© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Η ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ή ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΗ «Ο ΔΕΚΑΤΙΣΤΗΣ»

Στὸν Π. Β. Πάσχο, μέ ὅλο μου τό σεβασμό  καί τήν ἀγάπη

Καθένας, πιστεύω, πού θά ἤθελε νά βιώσει τή Γιορτή τῶν Χριστουγέννων, θά ἐπιθυμοῦσε αὐτές τίς ἅγιες ὧρες νά βρεθεῖ σέ εὐλογημένους χώρους ὅπου ἡ εἰρήνη καί ἡ ἡσυχία, μαζί μέ τήν κατάνυξη καί τή λειτουργική ζωή, θεραπεύουν τίς πληγές τῶν μαχαιριῶν τοῦ κόσμου, πού αἱμάσσουν μέσα του, καί διδάσκουν τήν ψυχή, τό πῶς «δεῖ ἑορτάζειν πανηγυρικῶς καί οὐχί κοσμικῶς». Καί δέ γνωρίζω πόσοι ἀπό μᾶς θά ἐπιθυμοῦσαν νά βρεθοῦν στό σπήλαιο πού ἀναφέρει ὁ μακαριστὸς Γέροντας Θεόκλητος ὁ Διονυσιάτης στό πολύ σπουδαῖο καί θεολογικά ἄρτιο κείμενό του, «Χριστούγεννα στόν Ἄθω» [1] ἤ σέ κάποιο ταπεινό ξωκκλῆσι, ὅπως ὁ Χριστός στό Κάστρο τῆς Παπαδιαμαντικῆς καί Μωραϊτίδειας Σκιάθου, γιά νὰ γιορτάσουν ἥρεμα κι εὐλογημένα τό Μέγα καί Παράδοξον θαῦμα τῆς  τοῦ Χριστοῦ μας Ἐνανθρωπήσεως. Πιστεύω ὅμως πώς, στά χρόνια μας, αὐτοί πού θά ἐπέλεγαν νά πανηγυρίσουν ἁπλά καί θεοφιλῶς τά Χριστούγεννα εἶναι οἱ λιγοστοί ταπεινοί πιστοί, πού δέν ἀναπαύονται μέσα στίς πολυθόρυβες πόλεις, ἀλλά ἐπιζητοῦν καί ἐπιθυμοῦν νἀ βρεθοῦν (μάλιστα, προσεύχονται γιά νά τούς χαρίσει ὁ Θεός μιά τέτοια εὐκαιρία), σέ κάποιο ἐρημικό μοναστηράκι, ἀπέριττο, στολισμένο μονάχα μέ τίς ἀρετές καί τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τῶν ἐν αὐτῷ ἐνοικούντων Πατέρων ἤ Μητέρων.
Ὅσοι πλησιάσουν τοῦτες τίς ἑόρτιες ὧρες τά εὐλογημένα γραπτά τοῦ Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη, αὐτοῦ δηλαδή τοῦ ξεχασμένου Σκιαθίτη λογίου[2], νοιώθουν μέσα σέ τούτη τήν κοσμική παγωνιά, ἐκείνη τήν  οἰκεία θαλπωρή πού ἐξασφαλίζει τήν εἰρήνη, τήν εὐφροσύνη καί τή βιωματική προσέγγιση τῆς γιορτῆς. Γιατί, ἄν δέ βεβαιωθεῖς, πώς μέσα στή γιορτή τῶν Χριστουγέννων συντελεῖται μιά κοσμογονική ἀλλαγή τοῦ εἶναι σου, τότε τά πράγματα φαίνεται πώς λειτουργοῦν γιά σένα κάπως περίεργα.[3]
Ἕνα ἀπό τά πλέον κορυφαῖα μνημεῖα τοῦ Ἕλληνος λόγου, στά ὁποῖα συναντᾶται ἡ λαογραφία, ἡ κοινωνιολογική θεώρηση τῆς Σκιάθου τοῦ τέλους τοῦ 19ου αἰ, ἀλλά καί ἡ Ὀρθόδοξη πνευματική ζωή, εἶναι καί τό διήγημα τοῦ Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη, «Ὁ Δεκατιστής».
Δημοσιευμένο τό διήγημα αὐτό πρίν ἀπό 110 χρόνια[4] δέν προσέχτηκε ὅσο ἔπρεπε, ἔτσι τουλάχιστον πιστεύω, ἄν καί ἀποθησαυρίζει πολλά καί ἱκανά στοιχεῖα τοῦ λαϊκοῦ μας πολιτισμοῦ, πού σήμερα ἔχουν χαθεῖ.[5] Ὡστόσο, μέρες πού εἶναι, καλό εἶναι νά τό προσεγγίσουμε δίνοντας ἔμφαση στό γεγονός τῆς Ὀρθόδοξης πνευματικότητος, ἡ ὁποία καί σπονδυλώνει τό διήγημα, προσφέροντας, ὡς βασική προτεραιότητα, τό σωτηριολογικό μήνυμα τῆς Θείας Ἐναθρωπήσεως καί συνακόλουθα τῆς προσωπικῆς ἀναγέννησης τοῦ καθενός μας.
Τό τραγικό ὄντως πρόσωπο τῆς διηγηματογραφικῆς ὑποθέσεως εἶναι ὁ δεκατιστής, αὐτός δηλαδή πού παίρνει τά δέκατα ἀπό τήν παραγωγή τοῦ λαδιοῦ, ὁ κύρ Δημάκης: Ἕνας ξενόφερτος, ἀλλά τετραπέρατος φυγάς ἀπό τό τουρκοκραστούμενο τότε Προμύρι-ἄγνωστο γιά  ποιό λόγο.
Ὁ κύρ Δημάκης, καπάτσος καθώς εἶναι, καταφέρνει μέ ξένα κεφάλαια νά λάβει τήν ἐνοικίαση τῶν ἐλαιοδένδρων τῆς Σκιάθου, μέ ἀπώτερο σκοπό, τήν εἴσπραξη τοῦ δέκα ἐπί τοῖς ἑκατό τοῦ λαδιοῦ τῶν παραγωγῶν-κτηματιῶν τοῦ νησιοῦ.
Μόνο πού ἡ λήψη τῶν δεκάτων τοῦ λαδιοῦ δέν ἦταν πάντα δίκαιη καί ἀκριβής. Χαρακτηριστικά ἀναφέρει ὁ Μωραϊτίδης γιά τήν κλοπή τοῦ παραγομένου λαδιοῦ, λόγω τοῦ μεγάλου μέτρου πού διέθετε, στό νά λαμβάνει ἀπό τήν «κοπάνα»τοῦ ἐλαιοτριβείου τό ἀναλογοῦν δέκατο. [6]
«-Ὀχτώ χιλιάδες (καυχήστηκε ὁ κύρ-Δημάκης, δεκατιστής) ἐμέτρησα σήμερα, κυρά χήρα. Τήν πρώτη δόσι! Τ᾿ ἀκοῦς; τ᾿ ἀκούω, πές!
-Ναί, μά νἄχουμε καί τό νοῦ μας, ἐξηκολούθησεν ἡ χήρα τηγανίζουσα, τό μέτρο εἶναι μεγάλο. Κατάλαβες;
-Καί τί ἤθελες κυρά-χήρα; νά ᾿ναι ξίγκικο;
-Εἶναι, λέει δέκα δράμια μεγαλύτερο ἀπό τίς πέντε ὀκάδες, ὅπως πρέπει νά εἶναι τό μέτρο.
- Ναί, μά νά εἶναι γιά σένανε ὄχι γιά μένανε.
Ὁ δεκατιστής ἰδών ὅτι ἡ χήρα δέν ἠπατᾶτο, ὑπέλαβεν:
-Οὔ, καημένη κυρά χήρα, δέκα δραμια μεγάλη δουλειά!
-Δέκα ἀπό μένα δέκα ἀπό τήν ἄλλη. Κατάλαβες κύρ Δμάκη;»
Καί νά σκεφτεῖ κανένας ὅτι αὐτή τή λαδιά τήν περίμεναν οἱ φτωχοί οἱ νησιῶτες, γιά νά ἐπιλύσουν πολλές ἀπό τίς ἀνάγκες τους. Ὅπως ἡ ἀπροστάτευτη χήρα «ἡ ὁποία ἐκ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ ἀναμένει τήν προστασίαν. Ἡ πτωχή ὀρφανή, ἡ ὁποία μέ τόν καρπόν αὐτόν θ᾿ ἀποκατασταθῇ εἰς τόν κόσμον. Ὁ δύσμοιρος κτηματίας, ὁ ὁποῖος μέ τόν καρπόν αὐτόν θά θρέψῃ τά τέκνα του, ἀναμένοντα ὡς τά μικρά μισιργούδια ἐν τῇ φωλεᾷ των, μέ ἀνοικτά τά στόματα».[7]
Εἶναι γνωστό, τόσο ἀπό τά διηγήματα τοῦ Ἀ. Παπαδιαμάντη, ἀλλά καί ἀπό τά ὅσα ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὁ Μωραϊτίδης πώς στή Σκιάθο ἦλθε καί ἐγκαταστάθηκε μιά ὁμάδα ἀπό  τοκογλύφους, οἱ ὁποῖοι λυμαίνονταν τούς ἀπονήρευτους κτηματίες.[8] Ἡ ἐμφάνιση τῶν ἀνθρώπωπων τούτων τοῦ ἄκρατου συμφεροντισμοῦ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴ μετάθεση τῶν παλαιῶν οἰκονομικῶν μεγεθῶν στό νησί ἀπό τά μέχρι τοῦδε ντόπια πρόσωπα σέ ἄλλα, ξένα. Τοῦτο δέ συνέβη μέ τήν ἀλλαγή, τήν ὁποία ἔφεραν οἱ νεοφερμένοι αὐτοί ἐπιχειρηματίες στή Σκιάθο τοῦ 19ου αἰ.[9]
Μέσα σ᾿ αὐτή, λοιπόν, τήν κοινωνική κοσμογονία πού συντελεῖται στό νησί, ἐμφανίζεται καί ὁ Προμυριώτης τοκογλύφος, ὁ κύρ Δημάκης, μέ πλούσιο σκοτεινό ἐνεργητικό στήν πατρίδα του, τό ὁποῖο ἔμελλε νά τόν ὁδηγήσει στίς φυλακές, «εἰς τόν πυθμένα τῆς Ὀθωμανικῆς εἰρκτῆς ἐν Βόλῳ»[10] λέει ὁ Μωραϊτίδης, ὅμως μέ τήν πονηριά καί τήν καπατσοσύνη του καταφέρνει νά δραπετεύσει στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα, κομμάτι τῆς ὁποίας, ἀπό τό 1830, ἦταν καί ἡ Σκιάθος.
Στή Σκιάθο ἀρχίζει νά βρίσκει πρόσωπα τά ὁποῖα γνωρίζει ἀπό παλιά, ὅπως μακρυνούς συγγενεῖς, τή «γραῖαν Ἀχτίτσα καί τήν νεαράν κόρην της, τήν ὡραίαν Ματώ»[11], τίς ὁποῖες ξεγελοῦσε ἐκμεταλλευόμενος τήν ἀδυναμία τους καί τίς φαντασιώσεις πού εἶχαν, ὅτι τάχα ἦταν πλόυσιος καί πώς ἦταν εὐκαιρία νά τόν κάμουν καί γαμπρό. Ξεγελάστηκαν ὅμως, ὅπως ξεγελάστηκε καί ὁ ἄλλος γνωστός του, ὁ κύρ-Βαρσαμός, ὁ παντοπώλης, ἀπό τό ἀλισβερίσι πού εἶχε μέ «τήν ἀπέναντι θεσσαλικήν χώραν τοῦ Πηλίου, ἵνα προμηθευθῇ πατάτες καί σεσηπότα κάστανα, ἅτινα ἐπώλει εἰς τά λαίμαργα παιδία, μιά πεντάρα τρία».[12] Κι ἄν ἡ Ἀχτίτσα καί τό Ματώ τοῦ προσέφεραν στέγη καί ἀσφάλεια, ὁ Βαρσαμός τοῦ ἔδωσε τά κεφάλαια, ὥστε ν᾿ ἀγοράσει «τά δέκατα», νοικιάζοντας τά ἐλαιόδενδρα τοῦ νησιοῦ κατά τή δημοπρασία. Μόνο πού ὅταν ἄρχισε ν᾿ ἀποκτᾶ δικά του κεφάλαι ὁ Δημάκης παρμέρισε τόν χρηματοδότη καί εὐεργέτη του.
Ἄν τό λάδι, ἕνα ἀπό τά βασικά ἀγροτικά προϊόντα τῆς Σκιάθου τοῦ 19ου αἰ. ἦταν μιά καλή πηγή ἀπόδοσης τῶν ἀναγκαίων ἀγαθῶν γιά τή ζωή τοῦ φτωχοῦ Σκιαθίτη κτηματία, τότε καλό εἶναι νά ὑπολογίσουμε ὅτι καί γιά τούς τολογλύφους καί τούς παρασιτικῶς διαβιοῦντες, κάτι ἀνάλογο ἦταν, μιὰ καλὴ δηλαδὴ πηγή ἐσόδων· καί, μάλιστα, χωρίς νά ἔχουν οἱ ἴδιοι περιουσία ἤ καί κεφάλαια ἀκόμα νά διακινήσουν. Ὅπως ὁ Δημάκης, πού, ἀφοῦ κατάφερε τόν παντοπώλη κύρ-Βαρσαμό νά τόν βοηθήσει στή ἀρχή, μέ τό ἀζημίωτο φυσικά, μετά τόν ἀγνόησε. Καί, μάλιστα, μέ τόν τρόπο του, «παρουσιάσας ἐνώπιον τοῦ κερδαλεόφρονος παντοπώλου ἕν πρόσωπον προβατίνας μόνον, πλαδαρόν, στιλπνόν, ἄκακον»[13].
Ἄν τώρα θελήσουμε νά παρακολουθήσουμε τή δραστηριότητα τοῦ Δημάκη θά παρατηρήσουμε δύό πράγματα.
1. Γιά νά ἐξαπατήσει τούς ἀνταγωνιστές του καὶ νὰ λάβει ὁ ἴδιος, ὕστερα ἀπό δημοπρασία, τὸ δικαίωμα τοῦ δεκατισμοῦ, διέδιδε, ψευδῶς μέν πλήν πειστικῶς, ὅτι ὁ καρπός καστράφηκε, ἡ παραγωγή τοῦ λαδιοῦ θά ἔπεφτε κ. ἄ. πολλά. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς τακτικῆς του ἦταν ἡ ἰσόβια κατακύρωση τῶν δικαιωμάτων του ὡς δεκατιστοῦ τῆς Σκιάθου.
2. Ἐκμεταλλεύεται, γιά τούς δόλιους σκοπούς του μιά χήρα, τήν κόρη της -στήν ὁποία ὑπόσχεται γάμο- κι ἕναν κωφάλαλο. Φυσικά δέν εἶναι μονάχα αὐτά τά πρόσωπα, τά ὁποῖα γίνοται χρήσιμα «ἐργαλεῖα» στά χέρια του. Εἶναι ἕνα χωριό ὁλάκερο, τό ὁποῖο καρποῦται μέ τόν τρόπο του, τρόπο πού κάποτε καταντάει ἔμμεσα καταναγκαστικός.
«-Ἔτσι μαζώνουν τίς ἐλιές; Ἔλεγεν ἐνίοτε εἰς καμμίαν χήραν, ἐλέγχων αὐτήν, διότι ἄφησεν ἴσως καμμίαν ἐλαίαν, κυλισθεῖσαν κάτω, μακράν είς τό ρεῦμα.
-Ἄς πάρῃ καί τό ρέμα! ἀπήντα ἡ χήρα. Ὅλες οἱ δεκατιστῆδες θά τές πάρουν;»[14]
Παραμονές Χριστουγέννων. Ὁ δεκατιστής πάλι παρών στή νέα δημοπρασία, γιά τόν φόρο τοῦ ἐλαιοκάρπου. Μόνο πού αὐτή τή φορά ἔχει ἀπέναντί του ἕναν φιλόδοξο παλιό καραβοκύρη, τόν καπετά-Παρμάκη, ὁ ὁποῖος διεκδικεῖ κι αὐτός τά δέκατα.
Στήν πρώτη δημοπρασία τά πράγματα δέν ἐτελεσφόρησαν, ἐπειδή διετάχθη ἀπό τό ὑπουργεῖο νέα καί ὁριστική δημοπρασία «ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς Ἐπαρχίας... ἥτις θά ἐγίνετο ἐν Σκοπέλῳ τῇ 26ῃ Δεκεβρίου, ἡμέρᾳ Κυριακῇ»[15].
Ὅταν διαβάσουμε τόν Μωραϊτίδη, χωρίς προηγουμένως νά γνωρίζουμε τόν προτρεπτικό χαρακτήρα πού ἔχουν τά διηγήματά του, ὥστε ὁ ἀναγνώστης του νά ἔλθη «εἰς ἑαυτόν» (Λκ. 15, 17) καί νά κοιτάξει νά βρεῖ τό δρόμο τῆς σωτηρίας του, τότε στεκόμαστε μονάχα στό γράμμα καί ὄχι στό πνεῦμα τῆς διηγήσεως. Γιατί σκοπός τοῦ Μ. εἶναι νά προτρέψει τόν κάθε ἀναγνώστη του νά μάθει, κι ὕστερα νά βιώσει, τί ἀκριβῶς ὁ Θεός τοῦ παραχωρεῖ γιά τή σωτηρία του[16]. Ὅπως στόν κακόμοιρο τόν κύρ-Δημάκη, τόν δεκατιστή, ὁ ὁποῖος σέ κάποια κορυφαία στιγμή ἀποτυχίας καί ἀπογοήτευσης γεύεται τήν εὐλογία τῶν Χριστουγέννων μέ τρόπο θαυμαστό καί ἀνέλπιστο. Ὁ Μωραϊτίδης ἐπιδιώκοντας νά δώσει ἔμφαση στήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ ὄντως ἀποτυχημένου καί ἀπεγνωσμένου δεκατιστῆ, ἀφήνει τή διήγησή του νά ἐξελιχτεῖ μέσα στό πραγματικό ἑόρτιο κλῖμα τῶν ἡμερῶν ἐκείνων. Ἄς τόν παρακολουθήσουμε.
Παραμονή Χριστουγέννων, λοιπόν, γύρω στό μεσημέρι. Μιά βάρκα ξεκινᾶ ἀπό τή Σκιάθο γιά τή Σκόπελο, ὅπου τήν Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου θά γινόταν ἡ περιβόητη δημοπρασία γιά τὀ φόρο τοῦ ἐλαιοδεκάτου, αὐτή τή φορά στήν τότε ἕδρα τῆς Ἐπαρχίας, δηλαδή τή Χώρα τῆς Σκοπέλου. Στή βάρκα  συνταξιδεύουν τρία πρόσωπα. Οἱ διεκδικητές τῶν δεκάτων-ἄρα καί ἀναταγωνιστές- καί ὁ βαρκάρης. Σημειώνει δέ ὁ Μωραϊτίδης ὅτι «τά λιμενικά ἔγγραφα εἶχον ἐκδοθῆ ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ καπετάν- Παρμάκη· ὁ κύρ-Δημάκης ἀσφαλῶς ταξίδευε, γιά λόγους οἰκονομίας ἤ καί τσιγκουνιᾶς μέ τόν ἀναταγωνιστή του, χωρίς χαρτιά».
Ἀφοῦ πέρασε κάμποση ὥρα καί βλέποντας πώς εἶχε «πέσει» ὁ ἄνεμος  καί τό καΐκι εἶχε σχεδόν ἀκινητοποιηθεῖ, ἀποφάσισαν νά σταθεῖ ἡ βάρκα σέ κάποιο ἀπό τά νησάκια τῆς θαλάσσιας περιοχῆς, μέ σκοπό νά φᾶνε καί μετά νά συνεχίσουν τό ταξίδι ἴσαμε τόν Ἀγνώντα, τό ὑπήνεμο λιμάνι τῆς Σκοπέλου καί τό πιό σίγουρο ἀπό τό λιμάνι τῆς Χώρας. Ἐντύπωση, μάλιστα, δημιουργεῖ καί  τό ἑξῆς γεγονός·: ὅτι δηλαδή, ἐνῶ ὁ κατά πάντα εὐφυής καί εὔστροφος κύρ-Δημάκης ἔκανε κινήσεις μετρημένες καί ποτέ βιαστικές, αὐτή τή φορά παρασυρμένος ἀπό τό πάθος του νά «γυαλεύει», δηλαδή νά περιφέρεται στίς ἀκρογιαλίες καί τά βράχια γιά νά συλλέγει πεταλίδες, καβούρια, κοχύλια κ. ἄ, μόλις σταμάτησε ἡ βάρκα, βγαίνει γιά νά μαζέψει «ἀκρογιαλά», ὄντας ἐπιδέξιος σέ αὐτόν τόν τομέα, ὥστε  ὅλοι ὅσοι τόν ἔβλεπαν μέ  ἀπορία ἔλεγαν,
- Ὥς καί τήν θάλασσα τήν δεκατίζει αὐτός ὁ δεκατιστής![17]
Ὁ ἀνταγωνιστής τοῦ κύρ-Δημάκη, τοῦ δεκατιστῆ, ὁ καπετάν Παρμάκης ἐκμεταλλευόμενος τήν ἀπομάκρυνση τοῦ συνεπιβάτη του, διατάζει τόν βαρκάρη ν᾿ ἀποπλεύσουν γιά τή Σκόπελο ἀφήνοντας στή νησίδα τόν δεκατιστή «νά κάμῃ Χριστούγεννα μέ τούς καλογέρους».
Ὁ καπετάν Παρμάκης ἀσφαλῶς ἤξερε κάτι πού δέν τό γνώριζε ὁ δεκατιστής. Ὄτι δηλαδή στή νησίδα πού στάθηκαν, ὑπῆρχε ἐρημητήριο μέ ἡσυχαστές πατέρες[18] καί μέ βάρκα πού τή χρησιμοποιοῦσαν γιά τίς ἀνάγκες τους. Γι᾿ αὐτό καί μετά ἀπό ἐπίμονη ἀναζήτηση τοῦ πλοιαρίου μέ τό ὁποῖο θά πήγαινε στή Σκόπελο, ἀλλά καί τῶν συνεπιβατῶν του, ὅταν «ἐκουκουλώθη ὑπότινα σπηλαιώδη βράχον, ριγῶν, πάσχων, ὡς θνήσκουσα  φώκη... (καί) ἀπεκοιμήθη... περί τό μεσονύκτιον... ἤκουσε γλυκύτατον ἦχον μοναστηριακοῦ σημάντρου. Ἀνεμνήσθη ὅτι ἐξημέρωναν Χριστούγεννα· καί θεωρήσας τήν γυμνότητά του ἔκλαυσεν».[19] Κι ἴσως νά ἦταν ἡ πρώτη φορά πού ἔκλαψε βλέποντας καί διαπιστώνοντας τήν παντελῆ του γυμνότητα-ἐξωτερική καί ἐσωτερική. Παράλληλα ὅμως ἐλπίζει πώς μπορεῖ νά εἶναι καμμία βάρκα πού θά τόν ἔφερνε στή Σκιάθο· ἄρα οἱ ἐλπίδες του δέ χάθηκαν.
Τό βέβαιο στήν περίπτωση τοῦ κύρ-Δημάκη ἦταν ὅτι δέ χάθηκε, δέν ἀπόμεινε, χρονιάρα μέρα πού ξεμέρωνε μοναχός του στήν έρημιά, ἀλλά ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐπεφύλαξε κάτι πού ὁ ἴδιος δέν τό εἶδε ὡς εὐλογία, ἄρα κι ὡς μιά περίπτωση πνευματικῆς του ἀναγέννησης, καί, μάλιστα, μιά νύχτα, ὅπως εἶναι ἡ Νύχτα τῶν Χριστουγέννων[20].
Γιά νά δείξει ὁ Μωραϊτίδης τήν σωτήριο ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ στή ζωή τοῦ δεκατιστῆ τοῦ δίνει τήν εὐκαιρία νά ὑπερβεῖ τή μοναξιά καί τήν ἐγκατάλειψη στήν ὁποία τόν ὁδήγησε ὀ κόσμος καί τά συμφέροντα καί τόν εἰσάγει σέ ἔναν ἄλλο κόσμο: τῆς σιωπῆς, τῆς προσευχῆς καί τῆς τέλειας ἐγκατάλειψης στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Παρακολουθοῦμε τίς κρίσμες ἐκεῖνες ὧρες τοῦ κύρ-Δημάκη, ὧρες ὁριακές, κρίσιμες, ἀλλά καί πολύ θεραπευτικὲς γι᾿ αὐτόν[21].
Ἄκούγοντας λοιπόν στήν ἐρημοννησίδα, σέ ὥρα μεσονύχτια καί ἀπελπισμένος τό σήμαντρο ὁδηγούμενος ἀπό τὸν ἦχο φθάνει σιμά σέ κάποιο ἡσυχαστήριο, στό ὁποῖο ἀσκοῦνταν «Ἐρημίτης γέρων, μετά δύο νεωτέρων ὑποτακτικῶν του» καί ἑτοιμάζονταν νά τελέσουν τήν νύχτα ἐκείνη τῆν ἀγρυπνία τῶν Χριστουγέννων.
Μόλις βλέπει ὁ γέροντας τόν κύρ-Δημάκη νά φθάνει στό μοναστηράκι, κι ἀφοῦ μαθαίνει ἀπό τόν ἴδιο τό πάθημά του – «Μέ ἀφήσανε ἔξω, γέροντά μου!», αὐτό ἀναφέρει στόν ἀσκητή, τοῦ ἀπαντᾶ μέ ἡρεμο καί φανερά πνευματικό τρόπο τό ἑξῆς: «Πειρασμός, τέκνον μου, πειρασμός!», γιά νὰ τόν καλέσει στὴ συνέχεια νά ξαποστάσει καί νά ζεσταθεῖ, «διότι ἔβλεπε αὐτόν τρέμοντα ἀπό τοῦ ψύχους».
Πολλοί θά ἤθελαν νά βρεθοῦν τή νύχτα τῶν Χριστουγέννων σέ ἔνα ταπεινό μοναστηράκι μέ λιγοστό, ταπεινό καί φιλέορτο ἐκκλησίασμα, ὅπου πραγματικά νοιώθεις τό τί ἀκριβῶς ξημερώνει καί γιατί ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ μεταγγίζεται στίς ψυχές. Μάλιστα γιά νὰ μᾶς μεταφέρει ὁ Μωραϊτίδης τό γνήσιο, ἁπλό καί ἁγιασμένο κλῖμα τῆς ἑορτῆς, μᾶς δίνει περιγραφές εὐκατάνυκτου ὕφους καί ἀπαράμιλλου κάλλους. «Ἠσπάσθη ὁ κύρ-Δημάκης τήν "Γέννησιν" ἀνακειμένην ἐν μέσῳ κλαδίσκων φασκομηλέας ἐπί χρυσοϋφάντου ποδιᾶς... Κατ᾿ εὐθεῖαν προχωρεῖ πρός τό ἅγιον Βῆμα καί προκύπτει πρός τά ἔνδον, ἵνα ἐρωτήσῃ τόν Γέροντα περί τῆς λέμβου. Ἀλλ᾿ ἰδών αὐτόν ἐν μέσῳ νεφέλης θυμιάματος, πολιόν, ὁλόχρυσον, αἰγλήεντα ὡς φεγγοβολοῦσαν λαμπάδα, κύπτοντα ἐνώπιον τῆς Ἁγίας Τραπέζης, κατεπλάγη τόσον ὑπό ξένου, μυστικοῦ φόβου, ὥστε δέν ἐτόλμησε νά ὁμιλήσῃ...».
Μόνο ὁ δεκατιστής δέ μποροῦσε νά ἡσυχάσει καί συνεχῶς ρωτᾶ ἄν πρόκειται νάρθει καμμία βάρκα, ὥστε ν᾿ ἀποδράσει ἀπό τόν παραδείσιο ἐκεῖνο τόπο τῆς ἡσυχίας, τῆς ἀσκήσεως καί τῆς περισυλλογῆς καί νά βρεθεῖ ξανά στόν κόσμο του: τῶν δεκάτων, τῶν σκληρῶν ἀνταγωνισμῶν καί τῆς ἀδικίας, πού τήν ὑπηρετοῦν τά συμφέροντα τῶν ἀνθρώπων.
Ἐντύπωση πάντως δημιουργεῖ ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀντιμετωπίζουν οἱ σώφονες ἐρημῖτες τόν ἀνήσυχο καί σκυθρωπό Δημάκη, τοῦ ὁποίου ὁ νοῦς ἦταν στά δέκατα καί στή δημοπρασία πού θά γινόταν στή Σκόπελο.
-Θα ᾿ρθῆ λοιπόν βάρκα αὔριο!   
-Κατά τόν καιρό!
Εἶναι γνωστή ἡ φειδωλή καί μετρημένη στάση τῶν ἀσκητῶν, ἡ ὁποία καί γίνεται ὁπωσδήποτε συμβουλευτική στάση ζωῆς στούς κοσμικούς· σέ ὅσους δηλαδή ἐπιθυμοῦν νά λάβουν μέσ ᾿ ἀπό τά λόγια τῶν ἔνθεων πατέρων λόγο ψυχωφελείας καί καταρτισμοῦ.
          Δυστυχῶς ὁ κύρ-Δημάκης δέν κατόρθωσε νά βιώσει τή σωτήρια καί πανίερο θαλπωρή τῆς ἐρημίας, ὥστε νά γιορτάσει θεοφιλῶς τά Χριστούγεννα, ὅπως οἱ ἀσκητές, «οἱ ὁποῖοι εἰς τήν ἐπέραστον καί κρυφὴν ἐκείνην γωνίαν τοῦ Παραδείσου», ἀμέσως μετά τήν κατανυκτική Θεία Λειτουργία παρέθεσαν «ἐν τῷ κελλίῳ τοῦ Γέροντος, ἐνώπιον τοῦ Ἐσταυρωμένου, πανηγυρικὴν τράπεζαν, εὐωδιάζουσαν μύρα ἀσκήσεως καί ἀπράγμονος βίου», γιατί τόν βασάνιζε ἡ πίκρα πού ἔχασε τή δημοπρασία. Καί τό χειρότερο, «ὁ καιρός <ἦτο εἰς τόν μάστορη>[22] κατά τήν κοινήν ἔκφρασιν», ἀφοῦ ἔγινε μαΐστρος, χιονιστής.
Τέλος, ἀφοῦ ἀπογοητεύτηκε πλήρως ὁ δεκατιστής, γιατί ἦταν ἀδύνατο νά φύγει ἀπό τή νησίδα, αὐτοπαρηγορούμενος, κι ἴσως ἀρχίζοντας νά καταλαβαίνει τή ρευστότητα τῶν ἐφήμερων πραγμάτων, λέει στόν Γέροντα,
-Ἄς τά πάρουν κι ἄλλοι, γέροντά μου, νά ἰδοῦν τή γλύκα!
Γιά νά λάβει τήν ὀρθή ἀπάντηση:
-Τώρα εἶπες καλά τέκνον μου.
Νά μετανόησε, ἄραγε; Αὐτό, φυσικὰ, μόνο ὁ Θεός κι ὁ ἴδιος τό γνώριζαν. Τό βέβαιο πάντως εἶναι πώς μετά τήν ἐπιστροφή του στή Σκιάθο ὅλοι τόν χάνουν ἐντελῶς.

Χριστούγεννα 2004-Φθινόπωρο 2005



[1]  Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, «Χριστούγεννα στό Ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθω», στόν συλλογικό τόμο Χριστούγεννα, Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1982, σελ.56-81
[2] Τόν Παπαδιαμάντη γιά τά 150 χρόνια ἀπό τή γέννησή του τόν θυμήθηκαν, τόν λιβάνισαν ἀρκετά, τόν ἔβγαλαν καί στό παζάρι-λές καί τἄθελε ὅλ᾿ αὐτά ἐκεῖνος ὁ μακάριος-τόν χαραχτήρισαν, ὅπως τόν χαραχτήρισαν, καί μέ λίγα λόγια τόν τίμησαν δεόντως. Τόν ἄλλον Ἀλέξανδρο, τόν Μωραϊτίδη, «τό ὁμόπλουν πλοῖον», ὅπως θά ἔλεγε κι ὁ Ν. Γ. Πεντζίκης, αὐτόν τόν λησμόνησαν κι ἄς συμπλήρωνε τό 2000, 150 χρόνια ἀπό τή γέννησή του. Μακαριστέ, Χρῆστο Χειμῶνα, ἐσύ πού μόνος θυμήθηκες κι ἐκείνη τήν ἐπέτειο, γιατί βιάστηκες ν᾿  ἀναχωρήσεις;
[3] Ἀναφερόμενος ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό μέγα Μυστήριο τῆς Ἐναθρωπήσεως τοῦ Κυρίου σημειώνει μεταξύ τῶν ἄλλων καί τά ἑξῆς: «Μή παύσης, άδελφέ, δοξολογῶν τόν γεννηθέντα Χριστόν.....Πρόλαβε δέ καί νά τόν ἀπαντήσῃς ἐξ οὐρανοῦ κατερχόμενον διά τῆς πρός αὐτόν θεωρίας. Ὑψώθητι ἀπό τῆς γῆς καί τῶν γηίνων, διά τήν ἀγάπηνν τοῦ διά σέ ἐπί γῆς κατελθόντος». εἰς π. Θεοκλήτου Διονυσιάτου, «Χριστούγεννα στό Ἅγιον Ὄρος τοῦ Ἄθω», στόν τόμο Χριστούγεννα, Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1982, σελ. 71
[4] Τό διήγημα αὐτό πρωτοδημοσιεύτηκε στήν ἐφημερίδα Νέα Ἐφημερίδα, στίς 2-3 Ἰανουαρίου 1894.Βλ. Ἀλ. Μωραϊτίδου, Τά διηγήματα, ἐπιμ. Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, τόμος Β΄ ἐκδ. Γνώση καί Στιγμή, Ἀθήνα 1991, σελ. 354.
[5] Ἀναφέρομαι στή λειτουργία τῶν παλιῶν χειροκίνητων ἐλαιοτριβίων, " τῶν ταλιαγριῶν", ὅπως τἀ λέγανε στή Σκιάθο ἤ «καλιαγριῶν», στή γειτονική Σκόπελο. Περισσότερα βλ. π. Κ. Ν. Καλλιανός, Σκοπελίτικα λαογραφικά θέματα, Τά παλιά ἐλαιοτριβεῖα τοῦ Κλήματος, Θεσσαλικό Ἠμερολόγιο, τ. 39 (2001), σελ. 275-288. 
[6]  Ὁ Δεκατιστής, ὅπ.παρ., σελ. 103-104
[7] Ἀ. Μωραϊτίδη, Ὁ δεκατιστής, σελ. 96.
[8] Βλ. Ἀλ. Μωραίτίδη, Τά Βακούφικα, εἰς Τά Διηγήματα, τ. Α΄ ἐκδ.  Ἀθήνα 199 σελ.
[9] Περισσότερα γιά τό ζήτημα αὐτό βλ. στή διδ. διατριβή τῆς Ροδάνθης Βαλερά- Κουνάβα, Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929), Βιβλιογονία, Ἀθήνα 1996, σελ. 158-161 βλ. ἐπίσης καί Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, Ἀλληλογραφία, εἰσαγωγή-ἐπιμέλεια Ἐμμ. Μοσχονᾶς, Ὀσυσσέας, Ἀθήνα 1981, σελ. ιϛ΄ ἑξ.
[10] Ἀλ. Μωραϊτίδη, Ὁ δεκατιστής, ὅπ.παρ. σελ.90.
[11]  Ὁ δεκατιστής, ὅπ.παρ., σελ. 92.
[12]  Ὁ δεκατιστής, ὅπ. παρ. σελ. 92.
[13] Ὁ δεκατιστής, ὅπ. παρ. σελ. 94-95.
[14] Ὁ δεκατιστής, ὅπ.παρ. σελ. 99.
[15] Ὁ δεκατιστής, ὅπ.παρ. σελ. 114.
[16] Ἀκολουθώντας ὁ Μωραϊτίδης τό δρόμο τῆς Ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας πού βασίζεται στόν Κυριακό λόγο «οὐ γάρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός τόν Υἱόν αὐτοῦ εἰς τόν κόσμον ἵνα κρίνῃ τόν κόσμον, ἀλλ᾿ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ» (Ἰω. 3, 17), κοιτάζει μέσω τῶν διηγημάτων του νά προτρέψῃ τόν ἀναγνώστη του γιά μιά προσπάπεια ἐπιστροφῆς βλ. τό πολύ καλό βιβλίο τοῦ π. Νεκταρίου Ἀντωνοπούλου, Ἡ ἐπιστροφή, Ἀκρίτας, Ἀθήνα.
[17] Ὁ δεκατιστής, ὅπ. παρ. σελ. 122.
[18] Ποιητικῷ τῷ τρόπῳ  Μωραϊτίδης ἀναφέρει ὅτι ἡ νησίδα μέ τό ἡσυχαστήριο, τό ὁποῖο ἦταν ἀγιορείτικο μετόχι (σελ. 131), βρισκόταν σέ κάποιο ἀπό τά νησάκια μεταξύ Σκιάθου καί Σκοπέλου. Έπειδή ὁ Μωραϊτίδης, ὅπως ἔχουμε κι ἄλλα παραδείγματα, καταθέτει στά γραπτά του τά προσωπικά του βιώματα, πιστεύω ὅτι κατι παρόμοιο θά εἶχε συναντήσει, καί ἀσφαλῶς ζήσει,  σέ κάποιο ἀπό τά Ἐρημόννησα τῶν Βορείων Σποράδων, πού ἀνῆκε στό Ἅγιον Ὄρος. Βλ. καί τήν ὑπό δημοσίευση μελέτη μου, Τά Άθωνικά Μετόχια τῶν Βορείων Σποράδων καί ἡ συμβολή τους στήν Ὀρθόδοξη πνευματική διαμόρφωση τῶν νησιωτῶν.
[19] Ὁ δεκατιστής, ὅπ. παρ. σελ. 129-130
[20] Εἶναι, πιστεύω, πολύ χρήσιμο νά μνημονευτεῖ ἐδῶ τό παρακάτω τροπάριο τοῦ Κανόνος τῶν Χριστουγέννων, γιά νά καταλάβει ὁ φιλόθεος ἀναγνώστης τό σωτηριολογικό περιέχομενο τῆς γιορτῆς. «Ἰδών ὁ Κτίστης ὀλύμενον/τόν ἄνθρωπον χερσίν ὅν ἐποίησε»
[21] Ὁ δεκατιστής, σελ. 130-136.
[22] Μέχρι σήμερα, ὅταν ἀρχίζει ὁ χιονιᾶς, ἀκούγεται ἀπὸ τοὺς παλιοὺς νησιῶτες ἡ παροιμιώδης αὐτὴ φράση, ὡς ἑξῆς «τοὺ ν᾿ ἔχ᾿ στοὺ μάστουρα τοὺ γκιρὸ».

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2014

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΩΝ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ

Στα πλαίσια της παροχής ανθρωπιστικής παιδείας και της μεταλαμπάδευσης αρχών, αξιών και ιδεωδών στους νέους σε χαλεπούς καιρούς, η δημοσιογραφική ομάδα των Εκπαιδευτηρίων Μπακογιάννη, με συντονιστή και υπεύθυνο το φιλόλογο κύριο Δασταυρίδη Αναστάσιο και μέλη της τους μαθητές Αντωνίου Θεοδώρα, Ευθυμιάδη Κωνσταντίνο, Παπουτσόγλου Βασίλειο, Τσούτσα Ελένη, Χαλίτσιου Ελένη και Χαρμάνη Γεωργία συνεχίζει το έργο της. Στην προσπάθεια εύρεσης απαντήσεων στις θρησκευτικές τους αναζητήσεις ήρθαν σε επαφή με τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, ο οποίος τιμώντας το έργο τους παραχώρησε την ακόλουθη συνέντευξη.

Σε ποια ηλικία πήρατε την απόφαση να αφιερώσετε τη ζωή σας στην εκκλησία και κάτω από ποιες επιρροές;

Γεννήθηκα και µεγάλωσα, όπως ξέρετε, στην Ίµβρο, ένα νησί που το χαρακτήριζε πάντα η γνωστή νησιώτικη θεοσέβεια. Οι Ίµβριοι είναι ευσεβείς και παραδοσιακά πολύ φιλακόλουθοι άνθρωποι. Αγαπούν την Εκκλησία, τους ιερείς τους, το Μητροπολίτη τους, τα εξωκκλήσια τους, τις ιερές εικόνες, τη νηστεία, την προσευχή, τη λειτουργία, τον εσπερινό, όλες τις ιερές ακολουθίες. Αν έχετε διαβάσει Παπαδιαµάντη θα καταλάβετε. Η πνευµατική ατµόσφαιρα της Ίµβρου ήταν καθαρά Παπαδιαµαντική. Μεγαλώνοντας σε µια τέτοια ατµόσφαιρα, τόσο µέσα στο σπίτι µας, όσο και στο χωριό µας και σ” όλο το νησί, και έχοντας µπροστά στα µάτια µου διαρκώς έναν καλό ιερέα εφηµέριό µας, φυσικό ήταν να γεµίσει από νωρίς η παιδική ψυχή µου µε βιώµατα ιερά. Πήγαινα στο ιερό, βοηθούσα τον π. Αστέριο (έτσι τον έλεγαν τον παπά µας) σαν παπαδάκι, τον συνόδευα ακόµη και στα εξωκκλήσια που πήγαινε για Λειτουργία. Χαιρόµουν! Ένιωθα έντονη την παρουσία της χάριτος του Θεού! Έτσι, από µικρός είχα την επιθυµία να ιερωθώ και να διακονήσω τον Χριστό και την Εκκλησία. Δεν πέρασε από το µυαλό µου ότι θα µου ταίριαζε καλύτερα κάτι άλλο. Έτσι έλαβα πολύ νωρίς τις αποφάσεις µου, µε την ευλογία και πατρική συµπαράσταση του µακαριστού Μητροπολίτου µας Μελίτωνος, του Γέροντός µου.

Πόσο δύσκολη είναι η πνευµατική και θρησκευτική καθοδήγηση 300.000.000 χριστιανών έχοντας ως έδρα µία περιοχή που κυριαρχεί η µουσουλµανική θρησκεία και ποια η σχέση της ορθόδοξης εκκλησίας µε το κοσµικό κράτος της Τουρκίας;

Ο Οικουµενικός Πατριάρχης είναι βεβαίως ο Πρώτος της Ορθοδοξίας, αλλά η ευθύνη για την πνευµατική καθοδήγηση του συνόλου των πιστών είναι κατανεµηµένη στους κατά τόπους Πατριάρχες, Αρχιεπισκόπους, Μητροπολίτες και Επισκόπους. Ο δικός του ο ρόλος είναι ρυθµιστικός και συντονιστικός, πέραν της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, της οποίας είναι ο ίδιος Ποιµενάρχης. Από το Φανάρι πάντοτε επαγρυπνεί και επισκοπεί, παρακολουθώντας αν όλα προχωρούν κατά το θέληµα του Θεού και την εκκλησιαστική ευταξία, τόσο στο κλίµα του Πατριαρχείου, όσο και στις άλλες Αυτοκέφαλες και Αυτόνοµες Έκκλησίες. Όµως η ευθύνη του είναι θεσµική και γενικότερη. Και βεβαίως το βάρος της είναι τεράστιο.

Όσον αφορά στις σχέσεις µας µε το κοσµικό κράτος της Τουρκίας, όπως συµβαίνει µε όλες τις Εκκλησίες που ευρίσκονται σε κοσµικά κράτη, οι ρόλοι µας είναι απολύτως διακριτοί. Δεν υπεισερχόµεθα σε ζητήµατα πολιτικά. Είµεθα καθαρά πνευµατικός οργανισµός και προσπαθούµε να κάνουµε το ιερό έργο µας εντός των ορίων µας, χωρίς να σκανδαλίζουµε κανέναν ή να δίνουμε αφορµές για προβλήματα. Ως πολίτες της Χώρας εκτελούμε επιμελώς τα καθήκοντά μας. Καταβάλλουμε φόρους, υπηρετούμε στον στρατό, διότι η θητεία είναι υποχρεωτική, ψηφίζουμε στις εκλογές, τιμούμε τις αρχές του Κράτους, πειθόμεθα στους νόμους. Όσες φορές πάλι αισθανόμεθα ότι αδικούμεθα και μάλιστα ως Ομογένεια, διεκδικούμε νομίμως τα δίκαιά μας και επιθυμούμε να μην θεωρούμεθα πολίτες υποδεέστεροι άλλων. Εν ανάγκη προσφεύγουμε και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Πώς βλέπετε το μέλλον της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη και ευρύτερα στην περιοχή της Τουρκίας;

Είναι αλήθεια ότι ζήσαμε στο παρελθόν πολύ δύσκολες καταστάσεις, εξ αιτίας των οποίων οι αριθμοί μας συρρικνώθηκαν δραματικά. Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει η ατμόσφαιρα να αλλάζει σημαντικά, με αποτέλεσμα να υπάρχει πλέον η δυνατότητα όχι μόνο να μην φύγουν και άλλοι ομογενείς για το εξωτερικό, αλλά και πολλοί να επιστρέψουν πίσω και να ζήσουν ξανά εδώ που ευρίσκονται οι ρίζες τους. Είναι κάτι που και ως Εκκλησία το επιθυμούμε και το ενθαρρύνουμε. Εξ άλλου, πολλοί έχουν έλθει από την Ελλάδα, χωρίς να κατάγονται από την Πόλη η άλλη περιοχή της Χώρας, και δραστηριοποιούνται εδώ είτε σε επιχειρήσεις είτε, κυρίως, στην εκπαίδευση. Έχουμε λ.χ. πολλούς Έλληνες Καθηγητές σε Τουρκικά Πανεπιστήμια και στην Πόλη, και στη Σμύρνη, και στην Άγκυρα, και αλλού. Ακόμη, αρκετοί ομογενείς επιστρέφουν στην Ίμβρο, τουλάχιστον τα καλοκαίρια, ανακαινίζουν τα σπίτια τους, νιώθουν ξανά τη χαρά της παλινοστήσεως.

Σας φοβίζει η εξάπλωση του τζιχάντ και δη με τη χρήση απάνθρωπων και βίαιων μεθόδων και πρακτικών;

Ο θρησκευτικός φανατισμός είναι επικίνδυνος για όλες τις Θρησκείες, ιδιαιτέρως όταν κυκλοφορεί ένοπλος. Ναι, είναι επικίνδυνοι οι τζιχαντισταί. Θυμηθείτε όμως και τον Τριακονταετή Πόλεμο, τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου τα αίματα στη Βόρειο “Ιρλανδία. Η ρίζα του κακού δε διαφέρει. Ό φανατισμός είναι τύφλωσις ψυχής, σωστός δαιμονισμός, σε όποια Θρησκεία κι αν αναφύεται. Προσευχόμεθα λοιπόν να επικρατήσει η λογική, η ψυχραιμία, η ανεκτικότητα και ο σεβασμός του συνανθρώπου, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων.

Πως θεωρείτε ότι θα εξελιχθεί το ζήτημα της επαναλειτουργίας της ιερατικής σχολής της Χάλκης;

Σαραντατρία χρόνια η Θεολογική μας Σχολή είναι πλέον κλειστή, παρά τη θέλησή μας και παρά τις αλλεπάλληλες εκκλήσεις μας. Και παρά τη συμαράσταση πολλών ανά την οικουμένη ανθρώπων καλής θελήσεως, που έχουν ενώσει τη φωνή τους με τη δική μας, τίποτε μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει. Μας έχουν βεβαίως κατ” επανάληψη δώσει διαβεβαιώσεις και ελπίδες ότι συντόμως, σήμερα-αύριο, θα ανοίξει. Όμως μετά από λίγο αυτές διαψεύδονται. Πρόκειται ασφαλώς περί καταφώρου παραβιάσεως βασικού ανθρωπίνου δικαιώματός μας, του να μορφώσουμε τους λειτουργούς και τους Θεολόγους της Εκκλησίας μας στον χώρο μας. Παρά ταύτα δεν απελπιζόμεθα. Έχει ο Θεός! Όπως είδαμε και ζήσαμε πολλά θαύματα μέχρι σήμερα, ευελπιστούμε ότι θα το ζήσουμε και αυτό!

Ποια η γνώμη Σας για τη σημερινή κατάσταση του ιερού ναού­ συμβόλου της ορθοδοξίας, της Αγίας Σοφίας;

Εάν δεν είναι δυνατόν να ξαναγίνει αυτό που εξ αρχής ήταν, δηλ. ναός Χριστιανικός, το οποίο και ασφαλώς θα θέλαμε, προτιμούμε να μείνει όπως είναι, δηλ. Μουσείο, ώστε να είναι προσιτό σε όλους.

Τι πράττει η εκκλησία σήμερα για να προσελκύσει τους νέους στους κόλπους της;

Πολλά! Εδώ οι σχέσεις μας με τους νέους και τα παιδιά είναι πολύ θερμές. Νιώθουν ότι είναι ζωντανά μέλη του εκκλησιαστικού σώματος κι εμείς τους δείχνουμε με πολλούς τρόπους το ενδιαφέρον μας, τη στήριξή μας και την αγάπη μας. Ξέρουν όλοι ότι αν χρειασθεί μπορούν να δουν τον ίδιο τον Πατριάρχη, που είναι έτοιμος να τους ακούσει με στοργή και κατανόηση. Έχουμε κατασκηνώσεις για τα παιδιά στα Πριγκηπόννησα, πηγαίνουμε μαζί εκδρομές προσκυνηματικές, διοργανώνουμε ωραίες ευκαιριακές εκδηλώσεις, παρακολουθούμε την πρόοδό τους στο σχολείο, μεριμνούμε θυσιαστικά για τη μόρφωση και τις σπουδές τους. Δίδουμε στους νέους όλη μας την καρδιά! Το Πατριαρχείο μας εξάλλου έχει συγκαλέσει εδώ στην έδρα του κατ” επανάληψη παγκόσμια Συνέδρια Ορθοδόξου Νεολαίας με πολλή επιτυχία. Ανάλογα κάνουν και οι ανά τον κόσμο Μητροπόλεις και οι Ιεράρχες τού Θρόνου.

O χριστιανισμός είναι μια πανανθρώπινη θρησκεία που πρεσβεύει την αρχή της ισότητας των δύο φύλων. Συμβαδίζει η αρχή με την παράδοση του άβατου στο Άγιο Όρος;

Συμβαδίζει! Στο Άγιον Όρος βασιλεύει η Γυναίκα! Η Παναγία! Αυτή είναι η Γερόντισσα, η Έφορος, η Ηγουμένη του Αγίου Όρους! Η παρουσία Της καλύπτει και εκπροσωπεί όλο το γυναικείο Φύλο. Άλλα πρέπει να γνωρίζετε ότι υπάρχουν αντιστοίχως και γυναικεία Μοναστήρια, όχι πολλά βεβαίως, που είναι άβατα για τους άνδρες!

Ποια η γνώμη Σας σχετικά με το ζήτημα του πολιτικού όρκου του εκάστοτε αιρετού άρχοντα;

Λαμβανομένου ύπ” όψη ότι ο όρκος απαγορεύεται από τον Κύριο στο Ευαγγέλιο, κατ” αρχήν δε μπορούμε να υποστηρίξουμε την ανάγκη χρήσεως θρησκευτικού όρκου από τους κρατικούς λειτουργούς, ούτε καν του δικονομικού από τους πιστούς στα Δικαστήρια. Όπου υφίσταται σήμερα θρησκευτικός «όρκος» η Εκκλησία απλώς τον ανέχεται κατ” άκραν οικονομίαν. Δεν είναι κατ” ευδοκίαν της, άλλα κατά άκρα συγκατάβαση. Για τον πιστό ισχύει πάντα το «Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν μή ὁμόσαι ὅλως» (Ματθ. 5, 34).

Ένα μήνυμά Σας προς τους μαθητές και προς τους εκπαιδευτικούς;  

Να αγαπάτε την Παιδεία. Όχι απλώς την εκπαίδευση. Την παιδεία και τη μόρφωση, που συνδυάζουν γνώσεις και εσωτερική καλλιέργεια! Μάθηση και ήθος! Επάρκεια προσόντων άλλα και χαρακτήρα! Ψυχή! Ξηρές γνώσεις ελάχιστα ωφελούν. Κάποτε και βλάπτουν. Καλοί κἀγαθοί, όπως έλεγαν οι αρχαίοι σοφοί μας. Θα προσθέσω: Και προ παντός Χριστιανοί! Ο Χριστός θα ευλογήσει την παιδεία σας και θα αγιάσει την πορεία της ζωής σας! Αυτός είναι το Φώς που θα σας φωτίσει μέσα στις σκοτεινές διαδρομές της δύσκολης εποχής μας και θα σας χαρίσει εσωτερική πληρότητα και ειρήνη. Θα γεμίσει τη ζωή σας με νόημα. Και μην ξεχνάτε, ο Χριστός και η Εκκλησία Του είναι ένα και αξεχώριστο! Ας είναι, λοιπόν, φιλοδοξία σας να είσθε με τον Χριστό και να ζείτε με χαρά τη ζωή της Εκκλησίας!

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΓΙΟ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ 2014. ΠΡΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΝ ΛΟΙΠΟΝ, Ή ΟΧΙ;

Ἀναζητώντας τὸ ἀρχαῖον κάλλος τῶν ἑορτῶν

Στὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Φιλαδελφείας κύριον Μελίτωνα, χαρμόσυνον ὄφλημα


«Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸ Κάστρον καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Χριστοῦ, τόσον θάλπος ἐθώπευσε τὴν ψυχήν των, ὥστε ἂν καὶ ἦσαν κατάκοποι, καὶ ἂν ἐνύσταζόν τινες αὐτῶν, ᾐσθάνθησαν τόσον τὴν χαρὰν τοῦ νὰ ζῶσι καὶ τοῦ νὰ ἔχωσι φθάσει αἰσίως εἰς τὸ τέρμα τῆς πορείας των, εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου, ὥστε τοὺς ἔφυγε πᾶσα νύστα καὶ πᾶσα κόπωσι» 
(Α. Παπαδιαμάντης, Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο)

Καθὼς πλησιάζει καὶ πάλι τὸ Ἅγιο Δωδεκαήμερο, μιὰ περίεργη θλίψη ἔρχεται νὰ προστεθεῖ στὰ ὅσα συμβαίνουν γύρω μας. Γιατὶ ὄντως ὅλοι μας, λίγο-πολύ, διαπιστώνουμε πὼς ἐπιχειρεῖται, χρόνο τὸ χρόνο, μιὰ πνευματικὴ καθίζηση, σκοπὸς τῆς ὁποίας εἶναι νὰ διασαλευτοῦν τὰ ὅσα ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια μᾶς ἄφησαν οἱ πατέρες μας ὡς κληρονομιὰ πολύτιμη. Κι αὐτὸ φαίνεται στὴ συμπεριφορὰ τῶν Νεοελλήνων ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ ζωή.
Ὅμως ἄς πάρουμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή.
Κάποτε, στὴν προβιομηχανικὴ λεγομένη ἐποχή, μέχρι τὰ τέλη περίπου τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, ἡ Ἐκκλησία ἦταν τὸ κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ. Καὶ γιὰ να τὸ διατυπώσω πιὸ ἁπλᾶ αὐτὸ θυμίζω, πὼς δὲν ἐννοεῖτο νὰ μὴν ἐκκλησιαστεῖ κάποιος τὴ Νύχτα τῶν Χριστουγέννων, γιατὶ διαφορετικὰ δὲν καταλάβαινε ὅτι ἦρθαν τὰ Χριστούγεννα. Μάλιστα, γιὰ νὰ εὐφρανθεῖ ὁ κάθε πιστός, ἔπρεπε νὰ προετοιμαστεῖ μέσα στὸ Σαρανταήμερο, νὰ νηστέψει δηλαδή, νὰ κοινωνήσει, νὰ ἀναμένει τὴ Γιορτή, γιὰ νὰ νοιώσει ἐπιτέλους αὐτὸ τὸ Θάλπος ποὺ κομίζει. Τὴ θαλπωρή δηλαδή καὶ τὴ ζεστασιά συντροφευμένη  πάντα μὲ τὴ σιγουριά καὶ τὴν κατάνυξη. Καὶ γιὰ τὸ καταλάβουμε καλύτερα αὐτὸ, δὲν ἔχουμε παρὰ  νὰ σκύψουμε  στὸν παπαδιαμαντικὸ λόγο, ὁ ὁποῖος καὶ προτάθηκε στὴν ἀρχή,  γιὰ νὰ μᾶς εἰσαγάγει στὸ ἀνόθευτο καί γνήσιο πνεῦμα τῆς Γιορτῆς. Καὶ δὲν εἶναι διόλου τυχαῖο ὅτι στὰ χωριά, ἐκεῖ δηλαδὴ ποὺ κυριαρχοῦσε τὸ γνήσιο πνεῦμα τῶν ἁπλοϊκῶν πιστῶν, πρόσεχαν πάρα πολὺ τὴν δίαιτά τους, ἀπέχοντας ἀπὸ τὸ κρέας καὶ γαλακτοτυροκομικά, καταλύοντας μονάχα ψάρι, ὄσπρια, ἐλιές, χόρτα καὶ ἄλλα νηστήσιμα. Καὶ τὸ πλέον σημαντικὸ εἶναι,  πὼς ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ ἔκαναν μὲ εὐχαρίστηση καὶ σεβασμὸ στὴν Παράδοση τῶν πάτέρων τους. Ἔτσι, ὅταν ἔφτανε ἡ μεγάλη Γιορτή ζοῦσαν πραγματικὰ ἐκεῖνο ποὺ ἀναφέρεται στὸ προσόμοιο τῶν Αἴνων: τὸ, «Εὐφραίνεσθε δίκαιοι, οὐρανοὶ ἀγαλλιᾶσθε, σκιρτήσατε τὰ ὄρη Χριστοῦ γεννηθέντος...». Κι ἡ εὐφροσύνη αὐτὴ συνεχιζόταν ὅλο τὸ Δωδεκαήμερο. Γιατὶ θεωροῦσαν τὶς μέρες αὐτὲς ἱερές, φωτεινὲς καὶ φορτισμένες μὲ  πανηγυρικὸ  πνεῦμα καὶ ἑόρτιο διάθεση .     
Φυσικὰ σήμερα, μὲ τὴν εἴσοδο τοῦ νέου τρόπου ζωῆς καὶ ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων, ἡ γιορτὴ αὐτὴ τῶν Χριστουγέννων ἔχει ὑποστεῖ μιὰ ἀπίστευτη παραποίηση. Γιατὶ Χριστούγεννα θεωροῦνται οἱ στολισμοὶ τῶν σπιτιῶν, τῶν καταστημάτων καὶ τῶν δρόμων. Οἱ ὑπερβολικοὶ ἐξωτερικοὶ φωτισμοί -ὄχι οἱ ἐσωτερικοί- καὶ ἡ ἔντονη παρουσία τῶν λεγομένων «ρεβεγιόν» ἤ τῶν ἑορταστικῶν διακοπῶν. Ποὺ ὑποκαθιστοῦν τὸ πνεῦμα τῆς γιορτῆς χωρὶς ὡστόσο  νὰ βιώνει ὁ σύγχρονος «πιστός», τό, «ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστὸς»καί, γιατί.
Εἰλικρινὰ μιλῶ:  Ὁ σημερινὸς πιστός, μὴ ἔχοντας σωστὴ ἐκκλησιαστικὴ ἀγωγή καὶ μὴ γνωρίζοντας «πῶς δεῖ πορεύεσθαι», περιπολεῖ σὲ θάλασσες  τοῦ αἰωνίου ἄγνωστες. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐμβιώνει κενὰ μηνύματα καὶ ἔναγχο βίο, ποὺ τελικὰ τὸν ἀποσυντονίζουν πλήρως. Γιατὶ ὑπακούοντας σὲ ἐπιταγὲς καὶ σὲ κελευσματα τῆς ἐποχῆς του, ἐν πολλοῖς ἄχρηστα,  πασχίζει νὰ συντονιστεῖ μὲ αὐτά. Χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ καταλάβει ὅτι μπερδεύεται περισσότερο, ἐπειδὴ ἐπιθυμεῖ  ὄλα ὅσα προσφέρει ἡ κατανάλωση καὶ ἡ ἀγορὰ δὲν εἶναι μήτε χρήσιμα, μήτε κι ἀναγκαῖα. Ἔτσι, τὴν παραμονὴ π.χ. τοῦ Ἁγίου Βασιλείου οἱ περισσότεροι ξενυχτοῦν περιμένοντας  «νὰ γυρίσει» ὁ χρόνος. Νὰ φύγει δηλαδὴ ὁ παλιὸς (!) καὶ νὰ «ἔρθει ὁ νέος»!! Καὶ μετροῦν τὶς ὧρες, τὰ λεπτὰ, τὰ δευτερόλεπτα... Εἰς μάτην δηλαδή, γιατὶ τελικὰ στὴν οὐσία τίποτε δὲν ἀλλάζει, ἄν μέσα μας παραμένουμε οἱ ἴδιοι καὶ δὲν καταλάβουμε πὼς ἡ ἀλλαγὴ τοῦ χρόνου δὲν εἶναι τελικὰ οἱ συμβατικοὶ ἀριθμοὶ ποὺ διαφοροποιοῦνται, ἀλλὰ ἡ διάθεση γιὰ προσέγγιση τοῦ Μυστηρίου τῆς Σωτηρίας, τὸ ὁποῖο  καὶ ἀνακαινίζει τὴν καθημερινότητά μας, ἄρα καὶ τὸν ἴδιο τὸ χρόνο.
Παλιότερα οἱ ἁπλοὶ ἄνθρωποι καὶ συνειδητοὶ πιστοὶ δὲν περίμεναν νὰ πληροφορηθοῦν τὴν ἔλευση τοῦ νέου χρόνου ἀπὸ τὰ Μ.Μ.Ε., ὅπως γίνεται σήμερα, ἀλλὰ περίμεναν νὰ πᾶνε στὴν Ἐκκλησία, νὰ λειτουργηθοῦν, νὰ πάρουν τὸν Ἁγιασμὸ κ.λ.π. νὰ εὐχηθοῦν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο γιὰ νὰ καταλάβουν τὴν ἀλλαγὴ τοῦ χρόνου. Φυσικὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ τὴ συνόδευαν πάντα καὶ κάποιες συναφεῖς ἐνεργειες, ὅπως ἡ ἀλλαγὴ τῶν ξύλων στὴ φωτιά (στὸ τζάκι) τὴν παραμονὴ τῆς Πρωτοχρονιᾶς, ἡ εἴσοδος στὸ σπίτι, πρωΐ-πρωΐ, τοῦ φρέσκου νεροῦ καὶ τῆς εἰκόνας, τὸ κόψιμο τῆς κουλούρας τῆς ἁγιοβασιλιάτικης στὸ τραπέζι, ἀφοῦ προηγουμένως τὴ σταύρωναν κ. ἄ. ἀκόμη.
Σήμερα ἀπὸ τὰ παραπάνω πολὺ ἐλάχιστα διατηροῦνται, γιατὶ ὁ σύγχρονος καὶ σαρωτικὸς τρόπος ζωῆς δὲν ἐπιτρέπει τέτοιου εἴδους συμπεριφορὲς, ἐπειδὴ θεωροῦνται παρωχημένες ἕως φαιδρὲς ἀπὸ πολλούς. Μόνο ποὺ ἀντὶ νὰ εἶναι παρωχημένη ὅλη αὐτὴ ἡ ἐθιμικὴ πρακτικὴ καὶ ὁ ἐκκλησιαστικὸς τρόπος βιώσεως τῆς Γιορτῆς,  καταντᾶ παρωδία ὅ, τι τὸ ἀντίθετο. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ προωθεῖ τὸ ψυχρὸ marketing, τὸ ὁποῖο δὲ νοιάζεται γιὰ νὰ ἀναπαύει καὶ νὰ εἰρηνεύει τὶς ψυχὲς , ἀλλὰ νὰ τὶς σκοτίζει μὲ ἔγνοιες καὶ πολὺ περισσότερο μὲ ἐγωϊσμὸ καὶ ἀπανθρωπία: τὰ θεμέλια τοῦ κέρδους δηλαδή.
Αὐτὴ ἡ θλίψη κατέχει, λοιπόν, τὸν κάθε πιστὸ ποὺ ἀγναντεύει τὸν συνάνθρωπό του νὰ ἀναζητᾶ τρόπους ἑορτασμοῦ τοῦ Δωδεκαημέρου. Χωρὶς φυσικὰ νὰ γιορτάζει, δίχως νὰ γνωρίζει καλὰ καλὰ τὶ εἶναι καὶ πῶς νοηματοδοτεῖ τὴ ζωή του ἡ πάντιμος αὐτὴ ἑόρτιος παρένθεση τοῦ βίου. Ἀπὸ τὶς κορυφαῖες, μάλιστα.


Η ΚΟΙΝΗ ΔΗΛΩΣΙΣ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ (Φανάριον, 30.11.2014) [ελληνιστί και αγγλιστί]


Κοινή Δήλωσις
τῆς Α. Ἁγιότητος τοῦ Πάπα Φραγκίσκου καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου 
κ.κ. Βαρθολομαίου
(30 Νοεμβρίου 2014)

Ἡμεῖς, ὁ Πάπας Φραγκίσκος καί ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ἐκφράζομεν τήν βαθεῖαν πρός τόν Θεόν εὐγνωμοσύνην μας διά τήν δωρεάν τῆς νέας ταύτης συναντήσεώς μας, ἡ ὁποία μᾶς παρέχει τήν δυνατότητα, παρουσίᾳ τῶν μελῶν τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου, τοῦ κλήρου καί τῶν πιστῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, νά ἑορτάσωμεν ἀπό κοινοῦ τήν ἑορτήν τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου καί αὐταδέλφου τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου. Ἡ μνήμη τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι ἐκήρυξαν τήν καλήν ἀγγελίαν τοῦ Εὐαγγελίου εἰς τόν κόσμον διά τοῦ κηρύγματος καί τῆς μαρτυρίας τοῦ μαρτυρίου των, ἐνισχύει ἐντός ἡμῶν τήν ἐπιθυμίαν νά συνεχίσωμεν τήν κοινήν ἡμῶν πορείαν πρός τήν ὑπέρβασιν, ἐν ἀγάπῃ καί ἀληθείᾳ, τῶν ἐμποδίων, τά ὁποῖα μᾶς διαιροῦν.

Κατά τήν εὐκαιρίαν τῆς συναντήσεώς μας εἰς Ἱεροσόλυμα τόν παρελθόντα Μάϊον, κατά τήν ὁποίαν ἐμνήσθημεν τοῦ ἱστορικοῦ ἐναγκαλισμοῦ τῶν ἀοιδίμων προκατόχων ἡμῶν Πάπα Παύλου Ϛ’ καί Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου, ὑπεγράψαμεν κοινήν δήλωσιν. Σήμερον, κατά τήν εὐτυχῆ νέαν ταύτην ἀδελφικήν ἡμῶν συνάντησιν, ἐπιθυμοῦμεν νά ἐπαναβεβαιώσωμεν τάς κοινάς ἡμῶν προθέσεις καί ἀνησυχίας. 

Ἐκφράζομεν τήν εἰλικρινῆ καί σταθεράν ἀποφασιστικότητά μας, ὑπακούοντες εἰς τό θέλημα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, νά ἐντείνωμεν τάς προσπαθείας μας διά τήν προώθησιν τῆς πλήρους ἑνότητος ὅλων τῶν Χριστιανῶν καί, ὑπεράνω ὅλων, μεταξύ τῶν Καθολικῶν καί τῶν Ὀρθοδόξων. Ὡσαύτως, προτιθέμεθα νά στηρίξωμεν τόν θεολογικόν διάλογον, ὁ ὁποῖος ἤρχισεν ἀκριβῶς πρό τριάκοντα πέντε ἐτῶν ὑπό τοῦ Οἰκουμενικού Πατριάρχου Δημητρίου καί τοῦ Πάπα Ἰωάννου Παύλου Β’ ἐδῶ εἰς τό Φανάριον, καί ὁ ὁποῖος ἀσχολεῖται κατ’ αὐτάς μέ τά πλέον δύσκολα ζητήματα, τά ὁποῖα ἐσημάδευσαν τήν ἱστορίαν τῶν διαιρέσεών μας καί ἀπαιτοῦν προσεκτικήν καί λεπτομερῆ μελέτην. Πρός τόν σκοπόν αὐτόν παρέχομεν τήν διαβεβαίωσιν τῆς διαπύρου προσευχῆς μας ὡς Ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας, ζητοῦντες ἀπό τούς πιστούς μας νά ἑνώσουν τάς προσευχάς των μέ τάς ἰδικάς μας «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ» (Ἰω. ιζ΄, 21). 

Ἐκφράζομεν τήν κοινήν ἡμῶν ἀνησυχίαν διά τήν τρέχουσαν κατάστασιν εἰς τό Ἰράκ, τήν Συρίαν καί ὅλην τήν Μέσην Ἀνατολήν. Εἴμεθα ἡνωμένοι ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ μας διά εἰρήνην καί σταθερότητα καί εἰς τήν θέλησιν νά προωθήσωμεν τήν ὑπέρβασιν τῶν συγκρούσεων διά τοῦ διαλόγου καί τῆς καταλλαγῆς. Ἐνῷ ἀναγνωρίζομεν τάς προσπαθείας, αἱ ὁποῖαι ἤδη καταβάλλονται πρός προσφοράν βοηθείας εἰς τήν περιοχήν, συγχρόνως καλοῦμεν ὅλους ὅσοι ἔχουν εὐθύνην διά τάς τύχας τῶν λαῶν νά ἐπιτείνουν τήν δέσμευσίν των ἔναντι τῶν κοινοτήτων αἱ ὁποῖαι ὑποφέρουν, περιλαμβανομένων καί τῶν χριστιανικῶν, καί νά τάς ἐνισχύσουν νά παραμείνουν εἰς τήν χώραν τῆς καταγωγῆς των. Δέν δυνάμεθα νά ἀποδεχθῶμεν μίαν Μέσην Ἀνατολήν χωρίς Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ὁμολογοῦν τό Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ ἐκεῖ ἐπί δύο χιλιάδες χρόνια. Πολλοί ἀπό τούς άδελφούς καί τάς ἀδελφάς μας διώκονται καί ὑπεχρεώθησαν βιαίως νά ἐγκαταλείψουν τάς ἑστίας των. Φαίνεται ὅτι ἀκόμη καί ἡ ἀξία τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς ἔχει χαθῆ• τό ἀνθρώπινον πρόσωπον δέν ὑπολογίζεται πλέον καί δύναται νά θυσιασθῇ δι᾿ ἄλλους σκοπούς. Καί, τό τραγικώτερον, πάντα ταῦτα συναντοῦν τήν ἀδιαφορίαν τῶν πολλῶν. Ὅπως μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ Ἅγιος Παῦλος, «εἴτε πάσχει ἕν μέλος, συμπάσχει πάντα τά μέλη, εἴτε δοξάζεται ἕν μέλος, συγχαίρει πάντα τά μέλη» (Α’ Κορ. ιβ΄, 26). Τοῦτο ἀποτελεῖ τόν νόμον τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς, καί μέ τήν ἔννοιαν αὐτήν δυνάμεθα νά εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχει ἐπίσης καί ἕνας οἰκουμενισμός τῆς ὀδύνης. Ὅπως ἀκριβῶς τό αἷμα τῶν μαρτύρων ὑπῆρξε τό σπέρμα τῆς δυνάμεως καί ἀναπτύξεως τῆς Ἐκκλησίας, κατά τόν ἴδιον τρόπον ἡ συμμετοχή εἰς τάς καθημερινάς θλίψεις ἠμπορεῖ νά ἀποβῇ ἀποτελεσματικόν ὄργανον ἑνότητος. Ἡ τρομερά κατάστασις τῶν χριστιανῶν καί ὅλων ὅσοι ὑποφέρουν εἰς τήν Μέσην Ἀνατολήν καλεῖ ὄχι μόνον εἰς συνεχῆ προσευχήν, ἀλλά καί εἰς τήν κατάλληλον ἀνταπόκρισιν ἐκ μέρους τῆς διεθνοῦς κοινότητος.

Αἱ σοβαραί προκλήσεις, τάς ὁποίας ἀντιμετωπίζει ὁ κόσμος εἰς τήν παροῦσαν κατάστασιν, ἀπαιτοῦν τήν ἀλληλεγγύην ὅλων τῶν ἀνθρώπων καλῆς θελήσεως, καί διά τοῦτο ἀναγνωρίζομεν ὡσαύτως τήν σπουδαιότητα τῆς προωθήσεως ἐποικοδομητικοῦ διαλόγου μετά τοῦ Ἰσλάμ ἐπί τῇ βάσει ἀμοιβαίου σεβασμοῦ καί φιλίας. Ἐμπνεόμενοι ἀπό κοινάς ἀξίας καί ἐνισχυόμενοι ἀπό γνήσια ἀδελφικά αἰσθήματα, Μουσουλμάνοι καί Χριστιανοί καλοῦνται νά ἐργασθοῦν ἀπό κοινοῦ χάριν τῆς δικαιοσύνης, τῆς εἰρήνης καί τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἀξιοπρεπείας καί τῶν δικαιωμάτων κάθε προσώπου, ἰδιαιτέρως εἰς τάς περιοχάς ἐκείνας, ὅπου ἄλλοτε ζοῦσαν ἐπί αἰῶνας μέ εἰρηνικήν συνύπαρξιν, καί ἤδη ὑφίστανται ἀπό κοινοῦ τήν τραγικότητα τῆς φρίκης τοῦ πολέμου. Ἐπί πλέον, ὡς Χριστιανοί Ἡγέται, καλοῦμεν ὅλους τούς θρησκευτικούς ἡγέτας νά ἐπιδιώξουν καί ἐνισχύσουν τόν διαθρησκειακόν διάλογον καί νά καταβάλουν κάθε προσπάθειαν διά τήν οἰκοδόμησιν ἑνός πολιτισμοῦ εἰρήνης καί ἀλληλεγγύης μεταξύ ἀνθρώπων καί λαῶν. Ἐνθυμούμεθα, ἐπίσης, ὅλους τούς λαούς, οἱ ὁποῖοι δοκιμάζονται ἀπό τά δεινά τοῦ πολέμου. Ἰδιαιτέρως προσευχόμεθα διά τήν εἰρήνην εἰς τήν Οὐκρανίαν, χώραν μέ ἀρχαίαν Χριστιανικήν παράδοσιν, καί ἀπευθύνομεν ἔκκλησιν πρός ὅλα τά ἐμπλεκόμενα μέρη νά ἀκολουθήσουν τήν ὁδόν τοῦ διαλόγου καί τοῦ σεβασμοῦ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου πρός τόν σκοπόν τοῦ τερματισμοῦ τῶν συγκρούσεων, ὁ ὁποῖος θά ἐπιτρέψῃ εἰς ὅλους τούς Οὐκρανούς νά ζήσουν μέ ἁρμονίαν.

Ἡ σκέψις μας στρέφεται πρός ὅλους τούς πιστούς τῶν Ἐκκλησιῶν μας ἀνά τόν κόσμον, τούς ὁποίους χαιρετοῦμεν παραθέτοντες αὐτούς εἰς τόν Σωτῆρα μας Χριστόν, ὥστε νά εἶναι ἀκάματοι μάρτυρες τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὑψώνομεν τήν διάπυρον προσευχήν μας πρός τόν Κύριον ὅπως χαρίσῃ τήν δωρεάν τῆς εἰρήνης ἐν ἀγάπῃ καί ἑνότητι εἰς ὅλην τήν ἀνθρωπίνην οἰκογένειαν.

«Αὐτός δέ ὁ Κύριος τῆς εἰρήνης δῴη ὑμῖν τήν εἰρήνην διά παντός ἐν παντί τρόπῳ. Ὁ Κύριος μετά πάντων ὑμῶν» (Β’ Θεσσ. γ΄, 16).

Ἐκ Φαναρίου, 30 Νοεμβρίου 2014. 



Common Declaration
of Pope Francis and the Ecumenical Patriarch Bartholomew
(30 November 2014)

We, Pope Francis and Ecumenical Patriarch Bartholomew I, express our profound gratitude to God for the gift of this new encounter enabling us, in the presence of the members of the Holy Synod, the clergy and the faithful of the Ecumenical Patriarchate, to celebrate together the feast of Saint Andrew, the first–called and brother of the Apostle Peter. Our remembrance of the Apostles, who proclaimed the good news of the Gospel to the world through their preaching and their witness of martyrdom, strengthens in us the aspiration to continue to walk together in order to overcome, in love and in truth, the obstacles that divide us.

On the occasion of our meeting in Jerusalem last May, in which we remembered the historical embrace of our venerable predecessors Pope Paul VI and the Ecumenical Patriarch Athenagoras, we signed a joint declaration. Today on the happy occasion of this further fraternal encounter, we wish to re–affirm together our shared intentions and concerns. 

We express our sincere and firm resolution, in obedience to the will of our Lord Jesus Christ, to intensify our efforts to promote the full unity of all Christians, and above all between Catholics and Orthodox. As well, we intend to support the theological dialogue promoted by the Joint International Commission, instituted exactly thirty–five years ago by the Ecumenical Patriarch Dimitrios and Pope John Paul II here at the Phanar, and which is currently dealing with the most difficult questions that have marked the history of our division and that require careful and detailed study. To this end, we offer the assurance of our fervent prayer as Pastors of the Church, asking our faithful to join us in praying “that all may be one, that the world may believe” (Jn 17:21).

We express our common concern for the current situation in Iraq, Syria and the whole Middle East. We are united in the desire for peace and stability and in the will to promote the resolution of conflicts through dialogue and reconciliation. While recognizing the efforts already being made to offer assistance to the region, at the same time, we call on all those who bear responsibility for the destiny of peoples to deepen their commitment to suffering communities, and to enable them, including the Christian ones, to remain in their native land. We cannot resign ourselves to a Middle East without Christians, who have professed the name of Jesus there for two thousand years. Many of our brothers and sisters are being persecuted and have been forced violently from their homes. It even seems that the value of human life has been lost, that the human person no longer matters and may be sacrificed to other interests. And, tragically, all this is met by the indifference of many.  As Saint Paul reminds us, “If one member suffers, all suffer together; if one member is honoured, all rejoice together” (1 Cor 12:26). This is the law of the Christian life, and in this sense we can say that there is also an ecumenism of suffering. Just as the blood of the martyrs was a seed of strength and fertility for the Church, so too the sharing of daily sufferings can become an effective instrument of unity. The terrible situation of Christians and all those who are suffering in the Middle East calls not only for our constant prayer, but also for an appropriate response on the part of the international community.

The grave challenges facing the world in the present situation require the solidarity of all people of good will, and so we also recognize the importance of promoting a constructive dialogue with Islam based on mutual respect and friendship. Inspired by common values and strengthened by genuine fraternal sentiments, Muslims and Christians are called to work together for the sake of justice, peace and respect for the dignity and rights of every person, especially in those regions where they once lived for centuries in peaceful coexistence and now tragically suffer together the horrors of war. Moreover, as Christian leaders, we call on all religious leaders to pursue and to strengthen interreligious dialogue and to make every effort to build a culture of peace and solidarity between persons and between peoples. We also remember all the people who experience the sufferings of war. In particular, we pray for peace in Ukraine, a country of ancient Christian tradition, while we call upon all parties involved to pursue the path of dialogue and of respect for international law in order to bring an end to the conflict and allow all Ukrainians to live in harmony.

Our thoughts turn to all the faithful of our Churches throughout the world, whom we greet, entrusting them to Christ our Saviour, that they may be untiring witnesses to the love of God. We raise our fervent prayer that the Lord may grant the gift of peace in love and unity to the entire human family. 

“May the Lord of peace himself give you peace at all times and in every way. The Lord be with all of you” (2 Thess 3:16).

From the Phanar, 30 November 2014

Pope Francis Ecumenical Patriarch Bartholomew

Related Posts with Thumbnails