© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Ο Γ. Σ. ΜΠΑΧ [1685-1750] ΚΑΙ ΟΙ ΓΙΟΙ ΤΟΥ / ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΗΣ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

«Μεγαλύνει, η ψυχή μου, τον Κύριον»

Johann Sebastian Bach
Η χριστουγεννιάτικη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, που έγινε στις 23 Δεκεμβρίου του 2013 στο Μέγαρο Μουσικής, άφησε άριστες εντυπώσεις τόσο για την επιλογή του προγράμματος, όσο και για την θαυμάσια ερμηνεία της!

Άρχισε με ένα από τα κορυφαία έργα του Μεγάλου Κάντορα, το «Βραδεμβούργιο Κοντσέρτο αρ. 1 σε φα μείζονα BWV 1046», το μοναδικό από τα έξη σε τέσσερα μέρη. Τα Βραδεμβούργια Κοντσέρτα,  συνέθεσε ο Γ. Σ. Μπαχ από το 1717-1721. Πήραν τον τίτλο, με τον οποίο είναι γνωστά, από την αφιέρωση που ο Μπαχ έγραψε στις παρτιτούρες του έργου του και ο  Γερμανός μουσικολόγος και βιογράφος του, Φίλιπ Σπίτα [1841-1894] υιοθέτησε. «Έξι Κοντσέρτα για πολλά όργανα αφιερωμένα στη Βασιλική Υψηλότητα, Κρίστιαν Λούντβιχ, γραμμένα από τον ταπεινότατο υπηρέτη Του Γ.Σ. Μπαχ, 24 Μαρτίου 1721». Ο Λούντβιχ, όμως, έβαλε τις παρτιτούρες στη βιβλιοθήκη του ώς τη στιγμή που ο Φέλιξ Μέντελσον ανακάλυψε την αξία τους και τις πρόσφερε στην ανθρωπότητα!

Τα κοντσέρτα έχουν τα χαρακτηριστικά του concerto grosso, με μία όμως καινοτόμο, αριστοτεχνική εξέλιξη στη φόρμα και στη χάρη του ιταλικού ύφους που τα κάνει μοναδικά. Κι ενώ, επειδή  ξεχωρίζουν για το χαρούμενο και ζωηρό τους χαρακτήρα, δίνουν την εντύπωση ότι είναι εύκολα και στην εκτέλεσή τους, κάτι τέτοιο δε συμβαίνει. Αντίθετα, καλούνται όχι μόνο οι μουσικοί να υπερβούν τους εαυτούς τους αλλά και τα ίδια τα όργανα τις δυνατότητές τους. Σημειώσαμε πολύ καλές στιγμές στην ερμηνεία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, ανάμεσά τους το σόλο από το «μικρό» Βιολί,  τη μελωδικότητα των Όμποε και των Κόρνων, χωρίς να υστερήσουν τα Έγχορδα, το Φαγκότο και το Μπάσο Κοντίνουο.

Johann Christian Bach
Ακολούθησε το θρησκευτικό, κατανυκτικό έργο, «Si nocte tenebrosa CWF4a», σόλο μοτέτο για φωνή και ορχήστρα του Johann Christian Bach, [1735-1782], νεότερου γιου του Μεγάλου Κάντορα και της  Anna Magdalena Bach, σε μια εντυπωσιακή, δεξιοτεχνική  ερμηνεία από την υψίφωνο Ελπινίκη Ζερβού. Ο Johann Christian, μελέτησε με τον διακεκριμένο πατέρα του μουσική και μετά το θάνατό του συνέχισε με τον ετεροθαλή αδελφό του Carl Philipp Emanuel Bach. Έζησε στην Ιταλία από το 1756 και συνέχισε τις μουσικές σπουδές του με τον Padre Martini στη Μπολόνια. Έγινε οργανίστας στον Καθεδρικό Ναό του Μιλάνου το 1760 και ασπάστηκε τον Καθολικισμό, το 1762. Ταξίδεψε στο Λονδίνο και παρουσίασε τρεις όπερές του στο King’s Theatre.  Καθιερώθηκε ως μουσικός στη βρετανική πρωτεύουσα και επηρέασε βαθιά τα μουσικά της δρώμενα. Έζησε εκεί  ώς το θάνατό του και έμεινε γνωστός ως «Ο Μπαχ του Λονδίνου».

C.P.E Bach
Ο Carl Philipp Emanuel Bach [1714-1788] είναι το πέμπτο παιδί και το δεύτερο αγόρι του J. S. Bach και της Maria Barbara που επέζησε. Το δεύτερο όνομα τού δόθηκε προς τιμήν του Νονού του Georg Philipp Telemann [1681-1767], συνθέτη Μπαρόκ  Μουσικής και φίλου του Bach. O C.P.E Bach, βρίσκεται στο μεταίχμιο της μπαρόκ και της κλασικής και ρομαντικής μουσικής που ακολούθησαν. Γνωστός για το «ευαίσθητο στυλ» του προσπαθεί να εκφράσει τη φυσικότητα και την αλήθεια, ενσωματώνοντας στοιχεία δραματικά και ρητορικά στη μουσική δομή της σύνθεσης. Από τους πιο φημισμένους τσεμπαλίστες στην Ευρώπη την εποχή του, γίνεται μέλος της Βασιλικής Ορχήστρας του Φρειδερίκου του Μεγάλου της Πρωσίας. Επηρεάστηκε από τον πατέρα και δάσκαλό του, από τον Νονό του, αλλά και από συνθέτες  σύγχρονους,  όπως  ο Χαίντελ. Ο ίδιος επηρέασε συνθέτες σαν τον Χάυντν, τον Μότσαρτ, τον Μπετόβεν και τον Μέντελσον.

 Το Magnifikat (Μεγαλυνάριο), Ορατόριο από τα σημαντικότερα,  συνέθεσε  ο C.P.E Bach,  κατά την παραμονή του στο Πότσνταμ το 1749. Είναι εμφανής η επίδραση από το «Magnifikat BWV 243» του πατέρα του. Και τα δύο έργα στηρίζονται σε έναν ύμνο από τους εννέα παλαιότερους χριστιανικούς και πιθανότατα, πρώιμους ύμνους στην Παρθένο Μαρία. Τον συναντάμε στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο [κεφ. Α 45-56]: «Μεγαλύνει, η ψυχή μου, τον  Κύριον / και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ το Σωτήρι μου». Η πρωτότυπη γλώσσα είναι στην κοινή Ελληνική [Koine Greek], γνωστή και ως Alexandrian dialect. Ο Αρχιμουσικός Μάρκελλος Χρυσικόπουλος απέσπασε ερμηνείες εξαιρετικές, τόσο από την Ορχήστρα, όσο και από του τέσσερις  σολίστ∙ την υψίφωνο  Ελπινίκη Ζερβού, τη μεσόφωνο Θεοδώρα Μπάκα, τον τενόρο Βασίλη Καβάγια, τον βαρύτονο Κώστα Μαυρογένη και τα δύο μέλη της χορωδίας,  αλλά ξεχώρισε η Παιδική και Νεανική Χορωδία «ROSARTE», ένα άρτιο φωνητικό σύνολο, δημιούργημα της Ρόζης Μαστροσάββα!

Το 2014 θα γιορτάσουμε τα 300 χρόνια από τη γέννηση του C.P. E Bach, που έμεινε γνωστός ως «Ο Μεγάλος Μπαχ», μετά το θάνατο του πατέρα του, τίτλος ενδεικτικός της αναγνώρισης  της αξίας και της προσφοράς του. Με αυτήν τη γιορταστική αφορμή ελπίζουμε να γνωρίσουμε περισσότερο το συνθέτη, για τον οποίο ο Μότσαρτ έλεγε ότι «Είναι ο πατέρας, είμαστε τα παιδιά» και ο Μπετόβεν έτρεφε μεγάλο σεβασμό και θαυμασμό για τη «μεγαλοφυΐα του».

π. Δημητρίου Μπόκου: ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ (διήγημα)


Ο άντρας καταγινόταν να παρκάρει, μα πριν ακόμα σβήσει τη μηχανή, τα δυο μικρά πετάχτηκαν απ’ τ’ αυτοκίνητο ακράτητα. Η γυναίκα κατέβηκε πίσω τους κουβαλώντας τις τσάντες, ασήκωτες απ’ τα ψώνια και τα χριστουγεννιάτικα δώρα. Ανέβηκε με κόπο τις σκάλες κι απίθωσε χάμω ό,τι κρατούσε για ν’ ανοίξει την πόρτα. Ώσπου να ξανασκύψει στα πράγματά της, ο μικρός της γιος μ’ έναν τεράστιο πήδο βρισκόταν κιόλας πάνω στο μακρύ καναπέ κι άνοιγε το σακουλάκι με τις λιχουδιές που κρατούσε. Σαν είδε τα βρεγμένα του παπούτσια πάνω στο καινούργιο της ριχτάρι, ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι της.
          - Τσακίσου αμέσως από ’κει! έμπηξε φοβερή φωνή. Ακόμα δεν τό ’βαλα και θα το κάνεις κιόλας άχρηστο;
          Η κόρη της εκμεταλλεύτηκε την περίσταση για να βγάλει τη γλώσσα της κοροϊδευτικά στον αδελφό της. Εκείνος της έριξε κατάμουτρα μια χούφτα λιχουδιές που σκόρπισαν αμέσως στο χαλί και τις πάτησαν, εκείνη τού ’δωσε μια σπρωξιά, τραβήχτηκαν, τσίριξαν, η γυναίκα έγινε ηφαίστειο.
          - Τι γίνεται πάλι με σας; έβαλε τις φωνές ο άντρας που ανέβαινε. Πότε προλάβατε να σκοτωθείτε;
          - Μπα! Ασχολείσαι και συ μαζί μας; Σ’ έπιασε πόνος τι γίνεται με μας; Δεν είναι ανάγκη! Εσύ κοίτα τις σπουδαίες σου δουλειές, φώναξε εκτός εαυτού τελείως η γυναίκα.
          Πέταξε με δύναμη τις τσάντες στον καναπέ και καταφουρκισμένη χώθηκε στο δωμάτιό της να ξεντυθεί.
          Ήταν τα πρώτα Χριστούγεννα που δεν χαιρόταν τίποτε.
          Από καιρό τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Η ζωή τους είχε αλλάξει κατά πολύ. Η σχέση της με τον άντρα της βρισκόταν σε κρίσιμη καμπή. Τον έβλεπε να χάνεται κυριολεκτικά απ’ τη ζωή τους. Όλο και περισσότερο εξαφανιζόταν με τις παρέες του, όλο και λιγότερο τον έβλεπε το σπίτι του, όλο και συχνότερα ξενυχτούσε και γυρνούσε πιωμένος. Πράγματα που δεν τά ’ξεραν ως τότε στο σπίτι τους. Δεν τον αναγνώριζε πια. Τέτοια αδιαφορία! Και καλά γι’ αυτήν. Μα για τα παιδιά; Δεν μπορούσε να τον καταλάβει.
          Προσπάθησε να τον λογικέψει στην αρχή, μα η κουβέντα τους τέλειωνε πάντα σε καυγά. Κουράστηκε, τα νεύρα της έσπασαν. Ξεσπούσε με το παραμικρό. Σε τέτοιο κλίμα και τα παιδιά γίνονταν όλο και πιο νευρικά. Η ζωή τους ήταν πλέον μια κόλαση. Είχε φτάσει στα όρια της αντοχής της. Δεν ήξερε τι να κάνει πια.
          Τσακισμένη απ’ την απογοήτευση, αποκαμωμένη απ’ την κούραση, ράκος πραγματικό, έπεσε κάποτε στο κρεβάτι κι αυτή. Δεν περίμενε τίποτε απ’ τη μεγάλη μέρα που ξημέρωνε. Ο ύπνος δάμασε με κόπο τα κλονισμένα νεύρα της.
          Ένας χτύπος ακούστηκε τότε στην πόρτα τους. Τρόμαξε. Ποιος θα μπορούσε νά ’ναι τέτοια ώρα; Πριν προλάβει να κουνηθεί, η πόρτα άνοιξε μόνη της. Στο μισοσκόταδο φάνηκε μια άγνωστη γυναίκα. Μπήκε και προχώρησε μέσα στο σπίτι. Σαν έφτασε κοντά της, είδε το πρόσωπό της. Ήταν η μάνα της. Μα είχε συχωρεθεί εδώ και δέκα χρόνια! Πάγωσε κι ανατρίχιασε ολόκληρη.
          Η μάνα προχώρησε ίσια στα εικονίσματα, όπου τρεμόπαιζε το φως του καντηλιού. Έκαμε το σταυρό της, προσκύνησε κι ασπάστηκε. Στράφηκε στην κόρη της, την κοίταξε ήσυχα στα μάτια και είπε σιγανά:
          - Κόρη μου, ψάξε για το χαμένο εικόνισμα.
          Χωρίς να περιμένει απάντηση, προχώρησε προς την πόρτα και όπως ήρθε έφυγε.
          Με τον κρότο της πόρτας που έκλεισε μόνη της ξανά, η γυναίκα τινάχτηκε αλαφιασμένη κι ανακάθισε. Όνειρο ήταν, ευτυχώς! Μα τί σήμαιναν αυτά; Γι’ αρκετή ώρα συλλογιζόταν, χωρίς να καταλαβαίνει τίποτε. Έκαμε το σταυρό της και ξανάγειρε. Μα πού να την κολλήσει τώρα ύπνος!
          Σαν χτύπησαν οι καμπάνες σηκώθηκε. Ετοιμάστηκαν για τη νυχτερινή λειτουργία, μα όλα γίνονταν μηχανικά. Το μυαλό της ήταν στο όνειρο. Για ποιο εικόνισμα μιλούσε η μάνα της;
          Έψαξε στο παλιό μπαούλο όπου φύλαγε πράγματα της συχωρεμένης. Μάταιος κόπος. Έμεινε με την απορία της. Με τον καιρό ξεχάστηκε και τ’ όνειρο.
          Ένας χρόνος πέρασε. Έφτασαν πάλι τα Χριστούγεννα. Το βράδυ της παραμονής βλέπει ξανά στον ύπνο της το ίδιο όνειρο. Ακούει τα ίδια λόγια από τη μάνα της:
          - Κόρη μου, ψάξε για το χαμένο εικόνισμα.
          Ανησύχησε. Έμεινε πάλι με την ίδια απορία μέσα της. Όμως δεν είπε σε κανέναν τίποτε. Και η καθημερινή της ταλαιπωρία δεν της χάριζε την πολυτέλεια να το σκέφτεται συχνά.
          Από την άλλη, η ζωή τους δεν έγινε καθόλου καλύτερη. Το αντίθετο μάλλον. Η σχέση τους είχε φτάσει στο απροχώρητο. Μόνο που έβλεπε τον άντρα της την έπιανε κρίση. Η οποιαδήποτε συμπεριφορά του την εξόργιζε. Του μιλούσε σχεδόν πάντα με θυμό. Μα όσο κι αν φώναζε, δεν άλλαζε τίποτα. Ό,τι κι αν έλεγε, έπεφτε στο κενό. Στη δική της ένταση ξεσπούσε κι εκείνος ασυγκράτητος. Η δική της επιμονή γιγάντωνε το δικό του πείσμα. Δεν υπήρχε στιγμή ηρεμίας στη ζωή τους. Το ρήγμα όλο και μεγάλωνε. Σκεφτόταν πλέον σοβαρά την οριστική διακοπή του γάμου τους. Έβλεπε τη ζωή τους να θρυμματίζεται κι ένοιωθε απελπιστικά ανήμπορη ν’ αποσοβήσει την καταστροφή. Αυτό την έθλιβε βαθιά και σώριαζε μέσα της βουνό την αγανάκτηση.
          Ένας ακόμα χρόνος πέρασε. Ήρθαν Χριστούγεννα ξανά. Αποβραδίς στη σκέψη της ήρθε και κούρνιασε το όνειρο. Θα τό ’βλεπε άραγε ξανά; Μια κρυφή ανησυχία την ταλάνιζε και φόβος αδιόρατος τρύπωσε στην καρδιά της. Δείλιαζε να πέσει για ύπνο. Μα δεν γινόταν αλλιώς.
          Η νύχτα προχώρησε. Και να! Η πόρτα χτύπησε ξανά. Ήτανε ξύπνια; Κοιμόταν; Δεν ήξερε να πει.
          - Εμπρός! φώναξε ασυναίσθητα.
          Η πόρτα άνοιξε. Μα αντί για τη μάνα της, ένας άγνωστος που δεν ξεχώριζε το πρόσωπό του προχώρησε στο μισοσκόταδο. Σαν έφτασε απέναντί της σταμάτησε. Γύρισε προς το μέρος της. Η μορφή του πήρε να φωτίζεται, τα μάτια του έλαμπαν, ανταύγειες φωτεινές σκορπίζονταν γύρω του. Μια αίσθηση βαθειάς γαλήνης την τύλιξε, καθώς αντίκρισε το πρόσωπό του. Ο φόβος έφυγε τελείως από μέσα της, το σαγηνευτικό μυστήριο την αιχμαλώτισε. Κατάλαβε πως κάτι εξαιρετικό συνέβαινε. Δίπλα της κοιμόταν βαθιά ο άντρας της. Της ήρθε να τον σκουντήσει απότομα, πράγμα που το συνήθιζε, για να ξυπνήσει. Μα κάτι τη συγκράτησε.
          - Ψάχνεις για το χαμένο εικόνισμα; τη ρώτησε απαλά ο μυστηριώδης ξένος, κοιτάζοντάς την κατάματα με ιλαρό χαμόγελο που χάραζε ελαφρά τα χείλη του.
          Σαν κελάρυσμα νερού η φωνή του χάιδεψε τ’ αυτιά της, μα ταυτόχρονα την ένοιωθε ν’ αντηχεί πεντακάθαρη ως τα κατάβαθά της.
          - Νά ’το! συνέχισε ο άγνωστος και το φεγγοβόλο βλέμμα του κινήθηκε.
          Η γυναίκα ακολούθησε τη ματιά του, μα πόσο ξαφνιάστηκε, όταν αυτή σταμάτησε πάνω στον άντρα της! Κατάπληκτη είδε τότε τη μορφή του άντρα της ν’ αλλάζει. Πάνω στο πρόσωπό του σχηματιζόταν η μυστηριώδης, ακαταμάχητα γοητευτική, μορφή του ξένου. Γύρισε προς τον επισκέπτη. Ήταν εκεί, στη μέση του δωματίου και ταυτόχρονα έβλεπε τη μορφή του στο πρόσωπο του άντρα της. Πώς συνέβαινε αυτό; Τά ’χασε για τα καλά. Αυτοστιγμεί χάθηκε και η κακή διάθεση που βάραινε την καρδιά της.
          - Αυτό είναι το χαμένο εικόνισμα, μίλησε ξανά ο άγνωστος. Η δική μου εικόνα. Και μην την ψάχνεις αλλού. Στο πρόσωπο του διπλανού σου είναι κρυμμένη. Πάντοτε βρίσκομαι εκεί. Το θέμα είναι να το βλέπεις κι εσύ.
          Άκουγε ασάλευτη, εκστατική, χωρίς να είναι σίγουρη πως καταλάβαινε ό,τι γινόταν.
          - Ό,τι κάνεις σε άλλον, να θυμάσαι πως το κάνεις σε μένα, συνέχισε ο άγνωστος. Αυτός ο άλλος είμαι πάντα εγώ. Μην το ξεχάσεις ποτέ αυτό.
          - Πώς γίνεται να το ξεχάσω τώρα πια; βρήκε κάποτε τη φωνή της και μίλησε.
          Ο ξένος χαμογέλασε ξανά.
          - Μην το νομίζεις εύκολο, της είπε. Αυτό που τώρα σε γεμίζει και το ζεις αυθόρμητα, από αύριο θα χρειαστείς αγώνα να το κάνεις. Σου δίνω τώρα χάρισμα το δώρο αυτό να το γευτείς, ώστε να ξέρεις για τι πράγμα πρόκειται. Μα αν το θέλεις, στο εξής θα τό ’χεις μόνο, αν προσπαθείς εσύ, και μάλιστα σκληρά.
          - Το θέλω οπωσδήποτε! Παράδεισος μου φαίνεται αυτό που τώρα ζω. Πώς θα ’θελα, ποτέ να μην το χάσω! ψιθύρισε κατανυγμένη η γυναίκα.
          - Δύσκολο θά ’ναι, μα όχι αδύνατο. Κάπου είχες χάσει την εικόνα μου. Καιρός να την ξανάβρεις πια. Να το θυμάσαι αυτό κάθε φορά, που ο άντρας σου δεν θά ’ναι αυτός που θά ’θελες εσύ να είναι. Να ψάχνεις τότε την εικόνα μου στο πρόσωπό του. Να του μιλάς όπως θα μίλαγες σε μένα.
          - Μη φεύγεις, Κύριε! της ξέφυγε αυθόρμητα, καθώς η άγνωστη μορφή κινήθηκε.
          - Κοντά σου θά ’μαι πάντα, μην ανησυχείς, κι ας μη με βλέπεις φανερά. Μα θα ξανάρθω πάλι μια φορά. Για να μου δώσεις λόγο τότε εσύ, για ό,τι τώρα σου ζητώ εγώ να κάνεις.
          - Ποιος είσαι, Κύριε; στερνή φορά αποτόλμησε η γυναίκα να μιλήσει. Ο νους και τα μάτια της κρατιόντουσαν ακόμα θαμπωμένα.
          - Μα είμαι το εικόνισμα που νόμιζες πως έχεις, κι ας είχε από καιρό χαθεί αυτό απ’ τη ζωή σου, απάντησε ο άγνωστος. Γνωρίζεις τώρα πια πού θα με βρίσκεις.
          Και με τα λόγια αυτά ο ξένος έστρεψε το πρόσωπό του. Προχώρησε ανάλαφρα, μάκρυνε από κοντά της. Τυλιγμένος στη γλυκειά απόκοσμη ανταύγεια, υψώθηκε από τη γη προς τη γωνιά που έλαμπε το καντηλάκι, μίκρυνε, χάθηκε τέλος μεσ’ στην εικόνα του Χριστού στο εικονοστάσι.
          Τότε τα μάτια της γυναίκας άνοιξαν, ξεθάμπωσαν. Ανασηκώθηκε. Όνειρο ήταν, ναι! Αλλά πιο ζωντανό απ’ την πραγματικότητα. Το μυαλό της καθάρισε. Κατάλαβε τα πάντα καλά. Έκαμε ευλαβικά το σταυρό της κι έπεσε στα γόνατα.
          - Προσκυνώ τον τόπο, όπου «έστησαν οι πόδες σου, Κύριε». Καταδέχτηκες απόψε να μ’ επισκεφθείς. Μα κι εγώ δεν θα ξαναχάσω την εικόνα σου. Μπροστά μου θα την έχω πάντα ζωντανή, … να, …εδώ! ψιθύρισε κοιτάζοντας συγκλονισμένη τον άντρα της.
          Η καρδιά της φτερούγιζε ακόμα, όταν η γιορτινή χριστουγεννιάτικη καμπάνα αντήχησε γλυκειά, χαρμόσυνη μέσα στη νύχτα.

Χριστούγεννα 2013

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΧΕΙΜΩΝΟΣ ΕΜΒΙΩΣΕΙΣ...

(ἤ,  Ἀπαντώντας σὲ κάποια ἐρωτήματα...)






«Κλειστοὶ Καιροί· κλειστοί, περίκλειστοι
Μακρὰν τῆς θέας τ᾿ οὐρανοῦ, παρατημένοι
Μὲ ἀνέμους,  θύελλες, χιόνια καὶ θολοῦρες...»
Τ. Κ. Παπατσώνης

Ν ζες ατς τς συνθκες ς κάτοικος μικρο νησιοεναι ντως  μι περιπέτεια, πο δν τν χουν φυσικ βιώσει ο τς στερες γς οκοντες. Ὡστόσο αὐτὴ ἡ περιπέτεια ἔχει τὴν ἄλλη, τὴν πλέον ἀληθινή της ὄψη, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸ καὶ ν᾿ ἀμφισβητηθεῖ, ἀλλὰ καὶ νὰ σημειωθεῖ ἀπόλυτα μὲ λέξεις, γιατὶ τὰ βαθειὰ καὶ κορυφαῖα βιώματα ἐνέχουν καὶ μιὰν ἄλλη γλώσσα, ποὺ δὲ γράφεται: κατατίθεται στὴν ψυχή, ὅπως οἱ μνῆμες.
Ἡ ἄλλη, λοιπόν, ὄψη τῶν «κλειστῶν καιρῶν» εἶναι ἡ ἡσυχία, αὐτὴ ἡ ἀνεκτίμητη  προσφορὰ τοῦ Θεοῦ μέσω τῆς ὁποίας μπορεῖ κανείς νὰ ξαναδεῖ τὸν ἑαυτό του κάνοντας ἔτσι μιὰ ἀπόπειρα αὐτογνωστικῆς ἐξετάσεως-ὅσο μπορεῖ νὰ γίνει αὐτό-μὲ τὸν ἀπαράιτητο διάλογο: τόσο μὲ τὸν ἑαυτό του ὅσο καὶ μὲ τὸ Θεό. Μάλιστα, στὴν περίπτωση αὐτὴ βιώνεται σὲ μεγάλο βαθμὸ τὸ Γεροντικὸ λόγιο «Ἅμα δὲν πεῖ ὁ ἄνθρωπος στὴν καρδιά του ὅτι ἐγὼ κι ὁ Θεὸς ὑπάρχουμε μονάχα, δὲν θὰ βρεῖ ἀνάπαυση». Καὶ τοῦτο,  γιατὶ στὴν προκειμένη πέριπτωση, ὅπου κάθε ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἔξω κόσμο διακόπτεται –πόσες φορὲς δὲν ὑπάρχει καὶπαροχὴ ἠλεκτρικοῦ, ἐπειδὴ καταστρέφεται ὁ ἀγωγὸς παροχῆς- τὸ μόνο σημεῖο ἀναφορᾶς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός.
Ἀλήθεια, πόσες φορὲς δὲ θυμᾶμαι ἐκείνη τὴ φράση, «Παναϊά μ᾿ στοὺ Πέλαγου!», τὴν ὁποία ἔλεγε ἡ γιαγιά μου, ὅταν σὲ χειμωνιάτικες νύχτες μὲ πηχτὸ σκοτάδι καὶ ἰσχυροὺς ἀνέμους συνοδευμένους μὲ βροχή ἀφουγκραζόμασταν τὴ μανιασμένη θάλασσα,  ποὺ πάσχιζε νὰ σαλέψει τὰ θεμέλια τοῦ νησιοῦ. Τότε, μικρὸ παιδὶ ποὺ ἤμουνα, δὲν ἔνοιωθα τὶ ἔλεγε. Σήμερα ὅμως καταλαβαίνω τὸν ἐκ βαθέων εἰπωμένο ἱκέσιο λόγο ἐκείνης τῆς ἀγράμματης, πόσο σοφὸς καὶ γνήσιος ἦταν. Καὶ τὸ πιὸ κύριο, πόσο διδάσκει κι ἐμένα τὸν ἴδιο  ποὺ τὸν θυμᾶμαι μὲ τόση συγκίνηση. Γιατὶ κι ἐγὼ βιώνω σήμερα κάτι τέτοιες στιγμές, μάλιστα, σὲ μέρες φορτωμένες ἀπὸ καταχνιὰ καὶ μὲ θάλασσα κυμαινομένη ἐπικίνδυνα... Κάτι ποὺ λίγοι μποροῦν νὰ τὸ καταλάβουν. Φυσικὰ σ᾿ αὐτὲς τὶς στιγμὲς ἡ σχέση μὲ τὸν Θεὸ γίνεται ὅλο καὶ πιὸ ἰσχυρή, γιατὶ, ὅπως λέει κι ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος, δὲν βιώνεται ὁ Θεὸς μέσα στὴν ἀνάπαυση, ἀλλὰ μέσω τῆς διακινδύνευσης, ποὺ ἰσχυροποιεῖ τὴ σχέση καὶ δυναμώνει τὴν ψυχή, ὥστε νὰ λέει πιὸ ἀληθινὰ κι ἔντιμα τὴν κορυφαία φράση τοῦ «Πάτερ ἡμῶν..», ποὺ λέει «Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου...», Κύριε. Καὶ μήπως δὲν εἶναι ἔτσι;

Πρωτοχρονιά 2014

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΩ ΑΝΑΤΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΣΩ ΔΥΣΗ (10 ποιήματα)

[Περιοδικό Πόρφυρας, 149 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2013) 223-226]


Αφίξεις

Πώς δαπανώνται οι μεταξοσκώληκες
μαθαίνεις εδώ.
Μένουν στα δάχτυλά σου
των παθών τους οι κλωστές.


Απαγορευμένη Πόλη

Ακατάσχετες φωνασκίες χρωμάτων
διαιωνίζουν της αυτοκρατορικής μοναξιάς
                                                       το κίτρινο
η δε ομπρέλα των απαγορεύσεων το υποθάλπει
και ριγούν χαιρέκακα
                                     παλλακίδες
                                                          ευνούχοι.


Θερινά ανάκτορα

Τα υπέρτερα σφετεριζόταν πάντα ο γιος τ’ ουρανού
μα ξέρουν κι εκδικούνται τα ιδεογράμματα.

Νούφαρα σιωπής στ’ ανάκτορα του θέρους.
Μόνον οι αυτό-
                          κλητες τραγουδίστριες
τσιρίζουν ολόχαρες.


Σινικό Τείχος

Του τελεφερίκ οι τριγμοί
φοβιστικοί 
προδιαθέτουν
για τη λύση των δεσμών τής έσω δυναστείας.

Με βαρύ καιρό
σε νικώ στου Σινικού τον κατήφορο.
Από τα ψηλά εδώ απειρίζονται όλοι.


Πλατεία Τιεν Αν Μεν

Λαβάρων τάξη και βοές στην Τιεν Αν Μεν
μα βαθύτερα
η εξέγερση
το τανκ
του φιδιού το δάγκωμα.

Με τόσο πλήθος
τέτοιονε συνωστισμό
απλώνεις χέρι
κι αφαιρείς του πλησίον ό,τι κρύβει τιμαλφές

μετά εκείνος
εκ φύσεως κάτωχρος κι απ’ το ξαφνικό
στέκεται μπροστά στο τανκ
και λογίζεται ήρως.


Χουτόνγκ

Περιαγωγή μνήμης ταριχευμένης.
Με λίγα γουάν
απ’ τους ουρανοξύστες
                                        στους άθλιους γείτονες.

Στην οδό αυτή
των ψαριών τ’ απόνερα
φρούτα δυσώδη
γυναίκες και αγόρια προσκαλώντας σε μασάζ.

Σε κάθε πόρτα του χουτόνγκ
χαρτονένια γραμματόκουτα
για τις καλές ειδήσεις από την προπαγάνδα.

Τρώγλες τα σπίτια ανόνειρων ανθρώπων
που ελπίζουνε
στο πιο νέο ipad και στα ρητά του Μάο.


Καθημερινό Πεκίνο

Αδιάβροχοι στην πρωινή ψιχάλα οι περαστικοί
ώσπου
κάποιος θαυμάζει το ημέτερο μπρέκφαστ.

Της υπομονής κρανιοφόροι
τρώνε σουβλάκια σκορπιών
τρούφες αιθαλομίχλης
κι αισθάνονται αυτάρκεις
εξευμενίζουν με ασκήσεις τάι-τσι τον θάνατό τους
με τσάι θεραπεύουν την περιχαράκωση.

Τ’ άνθος του τσαγιού
τα υπόσχεται όλα τελειότατα
ροφήματα ιερά
κήπους ευδαιμονίας.

Τσάι γιασεμί προσποιείται η κόρη
                            για να μας πείσει
μ’ αμετάπειστοι εμείς σχεδιάζουμε αλλιώς.


Σανγκάη της ομίχλης

Τόσο τραγουδούν οι γρύλοι στα κλουβιά τους
                                              που ‘ρχεται βροχή
ραγδαίος ο μουσώνας πολύ μικρών συμβάντων.

Με καταστέλλει Σανγκάη της ομίχλης
ώς το κόκαλο
ο χειροπιαστός λυγμός της γοερής βροχής της.

Δεκάτου πέμπτου δωμάτιο
να βλέπει τις νεροποντές
τ’ ανθρώπινα μυρμήγκια
τη ζωή ως τρίκυκλο

πώς νοτίζονται αισθήσεις αγοραίες
                             και καταργούνται
πριν ωριμάσουν πολύ
σ’ ανεόρταστη πόλη.


Ποταμός Χουανγκπού

Ποταμόπλοιο νιώθω σε θολά νερά
και κατάφορτος
πρώτες ύλες των σιωπών
ή δράκοντες της νύχτας.

Ψόφια γουρούνια
                               οι επιθυμίες μας
επιπλέουνε
στις ροές του Χουανγκπού
και στα νερά του νου μας.


Αναχωρήσεις

Την άλλη φορά
σε τρίκυκλο ποδήλατο θα μπω ταξιτζής 

κόσμο θα μεταφέρω
                                    φθηνά
                                                 στην Έσω Δύση.

[Πεκίνο – Σανγκάη, 17-27 Ιουνίου 2013]



Primus sine paribus

πάντησις ες τ περ πρωτείου κείμενον το Πατριαρχείου Μόσχας

λπιδοφόρου Λαμπρυνιάδου
Μητροπολίτου Προύσης, 
Καθηγητο τς Θεολογικς Σχολς το Α. Π. Θ.

Μ πρόσφατον συνοδικν πόφασίν της[1], κκλησία τς Ρωσσίας φαίνεται ν πιλέγ δι μίαν εσέτι φορν[2] τν πομόνωσιν τόσον π τν θεολογικν διάλογον μ τν Ρωμαιοκαθολικν κκλησίαν σον κα π τν κοινωνίαν τν ρθοδόξων κκλησιν. Δύο στοιχεα ξίζουν ν σημειωθον κ προοιμίου, νδεικτικ τς πιθυμίας τς Συνόδου τς κκλησίας τς Ρωσσίας:
Πρτον, ν πονομεύσ τ κείμενον τς Ραβέννας,[3] πικαλουμένη θεολογικοφανες λόγους δι ν δικαιολογήσ τν πουσίαν τς ντιπροσωπείας της π τν συγκεκριμένην λομέλειαν τς διμερος πιτροπς (πουσίαν, ποία πηγορεύθη, ς ο πάντες γνωρίζουν, π λλων λόγων[4]), κα
Δεύτερον, ν μφισβητήσ μ τν πλέον σαφ κα πίσημον τρόπον (δηλαδ μ συνοδικν πόφασιν) τ πρωτεον το Οκουμενικο Πατριαρχείου ντς το ρθοδόξου κόσμου, διαβλέπουσα τι τ κείμενον τς Ραβέννας, ες τ ποον συνεφώνησαν λαι α ρθόδοξοι κκλησίαι (πλν τς κκλησίας τς Ρωσσίας, βεβαίως), καθορίζει τ πρωτεον το πισκόπου ες τ τρία πίπεδα τς κκλησιολογικς δομς τς κκλησίας (τοπικόν, παρχιακόν, παγκόσμιον) κατ τρόπον πο ποστηρίζει κα διασφαλίζει κα τ πρωτεον τς πρωτοθρόνου ρθοδόξου κκλησίας.
Τ κείμενον τς θέσεως το Πατριαρχείου Μόσχας δι τό «πρόβλημα» (πως τ ποκαλε) το Πρωτείου ες τν ν τν οκουμένην κκλησίαν δν ρνεται θεωρητικς κα τυπικς οτε τν ννοιαν οτε τν οσίαν το πρωτείου – κα μέχρις δ πράττει ρθς. Τ πιπλέον, μως, τ ποον προσπαθε ν πιτύχλλον πλαγίως, ς θ καταφαν) εναι εσαγωγ δύο διακρίσεων ναφορικς πρς τν ννοιαν το πρωτείου.

1.  διάκρισις μεταξ κκλησιολογικο κα θεολογικο πρωτείου

πρώτη διαφοροποίησις εσάγει ντιδιαστολν μεταξ το πρωτείου, ς τοτο φαρμόζεται ες τν ζων τς κκλησίας (κκλησιολογία), κα το πρωτείου ς τοτο νοεται ες τν θεολογίαν. Οτω, τ κείμενον το Πατριαρχείου Μόσχας ναγκάζεται ν υοθετήσ τν καινοφαν διάκρισιν μεταξ φ’ νς το «πρωτεύοντος» πρωτείου το Κυρίου κα φ’ τέρου τν «δευτερευόντων» πρωτείων («various forms of primacy… are secondary») τν πισκόπων, καίτοι ργότερον ες τ διον κείμενον θ διατυπωθ ποψις τι πίσκοπος εκονίζει τν διον τν Χριστόν (πρβλ. 2:1), τοθ’ περ φαίνεται ν πονο τι τ πρωτεα εναι μόλογα τουλάχιστον νάλογα κα χι πλς μόφωνα. στω κα σχολαστικ διατύπωσις τοιούτων διακρίσεων μεταξύ  «πρώτων» καί «δευτέρων» πρωτείων καταδεικνύει τν φέρπουσαν ντίφασιν.
πιδιωκόμενος διαχωρισμς τς κκλησιολογίας π τν θεολογίαν ( τν Χριστολογίαν) θ εχε καταστραφικς συνεπείας τόσον δι τν μίαν, σον κα δι τν λλην. φ’ σον κκλησία εναι ντως τ Σμα το Χριστο κα φανέρωσις τς ν Τριάδι ζως, τότε δν μπορομεν ν μιλμεν δι διαφορς κα πιπλάστους διακρίσεις διασπώσας τν νότητα το μυστηρίου τς κκλησίας, τ ποον συγκεφαλαιώνει τς Θεολογικάς (μ τν στενν σημασίαν το ρου) κα Χριστολογικς διατυπώσεις. ν ντιθέτ περιπτώσει, κκλησιαστικ ζω ποκόπτεται π τν θεολογίαν κα καταλήγει ξηρς διοικητικς θεσμός, ν, ξ τέρου, μία θεολογία δίχως ντίκρυσμα ες τν ζων κα τν δομν τς κκλησίας καταντ μία στερα καδημαϊκ νασχόλησις. Κατ τν Μητροπολίτην Περγάμου ωάννην, « διαχωρισμς τν διοικητικν θεσμν τς κκλησίας π τ δόγμα δν εναι πλς τυχής, εναι κα πικίνδυνος»[5].

2.  διάκρισις τν διαφορετικν κκλησιολογικν πιπέδων

δευτέρα διαφοροποίησις, τν ποίαν, κατ τν γνώμην μας, ποπειρται ν εσαγάγ τ κείμενον το Πατριαρχείου Μόσχας φορ ες τ τρία κκλησιολογικ πίπεδα ες τν δομν τς κκλησίας. δ φαίνεται ν εναι λον τ βάρος το ν λόγ κειμένου. Διαφόρως νοεται κα θεσμοθετεται, μς λέγει τ κείμενον, τ πρωτεον ες τ τοπικν πίπεδον τς πισκοπς, κα διαφόρως ες τ παρχιακν πίπεδον τς «ατοκεφάλου ρχιεπισκοπς» (ατοκεφάλου παρχιακς συνόδου). τι δ διαφόρως ρίζεται ες τ πίπεδον τς ν τν οκουμένην κκλησίας (πρβλ. 3: «Due to the fact that the nature of primacy, which exists at various levels of church order {diocesan, local and universal} vary, the functions of the primus on various levels are not identical and cannot be transferred from one level to another»).
πως σχυρίζεται πόφασις τς Συνόδου, τ τρία τατα πρωτεα εναι χι μόνον διάφορα μεταξύ των, λλ διαφέρουν κα α πηγαί των: τ πρωτεον το τοπικο πισκόπου πηγάζει κ τς ποστολικς διαδοχς (2:1), τ πρωτεον το πρώτου τς ατοκεφάλου κκλησίας πηγάζει π τν κλογήν του π τς συνόδου (2:2), τ δ πρωτεον τς καθ’ λου κκλησίας πηγάζει κ τς θέσεως ατς ες τ δίπτυχα (3:3). ρα, συμπεραίνει τ κείμενον το Πατριαρχείου Μόσχας, δν μπορον τ τρία τατα πίπεδα κα τ ναλογοντα ατος πρωτεα ν συγκριθον μεταξύ των, ς πράττει τοτο τ κείμενον τς Ραβέννας στηριζόμενον ες τν 34ον κανόνα τν γίων ποστόλων.
Καταφαίνεται νταθα ναγώνιος προσπάθεια τς προκειμένης συνοδικς ποφάσεως ν καταστήσ τ πρωτεον ς τι τ ξωτερικν καί, πομένως, ξένον πρς τ πρόσωπον το πρώτου. Ατός, κτιμμεν, τι εναι λόγος δι τν ποον τ Πατριαρχεον Μόσχας πιμένει τόσον πολ ες τν καθορισμν τν πηγν το πρωτείου: σκοπς εναι ν πεξαρτηθ πρτος ς πηγ το πρωτείου, πρτος ν εναι ποδέκτης το πρωτείου ντ ν εναι πηγή του. ραγε πεξάρτησις ατη ποδηλο κα τν ατονόμησιν το πρωτείου; Δι τν κκλησίαν θεσμς ποστασιοποιεται πάντοτε ν τ προσώπ. Οδέποτε δ συναντμεν πρόσωπον θεσμν ς θ το τ πρωτεον ννοούμενον νευ το πρώτου. Δέον ν διευκρινήσωμεν νταθα τι τ πρωτεον ες τν πρτον ποστασιάζεται κ το τόπου, τς τοπικς κκλησίας, τς γεωγραφικς περιφερείας τς ποίας οτος ( Πρτος) προΐσταται[6]. Ες τ σημεον τοτο εναι σημαντικν ν παρατηρήσωμεν τς κολούθους λογικς κα θεολογικς ντιφάσεις:
i) Ἐὰν Πρτος εναι ποδέκτης το πρωτείου του, τότε τ πρωτεον πάρχει δίχα κα νεξαρτήτως το Πρώτου, περ τοπον. Τοτο φαίνεται σαφς ες τν προσφερομένην ατιολόγησιν δι τ πρωτεον το παρχιακο κα το οκουμενικο πιπέδου. Δι τ παρχιακν πίπεδον, πηγ το πρώτου θεωρεται παρχιακ σύνοδος - μπορε μως ν πάρξ σύνοδος νευ Πρώτου; διαλεκτικ σχέσις μεταξ Πρώτου κα συνόδου τν ποίαν διατυπώνει 34ος ποστολικς κανών (λλ κα 9ος κα 16ος τς ντιοχείας κατ τος ποίους σύνοδος νευ πρώτου θεωρεται τελής) πεμπολεται χάριν μις μονομερος σχέσεως, κατ τν ποίαν ο πολλο συνιστον τν να, τν Πρτον, ες ντίθεσιν πρς πσαν λογικήν, καθ’ ν Πρτος εναι συστατικς παράγων κα γγυητς τς νότητος τν πολλν.[7] Δεύτερον παράδειγμα τς λογικς ντιφάσεως εναι τ παράδειγμα τν Διπτύχων. Ες τν περίπτωσιν ταύτην τ σύμπτωμα λαμβάνεται ς ατία κα τ σημαινόμενον συγχέεται μ τ σημανον. Τ Δίπτυχα δν εναι πηγ το Πρωτείου ες διεπαρχιακν πίπεδον, λλ κριβς κφρασίς του –κα μάλιστα μία μόνον κ τν κφράσεών του. Τ Δίπτυχα καθ’ αυτ ποτελον πράγματι τν κφρασιν τς τάξεως κα τς εραρχήσεως τν Πατριαρχείων κα τν ατοκεφάλων κκλησιν, λλ μία τοιαύτη εράρχησις προϋποθέτει τν Πρτον (κα ν συνεχεί τν δεύτερον, τν τρίτον κ.ο.κ.). Δν μπορον τ Δίπτυχα ν θεσμοθετον κατ πρωθύστερόν τι σχμα τ Πρωτεον π το ποίου ρείδονται.
Δι τν κατανόησιν τν καινοφανν πόψεων το Πατριαρχείου Μόσχας, δωμεν τί θ σήμαινον πάντα τατα ἐὰν τ νεφέρομεν κα τ φηρμόζαμεν ες τν νδοτριαδικν πραγματικότητα, τν πραγματικν πηγν παντός πρωτείου («Οτως λγει Θες βασιλες το ᾿Ισραλ ρυσμενος ατν Θες σαβαθ· γ πρτος» σ. 44:6).[8]
Παλαιόθεν κα συστηματικς κκλησία ξέλαβε τ πρόσωπον το Πατρς ς τν Πρτον (« μοναρχία το Πατρός»)[9] τς κοινωνίας τν προσώπων τς γίας Τριάδος. Ἐὰν γένηται ποδεκτ λογικ τς π κρίσιν καινοτομίας τς κκλησίας Μόσχας, φείλομεν ν συμπεράνωμεν τι Θες Πατρ δν εναι διος ναρχος ατία τς θεότητος κα τς πατρότητος («Τοτου χριν κμπτω τ γνατ μου πρς τν πατρα το Κυρου μν ησο Χριστοξ ο πσα πατρι ν ορανος κα π γς νομζεται» φ. 3:15-16), λλ’ τι γίνεται ποδέκτης το «πρωτείου» του. μως, πόθεν; π τ λλα πρόσωπα τς γίας Τριάδος; Πς ν ποθέσωμεν τοτο χωρς ν κυρώσωμεν τν τάξιν τς θεολογίας, ς γράφει γιος Γρηγόριος Θεολόγος, , τι χερον, δίχως ν νατρέψωμεν – μλλον δ νά «ναμίξωμεν» - τς σχέσεις τν προσώπων τς γίας Τριάδος; Δύναται νά «προηγται» Υἱὸς τ γιον Πνεμα το Πατρός;
ii) ταν τ κείμενον τς ερς Συνόδου τς κκλησίας τς Ρωσσίας δν δέχεται ν ναγνωρίσ να «οκουμενικν εράρχην» («universal hierarch») μ τν πρόφασιν τι οκουμενικότης νς τοιούτου εράρχου καταργε τν μυστηριακν σότητα μεταξ τν πισκόπων («eliminating the sacramental equality of bishops» 3:3) διατυπώνει πλς μίαν σοφιστείαν. ς πρς τν ερωσύνην των, βεβαίως, λοι ο πίσκοποι εναι σοι, λλ δν εναι κα οτε δύνανται ν εναι σοι ς πίσκοποι συγκεκριμένων πόλεων. Ο ερο κανόνες (ς 3ος τς Β´ Οκουμενικς Συνόδου, 28ος τς Δ’ κα 36ος τς Πενθέκτης) εραρχον τς πόλεις δίδοντες ες λλας τν Μητροπολιτικν ξίαν κα ες λλας τν Πατριαρχικήν. Μεταξ δ τν τελευταίων εραρχον κα πάλιν, δίδοντες ες λλην τ πρωτεα, ες λλην τ δευτερεα κ.ο.κ.. Δν εναι λαι α κατ τόπους κκλησίαι σαι κατ τν τάξιν κα κατ τν ξίαν. Ες τν βαθμν καθ’ ν πίσκοπός τις δν εναι ποτ πολελυμένως πίσκοπος λλ προεστς τοπικς κκλησίας, δηλαδ πάντοτε πίσκοπος συγκεκριμένης πόλεως (τοθ’ περ ναπόσπαστον χαρακτηριστικν κα ρος τς πισκοπικς χειροτονίας), τότε κα ο πίσκοποι εραρχονται ναλόγως (γουν, εναι διάφορος Μητροπολιτικ ξία τς Πατριαρχικς, κα πάλιν λλη ξία τν πρεσβυγενν Πατριαρχείων, τν κατοχυρωμένων π τν Οκουμενικν Συνόδων, κα λλη τν νεωτέρων Πατριαρχείων). Ες μίαν τοιαύτην εράρχησιν, εναι διανόητος μ παρξις πρώτου.[10] Τοναντίον, προσφάτως παρατηρομεν τν φαρμογήν νς καινοφανος πρωτείου, ατο τν ριθμν, ες τ ποον στηριζόμενοι ο σήμερον γκαλοντες τ κανονικν οκουμενικν πρωτεον τς Μητρς κκλησίας, δογματίζουν τ μάρτυρον δι τ θέσμια τς κκλησίας ξίωμα, μλλον δ τν ξίωσιν ubi russicus ibi ecclesia russicae, γουν που Ῥῶσσος κε κα δικαιοδοσία τς κκλησίας Ρωσσίας.
Ες τν μακρόχρονον στορίαν τς κκλησίας πρτος εναι πίσκοπος Ρώμης. φ’ του διεκόπη εχαριστιακ κοινωνία μετ’ ατο, πρτος τς ρθοδόξου κκλησίας εναι κανονικς Κωνσταντινουπόλεως. Ες τν περίπτωσιν το Κωνσταντινουπόλεως παρατηρομεν τν μοναδικν σύμπτωσιν κα τν τριν διαβαθμίσεων, τοι το τοπικο (ρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως - Νέας ώμης), παρχιακο (Πατριάρχης) κα οκουμενικο παγκοσμίου (Οκουμενικς Πατριάρχης). Τ τρισσν πρωτεον τοτο μεταφράζεται ες συγκεκριμένα προνόμια, ς τ κκλητον κα τ δικαίωμα το παρέχειν αρειν τ ατοκέφαλον (π.χ. ρχιεπισκοπαί-Πατριαρχεα χρίδος, Πεκίου, Τυρνόβου κ.λπ.), προνόμιον τ ποον Οκουμενικς Πατριάρχης σκησεν ες περιπτώσεις εσέτι μ κατοχυρωθέντων δι’ ποφάσεων Οκουμενικν Συνόδων νεωτέρων Πατριαρχείων, ν πρτον ατ τς Μόσχας. Τ πρωτεον το Κωνσταντινουπόλεως οδαμς σχετίζεται πρς τ Δίπτυχα, τ ποα, ς επομεν, κφράζουν πλς κα καταγράφουν τν εράρχησιν ταύτην (τν ποίαν, ντιφάσκουσα κα πάλιν, κκλησία τς Μόσχας ες τ ν λόγ κείμενον δχεται μν μμέσως, ρνεται δ ρητς). Ἐὰν θέλωμεν ν μιλήσωμεν περ πηγς νς πρωτείου ες τν ν τν οκουμένην κκλησίαν, ατη εναι ατ τοτο τ πρόσωπον το κάστοτε ρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, ποος, ς ρχιερες εναι μν πρτος «μεταξ σων», ς Κωνσταντινουπόλεως, μως, κα συνεπς ς Οκουμενικς Πατριάρχης, εναι πρτος δίχως σον (primus sine paribus).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] Διαβάζομεν κα παραπέμπομεν ες τν γγλικν μετάφρασιν το κειμένου (Position of the Moscow Patriarchate on the problem of primacy in the Universal Church), ς τοτο δημοσιεύθη ες τν πίσημον στότοπον το Πατριαρχείου Μόσχας: https://mospat.ru/en/2013/12/26/news96344/
[2] Χαρακτηριστικ παραδείγματα λλων περιπτώσεων ατοαπομονώσεως συνιστον πουσία το Πατριαρχείου Μόσχας κ το Συμβουλίου Ερωπαϊκν κκλησιν (Conference of European Churches), καθς κα παγία πλέον τακτικ τν κπροσώπων τς κκλησίας ταύτης ν τελον τν Θείαν Λειτουργίαν κεχωρισμένως π τος λοιπος κπροσώπους τν ρθοδόξων κκλησιν γκλειστοι ντς τν κασταχο Πρεσβειν τς Ρωσσικς μοσπονδίας σάκις δίδεται εκαιρία πανορθοδόξου λειτουργίας ες διαφόρους περιστάσεις.
[3] Περ ατο το ζητήματος χει δη τοποθετηθ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος ες πρόσφατον ρθρον του δημοσιευθν τν 30ν Δεκεμβρίου 2013 ες τν στότοπον http://www.romfea.gr/diafora-ekklisiastika/21337-2013-12-30-03-52-35.
[4] Περ το τί κριβς συνέβη ν Ραβένν τ τος 2007 κα περ τς λγεινς ντυπώσεως ατν, ς τ κατέγραψαν Ρωμαιοκαθολικο παρατηρηταί, βλ. τν νάλυσιν το σιολ. Aidan Nichols, ν τ βιβλί ατο Rome and the Eastern Churches (San Francisco: Ignatius, δευτέρα κδοσις 2010), σσ. 368-9: «In October 2006 [sic], the commission resumed its discussions at Ravenna, though the event was marred by a ‘walkout’ on the part of the Moscow patriarchate’s representative. Bishop Hilarion’s protest was caused not for once by the wrongdoings, real or imagined, of the Catholic Church but by the presence of a delegation from the Estonian orthodox church, whose autocephaly, underwritten by Constantinople, is still denied in Russia. His action demonstrated, of course, the need precisely for a strong universal primacy so as to balance synodality in the Church». Ες λλον σημεον συγγραφες τονίζει: «[t]he decision of the Moscow patriarchate in October 2007 to withdraw its representatives from the Ravenna meeting… was not only an irritating impediment to that dialogue; it was precisely the sort of happening that makes Catholics think the orthodox need the pope as much as the pope needs them» (σ. 369).
[5] « Συνοδικς Θεσμός: στορικά, κκλησιολογικά κα Κανονικά Προβλήματα», Θεολογία 80 (2009), σσ. 5-6.
[6] Οτως, Πατριάρχης ντιοχείας, καίτοι π καιρο δρεύει ν Δαμασκ, παραμένει Πατριάρχης ντιοχείας δι τ εναι τν Δαμασκν ντς το κλίματος τς γεωγραφικς δικαιοδοσίας τς κκλησίας ταύτης.
[7] Μητροπολίτου Περγάμου ωάννου, «Recent Discussions on Primacy in Orthodox Theology» ες τν τόμον The Petrine Ministry: Catholics and Orthodox in Dialogue, πιμέλεια Walter Cardinal Kasper, (Νέα όρκη: The Newman Press, 2006), σσ. 231-248. ρα πίσης το δίου, « Εχαριστιακ κκλησιολογία στν ρθόδοξη Παράδοση» Θεολογία 80 (2009), σ. 23..
[8] Προσωπικς χομεν διατυπώσει σχετικς ες τν κφωνηθεσαν ν τ Θεολογικ Σχολ το Τιμίου Σταυρο Βοστώνης μιλίαν μας τ ξς: «Indeed, in the level of the Holy Trinity the principle of unity is not the divine essence but the Person of the Father (“Monarchy” of the Father), at the ecclesiological level of the local Church the principle of unity is not the presbyterium or the common worship of the Christians but the person of the Bishop, so to in the Pan-Orthodox level the principle of unity cannot be an idea nor an institution but it needs to be, if we are to be consistent with our theology, a person» (http://www.ecclesia.gr/englishnews/default.asp?id=3986).
[9] «μν δ μοναρχία τ τιμώμενον» γράφει γιος Γρηγόριος Θεολόγος ες τν Τρίτον Θεολογικόν του Λόγον (ΒΕΠΕΣ, 59, σ. 239). ννοια τς μοναρχίας συνάδει πρς τν «τάξιν θεολογίας» (Θεολογικς Πέμπτος, σ. 279). Παναγία Τρις δν ποτελε μίαν μοσπονδίαν προσώπων. Θεολόγος τν Πατέρων μιλε περ μοναρχίας κα πρωτείου το Θεο κα Πατρός.
[10] Τ πιχείρημα τοτο χει διατυπωθ μ σαφήνειαν π το John Manoussakis ες τ «Primacy and Ecclesiology: The State of the Question» ες τν συλλογικν τόμον Orthodox Constructions of the West, πιμέλεια Aristotle Papanikolaou κα George Demacopoulos (New York: Fordham University Press, 2013) σ. 233.

Related Posts with Thumbnails