοχὴν αὐτῆς ὄχι τόσον εἰς τὴν μουσικήν, ὅσον εἰς τοὺς ᾀδομένους λόγους, εἰς τοὺς ὕμνους. Λίαν ἐνωρίς, ἐπίσης, ἐμφανίζεται ἡ διάθεσις ἀπομακρύνσεως ἐκ τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς τῶν στοιχείων ἐκείνων τὰ ὁποῖα δὲν ὑπηρετοῦν τὴν πνευματικὴν οἰκοδομὴν καὶ καρποφορίαν, τὴν ἐπιτυγχανομένην διὰ τῆς συλλήψεως τῶν βαθυτέρων νοημάτων τῶν ὕμνων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μὴ συγκαλύπτωνται ἀλλὰ νὰ ἀποτελοῦν τὸ κέντρον τῆς λατρείας.
Οὕτως, εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, καὶ μάλιστα εἰς τὸ κλῖμα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, κατὰ τεκμήριον, τοὐτέστιν ἐν τῇ συντριπτικῇ πλειονοψηφίᾳ, οὐδόλως θὰ χρησιμοποιηθοῦν τὰ ὄργα-να, ὡς μὴ ὑπηρετοῦντα τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ θὰ περιορισθῇ ἡ ἀπόδοσις τῆς ὑμνῳδίας εἰς τοὺς χοροὺς τῶν Ἱερῶν Ναῶν καὶ μόνον. Τὸ ἐκκλησιαστικὸν ὄργανον φαίνεται ὅτι ἐγεννήθη εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα. Πρόγονος αὐτοῦ θεωρεῖται ἡ ἀρχαία ὕδραυλις, τὰ ἀρχαιότερα ὑπολείμματα τῆς ὁποίας ἔχουν εὑρεθῆ ὑπὸ τῶν ἀρχαιολόγων εἰς τὸ ὑπὸ τὸ ὄρος Ὄλυμπος γνωστὸν Δίον τῆς Πιερίας. Παρότι τὸ ὄργανον τοῦτο ἦτο διαδεδομένον εἰς τὴν κοσμικὴν μουσικὴν τοῦ Βυζαντίου καὶ εἰσήχθη εἰς τὴν Δύσιν ἐξ αὐτοῦ, ἡ Ἀνατολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἤδη ἀπὸ τῆς βυζαντινῆς ἐποχῆς, δὲν τὸ υἱοθέτησεν εἰς τὴν λατρείαν.
Συνεπῶς, ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Μουσικὴ δὲν ἀξιολογεῖται ὑπὸ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὡς αὐτοσκοπὸς ἀλλὰ ἁπλῶς τὸ μέσον, ὥστε ὁ λόγος τῶν ὕμνων, διὰ τῆς μουσικῆς αὐτοῦ ἐπενδύσεως, τοῦ μέλους, νὰ καθίσταται προσιτός, εὔληπτος, κατανυκτικός, πνευματικῶς καρποφόρος. Ἡ χρῆσις τῶν ὀργάνων, καθ᾿ ὅσον παράγει μόνον ἦχον μελῳδίας καὶ ὄχι λόγον μετὰ μελῳδίας, ὡς ἡ ψαλμῳδία, ἡ «ᾠδή», ἀποφεύγεται εἰς τὴν λατρείαν. Χαρακτηριστικῶς Γρηγόριος ὁ Νύσσης, γράφει: «Ὥσπερ γὰρ ἐκ τῶν μουσικῶν ὀργάνων μόνος ὁ ἦχος τῆς μελῳδίας προσπίπτει ταῖς ἀκοαῖς, αὐτὰ δὲ τὰ μελῳδούμενα ρήματα οὐ διαρθροῦται τοῖς φθόγγοις· ἐν δὲ τῇ ᾠδῇ τὸ συναμφότερον γίνεται, καὶ ὁ τοῦ μέλους ρυθμὸς καὶ τῶν ρημάτων ἡ δύναμις ἡ συνδιεξαγομένη μετὰ τοῦ μέλους, ἣν ἀγνοεῖσθαι πᾶσα ἀνάγκη, ὅταν διὰ μόνων τῶν μουσικῶν ὀργάνων ἡ μελῳδία γένηται...» (PG 44, 493, 496). Δηλαδή, ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ συνίσταται εἰς τὸν τοῦ μέλους ρυθμὸν καὶ τῶν ρημάτων τὴν δύναμιν, τὸ δὲ μουσικὸν μέρος αὐτῆς διακονεῖ τὴν δύναμιν τῶν λόγων καὶ οὐδέποτε νοεῖται αὐθύπαρκτον.
Ὁ τελικὸς σκοπός, ὅμως, ἐκτείνεται πέραν καὶ τῆς δυνάμεως τῶν λόγων, εἰς τὸ βάθος τῶν πνευματικῶν νοημάτων, δηλαδὴ εἰς τὴν ἕνωσιν τοῦ νοός μας μὲ τὸν Θεόν: «Ἡ δὲ πνεύματι μόνῳ κατορθουμέ-νη ψαλμῳδία, τὴν ὑπερέχουσαν κατάστασιν τῶν ἁγίων ἐνδείκνυται, ὅταν κρεῖττον ᾖ τῆς διὰ τῶν φαινομένων ἐνδείξεως τὸ τῷ Θεῷ προσαγόμενον» (Γρηγόριος Νύσσης, ἔ.ἀ.). Δηλαδή, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐν τέλει ἔχει σημασίαν εἶναι τί προσφέρει κάποιος μὲ τὸν νοῦν του εἰς τὸν Θεὸν τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποῖαν ψάλλει ἢ ἀκροᾶται τὴν ψαλμῳδίαν.
Εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν μας τὰ στόματα τῶν ἱεροψαλτῶν γίνονται καὶ ἰδικά μας στόματα. Μεταβιβάζουν πρὸς ἡμᾶς τὴν φωνὴν τῶν Πατέρων καὶ τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ στόμα τῶν ἱεροψαλτῶν γίνεται ἀναφορεὺς τῆς φωνῆς, τοῦ πόνου, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς κραυγῆς τῆς Ἐκκλησίας. Γίνεται ὄργανον ὑμνήσεως καὶ δοξολογίας τοῦ Κυρίου. Διὰ τοῦτο καὶ εἶναι ἀπαραίτητον ὁ ἱεροψάλτης νὰ προσέχῃ ἰδιαιτέρως τὸ στόμα αὐτοῦ, δεδομένου ὅτι μία πηγὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ρέῃ καὶ πικρὸν καὶ γλυκὺ ὕδωρ συγχρόνως.
Ἀπαιτεῖται ἀσφαλῶς συνεχὴς ἐγρήγορσις καὶ πνευματικὸς ἀγών, ὥστε ὁ νοῦς τοῦ ψάλλοντος καὶ τῶν ἀκροωμένων νὰ μὴ μένῃ ἀδρανὴς καὶ ἄκαρπος. Ἐὰν ἡ ψαλμῳδία δὲν κατανοῆται καὶ δὲν γίνεται ἀφορμὴ συγκινήσεως ἀληθινῆς καὶ ἐπηρεασμοῦ τῶν πιστῶν, τότε ἀσφαλῶς καθίσταται ἁπλοῦς τύπος καὶ ὄχι τυπικόν. Ἄλλωστε, ἡ ψαλμῳδία δὲν συνίσταται εἰς τὴν ἁπλῆν ἐφαρμογὴν μουσικῶν κανόνων ἢ εἰς τὴν ἐμμελῆ ἀνάγνωσιν τῆς ἀκολουθίας. Ὁ τύπος οὗτος τῆς ψαλμῳδίας, αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ λαοῦ μας, πρέπει καὶ ὀφείλει νὰ γίνεται τυπικὸν ζωῆς καὶ ὄχι τύπος παρακμῆς, ὁ ὁποῖος παρατηρούμενος ἐσχάτως ἀποτελεῖ δι᾿ ἡμᾶς καὶ τὴν Ἐκκλησίαν ἀφορμὴν προβληματισμοῦ.
Διὰ τοῦτο καὶ διὰ Πατριαρχικῆς ἡμῶν Ἐγκυκλίου πρό τινων ἐτῶν ἐπεστήσαμεν τὴν προσοχὴν τῶν εἰδημόνων, ἤδη δὲ καλλιεργοῦμεν ὅση ἡμῖν δύναμις διὰ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνδέσμου τῶν Μουσικοφίλων καὶ διὰ τοῦ ἐν Ἀθήναις Συλλόγου Μουσικοφίλων ἐκ Κωνσταντινουπόλεως τὸ παραδοσιακὸν ὕφος καὶ μέλος τῆς Νέας Μεθόδου, περὶ τῆς ὁποίας θὰ ὁμιλήσωμεν παρακατιόντες, τὸ ὁποῖον, μέλος καὶ ὕφος, ἐτήρησαν σχολαστικῶς καὶ οἱ σύγχρονοι Ἄρχοντες Πρωτοψάλται τῆς Μητρὸς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας Κωνσταντῖνος Πρίγγος, Θρασύβουλος Στανίτσας καὶ Βασιλάκης Νικολαΐδης, τὸ δεκάτομον ἔργον τοῦ ὁποίου ἀναγγέλλομεν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μετὰ συγκινήσεως καὶ χαρᾶς, ὅτι θέλει ἐπανεκδοθῆ ἐκ σημειώσεων καὶ ἐκ «προχείρων» ἐκδόσεων ἐγχειριδίων διδασκαλίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡμῶν μουσικῆς ὑπὸ τοῦ εἰρημένου ἐν Ἀθήναις ἑδρεύοντος Συλλόγου Μουσικοφίλων.

Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Στόχος καὶ ἡμῶν τῶν συνεχιζόντων τὴν παράδοσιν τῶν μακαρίων ἐκείνων προκατόχων ἡμῶν, εἶναι ὅπως κατὰ τὴν ψαλμῳδίαν ὁ νοῦς «τεκνοποιῇ» καὶ συγκλονίζῃ τοὺς ἀκροωμένους, ὥστε νὰ μεταβάλουν τὴν ζωὴν καὶ νὰ αἰσθάνωνται ὅτι ἡ καρδία των μεταβιβάζεται εἰς τὸν οὐρανόν, νὰ ἀποδίδεται δηλαδὴ ἡ ἀρετὴ τῶν μελωδουμένων ᾀσμάτων καὶ ὕμνων. Φρονοῦμεν ὅτι ἡ ψαλμῳδία δὲν εἶναι μέσον ἁπλῆς ζώσης ἀποδόσεως τῶν ἐπὶ χάρτου ἀποτετυπωμένων. Ἀσφαλῶς, ἡ μουσικὴ κατάρτισις, ἡ γνῶσις τοῦ τυπικοῦ, ἡ καλὴ φωνή, ἡ ὀρθὴ ἐκτέλεσις, εἶναι ἀπαραίτητα, ὥστε οἱ ᾀδόμενοι ὕμνοι «μὴ ἀπαιδεύτῳ φωνῇ τὴν τοῦ πλησίον ἀκοὴν κατακτυπῶσι καὶ διασκεδάζωσι τὴν διάνοιαν» (Κασσιανοῦ τοῦ Ρωμαίου, Πρὸς Κάστορα, ΒΕΠΕΣ 35, σ. 171-2). Καθ᾿ ὅσον «γλυκέα τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ λάρυγγι» τῶν ἀγαπώντων Αὐτόν, καὶ «ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον» ἐν τῷ στόματι τῶν ἐπιγινωσκόντων Αὐτόν, οὕτω πρέπει νὰ ἡδύνῃ τὸν ἀκροώμενον καὶ ἡ μουσικὴ ἔκφρασίς των, ὥστε ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν τὸ κάλλος καὶ ἡ ἡδύτης τῶν νοημάτων νὰ συμβαδίζῃ μὲ τὴν ἐν μέτρῳ ἡδύτητα τοῦ μέλους, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ τὸ ἐκκλησίασμα νὰ κατανοῇ καὶ νὰ γεύεται καὶ αἰσθητῶς «ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος».

***

Ἐρχόμενοι νῦν εἰς τὴν μουσικὴν μεταρρύθμισιν τοῦ 1814, δὲν ἀναφερόμεθα εἰς τὰ προκαλέσαντα αὐτὴν ἱστορικὰ γεγονότα, ἀλλ᾿ ἁπλῶς ἐπισημαίνομεν τὴν οὐσίαν καὶ τὸν βαθύτερον σκοπὸν καὶ στόχον αὐτῆς.
Τὰ δύο ἱστορικὰ Πατριαρχικὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ὁ ἐν Ἀδριανουπόλει μαρτυρήσας ἐν ἔτει 1821 Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Κύριλλος Στ΄, ἡ Πατριαρχικὴ Διακήρυξις, συνοδευομένη ὑπὸ τῆς Πατριαρχικῆς Ἁπανταχούσης, ἐκτυπωθέντα ἀμφότερα εἰς τὸ Πατριαρχικὸν Τυπογραφεῖον ἐν ἔτει 1815 (Πατριαρχικὰ Μονόφυλλα), παρέχουν τὴν μαρτυρίαν τοῦ σκοποῦ τῆς μεταρρυθμίσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν υἱοθέτησεν, ἐστήριξε καὶ διέδωσεν ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
Δηλαδή, τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἤθελε νὰ ἀποφύγῃ ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ νὰ καταστῇ κτῆμα μόνον μιᾶς μικρᾶς μερίδος τῶν πιστῶν, λόγῳ τῶν μεγάλων δυσχερειῶν εἰς τὴν ἐκμάθησιν αὐτῆς, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ νὰ μὴ παρεκτραπῇ ἀπὸ τοῦ πρωταρχικοῦ σκοποῦ της, ἤτοι τῆς προκλήσεως κατανύξεως καὶ συντριβῆς καρδίας, διὰ τῆς μελῳδικῆς ἐκτελέσεως τῶν ὕμνων καὶ τῶν τροπαρίων τῆς Ἐκκλησίας.
Οὕτως, ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία προέβη, μετ᾿ ἐνδελεχῆ ὑπὸ τῆς Γ΄ Πατριαρχικῆς Μουσικῆς Σχολῆς μελέτην, εἰς τὴν υἱοθέτησιν καὶ διάδοσιν τῆς ἐν ἔτει 1814 ὑπὸ τῶν τριῶν διδασκάλων αὐτῆς, Χρυσάνθου ἐκ Μαδύτου, Γρηγορίου τοῦ Λαμπαδαρίου καὶ Χουρμουζίου τοῦ Χαρτοφύλακος, συντεθείσης καὶ ἐκδοθείσης Νέας Μεθόδου.
Ἡ υἱοθέτησις ἐκκλησιαστικῶς καὶ ἡ ἔκδοσις τῆς Νέας Μεθόδου τῆς ἐκκλησιαστικῆς σημειογραφίας, καθὼς καὶ ἡ σύστασις τοῦ Κοινοῦ Πατριαρχικοῦ Σχολείου εἰς τὸ ἐν Βαλατᾷ Κωνσταντινουπόλεως Σιναϊτικὸν Μετόχιον (ἡ περίφημος Δ΄ Πατριαρχικὴ Σχολή) διὰ τὴν εὐμέθοδον παράδοσιν αὐτῆς ὑπὸ τῶν τριῶν διδασκάλων εἰς τὸ φιλόμουσον πλήρωμα, κλῆρον καὶ λαόν, σηματοδοτοῦν τὴν ἔναρξιν μιᾶς νέας περιόδου εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἱεροψαλτικῆς τέχνης εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα ὅτι διὰ τῆς Νέας Μεθόδου προέκυψε μία δημιουργικὴ καὶ γοητευτικὴ σύνθεσις τοῦ παλαιοῦ μὲ τὸ νέον, μὲ σεβασμὸν καὶ πιστότητα ταυτοχρόνως εἰς τὴν ὑπερχιλιετῆ ἐκκλησιαστικὴν γραπτὴν μουσικὴν παράδοσιν.
Ἡ μεταρρύθμισις αὕτη τοῦ 1814, ὡς ὑπὸ πάντων ὁμολογεῖται σήμερον, ἐπέτυχε διότι, κινουμένη ἐν τῇ ἐνδεικνυμένῃ μέσῃ ὁδῷ καὶ ἀποφεύγουσα τὰ ἄκρα, συνεδύασεν ἁρμονικῶς δύο στοιχεῖα: τὴν παράδοσιν καὶ τὸν ἐκσυγχρονισμόν, τὴν πρόοδον καὶ τὸν συντηρητισμόν.
 Οἱ τρεῖς Πατριαρχικοὶ διδάσκαλοι ἐπροίκισαν τὴν νέαν μέθοδον μὲ ἁπλότητα, σαφήνειαν καὶ οἰκονομίαν καὶ διέδωσαν αὐτὴν διὰ τῆς ζώσης ἐφαρμογῆς καὶ διδασκαλίας, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς τύποις ἐκδόσεως αὐτῆς.
Ὡς ἀναφέρεται εἰς τὸ κείμενον τῆς Πατριαρχικῆς Διακηρύξεως, ἡ ἐπινόησις τῆς Νέας Μεθόδου ἐγένετο «θείᾳ φιλανθρωπίᾳ καὶ χάριτι», «οὐδαμῇ οὐδαμῶς παραχαραττούσης ἢ λυμαινομένης, οὐδὲ πρὸς βραχὺ ἐκπιπτούσης καὶ ἀποκλινούσης» τοῦ παραδοσιακοῦ μέλους. Ἡ μαρτυρικὴ φωτεινὴ προσωπικότης ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ Πατριάρχης Κύριλλος ὁ Στ΄, κατὰ τὴν βραχεῖαν Πατριαρχίαν αὐτοῦ (1813-1818), ἐπέτυχε, διὰ τῆς συγκλήσεως Γενικῆς Συνοδικῆς Συνελεύσεως, τὴν ἐπίσημον καθιέρωσιν τῆς Νέας Μεθόδου «εἴς τε ὠφέλειαν τῶν Ἱερῶν Ἐκκλησιῶν τὰ μέγιστα συμβαλλομένης καὶ μεγίστης εὐκλείας τῷ Γένει περιποιητικῆς».

***

Τὸ ἔργον τῆς διαδόσεως τῆς νέας μεθόδου ὡλοκληρώθη εἰς μακρὸν διάστημα, τῇ ἀγρύπνῳ μερίμνῃ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας. Ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, τὸ ἕτερον πνευματικὸν ἀνάστημα τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν πολυτάραχον ἐκείνην περίοδον περὶ τὸ 1821, ἐμερίμνησε διὰ τὴν σύστασιν Μουσικοῦ Τυπογραφείου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐξεδόθησαν πολλὰ ἐκκλησιαστικὰ μουσικὰ ἔργα μεγάλων μουσικοδιδασκάλων τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς καθ᾿ ἡμᾶς εὐρυτέρας Ἀνατολῆς.
Ὁ δὲ Πατριάρχης Ἰωακείμ ὁ Γ΄ συνέστησεν ἒν ἔτει 1881 τὴν Πατριαρχικὴν Μουσικὴν Ἐπιτροπήν, ἀποτελουμένην ἀπὸ τοὺς γνωστοὺς μουσικοδιδασκάλους Γεώργιον Βιολάκην, Εὐστράτιον Παπαδόπουλον τὸν Βυζάντιον, Παναγιώτην Κηλτζανίδην, Νικόλαον Ἰωαννίδην, Γεώργιον Πρωγάκην, Ἰωάσαφ μοναχόν, τὸν καλούμενον «καὶ ρῶσσον», καὶ Ἀνδρέαν Σπαθάρην, ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Γερμανοῦ Ἀφθονίδου πρὸς ἐμπεριστατωμένην μελέτην τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς, «πρὸς καθαρισμὸν αὐτῆς ἀπὸ παντὸς ξενισμοῦ καὶ πάσης αὐθαιρεσίας» καὶ «ἐκπόνησιν σχεδίου τινὸς τῶν εἰσακτέων τακτοποιήσεων τῆς καθ᾿ ἡμᾶς ἱερᾶς μουσικῆς», κατὰ τοὺς λόγους τῆς μελέτης «Στοιχειώδης διδασκαλία τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς, ἐκπονηθείσης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Ψαλτηρίου», (ΚΠολις 1888, σελ. 3). Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη διώρθωσε, συνεπλήρωσε καὶ ἐτελειοποίησε τὴν μέθοδον τῶν τριῶν διδασκάλων διὰ τῆς ὑπ' αὐτῆς ἐκδοθείσης «Στοιχειώδους Μεθόδου πρὸς διδασκαλίαν τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς» καὶ συνέστησε τὸ γνωστὸν Ἰωακείμειον Ψαλτήριον, ὡς ἐποπτικὸν μέσον «γιὰ τὴν περαιτέρω διδασκαλία τῶν μαθητῶν».
Ὡς εὐστόχως παρατηρεῖ ὁ καθηγητὴς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Μουσικῆς Ἠλίας Ρεδιάδης, ἡ Πατριαρχικὴ Ἐπιτροπὴ «δὲν προσπάθησε νὰ ὁδηγήσει τὴν μουσική μας παράδοση οὔτε στοὺς δρόμους τῆς Ἀνατολῆς, οὔτε στὸ ξεστράτισμα τῆς Δύσης» (Ἡ Πατριαρχικὴ μουσικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ 1881. Κατάταξη καὶ ἀξιολόγηση τοῦ ἔργου της, σελ. 104).
Εἶναι ἰδιαιτέρως χαρακτηριστικὴ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν πρόλογον τῆς Ἐγκυκλίου «τοῖς ἱεροψάλταις τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἱερῶν Ἐκκλησιῶν», ἡ ὁποία μέμφεται «τόσον ἐκείνους ποὺ εἰσάγουν τὴν εὐρωπαϊκὴ μουσικὴ στὴν λατρεία, ὅσον καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰσάγουν νεωτέρας συνθέσεις ἐντὸς τῶν Ναῶν», καὶ καθορίζει τὰ μουσικὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα «δέον μόνα νὰ ψάλλωνται ἐν ταῖς ἱεραῖς ἀκολουθίαις», καὶ συγχρόνως «ἐξεπόνησε μουσικὸν κείμενον τῆς ἱερᾶς Λειτουργίας τοῦ Χρυσοστόμου ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον καὶ ὑπογραμμὸς πασῶν τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν».
Ἡ Πατριαρχικὴ Μουσικὴ Ἐπιτροπὴ αὕτη, προέβη εἰς ἓν συστηματικὸν πολυσχιδὲς ἔργον, τὸν ὁποῖον ἤνοιξε νέους ὁρίζοντας εἰς τὴν παρ᾿ ἡμῖν ἐκκλησιαστικὴν μουσικὴν ἔρευναν, τακτοποιηθέντων τότε χρονίων αὐτῆς προβλημάτων.

***

Ἡ συμβολὴ τῆς Μεταρρυθμίσεως τοῦ 1814, λοιπόν, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν βραχεῖ τῷ ρήματι ἐκτεθέντων πρὸς τὴν ἀγάπην σας, διὰ τῆς πρωτοβουλίας τῶν τριῶν Πατριαρχῶν Κυρίλλου τοῦ Στ΄, Γρηγορίου τοῦ Ε΄ καὶ Ἰωακεὶμ τοῦ Γ΄, ὄχι μόνον συνετέλεσε καὶ ὑπῆρξε καθοριστικὴ διὰ τὴν εὐρυτέραν διάδοσιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς καὶ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τῆς μουσικῆς παιδείας τοῦ Γένους ἀλλὰ καὶ ἀπέτρεψε τὸ «δυστύχημα» νὰ καταστῇ ἡ μουσικὴ κληρονομία τοῦ Γένους ἡμῶν κτῆμα μόνον μιᾶς προνομιούχου ὀλιγομελοῦς τάξεως καὶ συνέβαλεν εἰς τὴν διαφύλαξιν σημαντικοῦ τμήματος αὐτῆς, διότι ἡ ἀσάφεια καὶ τὸ πλῆθος τῶν σημείων τῆς λεγομένης Παλαιᾶς Μεθόδου, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἔλλειψιν ἢ τὸ χαμηλὸν ἐπίπεδον τῆς μουσικῆς παιδείας, ἥτις ἠκολούθει τὴν γενικωτέραν χαμηλὴν στάθμην τῆς παιδείας τοῦ Γένους κατὰ τὴν δυσχερῆ ἐκείνην ἀπὸ πάσης πλευρᾶς περίοδον, καθίστα τὴν διδασκαλίαν αὐτῆς δύσκολον. Κυρίως ὅμως ἡ Νέα Μέθοδος συνετέλεσεν εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ τυπικοῦ καὶ τοῦ παραδοσιακοῦ μέλους.
Ἀσφαλῶς, τὸ ἐπίτευγμα τοῦτο ἔχει καὶ πνευματικάς, διαστάσεις, προεκτάσεις καὶ συνεπείας, ἀποδεικνύει ὅμως καὶ τὴν προθυμίαν καὶ ἱκανότητα τῆς Μητρὸς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας νὰ συλλαμβάνῃ τὰ μηνύματα τῶν καιρῶν καὶ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ἐκτέλεσιν τῆς θείας λατρείας της, νὰ προσλαμβάνῃ λελογισμένως τὴν νέαν πραγματικότητα καὶ τὰ νέα ἐπιτεύγματα τῆς κοινωνίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας ζῇ καὶ κινεῖται, νὰ συνδιαλέγεται ἄνευ ἀντιπαλότητος μὲ προοδευτικὰς ἰδέας καὶ ἀντιλήψεις καὶ νὰ προσαρμόζεται εἰς αὐτάς, ἐμμένουσα ἐν τῇ οὐσίᾳ εἰς τὰ παραδοσιακὰ θεμέλια αὐτῆς καὶ εἰς τὸ πατροπαράδοτον μουσικὸν ἦθος καὶ ἐκκλησιαστικὸν μουσικὸν μέλος, τὸ διδάσκον καὶ συγχρόνως μεταρσιοῦν τὸν μετέχοντα βιωματικῶς τῆς θείας λατρείας πιστόν.

***

Κατὰ τὴν σημερινὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιχειρεῖται προσπάθεια παρακάμψεως τῆς Ἐκκλησίας, ἀπεκκλησιοποιήσεως τρόπον τινὰ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ πολιτισμικοῦ πλούτου τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ μας καὶ ὀργανώσεως τοῦ καθ᾿ ἡμέραν βίου του ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, διακηρύττομεν ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εὐρύτερον προσλαμβάνομεν δημιουργικῶς τὰ ρεύματα τῆς ἐποχῆς καὶ καταβάλλομεν προσπαθείας νὰ τὰ ἀναχωνεύσωμεν ἐντὸς τοῦ ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων ἐρχομένου ἀστειρεύτου ρεύματος τῆς κοινῆς παραδόσεως, ὑμνολογίας καὶ δοξολογίας τοῦ Ὀνόματος τοῦ Κυρίου.
 Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, ὡς γνωστόν, ἐξ εὐγνωμοσύνης καὶ τιμῆς καὶ ἀναγνωρίσεως τῆς σπουδαιότητος τῆς διὰ τῆς Νέας Μεθόδου συνεχιζομένης -πεποίθαμεν- προσπαθείας τῶν μεγαλοφυῶν διδασκάλων Χρυσάνθου, Γρηγορίου καὶ Χουρμουζίου, ἀλλὰ καὶ τῶν Οἰκουμενικῶν Πατριαρχῶν Κυρίλλου τοῦ Στ΄, Γρηγορίου τοῦ Ε΄ καὶ Ἰωακεὶμ τοῦ Γ΄, τῶν υἱοθετησάντων καὶ προωθησάντων εὐρύτερον τὴν κεφαλαιώδη ταύτην ἐκκλησιαστικὴν μουσικὴν μεταρρύθμισιν, ἀφιέρωσε τὸ ἤδη ἐκπνέον ἔτος 2014 εἰς τὸ κορυφαῖον τοῦτο ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς παραδοσιακῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡμῶν μουσικῆς γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε σταθμὸν διὰ τὴν τότε ἐποχὴν καὶ συγχρόνως ἀφετηρίαν διὰ τὸ μέλλον αὐτῆς.
Ὁμιλοῦντες περὶ ἀφετηρίας καὶ ἐν τούτῳ, φρονοῦμεν ὅτι τὸ παράδειγμα τῆς μουσικῆς ἐκείνης ἐκκλησιαστικῆς μεταρρυθμίσεως δέον ὅπως προβληματίζῃ τοὺς εἰδότας εἰς μίμησιν. Νὰ ἐμπνέῃ εἰς ἀναζήτησιν τρόπων, προκειμένου ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ παράδοσις ἡμῶν νὰ διαδίδεται εὐρύτερον, νὰ διευκολύνεται ἡ ἐκμάθησις αὐτῆς καὶ νὰ γίνεται κτῆμα ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρων, πάντοτε ὅμως μετὰ τοῦ δέοντος σεβασμοῦ πρὸς αὐτὴν καὶ εἰς τὴν ἱερότητα τῶν ᾀσμάτων. Εἶναι ἀπαραίτητον ἡ Ἐκκλησία νὰ μεριμνήσῃ καὶ σήμερον, ὥστε ἡ ἐκκλησιαστικὴ τάξις τῶν ἱεροψαλτῶν, ἡ κατέχουσα τὴν μουσικήν, νὰ μὴ ἀποκόπτηται ἀπὸ τὰς εὐρείας μάζας τοῦ λαοῦ ἀλλὰ ἀντιθέτως νὰ αὐξάνεται ἡ συμμετοχὴ τοῦ ἐκκλησιάσματος εἰς τὴν ἱερὰν ψαλμῳδίαν, ὥστε νὰ γίνεται ἡ λατρεία πλέον ζῶσα καὶ δυναμική.
Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἐπαρεμυθήθημεν κατὰ τὴν ἀποστολικὴν καὶ συγχρόνως προσκυνηματικὴν Πατριαρχικὴν ἡμῶν ἐπὶσκεψιν ταύτην εἰς τὴν εὐλογημένην νῆσον σας, διαπιστώσαντες ὅτι μὲ τὰς ἐκκλησιαστικὰς χορῳδίας καὶ μὲ τὴν συστηματικὴν σπουδὴν καὶ χρῆσιν, ἐκτὸς τῆς βυζαντινῆς, καὶ τῆς ἐπιτοπίου πολυφωνικῆς χορῳδιακῆς μουσικῆς, ἐπιτυγχάνεται ἡ μαζικωτέρα συμμετοχὴ τοῦ Ὀρθοδόξου Κερκυραϊκοῦ λαοῦ εἰς τὴν λατρείαν. Ἄλλωστε, ὁ ἀοίδιμος ἐκ τῶν προκατόχων ἡμῶν Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, ὡς Μητροπολίτης Κερκύρας, ἐπέτρεψεν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις μόνον, συνοδευτικῶς καὶ οὐχὶ εἰς ὑποκατάστασιν τοῦ ἱεροῦ ἀναλογίου, τὴν χρῆσιν μουσικοῦ ὀργάνου πρὸς προσέλκυσιν τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν καὶ εἰς ἐξυπηρέτησιν συγκεκριμένων ποιμαντικῶν ἀναγκῶν τῆς ἐποχῆς, χρώμενος τῇ πατροπαραδότῳ οἰκονομίᾳ. Εὐχόμεθα δὲ νὰ ἐνταθῇ πρὸς τὸν ἀνωτέρω σκοπὸν ἡ προσπάθεια τὴν ὁποίαν καταβάλλει ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Κερκύρας καὶ Παξῶν, ὑπὸ τὴν ἐμπνευσμένην ποιμαντορίαν τοῦ Ἱερωτάτου ἀδελφοῦ καὶ συλλειτουργοῦ ἡμῶν Μητροπολίτου κυρίου Νεκταρίου, ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῶν ἐκλεκτῶν κληρικῶν καὶ λαϊκῶν, ἰδίᾳ τῶν ἱεροψαλτῶν, συνεργατῶν αὐτοῦ, πρὸς οὐσιαστικὴν συμμετοχὴν τοῦ λαοῦ εἰς τὴν Θείαν Λατρείαν.
Εὐχαριστοῦντες, Ἐλλογιμωτάτη κυρία Πρύτανις καὶ φίλτατοι κύριοι Καθηγηταί, διὰ τὴν προσγενομένην ἡμῖν καὶ τῇ φιλοστόργῳ Μητρὶ τοῦ Γένους ἡμῶν καὶ τοῦ Γένους τῶν Ὀρθοδόξων τιμὴν τῆς ἀπονομῆς τοῦ τίτλου τοῦ ἐπιτίμου Διδάκτορος τοῦ Μουσικοῦ Τμήματος τοῦ ὑμετέρου Ἰονίου Πανεπιστημίου, τοῦ πολλὰ διαχρονικῶς προσενεγκόντος εἰς τὴν παιδείαν τοῦ Γένους εἰς καιροὺς χαλεποὺς καὶ σήμερον διὰ τῶν ἐν αὐτῷ λειτουργούντων Τμημάτων Ἱστορίας, Ξένων Γλωσσῶν, Μεταφράσεως καὶ Διερμηνείας, Μουσικῶν Σπουδῶν, Ἀρχειονομίας, Βιβλιοθηκονομίας καὶ Μουσειο-λογίας, Πληροφορικῆς καὶ Τεχνῶν, Ἤχου καὶ Εἰκόνος, ἐκφράζομεν τὴν διάπυρον εὐχὴν ὑπὲρ πλουσίας εὐοδώσεως καὶ ἄνωθεν εὐλογίας τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ἔργου σας καὶ πλουσίου τοῦ πνευματικοῦ ἀμητοῦ, ὥστε τὸ Πανεπιστήμιόν σας νὰ ἑτοιμάζῃ στελέχη ἔχοντα ἱκανὰ ἐφόδια, ὥστε καὶ αὐτά, ὅλοι σας φίλοι φοιτηταὶ καὶ ἀγαπηταὶ φοιτήτριαι, νὰ ἐπιβιώσετε καὶ πνευματικῶς κατὰ Χριστόν, καὶ ἠθικῶς κατὰ τὴν παράδοσιν τοῦ Γένους καὶ τῆς εὐλογημένης ἑλληνικῆς οἰκογενείας, ἀλλὰ καὶ ἐπαγγελματικῶς ἐντὸς τῆς συγχρόνου ἀνταγωνιστικῆς καὶ μὴ ἐχούσης «σπλάγχνα οἰκτιρμῶν» κοινωνίας, καὶ νὰ ὠφελήσετε τὸ εὐρύτερον κοινωνικὸν σύνολον μὲ τὴν καρποφόρον, πεποίθαμεν, προσφοράν σας. 
Καὶ πάλιν εὐχαριστοῦμεν. Καλὰ Χριστούγεννα!

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ή ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗ «Ο ΔΕΚΑΤΙΣΤΗΣ»

Στὸν Π. Β. Πάσχο, μέ ὅλο μου τό σεβασμό  καί τήν ἀγάπη

Καθένας, πιστεύω, πού θά ἤθελε νά βιώσει τή Γιορτή τῶν Χριστουγέννων, θά ἐπιθυμοῦσε αὐτές τίς ἅγιες ὧρες νά βρεθεῖ σέ εὐλογημένους χώρους ὅπου ἡ εἰρήνη καί ἡ ἡσυχία, μαζί μέ τήν κατάνυξη καί τή λειτουργική ζωή, θεραπεύουν τίς πληγές τῶν μαχαιριῶν τοῦ κόσμου, πού αἱμάσσουν μέσα του, καί διδάσκουν τήν ψυχή, τό πῶς «δεῖ ἑορτάζειν πανηγυρικῶς καί οὐχί κοσμικῶς». Καί δέ γνωρίζω πόσοι ἀπό μᾶς θά ἐπιθυμοῦσαν νά βρεθοῦν στό σπήλαιο πού ἀναφέρει ὁ μακαριστὸς Γέροντας Θεόκλητος ὁ Διονυσιάτης στό πολύ σπουδαῖο καί θεολογικά ἄρτιο κείμενό του, «Χριστούγεννα στόν Ἄθω» [1] ἤ σέ κάποιο ταπεινό ξωκκλῆσι, ὅπως ὁ Χριστός στό Κάστρο τῆς Παπαδιαμαντικῆς καί Μωραϊτίδειας Σκιάθου, γιά νὰ γιορτάσουν ἥρεμα κι εὐλογημένα τό Μέγα καί Παράδοξον θαῦμα τῆς  τοῦ Χριστοῦ μας Ἐνανθρωπήσεως. Πιστεύω ὅμως πώς, στά χρόνια μας, αὐτοί πού θά ἐπέλεγαν νά πανηγυρίσουν ἁπλά καί θεοφιλῶς τά Χριστούγεννα εἶναι οἱ λιγοστοί ταπεινοί πιστοί, πού δέν ἀναπαύονται μέσα στίς πολυθόρυβες πόλεις, ἀλλά ἐπιζητοῦν καί ἐπιθυμοῦν νἀ βρεθοῦν (μάλιστα, προσεύχονται γιά νά τούς χαρίσει ὁ Θεός μιά τέτοια εὐκαιρία), σέ κάποιο ἐρημικό μοναστηράκι, ἀπέριττο, στολισμένο μονάχα μέ τίς ἀρετές καί τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τῶν ἐν αὐτῷ ἐνοικούντων Πατέρων ἤ Μητέρων.
Ὅσοι πλησιάσουν τοῦτες τίς ἑόρτιες ὧρες τά εὐλογημένα γραπτά τοῦ Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη, αὐτοῦ δηλαδή τοῦ ξεχασμένου Σκιαθίτη λογίου[2], νοιώθουν μέσα σέ τούτη τήν κοσμική παγωνιά, ἐκείνη τήν  οἰκεία θαλπωρή πού ἐξασφαλίζει τήν εἰρήνη, τήν εὐφροσύνη καί τή βιωματική προσέγγιση τῆς γιορτῆς. Γιατί, ἄν δέ βεβαιωθεῖς, πώς μέσα στή γιορτή τῶν Χριστουγέννων συντελεῖται μιά κοσμογονική ἀλλαγή τοῦ εἶναι σου, τότε τά πράγματα φαίνεται πώς λειτουργοῦν γιά σένα κάπως περίεργα.[3]
Ἕνα ἀπό τά πλέον κορυφαῖα μνημεῖα τοῦ Ἕλληνος λόγου, στά ὁποῖα συναντᾶται ἡ λαογραφία, ἡ κοινωνιολογική θεώρηση τῆς Σκιάθου τοῦ τέλους τοῦ 19ου αἰ, ἀλλά καί ἡ Ὀρθόδοξη πνευματική ζωή, εἶναι καί τό διήγημα τοῦ Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη, «Ὁ Δεκατιστής».
Δημοσιευμένο τό διήγημα αὐτό πρίν ἀπό 110 χρόνια[4] δέν προσέχτηκε ὅσο ἔπρεπε, ἔτσι τουλάχιστον πιστεύω, ἄν καί ἀποθησαυρίζει πολλά καί ἱκανά στοιχεῖα τοῦ λαϊκοῦ μας πολιτισμοῦ, πού σήμερα ἔχουν χαθεῖ.[5] Ὡστόσο, μέρες πού εἶναι, καλό εἶναι νά τό προσεγγίσουμε δίνοντας ἔμφαση στό γεγονός τῆς Ὀρθόδοξης πνευματικότητος, ἡ ὁποία καί σπονδυλώνει τό διήγημα, προσφέροντας, ὡς βασική προτεραιότητα, τό σωτηριολογικό μήνυμα τῆς Θείας Ἐναθρωπήσεως καί συνακόλουθα τῆς προσωπικῆς ἀναγέννησης τοῦ καθενός μας.
Τό τραγικό ὄντως πρόσωπο τῆς διηγηματογραφικῆς ὑποθέσεως εἶναι ὁ δεκατιστής, αὐτός δηλαδή πού παίρνει τά δέκατα ἀπό τήν παραγωγή τοῦ λαδιοῦ, ὁ κύρ Δημάκης: Ἕνας ξενόφερτος, ἀλλά τετραπέρατος φυγάς ἀπό τό τουρκοκραστούμενο τότε Προμύρι-ἄγνωστο γιά  ποιό λόγο.
Ὁ κύρ Δημάκης, καπάτσος καθώς εἶναι, καταφέρνει μέ ξένα κεφάλαια νά λάβει τήν ἐνοικίαση τῶν ἐλαιοδένδρων τῆς Σκιάθου, μέ ἀπώτερο σκοπό, τήν εἴσπραξη τοῦ δέκα ἐπί τοῖς ἑκατό τοῦ λαδιοῦ τῶν παραγωγῶν-κτηματιῶν τοῦ νησιοῦ.
Μόνο πού ἡ λήψη τῶν δεκάτων τοῦ λαδιοῦ δέν ἦταν πάντα δίκαιη καί ἀκριβής. Χαρακτηριστικά ἀναφέρει ὁ Μωραϊτίδης γιά τήν κλοπή τοῦ παραγομένου λαδιοῦ, λόγω τοῦ μεγάλου μέτρου πού διέθετε, στό νά λαμβάνει ἀπό τήν «κοπάνα»τοῦ ἐλαιοτριβείου τό ἀναλογοῦν δέκατο. [6]
«-Ὀχτώ χιλιάδες (καυχήστηκε ὁ κύρ-Δημάκης, δεκατιστής) ἐμέτρησα σήμερα, κυρά χήρα. Τήν πρώτη δόσι! Τ᾿ ἀκοῦς; τ᾿ ἀκούω, πές!
-Ναί, μά νἄχουμε καί τό νοῦ μας, ἐξηκολούθησεν ἡ χήρα τηγανίζουσα, τό μέτρο εἶναι μεγάλο. Κατάλαβες;
-Καί τί ἤθελες κυρά-χήρα; νά ᾿ναι ξίγκικο;
-Εἶναι, λέει δέκα δράμια μεγαλύτερο ἀπό τίς πέντε ὀκάδες, ὅπως πρέπει νά εἶναι τό μέτρο.
- Ναί, μά νά εἶναι γιά σένανε ὄχι γιά μένανε.
Ὁ δεκατιστής ἰδών ὅτι ἡ χήρα δέν ἠπατᾶτο, ὑπέλαβεν:
-Οὔ, καημένη κυρά χήρα, δέκα δραμια μεγάλη δουλειά!
-Δέκα ἀπό μένα δέκα ἀπό τήν ἄλλη. Κατάλαβες κύρ Δμάκη;»
Καί νά σκεφτεῖ κανένας ὅτι αὐτή τή λαδιά τήν περίμεναν οἱ φτωχοί οἱ νησιῶτες, γιά νά ἐπιλύσουν πολλές ἀπό τίς ἀνάγκες τους. Ὅπως ἡ ἀπροστάτευτη χήρα «ἡ ὁποία ἐκ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ ἀναμένει τήν προστασίαν. Ἡ πτωχή ὀρφανή, ἡ ὁποία μέ τόν καρπόν αὐτόν θ᾿ ἀποκατασταθῇ εἰς τόν κόσμον. Ὁ δύσμοιρος κτηματίας, ὁ ὁποῖος μέ τόν καρπόν αὐτόν θά θρέψῃ τά τέκνα του, ἀναμένοντα ὡς τά μικρά μισιργούδια ἐν τῇ φωλεᾷ των, μέ ἀνοικτά τά στόματα».[7]
Εἶναι γνωστό, τόσο ἀπό τά διηγήματα τοῦ Ἀ. Παπαδιαμάντη, ἀλλά καί ἀπό τά ὅσα ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὁ Μωραϊτίδης πώς στή Σκιάθο ἦλθε καί ἐγκαταστάθηκε μιά ὁμάδα ἀπό  τοκογλύφους, οἱ ὁποῖοι λυμαίνονταν τούς ἀπονήρευτους κτηματίες.[8] Ἡ ἐμφάνιση τῶν ἀνθρώπωπων τούτων τοῦ ἄκρατου συμφεροντισμοῦ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴ μετάθεση τῶν παλαιῶν οἰκονομικῶν μεγεθῶν στό νησί ἀπό τά μέχρι τοῦδε ντόπια πρόσωπα σέ ἄλλα, ξένα. Τοῦτο δέ συνέβη μέ τήν ἀλλαγή, τήν ὁποία ἔφεραν οἱ νεοφερμένοι αὐτοί ἐπιχειρηματίες στή Σκιάθο τοῦ 19ου αἰ.[9]
Μέσα σ᾿ αὐτή, λοιπόν, τήν κοινωνική κοσμογονία πού συντελεῖται στό νησί, ἐμφανίζεται καί ὁ Προμυριώτης τοκογλύφος, ὁ κύρ Δημάκης, μέ πλούσιο σκοτεινό ἐνεργητικό στήν πατρίδα του, τό ὁποῖο ἔμελλε νά τόν ὁδηγήσει στίς φυλακές, «εἰς τόν πυθμένα τῆς Ὀθωμανικῆς εἰρκτῆς ἐν Βόλῳ»[10] λέει ὁ Μωραϊτίδης, ὅμως μέ τήν πονηριά καί τήν καπατσοσύνη του καταφέρνει νά δραπετεύσει στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα, κομμάτι τῆς ὁποίας, ἀπό τό 1830, ἦταν καί ἡ Σκιάθος.
Στή Σκιάθο ἀρχίζει νά βρίσκει πρόσωπα τά ὁποῖα γνωρίζει ἀπό παλιά, ὅπως μακρυνούς συγγενεῖς, τή «γραῖαν Ἀχτίτσα καί τήν νεαράν κόρην της, τήν ὡραίαν Ματώ»[11], τίς ὁποῖες ξεγελοῦσε ἐκμεταλλευόμενος τήν ἀδυναμία τους καί τίς φαντασιώσεις πού εἶχαν, ὅτι τάχα ἦταν πλόυσιος καί πώς ἦταν εὐκαιρία νά τόν κάμουν καί γαμπρό. Ξεγελάστηκαν ὅμως, ὅπως ξεγελάστηκε καί ὁ ἄλλος γνωστός του, ὁ κύρ-Βαρσαμός, ὁ παντοπώλης, ἀπό τό ἀλισβερίσι πού εἶχε μέ «τήν ἀπέναντι θεσσαλικήν χώραν τοῦ Πηλίου, ἵνα προμηθευθῇ πατάτες καί σεσηπότα κάστανα, ἅτινα ἐπώλει εἰς τά λαίμαργα παιδία, μιά πεντάρα τρία».[12] Κι ἄν ἡ Ἀχτίτσα καί τό Ματώ τοῦ προσέφεραν στέγη καί ἀσφάλεια, ὁ Βαρσαμός τοῦ ἔδωσε τά κεφάλαια, ὥστε ν᾿ ἀγοράσει «τά δέκατα», νοικιάζοντας τά ἐλαιόδενδρα τοῦ νησιοῦ κατά τή δημοπρασία. Μόνο πού ὅταν ἄρχισε ν᾿ ἀποκτᾶ δικά του κεφάλαι ὁ Δημάκης παρμέρισε τόν χρηματοδότη καί εὐεργέτη του.
Ἄν τό λάδι, ἕνα ἀπό τά βασικά ἀγροτικά προϊόντα τῆς Σκιάθου τοῦ 19ου αἰ. ἦταν μιά καλή πηγή ἀπόδοσης τῶν ἀναγκαίων ἀγαθῶν γιά τή ζωή τοῦ φτωχοῦ Σκιαθίτη κτηματία, τότε καλό εἶναι νά ὑπολογίσουμε ὅτι καί γιά τούς τολογλύφους καί τούς παρασιτικῶς διαβιοῦντες, κάτι ἀνάλογο ἦταν, μιὰ καλὴ δηλαδὴ πηγή ἐσόδων· καί, μάλιστα, χωρίς νά ἔχουν οἱ ἴδιοι περιουσία ἤ καί κεφάλαια ἀκόμα νά διακινήσουν. Ὅπως ὁ Δημάκης, πού, ἀφοῦ κατάφερε τόν παντοπώλη κύρ-Βαρσαμό νά τόν βοηθήσει στή ἀρχή, μέ τό ἀζημίωτο φυσικά, μετά τόν ἀγνόησε. Καί, μάλιστα, μέ τόν τρόπο του, «παρουσιάσας ἐνώπιον τοῦ κερδαλεόφρονος παντοπώλου ἕν πρόσωπον προβατίνας μόνον, πλαδαρόν, στιλπνόν, ἄκακον»[13].
Ἄν τώρα θελήσουμε νά παρακολουθήσουμε τή δραστηριότητα τοῦ Δημάκη θά παρατηρήσουμε δύό πράγματα.
1. Γιά νά ἐξαπατήσει τούς ἀνταγωνιστές του καὶ νὰ λάβει ὁ ἴδιος, ὕστερα ἀπό δημοπρασία, τὸ δικαίωμα τοῦ δεκατισμοῦ, διέδιδε, ψευδῶς μέν πλήν πειστικῶς, ὅτι ὁ καρπός καστράφηκε, ἡ παραγωγή τοῦ λαδιοῦ θά ἔπεφτε κ. ἄ. πολλά. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς τακτικῆς του ἦταν ἡ ἰσόβια κατακύρωση τῶν δικαιωμάτων του ὡς δεκατιστοῦ τῆς Σκιάθου.
2. Ἐκμεταλλεύεται, γιά τούς δόλιους σκοπούς του μιά χήρα, τήν κόρη της -στήν ὁποία ὑπόσχεται γάμο- κι ἕναν κωφάλαλο. Φυσικά δέν εἶναι μονάχα αὐτά τά πρόσωπα, τά ὁποῖα γίνοται χρήσιμα «ἐργαλεῖα» στά χέρια του. Εἶναι ἕνα χωριό ὁλάκερο, τό ὁποῖο καρποῦται μέ τόν τρόπο του, τρόπο πού κάποτε καταντάει ἔμμεσα καταναγκαστικός.
«-Ἔτσι μαζώνουν τίς ἐλιές; Ἔλεγεν ἐνίοτε εἰς καμμίαν χήραν, ἐλέγχων αὐτήν, διότι ἄφησεν ἴσως καμμίαν ἐλαίαν, κυλισθεῖσαν κάτω, μακράν είς τό ρεῦμα.
-Ἄς πάρῃ καί τό ρέμα! ἀπήντα ἡ χήρα. Ὅλες οἱ δεκατιστῆδες θά τές πάρουν;»[14]
Παραμονές Χριστουγέννων. Ὁ δεκατιστής πάλι παρών στή νέα δημοπρασία, γιά τόν φόρο τοῦ ἐλαιοκάρπου. Μόνο πού αὐτή τή φορά ἔχει ἀπέναντί του ἕναν φιλόδοξο παλιό καραβοκύρη, τόν καπετά-Παρμάκη, ὁ ὁποῖος διεκδικεῖ κι αὐτός τά δέκατα.
Στήν πρώτη δημοπρασία τά πράγματα δέν ἐτελεσφόρησαν, ἐπειδή διετάχθη ἀπό τό ὑπουργεῖο νέα καί ὁριστική δημοπρασία «ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς Ἐπαρχίας... ἥτις θά ἐγίνετο ἐν Σκοπέλῳ τῇ 26ῃ Δεκεβρίου, ἡμέρᾳ Κυριακῇ»[15].
Ὅταν διαβάσουμε τόν Μωραϊτίδη, χωρίς προηγουμένως νά γνωρίζουμε τόν προτρεπτικό χαρακτήρα πού ἔχουν τά διηγήματά του, ὥστε ὁ ἀναγνώστης του νά ἔλθη «εἰς ἑαυτόν» (Λκ. 15, 17) καί νά κοιτάξει νά βρεῖ τό δρόμο τῆς σωτηρίας του, τότε στεκόμαστε μονάχα στό γράμμα καί ὄχι στό πνεῦμα τῆς διηγήσεως. Γιατί σκοπός τοῦ Μ. εἶναι νά προτρέψει τόν κάθε ἀναγνώστη του νά μάθει, κι ὕστερα νά βιώσει, τί ἀκριβῶς ὁ Θεός τοῦ παραχωρεῖ γιά τή σωτηρία του[16]. Ὅπως στόν κακόμοιρο τόν κύρ-Δημάκη, τόν δεκατιστή, ὁ ὁποῖος σέ κάποια κορυφαία στιγμή ἀποτυχίας καί ἀπογοήτευσης γεύεται τήν εὐλογία τῶν Χριστουγέννων μέ τρόπο θαυμαστό καί ἀνέλπιστο. Ὁ Μωραϊτίδης ἐπιδιώκοντας νά δώσει ἔμφαση στήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ ὄντως ἀποτυχημένου καί ἀπεγνωσμένου δεκατιστῆ, ἀφήνει τή διήγησή του νά ἐξελιχτεῖ μέσα στό πραγματικό ἑόρτιο κλῖμα τῶν ἡμερῶν ἐκείνων. Ἄς τόν παρακολουθήσουμε.
Παραμονή Χριστουγέννων, λοιπόν, γύρω στό μεσημέρι. Μιά βάρκα ξεκινᾶ ἀπό τή Σκιάθο γιά τή Σκόπελο, ὅπου τήν Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου θά γινόταν ἡ περιβόητη δημοπρασία γιά τὀ φόρο τοῦ ἐλαιοδεκάτου, αὐτή τή φορά στήν τότε ἕδρα τῆς Ἐπαρχίας, δηλαδή τή Χώρα τῆς Σκοπέλου. Στή βάρκα  συνταξιδεύουν τρία πρόσωπα. Οἱ διεκδικητές τῶν δεκάτων-ἄρα καί ἀναταγωνιστές- καί ὁ βαρκάρης. Σημειώνει δέ ὁ Μωραϊτίδης ὅτι «τά λιμενικά ἔγγραφα εἶχον ἐκδοθῆ ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ καπετάν- Παρμάκη· ὁ κύρ-Δημάκης ἀσφαλῶς ταξίδευε, γιά λόγους οἰκονομίας ἤ καί τσιγκουνιᾶς μέ τόν ἀναταγωνιστή του, χωρίς χαρτιά».
Ἀφοῦ πέρασε κάμποση ὥρα καί βλέποντας πώς εἶχε «πέσει» ὁ ἄνεμος  καί τό καΐκι εἶχε σχεδόν ἀκινητοποιηθεῖ, ἀποφάσισαν νά σταθεῖ ἡ βάρκα σέ κάποιο ἀπό τά νησάκια τῆς θαλάσσιας περιοχῆς, μέ σκοπό νά φᾶνε καί μετά νά συνεχίσουν τό ταξίδι ἴσαμε τόν Ἀγνώντα, τό ὑπήνεμο λιμάνι τῆς Σκοπέλου καί τό πιό σίγουρο ἀπό τό λιμάνι τῆς Χώρας. Ἐντύπωση, μάλιστα, δημιουργεῖ καί  τό ἑξῆς γεγονός·: ὅτι δηλαδή, ἐνῶ ὁ κατά πάντα εὐφυής καί εὔστροφος κύρ-Δημάκης ἔκανε κινήσεις μετρημένες καί ποτέ βιαστικές, αὐτή τή φορά παρασυρμένος ἀπό τό πάθος του νά «γυαλεύει», δηλαδή νά περιφέρεται στίς ἀκρογιαλίες καί τά βράχια γιά νά συλλέγει πεταλίδες, καβούρια, κοχύλια κ. ἄ, μόλις σταμάτησε ἡ βάρκα, βγαίνει γιά νά μαζέψει «ἀκρογιαλά», ὄντας ἐπιδέξιος σέ αὐτόν τόν τομέα, ὥστε  ὅλοι ὅσοι τόν ἔβλεπαν μέ  ἀπορία ἔλεγαν,
- Ὥς καί τήν θάλασσα τήν δεκατίζει αὐτός ὁ δεκατιστής![17]
Ὁ ἀνταγωνιστής τοῦ κύρ-Δημάκη, τοῦ δεκατιστῆ, ὁ καπετάν Παρμάκης ἐκμεταλλευόμενος τήν ἀπομάκρυνση τοῦ συνεπιβάτη του, διατάζει τόν βαρκάρη ν᾿ ἀποπλεύσουν γιά τή Σκόπελο ἀφήνοντας στή νησίδα τόν δεκατιστή «νά κάμῃ Χριστούγεννα μέ τούς καλογέρους».
Ὁ καπετάν Παρμάκης ἀσφαλῶς ἤξερε κάτι πού δέν τό γνώριζε ὁ δεκατιστής. Ὄτι δηλαδή στή νησίδα πού στάθηκαν, ὑπῆρχε ἐρημητήριο μέ ἡσυχαστές πατέρες[18] καί μέ βάρκα πού τή χρησιμοποιοῦσαν γιά τίς ἀνάγκες τους. Γι᾿ αὐτό καί μετά ἀπό ἐπίμονη ἀναζήτηση τοῦ πλοιαρίου μέ τό ὁποῖο θά πήγαινε στή Σκόπελο, ἀλλά καί τῶν συνεπιβατῶν του, ὅταν «ἐκουκουλώθη ὑπότινα σπηλαιώδη βράχον, ριγῶν, πάσχων, ὡς θνήσκουσα  φώκη... (καί) ἀπεκοιμήθη... περί τό μεσονύκτιον... ἤκουσε γλυκύτατον ἦχον μοναστηριακοῦ σημάντρου. Ἀνεμνήσθη ὅτι ἐξημέρωναν Χριστούγεννα· καί θεωρήσας τήν γυμνότητά του ἔκλαυσεν».[19] Κι ἴσως νά ἦταν ἡ πρώτη φορά πού ἔκλαψε βλέποντας καί διαπιστώνοντας τήν παντελῆ του γυμνότητα-ἐξωτερική καί ἐσωτερική. Παράλληλα ὅμως ἐλπίζει πώς μπορεῖ νά εἶναι καμμία βάρκα πού θά τόν ἔφερνε στή Σκιάθο· ἄρα οἱ ἐλπίδες του δέ χάθηκαν.
Τό βέβαιο στήν περίπτωση τοῦ κύρ-Δημάκη ἦταν ὅτι δέ χάθηκε, δέν ἀπόμεινε, χρονιάρα μέρα πού ξεμέρωνε μοναχός του στήν έρημιά, ἀλλά ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐπεφύλαξε κάτι πού ὁ ἴδιος δέν τό εἶδε ὡς εὐλογία, ἄρα κι ὡς μιά περίπτωση πνευματικῆς του ἀναγέννησης, καί, μάλιστα, μιά νύχτα, ὅπως εἶναι ἡ Νύχτα τῶν Χριστουγέννων[20].
Γιά νά δείξει ὁ Μωραϊτίδης τήν σωτήριο ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ στή ζωή τοῦ δεκατιστῆ τοῦ δίνει τήν εὐκαιρία νά ὑπερβεῖ τή μοναξιά καί τήν ἐγκατάλειψη στήν ὁποία τόν ὁδήγησε ὀ κόσμος καί τά συμφέροντα καί τόν εἰσάγει σέ ἔναν ἄλλο κόσμο: τῆς σιωπῆς, τῆς προσευχῆς καί τῆς τέλειας ἐγκατάλειψης στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Παρακολουθοῦμε τίς κρίσμες ἐκεῖνες ὧρες τοῦ κύρ-Δημάκη, ὧρες ὁριακές, κρίσιμες, ἀλλά καί πολύ θεραπευτικὲς γι᾿ αὐτόν[21].
Ἄκούγοντας λοιπόν στήν ἐρημοννησίδα, σέ ὥρα μεσονύχτια καί ἀπελπισμένος τό σήμαντρο ὁδηγούμενος ἀπό τὸν ἦχο φθάνει σιμά σέ κάποιο ἡσυχαστήριο, στό ὁποῖο ἀσκοῦνταν «Ἐρημίτης γέρων, μετά δύο νεωτέρων ὑποτακτικῶν του» καί ἑτοιμάζονταν νά τελέσουν τήν νύχτα ἐκείνη τῆν ἀγρυπνία τῶν Χριστουγέννων.
Μόλις βλέπει ὁ γέροντας τόν κύρ-Δημάκη νά φθάνει στό μοναστηράκι, κι ἀφοῦ μαθαίνει ἀπό τόν ἴδιο τό πάθημά του – «Μέ ἀφήσανε ἔξω, γέροντά μου!», αὐτό ἀναφέρει στόν ἀσκητή, τοῦ ἀπαντᾶ μέ ἡρεμο καί φανερά πνευματικό τρόπο τό ἑξῆς: «Πειρασμός, τέκνον μου, πειρασμός!», γιά νὰ τόν καλέσει στὴ συνέχεια νά ξαποστάσει καί νά ζεσταθεῖ, «διότι ἔβλεπε αὐτόν τρέμοντα ἀπό τοῦ ψύχους».
Πολλοί θά ἤθελαν νά βρεθοῦν τή νύχτα τῶν Χριστουγέννων σέ ἔνα ταπεινό μοναστηράκι μέ λιγοστό, ταπεινό καί φιλέορτο ἐκκλησίασμα, ὅπου πραγματικά νοιώθεις τό τί ἀκριβῶς ξημερώνει καί γιατί ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ μεταγγίζεται στίς ψυχές. Μάλιστα γιά νὰ μᾶς μεταφέρει ὁ Μωραϊτίδης τό γνήσιο, ἁπλό καί ἁγιασμένο κλῖμα τῆς ἑορτῆς, μᾶς δίνει περιγραφές εὐκατάνυκτου ὕφους καί ἀπαράμιλλου κάλλους. «Ἠσπάσθη ὁ κύρ-Δημάκης τήν "Γέννησιν" ἀνακειμένην ἐν μέσῳ κλαδίσκων φασκομηλέας ἐπί χρυσοϋφάντου ποδιᾶς... Κατ᾿ εὐθεῖαν προχωρεῖ πρός τό ἅγιον Βῆμα καί προκύπτει πρός τά ἔνδον, ἵνα ἐρωτήσῃ τόν Γέροντα περί τῆς λέμβου. Ἀλλ᾿ ἰδών αὐτόν ἐν μέσῳ νεφέλης θυμιάματος, πολιόν, ὁλόχρυσον, αἰγλήεντα ὡς φεγγοβολοῦσαν λαμπάδα, κύπτοντα ἐνώπιον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, κατεπλάγη τόσον ὑπό ξένου, μυστικοῦ φόβου, ὥστε δέν ἐτόλμησε νά ὁμιλήσῃ...».
Μόνο ὁ δεκατιστής δέ μποροῦσε νά ἡσυχάσει καί συνεχῶς ρωτᾶ ἄν πρόκειται νάρθει καμμία βάρκα, ὥστε ν᾿ ἀποδράσει ἀπό τόν παραδείσιο ἐκεῖνο τόπο τῆς ἡσυχίας, τῆς ἀσκήσεως καί τῆς περισυλλογῆς καί νά βρεθεῖ ξανά στόν κόσμο του: τῶν δεκάτων, τῶν σκληρῶν ἀνταγωνισμῶν καί τῆς ἀδικίας, πού τήν ὑπηρετοῦν τά συμφέροντα τῶν ἀνθρώπων.
Ἐντύπωση πάντως δημιουργεῖ ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀντιμετωπίζουν οἱ σώφονες ἐρημῖτες τόν ἀνήσυχο καί σκυθρωπό Δημάκη, τοῦ ὁποίου ὁ νοῦς ἦταν στά δέκατα καί στή δημοπρασία πού θά γινόταν στή Σκόπελο.
-Θα ᾿ρθῆ λοιπόν βάρκα αὔριο!   
-Κατά τόν καιρό!
Εἶναι γνωστή ἡ φειδωλή καί μετρημένη στάση τῶν ἀσκητῶν, ἡ ὁποία καί γίνεται ὁπωσδήποτε συμβουλευτική στάση ζωῆς στούς κοσμικούς· σέ ὅσους δηλαδή ἐπιθυμοῦν νά λάβουν μέσ ᾿ ἀπό τά λόγια τῶν ἔνθεων πατέρων λόγο ψυχωφελείας καί καταρτισμοῦ.
          Δυστυχῶς ὁ κύρ-Δημάκης δέν κατόρθωσε νά βιώσει τή σωτήρια καί πανίερο θαλπωρή τῆς ἐρημίας, ὥστε νά γιορτάσει θεοφιλῶς τά Χριστούγεννα, ὅπως οἱ ἀσκητές, «οἱ ὁποῖοι εἰς τήν ἐπέραστον καί κρυφὴν ἐκείνην γωνίαν τοῦ Παραδείσου», ἀμέσως μετά τήν κατανυκτική Θεία Λειτουργία παρέθεσαν «ἐν τῷ κελλίῳ τοῦ Γέροντος, ἐνώπιον τοῦ Ἐσταυρωμένου, πανηγυρικὴν τράπεζαν, εὐωδιάζουσαν μύρα ἀσκήσεως καί ἀπράγμονος βίου», γιατί τόν βασάνιζε ἡ πίκρα πού ἔχασε τή δημοπρασία. Καί τό χειρότερο, «ὁ καιρός <ἦτο εἰς τόν μάστορη>[22] κατά τήν κοινήν ἔκφρασιν», ἀφοῦ ἔγινε μαΐστρος, χιονιστής.
Τέλος, ἀφοῦ ἀπογοητεύτηκε πλήρως ὁ δεκατιστής, γιατί ἦταν ἀδύνατο νά φύγει ἀπό τή νησίδα, αὐτοπαρηγορούμενος, κι ἴσως ἀρχίζοντας νά καταλαβαίνει τή ρευστότητα τῶν ἐφήμερων πραγμάτων, λέει στόν Γέροντα,
-Ἄς τά πάρουν κι ἄλλοι, γέροντά μου, νά ἰδοῦν τή γλύκα!
Γιά νά λάβει τήν ὀρθή ἀπάντηση:
-Τώρα εἶπες καλά τέκνον μου.
Νά μετανόησε, ἄραγε; Αὐτό, φυσικὰ, μόνο ὁ Θεός κι ὁ ἴδιος τό γνώριζαν. Τό βέβαιο πάντως εἶναι πώς μετά τήν ἐπιστροφή του στή Σκιάθο ὅλοι τόν χάνουν ἐντελῶς.

Χριστούγεννα 2004-Φθινόπωρο 2005



[1]  Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, «Χριστούγεννα στό Ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθω», στόν συλλογικό τόμο Χριστούγεννα, Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1982, σελ.56-81
[2] Τόν Παπαδιαμάντη γιά τά 150 χρόνια ἀπό τή γέννησή του τόν θυμήθηκαν, τόν λιβάνισαν ἀρκετά, τόν ἔβγαλαν καί στό παζάρι-λές καί τἄθελε ὅλ᾿ αὐτά ἐκεῖνος ὁ μακάριος-τόν χαραχτήρισαν, ὅπως τόν χαραχτήρισαν, καί μέ λίγα λόγια τόν τίμησαν δεόντως. Τόν ἄλλον Ἀλέξανδρο, τόν Μωραϊτίδη, «τό ὁμόπλουν πλοῖον», ὅπως θά ἔλεγε κι ὁ Ν. Γ. Πεντζίκης, αὐτόν τόν λησμόνησαν κι ἄς συμπλήρωνε τό 2000, 150 χρόνια ἀπό τή γέννησή του. Μακαριστέ, Χρῆστο Χειμῶνα, ἐσύ πού μόνος θυμήθηκες κι ἐκείνη τήν ἐπέτειο, γιατί βιάστηκες ν᾿  ἀναχωρήσεις;
[3] Ἀναφερόμενος ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό μέγα Μυστήριο τῆς Ἐναθρωπήσεως τοῦ Κυρίου σημειώνει μεταξύ τῶν ἄλλων καί τά ἑξῆς: «Μή παύσης, άδελφέ, δοξολογῶν τόν γεννηθέντα Χριστόν.....Πρόλαβε δέ καί νά τόν ἀπαντήσῃς ἐξ οὐρανοῦ κατερχόμενον διά τῆς πρός αὐτόν θεωρίας. Ὑψώθητι ἀπό τῆς γῆς καί τῶν γηίνων, διά τήν ἀγάπηνν τοῦ διά σέ ἐπί γῆς κατελθόντος». εἰς π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, «Χριστούγεννα στό Ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθω», στόν τόμο Χριστούγεννα, Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1982, σελ. 71
[4] Τό διήγημα αὐτό πρωτοδημοσιεύτηκε στήν ἐφημερίδα Νέα Ἐφημερίδα, στίς 2-3 Ἰανουαρίου 1894.Βλ. Ἀλ. Μωραϊτίδου, Τά διηγήματα, ἐπιμ. Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, τόμος Β΄ ἐκδ. Γνώση καί Στιγμή, Ἀθήνα 1991, σελ. 354.
[5] Ἀναφέρομαι στή λειτουργία τῶν παλιῶν χειροκίνητων ἐλαιοτριβίων, " τῶν ταλιαγριῶν", ὅπως τἀ λέγανε στή Σκιάθο ἤ «καλιαγριῶν», στή γειτονική Σκόπελο. Περισσότερα βλ. π. Κ. Ν. Καλλιανός, Σκοπελίτικα λαογραφικά θέματα, Τά παλιά ἐλαιοτριβεῖα τοῦ Κλήματος, Θεσσαλικό Ἠμερολόγιο, τ. 39 (2001), σελ. 275-288. 
[6]  Ὁ Δεκατιστής, ὅπ.παρ., σελ. 103-104
[7] Ἀ. Μωραϊτίδη, Ὁ δεκατιστής, σελ. 96.
[8] Βλ. Ἀλ. Μωραίτίδη, Τά Βακούφικα, εἰς Τά Διηγήματα, τ. Α΄ ἐκδ.  Ἀθήνα 199 σελ.
[9] Περισσότερα γιά τό ζήτημα αὐτό βλ. στή διδ. διατριβή τῆς Ροδάνθης Βαλερά- Κουνάβα, Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929), Βιβλιογονία, Ἀθήνα 1996, σελ. 158-161 βλ. ἐπίσης καί Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, Ἀλληλογραφία, εἰσαγωγή-ἐπιμέλεια Ἐμμ. Μοσχονᾶς, Ὀσυσσέας, Ἀθήνα 1981, σελ. ιϛ΄ ἑξ.
[10] Ἀλ. Μωραϊτίδη, Ὁ δεκατιστής, ὅπ.παρ. σελ.90.
[11]  Ὁ δεκατιστής, ὅπ.παρ., σελ. 92.
[12]  Ὁ δεκατιστής, ὅπ. παρ. σελ. 92.
[13] Ὁ δεκατιστής, ὅπ. παρ. σελ. 94-95.
[14] Ὁ δεκατιστής, ὅπ.παρ. σελ. 99.
[15] Ὁ δεκατιστής, ὅπ.παρ. σελ. 114.
[16] Ἀκολουθώντας ὁ Μωραϊτίδης τό δρόμο τῆς Ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας πού βασίζεται στόν Κυριακό λόγο «οὐ γάρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός τόν Υἱόν αὐτοῦ εἰς τόν κόσμον ἵνα κρίνῃ τόν κόσμον, ἀλλ᾿ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ» (Ἰω. 3, 17), κοιτάζει μέσω τῶν διηγημάτων του νά προτρέψῃ τόν ἀναγνώστη του γιά μιά προσπάπεια ἐπιστροφῆς βλ. τό πολύ καλό βιβλίο τοῦ π. Νεκταρίου Ἀντωνοπούλου, Ἡ ἐπιστροφή, Ἀκρίτας, Ἀθήνα.
[17] Ὁ δεκατιστής, ὅπ. παρ. σελ. 122.
[18] Ποιητικῷ τῷ τρόπῳ  Μωραϊτίδης ἀναφέρει ὅτι ἡ νησίδα μέ τό ἡσυχαστήριο, τό ὁποῖο ἦταν ἀγιορείτικο μετόχι (σελ. 131), βρισκόταν σέ κάποιο ἀπό τά νησάκια μεταξύ Σκιάθου καί Σκοπέλου. Έπειδή ὁ Μωραϊτίδης, ὅπως ἔχουμε κι ἄλλα παραδείγματα, καταθέτει στά γραπτά του τά προσωπικά του βιώματα, πιστεύω ὅτι κατι παρόμοιο θά εἶχε συναντήσει, καί ἀσφαλῶς ζήσει,  σέ κάποιο ἀπό τά Ἐρημόννησα τῶν Βορείων Σποράδων, πού ἀνῆκε στό Ἅγιον Ὄρος. Βλ. καί τήν ὑπό δημοσίευση μελέτη μου, Τά Άθωνικά Μετόχια τῶν Βορείων Σποράδων καί ἡ συμβολή τους στήν Ὀρθόδοξη πνευματική διαμόρφωση τῶν νησιωτῶν.
[19] Ὁ δεκατιστής, ὅπ. παρ. σελ. 129-130
[20] Εἶναι, πιστεύω, πολύ χρήσιμο νά μνημονευτεῖ ἐδῶ τό παρακάτω τροπάριο τοῦ Κανόνος τῶν Χριστουγέννων, γιά νά καταλάβει ὁ φιλόθεος ἀναγνώστης τό σωτηριολογικό περιέχομενο τῆς γιορτῆς. «Ἰδών ὁ Κτίστης ὀλύμενον/τόν ἄνθρωπον χερσίν ὅν ἐποίησε»
[21] Ὁ δεκατιστής, σελ. 130-136.
[22] Μέχρι σήμερα, ὅταν ἀρχίζει χιονιᾶς, ἀκούγεται ἀπὸ τοὺς παλιοὺς νησιῶτες παροιμιώδης αὐτὴ φράση, ὡς ἑξῆς «τοὺ ν᾿ ἔχ᾿ στοὺ μάστουρα τοὺ γκιρὸ».

Related Posts with Thumbnails