© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Η ποιητική ουσία ενός θεατρικού κόσμου η έγνοια μας {1ο}

Γράφει ο ΤΑΚΗΣ ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ

«Η ζωή δεν είναι αυτή που έζησε κανείς,
 αλλά αυτή που  θυμάται για να τη διηγηθεί»
Γκαμπριέλ  Γκαρσία  Μαρκές
  
Αφήνοντας παράμερα το  ερώτημα του Μπάιρον «ποιος θα έγραφε, εάν είχε κάτι καλύτερο να κάνει», θεωρούμε αναγκαίο να εξηγήσουμε εισαγωγικά το λόγο για τον οποίο  καταγράψαμε ένα μέρος της συγκίνησής μας για την ποιητική ουσία ενός θεατρικού κόσμου,  τον οποίο  στο διάβα της ζωής μας  είχαμε την τύχη να συναντήσουμε. Με τη γραφή, που παραμένει ένας  τόσος αναγκαίος  σε εμάς δίαυλος ανθρώπινης επικοινωνίας,  επαναφέρουμε  και καταγράφουμε  μνήμες, διατηρούμε ζωντανές τις συγκινήσεις και  την ελπίδα  να κοιτάξουμε στα μάτια την «αιωνιότητα της σιωπής», όταν  ήθελε  μας συναντήσει.
     Σήμερα,  εποχή  ήττας του διεθνούς επαναστατικού κινήματος, ζούμε όχι μόνο κοινωνική αλλά και καλλιτεχνική παρακμή. Η  ουσία των πραγμάτων κατρακυλάει στους πιο σκοτεινούς βυθούς, και είναι φυσικό ο Αδόλφος Χίτλερ να ημπόρει να μας στέλνει  και πάλι το φάντασμά του. Τώρα λοιπόν  το θέατρο  που, όπως λέγεται, «κάνει ορατό το αόρατο»,  αξίζει  να στρατευτεί στην υπόθεση του λαού και των εργαζομένων.
     Η ποιητική του θεάτρου -αυτή η βιωμένη άβυσσος  που  μεταποιεί το λόγο- όπως κάθε «ποίημα», δεν είναι τα καθρεφτάκια με τα οποία δελέαζαν οι «πολιτισμένοι» τους ιθαγενείς, προκειμένου να κατέβουν από τα δέντρα για να τους ταξιδέψουν στα σκλαβοπάζαρα. Μπορεί να γίνει ένα πραγματικό κάτοπτρο, μέσα στο οποίο βλέπει ο «αναγνώστης - θεατής»  όχι μόνο τον κόσμο αλλά και  τον εαυτό του, τις πλάνες και τις αλήθειες του.
     Τελειώνοντας αυτή την προσπάθεια, καταγραφής  ανθρώπινων θεατρικών συγκινήσεων δεν είχαμε ακόμη καταλήξει εάν μας είχε δοθεί το δικαίωμα να τις κοινωνήσουμε. Η  συναίσθηση της μικρότητάς μας και ο φόβος ότι εκτρέφουμε, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, υποκειμενικές αυθαιρεσίες, μας προβλημάτισαν. Βέβαια, δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση   θεατρική κριτική, την οποία ως μη ειδήμονες δεν είμαστε ικανοί να αρθρώσουμε, γι’ αυτό  εξάλλου παραθέσαμε τόσα πολλά κείμενα  της καρδιάς μας,  άλλων ειδικών που υπεραγαπάμε. Τελικά,   δίνουμε σε ένα  μέρος αυτών των   κειμένων  τη φωνή της σιωπής τους, συνηγορώντας με τα λόγια του Γ. Ξανθούλη: «Το θέατρο ζει μέσα από τη συλλογική μνήμη, είναι μία αύρα, μία διαρκής ζύμωση μέσα στις ψυχές των θεατών …. ονόματα, πρόσωπα και στιγμές που πρέπει να περάσουν στους νεώτερους όσο και η λήθη να είναι μέρος των μοντέρνων καιρών».
     Από την άλλη, δε θεωρούμε ότι ο  τόσος κόπος  να επαναφέρουμε στη μνήμη  αυτά τα γεγονότα,  μας δίδει  το  επιπρόσθετο δικαίωμα της δημοσιοποίησης τους. Κάθε άλλο! Ο Λορέντζο Γκιμπέρτι φιλοτεχνούσε επί είκοσι επτά χρόνια τα ανατολικά ορειχάλκινα θυρόφυλλα του Βαφτιστηριού της Φλωρεντίας, όμως για εκείνα τα έργα ο Μιχαήλ Άγγελος έλεγε πως: «μπορεί να ήταν οι πύλες της Παραδείσου»!     
     Παρουσιάζοντας λοιπόν  αυτή τη γραφή για το θέατρο  εκφράζουμε ευχαριστίες  εκ των προτέρων στους ειδικούς,  για την ανοχή και για τα δάνεια που μας προσφέρουν, συνηγορώντας  με  το ήθος και τα λόγια του Βιζυηνού: ‘’Μη με μαλώσετε αν εμβαίνω με λερωμένα τσαρούχια εις το καθάριο σας κατώγι. Είμαι χωριατοπαίδι, καθώς γνωρίζετε, και έχω διανύσει μακρόν, πολύ μακρόν και λασπωμένον δρόμον’’.      

 ΜΕΡΟΣ  Α’

       Η πρώτη επαφή  με την μαγεία του θεάτρου πριν πενήντα χρόνια στο Σκουλικάδο, θα μπορούσε να  μην είχε πραγματοποιηθεί ποτέ, να ήταν, ας πούμε, μια επινόηση της φαντασίας μας, η οποία επιθυμούσε  να ζήσει ένα όνειρο, να δώσει φτερά στην τάση φυγής που ολοζωής μάς στοίχειωνε. Να ξεφύγουμε, θέλαμε,  από τον εαυτό μας, τον τόπο μας και τα μαρτύριά του. Φευγιό,  που ολοκληρωνόταν συνέχεια, κατά ανεξήγητο τρόπο με τις αναγκαίες και  αγαπημένες  επιστροφές στις ρίζες μας. Ίσως, αν αφήναμε πίσω μας  λόγους «ιεροσυλίας», να εξηγούσαν το γεγονός αυτό τα λόγια του Κώστα Γεωργουσόπουλου αναφορικά με το Θεόδωρο Αγγελόπουλο: «έγινε παγκόσμιος, γιατί είναι βαθιά ριζωμένος μέσα στη γη του». Το θεατρικό σανίδι, λοιπόν, είχε στηθεί  το 1961 στα μουράγια της κυρά - μαμής μπροστά  απ’ το σχολείο του χωριού.  Επί σκηνής ο Λάμπρος Κολυβάς και ο θείος ο Φίλιππος  να παριστάνουν  «Τα αρραβωνιάσματα» του Μπόγρη.
          Θα τους συναντήσουμε και αργότερα το 1962, όταν ο Λάμπρος θα σκηνοθετούσε  και τον «Ερωτόκριτο», όπου ο Φίλιππος έπαιζε με μοναδική επιτυχία τον τρομερό Καραμανίτη,  σύμβολο αγριότητας, ξιπασιάς και παλικαροσύνης. Ρόλος-κλειδί, αρχέτυπος για τους  Σκουλικαδιώτες, αν δεν βρισκότανε ο κατάλληλος  για το ρόλο, δεν άρχιζαν οι πρόβες. Ακόμα θυμόμαστε τα λόγια των παλαιοτέρων: «Όσο θα βρίζει τον Κρητικό παιδάκι μου και βγάζει αφρούς από το στόμα πάνω στο άλογο, αυτό δεν πρέπει να  ησυχάζει διόλου».  
          Όντας αλληλόχρεοι, οφείλουμε, εδώ μια μνημοσύνη στην ανήσυχη καλλιτεχνικά και εαρινή στη  φύση της τέχνη  του Λάμπρου Κολυβά,  ο οποίος από τη δεκαετία του '50 ακόμη που συμμετείχε στον επαγγελματικό θίασο του Πασχαλίδη, δέσποζε στις θεατρικές προσπάθειες του χωριού μας.


     Το 1977 λοιπόν, έχουν ωριμάσει οι συνθήκες και ανεβαίνει ξανά ο «Ερωτόκριτος» πάλι με πρωτοβουλία και σκηνοθεσία, του αγαπημένου φίλου και ιερέα πλέον, Λάμπρου Κολυβά.
     Βοηθάμε κι εμείς, όπως τόσοι άλλοι,  με τις λιγοστές μας δυνάμεις  σε αυτή την προσπάθεια. Φαινόμαστε, μάλιστα, και στη φωτογραφία, καθισμένοι στα σκαλοπάτια, μαζί με τον γυμναστή Νίκο Κεφαλληνό, που προσέφερε πολλά, από την αρχή μέχρι το τέλος, στη σκηνοθεσία, στις πρόβες και στην επιμέλεια αυτής της παράστασης. Παρά το γεγονός ότι ο Νίκος Κεφαλληνός δε θαμπώνεται από τους επαίνους, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι έχει προσφέρει πολλά στη θεατρική παράδοση του χωριού μας, αλλά και γενικότερα στον πολιτισμό της Ζακύνθου.

     Δίπλα μας όρθιος με το άσπρο πουκάμισο ο αξέχαστος φίλος και επί 12 χρόνια μεταπολιτευτικός πρόεδρος της κοινότητας, Γιάννης Κεφαλληνός ή Προκόπης. Είναι η σκηνή όπου ο Κρητικός (με γυρισμένη την πλάτη) μονομαχεί με  τον  Καραμανίτη,   τον παριστάνει εδώ, ο αξεπέραστος  μεταξύ ίσων -που έπαιξαν αυτόν τον ρόλο, από το 1908 που γνωρίζουμε-  Παναγιώτης Κεφαλληνός ή Γριβής (βλ. φωτό αριτερά, εδώ). Η εκτός κλίμακας βροντώδης φωνή του,  το άγριο παρουσιαστικό του, καθώς  και το υπέροχο μαύρο άλογο  που ίππευσε στην παράσταση, άφησαν εποχή. Τελικά, η εκτενής αναφορά μας σε αυτή την  φωτογραφία  δε είναι ολότελα αθώα. Θέλουμε να αναδείξουμε την «θρησκευτική» προσήλωση των δεκαέξι παρευρισκομένων στα δρώμενα, από τους οποίους,  φυσικό για το Σκουλικάδο, οι οκτώ είχαν  συγγενείς σε πρώτο βαθμό, των οποίων η ζωή ήταν πολυτάραχη και θύμιζε την ζωή των ηρώων του έργου. Δεν θα λησμονήσουμε εδώ ότι ο νεαρός Νίκος Κεφαλληνός η Άρκισος που κρατάει  τα γκέμια του άσπρου αλόγου,  είναι αυτός που στην επόμενη παράσταση του 2005 θα παίξει το Καραμανίτη με εξαιρετική επιτυχία.  Γνωρίζουμε επίσης  ότι η παράσταση του 1977, η οποία παίχτηκε στα πλαίσια της Δ’  Συνάντησης Μεσαιωνικού και Λαϊκού Θεάτρου, κινηματογραφήθηκε για να προβληθεί στο εξωτερικό. Σήμερα, μετά από 37 χρόνια, κάνουμε έκκληση σε όποιον γνωρίζει που βρίσκεται το ντοκιμαντέρ, να βοηθήσει, προκειμένου ένα αντίγραφό  να φτάσει στον Πολιτιστικό Σύλλογο του χωριού μας.

Οι Σκουλικαδιώτες ανεβάζουν από γενιά σε γενιά κρητικό θέατρο και ιδιαίτερα τον  «Ερωτόκριτο». Στον Άγιο Ανδρέα, την εκκλησία των μικρογεννητών του Σκουλικάδου, για παράδειγμα, παίχτηκε το 1928 το κρητικό θεατρικό έργο,  «η Θυσία του Αβραάμ», όπου το αρνί που χρησιμοποιήθηκε στην παράσταση το έφαγαν σε ζέφκι την επόμενη μέρα. Με τις ρωμαλέες και παροιμιώδεις παραστάσεις του «Ερωτόκριτου» λοιπόν, οι Σκουλικαδιώτες αξιώθηκαν να φέρουν τους δεκαπεντασύλλαβους στίχους, με τις έντονα παραστατικές εικόνες και το γλωσσικό  πλούτο, στα στόματα και στην ψυχή όλων των ανδρών και γυναικών του χωριού μας, αλλά και στις αυλές των σπιτιών, στα προαύλια των εκκλησιών και των σχολείων, εκεί όπου έκαναν τις πρόβες, στόλιζαν τα άλογα, έφτιαχναν τις περικεφαλαίες και τα κοντάρια των παλικαριών της γκιόστρας. Στα σπίτια συγκέντρωναν τα βαρύτιμα χρυσαφικά που στόλιζαν τις φορεσιές αυτές, φυσικά, που επακριβώς όριζε  ο ποιητής για το κάθε αφεντόπουλο. Η  τελευταία παράσταση του «Ερωτόκριτου» το 2005 από τον άξιο παντός επαίνου για την πολυσχιδή δράση του, πολιτιστικό σύλλογο Σκουλικάδου, «Ερωτόκριτος», ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, ήταν η ιστορία παρούσα  και άφησε εποχή.
       Κοντά σε αυτά, και το θέατρο σκιών,  ο ταπεινός καραγκιόζης, αυτό το λαϊκό θεατρικό είδος, δάνειο  της ανατολής, μεταμορφώνει την παιδική μας πραγματικότητα σε ένα όνειρο. Άξιζε να αγαπηθεί και από εμάς  στα πρώτα μας βήματα  η ατμόσφαιρα την οποία δημιουργούσε, σαν ένα σύνολο, ο καραγκιοζοπαίχτης, ο μπερντές και το δικό μας χειροκρότημα. Ο καραγκιοζοπαίχτης με τον προφορικό του λόγο γίνεται ήρωας της μοναξιάς μας, ο «εκ των πλησιέστερων συγγενών» μας καλλιτέχνης. Ο μπερντές, που προβάλει λιτός με τις επίπεδες φιγούρες στην οθόνη  και  το φως,  αφαιρούσε τα «περιττά και τα καθόλου» και μας οδηγούσε σε μια πρωτόλεια, αλλά ωστόσο  σημαντική, προδρομική επαφή μας με τον «αφηρημένο» κόσμο της τέχνης που αργότερα τόσο αγαπήσαμε.


     Ανεξίτηλα έχει μείνει στη  μνήμη μας η πρώτη παράσταση Καραγκιόζη στα Ψηλά Αλώνια  της  Πάτρας. Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’60,  όταν η γλυκύτατη θεία Διονυσία μάς φιλοξενούσε εκεί, σε μια  πόλη με ισχυρή παράδοση στον καραγκιόζη. Μετά τη δικτατορία, το 1977-1978, βοηθάμε  τις εκδηλώσεις της Δ’ και Ε’ Συνάντησης Μεσαιωνικού και Λαϊκού Θεάτρου, εμπνευστής και δημιουργός των οποίων υπήρξε το 1965 και 1966 ο εξαίρετος στοχαστής και αγωνιστής Κ. Πορφύρης, καταγόμενος από το Σκουλικάδο. Στην ατμόσφαιρα αυτής της «Συνάντησης» ο καραγκιόζης,  όντας μη  «εκλεπτυσμένη κωμωδία» με τα χοντροκομμένα αστεία και τις έντονες χειρονομίες,  βρίσκει την πραγματική καλλιτεχνική του  θέση και αντιστοιχία  δίπλα στις «ομιλίες» και στις παντομίμες της  Commedia dellarte. Συγχρόνως, όμως, σε αυτές τις «Συναντήσεις» προοδευτικοί καραγκιοζοπαίχτες δε μένουν στη μέχρι τότε απλή κοινωνική αποστολή του «είδους», «το δίκιο υπερέχει», αλλά αμφισβητούν παγιωμένες συντηρητικές αλήθειες    οδηγώντας το κοινό σε άλλες διεξόδους.

     Το 1972, φοιτητές πλέον στην Αθήνα, παρακολουθούμε στο θέατρο Άννα-Μαρία Καλουτά μια «ελεύθερη διασκευή», ενός αλληγορικού μυθιστορήματος  της Πηνελόπης Δέλτα, «Το παραμύθι χωρίς όνομα», από τον Ιάκωβο Καμπανέλλη. Για τη συγγραφέα, όπως η ίδια αναφέρει το 1910, «Ο Βασιλεύς Αστόχαστος είναι το σιχαμένο καθεστώς και το Βασιλόπουλο είναι ο Νέος Έλληνας όπως θα τον ήθελα. Εκείνος που θα ζητήσει μέσα του να αγωνιστεί …»
     Ο θίασος «Νέα Πορεία»  του Γιώργου Χαραλαμπίδη  καταγγέλλει στο πρόγραμμα της παράστασης  το Ελληνικό Θέατρο, σαν αντιπνευματικό, αντιλαϊκό και αθεράπευτα Βεντετοκρατούμενο και δηλώνει ότι: αγωνίζεται για ένα πεντακάθαρο ρωμαλέο Ελληνικό Θέατρο. Για δε το «Παραμύθι» αναφέρει: «Στην αρχή το τέλμα, μετά σαν ηχηρό ράπισμα η ντροπή, μετά η αφύπνιση μέσα σε αγώνα και ύστερα η νίκη και η περισυλλογή. Αν όλα τούτα δεν γίνουν παράσταση, που αυτή καθ’ εαυτή να φέρνει μήνυμα καλλιτεχνικό, να συναρπάζει με την τόλμη της, να κινητοποιεί όλες τις αισθήσεις και το νου μαζί του θεατή, τότε ναι, θα έχουμε αποτύχει κι ο τίτλος μας «Νέα Πορεία» θα είναι μια ακόμη θλιβερή ειρωνεία…».  
     Δίκαια λοιπόν  ήταν το έργο που, μαζί  με την παράσταση από τον ίδιο θίασο «Οι 300 της Πηνελόπης», μάς εισήγαγαν στη μαγεία ενός πραγματικού θεατρικού γεγονότος, τόσο απαραίτητου σε εμάς, προκειμένου να εκφράσουμε τις κοινωνικές και καλλιτεχνικές μας ανησυχίες. Απορρίπταμε τις τελειωμένες, συντηρητικές, ακαδημαϊκές αλήθειες για την τέχνη της μετεμφυλιακής Ελλάδας και είχαμε το «θράσος» σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες της δικτατορίας, να φτιάχνουμε, μαζί με πολλούς άλλους βέβαια, το αλφαβητάρι  των δικών μας συγκινήσεων. Αγαπήσαμε από την αρχή τις θεατρικές παρωδίες καθώς και αυτές που ακολούθησαν  αργότερα, όπως «Ο μπαμπάς ο πόλεμος» και «Οδυσσέα γύρισε σπίτι» από το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν. Το γεγονός αυτό μάς το καθόριζαν λόγοι σημαντικοί. Θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο και τον εαυτό μας, χρησιμοποιώντας και αλλάζοντας αναγνωρίσιμα πρότυπα από μύθους, όπως αυτούς του αρχαίου παρελθόντος. Με αυτό τον τρόπο, το παρόν έπαιρνε φαντασμαγορικά τη θέση του μέσα από αντιστοιχίες, συγκρίσεις και περιγραφές, οι οποίες δημιουργούσαν ξανά και ξεπερνούσαν ακόμη και τις προθέσεις των αρχικών κειμένων. Να ανακαλύψουμε, θέλαμε, από την αρχή την αρχαία Ελληνική μυθολογία, όπως άλλωστε  και την πρόσφατη ιστορία του αντιστασιακού και κομμουνιστικού κινήματος διεθνώς αλλά κυρίως στην πολύπαθη χώρα μας, που τη σκέπαζαν τα μαύρα φεγγάρια των πραιτοριανών, νικητών του εμφυλίου. Μέσα από τα έργα αυτά γνωρίσαμε, όσα ακριβά και σπουδαία μπορούσαν να περάσουν τη λογοκρισία, όπως η μοντέρνα σκηνοθετική μαγεία του Θεάτρου Τέχνης, η μουσική του Χατζηδάκη και τα θεατρικά κείμενα του Καμπανέλλη.
     Ένα χρόνο μετά την πτώση της χούντας, το 1975,   θέλοντας να δώσουμε  «νόημα» στην ψυχαγωγία,  όπως και στη ζωή μας,   κατεβήκαμε τα σκαλιά του θεάτρου «Κάβα». Ο θίασος «Ρεπερτορίου» Χατζίσκου – Νικηφοράκη ανεβάζει το έργο του Γιάννη Ρίτσου  «Η σονάτα του σεληνόφωτος».

     Ο Ρίτσος ένας αγωνιστής – κομμουνιστής,  άξιος ποιητής της ρωμιοσύνης και του κόσμου,  σιγοψιθυρίζει εκκωφαντικά τις φωνές και τις πίκρες μας. Αλησμόνητος, όταν με την υπέροχη φωνή του απήγγελλε τα ποιήματά του και ψήλωνε ο κόσμος, αλλά και εντυπωσιακά γοητευτικός, καθώς κρατούσε το υπέροχο καμηλό παλτό του, στην πρώτη σειρά στις εκδηλώσεις του κόμματος και της νεολαίας, με έγνοια για τους απλούς εργαζόμενους και το κίνημα. Ήταν ημέρα απεργίας των ιδιωτικών εκπαιδευτικών και ευρισκόμενος σε φιλικό σπίτι, ρωτάει μαθήτρια της β’ γυμνασίου. ‘’Απήργησαν οι καθηγητές στην τάξη σου;’’ ‘’Μάλιστα, απήργησε μια νέα φιλόλογος’’,  ήταν η απάντηση. ’’Ωραία  θα της  χαρίσεις  αυτή τη  μικρή πέτρα  που  πάνω της θα  ζωγραφίσω  τώρα μια νεαρή   γυναίκα’’. Ωστόσο,  ο πρόχειρος κόκκινος μαρκαδόρος δεν ήταν ανεξίτηλος και η πέτρα πάνω στη βιβλιοθήκη μας, ολοένα ξεθώριαζε. Φυσικά ο σχολάρχης της  Ιονίου Σχολής δεν ήταν ούτε κομμουνιστής, «πολλώ δε μάλλον» ποιητής, και δεν άργησε να ζωγραφίσει την πολύ ωραία απόλυση της νεαρής φιλολόγου, έτσι, για να τον θυμόμαστε εμείς και να παραδειγματίζονται οι  άλλοι.
     Θεατές, λοιπόν, στη  «Σονάτα του σεληνόφωτος». Κι ήμαστε τόσο νέοι,  ανώριμοι και «ικανοί» επίσης να «χαιρόμαστε» τη μετριότητα μας! Θα περάσουν χρόνια και χρόνια για να ρίξουμε ένα φως πάνω στην αισθητική της όψη και να νιώσουμε τη συγκίνηση  που εκπέμπει το βάθος του ποιητικού κειμένου.  Εδώ, ο ποιητής, ο πάντοτε παρών στην εποχή του,  φαίνεται να αφήνει  το ηρωικό πνεύμα,  προκειμένου να κάνει μια εσωτερική αναζήτηση, ιδεολογική και υπαρξιακή. Η απεικόνιση του σκηνικού ορίζεται στον πρόλογο του ποιήματος με ακρίβεια από τον ποιητή: Ανοιξιάτικο βράδυ. Ένα  δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ’ ένα νέο. Δεν έχουν ανάψει φώς. Απ’ τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο.
   Ολόκληρος ο μονόλογος  του έργου στοιχειώνεται από την φράση, με την οποία αρχίζει και τελειώνει  το έργο, «Άφησέ με να έλθω μαζί σου» η οποία επαναλαμβάνεται 15 φορές στο έργο.  Έχουν περάσει πάνω από 35 χρόνια και αυτό το μοτίβο  με την  εκφορά του λόγου της Νικηφοράκη  είναι το πρώτο πράγμα που μας ακολουθεί και παραμένει ολοζώντανο στη μνήμη μας. Αυτή είναι η δραματική  επίκληση  της γυναίκας που θέλει να  της επιτρέψει ο νέος να τον ακολουθήσει,  ενώ αντιλαμβάνεται ότι η πρόθεσή του  είναι να την εγκαταλείψει.  Να πάει μαζί του: λίγο πιο κάτω, ως την μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται  η πολιτεία.
     Η πολιτεία,  που θα της δώσει τα φτερά να πετάξει  με μια αίσθηση ελευθερίας και ανωνυμίας και καταισχύνης της φθοράς του χρόνου  των ιδεολογιών και των πραγμάτων. Tην πολιτεία, το «καινούργιο» με τις αντιθέσεις του,  δεν το  εξιδανικεύει, γνωρίζει τα θετικά και τα αρνητικά του και είναι πλέον αργά, δεν μπορεί και η ίδια να το ακολουθήσει. Ωστόσο επιθυμεί  να βγει μόνη της προκειμένου:  να δει την  πολιτεία με  τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου, την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της … 
       Ο ποιητής κρίνει, σκέπτεται, ωριμάζει, ψάχνει κάτι καινούργιο στο σημαδιακό  έτος 1956 που έγραψε τη σονάτα. Μόλις έχει γυρίσει από την Σοβιετική Ένωση  με  ένα βραβείο  Λένιν στο χέρι αλλά  και με τον απόηχο του περίφημου  20ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ το οποίο έφερνε τα απάνω κάτω στην οικοδόμηση του  σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ που με τόσες δυσκολίες  αλλά και τόσες ασύλληπτες νίκες, επαναστατικές μέχρι τότε, είχε οικοδομηθεί.
     Ό,τι  και να συμβολίζει η γυναίκα  με τα μαύρα,  ό,τι και να συμβολίζει η «πολιτεία», μπορεί ακόμη και να παραμερίσει, προκειμένου να περάσει η συγκίνηση της θέασης των πραγμάτων του σκηνικού, καθώς και η σουρεαλιστική περιγραφή τους στις στροφές του ποιήματος. Αυτό είναι λοιπόν το δεύτερο πράγμα που παραμένει  αρχέτυπο και αναλλοίωτο  στη θύμησή μας από τότε. Είναι φυσικό λοιπόν να μας  φέρει  τρικυμία, όταν μετά από 30 χρόνια, στις 30 Απρίλη του 2006, στο Ριζοσπάστη,  διαβάζουμε  ένα εμπνευσμένο προοδευτικό άρθρο, γραμμένο από το ζακυνθινό  ιστορικό του Μουσείου Μπενάκη, Δημήτρη Αρβανιτάκη με τίτλο «Γιάννης Ρίτσος - Ποιητής μιας νέας... Πρωτομαγιάς του κόσμου».
     Το άρθρο αρχίζει με τη φράση: «Έχω σταθεί συχνά μπροστά σε κείνο που ονομάζεται "νεκρή φύση"». Τι είναι, άραγε, αυτό; Είναι κάτι παραπάνω από μια άσκηση παιχνιδίσματος του φωτός, μια σπουδή του τρισδιάστατου της πραγματικότητας; Όλα αυτά μπορεί να τα σκεφτεί κανείς, μέχρις ότου δει τις "νεκρές φύσεις" του Σεζάν. Γιατί εκεί αναγνωρίζει κάτι περισσότερο: οι νεκρές φύσεις είναι ένας κόσμος. Κι όσο κι αν έχει ξεφτίσει η ετυμολογία, ας την ξαναθυμηθούμε: στα ελληνικά, κόσμος σημαίνει τάξις, ευπρέπεια και μέθοδος. …και συνεχίζει παρακάτω …  τι γυρεύουν τόσα πολλά αντικείμενα - πράγματα μέσα στην ποίηση του Ρίτσου; Μια ποίηση που ξεχειλίζει από πράγματα: πράγματα γλαυκά, ασπαίροντα, ολόφωτα, στο σκιόφως, εκπεπτωκότα, πράγματα σημαίνοντα... Δεν πρόκειται όμως εδώ για τον τρόμο του κενού, αλλά για συμπαντική δημιουργία: Ο ποιητής, με τη μοναξιά και την υπομονή του δημιουργού, πλαστουργεί τον κόσμο από την αρχή. Τα αντικείμενα, που ο εγωιστικός ανθρώπινος λόγος τα ονόμασε "άψυχα", αυτά ορίζουν το μέτρο του ανθρώπινου παραδείσου. Υπακούουν στον μέγιστο νόμο της φθοράς, και απεικονίζουν την ανθρώπινη μοίρα: αναγιγνώσκοντας αυτή τη μοίρα στο πρόσωπο των πραγμάτων, ο άνθρωπος εξοικειώνεται μαζί της, μαθαίνει να αρμόζεται στον κόσμο: κι η αρμογή αυτή παίρνει το νόημα της ηθικής. Η ύλη, λοιπόν, κι όχι ο θεός και οι υπερκόσμιοι νόμοι, μας διδάσκει την ηθική και την αλήθεια της μοίρας. Κι έτσι τα αντικείμενα ορίζουν τις συντεταγμένες του ανθρώπινου πάθους, του πάθους εκείνου που ένας λόγος οξύτερα σοφός, θα ονόμαζε τραγωδία. Τι είναι ο άνθρωπος και ποιος ο δρόμος του; Ας ρωτήσουμε τα πράγματα να μας το πουν. Πού κατοικεί άραγε η Γυναίκα της "Σονάτας του σεληνόφωτος"; 

"Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει -
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό
διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ' τα γόνατά της
ή όπως μια λουρίδα φεγγάρι  στην παλιά,
ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.’’
("Η σονάτα του σεληνόφωτος", σ. 46).

      Στη μεταβατική περίοδο από τη δικτατορία στη μεταπολίτευση, που δυστυχώς «όλα αλλάζουνε  και όλα τα ίδια μένουν», γίνονται προσπάθειες μιας ανασύνταξης της θεατρικής πράξης: στην πρώτη φάση  για να ξεγελάσουν με αλληγορίες  και υπαινικτικά σύμβολα τους λογοκριτές της χούντας, να αφυπνίσουν τους θεατές και να αμφισβητήσουν όλο το θεατρικό κατεστημένο, όπως προαναφέρθηκε. Μια τέτοια παράσταση  ήταν η αλληγορική και συμβολική παράσταση διαμαρτυρίας «Το μεγάλο μας τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, από τον θίασο Καζάκου-Καρέζη. Η παράσταση ανέβηκε με εμπόδια από τη λογοκρισία, το 1973, μέσα στην χούντα, στο θέατρο «Αθήναιον». Στοιχειώθηκε από τη μουσική και τα τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου και άφησε εποχή. Δυστυχώς σήμερα, μετά από σαράντα χρόνια, διαβάζουμε στο «Ριζοσπάστη»: «Η παράσταση του ΚΘΒΕ "Το μεγάλο μας τσίρκο", που γράφηκε την περίοδο της χούντας και δε μπορούσε να πει τα πράγματα με το ταξικό τους όνομά, μιλούσε για τον πατριωτικό αγώνα του λαού ενάντια στις ξένες δυνάμεις. Το ΚΘΒΕ σήμερα, όχι μόνο δεν απελευθέρωσε το περιεχόμενό του, αλλά του έδωσε και μια πιο συγκαταβατική μορφή, καταργώντας τα όποια ριζοσπαστικά στοιχεία της τότε σκηνοθεσίας, π.χ. πανό και πλακάτ πάνω στη σκηνή, και, ενώ το έργο έκλεινε με το "λαέ μη σφίγγεις άλλο το ζωνάρι", τώρα τελειώνει με το "Ορέστη από το Βόλο, Μαρία απ' τη Σπάρτη κ.λπ.". Και αυτή είναι στρατευμένη τέχνη. Στρατευμένη στο να μας δείχνει πώς να δράσουμε για να μην αλλάξει ο κόσμος».
      Το «Ελεύθερο θέατρο», το οποίο ιδρύθηκε  και αυτό στις αρχές της δεκαετίας του ’70 μέσα στην δικτατορία, όχι μόνο προσπάθησε να υπονομεύσει  και να καταγγείλει την έλλειψη ελευθερίας από την χούντα αλλά και να επιβάλει  μια πρωτόγνωρη, για την εποχή του βεντετισμού στο θέατρο, συλλογικότητα μιας ομάδας νέων καλλιτεχνών σε προοδευτική κατεύθυνση.  Όλοι μαζί είχαν λόγο για τη σκηνοθεσία και τα κείμενα, γινόταν οι ίδιοι πρωταγωνιστές φτιάχνοντας τη δική τους μανιέρα. Μεταξύ των ιδρυτών του θεάτρου αυτού ήταν οι Παναγιωτοπούλου, Φασουλής, Αρζόγλου, Χρυσομάλλης, Χατζησάββας,   και ο  Κηλαηδόνης. Το «Ελεύθερο θέατρο» ανέδειξε, μεταξύ πολλών άλλων πραγμάτων, ένα σύγχρονο είδος επιθεώρησης η οποία, αφήνοντας πίσω την λογοκριμένη παρακμάζουσα κλασική Επιθεώρηση, μπορούσε να εκφράσει τις καλλιτεχνικές ανησυχίες και τα πολιτικά – κοινωνικά μηνύματα των συντελεστών. Η παράσταση, για παράδειγμα, «..Κι εσύ χτενίζεσαι» των Μποστ, Γ. Σκούρτη και της ομάδας του Ελεύθερου Θεάτρου υπήρξε μια επιθεώρηση, όπως και τόσες άλλες, άφησαν εποχή.
        Η επιθεώρηση - για να κάνουμε μια σύντομη μνεία στην ιστορική της εξέλιξη – εμφανίστηκε, για πρώτη φορά, γύρω  στα 1830, στη Γαλλία και αποτελείτο από ξεχωριστές σκηνές με χορογραφικά, μουσικά και φωνητικά νούμερα και είχε επίκαιρο χαρακτήρα. Στην  Ελλάδα αυτό το ξεχωριστό  είδος  εμφανίστηκε το 1894, αξιοποιώντας την  αριστοφανική σατιρική παράδοση. Ονομάζεται συνήθως  ''Αθηναϊκή Επιθεώρηση'' και οριοθετείται μέσα από εντυπωσιακές παραστάσεις, με εμπορικές και απλουστευτικές πολλές φορές καλλιτεχνικές εκδοχές μιας κοινωνικής και πολιτικής σάτιρας. Όλα αυτά, καθώς και το γεγονός ότι την υπηρετούν λαϊκοί κωμικοί ηθοποιοί με σπάνιο πηγαίο ταλέντο, την κάνουν δημοφιλή  στο πλατύ κοινό, οι ίδιοι δέ, γίνονται αναγνωρίσιμοι και λατρεμένοι από τον πολύ κόσμο,  όταν πρωταγωνιστούν στις ταινίες του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου.  Βέβαια, αυτούς τους λαϊκούς ηθοποιούς τούς θεωρούμε εντελώς μα εντελώς δικούς μας ανθρώπους  και δε θα διαφωνήσουμε με τον Κάρολο  Κουν, όταν μονολογούσε «ας είχα εγώ έναν Αυλωνίτη και θα σας τους χάριζα όλους», ούτε με την υπερβολική, ίσως, Ειρήνη Παπά, όταν  ομολογούσε: «οι πιο σπουδαίοι ηθοποιοί στην Ελλάδα, είναι αυτοί της επιθεώρησης.»
        Να ήταν αυτό  ένας από τους λόγους, που κατά το καθημερινό κυνηγητό της αστυνομίας μετά τα γεγονότα της Νομικής,  εφ’ όσον δεν προλαβαίναμε να μπούμε στην Φοιτητική Λέσχη, όπου ίσχυε το άσυλο, βρίσκαμε καταφύγιο στη στοά Χατζηχρήστου; Θυμάμαι, λες και ήταν χθες, σε ένα τέτοιο τρεχαλητό, μια νεαρή σαν και εμένα φοιτήτρια, τρέχοντας και αυτή, να με τραβάει  από το  χέρι και με ένα ουρλιαχτό να με ρωτά γιατί τρέχω. Ο φόβος υπήρξε ο κακός σύμβουλός μας,  που δυστυχώς για εμάς, δεν ήταν ο «φόβος των γενναίων».  Ένας άλλος λόγος, που νιώθαμε οικείο το περιβάλλον αυτής της στοάς, ίσως να ήταν το γεγονός  ότι εκεί, απέναντι από το θέατρο Χατζηχρήστου, υπήρχε και η Σοβιετική αγορά. Ένα μικροσκοπικό  κατάστημα  με προϊόντα από την τότε Σοβιετική Ένωση, που  για εμάς  η χώρα αυτή ήταν ο κόσμος όλος. 
     Ωστόσο, τη χειμερινή περίοδο 1974-1975 στο θέατρο «Χατζηχρήστου»,  παραμερίζοντας τις κουλτουριάρικες αισθητικές  μας, παρακολουθήσαμε  την  εμπορική επιθεώρηση «που τα λέει όλα» με τίτλο  «Απ’ το πουλί …. στη βουλή», για να δούμε και εμείς επί σκηνής τους Χατζηχρήστο, Καλουτά, Ντορ, Λειβαδίτη, Στολίγκα.
      Από τότε, φτάσαμε στο 1997, προκειμένου να παρακολουθήσουμε  άλλη μια φορά επιθεώρηση και μάλιστα στο Εθνικό θέατρο. Η παράσταση αυτή ήταν η υλοποίηση  μιας επιθυμίας του διευθυντή του Εθνικού θεάτρου Νίκου Κούρκουλου να ανεβάσει στο Εθνικό Θέατρο  ένα θέαμα αφιερωμένο στα εκατό χρόνια της  Αθηναϊκής επιθεώρησης. Ο τίτλος της ήταν «Βίρα της άγκυρες» και είχε γραφτεί  από το δίδυμο Παπαθανασίου – Ρέπα  και σκηνοθετηθεί από το Σταμάτη Φασουλή.
     Ήταν μια ποιοτική υπερπαραγωγή. Ο Γιώργος Ασημακόπουλος,  υπεύθυνος για τα σκηνικά και τα κοστούμια  της παράστασης αναφέρει: «Βέβαια τα χρόνια περνούσαν, δούλευα πολύ, έκανα έργα που  αγάπησα, αλλά πολύ μεγάλο τίποτα… Ως την στιγμή που έφθασε στα χέρια μου το βίρα τις άγκυρες: 95 σκηνές από το 1893 μέχρι σήμερα, αμέτρητοι ρόλοι, με άπειρες αλλαγές ο καθένας, κοστούμια όλης της τελευταίας εκατονταετίας – πράγμα που δεν είχε ξαναγίνει στα ελληνικά θεατρικά χρονικά! Ρούφηξα το έργο μετρώντας τα κοστούμια: 849!  Νόμισα πως έκανα λάθος στην πρόσθεση. Όχι! Το «μεγάλο» χτύπησε την πόρτα μου. Η επιθυμία τόσων ετών έγινε πραγματικότητα».
     Όμως η επιθεώρηση δεν είναι μόνο  τα φαντασμαγορικά σκηνικά, φώτα, κοστούμια και χορευτικά  ούτε οι σατιρικές  ανασκευές  απλοϊκών τραγουδιών,  τα οποία, στο πλαίσιό της,  υπονομεύονται πλήρως και μέσα από εκκωφαντικές μουσικές, παίρνουν άλλους δρόμους και άλλα νοήματα. Αντίθετα, η επιθεώρηση έχει τη δυνατότητα να προσφέρει την τόσο απαραίτητη για εμάς, μελαγχολία της σιωπής. Όχι μόνο διότι συνηγορούμε  στο γεγονός ότι « η μυστική πηγή του χιούμορ είναι η θλίψη» αλλά και διότι  συμφωνούμε στα λόγια των συγγραφέων της παράστασης: «Οι  άνθρωποι της επιθεώρησης ήταν και είναι οι παρίες της τέχνης, που σκαλίζουν τα αραβουργήματά τους στο ευτελές και θνησιγενές υλικό της επικαιρότητας, που όταν παρέλθει συμπαρασύρει στη λήθη και τα έργα τους. Εκεί οφείλει τη μελαγχολική της χάρη και η επιθεώρηση. Περιέχει τον ίδιο της το θάνατο, τη στιγμή που σκάει ο πιο ζωντανός χυμός της μ’ ένα τρανταχτό γέλιο. Αν η Κωμωδία σε σχέση με το Δράμα είναι η δευτερότοκη κόρη του θεάτρου μας, η Επιθεώρηση είναι σίγουρα η ψυχοκόρη».
     Ίσως, για το λόγο αυτό, πολλοί μεγάλοι κωμικοί, παρά το γεγονός ότι είχαν μεγάλες επιτυχίες στις γυναίκες, αν και τις περισσότερες φορές ήταν άσκημοι και φυσικά έκαναν τους θεατές να ξεκαρδίζονται στα γέλια,  διακρίνονταν συνήθως από εσωστρέφεια και θλίψη. Δικαιώνουν και οι ίδιοι τις συγκινητικές εξομολογήσεις, του σκηνοθέτη της παράστασης  Σταμάτη Φασουλή: «Όσο για την Επιθεώρηση, χρόνια τη δουλεύω κι είναι σαν να μην τη συνάντησα ποτέ. Μόνο μια φορά στον ύπνο μου ήλθε, ντυμένη γυναίκα. Είχε στο στήθος κεντημένο, τεράστιο, ένα σπάνιο τριαντάφυλλο, που πολλοί έλεγαν πως τον καιρό των  ερώτων μοσχοβόλαγε. Κι όταν της είπα πόσο την ζηλεύω, εκείνη μισόκλεισε τα μάτια κι είπε με τη σπασμένη φωνή: «Ξέρετε, μου το κέντησαν κατάσαρκα, σταυροβελονιά, και χωρίς αναισθησία, ούτε καν τοπική. Έπρεπε να `μουν ξύπνια και ευαίσθητη στον πόνο για να πιάσει το λουλούδι, και να μη μείνει  στο στήθος μου για πάντα μαραμένο το τριαντάφυλλο της ζωής μου».
     Τα παραπάνω απαντούν και   σε  όσους αναρωτηθούν γιατί κάνουμε τόσες αναφορές στην επιθεώρηση που τόσα μπορεί κάποιος να της καταμαρτυρήσει. Ασφαλώς, γνωρίζουμε κι εμείς ότι, πέρα από εξαιρέσεις και παρά το ταλέντο των συντελεστών της, παραμένει σε γενικές γραμμές, «ιδεολογικά άστατη και ανερμάτιστη» περιφέροντας τις αισθητικές της αβαρίες στο θεατρικό γίγνεσθαι.  
       Είναι γεγονός, και δεν διστάζουμε να πούμε, ότι δεν  περνούσαμε την πόρτα μιας θεατρικής σκηνής, προκειμένου να συμμετάσχουμε σε ένα σεμινάριο που αναζητούσε  τα ακριβή όρια μιας κοσμοθεωρίας.  Φυσικά, δε ζούμε να μην ανήκουμε πουθενά, δεν είμαστε αισθητικά αστράτευτοι, μας ενδιαφέρει η επίδραση της οικονομικής, κοινωνικής και φυσικής  πραγματικότητας πάνω στην τέχνη, κυρίως δε η αναζήτηση του θεού στον οποίο πιστεύει και κάνει σπονδές στις διάφορες εποχές η τέχνη, ανέκαθεν στρατευμένη. Η τέχνη αρχικά ορίζεται από τη μαρξιστική θεωρία ως μια μορφή κοινωνικής συνείδησης, μια ιδιαίτερη μορφή υποκειμενικής αντανάκλασης της πραγματικότητας, μέσα από καλλιτεχνικές εικόνες. Ο Μαρξ λέει ότι η τέχνη βρίσκεται  στην προέκταση της εργασίας. Είναι μια από τις μορφές εξανθρώπισης της φύσης, του ξανακτίσιματος του κόσμου.
     Συγχρόνως, δεχόμαστε τα ιστορικά δρομολόγια και τις οδοιπορίες των επαναστατικών επεξεργασιών για την τέχνη,  όπως  αυτές  που καταγράφονται  μέχρι τις μέρες μας.  Παράδειγμα, η  ομιλία της Ελένης Μηλιαρονικολάκη,  στο πρώτο σεμινάριο που διοργάνωσαν  το Μάρτη του 2014 στην Αθήνα η ΤΟ Καλλιτεχνών της ΚΟΑ και η Επιτροπή Φεστιβάλ ΚΝΕ - «ΟΔΗΓΗΤΗ», στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας - πρόσκλησης για δημιουργία πρωτότυπου καλλιτεχνικού έργου. Μεταξύ πολλών άλλων η εισήγηση αυτή αναφέρει: «Η τέχνη ως  εργαλείο ανάλυσης, κατανόησης και παρέμβασης στην πραγματικότητα είναι τελικά μια μορφή εργασίας….. η τέχνη είναι η προσπάθεια να κατακτήσει ο άνθρωπος τον κόσμο με έναν άλλο τρόπο, τον αισθητικό, με το συνδυασμό δηλαδή αισθήσεων, γνώσεων, συναισθημάτων και πρακτικής εργασίας. Αντίθετα με την επιστήμη, στην τέχνη υπάρχει και υποκειμενισμός, αφού σε αυτή συμμετέχει ολόκληρος ο ανθρώπινος ψυχισμός. όχι μονάχα η νόηση αλλά και το συναίσθημα και η βούληση. …. Έχει δηλαδή την ιδιότητα να αλλάζει τον άνθρωπο και μέσα από αυτόν, τον κόσμο. Είναι αυτό που εννοεί ο Μπρεχτ όταν γράφει ότι το δικό μας θέατρο δεν αρκείται στην αναγνώριση της πραγματικότητας αλλά πρέπει να διεγείρει και να οργανώνει τις διαθέσεις για την αλλαγή της…. Όσο ανούσια και φτωχή είναι η υποτιθέμενη μη στρατευμένη τέχνη, η τέχνη που εξαιρεί από το πεδίο των ενδιαφερόντων της τα βασικά στοιχεία που καθορίζουν την κοινωνική ζωή, όπως η οικονομία και η πολιτική, άλλο τόσο είναι και η τέχνη που βασίζεται σε έτοιμα προκατασκευασμένα σχήματα …. Οι πιο βαθιές και αξέχαστες συγκινήσεις βασίζονται στην ενότητα του συναισθήματος με τη νόηση. Ο Ενγκελς, αναφερόμενος στη λογοτεχνία, συχνά τόνιζε ότι όσο πιο κρυμμένες μένουν οι απόψεις του δημιουργού, όσο δηλαδή δεν τις υπογραμμίζει αλλά τις αφήνει να αποκαλύπτονται και να ανακαλύπτονται μέσα από την πλοκή, τόσο το καλύτερο για το έργο τέχνης. "Η στράτευση, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να αντλείται μέσα απ' την ίδια την κατάσταση κι από τη δράση, χωρίς να αναφέρεται συγκεκριμένα...", έγραφε. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αντιμετώπισης της τέχνης ως μορφής εργασίας είναι το έργο του Μπρεχτ. Θα προσέξατε ότι ο Μπρεχτ συνήθως δε δίνει απάντηση στα προβλήματα που θέτει: Ψάξε αγαπητό κοινό, ανακάλυψε, βρες τη λύση κ.λπ. είναι μια επίκληση που υπάρχει έντονα στο θέατρό του …                        
          Μια σημαντική πλευρά της δημιουργικής εργασίας που χρειάζεται να προσεχτεί και να διαφυλαχτεί είναι η ενότητα ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο.  Αν ο δημιουργός δώσει την έμφασή του στη μορφή, σύμφωνα μάλιστα και με τις επιταγές της αστικής αισθητικής, τότε το έργο του θα ξεπέσει στο φορμαλισμό, μπορεί προσωρινά να προκαλέσει κάποια αισθήματα αλλά τελικά θα είναι στείρο και νεκρό. Συγκρίνετε τα έργα του Βάρναλη, άψογα τεχνικά, πριν γίνει κομμουνιστής, τα διονυσιακά με τα μετέπειτα. Αν πάλι δε φροντίσει τη μορφή και σταθεί μόνο στο περιεχόμενο, τότε δεν είναι τέχνη, γιατί αναμφίβολα το ειδοποιό χαρακτηριστικό της τέχνης, σε σχέση με τις άλλες μορφές εργασίας, είναι να προκαλεί αισθητική απόλαυση. ….  Μορφή και περιεχόμενο είναι διαλεκτικό ζεύγος. Το περιεχόμενο είναι το δυναμικό στοιχείο αυτού του ζεύγους, το πρωταρχικό. Όμως το περιεχόμενο πρέπει να διεισδύει στη μορφή, όπως και το αντίθετο: Η μορφή διεισδύει στο περιεχόμενο. Η μορφή μπορεί εντελώς να καταστρέψει ένα καλό περιεχόμενο αν δεν είναι κατάλληλη. Όταν το περιεχόμενο βρει την καλύτερη έκφρασή του βρίσκει τη μορφή του… Οι σημερινοί καλλιτέχνες - δημιουργοί διαθέτουν ένα σπουδαίο εργαλείο για να ανταποκριθούν στο σύγχρονο κοινωνικό ρόλο τους, το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, που, αν θέλουμε να τον ορίσουμε σύντομα, είναι η τέχνη που εκφράζει την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού - κομμουνισμού. Ένα καλλιτεχνικό ρεύμα ή καλύτερα μια μέθοδος που - παρότι στη σύντομη ως σήμερα διαδρομή της ταλαιπωρήθηκε από λάθη και παρεκκλίσεις και δεν έδωσε ακόμη τους πιο ώριμους καρπούς της - υπερέχει απ' όλα τα καλλιτεχνικά ρεύματα. … η κοσμοθεωρία αυτή δεν είναι δόγμα αλλά μέθοδος ανάλυσης, κατανόησης και παρέμβασης στην πραγματικότητα».
      Οι παραπάνω σκέψεις και το γεγονός ότι σήμερα οι μπαλαρίνες των Μπολσόι «χορεύουν» στα σκυλάδικα για λίγα ευρώ, μας επιτρέπουν να ανασύρουμε στη θύμησή μας τα λόγια του Λουνατσάρσκι που από το 1917 δρασκελάνε τις εποχές: «Αν η Επανάσταση μπορεί να δώσει στην Τέχνη την ψυχή της, τότε η Τέχνη μπορεί να γίνει η φωνή της Επανάστασης»!
                              
Μάης 2014

                                                                      ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

GUSTAV MAHLER: ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, ΜΕ ΤΟΝ ZUBIN MEHTA ΚΑΙ ΤΗΝ ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Ω, πίστεψε καρδιά μου,
Δικό σου τίποτα δεν πάει χαμένο.
F. Klopstock

Θριαμβευτικά έκλεισε ο κύκλος «Μεγάλες Ορχήστρες Μεγάλοι Μαέστροι» στο ΜΜΑ στις 18-19/6/2014, με ασφυκτικά γεμάτη την αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» να θυμίζει την ακμή του Μεγάρου. Το αποθεωτικό χειροκρότημα του αθηναϊκού κοινού προκάλεσαν δύο σπουδαία συμφωνικά έργα των Anton Bruckner[1887-1896] 9η Συμφωνία και Gustav Mahler[1860-1911] 2η Συμφωνία, της Αναστάσεως με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Ισραήλ, την Κρατική Χορωδία της Λετονίας, τη σοπράνο Juliane Banse, τη μετζοσοπράνο Catherine Wyn-Rogers και τον μεγάλο αστέρα του πόντιουμ, τον κορυφαίο Αρχιμουσικό Zubin Mehta.


Ο Mahler σφραγίζει το επιβλητικό συμφωνικό έργο του με την υψηλή φιλοσοφική παιδεία του, τα φιλελεύθερα ιδανικά του, την εμβάθυνση στο χριστιανικό μυστικισμό, ασκώντας συγκλονιστική επίδραση στον ερμηνευτή μουσικό  και στον ακροατή. Η περίφημη Τριλογία του Μαγικού Κόρνου αποτελείται από τις Συμφωνίες 2,3 και 4 στις οποίες ο Mahler ενσωματώνει μελοποιημένα τραγούδια εμπνευσμένα από τη λαϊκή ποιητική συλλογή, Το Μαγικό Κόρνο Του Παιδιού. Το 1894  ολοκληρώνεται η Δεύτερη Συμφωνία, της Αναστάσεως, η μεγαλύτερη σε διάρκεια ώς τότε. Το πρώτο μέρος μεγαλόπρεπο, δυνατό ακολουθείται από το «σουμπέρτειας χάρης» δεύτερο μέρος, κατά δήλωση του ίδιου του συνθέτη. «Το κήρυγμα του Αγίου Αντωνίου της Πάδουας προς τα ψάρια» αφηγείται ορχηστρικά το τρίτο μέρος, ενώ το τέταρτο με το τραγούδι «Πρώτο Φως», για Μεσόφωνο και Ορχήστρα, αποκαλύπτει μέσα από εσώτερο πάθος την ανάγκη για ανάταση. Το κολοσσιαίο Πέμπτο μέρος έρχεται από μια ξαφνική λάμψη. Ο Mahler, αν και είχε συλλάβει την ιδέα της Χορωδίας πολύ νωρίς, δίσταζε να την πραγματοποιήσει, φοβούμενος μήπως θεωρηθεί μίμηση της 9ης Συμφωνίας του Beethoven, όπως αναφέρει σε επιστολή του. Κατά την διάρκεια όμως της κηδείας του Hans von Bulow, το 1894, ακούει την Αναστάσιμη Ωδή του διάσημου για τον Μεσσία του Friedrich Klopstock [1724-1803] από Χορωδία και αμέσως νοιώθει έτοιμος. «Με φώτισε σαν αστραπή και τα πάντα φάνηκαν καθαρά στην ψυχή μου», θα πει και χωρίς άλλο ενδοιασμό ενσωματώνει τη Χορωδία, δημιουργώντας ένα μεγαλειώδες έργο, η πρεμιέρα του οποίου δόθηκε στο Βερολίνο στις 13 Δεκεμβρίου του 1895 και ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Συνθέτη.


Η Συμφωνία της Αναστάσεως με πλούσια, ευρηματική ενορχήστρωση, σπάνια συνθετική γραφή, με διάφανη λεπτότητα στα χαμηλά μέρη, με δύναμη και λάμψη στα δυνατά είναι έργο μεγαλόπνοο και δύσκολο. Η ευαισθησία του Mahler για την ομορφιά εμφανής, το συνταίριασμα του λυρισμού στη συμφωνική δομή της σύνθεσης εντυπωσιακό. Ο «μαλερικός» ήχος γίνεται σύμβολο που εμπλουτίζει ολόκληρο το έργο του. Μορφοποιεί με τις νότες του τον οραματιστή, ιδεαλιστή, ρομαντικό, ερωτικό, και τραγικό άνθρωπο που κρύβει μέσα του. Ένας ουράνιος προάγγελος του γερμανικού εξπρεσιονισμού και της Φροϋδικής ψυχανάλυσης που μεγαλουργεί σε μια εποχή με νέα καλλιτεχνικά ρεύματα, όπως η Art Nouveau και συναναστρέφεται μορφές της τέχνης σαν τον Gustav Klimt [1862-1918], δημιουργό της περίφημης «τραγικής και θεϊκής» κατά τον Auguste Rodin [1840-1917] Ζωφόρου του Μπετόβεν, τον  Egon Schiele [1890-1918], τον Oskar Kokoschka [1886-1980].

Ο Mahler σωστά χαρακτηρίζει τη συμφωνία του σαν έναν «Κόσμο», γιατί βρίσκουν έκφραση όλα εκείνα τα στοιχεία που τον συνθέτουν και τον κάνουν  μοναδικό, ανεπανάληπτο, καθολικό.

Ο διάπλους του «ποταμού της θλίψης» δύσβατος, μέσα από τα κύματα της απελπισίας, από τα φρενιτιώδη εσωτερικά ξεσπάσματα. Το αντάμωμα με το Χάροντα τρομακτικό, προκαλεί δέος. Η αναζήτηση υπαρξιακών στηριγμάτων, η πάλη με το φόβο, το κυνήγι του άπιαστου, οδηγούν σε αδιέξοδο. Η ανάγκη για επίκληση, για προσευχή  καταλήγει σε Δοξαστικό Αίνο. 

Οι Φανφάρες των Χάλκινων Πνευστών ανυπέρβλητες. Το πένθιμο εμβατήριο της Μπάντας, άραγε, αναζητά κατά τη μακρά οδοιπορία του την έλευση του «Κυρίου του Θερισμού»; Οι Τρομπέτες, πέρα μακριά από τα βάθη, προαναγγέλλουν με το σάλπισμα την Ημέρα της Κρίσεως, εντείνουν το μυστήριο και το αφήνουν να πλανάται. Το μοναχικό Φλάουτο μέσα από ρίγη συγκίνησης φτάνει στην εξομολόγηση ενώ τα ασύγκριτα Έγχορδα του Ισραήλ, κομμάτια του Θεού, προσέρχονται παρηγορητικά με αναπεπταμένες τις φτερούγες στα ουράνια εντείνοντας τη συγκινησιακή φόρτιση. Ο ψίθυρος του Αναστάσιμου Ύμνου από τη μικτή Χορωδία της Λετονίας  συναρπάζει και τα σημαίνοντα σόλι των δύο εξαίρετων μονωδών, της υψιφώνου Juliane Banse και της μεσοφώνου Catherine Wyn-Rogers, με το «Μικρό άλικο Ρόδο», θα ανακαλύψουν το «Φωτάκι» που οδηγεί στη μακάρια ζωή. Ο Mahler αφουγκράζεται τη σιωπή, συντρίβεται, οραματιζόμενος τη φλόγα της Ανάστασης, λυτρώνεται ο ίδιος και λυτρώνει.
                               Ό,τι δημιουργήθηκε πρέπει να απέλθει.
                               Ό,τι απήλθε πρέπει να αναστηθεί.
                               Σταμάτα να τρέμεις.
                               Προετοιμάσου να ζήσεις.



Ο διαπρεπής Αρχιμουσικός Zubin Mehta, απόλυτος άρχων του πόντιουμ, λιτός, επιβλητικός, με ολύμπια γαλήνη  διηύθυνε εξαίσια. Στιγμές, στιγμές ανάμεσα στις παύσεις και τη σιωπή η μουσική γεννιόταν από την αρχή. Δεν ήταν μόνο μια θαυμάσια, συγκλονιστική ερμηνεία ήταν  αποκάλυψη, ήταν αναδημιουργία! 

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Ένα ευφωνικό «αι», ο κουμπόστος και το γαλόχορτο

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στις 2 Ιουλίου, κάθε χρόνο, γιορτάζουμε, για μια ακόμα φορά, την Θεομήτορα. Μικρή αυτή η γιορτή της, αλλά κι από τις πιο γνωστές. Λατρεύεται από το λαό μας με αργία, δίχως να έχει δοθεί επίσημα από την εκκλησία και μάλιστα πιστεύεται πως αν δεν τηρηθεί, εκδικείται! Γι’ αυτό σε κάποια μέρη την ημέρα αυτή την ονομάζουν «της Καψοδεματούσας», επειδή, όπως λέει η παράδοση, κάποιος παπάς δεν την σεβάστηκε και μάζεψε σανό. «Μικρή γιορτή», είπε και ξεκίνησε, μετά την λειτουργία για το χωράφι. Όμως η Μητέρα του Χριστού τον τιμώρησε, καίγοντάς του τα δεμάτια. Από τότε κανείς δεν την ξεχνά κι όλοι την τηρούν με θρησκευτική ευλάβεια, γιατί φοβούνται τις συνέπειες. Βλέπετε και τα ιερά πρόσωπα της θρησκείας μας έχουν αποκτήσει, έτσι για να υπάρχει συνέχεια, τις συνήθειες πολλών αρχαίων θεοτήτων, οι οποίες επιβίωσαν στις μορφές τους και παρέμειναν σαν θρύλοι.
   Στην ουσία την ημέρα αυτή τιμάται η επέτειος της κατάθεσης της Τιμίας Εσθήτας της Θεοτόκου στο ναό των Βλαχερνών της Βασιλεύουσας, μια γιορτή ανάλογη μ’ αυτήν της Αγίας Ζώνης, η οποία κλείνει τον εκκλησιαστικό κύκλο, στις 31 Αυγούστου, επειδή το ημερολόγιο της εκκλησίας ξεκινά την 1η Σεπτεμβρίου. Οι δύο αυτές γιορτές μάλιστα έχουν κοινό απολυτίκιο κι η ακολουθία της μιας μοιάζει σε πολλά με την άλλη.
   Η επίσημη ονομασία της Παναγίας, που γιορτάζει αυτήν την ημέρα, είναι «των Βλαχερνών» ή «Βλαχέρνα». Έτσι είναι γνωστή και με αυτήν την επωνυμία καλούνται οι ναοί, οι οποίοι τιμώνται στ’ όνομά της. Για την ζακυνθινή, όμως, προφορά εκείνα τα συνεχόμενα σύμφωνα δεν είναι εύκολα. Μουσική γλώσσα η δικιά μας, ποτισμένη με το ιόνιο κύμα, προσθέτει φωνήεντα και συλλαβές, έτσι ώστε να ηχεί μουσικά η κάθε λέξη. Κάνει το «Θεό» - «Θέο», την «οβριά» - «οβρία» και (για να μην καταναλωνόμαστε σε παραδείγματα) την «κλωτσιά» - «κλωτσία».
   Στην ίδια ευαίσθητη λογική, στην Κυρά της 2ας Ιουλίου προσθέτει μεταξύ «ρ» και «ν» (πώς να τα προφέρει, έτσι συνεχόμενα ο Τζαντιώτης) ένα «αι» και την «Βλαχέρνα» την μετατρέπει σε «Βλαχέραινα», μόνο και μόνο για να γεμίσει το στόμα του και να ευχαριστήσει το αυτί του συνομιλητή του, αλλά και το δικό του, με τα ευαίσθητα ακούσματα και την ποικιλότροπη φινέτσα.
   Το ίδιο συμβαίνει, απ’ ότι τελευταία έμαθα και στην αδελφή Κέρκυρα, που κι εκεί με τον ίδιο τρόπο ονομάζουν την Παναγία, που η εκκλησία της έχει γίνει σύμβολο του νησιού, μια και φόντο της έχει το Ποντικονήσι κι όποιος πάει ως εκεί, σίγουρα θα την επισκεφθεί. Και δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς. Μουσικός λαός κι οι Κορφιάτες, συγγενεύουν μ’ εμάς και παρότι τα δύο άκρα του Ιονίου, έχουμε τα περισσότερα κοινά.
   Πολλές οι εκκλησίες της Βλαχέραινας στη Ζάκυνθο κι αρκετές κι οι καθέδρες με την εικόνα της, όπως αυτή του Αγίου Λαζάρου, σήμερα, της πόλης, η οποία προέρχεται από την γειτονικά, αδικοχαμένη εκκλησία του Αγίου Βασιλείου του Απάνου.
   Πιο φημισμένη απ’ όλες αυτή στο Αργάσι, σ’ ένα αληθινά πανέμορφο τοπίο, που κάποτε ήταν συναδελφικός ναός των Παντοπωλών. Πλήθος κόσμου, από την Χώρα κυρίως, αλλά και από τις γύρω περιοχές, πήγαινε και πηγαίνει στο πανηγύρι της, το οποίο κάποτε ήταν ένα από τα πιο φημισμένα. Παρακολουθούν την λειτουργία και μετά την λιτανεία της εικόνας, η οποία δεν έχει την μεγαλοπρέπεια άλλων, αλλά διατηρεί την δική της γραφικότητα, μέσα στην καλοκαιρινή φύση του νησιού και πριν την μεγάλη ζέστη του καλοκαιριού, που βρίσκεται στο αποκορύφωμά του.
   Χαρακτηριστικό αυτού του πανηγυριού ο πεντανόστιμος «κουμπόστος», ο οποίος προσφέρεται στους προσκυνητές μέσα από μια μεγάλη και ξύλινη σκάφη. Πρόκειται για ψιλοκομμένο νιο στάρι, το οποίο έχει βραστεί με ζάχαρη. Είναι το έδεσμα της γιορτής κι εκτός από τους πανηγυρίζοντες ναούς, συνηθίζεται αυτήν την ημέρα να φτιάχνεται και σε πολλά σπίτια του νησιού. Είναι ένα από τα αγαπημένα μας αντέτια και την γεύση του πολλοί την αγαπούν.
   Μα στην εκκλησία της Βλαχέραινας του Αργασιού δεν πάνε μόνο για τον «κουμπόστο». Εκεί καταφεύγουν κι όλες οι λεχώνες, για το περίφημο «γαλόχορτο», που φυτρώνει δίπλα από το ναό της Θεομήτορος και δίνει γάλα στις νεογέννητες μητέρες.
   Γι’ αυτό κι ο Γιάννης Τσακασιάνος, δεν ξεχνά την καλοκαιρινή αυτή γιορτή στους «Σπουργίτες» του. «Πού αντέτια, πού Βλαχέραινες, σε ξένες πολιτείες;» μας αποθανατίζει κι εμείς τον θυμόμαστε, όπως και την μεγάλη μικρογιορτή της 2ας Ιουλίου, για να μην χαθεί η συνέχεια.
   Γιατί -αλλοίμονο-, αν χάσουμε τις ρίζες μας. Η ισοπέδωση θα μας καταστρέψει. 

Απόστολου Θηβαίου: ΟΙ ΓΙΟΡΤΕΣ (ποίημα)

[Ζωγραφική Δημήτρη Ταλαγάνη]

Εκείνος που γιόρταζε έφυγε τελευταίος. Ήταν χάραμα και το μαγαζί επρόκειτο να κλείσει. Πέρα απ’ τους φάρους ερχόταν η μέρα. Μ’ έναν ελαφρύ άνεμο, σαν κάποιος να στέκει πλάι σου τις μικρές, εκείνες ώρες. Ωραίοι, χορευτικοί λαμπτήρες πάνω απ’ τα νερά.

Μετά δεν του ‘κανε καρδιά να χαθεί. Πλησίασε την ακτή και έφτασε ως τον όρμο. Αυτοί στο μαγαζί τον κοίταζαν συντριμμένο ν’ απομακρύνεται προς την Κόρινθο. Τέτοια ώρα γυρνούν τ’ άρρωστα κορίτσια με χαλασμένο μακιγιάζ, τσίγγινα μάτια, εξαθλιωμένα. Τότε λοιπόν μες στις πεταλούδες  και τους καθρέφτες αναδύθηκε η παλιά μας πόλη. Με τους κίονες, τους φίλους, τους τρόμους και τις φαντασίες που μας έμελλαν. Μια πόλη μες στις γιορτές, στην ακμή της, μ’ ένα πλήθος σπασμένες καρδιές.

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

Η σταφίδα του Αγίου Παύλου

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της απαρχής του Καλοκαιριού είναι και αυτή των πρωτοκορυφαίων και πρωτόθρονων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, την οποία η εκκλησία μας τιμά κάθε χρόνο στις 29 Ιουνίου. Την μεγάλη σημασία της, μάλιστα, αποδεικνύει και η με κατάλυση ιχθύος παράξενη νηστεία, η οποία ξεκινά την Δευτέρα, μετά την Κυριακή των Αγίων Πάντων και κρατά μέχρι την παραμονή της επετείου της μνήμης τους. Και την χαρακτήρισα «παράξενη», επειδή οι ημέρες της, λόγω της κινητής ημερομηνίας του Πάσχα, είναι διαφορετικές κάθε χρονιά και κάπου-κάπου, όταν η Λαμπρή είναι μαγιάτικη, τυχαίνει να μην υπάρχει και καθόλου ή έστω να κρατά ελάχιστες μόνο ημέρες.
   Συνήθως οι περισσότεροι ναοί είναι αφιερωμένοι στο όνομα  και των δύο Αποστόλων. Συμβαίνει, όμως, και το φαινόμενο να τιμώνται στο όνομα του ενός μόνο από αυτούς. Έτσι είχαμε εκκλησίες του Αγίου Πέτρου στο Κρυονέρι, στο Σχοινάρι, στον Πλάνο, στο Αργάσι, στον Καληπάδο, στο Μπουγιάτο, στο Λαγοπόδο, στο κάποτε Μικρό Γαλάρο, στα Λαγκαδάκια, στο Μέσο Γερακαρίο, στην Λιθακιά και στα Ρίγκια, ενώ ομώνυμο χωριό υπήρχε παλιότερα στο νησί, το οποίο καταγράφεται από το νοδάρο Αλ. Φραγκόπουλο  το 1515 και την επόμενη χρονιά, το 1516, σύμφωνα με το «Χρονικό» του Βαρβιάνη, είχε έξι οικογένειες.
   Πιο σπάνιες είναι, στο νησί μας τουλάχιστον, οι εκκλησίες που ήταν αφιερωμένες στον Απόστολο Παύλο.
Μια από αυτές κι αν όχι η μοναδική, η πιο γνωστή, αυτή της Πάνω Μερίας, εκεί που σήμερα βρίσκεται το ομώνυμο πλάτωμα, για να θυμίζει και να συγκινεί.
   Η ιστορική αυτή εκκλησία, που χαρακτήρισε ολόκληρη περιοχή και ολόκληρη κοινωνία, ήταν χτισμένη πριν το 1577, οπότε μνημονεύεται σε συμβόλαιο του Αναστασίου Λογοθέτη. Ανήκε στην οικογένεια Βαρζού και στις 13/25 Ιουλίου 1835, παραχωρήθηκε, όπως οι περισσότερες φαμιλιακές, σε αδελφάτο, για να μπορέσει να διατηρηθεί και να επιβιώσει. Εφημέριός της ήταν ο αξιόλογος  ζωγράφος Σπυρίδων Στέντας. Η σημαντική ιερή αυτή στέγη, που η εμπορική γειτονιά της αποθανατίστηκε από τον Δημήτριο Γουζέλη, στον περίφημο «Χάση» του, μαζί με έναν από τους κτήτορές της, γκρεμίστηκε και στην συνέχεια κάηκε τον Αύγουστο του 1953 και σήμερα υπάρχει μόνο σαν θύμηση και σαν τοπωνύμιο.
   Όπως ήταν φυσικό, ο ναός πανηγύριζε κάθε χρόνο, στις 29 Ιουνίου, την επέτειο της μνήμης του πάτρωνά του. Όλα τα απαραίτητα ήταν στην εντέλεια, από τις μερτίες και τις πιπεριές, ως τα «κυπαρίσσια» στην «ουρανία» και τα στεφάνια στις πόρτες. Επίσης οι απαραίτητες φ(ρ)ιτούρες και τα ολόγλυκα παστέλια, καθώς και τα αναγκαία μάσκουλα. Μα το χαρακτηριστικό του πανηγυριού ήταν η πρώτη σταφίδα, που κρεμιόταν στο καμπαναριό. Και να πως είχε το αντέτι.
   Την παραμονή της γιορτής, με το τελευταίο και εναρκτήριο της ακολουθίας του εσπερινού σένιο, ο νόντσολος κρεμούσε από το καμπαναρίο μια σταφίδα, η οποία μόλις άρχισε να μαυρίζει. Αυτά, βέβαια, όταν ίσχυε το παλιό ημερολόγιο, με τον μισό, περίπου, μήνα διαφορά στις ημέρες του. Όταν μπήκε σε εφαρμογή το νέο, που το φρούτο ήταν ακόμα άγουρο, έτσι για να τηρηθεί το πατροπαράδοτο αντέτι, που στη Ζάκυνθο ήταν και είναι νόμος απαράβατος, ο πονηρός νεωκόρος έφτιαχνε μια δική του πρόχειρη μπογιά με νερό και βερνίκι παπουτσιών και μέσα βουτούσε την σταφίδα για να… ωριμάσει! Έτσι το έθιμο δεν χανόταν και η παράδοση συνεχιζόταν.
   Σημαντική αυτή η ενέργεια, η οποία σηματοδοτούσε το πανηγύρι της εκκλησίας του Αγίου Παύλου, αλλά και είχε και έναν συμβολικά χαρούμενο χαρακτήρα, μια και προειδοποιούσε τους κατοίκους του νησιού για τον ερχομό του «μαύρου χρυσού», που κάποτε χαρακτήριζε την οικονομία του τόπου. Μην ξεχνάμε πως το εμπόριό της, που έδωσε σε πολλούς χρήματα και τίτλους, ήταν μια από τις αιτίες, που κατέβηκε η πόλη από το Κάστρο στον Αιγιαλό και πως αυτή, εκτός από ευμάρεια, έδωσε στο νησί και παιδεία, μια και όταν πήγαινε καλά και πουλιόταν, υπήρχαν τα χρήματα για τα δίδακτρα και η πολυτέλεια για μετάβαση των γόνων του νησιού στα λαμπρά πανεπιστήμια της Εσπερίας. Πώς, λοιπόν, ο ερχομός της να μην αναγγελθεί και να μην γιορταστεί, παίρνοντας μάλιστα την ευλογία ενός από τους μεγαλύτερους Αγίου της πίστης μας, που οι επιστολές του ακούγονταν σε όλες σχεδόν τις λειτουργίες του χρόνου!
   Μα μην ξεχνάμε και κάτι το πολύ σημαντικό, που στάθηκε αφορμή για την δημιουργία των περισσότερων εκκλησιαστικών εθίμων. Οι τότε εφημέριοι δεν ήταν μισθωτοί, όπως σήμερα, αλλά ζούσαν «από το πετραχήλι τους», όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται σε πολλούς κώδικες ναών, κατά την σύναξη του αδελφάτου για την εκλογή τους. Έτσι αναγκάστηκαν να δημιουργήσουν αιτίες, για την προσέλευση του κόσμου και ως εκ τούτου και του δικού τους κέρδους. Γι’ αυτό και τα τόσα ωραία έθιμα, προπάντων στην Χώρα. Μετά ακολούθησε η κρατικοποίηση, άρα και η ισοπέδωση.
   Ο Άγιος Παύλος εξαφανίστηκε από την θεομηνία του 1953 και η σταφίδα παρέδωσε την σκυτάλη στον τουρισμό. Γι’ αυτό το αντέτι αν υπήρχε, πιθανόν να είχε ατονήσει, όπως τόσα άλλα. Ασχοληθήκαμε, όμως, μ’ αυτό στο σημερινό μας κείμενο για να το θυμηθούν οι παλιότεροι, όσοι υπάρχουν και να το μάθουν οι νεότεροι, όσοι ενδιαφέρονται, όσο ελάχιστοι κι αν είναι.
   Είναι ένα δείγμα της διαφορετικότητας και του πολιτισμού μας. Χαρακτηρίζει κι αυτό την Ιόνια νοοτροπία μας. Ας το κρατήσουμε έστω και σαν θύμηση!

Related Posts with Thumbnails