© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Δημήτρη Αρβανιτάκη: Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟ 1797

[Ομιλία που πραγματοποιήθηκε στο Συμπόσιο με θέμα: «Πολιτισμικές εκφράσεις της Επτανησιακής ταυτότητας. 17ος–20ός αι.», στο πλαίσιο των Γιορτών Λόγου και Τέχνης (Λευκάδα, 8-9 Αυγούστου 2014). Αναδημοσιεύεται εδώ από τον διαδικτυακό τόπο της εφημερίδας ΕΡΜΗΣ, 24/9/2014.]


Τον χειμώνα του 1947, οι εκπρόσωποι των πολιτικών παρατάξεων στη Ζάκυνθο επιχείρησαν να εμποδίσουν την επέκταση του Εμφυλίου στο νησί, αλληλοδεσμευόμενοι για την εμπέδωση ενός κλίματος μετριοπάθειας. Το κείμενο της συμφωνίας το δημοσίευσε ο Ντίνος Κονόμος στο νεοϊδρυμένο τότε περιοδικό του, συνοδεύοντάς το με ένα σημείωμα στο οποίο, μεταξύ άλλων, έγραφε: 

Σήμερα η Ζάκυνθος περνά μια κρίση στην οικονομική της ζωή καθώς και στην πνευματική της υπόσταση. […] Δεν γίνεται τίποτε, μα απολύτως τίποτε για την ανόρθωση της Ζακύνθου. Κατάντησε στις μέρες μας να συγκρίνουν το Κατάκολο και τους μωραϊτάδες με το Άνθος της Ανατολής! Εμείς οι ίδιοι κατηγορούμε το σπίτι μας, τεντώνουμε στο άπειρο τις αδυναμίες μας, αυτοκαταδικαζόμαστε, μοιρολατρούμε σαν ομφαλοσκόποι και δίνουμε με τη στάση μας το δικαίωμα στους ανίδεους ξένους μας, που δεν έμαθαν ποτέ τι σημαίνει Ζάκυνθος, να μας συγκρίνουν με το Κατάκολο! Κι όμως η Ζάκυνθος στάθηκε κάποτε η πνευματική και καλλιτεχνική πρωτεύουσα του νεοελληνισμού! […] Τον καιρό που οι άλλοι ναρκισεύουνται με τους αμανέδες εμείς δίνουμε στο Ρωμέικο έναν Παύλο Καρρέρ κι έναν Πλανύτερο […].

Ίσως μια τέτοια γλώσσα να ηχεί κάπως παράξενα όταν γίνεται αντικείμενο «ακαδημαϊκής» ανάλυσης, αλλά δεν νομίζω ότι ξενίζει όποιον έχει κάποια σχέση με το Ιόνιο: είναι κοινός τόπος. Εκείνο που θέλω σήμερα να εξετάσω είναι τα θεμέλια, οι ιστορικές αιτίες που έκαναν δυνατή μία τέτοια συμπλεγματική θέση περί ανωτερότητας του επτανησιακού κόσμου. Θα επιχειρήσω να μελετήσω ποια είναι η «δυτικότητα» που υπερπροβάλλουν οι Ιόνιοι, πώς αυτή συνδυάστηκε με την προσπάθεια απόδειξης της εθνικότητάς τους, ποιοι μηχανισμοί τη διαιώνισαν και πώς η δυτικότητα από ιστορική πραγματικότητα μετατράπηκε σε ψυχολογική ανάγκη και σύμπλεγμα. Παράλληλα, μελετώντας ποιες εκδοχές της δυτικότητας αποκλείστηκαν από τη συλλογική τοπική συνείδηση και μνήμη, επιμένοντας ιδιαίτερα στην κομβική στιγμή του 1797, θα προσπαθήσω να δείξω την ταξικότητα και την απόλυτη ιδεολογικοποίηση αυτής της μνήμης.

Η συζήτηση μπορεί να γίνει πιο εύκολη αν αντί για «ανωτερότητα» χρησιμοποιήσουμε τον όρο «ιδιαιτερότητα». Πού εδράζεται λοιπόν η ιδιαιτερότητα αυτή; Οι λόγοι είναι πολλοί και είναι επαρκώς γνωστοί στις γενικές τους γραμμές. Θα τους υπενθυμίσω συνοπτικά.

Οπωσδήποτε, είναι η μακρόχρονη πρόσδεση των νησιών στις ιστορικές τύχες του δυτικού κόσμου. Δεν είναι δίχως σημασία ότι στην περίπτωση του Ιονίου οι κυρίαρχοι υπήρξαν πάντοτε «πολιτιστικά ανώτεροι», κάτι που επηρέασε καταλυτικά τον τρόπο πρόσληψής τους από τους τοπικούς πληθυσμούς. Είναι επιπλέον οι τρόποι «επικοινωνίας» του κυρίαρχου με τον κυριαρχούμενο. Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία, μιας και σχετίζεται με τους βασικούς φορείς αυτής της δυτικότητας. Γιατί αφενός μέσα από την κοινωνική επιβολή και διείσδυση των τοπικών ελίτ και αφετέρου μέσα από τις πολύμορφες επιδράσεις που δέχονταν οι τοπικές κοινωνίες, η διείσδυση του βενετικού στοιχείου, η πραγματική επιβολή του βενετικού «κόσμου» δηλαδή, γινόταν ουσιαστική. Αυτή η επίδραση δεν έχει να κάνει με τη βίωση ανισοτήτων ή αδικιών, δεν έχει να κάνει με την επιθυμία ίσως και ρήξης με το υπάρχον πλαίσιο, γιατί η επίδραση υπήρξε διαρκέστερη και βαθύτερη. Απόδειξη, ότι επιβίωσε και επιβιώνει πολύν καιρό μετά από την ιστορική εξαφάνιση του βενετικού κόσμου, του πλαισίου και της αιτιακής δηλαδή σχέσης.

Μιλώντας για τους κοινωνικούς φορείς της δυτικότητας και για το ιδιαίτερο περιεχόμενό της, χρειάζεται να επισημανθεί μία συγκεκριμένη παράμετρος. Εννοώ την απόλυτη κυριαρχία της πόλης επί της υπαίθρου σε όλα τα επίπεδα, βασική παράμετρο της δημιουργίας της πόλης και της αστικής ταυτότητας στην ευρωπαϊκή εμπειρία. Μέσα στο πλαίσιο που εξασφάλιζε για αιώνες η Κυρίαρχος, η πόλη, μάλιστα η αστικότητα, υπήρξε κεντρικό αίτημα, όχι μόνο γιατί εξασφάλιζε και εμπέδωνε την ανωτερότητα απέναντι της υπαίθρου, αλλά και γιατί αποτελούσε την αναγκαία προϋπόθεση για τη νομική κατοχύρωση του status της ευγένειας. 

Επιπλέον, το στρώμα των ευγενών και τα πιο ισχυρά τμήματα των εκτός ευγένειας αστών επιβεβαίωναν ακόμα περισσότερο την επιβολή του κυρίαρχου μοντέλου μέσω της θεσμικής υπεροχής, της οικονομικής δύναμης, του κύρους και του μονοπωλίου της μνήμης. Είναι ανάγκη να επιμείνουμε σ’ αυτά για να κατανοήσουμε το γεγονός ότι η βενετική κυριαρχία, και σε έναν βαθμό και οι επόμενες, δεν παρέμειναν «εξωτερικές», δίχως διάχυσή τους δηλαδή στο εσωτερικό των τοπικών κοινωνιών˙ το αντίθετο. Οι επόμενες δυτικές κυριαρχίες στο Ιόνιο, μέχρι την Ένωση, συνέχισαν τη σύνδεση του τόπου με τη Δύση. Βεβαίως, οι όροι ήταν πλέον διαφορετικοί και τα πράγματα περιπλέκονταν καθώς επιβαλλόταν μία νέα ανάγνωση του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος: το εθνικό ζήτημα.

Η πτώση της Βενετίας προκάλεσε μία μεγάλη, αν και στιγμιαία, κοινωνική έκρηξη, αλλά μακροπρόθεσμα οδήγησε σε μυθοποίηση του βενετικού παρελθόντος (βασική προϋπόθεση του σύνδρομου ανωτερότητας για το οποίο μιλάμε). Για την ώρα, επείγει να παρατηρηθεί ότι η πτώση της Βενετίας και ολόκληρος ο δέκατος ένατος αιώνας χαρακτηρίστηκαν από την επικράτηση του εθνισμού. Οι όροι, όμως, διεκδίκησής του ανέδειξαν και επέτειναν την «ιδιομορφία» του τόπου. Κι αυτό γιατί ο «εθνισμός» των Ιονίων υπήρξε ζήτημα διαμάχης, υπήρξε αίτημα προς κατάκτηση και όχι αυτονόητο. Η ίδια η δυτικότητα αποτέλεσε τώρα πρόβλημα, καθώς αυτή ακριβώς προσέκρουε στο μοντέλο του έθνους που διαμορφωνόταν και στο οποίο οι Ιόνιοι ήθελαν να ενταχθούν. Πολλές εκφάνσεις της πραγματικότητας αναδείκνυαν τη δυσκολία: η διαδομένη ιταλοφωνία των τοπικών ελίτ, η μουσική παράδοση και παιδεία, η ζωγραφική και οι άλλες μορφές τέχνης δεν άρμοζαν στον κανόνα της «ελληνικότητας».

Ήταν επίσης και η μη συμμετοχή στη γενέθλια πράξη του έθνους, στο 1821. Βέβαια, αν το Ιόνιο δεν συμμετείχε ως τόπος στη εθνική επανάσταση, συμμετείχε σε μεγάλο βαθμό με ανθρώπινο δυναμικό, αλλά επίσης ως διανοητική και πνευματική παρουσία. Η απουσία δημόσιων τόπων-σημάτων επαναστατικής δράσης έγινε προσπάθεια υστερότερα να αντισταθμιστεί με τον αγώνα των Ριζοσπαστών. Όσο όμως κι αν το Ιόνιο εγκολπώθηκε τις αρχές του εθνισμού και επιχείρησε να συναρμοστεί με την εικόνα του έθνους που δημιουργούνταν, οι επτανησιακές κοινωνίες (οπωσδήποτε οι ελίτ τους) είχαν εξαρχής να αντιμετωπίσουν τη ρητή δυσπιστία, κάποτε και την ανοιχτή αμφισβήτηση, του «εθνισμού» τους από την πλευρά εκείνη ακριβώς από την οποία επεδίωκαν την επιδοκιμασία. Με αμυντικό ή με επιθετικό τρόπο οι ιστοριογράφοι του Ιονίου επιχείρησαν να αποδείξουν την ελληνικότητα των τόπων και των πληθυσμών, ελληνικότητα που έβρισκαν να κρύβεται πίσω από τα δυτικής επιρροής επιφαινόμενα.

Στην κρίσιμη στιγμή της ελληνικής συνειδητοποίησης του Ιονίου, η δυτικότητα αποτέλεσε ένα κρίσιμο ζήτημα πολεμικής και εντός των τοπικών κοινωνιών, καθώς από ένα μέρος των διανοουμένων τέθηκε σε αμφισβήτηση το βενετικό παρελθόν και οι κύριοι εκφραστές του, οι ευγενείς. Η ισχυρή κριτική του Κωνσταντίνου Λομβάρδου εκφράζει αυτό ακριβώς το κλίμα. Ο Λομβάρδος επιχείρησε να διατυπώσει τη γενεαλογία όχι τόσο της εθνικής ιδέας όσο του φορέα της: δηλαδή του λαού. Αν στον τελευταίον αυτόν αναγνώριζε τον θεματοφύλακα της εθνικής ιδέας, στους ευγενείς έβλεπε τους εχθρούς της, εφόσον γι’ αυτόν η εθνική ιδέα γεννήθηκε από την πάλη του «λαού» όχι μόνο με τους «ξένους» αλλά και με τους ευγενείς. Οι ευγενείς όμως, μέρος των οποίων είχε, αν μη τι άλλο, να επιδείξει συμμετοχή στους εθνικούς αγώνες (και στην ελληνική επανάσταση) αντέδρασαν και στις κατηγορίες του Λομβάρδου και στις ομόλογες κατηγορίες και τους αποκλεισμούς που έρχονταν από την ελληνική λογιοσύνη (Σάθας, Παπαρρηγόπουλος, Ραγκαβής κ.ά.). Διεκδίκησαν ένα «ελληνικό παρελθόν» της ιόνιας ευγένειας, υπερακοντίζοντας σε εθνισμό τους κατηγόρους τους και θέτοντας το ζήτημα στη βάση της συμμετοχής των ευγενών στη διατήρηση του πολιτισμού, άσχετα με το όργανο έκφρασής τους, τη γλώσσα δηλαδή. Αυτή, η «ελληνοποίηση» του παρελθόντος της ευγένειας υπήρξε έργο πολλών, κυρίως του Λαυρέντιου Βροκίνη και του Ιωάννη Ρωμανού. 

Σε ένα άλλο επίπεδο, δεν χωράει αμφιβολία ότι η αμφισβήτηση της ελληνικότητας των Ιονίων (ή έστω της έκφρασής της), αλλά και οι δυσχέρειες του κάθε φορά παρόντος, οδηγούσαν, οπωσδήποτε τους ευγενείς αλλά όχι μόνο, σε μια μυθοποίηση του παρελθόντος. Για παράδειγμα, το 1819, οι χωρικοί της Λευκάδας, απολογούμενοι για την εξέγερσή τους, επικαλούνταν το «δίκαιο κράτος» της Βενετίας. Λίγα χρόνια μετά, επί ελληνικού κράτους, τα παραπάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση του τέλους του αιώνα, την αίσθηση αδικίας, υποκινημένη οπωσδήποτε από τη συμπεριφορά των ελλήνων κρατικών λειτουργών αλλά και από τα παραδοσιακά τοπικά εξουσιαστικά συμφέροντα, θα οδηγούσαν σε μία σαφή αίσθηση «διάψευσης», άρα και καταφυγή στο μυθοποιημένο παρελθόν. Είναι ακριβώς αυτό το πολύπλοκο αίσθημα που εξέφρασε εξαιρετικά ο Γιάννης Τσακασιάνος.

Η μυθοποίηση που φέρνει ο χρόνος˙ οι δυσχέρειες του παρόντος˙ η παραμονή στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας των παραδοσιακών ευγενών και των συμμάχων-ανταγωνιστών τους (των εύπορων αστών): είναι οι κύριοι λόγοι του υπερτονισμού της δυτικότητας, σε συνδυασμό πλέον με τη διαρκή και δυναμική διεκδίκηση της εθνικότητας. 

Πώς, όμως, έγινε κατορθωτό να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά οι ευγενείς την καταλυτική κριτική, να επιβάλλουν την ιδεολογία τους και να διαχύσουν στην κοινωνία το δικό τους μοντέλο «δυτικής μνήμης»; Έχω τη θέση ότι αυτό επετεύχθη λόγω της ιδιαίτερης πρόσληψης του εθνικού ζητήματος και μάλιστα λόγω της εξαρχής υπαγωγής του κοινωνικού στο εθνικό: λόγω του επικαθορισμού δηλαδή του πρώτου από το δεύτερο. Αυτή η ερμηνεία θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε επιπλέον την επιλεκτική μνήμη της δυτικότητας και άρα τους αποκλεισμούς, τις «σκοτεινές στιγμές» του δυτικού παρελθόντος των νησιών. Σε αυτό θα στρέψουμε τώρα την προσοχή μας.

Όχι μόνο στο Ιόνιο, αλλά στη συνολική εμπειρία του ελληνικού Διαφωτισμού, η κοινωνική κριτική δεν υπήρξε αυτόνομο ζητούμενο. Εξ ου και η πρόσληψη των προεπαναστατικών κοινωνικών αγώνων και η εγγραφή τους στην προβληματική του Διαφωτισμού είναι συζητήσιμη: αυτή έγινε κυρίως μέσα από την νοηματοδότησή τους ως αγώνων εθνικών, σε συνάρτηση δηλαδή με το αίτημα της εθνικής αποκατάστασης. 

Στο Ιόνιο, ίσως λόγω της πιο σκληρής «ταξικής διαστρωμάτωσης», ίσως λόγω της αμεσότερης σχέσης με τα τεκταινόμενα στη Δύση, ίσως όμως και λόγω της ύπαρξης μίας εντόπιας, ευάριθμης βέβαια, αφυπνισμένης διανόησης, συνδεδεμένης με την κοινωνική πραγματικότητα και όχι εξωτερική, όπως σε έναν βαθμό συνέβη στην υπόλοιπη ελληνική εμπειρία, η κοινωνική κριτική –έστω για μία στιγμή μόνο– έθεσε ως στόχο της την υπονόμευση της κοινωνικής ιεραρχίας και της ομόλογης ιδεολογίας: της ευγένειας δηλαδή. Αναφέρομαι στην πολύ γνωστή περίπτωση του Βασιλικού του Αντωνίου Μάτεση, παιδιού του διαφωτιστικού πνεύματος, αλλά κυρίως στη λιγότερο γνωστή και απολεσμένη κωμωδία του Σαβόγια Ρούσμελη Οι Μοραΐται.

Αυτή η αυτονόμηση, έστω στιγμιαία, του κοινωνικού απέναντι στο εθνικό, ίσως λόγω και της καχεξίας των φορέων της, μάλλον όμως λόγω της «επιτάχυνσης» και της νέας νοηματοδότησης που παρατηρήθηκε στα τέλη του αιώνα, δεν πρόλαβε να μορφοποιηθεί, να οργανωθεί και να παράξει καρπούς. Η ιστορική στιγμή οδηγούσε, και όχι μόνο στην ελληνική περίπτωση, στην άνοδο του εθνικού: αυτό έγινε το κυρίαρχο ζήτημα και όλα τα άλλα περιφερειακά. Πολύ γρήγορα, λοιπόν, η κριτική απέναντι στην κοινωνική δομή έπαψε να έχει ως στόχο την ανατροπή της (άρα το αίτημα της κοινωνικής απελευθέρωσης) και συνδέθηκε με τον βαθμό της «ελληνικότητας» των φορέων της (άρα το αίτημα της εθνικής ελευθερίας). Αυτό έθεσε το ζήτημα σε άλλη βάση, καθώς στον βαθμό που υποχωρούσε η κοινωνική κριτική, υποχωρούσε παράλληλα, σε έναν βαθμό τουλάχιστον, και η κριτική του παρελθόντος και του παρόντος των ευγενών, που επιβίωναν όχι μόνον ως «πραγματικότητα» αλλά και ως μύθος. Ο ίδιος ο Λομβάρδος που, καθώς είδαμε, εξόριζε τους ευγενείς από τη διαδικασία της εθνικής συνειδητοποίησης και των εθνικών αγώνων, ήταν ο κύριος εκφραστής της επιβολής του εθνικού και του παραγκωνισμού του κοινωνικού από τον πολιτικό αγώνα. Η σκληρή σύγκρουσή του με τους Ριζοσπάστες του Ιωσήφ Μομφερράτου, στα μισά του κρίσιμου αιώνα, έγινε ακριβώς πάνω σε αυτό το ζήτημα. Η μικρή κοινωνική εμβέλεια των ματσινιανών ιδεών του Μομφερράτου και η καθαρή ήττα του στο πολιτικό επίπεδο μπορούν να εξηγηθούν μέσα στον πυρετό του εθνισμού, αλλά γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι δείκτης καλός για το ζητούμενό μας.

Έτσι, λοιπόν, ακόμα και στα νησιά, όπου η πραγματικότητα θα μπορούσε να συντελέσει στην όξυνση της κοινωνικής κριτικής, η επικαθορίζουσα πραγματικότητα του εθνικού ορίζοντα νοηματοδότησε αλλιώς τα πράγματα, επιτρέποντας στον βασικό φορέα μιας απόλυτα ιδεολογικοποιημένης δυτικότητας όχι μόνο να διατηρηθεί στο προσκήνιο αλλά επιπλέον να «καθαρθεί», να διαχύσει και να επιβάλει τους κώδικές του. Η κομβική στιγμή υπήρξε η Ελληνική επανάσταση. Δεν χωράει αμφιβολία ότι ένα σημαντικό τμήμα των ευγενών οικογενειών συνδέθηκε με την επανάσταση και προσέφερε υπηρεσίες σημαντικές. Με ποιον τρόπο λοιπόν μπορούσε να «καθαρθεί» η ευγένεια; Με την αποσύνδεσή της από το παρελθόν της και με τη συμμετοχή της στην επανάσταση, τη σύνδεσή της με το νέο, το εθνικό περιβάλλον. Μέσα στο ίδιο πνεύμα, στη φιλολογία και στον δημόσιο λόγο της εποχής, παρατηρήθηκε μία άλλη ομόλογη μετατόπιση: η μεταμόρφωση του λαού σε έθνος, άρα η πρόσληψη του κοινωνικού με τους όρους του εθνικού και κατά συνέπεια η συσκότιση των κοινωνικών διακρίσεων και ανισοτήτων. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της οπτικής είναι το έργο του Βαλαωρίτη, μάλιστα ο «Φωτεινός».

Έτσι, η κοινωνική κριτική ανακόπηκε γρήγορα, οι κοινωνικοί αγώνες δεν ευοδώθηκαν σε πολιτικό επίπεδο και το κοινωνικό οικοδόμημα απέφυγε τους θανατηφόρους κλυδωνισμούς. Όταν ξαναεμφανίστηκε στο Ιόνιο, στις αρχές του εικοστού αιώνα, φωτισμένη από τις αρχές του ανθρωπιστικού σοσιαλισμού και εκφρασμένη από τη μαεστρία ενός μάρτυρα της ίδιας του της τάξης, του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, αυτό αναδείχτηκε. Οι Σκλάβοι στα δεσμά τους σκιαγράφησαν εναργώς αυτήν ακριβώς την επιβιωτική κυριαρχία των ευγενών, ακόμα και μέσα στην παρακμή τους, μέσα από την εκ μέρους των αστών υιοθέτηση των βασικών τους κωδίκων, μέσα από τη λεηλάτηση του κύρους αυτής ακριβώς της παρηκμασμένης τάξης. Η οικονομικά παρακμάζουσα, αλλά ιδεολογικά και νοοτροπικά ισχυρή τάξη των ευγενών ήταν διαρκώς παρούσα όταν επρόκειτο να υπερασπιστεί τη μυθολογία της. Αυτό έκανε για παράδειγμα όχι μόνο ελέγχοντας, στον βαθμό που μπορούσε, τη διάθεση και τη δημοσιοποίηση των αρχειακών τεκμηρίων, αλλά και καταπολεμώντας ερμηνείες που μπορούσαν να υπονομεύσουν την ιστορία της.

Την ίδια ακριβώς αιτία βρίσκω και πίσω από τη σιωπή γύρω από το 1797 στην τοπική ιστοριογραφία, αλλά και στην τοπική συνείδηση και μνήμη. Η μελέτη της ειδικής αυτής περίπτωσης μπορεί να φωτίσει ακόμα περισσότερο την ειδικού προσανατολισμού δυτικότητα που επιβίωσε στο Ιόνιο, αλλά και την καταγωγή και τους τρόπους διαμόρφωσής της. Η διετία 1797-1799 «εξορίστηκε» από την τοπική μνήμη. Γιατί, όμως; Γιατί η κρισιμότατη αυτή στιγμή δεν εγγράφηκε στα στοιχεία εκείνα που διαμόρφωσαν τη δυτική ιδιοπροσωπία του χώρου, άρα και την αίσθηση «ανωτερότητάς» του; Γιατί αυτή η μνήμη ήταν κοινωνικά μονοσήμαντη και ιδεολογικά χρωματισμένη.

Αν η μυθοποίηση του δυτικού παρελθόντος των νησιών στηρίχτηκε στους λόγους που αναφέρθηκαν, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε τον λόγο της σιωπής: το 1797-1799 υπήρξε η μοναδική στιγμή κατά την οποία κινδύνεψε πραγματικά το κοσμοείδωλο, η μυθολογία, το κύρος και η εξουσία των κυρίαρχων στρωμάτων. Ακόμα περισσότερο, επειδή η ιστορική εκείνη στιγμή εξέφρασε μία από τις πλέον κρίσιμες τομές του ελληνικού κόσμου στην πορεία του προς τη νεωτερικότητα: την πορεία από την κατάσταση του «υπηκόου» (suddito) σε εκείνη του «πολίτη» (cittadino). Και αυτό, όχι μόνο ως θεωρητικός προβληματισμός, αλλά ως δοκιμασία επί του πραγματικού. Αυτή υπήρξε, με όλη τη δυναμική της ρήξης και τη βιαιότητα της φοράς των πραγμάτων, η μόνη περίπτωση στον ελληνικό χώρο πριν από την κομβική στιγμή της εθνικής μας επανάστασης. Οι Γάλλοι, λοιπόν, και οι έλληνες οπαδοί τους επιχείρησαν να μεταμορφώσουν την κοινωνία, να μεταμορφώσουν το άτομο. Επρόκειτο πραγματικά για μία «αγωγή του πολίτου». Όπως είναι αυτονόητο, αυτό άλλαζε την οπτική της ιστορίας: άσχετα από τη μη ολοκλήρωση της διαδικασίας, αυτό δεν ήταν καθόλου δευτερεύον χαρακτηριστικό της διετίας εκείνης. Ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με τον κόσμο του παρελθόντος και τους φορείς του. Η σύγκρουση δεν ήταν καθόλου μικρότερη από το επίδικο ζήτημα της ηγεμονίας και της εξουσίας.

Οι θιασώτες των Γαλλικών ιδεών στην πλειονότητά τους προώθησαν την εθνική ιδέα, συνδυασμένη όμως με τις δημοκρατικές ιδέες που έρχονταν από τη Γαλλική επανάσταση. Ο λόγος τους στράφηκε το δίχως άλλο εναντίον του παλαιού καθεστώτος, εναντίον της τυραννίας και άρα εναντίον των τοπικών του εκφράσεων. Ξεφυλλίζοντας τους λόγους των μελών της Πατριωτικής Εταιρείας δεν μας μένει καμία αμφιβολία ότι το κεντρικό ζητούμενο ήταν, πέρα από τα αυτονόητα εγκωμιαστικά σχόλια για τη Γαλλία, η υπεράσπιση της Δημοκρατίας, της «αρετής» και των φυσικών και αναφαίρετων δικαιωμάτων.

Η σύνδεση του εθνικού με το κοινωνικό, άρα η διεκδίκηση ανατροπής της κοινωνικής πυραμίδας ως συγκεκριμένη νοηματοδότηση της έννοιας του έθνους αλλά και της προοπτικής της εθνικής απελευθέρωσης υπήρξε το ρήγμα, η σύγκρουση η οποία δεν έληξε με την αποχώρηση των Γάλλων. Όταν με την εκδίωξή τους, ο κερκυραίος ευγενής Αντώνιος Ροδόσταμος έγραφε τη λυτρωτική φράση «Finì dopo venti mesi il Governo Democratico» δεν χαιρόταν μόνο για την αποχώρηση των Γάλλων, αλλά και για την επούλωση του αισθήματος της κοινωνικής ρήξης, για την αναστροφή του χρόνου και την έναρξη της επανεπιβεβαίωσης της κυριαρχίας (οικονομικής και ιδεολογικής) των παραδοσιακών στρωμάτων. 

Μετά την απολύτως τραυματική εμπειρία των ετών 1797-1799, μετά τη «γιακωβίνικη στιγμή» του ελληνικού κόσμου, όχι μόνο κυριάρχησε το εθνικό, αλλά και ξεκίνησε μια διαδικασία «εξαφάνισης», ή πάντως υποβιβασμού του 1797 στη συλλογική συνείδηση. Στην πορεία οργάνωσης της μνήμης των νησιών, ενώ η βενετική κυριαρχία μυθοποιούνταν σταδιακά και ισχυροποιούνταν το πιο διαφοροποιητικό στοιχείο της τοπικότητας, το 1797 υποβιβαζόταν σταδιακά, κυρίως λόγω του κοινωνικού χαρακτήρα που ενείχε. Η τοπική ιστοριογραφία υποτίμησε ή ακόμα και υπονόμευσε αυτό το «πολιτικό» στοιχείο και ενέταξε την πρώτη γαλλική παρουσία στο Ιόνιο στην αλυσίδα των ξένων κυριάρχων, τονίζοντας οπωσδήποτε τη «διάψευση» των λαϊκών ελπίδων και κάποτε τη συμβολή του στην πορεία της εθνικής συνειδητοποίησης. 

Δεν κάνουμε εδώ μια ιστορία του 1797˙ αυτή μένει να γίνει. Εκείνο που έχει σημασία για τη δική μας συζήτηση, για τη συνείδηση της δυτικότητας του Ιονίου και για τη μυθοποίησή της, είναι οι λόγοι της αποσιώπησης της ιστορικής αυτής στιγμής στην τοπική μνήμη και αυτούς προσπαθήσαμε να αναζητήσουμε. Εντοπίσαμε έναν παράγοντα, εκείνον της απόλυτης εχθρότητας των ευγενών και των κοινωνικών τους παρυφών, του ανώτερου στρώματος των αστών δηλαδή. Σ’ αυτόν θα πρέπει να προστεθεί η μάλλον αναιμική σχέση των ευρύτερων μαζών, κυρίως της υπαίθρου, με τις νέες ιδέες. Κι έτσι, η ηγεμονία των παραδοσιακών στρωμάτων, για πολλές δεκαετίες μετά το 1797, συνετέλεσε στη διάχυση της σιωπής και στην επιβολή της «ταξικής» αλήθειας ως «κοινής αλήθειας»: η «τραυματική στιγμή» των στρωμάτων αυτών έγινε η «τραυματική στιγμή» του συνόλου των τοπικών κοινωνιών, που μέσω της μυθοποίησης εύρισκε το αντίσωμά της στην καταφυγή σε ένα αόριστο, «καλό» βενετικό παρελθόν. Το κοινωνικό ηττήθηκε, το νόημα αποψιλώθηκε, το 1797 «λησμονήθηκε». Η τοπική ταυτότητα δεν το ενσωμάτωσε, η δυτικότητα δεν είχε τρόπο να το αφομοιώσει – σχεδόν κανένας δεν θέλησε να το οικειοποιηθεί, να το διασώσει.

Χρήσεις του παρελθόντος, λοιπόν. Αρχίσαμε με τα χρόνια του Εμφυλίου και θα κλείσουμε γυρνώντας λίγο πιο πριν, στα χρόνια της Ιταλικής Κατοχής στη Ζάκυνθο, για να σημειώσουμε μία ακόμα χρήση αυτής της δυτικότητας – την πιο ακραία. Η ιταλική προπαγάνδα επιχείρησε μέσω του φασιστικού τύπου την αναζωπύρωση αυτής ακριβώς της μνήμης, βεβαίως ιδιαίτερα της «βενετικής». Άλλοτε τονιζόταν το «οικονομικό θαύμα», ο χαμένος παράδεισος, τα «χρυσά χρόνια» δηλαδή, και άλλοτε η βίαιη αποκοπή των νησιών από τον βενετικό ομφάλιο λώρο, ενώ κάποτε την επίσημη προπαγάνδα των Ιταλών φασιστών ερχόταν να ενισχύσει η συνηγορία ντόπιων, οι οποίοι μέσα στις συνθήκες της «επιστροφής» των Ιταλών, υπερτόνιζαν την «Αγάπη των Επτανησίων στην Ιταλία. Το έθνος που τους χάριζε την μόρφωση, την υγεία, την Ευρώπη». 

Επρόκειτο για μία άλλη χρήση του «δυτικού παρελθόντος» των νησιών, την οποία επέβαλαν οι στόχοι της φασιστικής Ιταλίας αλλά συνέτρεχαν και όσοι από τους νησιώτες –όχι πολλοί– αισθάνθηκαν τις εποχές να γεφυρώνεται. Αυτή τη χρήση του παρελθόντος θέλησαν να εκδικηθούν άγνωστοι, επίσης νησιώτες αλλά σκεφτόμενοι διαφορετικά από τους προηγούμενους, οι οποίοι τη νύχτα της 23ης προς την 24η Μαρτίου του 1942 έριξαν ακαθαρσίες στην προτομή του κατεξοχήν συμβόλου της σχέσης του Ιονίου και της Ιταλίας: του Ούγκο Φόσκολο. Η ιταλική Κατοχή ήταν η τελευταία φορά που το «βενετικό παρελθόν» επιχειρήθηκε να αναβιώσει. Έκτοτε επιβιώνει κυρίως ως σύμπλεγμα˙ ανωτερότητας.

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΙΝΑΞ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΠΡΟΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΙΑΝ…

Κάποιες σκέψεις ἑνὸς ἐγγάμου συλλειτουργοῦ τους

Στοὺς προσφιλεῖς μου ἀδελφούς, ποὺ ἀναμένουν τὴν τῆς Ἀρχιερατείας Διακονίαν
 
Κάθε φορὰ ποὺ θὰ λάβω τὸ τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, τὸ ἐπίσημο δηλαδή δελτίο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ θὰ δῶ δημοσιευμένο τὸν Καταλογο τῶν νέων προσώπων ποὺ συγκαταλέγονται μεταξὺ τῶν ὑποψηφίων πρὸς Ἀρχιερατείαν, εἰλικρινὰ μιλῶ, κοιτάζω τὰ ὀνόματα αὐτῶν τῶν νέων ἀνθρώπων καὶ προσπαθῶ, πίσω ἀπό αὐτὰ νὰ ἀνιχνεύσω τὶς Μορφές τους, νὰ προσέξω τὰ πρόσωπά τους, νὰ προσεγγίσω τὸν ψυχισμό τους -ὅσο μοῦ εἶναι δυνατό- νὰ σταθῶ σιμά τους καὶ ν᾿ ἀφουγκραστῶ τὴν ἀγωνία καὶ προσμονή τους…

Γιατὶ γνωρίζω πολὺ καλὰ πὼς σ᾿ αὐτὸ τὸ ὄνομα ἔχουν ἐπενδυθεῖ  ὄνειρα καὶ ἐνθουσιασμός,  προσδοκίες καὶ μιὰ τὸσο ἐπώδυνη, σταυρικὴ θὰ τὴν ἔλεγα, ἀναμονή… Μιὰ ἀναμονὴ ποὺ ἄρχισε νὰ κυοφορεῖται στὰ χρόνια τῶν σπουδῶν τους, κι ἄρχισε ν᾿ αὐξάνεται ὅσο τὰ χρόνια περνοῦσαν, μιὰ ἀναμονὴ δηλαδή, ποὺ  μπορεῖ νὰ κρατήσει μιὰ ὁλόκληρη ζωή... Μιὰ ἀναμονὴ ποὺ κάποτε πληγώνει, ἄλλοτε γίνεται μάθημα μέγιστο καὶ σὲ ὁρισμένες φορὲς μιὰ μαρτυρικὴ ὁδὸς, ποὺ ὡστόσο κάποτε, ὁδηγεῖ καὶ στὴν ἁγιότητα. 

Γιατὶ ὁ κάθε ὑποψήφιος πρὸς Ἀρχιερατείαν, ποὺ ἀσφαλῶς εἶναι ἄγαμος κληρικός, ὅταν ἀρχίζει τὸν ὄντως ἀνηφορικό δρόμο του (καὶ ἐξάπαντος μοναχικό -«ἐγὼ καὶ ὁ Θεὸς ἐσμέν»( βλ. Γεροντικόν) πρεσβεύει σὲ ἕνα στόχο: στὸ νὰ διακονήσει τὴν Ἐκκλησία. Κι ἐφ᾿ ὅσον ἡ Ἐκκλησία τοῦ δίδει αὐτὸ τὸ δικάιωμα, ἀφοῦ πληροφορηθεῖ «τὰ τυπικὰ καὶ οὐσιαστικά προσόντα» του, κι ἐκεῖνος ἔχει τὸ ἀναφαίρετο δικάιωμα νὰ περιμένει τὴν κλήση, ὅπως συμπεριληφθεῖ στὴν μερίδα τῶν ὑποψηφίων. Καὶ μπορεῖ νὰ περάσει ὅλη τὴ ζωὴ του περιμένοντας. Μπορεῖ νὰ φτάσει ἴσαμε τὴν θύρα νὰ εἰσέλθει στὸν τῆς Ἀρχιερωσύνης βαθμὸ καὶ τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ ἐπιστρέψει «εἰς τὰ ἴδια». Ὅπως μπορεῖ καὶ νὰ βρεθεῖ καὶ ἐντὸς τοῦ Νυμφῶνος, νὰ ἐνδυθεῖ τὸ ὠμόφορο καὶ νὰ κρατήσει τὴν ποιμαντικὴ ράβδο, «Ἀρχιερεὺς γενόμενος». Ὅλα εἶναι ἐνδεχόμενα. 

Ὡστόσο, πιὸ πολὺ στέκομαι σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἀναμένουν... Σ᾿ αὐτοὺς ποὺ γαλβανίζουν καθημερινὰ τὴν ψυχή τους μὲ τὴν προσδοκία. Γιατὶ κι αὐτὸ ἔχει τὴ γοητεία του. Κι ἔχει τὴ γοητεία του, γιατὶ μοιάζει μὲ τὴν παραμονὴ κάθε μεγάλης γιορτῆς. Π. χ. τῶν Χριστουγέννων, τῆς Ἀναστάσεως κ.λ.π. Ἀναμένεις τὸ γεγονός, προετοιμάζεσαι, εἶσαι σὲ κατάσταση συναγερμοῦ, ἀγρύπνιας, γιατὶ περιμένεις... Περιμένεις νὰ εἰσοδεύσεις στὴ γιορτή, στὴν πασχάλια χαρά. Κι ἐδῶ χρειάζεται κανένας νὰ σταθεῖ «μὲ λογισμὸ καὶ μ᾿ ὄνειρο» καὶ νὰ προσπαθήσει νὰ μελετήσει πολὺ προσεκτικὰ τὰ πράγματα. Μὲ λίγα λόγια νὰ κοιτάξει νὰ δεῖ τὰ ὀφέλη ποὺ κομίζει αὐτὴ ἡ προσδοκία, αὐτὸ τὸ ἐνατένισμα πρὸς τὴ θύρα. Γιατὶ τότε βιώνεται περισσότερο τό, «γεννηθήτω τὸ θέλημά Σου...», τότε ζυγιάζονται περισσότερο τὰ πράγματα καὶ φανερώνεται, μέρα μὲ τὴ μέρα, πιὸ φωτεινὸ καὶ στέρεο τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή του. Καὶ τοῦτο,  ἐπειδὴ Ἐκεῖνος ἔχει τὸν πρῶτο καὶ ἔσχατο λόγο καὶ γνωρίζει τὶ εἶναι ψυχωφέλιμο καὶ τὶ ὄχι. Καὶ τὸ πληροφορεῖ. Ἀρκεῖ ὁ ἀποδέκτης νὰ ἔχει ἀνοιχτὴ τὴν ψυχή του καὶ νὰ πατάει γερὰ σ᾿ ἐκεῖνο ποὺ λέγανε οἱ Προφῆτες: «λάλει, [Κύριε], κι ὁ δοῦλος σου ἀκούει» (Α΄ Βασ. 3, 11). 

Γιατὶ συμβαίνει καὶ τὸ ἀντίθετο: ἀντιπαλαίει δηλαδή ὁ κληρικὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀνθρωπαρέσκως κινούμενος προβάλλει τὸ δικό του θέλημα. Προσδοκᾶ στὴν φιλοτιμία τῶν ἐκλεκτόρων του καὶ ἀναμένει κι αὐτός... Μόνο ποὺ αὐτὴ ἡ ἀναμονὴ διαιρεῖ τὴν ψυχή του, καθὼς παραμερίζει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ στηρίζεται στὶς ὑποσχέσεις τῶν ἀνθρώπων. Γιατὶ ὁ ποιμένας, πρέπει νὰ γνωρίζουμε, μιὰ ἐπιλογὴ ἔχει: νὰ διακονεῖ καὶ νὰ ὑπομένει. Κι αὐτοὶ οἱ ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, οἱ ἐγγεγραμένοι στὸν Πίνακα πρὸς Ἀρχιερατείαν ὡς μοναχοὶ πρωτίστως γνωρίζουν κι ἀπὸ ὑπομονή, ἀλλὰ καὶ Ποιὸν διακονοῦν. Μὲ λίγα λόγια, σὲ Ποιὸν ἀφιερώθηκαν. 

Μακάριοι οἱ εἰσοδεύοντες στὸν τῆς Ἀρχιερωσύνης ἔγκοπο στίβο, ἀλλὰ καὶ τρισμακάριοι ὅσοι περιμένουν τὴν κλήση  μὲ ὑπομονή, σιωπὴ καὶ καρτερία. Ἕνα εἶναι τὸ βέβαιο: ὅτι ὁ μισθός τους θὰ τοὺς δοθεῖ ἀπὸ ἀλλοῦ...

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Η ΚΡΑΤΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΑΘΗΝΩΝ ΥΠΟ ΤΟΝ ΣΤΕΦΑΝΟ ΤΣΙΑΛΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΧΙΛΤΟΝ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΜΕΓΑΡΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΙΘΟΥΣΑ ΣΥΝΑΥΛΙΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Μία Συνέντευξη Τύπου, μία «Avant Première» και η εναρκτήρια Συναυλία της Παρασκευής 3 Οκτωβρίου, τρεις εκδηλώσεις από την ΚΟΑ, η πρώτη στο ΧΙΛΤΟΝ -χορηγός φιλοξενίας-, η δεύτερη στον Κήπο του Μεγάρου, η Τρίτη στην Αίθουσα Συναυλιών του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών έγιναν με εξαιρετική επιτυχία. Ο νέος Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών Στέφανος Τσιαλής [βλ. διπλανή φωτό], με το επικοινωνιακό χάρισμά του και τις πρώτες κινήσεις του, άφησε θετικές  εντυπώσεις. Κράτησε ό,τι καλό έκανε ο προκάτοχός του Βασίλης Χριστόπουλος, όπως, τους θεματικούς κύκλους και τις εισαγωγικές ομιλίες πριν από κάθε συναυλία στις οποίες θα συμμετάσχει και ο ίδιος, ενώ ο πιανίστας Τίτος Γουβέλης συνεχίζει την τόσο επιτυχημένη επιμέλεια των κειμένων του προγράμματος όπως και το G. DESIGN STUDIO, συνεχίζει τον υψηλής αισθητικής σχεδιασμό των προγραμμάτων της Κρατικής Ορχήστρας.

Τρεις είναι οι θεματικοί κύκλοι. Ο πρώτος, «Σλάβικη Ψυχή», που παρακολουθήσαμε, ολοκληρώνεται στις 29 Μαΐου. Ο δεύτερος κύκλος, «Γερμανοί Ρομαντικοί», με την ευγενική υποστήριξη της Πρεσβείας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Αθήνα, θα αρχίσει στις 21 Νοεμβρίου και θα κλείσει στις 15 Μαΐου και ο τρίτος Κύκλος, «Η Γαλλία στη Μουσική», έχει και φέτος συμπαραστάτη το Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος και ξεκινά στις  27 Φεβρουαρίου για να ολοκληρωθεί στις 22 Μαΐου.

Μεγάλα ονόματα εξασφάλισε η ΚΟΑ παρά την οικονομική  δυσπραγία,  όπως ο πιανίστας Πιερ Λοράν Αιμάρ, ο κλαρινετίστας Ντμίτρι Ασκενάζυ, οι αρχιμουσικοί Κρίστοφ Πόππεν και Γιούραϊ Βαλτσουχά, η Κινέζα βιολονίστα Τιάνγουα Γιανγκ, ο Ινδονήσιος μαέστρος Αντριάν Πρανπάβα και βέβαια οι Έλληνες καταξιωμένοι συνθέτες Μίκης Θεοδωράκης και Θεόδωρος Αντωνίου. Συνεχίζονται επίσης οι Μουσικές Δωματίου στο Gazzarte και το Ωδείο «Φίλιππος Νάκας», καθώς και τα τόσο σημαντικά εκπαιδευτικά και κοινωνικά της πρόγραμμα. (Για περισσότερες πληροφορίες στο www.koa.gr).

Η Συναυλία στον κήπο συγκίνησε ιδιαίτερα με «Τα ερείπια των Αθηνών», έργο 113  του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν και τους Ελληνικούς Χορούς του Νίκου Σκαλκώτα «Πελοποννησιακός», «Ηπειρώτικος», «Κλέφτικος», που με χαρά ακούσαμε τον κόσμο να τους σιγοτραγουδά, αλλά και τους δημοφιλέστατους «Ουγγρικούς Χορούς», αρ. 5 και 6 του Γιοχάνες Μπραμς.  Στη συνέχεια ολίγη «ελαφρά» μουσική ακούστηκε ευχάριστα στη δροσιά του κήπου, όπως το «Berliner Luft» και «Folies  bergères»  του Πάουλ Λίνκε, τα «Ρόδα από το Νότο», βαλς έργο 388 του Γιόχαν Στράους (υιού). Ελπίζουμε όμως η ΚΟΑ να κρατήσει τον ιστορικό προσανατολισμό της στην Κλασική Μουσική γιατί στη χώρα μας, η ελαφρά μουσική, φρονούμε, καλύπτεται επαρκώς από άλλα συγκροτήματα ώστε δεν συντρέχει κανένας λόγος να ασχοληθεί και η Κρατική μας Ορχήστρα με αυτό το είδος. Προς το τέλος του προγράμματος, την τιμητική της είχε η Μουσική για τον κινηματογράφο, όπως αποσπάσματα από τις ταινίες «Καζαμπλάνκα», «Ο Μονομάχος» και «Πειρατές της Καραϊβικής». Ο Αρχιμουσικός με την Κρατική Ορχήστρα, στη μουσική διαδρομή από το κλασικό, στο ανάλαφρο και στον κινηματογράφο, ανέδειξε όλα αυτά τα στοιχεία που δίδουν την  ιδιαιτερότητα στο κάθε μουσικό είδος και δεν παρέλειψε, εκτός προγράμματος, να μας προϊδεάσει για τη συναυλία της Παρασκευής με έναν «Σλάβικο Χορό» του Ντβόρζακ.


Στην  εναρκτήρια συναυλία «Σλάβικη ψυχή (Ι)», που δόθηκε στις 3 Οκτωβρίου, η Ορχήστρα ερμήνευσε δύο έργα του Αντονίν Ντβόρζακ (1841-1904), το «Καρναβάλι, εισαγωγή για ορχήστρα, έργο 92», τη «Συμφωνία αρ.8 σε σολ μείζονα, έργο 88» και το «Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ.1 σε μι ελάσσονα, έργο 11», του Φρεντερίκ Σοπέν (1810-1849), με σολίστ τον Θοδωρή Τζοβανάκη που ακόμα θυμόμαστε την εξαιρετική ερμηνεία του στο «Κοντσέρτο για Πιάνο και Ορχήστρα» του Πολωνού συνθέτη Βιτόλντ Λουντοσλάφσκι.

Θοδωρής Τζοβανάκης

Η «Εισαγωγή Καρναβάλι», από τις δημοφιλέστερες μιας τριλογίας εισαγωγών για ορχήστρα, γράφτηκε το 1891 μαζί με τις άλλες δύο, «Φύση» και «Οθέλλος», που παρουσιάστηκαν στην Πράγα υπό την μπαγκέτα του Συνθέτη τον Απρίλιο του 1892. Ο Αρχιμουσικός Στέφανος Τσιαλής με την Ορχήστρα, μας μύησε στα βήματα του οδοιπόρου και μας έκανε μάρτυρες της άφιξής του κατά το σούρουπο σε μια πόλη όπου γιορτάζεται το καρναβάλι, υπογραμμίζοντας τη Χαρά της Ζωής με χορούς και με τραγούδια, ενώ το ερωτευμένο ζευγάρι, που αναπαρίσταναν το Φλάουτο και το Αγγλικό Κόρνο, ήταν μια εξαίσια ανάσα λυρικού ερωτισμού στο ξέφρενο γλέντι!

Το «Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 1σε μι ελάσσονα, έργο 11» του Φρεντερίκ Σοπέν, γράφτηκε το 1830 και πρωτοπαίχτηκε στη Βαρσοβία στις 11 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς με τον συνθέτη στο πιάνο. Ήταν ένα από τα αποχαιρετιστήρια κοντσέρτα που έδωσε ο νεαρός Σοπέν πριν εγκαταλείψει την πολύπαθη πατρίδα του για τη Βιέννη και μετά για το  Παρίσι που έμελλε να μείνει ως το τέλος της ζωής του.  Αν και είναι το δεύτερο κοντσέρτο του Συνθέτη, το αφιερωμένο στον παιδαγωγό του και περίφημο πιανίστα Friedrich Kalkbrenner, είναι γνωστό ως πρώτο γιατί προηγήθηκε η έκδοσή του. Δύο συνθέτες θαύμαζε ιδιαίτερα ο Σοπέν, τον Μπαχ και τον Μότσαρτ οι οποίοι μοιάζει να είναι παρόντες στις ιδιοφυείς  συλλήψεις του. Ήταν φίλος του μεγάλου ζωγράφου Ευγένιου Ντελακρουά, ο οποίος  μας χάρισε, με τις αδρές πινελιές του, ένα θαυμάσιο πορτραίτο του μελαγχολικού του φίλου! Ο Σοπέν είχε εξαιρετικά αντανακλαστικά στα δάχτυλα, στο αυτί και ένα μυαλό αξιοζήλευτο. Ωρίμασε γρήγορα, είχε φυσική τεχνική, συνέθεσε για το όργανο που αγαπούσε και ανέδειξε τόσο τον ηχητικό του πλούτο όσο και την μελωδικότητά του. Ο Θοδωρής Τζοβανάκης, πιανίστας με σπάνια ευαισθησία,  ερμήνευσε,  με την λαμπερή δεξιοτεχνία του όλες τις «κρύφιες» αρμονικές και μελωδικές φράσεις του Σοπέν. Η Ορχήστρα «Εν αρμονία», με τον Μαέστρο της και τον πιανίστα, Ορχήστρα εναργής, λυρική, γαλήνια και κάποτε «επιθετική» στήριξε θαυμάσια τον σολίστ, ώστε να αναδείξει τον φανταστικό, αρμονικό  ήχο του πιάνου του και  να  δικαιώσει τον τίτλο που έχουν απονείμει στο Σοπέν: Ποιητής του Πιάνου!
    
Η «Όγδοη Συμφωνία» γνώρισε αμέσως την επιτυχία, όταν πρωτοπαίχτηκε τον Φεβρουάριο του 1890 στην Πράγα, υπό την μπαγκέτα του Συνθέτη, αλλά και σε άλλες πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής. Η Σύνθεση, με βαθιές επιρροές από τη σπουδαία παραδοσιακή μουσική της πατρίδας του της Βοημίας που τόσο αγαπούσε, γράφτηκε μέσα σε δυόμιση μήνες περίπου,  από τις 26 Αυγούστου ως τις 8 Νοεμβρίου του 1889 με αφορμή την εκλογή του  συνθέτη στην Ακαδημία της Πράγας.  Ευχαριστώντας  για την τιμητική εκλογή του ο Ντβόρζακ αφιέρωσε τη Συμφωνία του «Στην Ακαδημία της Βοημίας και στον Αυτοκράτορα Franz Joseph για τη στήριξή του στα γράμματα και στις τέχνες».

Ο Αρχιμουσικός ο Στέφανος Τσιαλής, σε απόλυτη συνεργασία με την Ορχήστρα, ανέσυρε μέσα από την πλούσια τσέχικη παράδοση, διάχυτη στο έργο του συνθέτη, το συναισθηματικό μεγαλείο της σλάβικης ψυχής, τον λυρισμό, τον αυθορμητισμό και ανέδειξε τη σπουδαία συμφωνική γραφή του Ντβόρζαρκ. Θαυμάσια τα Βιολοντσέλα της αρχής, τα Φλάουτα στη συνέχεια  και γενικά ολόκληρη η Ορχήστρα δημιούργησαν μια «ονειρική» ατμόσφαιρα με εναλλασσόμενα συναισθήματα, νοητούς παραδοσιακούς βοημικούς χορούς, βαλς γεμάτα χάρη και γοητεία. Εξαιρετική ερμηνεία! Προσβλέπουμε στη συνέχεια.

Η σορνταδίνα του Ιονίου

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Το κάθε νόμισμα, όπως σωστά έχει επισημανθεί από τους παλιότερους, έχει δύο όψεις. Το σοφό αυτό ρητό βέβαια (ή αν θέλετε πέστε το παροιμία), δεν ξεχωρίζει την «κορώνα» και τα «γράμματα», όπως λέγαμε παλιότερα, τότε με τις βασιλικές δραχμές, το γνωστό τυχοδιωκτικό παιχνίδι,  αλλά μιλά για το δισυπόστατο της ανθρώπινης πραγματικότητας, αλλά και το «καλό» και το «κακό» του κάθε γεγονότος. Και πιστεύω πως δεν σφάλει!
   Έτσι το κάθε τι έχει την θετική ή την αρνητική του πλευρά, αλλά συγχρόνως και το αντίθετο. Δηλαδή σε κάθε περίπτωση συμβαίνει το ανάλογο: ουδέν καλό, αμιγές κακού και ουδέν κακό, αμιγές καλού, που το αποδίδουν στους αρχαίους Έλληνες και πράγματι, αν το καλοσκεφτούμε, έχει πάντοτε εφαρμογή, μια και φαίνεται να είναι ένας κανόνας, δίχως εξαίρεση.
   Η σοφία, όμως, είναι πάντα επίκαιρη και δεν εφαρμόζεται μόνο σε ό,τι συμβαίνει στην εποχή της ή πριν από αυτήν. Έχει εφαρμογή και στα μελλούμενα και αυτό επαληθεύει την μεγάλη της αξία και την αιωνιότητά της. Διαφορετικά δεν θα ήταν σοφία.
   Δεν θα μπορούσε, ως εκ τούτου, να ξεφύγει από αυτήν και κάθε τι το σημερινό και σύγχρονο, όπως το κινητό τηλέφωνο ή το λαοφιλές πια Facebook, το οποίο, αν το χρησιμοποιήσεις λαθεμένα, μπορεί να σε οδηγήσει σε συμφορά, ενώ η σωστή του αντιμετώπιση είναι ευλογία και χαρά και μπορεί να σου δώσει ακόμα και γνώση.
   Ομολογώ πως άργησα πολύ να το ενστερνιστώ. Κάτι η διαφορετική μου νοοτροπία, κάτι η ασχετοσύνη μου με την κάθε (νέα ή παλιά) νοοτροπία, δεν με άφησαν να γίνω κοινωνός του, από τα πρώτα του βήματα. Κάποτε, όμως, το γνώρισα, οριστικά, για να μην χάσω τις ευκαιρίες της εποχής μου και ομολογώ πως ποτέ δεν το μετάνιωσα.  Θέλουμε, δεν θέλουμε είναι μια σύγχρονη μορφή επικοινωνίας, αλλά και μπορεί να σου δώσει μια μορφή εμπειρίας και γνώσης.
   Σήμερα θα σταθώ μόνο σε μια ουσιαστική πληροφορία που μου έδωσε και είναι η περισσότερο απ’ ότι φανταζόμουνα και γνώριζα ομοιομορφία των Επτανήσων και των Κυθήρων, βέβαια, συμπεριλαμβανομένων.
   Μέχρι τώρα νόμιζα πως η μεγάλη ομοιότητα είναι αυτή του νησιού μας με την Κέρκυρα. Αυτό, όμως, ήταν πλάνη μου. Έχοντας φίλους απ’ όλα τα νησιά, όπως είναι φυσικό και επόμενο, βλέπω κάθε φορά, που αναρτώ κάτι για τα έθιμα και τις συνήθειές μας, να μου απαντούν πως το ίδιο γίνεται και στ’ άλλα νησιά, τις πιο πολλές φορές πανομοιότυπα και κάπου, κάπου με παραλλαγές και αποκλίσεις, οι οποίες  στην ουσία τους έχουν το ίδιο κοινό ερέθισμα και το ίδιο εκφράζουν.
   Το ίδιο συμβαίνει και όταν αναρτήσω κάτι σχετικό με την τοπική μας διάλεκτο, ένα παιχνίδι, που πρωτάρχισε από φίλους όλων των νησιών, μιας και κάποιοι, όταν γράφαμε, μας ξέφευγαν και δικές μας λέξεις και τότε πολλοί «ξένοι» απαιτούσαν … μετάφραση.
   Παράδειγμα η λέξη «σορνταδίνα», την οποία τελευταία δημοσίευσα στον τοίχο μου και προξένησε «μάχη» (με την θετική έννοια της λέξης) σε όλο το Ιόνιο, που θριαμβευτικά διαπίστωσε πως το ενώνει, δίνοντας, μάλιστα στην λέξη, την ίδια ακριβώς σημασία.
   Αυτή, όπως σίγουρα αντιλαμβάνεσθε, προέρχεται από την ιταλική «soldato», που θα πει «στρατιώτης» και είναι η θηλυκή, αλλά και θρυλική  μορφή της, μια και τον καιρό που χρησιμοποιούσαν την λέξη, δεν υπήρχαν στρατιωτίνες, αλλά δυναμικές και δραστήριες γυναίκες.
   Αυτό ακριβώς θα πει η λέξη και στην Ζάκυνθο και στην Κεφαλονιά και στην Λευκάδα και στην Κέρκυρα και στα Κύθηρα. Μου το επιβεβαίωσαν με πολλά like οι περισσότεροι από τα ανάλογα νησιά φίλοι. Κάπου, δε, λέγεται, όπως και σε μας, και «σολντάδος» και «σολντάδα»  και παντού χρησιμοποιείται με την ίδια έννοια. Σημαίνει το δυναμικό θηλυκό, πρόσωπο όχι σπάνιο και στα Ιόνια νησιά, αλλά συνήθως χρησιμοποιείται από τους γεροντότερους για νεαρές κοπέλες, που δεν τις κάνουν καλά. Και ναι μεν τις παρατηρούν, αλλά στην ουσία τις χαίρονται. Με λίγα λόγια η λέξη κρύβει μέσα της μία… υβριστική περηφάνια.
   Η αξία αυτής της έκφρασης είναι πως δεν είναι ένα απλό «δάνειο», όπως πολλές άλλες επτανησιακές λέξεις, αλλά έχει αφομοιωθεί από το ντόπιο στοιχείο και προσαρμοστεί στα δικά του. Κι αυτό έγινε πανομοιότυπα από Κέρκυρα, μέχρι Κύθηρα.
   Να γιατί κανείς δεν μπορεί και δεν πρέπει να αμφισβητήσει τον κοινό Επτανησιακό πολιτισμό. Από μόνος του δείχνει συγγένεια αίματος και τ’ αδέλφια, ακόμα και σ’ απόσταση, αδέλφια είναι.

   Ο χωρισμός τους είναι έγκλημα!

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Ζαχαρίας Στουφής: ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Τοιχογραφία ΙΕ΄ αιώνα του Albertus Pictor,
σε μεσαιωνική εκκλησία του προαστίου Täby της Στοκχόλμης.
Παρουσιάζει έναν σκελετό -τον Θάνατο- να παίζει σκάκι.
Το ιδανικό νεκροταφείο

Η σκέψη της δημιουργίας ενός ιδανικού νεκροταφείου ξεκίνησε από τον τρόπο που οι σύγχρονες επιστήμες διαχειρίζονται τα αρχαία ελληνικά νεκροταφεία. Ό,τι γνωρίζουμε για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό προέρχεται ή επιβεβαιώνεται μέσα στους τάφους που βγάζουν στο φως οι ανασκαφές. Το πλέον ανατριχιαστικό ερώτημα για τον αρχαίο μας πολιτισμό δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από το εξής: φαντάζεστε οι αρχαίοι Έλληνες να είχαν μονάχα καύση των νεκρών και να μην έθαβαν ούτε τις στάχτες τους; Αυτό θα ήταν η μεγαλύτερη ατυχία αυτού του πολιτισμού.
            Εμείς, σήμερα, τι θα μπορούσαμε να κάνουμε ώστε να διασφαλίσουμε στις επόμενες γενιές τον ταφικό πολιτισμό που κληρονομήσαμε; Μήπως να δημιουργούσαμε μια θεσμική ταφή, ένα προσεγμένο νεκροταφείο δηλαδή. Όπως ξέρουμε, στα σύγχρονα νεκροταφεία, με εξαίρεση ίσως αυτά των χωριών, επικρατεί μπάχαλο, ακόμα και μαφία έχει δημιουργηθεί που κερδοσκοπεί από αυτά. Αυτό το ιδανικό νεκροταφείο που φαντάζομαι, δεν μπορώ να το στηρίξω σε κάποιο νομικό πλαίσιο, γι’ αυτό χρειάζεται πολύ προσοχή από πλευράς πολιτείας. Εγώ μπορώ μόνο να σας το περιγράψω και να σας μεταφέρω τον προβληματισμό μου.
            Οι ταφές σε ένα τέτοιο νεκροταφείο θα έπρεπε να είναι ισόβιες και αυτό σημαίνει ότι δεν θα γίνεται ποτέ εκταφή και μεταφορά οστών. Οι ταφές θα είναι οικολογικές, δηλαδή ο νεκρός θα σκεπάζεται με χώμα χωρίς να έχει απαραίτητα ταφόπλακα ή άλλα μονωτικά υλικά που θα δυσκολεύουν την εισροή του βρόχινου νερού, ενώ τα φέρετρα θα κατασκευάζονται από βιοδιασπώμενα υλικά, προκειμένου να μην μπαίνουν εμπόδιο στη διαδικασία της σήψης. Αν ο ίδιος ο νεκρός ή οι οικείοι του επιθυμούν να του βάλουν μαζί του κάποια προσωπικά του αντικείμενα (κτερίσματα), αυτά θα μπορούσαν να τα τοποθετούν σε ένα ειδικό κουτί φύλαξης το οποίο θα ταφεί μαζί του και θα προστατεύει τα κτερίσματα από την υγρασία και την αλλοίωση για όσο το δυνατόν περισσότερους αιώνες. Πάνω από κάθε τάφο θα μπορούσε να μπαίνει το θρησκευτικό σύμβολο π.χ. σταυρός, ακόμα θα μπορούσε να μπαίνει το όνομα, επίγραμμα, λουλούδια ή ό,τι επιθυμεί ο καθένας. Αυτά τα νεκροταφεία θα πρέπει να έχουν πυκνή δεντροφύτευση, οπότε, με το πέρασμα του χρόνου και κλείσιμό τους λόγω πληρότητας των τάφων, να μετατρέπονται αυτομάτως σε μικρά δάση ή αλσίλια, όπου μια τοπική αρχή θα έκρινε αν θα ήταν επισκέψιμα ή όχι.
            Μέσα σε κάθε τέτοιο νεκροταφείο θα πρέπει να υπάρχει ένα κτίριο που να ανταποκρίνεται στη χωρητικότητα του νεκροταφείου όπου εκεί θα φιλοξενούνται τα αρχεία των νεκρών. Όταν λέω «αρχεία των νεκρών» φαντάζομαι το απόλυτο φακέλωμα ολόκληρης της ζωής του νεκρού. Οποιοδήποτε έγγραφο εκδίδεται από την γέννηση μέχρι τον θάνατο, το οποίο αφορά στην υγεία, στην εκπαίδευση, στο επάγγελμα, στη διασκέδαση, στα χόμπι, στα ταξίδια, στις αγοραπωλησίες, στο ποινικό μητρώο, στα περιουσιακά στοιχεία κ.α. Γι’ αυτόν τον λόγο θα πρέπει να εκδίδεται ένα αντίγραφο επιπλέον από κάθε μας δραστηριότητα, το οποίο θα συμπληρώνει τον φάκελο που την ημέρα της ταφής μας θα τοποθετηθεί στο κτίριο-αρχείο του νεκροταφείου μας. Ουσιαστικά, η αρχειοθέτηση αυτού του φακέλου θα αποτελεί και την ταφή της προσωπικής μας ιστορίας, η οποία αποτελεί μέρος ολόκληρης της ανθρώπινης ιστορίας.
            Όπως είπα και πιο πριν, δεν είμαι σε θέση να ορίσω το νομικό πλαίσιο πάνω στο οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ένα τέτοιο νεκροταφείο, μπορώ όμως να προτείνω λύσεις στα ενδεχόμενα προβλήματα τα οποία προκύπτουν από μία τέτοια πρόταση. Το πρώτο πρόβλημα που θα μπορούσε να εντοπίσει κανείς είναι ότι μετά από κάποια χρόνια τα νεκροταφεία θα καταλαμβάνουν τεράστιες εκτάσεις γης. Αυτό πιστεύω ότι είναι αστείο για δύο λόγους: καταρχήν όλα τα ελληνικά βουνά και δάση, μπορούν να φιλοξενήσουν νεκροταφεία χωρίς να προκύπτει οικολογική καταστροφή μιας και θα παραμείνουν δάση ή τουλάχιστον μετά την χρήση τους ως νεκροταφεία, πάλι δάση θα γίνονται. Μην ξεχνάμε και το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι όλη ένα νεκροταφείο, αφού όπου και να σκάψουμε θα συναντήσουμε τάφους. Το άλλο πρόβλημα που προκύπτει από μία τέτοια πρόταση είναι πραγματικά μεγάλο. Πώς θα διασφαλιστεί το απόρρητο των αρχειοθετημένων φακέλων; Εδώ πραγματικά χρειάζεται νομοσχέδιο, το οποίο θα διασφαλίζει την ησυχία της «θαμμένης μας» προσωπικής ιστορίας για τουλάχιστον 300 χρόνια ή και περισσότερο. Κάτι τέτοιο δεν ξέρω αν μπορεί να διασφαλιστεί νομικά ή μήπως με τυχόν αλλαγή του πολιτεύματος κιντυνεύσει η ασφάλεια των «νεκρών μας» αρχείων. Αυτό είναι κάτι που θέλει σίγουρα έξυπνους νομοθέτες. Ένα άλλο πρόβλημα είναι η ασφάλεια και η διατήρηση αυτών των κτιρίων-αρχειοφυλακείων. Αυτό θα μπορούσε να λυθεί κάνοντας τα κτίρια υπόγεια, κάτι σαν τα πυρηνικά καταφύγια των οποίων τα κλειδιά για την πρόσβαση στο εσωτερικό τους θα ήταν στην αρμοδιότητα της εισαγγελίας του κάθε νομού. Μετά την ολοκλήρωση των ταφών στο νεκροταφείο και το «κλείσιμό του», η είσοδος του κτιρίου θα σφραγίζεται με τσιμέντο, κάνοντάς το αδιάρρηκτο.
            Πάντως η θεσμοθέτηση ενός τέτοιου νεκροταφείου, σε κάθε περίπτωση, προϋποθέτει φωτισμένους πολιτικούς και έναν λαό με αγωγή θανάτου, δηλαδή πολιτισμένο· και μάλλον έχουμε δρόμο ακόμα μπροστά μας.

Ένα μουσείο θανάτου

Η Ελλάδα είναι η χώρα των μουσείων, αρχαίων, βυζαντινών, λαογραφικών και άλλων πιο εξειδικευμένων μουσείων που βρίσκονται στην πρωτεύουσα. Σχεδόν σε όλα τα ελληνικά μουσεία και ιδιαίτερα στα αρχαιολογικά, ο θάνατος παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο μιας και τα περισσότερα από τα εκθέματα-κτερίσματα προέρχονται από τάφους.
            Παρόλο που τα μουσεία μας και ο πολιτισμός μας είναι γεμάτα με θάνατο, δεν έχει γίνει ένα μουσείο θανάτου. Η απώλεια αυτού του μουσείου πιστεύω πως είναι βλαβερή γιατί αφήνει να διασκορπίζεται μπερδεμένος μέσα στους αιώνες ο πολιτισμός του θανάτου μας και ταυτόχρονα, σκορπισμένος σε όλη την ελληνική επικράτεια.
            Η ιδέα περιλαμβάνει την δημιουργία ενός μουσείου που θα φιλοξενεί όλα τα πολιτισμικά στοιχεία του ελληνικού θανάτου, από την παλαιολιθική εποχή-αν υπάρχουν- μέχρι τις μέρες μας. Από όλα τα σημεία της Μεσογείου όπου αναπτύχθηκε ελληνικός πολιτισμός. Με την προϋπόθεση ενός ζωντανού –ενεργού οργανισμού που θα φτάνει το ενδιαφέρον του μέχρι και τις μέρες μας αλλά και στις μέρες που θα ’ρθούν. Ένα τέτοιο καλοστημένο μουσείο θα μπορούσε να αξιώσει να γίνει κέντρο του «παγκόσμιου» θανάτου, οργανώνοντας και φιλοξενώντας συνέδρια παγκόσμιας απήχησης σχετικά με το θέμα.
             Ο θάνατος δεν είναι μόνο παράγωγο της ζωής αλλά και της τέχνης. Αυτό το είδος μουσείου θα ήταν ιδανικό να συλλέγει και να φιλοξενεί, τη σχέση που έχει ο θάνατος με την κάθε τέχνη καθώς και τον θάνατο κάθε τέχνης που τυχαίνει να έχει πεθάνει. Συνειρμικά θυμήθηκα το Επιγραφικό μουσείο που βρίσκεται ανάμεσα στο Αρχαιολογικό και στο Πολυτεχνείο και είναι μοναδικό στον κόσμο. Δυστυχώς, όμως, περιορίζεται στα αρχαία επιγράμματα. Αυτό κατά την γνώμη μου είναι έγκλημα, διότι θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνει τα επιγράμματα όλων των εποχών, μέχρι τις μέρες μας, προκειμένου να διαφαίνονται καθαρά οι αλλαγές και οι μεταλλάξεις που υπέστη αυτό το είδος γραπτού λόγου. Μιας και η γλώσσα μας είναι ζωντανή!
            Πάρτε λοιπόν για παράδειγμα το Επιγραφικό μουσείο και φανταστείτε ένα διευρυμένο μουσείο θανάτου, φανταστείτε έναν φάρο πολιτισμού, γιατί μπορεί η τέχνη να είναι η μητέρα του πολιτισμού, όμως, πατέρας του είναι ο θάνατος.
            Η πρόταση για ένα τέτοιο μουσείο δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένη από μέρος μου και αυτό γιατί δεν είναι δουλειά μου να ξέρω να τεκμηριώνω τέτοιες προτάσεις. Πάντως, αυτοί που ξέρουν, αν επεξεργαστούν μια τέτοια πρόταση, σύντομα θα καταλάβουν ότι τα οφέλη είναι πολλά.

Μια σχολή θανατολογίας

Μα τι λέω, στην Ελλάδα δεν υπάρχει ούτε σχολή αρχαιολογίας (ένα τμήμα της φιλοσοφικής είναι) κι εγώ οραματίζομαι σχολή θανατολογίας. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά. Μια σχολή θανατολογίας που θα βγάζει θανατολόγους είναι άχρηστη στους νεκρούς, όπως και κάθε άλλη επιστήμη. Άρα λοιπόν, η θανατολολογία και οι θανατολόγοι που θα προκύπτουν από αυτήν την «φανταστική» σχολή, θα είναι στην υπηρεσία των ζωντανών ανθρώπων.
            Από τη στιγμή που όλοι πεθαίνουμε, δεν υπάρχει επάγγελμα που να μην αγγίζει κάποτε τον θάνατο, γι’ αυτό, θα έπρεπε σε όλους τους επαγγελματικούς τομείς να είναι «απαραίτητη» η θανατολογία, όπως είναι η παιδαγωγική για τους εκπαιδευτικούς.
            Όταν λέω θανατολογία, εννοώ, ούτε λίγο ούτε πολύ έναν κύκλο μαθημάτων γύρω από: α) την ιστορία του θανάτου, β) τα φυσικά αίτια που τον προκαλούν και τις ιατρικές προσεγγίσεις, γ) τον πολιτισμό του θανάτου έτσι όπως έχει διαμορφωθεί από την τέχνη και τη λαογραφία, δ) τη συνταγματικότητα και τις νομικές δικλείδες που περιβάλλουν τον θάνατο και πιο ειδικά, ζητήματα όπως η ευθανασία και η αυτοκτονία. Και άλλους κύκλους, ίσως πιο εξειδικευμένους, ανάλογα με τις ανάγκες του επαγγελματικού κλάδου. Π.χ. αυτοί που σχετίζονται με τη μεταφυσική του θανάτου, όπως οι παπάδες και οι ψυχαναλυτές, θα έπρεπε να είναι κάπως πιο ενημερωμένοι για να προστατεύουν τους αφελείς από τα μέντιουμ και τους πνευματιστές. Από αυτήν τη σχολή θανατολογίας, θα έπρεπε να περνάνε ακόμα, δικαστές και δικηγόροι, μιας και οι σχετικές υποθέσεις με θανάτους, απασχολούν ιδιαίτερα τη δικαιοσύνη. Φυσικά και οι αστυνόμοι που οπλοφορούν και είναι σε θέση να αφαιρέσουν ανθρώπινη ζωή. Όλες οι ειδικότητες των γιατρών που δεν έχουν καμία δεοντολογία και ηθική θανάτου. Όταν ο ασθενής τους φτάνει στο τέλος, τον κάνουν πάσα στον ψυχολόγο, ο ασθενής όμως, θέλει να διαχειριστεί τον θάνατό του μαζί με τον γιατρό που τον χειρούργησε και μοιράστηκε τα πάντα μαζί του (μερικές φορές και τις καταθέσεις του). Οι δάσκαλοι, κυρίως της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που πρέπει να γνωρίσουν στα παιδιά τον θάνατο, ενώ το εκπαιδευτικό σύστημα τον αγνοεί. Σε όλες τις σχολές της τέχνης, που έτσι και αλλιώς είναι ένα από τα βασικά τους αντικείμενα ο θάνατος. Τέλος, επιστήμες όπως η αρχαιολογία και η ανθρωπολογία αλλά και η κοινωνιολογία και η φιλοσοφία θα μπορούσαν να ενταχτούν σε ένα κοινό κύκλο μαθημάτων που σαν αποτέλεσμα θα είχε τη μελλοντική τους συνεργασία και ανταλλαγή δεδομένων σε ό,τι αφορά τον θάνατο. Αυτή η ανταλλαγή δεδομένων θα είχε σαν βάση τη σχολή θανατολογίας όπου καθηγητές-θανατολόγοι θα τα ταξινομούσαν σε βάσεις δεδομένων για να είναι προσβάσιμα και θα τα χρησιμοποιούσαν στις έρευνές τους.
            Είπαμε ότι, οι σπουδαστές κάποιων συγκεκριμένων επαγγελμάτων που προαναφέραμε, θα περνούσαν «υποχρεωτικά» για κάποιο διάστημα από τη σχολή θανατολογίας. Εκτός από αυτούς, θα υπάρχουν και οι φοιτητές που θα σπουδάζουν μόνο τη θανατολογία. Αυτοί, μετά τη λήξη των σπουδών τους, θα μπορούσαν να εργαστούν ως καθηγητές-ερευνητές στην ίδια σχολή μα και σε άλλες ειδικότητες, συμπεριλαμβανομένων και των «νεκροταφείων του μέλλοντος» αλλά και στο «μουσείο του θανάτου».

Θα μπορούσα να γράψω δεκάδες σελίδες για αυτήν τη σχολή καθώς και για το μουσείο του θανάτου ή τα νεκροταφεία του μέλλοντος. Καλύτερα όμως να σταματήσω εδώ. Όμως, πριν απ’ όλα να σας υπενθυμίσω ότι ο πολιτισμός δεν είναι αποτέλεσμα του οικονομικού πλούτου μα το αντίθετο, η οικονομική ευημερία, έρχεται και διαρκεί, όπου υπάρχει πολιτισμός.

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΠΡΟΠΟΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΣΤΗ ΛΕΣΧΗ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΦΡΟΥΡΑΣ ΞΑΝΘΗΣ]

Πρόποσις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου
κατὰ τὸ Ἐπίσημον Δεῖπνον εἰς τὴν Λέσχην Ἀξιωματικῶν Φρουρᾶς Ξάνθης

(23 Σεπτεμβρίου 2014)

Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Σερρῶν καὶ Νιγρίτης κύριε Θεολόγε, ἐκπρόσωπε τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυρίου Ἱερωνύμου καὶ τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,
Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Ξάνθης καὶ Περιθεωρίου κύριε Παντελεῆμον,
Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Ἐνδοξότατε Διοικητὰ τοῦ Δ΄ Σώματος Στρατοῦ Ἀντιστράτηγε κύριε Χρῆστε Χαλκίδη,
Ἐντιμότατοι ἐκπρόσωποι τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, 
Ἐκλεκτοὶ συνδαιτυμόνες,

Ἐγγίσαντες σὺν Θεῷ τὸ τέλος τῆς ἐπισκέψεώς μας εἰς τὴν φιλόξενον Θρᾴκην, ἔχομεν τὴν χαρὰν νὰ παρακαθήμεθα εἰς τὴν τράπεζαν ταύτην, τὴν ἐπέχουσαν θέσιν ἀποχαιρετιστηρίου, τὴν ὁποίαν ηὐτρέπισεν ἡ φιλόφρων διάθεσις τῶν ἐνταῦθα στρατιωτικῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας καὶ ἀπὸ καρδίας εὐχαριστοῦμεν διὰ τὴν τιμὴν πρὸς τὸ πρόσωπον τῆς ἡμετέρας Μετριότητος, ἡ ὁποία ἀντανακλᾷ καὶ ἀπηχεῖ τὰ πρὸς τὴν ἣν ἐκπροσωποῦμεν Μητέρα Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Μεγάλην Ἐκκλησίαν εὐμενῆ καὶ φιλομήτορα αἰσθήματα αὐτῶν.

Ἀνασκοποῦντες κατὰ τὴν ὥραν ταύτην τὰ βιώματα τῶν παρελθουσῶν ἡμερῶν, δόξαν ἀναπέμπομεν πρὸς τὸν Δωρεοδότην Θεὸν διὰ τὰς εὐλογημένας στιγμὰς τὰς ὁποίας ἐπεφύλαξεν εἰς ἡμᾶς ἡ χάρις Του, διὰ τὴν γνωριμίαν μετὰ ἐπιχωρίων πολιτιστικῶν ἐπιδόσεων καὶ ἰδιαιτεροτήτων, ὡς ἡ μεταξουργία τὸ εἰς Σουφλί, ἐνταῦθα δὲ τὰ λαϊκὰ ἔθιμα καὶ οἱ παραδοσιακοὶ χοροί, τὰ ὁποῖα ἐπαρουσίασαν εἰς ἡμᾶς πρὸ ὀλίγου διάφοροι σύλλογοι, διὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν καὶ τὰς ἱερὰς τελετάς, κατὰ τὰς ὁποίας συμπροσηυχήθημεν μετὰ τοῦ εὐαγοῦς κλήρου καὶ τοῦ πιστοῦ λαοῦ, διὰ τὰς συγκινητικὰς εὐκαιρίας ἐπικοινωνίας μὲ αὐτούς, ὡς καὶ μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ τόπου, τῶν ὁποίων ἐπιστέγασμα ὑπάρχει ἡ ἀποψινὴ συνεστίασις.

Δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἐκφράσωμεν τὴν ἱκανοποίησίν μας διὰ τὴν θρησκευτικότητα τῶν Θρᾳκῶν ἐν γένει καὶ τὸν ἐπιδεικνυόμενον πρὸς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς λειτουργοὺς σεβασμόν των, χαίρομεν δὲ διότι καὶ οἱ ἐν ἀρχῇ καὶ ἐξουσίᾳ ὄντες, πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοί, συμμερίζονται τὰ τοιαῦτα αἰσθήματα. 

Εἰδικώτερον, οἱ ἐκπρόσωποι τῆς στρατιωτικῆς ἐξουσίας, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ δροῦν ὡς ὑπερασπισταὶ τῆς ἐδαφικῆς ἀκεραιότητος καὶ ἀνεξαρτησίας ἑκάστου κράτους, ὀφείλουν νὰ κινοῦνται μὲ φόβον Θεοῦ καὶ αἴσθημα εὐθύνης, ἀλλὰ καὶ σεβασμοῦ πρὸς πᾶσαν ἀνθρωπίνην προσωπικότητα, ὥστε ἡ προάσπισις τῶν δικαιωμάτων τῆς πατρίδος νὰ συντελῆται μὲ ἀξιοπρέπειαν καὶ ἄνευ περιττῶν βιαιοτήτων ἢ προκλήσεων. Τοῦτο ἀπαιτεῖ πολλάκις λεπτοὺς χειρισμούς, παρομοίους πρὸς ἐκείνους τῶν διπλωματῶν, καὶ βεβαίως ὁ θεῖος φωτισμὸς καὶ ἡ ἄνωθεν ἀντίληψις καθίστανται ὑπ᾿ αὐτὰς τὰς συνθήκας πλέον ἀπαραίτητα παρὰ ποτέ. Εἰς τὴν ἐποχήν μας μάλιστα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ λαῖλαψ τοῦ πολέμου ἐπισείει τὸν κίνδυνον ὁλοκληρωτικῆς καταστροφῆς, ἡ μὲ περίνοιαν ὀρθὴ ἀντιμετώπισις τῶν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἀναφυομένων ζητημάτων εἶναι ὄντως θεῖον δῶρον, καθότι «πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστιν», ὡς λέγομεν εἰς τὴν τέλεσιν τῆς Ἀναιμάκτου Μυσταγωγίας. 

Διὸ καὶ ἐπ᾿ ἐκκλησίας ἐξόχως εὐχόμεθα καὶ προσευχόμεθα, κατὰ τὰς ἱερὰς ἀκολουθίας καὶ κατ᾿ ἰδίαν, πρῶτον μέν «ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου καὶ ... τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως», εἶτα δέ «ὑπὲρ τοῦ φιλοχρίστου στρατοῦ», ὅπως Κύριος ὁ Θεὸς παρέχῃ εἰς ἐσᾶς τὴν χάριν Αὐτοῦ εἰς εὐδόκιμον ἐκπλήρωσιν τῆς δυσχεροῦς σας ἀποστολῆς.

Περαίνοντες τὸν σύντομον αὐτὸν χαιρετισμόν, ὑψοῦμεν τὸ ποτήριον ὑπὲρ ὑγείας καὶ εὐτυχίας τοῦ φιλόφρονος ἀμφιτρύονος τῆς παρούσης ἑσπέρας Ἀντιστρατήγου κυρίου Χρήστου Χαλκίδου μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν ἐκλεκτῶν συνεργατῶν καὶ οἰκείων, εὐχαριστοῦντες ἅπαξ ἔτι διὰ τὴν περιποίησιν καὶ ἐν γένει εὐφρόσυνον ἀτμόσφαιραν τῆς ἀποψινῆς πανδαισίας, καὶ δεόμεθα τοῦ Ἄρχοντος τῆς Εἰρήνης Θεοῦ νὰ χαρίζῃ αὐτὴν εἰς ὅλους, ὥστε καὶ ἡ διακονία σας  νὰ εἶναι ἀνετωτέρα.

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΙ "ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ" ΣΤΗΝ ΞΑΝΘΗ]

Ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου
κατὰ τὴν πρὸς Τιμὴν Αὐτοῦ Πολιτιστικὴν Ἐκδήλωσιν
"Μνήμη τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ἀνατολῆς"
εἰς τό Δημοτικὸν Ἀμφιθέατρον Ξάνθης μετά τῶν Χορευτικῶν Συγκροτημάτων τῶν Συλλόγων

(23 Σεπτεμβρίου 2014)

Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Σερρῶν καὶ Νιγρίτης κύριε Θεολόγε, ἐκπρόσωπε τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυρίου Ἱερωνύμου καὶ τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,
Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Ξάνθης κύριε Παντελεῆμον, Ποιμενάρχα τῆς θεοσώστου ταύτης Ἐπαρχίας,
Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί,
Ἀρχαὶ καὶ ἐξουσίαι,
Τέκνα ἡμῶν ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Αἱ παραδοσιακαὶ ἐκδηλώσεις, τὰς ὁποίας παρηκολουθήσαμεν κατὰ τὴν παροῦσαν ἑσπέραν, ἀποτελοῦν ἔκφρασιν τοῦ μακραίωνος πολιτισμοῦ τοῦ Γένους μας, ἑνὸς πολιτισμοῦ ὁ ὁποῖος ἔχει τὰς ρίζας του εἰς τὰ βάθη τῶν αἰώνων ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς καρδίας τῶν πατέρων μας. Διότι οἱ πατέρες μας τὸν ἐδημιούργησαν, αὐτοὶ τὸν ἐκαλλιέργησαν, αὐτοὶ ἐμερίμνησαν νὰ τὸν διαφυλάξουν καὶ νὰ τὸν παραδώσουν εἰς τὰς ἑπομένας γενεάς. Καὶ δὲν τὸν διέσωσαν μόνον, διεσώθησαν καὶ οἱ ἴδιοι δι᾽ αὐτοῦ. Ἡ διατήρησίς του εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν διατήρησιν τῆς ἰδιοπροσωπίας καὶ τῆς ταυτότητός των, τῆς γλώσσης καὶ τῆς ἱστορίας των, τὴν ἀδιάλειπτον συνέχειαν τοῦ Γένους μας, τὸν ἀδιάρρηκτον σύνδεσμον αὐτῶν μετὰ τῆς πατρῴας γῆς ὁπουδήποτε καὶ ἐὰν εὑρέθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολυκυμάντου βίου των καὶ τῶν περιδινήσεων τῆς ἱστορίας.

Αἱ παραδόσεις, τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα, οἱ χοροὶ καὶ τὰ τραγούδια τὰ ὁποῖα ἐπαρουσίασαν τὰ χορευτικὰ συγκροτήματα τοῦ Λυκείου Ἑλληνίδων, τοῦ Συλλόγου Ποντίων καὶ τοῦ Συλλόγου Μικρασιατῶν Ξάνθης, ἐκφράζουν τὴν ψυχὴν τόσον αὐτῶν οἱ ὁποῖοι τὰ ἐδημιούργησαν ὅσον καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι συνεχίζουν τὴν καλὴν αὐτὴν παράδοσιν τοῦ Γένους μας καὶ τὴν μεταλαμπαδεύουν εἰς τοὺς νεωτέρους. Ἐκφράζουν τὸν πολιτισμὸν τῶν ἀλησμονήτων πατρίδων καὶ ἀνακινοῦν μνήμας τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, αἱ ὁποῖαι ζοῦν βαθειὰ μέσα εἰς τὴν ψυχήν μας. Διὰ τοῦτο καὶ μᾶς εἶναι τόσον οἰκεῖαι καὶ τόσον εὐχάριστοι, ἀκόμη καὶ ὅταν, ἐνίοτε, ἐκφράζουν τὴν θλῖψιν καὶ τὸν πόνον καὶ μᾶς ὑπενθυμίζουν γεγονότα ὀδυνηρὰ διὰ τὸ Γένος μας, τὸ ὁποῖον ὑπέστη τόσας συμφορὰς καὶ ὑπέμεινε τόσας ἀδικίας.

Ὅμως, καὶ ἡ ὑπενθύμισις τῶν τοιούτων δεινῶν εἶναι χρήσιμος, ὄχι διὰ νὰ διηγούμεθα, κατὰ τὸν ποιητήν, «περασμένα μεγαλεῖα» καὶ νὰ κλαίωμεν, ἀλλὰ διὰ νὰ διδασκώμεθα ἐξ αὐτῶν πρὸς καλλιτέραν διευθέτησιν τοῦ μέλλοντος καὶ ἀποφυγὴν παρομοίων σφαλμάτων.
Σᾶς εὐχαριστοῦμεν, λοιπόν, ἀπὸ βάθους καρδίας διὰ τὴν ὡραίαν αὐτὴν πολιτιστικὴν ἐκδήλωσιν καὶ τὴν παρουσίασιν πρὸς τιμὴν τῆς ἡμετέρας Μετριότητος.

Σᾶς συγχαίρομεν ἐγκαρδίως διότι διαφυλάσσετε τὰς παραδόσεις καὶ τὸν πολιτισμὸν τῶν πατέρων μας καὶ ἐκφράζετε μέσῳ αὐτῶν, μὲ τρόπον γνήσιον, ἀληθινόν, καθαρὸν καὶ αἰσθητικῶς ὡραῖον, τὴν χαρὰν τῆς ζωῆς, τὴν χαρὰν καὶ τὴν ὑπερηφάνειαν ὅτι εἶσθε καὶ σεῖς φορεῖς καὶ συνεχισταὶ καὶ ἐκφρασταὶ μιᾶς τόσον μακρᾶς καὶ λαμπρᾶς παραδόσεως, φορεῖς ἑνὸς σημαντικοῦ πνευματικοῦ πολιτισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνθίσταται εἰς τὸν χρόνον καὶ πάντοτε «ἀνθεῖ καὶ φέρει κι ἄλλον».

Σᾶς συγχαίρομεν ὅμως ἰδιαιτέρως διότι εἰς μίαν ἐποχὴν ὅπως ἡ σημερινή, ἡ ἐπονομαζομένη ἐποχὴ τῆς παγκοσμιοποιήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ πάντα ἐξομοιώνονται καὶ ἰσοπεδώνονται, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ὁμοιομορφία εἰς τὴν ψυχαγωγίαν καὶ τὴν διασκέδασιν συρρικνώνουν ἐπικινδύνως τὴν σπουδαιοτέραν ἐλευθερίαν τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκφράσεως τῶν συναισθημάτων του, καὶ ἐπιδιώκουν νὰ τοῦ ἐπιβάλλουν νὰ χαίρεται δι᾽ ἀλλοτρίων πρὸς τὴν ἰδιοσυγκρασίαν καὶ τὴν προσωπικότητά του τρόπων καὶ μέσων, σεῖς ἐκφράζετε τὴν χαράν σας μέσῳ τοῦ πλούτου τῆς παραδόσεως, μαρτυροῦντες διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ὅτι ἡ παράδοσις δὲν ἀποτελεῖ εἶδος μουσειακὸν ἀλλὰ ζωντανόν, δὲν ἀποτελεῖ ἔκφρασιν συντηρητισμοῦ, ἀλλὰ ἐλευθερίας ἀπὸ τὴν ἄνωθεν ἐπιβαλλομένην μαζικὴν ἔκφρασιν αἰσθημάτων καὶ συναισθημάτων, ἡ ὁποία μετατρέπει τὸν ἄνθρωπον εἰς κατευθυνόμενον ἀντικείμενον ἄνευ πραγματικῶν αἰσθημάτων, καὶ ἐν τέλει τὸν ἀπομονώνει καὶ τὸν ἀποξενώνει ἀπὸ τὸν συνάνθρωπόν του καὶ τὴν κοινωνίαν, καὶ τὸν ἀποκόπτει ἀπὸ τὰς ρίζας του.

Σεῖς ὅμως συνεχίζετε τὴν παράδοσιν καὶ διατηρεῖτε ζωντανὴν τὴν μνήμην τῆς καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, διότι αὐτὴ ἡ μνήμη τροφοδοτεῖ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον μας. Αὐτὴ ἡ μνήμη εἶναι ἡ ζωή μας περισσότερον ἀπὸ 2500 χρόνια, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποκοπῶμεν ἀπὸ αὐτήν. Αὐτή ἡ μνήμη εἶναι μέρος τῆς ὑπάρξεώς μας. Εἶναι τμῆμα τοῦ γονιδιώματός μας καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαγραφῇ ἢ νὰ ἀντικατασταθῇ μὲ κάτι ἄλλο.

Σᾶς συγχαίρομεν, λοιπόν, καὶ πάλιν καὶ πολλάκις, σᾶς εὐχαριστοῦμεν ἀπὸ καρδίας καὶ σᾶς μεταφέρομεν τὴν στοργὴν καὶ τὴν ἀγάπην τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὸν θεματοφύλακα τῶν εὐσεβῶν καὶ εὐγενῶν καὶ ἀρχοντικῶν παραδόσεων τοῦ Γένους μας καὶ ἡ ὁποία σᾶς ἀναμένει πάντοτε μὲ πολλὴν μητρικὴν ἀγάπην εἰς τὰς αὐλάς της. Εὐχόμεθα δὲ ἡ χαρὰ μὲ τὴν ὁποίαν μᾶς γεμίσατε κατὰ τὴν ἀποψινὴν ἐκδήλωσιν νὰ γεμίζῃ κάθε ἡμέραν καὶ τὴν ζωήν σας καὶ νὰ ἔχετε πάντοτε πλουσίαν τὴν Χάριν καὶ τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: [ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟ ΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΟΦΙΑΣ ΞΑΝΘΗΣ]

Ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου
κατὰ τὴν Δοξολογίαν ἐν τῷ Ἱερῷ Καθεδρικῷ Ναῷ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας Ξάνθης

(23 Σεπτεμβρίου 2014)

Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Σερρῶν καὶ Νιγρίτης κύριε Θεολόγε, ἐκπρόσωπε τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυρίου Ἱερωνύμου,
Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Ξάνθης, θεοφιλέστατε Ποιμενάρχα τῆς εὐλογημένης ταύτης Ἐπισκοπῆς τοῦ Θεοῦ καὶ Ἱερᾶς Μητροπόλεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, προσφιλέστατε δὲ ἀδελφὲ καὶ συλλειτουργὲ ἐν Κυρίῳ τῆς ἡμετέρας Μετριότητος κύριε Παντελεῆμον,
Ἱερώτατοι ἅγιοι ἀδελφοὶ Ἱεράρχαι,
Ἐντιμότατε καὶ ἀγαπητὲ κύριε Δήμαρχε Ξάνθης,
Ἀδελφοὶ ἠγαπημένοι καὶ τέκνα φιλόθεα ἐν Κυρίῳ,

Ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἡ Σοφία Αὐτοῦ, ἐν τῷ ἀφιερωμένῳ εἰς αὐτὴν περιλάμπρῳ τούτῳ Ἱερῷ Ναῷ, μᾶς δίδει σήμερον τὴν χαρὰν νὰ συμπανηγυρίζωμεν τὴν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐπιθυμουμένην ἐπανασυνὰντησίν μας εἰς τὴν εὐλογημένην ταύτην κληρουχίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, τὴν ἱστορικὴν ἐκκλησιαστικὴν Ἐπαρχίαν τῆς Ξάνθης.

Τὴν Μητρόπολιν αὐτήν, κοσμεῖτε σήμερον ὅλοι σεῖς, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν θεοφιλῆ, στοργικὸν καὶ πλήρη ἀγάπης πρὸς πάντας ποιμενάρχην σας καὶ τοὺς τοπικούς σας ἄρχοντας, οἱ ὁποῖοι διακονοῦν τὸν τόπον καὶ ἕνα ἕκαστον ἀπὸ σᾶς.

Σεῖς ὅλοι, ἀγαπητοὶ Ξανθιῶται, διακρίνεσθε καὶ εὐφημίζεσθε, τοὐλάχιστον ὡς γνωρίζομεν καὶ ὡς πληροφορούμεθα ἐξ εἰδότων, ὡς ἰδιαιτέρως εὐλαβεῖς καὶ ἀγαπῶντες τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν μας. Τοῦτο, ἄλλωστε, ἀποδεικνύουν καὶ αἱ πολλαὶ  Ἱεραὶ Μοναί, αἱ ὁποῖαι σταυροειδῶς ἐκ τῆς βυζαντινῆς περιόδου χωροταξικῶς καὶ πνευματικῶς - συμβολικῶς περικυκλώνουν, ἐπιστέφουν καὶ φυλάττουν τὴν πόλιν καὶ ὅλους σας, ἀποτελοῦσαι, τρόπον τινά, ὀρεινὴν προέκτασιν αὐτῆς. Ἀναφέρομεν μετὰ συγκινήσεως τὰς Ἱερὰς Μονὰς Παναγίας Ἀρχαγγελιωτίσσης, Καλαμοῦς, Ταξιαρχῶν μετὰ τῶν κάτωθεν τῆς πόλεως ἐν τῇ πεδιάδι κειμένων μετοχίων, ἐξαρτωμένων πνευματικῶς ἐκ τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω, καὶ τιμῶμεν τὴν ἀπὸ αἰώνων προσφορὰν αὐτῶν πρὸς τὸν χῶρον τοῦτον καὶ τὸν ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν φιλόχριστον λαόν.

Ἰδιαιτέρως δὲ αἱ Ἱεραὶ Μοναὶ Παναγίας Ἀρχαγγελιωτίσσης καὶ Καλαμοῦς ἀποτελοῦν διὰ τὸν χῶρον τῆς Θρᾴκης μοναδικὸν παράδειγμα ἀξιοσημειώτου ἱστορικῆς συνεχείας ἐκ τῆς βυζαντινῆς περιόδου μέχρι σήμερον (Φ. Κοτζαγεώργη, Μικρὲς πόλεις τῆς ἑλληνικῆς χερσονήσου κατὰ τὴν πρώιμη νεότερη ἐποχή: Ἡ περίπτωση τῆς Ξάνθης, 15ος - 17ος αἰ., ἔκδ. Ἱ. Μητροπόλεως Ξάνθης, σελ. 232), ὡς συνεχίζουσαι τὴν μακραίωνα θρᾳκικὴν μοναστικὴν παράδοσιν, περὶ τῆς ὁποίας εὐγλώττως μαρτυροῦν τὰ ἐρείπια τῶν μεγαλοπρεπῶν μοναστικῶν συγκροτημάτων εἰς τὸ πλησιόχωρον Παπίκιον Ὄρος καὶ τὰς ἄλλας παρυφὰς τῆς Ροδόπης, τὸ Ὄρος τοῦ Θεοῦ (monte di Dio), ὡς χαρακτηρίζεται ὑπὸ ξένων περιηγητῶν.

Ὅ,τι, λοιπόν, παρελάβετε ὡς γονικὴν κληρονομίαν, σᾶς προτρέπομεν πατρικῶς, φυλάξετέ το καὶ αὐξήσατέ το, ὥστε μαζὶ μὲ τὸ κεφάλαιον νὰ παρουσιάσετε εἰς τὸν Κύριον καὶ τοὺς τόκους τῶν προσωπικῶν σας ἀρετῶν καὶ πνευματικῶν κατορθωμάτων, διὰ νὰ δανεισθῶμεν τοὺς λόγους τῆς γνωστῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς.

Τοῦτο δὲ ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς ἐνεργοῦ συμμετοχῆς σας εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν καὶ λειτουργικὴν ζωήν, διὰ τῆς μεταξύ σας ἀγάπης καὶ ὁμονοίας καὶ τῆς ἐν ἑνὶ λόγῳ συμπορεύσεως συμφώνως πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ὅπως μᾶς τὸ διδάσκει τὸ Ἅγιον Εὐαγγέλιον. Ἐάν οὕτω πορεύεσθε καὶ σεῖς, ἡμεῖς, ὁ Πατριάρχης τοῦ Γένους καὶ πνευματικός σας πατήρ, θὰ χαιρώμεθα πάντοτε καὶ θὰ αἰσθανώμεθα στενὴν τὴν συγγένειαν, ὄχι μόνον τὴν γεωγραφικὴν λόγῳ τῆς γειτνιάσεως μὲ τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἀλλὰ καὶ τὴν πνευματικήν.

Σᾶς προτρέπομεν νὰ ὑπακούετε εἰς τὸν καλόν σας ποιμένα, τὸν προσφιλέστατον ἀδελφὸν ἅγιον Ξάνθης κύριον Παντελεήμονα, ὁ ὁποῖος ἐκδαπανᾶται ἡμέραν καὶ νύκτα ὑπὲρ τοῦ ποιμνίου του, καὶ τοὺς ἱερεῖς σας, διότι ἡ ὑπακοὴ καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τὴν ὁποίαν δεικνύετε εἰς αὐτοὺς δὲν παρέχεται εἰς ἄνθρωπον ἀλλὰ εἰς τὸν Χριστόν. Ἡ σχέσις αὐτὴ ποιμένος καὶ ποιμνίου εἶναι μυστηριακὴ καὶ μυστική, ἐκπηγάζουσα ἀπὸ τὸν ποταμὸν τῆς ὀρθοδόξου ζωῆς καὶ παραδόσεώς μας. Ἀκόμη καὶ ἐὰν ἔχωμεν νὰ κάνωμεν μὲ ἀνθρώπους μὲ τυχὸν ἀδυναμίας καὶ σφάλματα, εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μας καταργεῖται ἡ αἴσθησις τῆς ἀνθρωπότητος, διότι εἴμεθα θεανθρώπινος κοινωνία καὶ συνέστημεν ἐκ σώματος καὶ ψυχῆς. Τὸ μὲν σῶμα ὑπόκειται εἰς τὴν φθορὰν καὶ εἰς τὴν διάλυσιν. Γῆ καὶ σποδὸς τὸ σῶμα, ζωὴ καὶ αἰωνιότης ἡ ψυχή.

Εὑρισκόμεθα εἰς πόλιν, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὴν εἰρηνικὴν καὶ ἁρμονικὴν συμβίωσιν πληθυσμῶν διαφορετικῆς θρησκείας, γλώσσης καὶ πολιτισμοῦ. Ὁ Μητροπολίτης σας καὶ ὅλοι σας μεριμνᾶτε ἰδιαιτέρως διὰ τὴν καλλιέργειαν αὐτοῦ τοῦ καλοῦ κλίματος εἰρηνικῆς συνυπάρξεως καὶ εἴμεθα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ διαπιστώνωμεν τὴν πρόοδον καὶ εἰς τὸν τομέα αὐτόν, ὅπως καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους.

Ἰδιαιτέρως δὲ σημειοῦμεν τὴν εἰρηνικὴν παρουσίαν τῶν φιλησύχων κατοίκων τῆς ὀρεινῆς Ξάνθης, τῶν γνωστῶν καὶ ἀγαπητῶν Πομάκων, ζώντων ἀπὸ πολλῶν αἰώνων εἰς τὰς κλιτύας τῆς ὀροσειρᾶς τῆς Ροδόπης, οἱ ὁποῖοι διακρίνονται διὰ τὸν σεβασμὸν των πρὸς τοὺς κληρικοὺς ἀνεξαρτήτως θρησκείας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς νόμους τοῦ κράτους. Διακρίνονται ἀκόμη διὰ τὸ ἦθος καὶ τὴν προσήλωσίν των εἰς τὰς παραδόσεις, τὰς ὁποίας ἡ ἔντιμος Ἑλληνικὴ Πολιτεία, διὰ τῆς παιδείας καὶ τῶν καταβαλλομένων στοργικῶν προσπαθειῶν της, σέβεται, προστατεύουσα τοιουτοτρόπως τὴν ἰδιαιτέραν ἱστορικήν, γλωσσικὴν καὶ πολιτιστικήν των ταυτότητα, ὡς πράττει, ἄλλωστε, μὲ πάσας τὰς ἐν αὐτῇ διαβιούσας μειονότητας.

Τέκνα ἀγαπητὰ ἐν Κυρίῳ, εὐλογημένοι Ξανθιῶται,

Καθὼς εὐμοιρεῖτε νὰ ἔχετε εὐκλεῶς ποιμεναρχοῦντα Ἱεράρχην, τὸν Ἱερώτατον ἀδελφὸν καὶ συλλειτουργόν μας κύριον Παντελεήμονα, συμπαρεστῶτα καὶ καυχώμενον διὰ τοὺς εὐλαβεστάτους συμπολίτας καὶ τὸν λαόν του, σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ στηρίζετε τὸ ἔργον τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ τόπου σας αὐτοῦ, καὶ νὰ ζῆτε ὡς ἀληθινὰ καὶ πιστὰ μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν δυσχερῆ αὐτὴν περίοδον τῆς στερήσεως πολλῶν καὶ βασικῶν ἀκόμη πραγμάτων.

Ἡμεῖς, ὁ  Πατριάρχης σας, αἰσθανόμεθα καὶ ὁμολογοῦμεν μεγίστην τὴν χαρὰν τῆς παρουσίας μας εἰς τὸν εὐλογημένον τόπον σας, τόπον ὁ ὁποῖος θεωρεῖται καὶ ἰδική μας πατρίς, ὡς τμῆμα τῆς δικαιοδοσίας τοῦ πανσέπτου Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, τοῦ ὁποίου ἐλέῳ Θεοῦ κατεστάθημεν Προκαθήμενος πρὸ εἴκοσι καὶ τριῶν ἐτῶν.

Σᾶς εὐχαριστοῦμεν ἐκ ψυχῆς, ἅγιε Ξάνθης, ἀγαπητοὶ κληρικοί, Ἐντιμότατε κ. Δήμαρχε Ξάνθης μετὰ τῶν ἐκλεκτῶν συνεργατῶν σας, τῶν ἐντιμοτάτων Δημοτικῶν συμβούλων σας, ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ καὶ τέκνα, ὅλους σας καὶ τὸν καθένα προσωπικῶς, διὰ τὴν λίαν τιμητικὴν ὑποδοχήν σας.

Εἴθε, ὅπως εἴμεθα σήμερον συνηγμένοι εἰς τὸν πάνσεπτον τοῦτον Ναόν τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας, ἔτσι νὰ ἀξιωθῶμεν, ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς τοῦ Κυρίου, νὰ εὑρεθῶμεν ὁμοῦ καὶ εἰς τὸν ἄκτιστον ναὸν τῆς οὐρανίου Βασιλείας Αὐτοῦ, εἰς τὴν ἀληθινὴν σοφίαν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία «ἔκτισε τὸν ἑαυτῆς οἶκον» καὶ εἰς τὸν εὐλογημένον τοῦτον τόπον, διὰ νὰ δεσπόζῃ καὶ νὰ κηρύττῃ πρὸς τοὺς ἐγγὺς καὶ τοὺς μακρὰν τὴν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, τοῦ τοῖς σημείοις ἐπιβεβαιοῦντος τοῦ λόγου τὸ ἀληθές.

Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἴθε νὰ εἶναι  μετὰ πάντων ὑμῶν, ἀγαπητοὶ Ξανθιῶται, τέκνα φιλόστοργα τῆς Μητρὸς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ  Μεγάλης Ἐκκλησίας.
Related Posts with Thumbnails