© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Άννας Τσουκαλά Κουφού: ΣΤΟ ΑΚΡΟΘΙΝΙΟ (ποίημα)

Το ακροθίνιο της οργής σου αναζητώ
το μέγεθος της σιγής σου ψηλαφώ,
νοιάζομαι μην την πάρει ο βοριάς
έτσι αναίσχυντος που πνέει.

Λαχτάρα μας καθημερινή
στη σιωπηλή ψυχή μας.
Ο γητευτής και ακροβολιστής της απανεμιάς της.
Μα, θα ξανάρθει ξαστεριά, στ' ορκίζομαι.

Στου ήλιου τον ανασασμό θα στεγνώσουμε
της τολμηρής νεροποντής το μούλιασμα,
του γητευτή τ' αμόνι θα το νικήσουμε

θα σώσουμε από το μάτι του κυκλώνα τις ψυχές μας!

[24/11/2013]

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Κ. Π. Καβάφη: i) ΜΥΡΗΣ· AΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΤΟΥ 340 μ.X., ii) ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ (400 μ.X.), iii) ΣΤΑ 200 π.X.


Μύρης· Aλεξάνδρεια του 340 μ.X.

Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε,
πήγα στο σπίτι του, μ' όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.

Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι συγγενείς του πεθαμένου μ’ έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.

Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες πολύτιμοι,
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.

Στέκομουν κ’ έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κ’ η εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ' αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν’ απαγγέλλει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.

Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε—
στα χείλη του διαρκώς τ’ όνομα του Χριστού,
στα χέρια του βαστούσ’ έναν σταυρό.—
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κ’ έλεγαν προσευχές
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν,
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία τους καλά).

Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός.
Aπό την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.
Μα ζούσεν απολύτως σαν κ’ εμάς.
Aπ’ όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές·
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις.
Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετη παρέα.
Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μ’ αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
A κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ’ τον κύκλο μας, κ’ έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Aπόλλωνος — ψιθύρισεν ο Μύρης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».

Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν.—
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική
στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν
όλα για την χριστιανική κηδεία.
Κ’ εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Aόριστα, αισθάνομουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθάνομουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξ έ ν ο ς   εγώ,   ξ έ ν ο ς π ο λ ύ·  ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κι είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και π ά ν τ α τού ήμουν ξένος.—
Πετάχθηκα έξω απ’ το φρικτό τους σπίτι,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί
απ’ την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη.

* * *

Νέοι της Σιδώνος (400 μ.X.)

Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει
απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά.

Η αίθουσα άνοιγε στον κήπο επάνω·
κ’ είχε μιαν ελαφρά ευωδία ανθέων
που ενώνονταν με τα μυρωδικά
των πέντε αρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, και Κριναγόρας, και Pιανός.
Μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός,
«Aισχύλον Ευφορίωνος Aθηναίον τόδε κεύθει -»
(τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον
το «αλκήν δ’ ευδόκιμον», το «Μαραθώνιον άλσος»),
πετάχθηκεν ευθύς ένα παιδί ζωηρό,
φανατικό για γράμματα, και φώναξε·

«A δεν μ’ αρέσει το τετράστιχον αυτό.
Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σαν λιποψυχίες.
Δώσε — κηρύττω — στο έργον σου όλην την δύναμί σου,
όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου
μες στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.
Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ.
Κι όχι απ’ τον νου σου ολότελα να βγάλεις
της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό —
τι Aγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό,
τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες,
τι Επτά επί Θήβας— και για μνήμη σου να βάλεις
μ ό ν ο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό
πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Aρταφέρνη.»

* * *

Στα 200 π.X.


«Aλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων—»

Μπορούμε κάλλιστα να φαντασθούμε
πως θ’ αδιαφόρησαν παντάπασι στην Σπάρτη
για την επιγραφήν αυτή. «Πλην Λακεδαιμονίων»,
μα φυσικά. Δεν ήσαν οι Σπαρτιάται
για να τους οδηγούν και για να τους προστάζουν
σαν πολυτίμους υπηρέτας. Άλλωστε
μια πανελλήνια εκστρατεία χωρίς
Σπαρτιάτη βασιλέα γι’ αρχηγό
δεν θα τους φαίνονταν πολλής περιωπής.
A βεβαιότατα «πλην Λακεδαιμονίων».

Είναι κι αυτή μια στάσις. Νοιώθεται.

Έτσι, πλην Λακεδαιμονίων στον Γρανικό·
και στην Ισσό μετά· και στην τελειωτική
την μάχη, όπου εσαρώθη ο φοβερός στρατός
που στ’ Άρβηλα συγκέντρωσαν οι Πέρσαι:
που απ’ τ’ Άρβηλα ξεκίνησε για νίκην, κ’ εσαρώθη.

Κι απ’ την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,
την νικηφόρα, την περίλαμπρη,
την περιλάλητη, την δοξασμένη
ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,
την απαράμιλλη: βγήκαμ’ εμείς·
ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας.

Εμείς· οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς,
οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας,
κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς.

Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

π. Κων. Π. Καλλιανός: ΚΙ Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ…


Στ τελευταο τεχος το περιοδικο ΣΥΝΑΞΗ, πο εναι φιερωμένο στν πίσκοπο, φιλοξενήθηκαν πολ καλς κα κανς γι περαιτέρω διάλογο,  μελέτες τν π. Βασιλείου Θερμο, Δημητρίου Μπαρθέλου κ..
στόσο,  στ περιθώριο τν παραπάνω κι κε πο τοίμαζα ν π κα τ δικιά μου τ γνώμη, βασισμένη στ σα θεοφιλς κα θεοφωτίστως ναφέρει στ  «Συμβουλευτικν  γχειρίδιον» σχετικ μ τ πρόσωπο κα τν πολιτεία το πισκόπου γιος Νικόδημος γιορείτης, εδα στ διαδίκτυο μι φωτογραφία, πο μ ντυπωσίασε. Κι ς μ φανε παράξενο ατό, μήτε κα περβολικό... Πρς  τὶ, λλωστε; 
Εκονίζει λοιπόν, ἡ ν λόγω  φωτογραφία ναν πίσκοπο σ κάποιο παραδοσιακ νησιώτικο σοκάκι,  πο γραφικ τ στολίζει να πάλλευκο κκλησάκι, ν ξαποσταίνει μι θεριν αγιοπελαγίτικη νύχτα  καθισμένος  πάνω σ λιτ πέτρινο πεζούλι κι ποζητώντας, σφαλς, λίγη δροσιά, νάπαυση κα μοναξιά. Ναί, μοναξιά, χι μ τν κοσμικ ννοια λλ μ τ βιβλική: κείνη δηλαδ πο χει νάγκη κάθε ποιμένας, στε ν σταθε νώπιος νωπί, ν ποτοξινωθε πό τς ποικίλες γνοιες κα στοχες συντυχίες τς ποες, ς γέτης κα ς πνευματικς δηγς,  εναι ναγκασμένος ν δέχεται σχεδν λη τν μέρα.  λλωστε, διος Κύριος «ν ποχωρν ν τας ρήμοις κα προσευχόμενος» (Λκ. 5, 16). , πως πολ σοφ ναφέρει κορυφαος ποστολικς Πατέρας, «Χρήζομεν πάντες ρεμίας»( γ. γνάτιος Θεοφόρος).
Δν χω τν παίτηση ν μάθω πῶς δημοσιοποιήθηκε φωτογραφία ατή. Δν μ νδιαφέρει, λλωστε. ντίθετα, τὴν χάρηκα πολ,  γιατ μο δωσε τν φορμ ν γράψω τ παρακάτω. Γι᾿ ατ κα στέκομαι στ μήνυμα πο κπέμπει, τ νόημα πο διακρατε κα τ κυριότερο, τν λήθεια πο μφανίζει. Γιατ κι πίσκοπος νθρωπος εναι. Μ τ προσωπικ κα τ τς παρχίας του προβλήματα, πο σφαλς ς γέτης κα νθρωπος δν εναι δυνατ ν ντιπαρέλθει μ διαφορία κα περιφρόνηση. Κα τοτο πειδ τ προβλήματα ατ εναι τ στεφανι πο το παραδίδεται παράλληλα μ τν τόσο φημισμένη κα χρυσοποίκιλτη μίτρα: κενη δηλαδή, πο λαμπροφορε τν πώδυνη κα ματωμένη ρχιερατικ πορεία του. Κα φυσικά, μιλμε δ γι τν κάθε συνειδητ πίσκοπο, κενον δηλαδ πο φωτίζει μ τ παραδειγμά του, πο λκει μ τν σκητική του βιοτ, πο συντηρε τν κληρονομία του μ τν προσευχητική του γραυλία. Γιατ σ λλη περίπτωση, ταν γέτης, κάθε γέτης φήνεται στν νθρωπάρεσκειά του κα στ ναρκισσισμό του, τότε ποτυχία μπορε ν μν εναι ρατή, φο καλύπεται π τ ξωτερικ τ «στρς», στόσο διαφαίνεται μ τ χρόνια πο τσι κι λλις περνον κι φήνουν, ντ γι λλον παινο τ στάχτη κα τν πόγνωση. Κυρίως γι τν αυτό του, φο τίποτε λλο δν πρόσεξε στν λη του τ βιοτὴ, πλν το αυτο του, πς ν τν νυψώσει δηλαδή, λλ κα διατηρήσει «ες τόπον ψηλόν». Μέχρι πο ρχεται μι μέρα πο τ φήνει λα κι ναχωρεπως κάθε νθρωπος στν κόσμο ατό.
Γι᾿ ατ καὶ, κοιτώντας τν πίσκοπο στ μοναξιά του μέσα στ θεϊκ θεριν νύχτα, θαρρες πς διαβάζεις τν ψυχή του. Καταλαβαίνεις πολ καλ πόση νάγκη χει κι ατς π μι δική του στιγμ, γι ν ψάξει τν αυτό του, ν ζυγιάσει τ πράγματα, ν σταθε πέναντι στ πρόσωπα τν συνεργατν, φίλων, δικν του ξένων μ κρίβεια κα ση γίνεται δικαιοσύνη, νδεδυμένη στόσο μ τ χιτνα τς φιλανθρωπίας, κατ τν θάνατο λόγο το . Χρυσοστόμου: «φιλότιμος γρ δεσπότης δέχεται τν πρτον καθάπερ κα τν σχατον». Ἤ, πι πλ, πως πολ σωστ ρμηνεύει τ κάθε ποιμαντικ διέξοδο εράρχης ποιητής:

«Ποιος ν βραβεσεις μ τν παινο
κα ποιος ν συνετσεις μ τν ψγο;"
(ρχιεπ. Αστραλίας Στυλιανός)

Δίκοπο μαχαίρι ο παραπάνω στίχοι πο δν τος ντιπαρέρχεσαι βίαστα κα δίχως ν σφιχτε καρδι κι ψυχή. Γιατ πάνω π᾿ λα Ποιμένας εναι κα Πατέρας, πο γνωρίζει πς ν πιτιμήσει τ παιδιά του δίχως ν τ πογοητεύσει κα τ κυριότερο, ν τ χει σιμά του, πως Κύριος τος μαθητές του, πο κάποιες φορς τος παρατηροσε (βλ. Λκ. 9, 46-50 ), λλ κα νόμαζε, θεωροσε, ποδεχόταν ς φίλους (πρβλ. ω. 15, 14-15).
Γι ν π τν λήθεια, δ γνωρίζω τ διαλογίζονταν πίσκοπος καθισμένος πάνω σ κενο τ πέτρινο σβεστωμένο πεζούλι, στ ποο ξαπόστασαν τόσοι κα τόσοι, χρόνια κα χρόνια... στόσο πιστεύω πς ατς ο στιγμς τς συχίας, τς ρέμβης, τν στοχασμν κα φυσικ τς συνάντησής του μ τ Θεό, τν ποφορτώνουν πό πολλ κα τ κυριότερο το θυμίζουν τ πεπερασμένο το πίγειου βίου, πο μήτε ο φμες, μήτε ο πολύωρες συντυχίες μ τος τρανος τς γς τ στολίζουν. ντίθετα, ατ τ λιτ σοκάκι μ τ λευκ τ κκλησάκι πο ὀμορφαίνει τ χρο, μ τν πλότητα πο διακρατε,  καλλωπίζει τν ψυχή του κα τὴν συντηρε μέσα στος καθημερινότητα πο ξημέρωνε. Πιστεύω δ τι το δίνει κα  τ δικαίωμα ν ἐπαναλάβει,  π τς ρίζες τς παρξης του νεβασμένο τ διαχρονικ λόγιο:  «Το Κυρίου γ κα τ πλήρωμα ατς, οκουμένη κα πάντες ο κατοικοντες ν ατ. Ατς πί θαλασσν θεμελίωσεν ατήν... ς μεγαλύνθη τ ργα Σου, Κύριε...» (Ψαλμ. 23, 1-2. 103, 24). τσι δν εναι;
Related Posts with Thumbnails