© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Ειρήνης Κασάπη: Ο ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΟΥΣΑΚΩΦ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΟΥ ΩΣ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΜΟΣΧΑΣ

[Αναδημοσίευση από τα Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β' Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σσ. 413-424]
Η διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως στα τέλη του 20ού αιώνα και η ουσιαστική αποκατάσταση της Ρωσικής Εκκλησίας εντός του ρωσικού κράτους έφερε την έως τότε διωκόμενη Ρωσική Εκκλησία αντιμέτωπη με νέα δεδομένα. Η άμεση ρύθμιση των εκκρεμοτήτων του παρελθόντος, η ζέση στην ανάληψη πνευματικών πρωτοβουλιών, καθώς και ο επαναπροσδιορισμός της θέσεώς της εντός και εκτός της Ρωσίας κρίθηκαν επιβεβλημένα και οι νέες προοπτικές που ανοίγονταν για το Ρωσικό Πατριαρχείο θεωρήθηκαν άμεσα αξιοποιήσιμες. Οι τάσεις αυτές έγιναν αισθητές για πρώτη φορά στην Τοπική Σύνοδο του 1988 που πραγματοποιήθηκε για τον εορτασμό της επετείου των 1000 ετών από τον εκχριστιανισμό των Ρώσων στον τομέα της αναγνωρίσεως νέων αγίων με την αναγνώριση εννέα προσώπων και έλαβαν τελική μορφή μετά από μακρά περίοδο ζυμώσεων στη μεγάλη Αρχιερατική Σύνοδο του Ιωβηλαίου του 2000 με τη μαζική κατάταξη στα εορτολόγια της Εκκλησίας της Ρωσίας πάνω από 200 αγίους και 800 νεομάρτυρες[1]. Παράλληλα η διακήρυξη των «Βασικών κοινωνικών αρχών της Ορθόδοξης Ρωσικής Εκκλησίας» στην ίδια Σύνοδο κατέστησε σαφές ότι η επιθυμία της Ρωσικής Εκκλησίας ήταν να καταλάβει εκ νέου τη θέση της ηγεμονεύουσας Εκκλησίας στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και στο εξωτερικό και οι μαζικές ανακηρύξεις αγίων που πραγματοποιήθηκαν ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν και γι’ αυτόν το σκοπό[2]. Πράγματι η δραστηριότητα της Ρωσικής Εκκλησίας προς αυτήν την κατεύθυνση άρχισε ήδη να αποδίδει καρπούς σε παγκόσμια κλίμακα και ιδιαίτερα στο ελληνικό έδαφος με την περίπτωση της αναγνωρίσεως ως αγίου του ναυάρχου Θεοδώρου Ουσακώφ[3].
Ο Θεόδωρος Θεοδώροβιτς Ουσακώφ (1745 περίπου-1815) υπήρξε ένδοξος ναύαρχος του αυτοκρατορικού ρωσικού ναυτικού. Γεννήθηκε στο χωριό Μπουρνάκοβο της επαρχίας του Γιαροσλάβλ το έτος 1745 και ήταν γόνος οικογένειας ευγενών. Μετά την αποφοίτησή του από τη στρατιωτική σχολή του ναυτικού της Αγίας Πετρουπόλεως το έτος 1766 κατατάχθηκε στο στολίσκο της Αζοφικής Θάλασσας και από τη θέση αυτή κατά τη διάρκεια των ετών 1768-1774 έλαβε μέρος στον A΄ Ρώσο-Τουρκικό Πόλεμο (1768-1774). Κατά τη διάρκεια του πολέμου διακρίθηκε για τα προσόντα και το ζήλο του στη διοίκηση ενός ταχυδρομικού πλοίου και έπειτα μιας κανονιοφόρου, ενώ στο τέλος του πολέμου συμμετέσχε στην άμυνα της πρώτης ρωσικής βάσεως στην Μπαλακλάβα της Κριμαίας.
Μετά το τέλος του πολέμου και τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774) ο Θεόδωρος Ουσακώφ μετατέθηκε στο στόλο της Βαλτικής Θάλασσας και ένα έτος αργότερα επέστρεψε στη Μαύρη Θάλασσα στη διοίκηση της φρεγάτας «Άγιος Παύλος», ενώ από το 1783 επιφορτίστηκε με νέα καθήκοντα –την επιτήρηση για τη ναυπήγηση νέων πλοίων στη Χερσώνα και τη συμμετοχή στη δημιουργία της κύριας βάσεως του ρωσικού στόλου στη Σεβαστούπολη– οπότε και διακρίθηκε για τις διοικητικές του ικανότητες και για την ιδιαίτερη μέριμνά του για την προστασία των κατοίκων και των υφισταμένων του από την πανώλη.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Ρωσοτουρκικού Πολέμου (1787-1792) ο Ουσακώφ διακρίθηκε και για τις στρατιωτικές αρετές του. Στις 3 Ιουλίου 1788, υποναύαρχος ακόμη, στη θέση του διοικητή της εμπροσθοφυλακής του ρωσικού στόλου κατόρθωσε σημαντική νίκη κατά των Τούρκων στο Φιδονήσι της σημερινής Ουκρανίας, συνέπεια της οποίας υπήρξε η ευρεία αναγνώριση του προσώπου του και η ανάθεση σε αυτόν της γενικής διοικήσεως ολόκληρου του στόλου της Μαύρης Θάλασσας από τον παντοδύναμο αρχιστράτηγο, πρίγκιπα Γρηγόριο Αλεξάνδροβιτς Ποτέμκιν, ευνοούμενο της αυτοκράτειρας της Ρωσίας Αικατερίνης Β΄ (1762-1796). Με την προσωπική συμβολή του Θεοδώρου Ουσακώφ στην αλλαγή της έως τότε χρησιμοποιούμενης πολεμικής τακτικής ο ρωσικός στόλος πέτυχε και μια σειρά από άλλες εξίσου σημαντικές νίκες –στον πορθμό του Κερτς, τη νήσο Τένδρα και το ακρωτήριο Καλή Άκρα στη Μαύρη Θάλασσα– που συνέβαλαν αποφασιστικά στην τελική νικηφόρα έκβαση του πολέμου υπέρ της Ρωσίας και είχαν ως αποτέλεσμα την επίσπευση της υπογραφής της συνθήκης του Ιασίου (1792).
Οι επιτυχίες αυτές απέφεραν στον Θεόδωρο Ουσακώφ τα παράσημα του Αγίου Γεωργίου (άστρο του Αγίου Γεωργίου Β΄ βαθμού) και του Αλεξάνδρου Νιέφσκυ, την προαγωγή του στο βαθμό του αντιναυάρχου, καθώς και την καθιέρωσή του ως στρατιωτικής φυσιογνωμίας στη θάλασσα. Για το λόγο αυτό, όταν οι ιστορικές συνθήκες έφεραν τη Ρωσία αντιμέτωπη με τους Γάλλους δημοκρατικούς και τον Ναπολέοντα, ανατέθηκε στον Ουσακώφ η διαφύλαξη των ρωσικών συμφερόντων στη Μεσόγειο και η εκδίωξή των γαλλικών δυνάμεων από τα Ιόνια νησιά, ώστε μακροπρόθεσμα να αποτραπεί η προς Ανατολάς επέκτασή τους. Πράγματι ως αντιναύαρχος πλέον ο Ουσακώφ το φθινόπωρο του 1798 με σχετική ευκολία απελευθέρωσε κατά σειρά τα Κύθηρα, τη Ζάκυνθο, την Κεφαλονιά και τη Λευκάδα και συνέβαλε προσωπικά στην οργάνωση της τοπικής αυτοδιοικήσεως των νήσων που υπήχθη αρχικά τουλάχιστον στην ανωτάτη εξουσία του. Με αυτόν τον τρόπο πραγματοποιήθηκε και η απελευθέρωση της Κέρκυρας, η κατάληψη του φρουρίου της οποίας μετά από τετράμηνη πολιορκία υπήρξε και η λαμπρότερη σελίδα στην καριέρα του και η οποία του χάρισε το βαθμό του ναυάρχου παράλληλα με την παγκόσμια αποδοχή και αναγνώριση[4].
Σε όλη τη διάρκεια ωστόσο των επιχειρήσεων αυτών ο Θεόδωρος Ουσακώφ δεν διακρίθηκε μόνο για τα στρατιωτικά του προσόντα. Οι πηγές ομόφωνα κάνουν λόγο για το ήθος και την ευγένεια του χαρακτήρα του, αλλά και την προσωπική του ευσέβεια. Είναι χαρακτηριστικές οι συχνές περιπτώσεις απελευθερώσεως γάλλων αιχμαλώτων, η πάγια τακτική σεβασμού των περιουσιακών τους στοιχείων, η φροντίδα του για την προστασία του τοπικού πληθυσμού από τις ύπουλες διαθέσεις του κατ’ ανάγκη και για την περίσταση συμμαχικού τουρκικού στόλου με προσωπικές εκκλήσεις μάλιστα στον τσάρο Παύλο Α΄ (1796-1801), καθώς και η αποτροπή του μόνιμου κινδύνου που ενσαρκωνόταν στο πρόσωπο του Αλή πασά μέσω εξαιρετικών διπλωματικών χειρισμών, αλλά και η μέριμνά του για την ανασύσταση του επισκοπικού θρόνου της Κέρκυρας[5]. Για όλους αυτούς τους λόγους, αλλά και εξαιτίας των αυθαιρεσιών των Γάλλων, οι οποίοι δεν είχαν σταθεί αντάξιοι των ιδεών της Γαλλικής Επαναστάσεως που θεωρητικά οι ίδιοι πρέσβευαν, ο ελληνικός πληθυσμός των Επτανήσων είδε τους Ρώσους ως απελευθερωτές και υποδέχθηκε, κατά γενική ομολογία, με θέρμη τον αντιναύαρχο, ο οποίος πέραν των ανωτέρω συνέβαλε και στη δημιουργία της Επτανήσου Πολιτείας, του πρώτου ανεξάρτητου κρατικού μορφώματος στον ελλαδικό χώρο μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως καθιστάμενος έτσι σημαίνουσα προσωπικότητα στην ιστορία των Επτανήσων εν γένει[6].
Βάσει των παραπάνω στοιχείων δεν είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι ρωσικοί παράγοντες δραστηριοποιήθηκαν προς την κατεύθυνση προβολής του προσώπου του Θεοδώρου Ουσακώφ και της προσφοράς του στην Ελλάδα και τα Επτάνησα. Αξιομνημόνευτο όμως είναι ότι οι προσπάθειες προβολής του Ουσακώφ στην Ελλάδα και την αυτοκέφαλη Ελλαδική Εκκλησία δεν περιορίζονται στην αναγνώρισή του ως ρώσου εθνικού ήρωα και ενδεχομένως ευεργέτη των Ελλήνων, αλλά βασίζονται πλέον στην αιφνίδια ανακήρυξή του ως αγίου από το Πατριαρχείο της Μόσχας. Πράγματι η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Μόσχας, μετά από σχετική έρευνα κατά την καθιερωμένη τακτική της στο ζήτημα των αναγνωρίσεων αγίων, που παγιώθηκε κυρίως από την Αρχιερατική Σύνοδο του Ιωβηλαίου και εξής, προχώρησε τον Οκτώβριο του 2004 επισήμως στην ένταξη του Θεοδώρου Ουσακώφ στη χορεία των γενικής τιμής αγίων της, ενώ ήδη από το 2001 τον είχε συναριθμήσει στους τοπικούς αγίους της επαρχίας του Σαράνσκ[7]. Με αφορμή τα ανωτέρω το έτος 2002 το ρωσικών συμφερόντων ίδρυμα «Russkij Predprinimatel’» σε συνεργασία με την Ιερά Μονή Danilovskij, έδρα του Πατριαρχείου της Μόσχας, πραγματοποίησαν στην Κέρκυρα σειρά εκδηλώσεων στη μνήμη του ρώσου ναυάρχου και το έτος 2005 ομάδα ρώσων και ομογενών επιχειρηματιών επιχείρησαν τη σύσταση ομωνύμου με το ναύαρχο ιδρύματος στην Ελλάδα που θα είχε ως αποστολή τη διαιώνιση της μνήμης του αγίου Θεοδώρου Ουσακώφ και την ίδρυση και συντήρηση ναών προς τιμήν του εντός της χώρας[8].
Οι εν λόγω ενέργειες του ρωσικού πατριαρχείου και των άλλων παραγόντων ωστόσο έγειραν ερωτηματικά και προκάλεσαν ποικίλους προβληματισμούς ως προς τη σκοπιμότητα τέτοιων κινήσεων που είναι δυνατόν να ερμηνευθούν ως ανάμιξη στα εσωτερικά μιας άλλης αυτοκέφαλης Τοπικής Εκκλησίας και παρέμβαση εις βάρος της νόμιμης δικαιοδοσίας της. Και τούτο αφενός επειδή το ζήτημα ανεγέρσεως ιερών ναών σε ξένη επικράτεια και η διαχείρισή τους εντάσσεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της εκάστοτε Τοπικής Εκκλησίας[9] και αφετέρου επειδή η λογική πορεία της τιμής ενός αγίου τείνει αυθορμήτως από την τοπικότητα προς την οικουμενικότητα και δεν επιβάλλεται στο τοπικό εκκλησιαστικό πλήρωμα έξωθεν, ιδιαίτερα όταν η συγκεκριμένη αναγνώριση εντάσσεται στο πλαίσιο των αναγνωρίσεων αγίων που εγκαινίασε η Ρωσική Εκκλησία με την Τοπική Σύνοδο του 1988 και κορυφώθηκε με τις μαζικές αναγνωρίσεις αγίων από την Αρχιερατική Σύνοδο του Ιωβηλαίου το 2000 δίνοντας αφορμή να κατηγορηθεί η ίδια αφενός και για τη δημιουργία μιας νεοφανούς τάσεως «βιομηχανίας αγίων», αλλά και για σύγχυση των κριτηρίων της Ορθόδοξης Παραδόσεως σχετικά με το ζήτημα αυτό[10].
Πραγματικά η Τοπική Σύνοδος του 1988 πέραν του Μάξιμου του Γραικού (1470-1556), του μητροπολίτη Μόσχας Μακαρίου (1482-1563), της Ξένης της διά Χριστόν σαλής (1732-αρχές του 19ου αι.) και του ιερομονάχου Αμβροσίου της μονής της Όπτινα (1812-1891), που ανακηρύχθηκαν άγιοι εξαιτίας της ευρείας λαϊκής τιμής στο πρόσωπό τους και του θαυματουργικού τους χαρίσματος, αναγνώρισε παράλληλα ως αγίους το μεγάλο ηγεμόνα της Μόσχας Δημήτριο Ντονσκόι (1350-1389) και τον αρχιμανδρίτη Παΐσιο Βελιτσκόφσκι (1722-1794) για την προσφορά ανεκτίμητων υπηρεσιών στην Εκκλησία, τον Ανδρέα Ρουμπλιώφ (1360-α΄ μισό του 15ου αι.) για τον ασκητικό του βίο και τον επίσκοπο Ιγνάτιο Brjančaninov (1807-1867) μαζί με τον επίσκοπο Θεοφάνη τον Έγκλειστο (1815-1894) για τον υψηλό πνευματικό τους βίο και το συγγραφικό τους έργο.
Αντίστοιχα η Αρχιερατική Σύνοδος του 1989 προχώρησε στην αναγνώριση των πατριαρχών Ιώβ και Τύχωνα εξαιτίας των ανεκτίμητων υπηρεσιών τους στην Εκκλησία, ενώ η Τοπική Σύνοδος του 1990 αναγνώρισε έναν μόνο άγιο, τον Ιωάννη της Κρονστάνδης με το αδιαμφισβήτητο επιχείρημα της εκτεταμένης λαϊκής τιμής και της θαυματουργίας. Κατά παρόμοιο τρόπο η Αρχιερατική Σύνοδος του 1992 προχώρησε στην αναγνώριση των γονέων του αγίου Σεργίου του Ράντονεζ, Κυρίλλου και Μαρίας, για τον ενάρετό τους βίο, αλλά και των: μητροπολίτη Kιέβου και Γαλικίας Βλαδίμηρου Bogojavlenskij (1848-1918), μητροπολίτη Πετρουπόλεως και Γκντωβ Βενιαμίν Kazanskij (1873-1922), αρχιμανδρίτη Σεργίου Shein (1866-1922), Γεωργίου Novickij (1882-1922) και Ιωάννου Kovšarov (1878-1922) ως των πρώτων μαρτύρων του σοβιετικού καθεστώτος. Παρομοίως η ίδια Σύνοδος συναρίθμησε στη χορεία των νεομαρτύρων της Ρωσικής Εκκλησίας τη μεγάλη πριγκίπισσα Ελισάβετ Feοdorovna (1864-1918) και τη μοναχή Βαρβάρα (†1918) που μαρτύρησε μαζί της, χωρίς όμως να καθίσταται φανερό εάν το μαρτύριό τους είχε πολιτικά κίνητρα ή ήταν όντως μαρτύριο υπέρ του Χριστού.
Περαιτέρω η Αρχιερατική Σύνοδος του 1994 αναγνώρισε ως αγίους το μητροπολίτη Μόσχας και Κολόμνας Φιλάρετο Drozdov (1782-1867) για την προσφορά του στην Εκκλησία και τους μάρτυρες ιεραποστόλους πρωτοπρεσβύτερο Αλέξανδρο Hotovickij (1872-1937) και πρωθιερέα Ιωάννη Kočurov (1871-1917), ενώ η Αρχιερατική Σύνοδος του 1997 ενέταξε στους νεομάρτυρες της Ρωσικής Εκκλησίας τους μητροπολίτες Κρουτίτσης Πέτρο Poljanskij (1862-1937) και Σεραφείμ Čičagov (1856-1937) και τον αρχιεπίσκοπο Θαδδαίο Uspenskij (1872-1937). Τέλος η Αρχιερατική Σύνοδος του Ιωβηλαίου του 2000 προχώρησε στην αναγνώριση άνω των 200 αγίων και 800 νεομαρτύρων που μαρτύρησαν κατά τη διάρκεια του σοβιετικού καθεστώτος, χωρίς όμως και πάλι να καθίσταται σαφές το μαρτύριο υπέρ του Χριστού και η ρητή ομολογία πίστεως που προσιδιάζει και χαρακτηρίζει τους μάρτυρες, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ανάμεσα στους παραπάνω κατατάχθηκε και ο τσάρος Νικόλαος Β΄ με τα μέλη της οικογένειάς του στην τάξη των Παθοφόρων αγίων. Οι Παθοφόροι άγιοι αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία μαρτύρων της Ρωσικής Εκκλησίας, οι οποίοι ηθελημένα έχασαν τη ζωή τους και δεν πρόβαλαν αντίσταση στους δημίους τους, για να αποφευχθεί με αυτόν τον τρόπο ο εμφύλιος πόλεμος και η άσκοπη αιματοχυσία[11].
Κατά συνέπεια η διαδικασία αναγνωρίσεως που ακολουθήθηκε, καθώς και τα πρόσωπα που τελικά επιλέχθηκαν προς ένταξη στα εορτολόγια της Εκκλησίας της Ρωσίας προκάλεσαν έντονο προβληματισμό και εύλογα ερωτηματικά, αφενός επειδή η διαδικασία αυτή υπήρξε περίπλοκη και χρονοβόρα, στοιχείο που δεν είναι οικείο στην παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφετέρου επειδή δεν υπήρξε σαφής διάκριση μεταξύ των μαρτύρων της πίστεως και εκείνων που οδηγήθηκαν στο μαρτύριο και το θάνατο ως εθνομάρτυρες ή εχθροί του καθεστώτος και τέλος επειδή κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά αίτια χρησιμοποιήθηκαν ως κίνητρο γι’ αυτές τις αναγνωρίσεις, ενώ παραθεωρήθηκαν άλλα αυθεντικότερα κριτήρια της Ορθόδοξης Παραδόσεως, όπως το χάρισμα της θαυματουργίας και η προϋπόθεση της ευρείας τιμής από το εκκλησιαστικό πλήρωμα[12].
Αντίστοιχα αναφορικά με την αναγνώριση ως αγίου του Θεοδώρου Ουσακώφ οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η λαμπρή καριέρα του ως ναυάρχου και το ένδοξο πέρασμά του από τη Μεσόγειο, η προσφορά αδιαμφισβήτητων υπηρεσιών στην πατρίδα του, αλλά και στους Έλληνες, παράλληλα με το ήθος και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του τον κατέστησαν μια αξιόλογη προσωπικότητα μεν και ικανότατο ναύαρχο δε, αλλά τα στοιχεία αυτά δεν δικαιολογούν την πρωτοβουλία του πατριαρχείου Μόσχας να σπεύσει να τον κατατάξει στους αγίους του. Τούτο έρχεται σε σύγκρουση με τη μακραίωνη παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, κατά την οποία οι άγιοι δεν επιβάλλονται με επίσημες Πράξεις Ανακηρύξεως, αλλά πρώτα αναδεικνύονται από το Θεό και έπειτα καθιερώνονται ως τέτοιοι στην κοινή συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας. Στην περίπτωση μάλιστα του ναυάρχου Ουσακώφ η τιμή του από το πλήρωμα της Εκκλησίας της Ρωσίας, ατράνταχτο επιχείρημα για τις αναγνωρίσεις άλλων αγίων, ίσως δεν αποτελεί παρά έκφραση της ευγνωμοσύνης του ρωσικού λαού απλώς προς ένα εθνικό του ήρωα και όχι αυθεντική λαϊκή αναγνώριση της αγιότητάς του.
Πέραν όμως των ανωτέρω προβληματισμών δεν θα ήταν θεμιτό να παραγνωριστεί η δικαιολογημένη επιθυμία της Ρωσικής Εκκλησίας να προβληθεί ξανά σε τοπική, αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια μέσω των ανακηρυχθέντων αγίων της. Ιδιαίτερα μάλιστα, όταν αυτή η Εκκλησία είχε αναστείλει την κανονική της λειτουργία για μια μακρά περίοδο και κλήθηκε μόλις τα τελευταία έτη να αναπληρώσει το κενό που προκλήθηκε από τη μακρόχρονη αδράνειά της και να επανακτήσει το χαμένο έδαφος με αφετηρία τις αναγνωρίσεις νέων αγίων. Τοιουτοτρόπως μέσω αυτών η Εκκλησία της Ρωσίας θέλησε καταρχήν να τιμήσει και να επιβραβεύσει εκείνα τα μέλη της που διακρίθηκαν για την ευσέβειά τους και κατέστησαν πρότυπα μιμήσεως για τους υπόλοιπους χριστιανούς και επιπλέον θέλησε να αποκαταστήσει τη μνήμη όλων των προσώπων εκείνων που διώχθηκαν για χάρη της και τελικώς έλαβαν το στέφανο του μαρτυρίου δολοφονηθέντες από τους ιδεολογικούς αντιπάλους της. Παρόλο που οι αριθμοί των αγίων που εντάχθηκαν και συνεχώς εντάσσονται στα μαρτυρολόγιά της δεν επιτρέπουν το βαθύτερο έλεγχο των επιλογών αυτών της Ρωσικής Εκκλησίας και την περαιτέρω κριτική των κριτηρίων που χρησιμοποιήθηκαν, είναι δυνατόν να ερμηνευθούν υπό το πρίσμα της ανανεωμένης συνοδικής λειτουργίας μιας πολυπληθέστατης τοπικής Εκκλησίας που επί 70 έτη τελούσε υπό διωγμόν. Υπ’ αυτήν την οπτική γωνία κατανοείται ευχερέστερα τόσο ο υπέρμετρος ζήλος όσο και η σπουδή που επέδειξε στον τομέα αυτό η Εκκλησία της Ρωσίας με την τόσο ριζική ανανέωση του εορτολογίου της. Εξάλλου με τις αναγνωρίσεις αυτές επιτεύχθηκε παράλληλα η ενδυνάμωση της παρουσίας της εντός του ρωσικού κράτους και ο επαναπροσδιορισμός της θέσεώς της ως της μόνης επίσημης Εκκλησίας της χώρας. Τοιουτοτρόπως κατέστη εφικτό για τη Ρωσική Εκκλησία να διεκδικήσει εκ νέου τη μοναδικότητα και την αποκλειστικότητα της ηγεμονεύουσας Εκκλησίας και έτσι επιχείρησε να επανεντάξει στους κόλπους της τους αδιάφορους χριστιανούς και εκείνους που υπέστησαν τη χρόνια αθεϊστική σοβιετική προπαγάνδα, αλλά και τους πεπλανημένους οπαδούς των πολλών εν δράσει στη Ρωσία σύγχρονων αιρετικών παραφυάδων και σεκτών. Επιπλέον με τις αναγνωρίσεις αυτές ικανοποιήθηκε το λαϊκό αίσθημα του αδιασάλευτα πιστού πληρώματος που υπέστη από το καθεστώς τα ίδια με την επίσημη Εκκλησία δεινά και υπέφερε τις ίδιες καταπιέσεις και ήδη κατά τη διάρκεια ακόμα του σοβιετικού καθεστώτος αναγνώριζε ως μάρτυρες, όσους είχαν πέσει θύματα αυτού. Ταυτόχρονα δόθηκε στη Ρωσική Εκκλησία η ευκαιρία να εκφράσει και εκείνη με τη σειρά της εμμέσως τη δυσαρέσκειά της κατά του παλαιού καθεστώτος και να προσεγγίσει με τον τρόπο αυτό και τους Ρώσους της διασποράς, που εξαιτίας των προσωπικών τους διωγμών υπεδείκνυαν ιδιαίτερη ευαισθησία κυρίως αναφορικά με τις αναγνωρίσεις των νεομαρτύρων και μάλιστα αυτής της τσαρικής οικογένειας. Ως εκ τούτου οι πρόσφατες αναγνωρίσεις αγίων από τη Ρωσική Εκκλησία αποτελούν ένα πολυσήμαντο και πολυδιάστατο γεγονός, το οποίο δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθεί αποκομμένο από τις επίκαιρες συνθήκες και περιστάσεις, αλλά είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί συνυπολογίζοντας όλους τους ανωτέρω παράγοντες. Η αγιότητα εξάλλου είναι μέγεθος που υπερβαίνει τα ανθρώπινα μέτρα και κριτήρια και εν τέλει μόνο οι αυθεντικοί άγιοι μένουν διαχρονικά στη συνείδηση των πιστών, η φήμη τους εν καιρώ ξεπερνάει τα στενά τοπικά πλαίσια και μόνο αυτοί εντάσσονται αβίαστα στα Αγιολόγια και των υπολοίπων τοπικών Εκκλησιών απολαμβάνοντας οικουμενική τιμή και αναγνώριση.
Σημειώσεις:
[1] Βλ. «Dejanie Jubilejnogo Osvjaščennogo Sobora Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi o sobornom proslavlenii novomučenikov i ispovednikov Rossijskih XX veka» (Πράξη της Ιεράς Συνόδου του Ιωβηλαίου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας περί της αναγνωρίσεως της Συνάξεως των Ρώσων Νεομαρτύρων και Ομολογητών του 20ούαιώνα), Sbornik Dokumentov i Materialov Jubilejnogo Archierejskοgo Sobora Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi, Moskva, 13-16 avgusta 2000 g., Niznij-Novgorod 2001, σσ. 108-132. Σημειώνεται ότι ο αριθμός των ανακηρυχθέντων νεομαρτύρων σήμερα είναι ακόμα μεγαλύτερος, αφού μετά το πέρας των εργασιών της Συνόδου του Ιωβηλαίου και έως τα τέλη του 2008 νέα ονόματα έχουν προστεθεί συμπληρωματικώς και προστίθενται συνεχώς στην ίδια κατηγορία, όπως εν προκειμένω ο ναύαρχος Θεόδωρος Ουσακώφ.
[2] «Osnovy social’noj koncepcii Russkoj Pravoslavnoj Tserkvi» (Βασικές κοινωνικές αρχές της Ορθόδοξης Ρωσικής Εκκλησίας), Sbornik Dokumentov i Materialov Jubilejnogo Archierejskοgo Sobora Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi, Moskva, 13-16 avgusta 2000 g., (Συλλογή εγγράφων και ντοκουμέντων της Αρχιερατικής Συνόδου του Ιωβηλαίου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, Μόσχα, 13-16 Αυγούστου 2000), Niznij-Novgorod 2001, σσ. 171-250.
[3] Για τα βιογραφικά στοιχεία του ναυάρχου βλ. Ε. Β. Ταρλέ, «Ὁ ναύαρχος Οὐσακὼφ στὰ νησιὰ τοῦ Ἰονίου», Κερκυραϊκὰ Χρονικ ΙΧ (1962) 46-96. Ε. Τάρλε. Ο ναύαρχος Ουσακώφ στα Ιόνια νησιά, μτφρ. Ολέγ Τσυμπένκο, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2002. V. Ganičev, Admiral akov, flotovodec svjatoj (Ο ναύαρχος Ουσακώφ, στόλαρχος και άγιος), εκδ. ΙΤΡΚ, Μόσχα 2008. O. A. Kazakov, Svjatoj flotovodec Rossii. Žizn’ Dejanijascvjatogo pravednogo voina Feodora akova, admiral nepobedimogo (Ο άγιος ρώσος στόλαρχος. Βίος και Πολιτεία του αγίου δικαίου στρατιώτη Θεοδώρου Ουσακώφ, αήττητου ναυάρχου), εκδ. Satis’ Deržava, Αγία Πετρούπολη 2007.
[4] Βλ. J. P. Bellaire, Précis des opérations générales de la division française du Levant, Paris 1805, σσ. 285-360. Γ. Ε. Μαυρογιάννης, Ἱστορία τῶν Ἰονίων νήσων, τ. 1, ἐν Ἀθήναις 1889. Ν. Μοσχονᾶς, «Τὰ Ἰόνια νησιά κατὰ τὴν περίοδο 1797-1821», Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους 11 (1975) 382-402. Α. Χ. Τσίτσα, Το Diario τῆς πολιορκίας τῆς Κερκύρας ἀπό τούς Ρωσότουρκους (1798-1799) γραμμένο ἀπό τόν Πέτρο Βούλγαρη, Κέρκυρα 1989. Π. Χιώτης, Σειρᾶς ἱστορικῶν ἀπομνημονευμάτων, τ. 3, Κέρκυρα 1863, σσ. 657-777. N. V. Novikov, «Sozdanie flota na Černom More. Vtoraja turečkaja vojna» (Η ναυπήγηση του στόλου στη Μαύρη Θάλασσα. Β΄ Τουρκικός Πόλεμος), Istorijarossijsskogo flota, εκδ. Ėksmo, Μόσχα 2007, σσ. 162-183. N. D. Kallistovyj, «Flot v carstvovanie imperatora Pavla I» (Ο στόλος κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Παύλου Α΄), Istorija rossijsskogo flota, εκδ. Ėksmo, Μόσχα 2007, σσ. 208-246. N. D. Kallistovyj, «Flot v carstvovanie imperatora Aleksandra I» (Ο στόλος κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου Α΄), Istorija rossijsskogo flota, εκδ. Ėksmo, Μόσχα 2007, σσ. 247-321.
[5] Σπ. Κ. Παπαγεωργίου, Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κερκύρας, ἐν Κερκύρ 1920, σσ. 118-130. Α. Χ. Τσίτσα, Ἡ ἀποκατάσταση τοῦ ἐπισκοπικοῦ θρόνου στὴν Κέρκυρα, Κέρκυρα 1987. Π. Χιώτης, Ἱστορικά ἀπομνημονεύματα Ἑπτανήσου, τ. 6, ἐν Ζακύνθῳ 1887, σσ. 169-171.
[6] Βλ. Ευτυχία Κοσμάτου, «Η τύχη των βενετικών ηπειρωτικών κτήσεων»,Επτάνησος Πολιτεία (1800-1807): τα μείζονα ιστορικά ζητήματα. Πρακτικά Διήμερης Συνάντησης. Κέρκυρα, 18–19 Νοεμβρίου 2000, σσ. 61-73. Μ. Γ. Λυκίσσα, Ἡ Κέρκυρα στους ἀγῶνες κατά τῶν Τούρκων, Άθήνα 1982, σ. 24. Α. Χ. Τσίτσας, «Ὁ ναός τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος κάτω ἀπό τήν τσαρική προστασία», Σύμμικτα Κερκυραϊκά, Κέρκυρα 1982, σσ. 5-14.
[7] «Opredelenie Svjašennogo Arhierejskogo Sobora Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi po dokladu Sinodal’noj Komissii po kanonizacii svjatyh» (Απόφαση της Αγίας Αρχιερατικής Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά την εισήγηση της Συνοδικής Επιτροπής Ανακηρύξεων Αγίων), Žurnal Moskovskoj Patriarhii 10 (2004) 17 και «Opredelenija Svjašennogo Sinoda» (Αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου) Žurnal Moskovskoj Patriarhii 4 (2004) 18.
[8] Βλ. Ν. Παπαχρήστου, «Ελληνορωσικό θρίλερ με τον άγιο Ουσάκοφ», Καθημερινή, 30. 9. 2007, σ. 37.
[9] Ιδιαίτερα για την Εκκλησία της Ελλάδος βλ. Βλ. Ἰω. Φειδᾶς, Ἱεροὶ Κανόνες καὶ Καταστατικὴ Νομοθεσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σσ. 583-584.
[10] Σχετικά με το ζήτημα της ανακηρύξεως αγίων στην Ορθόδοξη Εκκλησία βλ. Ἁμ. Σ. Ἀλιβιζάτος, «Ἡ ἀναγνώρισις τῶν Ἁγίων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Θεολογία 19 (1941-1948) 18-52. Ἀνώνυμος, «Ἡ Ἀνάδειξις Ἁγίων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ»,Ὀρθοδοξία 65 (1931) 281-287. Ἀλ. Σ. Κορακίδης, Ἁγιότητα καί Μαρτύριο- Ἁγιολογίατῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος, Αθήνα 2000. Κωνσταντῖνος, μητροπολ. Δέρκων, «Ἡ Ἀναγνώρισις τῶν Ἁγίων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ κατά τήν τάξιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου», Ἐπιστημονική Παρουσία Ἑστίας ΘεολόγωνΧάλκης Α΄ (1987) 225-232. Κωνσταντῖνος, μητροπολ. Σερρῶν, «Περὶ Ἀναγνωρίσεως τῶν Ἁγίων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ», Θεολογία 27 (1956) 611-615. Γ. Δ. Μεταλληνός, «Ἁγιότης μαρτυρουμένη», Λόγος ὡς ἀντίλογος. Θεολογικά δοκίμια, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 19982. σσ. 49-60. Ἀντ. Παπαδόπουλος, Ἁγιολογία. Θέματα γενικά, εἰδικά καιἙορτολογίου Ι, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1996. Ἀντ. Παπαδόπουλος, Ἁγιολογία. Θέματα γενικά, εἰδικά καί Ἑορτολογίου ΙΙ, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1997. Παπαδόπουλος Στ. Γ., Διαπίστωση καί διακήρυξη τῆς ἁγιότητας τῶν Ἁγίων, ἐκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1990. Π. Πάσχος, Ἅγιοι, οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ-Εἰσαγωγὴ στὴν Ἁγιολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, [Ὑμναγιολογικά Κείμενα καὶ Μελέτες-2], ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 19972. Κ. Μ. Ράλλης, «Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον», Ἑκατονταετηρὶς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν 1837-1937 (1938) 305-316. Δ. Γ. Τσάμης, Ἁγιολογία τῆςὈρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1999. Γ. Τσέτσης, Ἡ ἔνταξις τῶν ἁγίων στό Ἑορτολόγιο, ἐκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1991. P. Evdokimov, «La sainteté dans la tradition de l’ Eglise Orthodoxe», Contacts 73-74 (1971) 121-190. G. P. Zacharias, «La sainteté selon la tradition Orthodoxe», Contacts 37 (1962) 159-179.
[11] Βλ. Αντίστοιχα «Opredelenija Svjaščennogo Sinoda» (Αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου), Žurnal Moskovskoj Patriarhii 6(1988)9-12. «Opredelenija Svjaščennogo Sinoda» (Αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου), Žurnal Moskovskoj Patriarhii 1(1990)10-12. «Opredelenija Svjaščennogo Sinoda» (Αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου), Žurnal Moskovskoj Patriarhii 6(1990)5-7. «Bishop’s Council of the Russian Ortodox Church»,Journal of the Moscow Patriarchate 4(1992)2-4. «Opredelenie Arhierejskogo Sobora Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi po dokladu Sinodal’noj Komissii po kanonizacii svjatyh (29 nojabrja-2 dekabrja 1994 goda)» [Απόφαση της Αρχιερατικής Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά την εισήγηση της Συνοδικής Επιτροπής Ανακηρύξεων αγίων (29 Νοεμβρίου-2 Δεκεμβρίου 1994)], Kanonizacija svjatyh v XX veke, Komissija Svjaščennogo Sinoda Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi po kanonizacii svjatyh, εκδ. Sretenskij Monastyr’, Moskva 1999σ. 163. «Opredelenie Arhierejskogo Sobora Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi ot 18-22 fevralja 1997 goda po dokladu Sinodal’noj Komissii po kanonizacii svjatyh» (Απόφαση της Αρχιερατικής Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της 18-22 Φεβρουαρίου 1997 κατά την εισήγηση της Συνοδικής Επιτροπής Ανακηρύξεων Αγίων), Kanonizacija svjatyh v XX veke, Komissija Svjaščennogo Sinoda Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi po kanonizacii svjatyh, εκδ. Sretenskij Monastyr’, Moskva 1999, σ. 214. «Dejanie Jubilejnogo Osvjaščennogo Sobora Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi o sobornom proslavlenii novomučenikov i ispovednikov Rossijskih XX veka» (Πράξη της Ιεράς Συνόδου του Ιωβηλαίου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας περί της αναγνωρίσεως της Συνάξεως των Ρώσων Νεομαρτύρων και Ομολογητών του 20ούαιώνα), Sbornik Dokumentov i Materialov Jubilejnogo Archierejskοgo Sobora Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi, Moskva, 13-16 avgusta 2000 g., Niznij-Novgorod 2001, σσ. 108-132).
[12] Για τη διαδικασία των πρόσφατων αναγνωρίσεων αγίων στη Ρωσική Εκκλησία βλ. «O kanonizacii svjatyh v Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi. Doklad mitropolita Krutickogo i Kolomenskogo Juvenalija na Osvjaščennom Pomestnom Sobore Russkoj Pravoslavnoj Cerkvi, posvjaščennom 1000-letiju Krešenija Rusi. Trojce-Sergieva Lavra 6-9 ijunja 1988 goda» (Περί ανακηρύξεως αγίων στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Εισήγηση του μητροπολίτη Κρουτίτσης και Κολόμνας Ιουβενάλιου ενώπιον της Ιεράς Τοπικής Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφιερωμένης στη χιλιετία από τον εκχριστιανισμό της Ρωσίας. Λαύρα του Αγίου Σεργίου 6-9 Ιουνίου 1988), Kanonizacija svjatyh v XX veke, εκδ. Sretenskij Monastyr’, Moskva 1999, σσ. 21-73. Juvénal, Métropolite de Kroutitsy et de Kolomna, «La Canonisation des Saints dans l’ Eglise Orthodoxe Russe», Messager de l’ Exarchat du Patriarche Russe en Europe Occidentale117 (1989) 9-29. «Doklad mitropolita Krutickogo i Kolomenskogo Juvenalija, Predsedatelja Komissii po kanonizacii svjatyh, o Kanonizacii Svjatyh, pročitannyj 9 oktjabrja 1989 goda na Osvjaščennom Arhierejskom Sobore Russkoj Pravoslanoj Cerkvi g. Moskva, Svjato-Danilov monastyr’, 7-14 oktjabrja 1989 goda» (Εισήγηση του μητροπολίτη Κρουτίτσης και Κολόμνας Ιουβενάλιου, προέδρου της Επιτροπής Ανακηρύξεων Αγίων, «Περί ανακηρύξεως αγίων», ανακοινωθείσα την 9η Οκτωβρίου 1989 στην Ιερά Αρχιερατική Σύνοδο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, Μόσχα, Μονή του Αγίου Δανιήλ, 7-14 Οκτωβρίου 1989), Kanonizacija svjatyh v XX veke, εκδ. Sretenskij Monastyr’, Moskva 1999, σσ. 83-90. «Doklad mitropolita Krutickogo i Kolomenskogo Juvenalija, Predsedatelja Komissii po kanonizacii svjatyh, Ob otnošenii Cerkvi k podvigu mučeničestva, predstavlennyj na zacedanii Svjaščennogo Sinoda Russkoj Pravoslanoj Cerkvi, 25 marta 1991 goda» (Εισήγηση του μητροπολίτη Κρουτίτσης και Κολόμνας Ιουβενάλιου, προέδρου της Επιτροπής Ανακηρύξεων Αγίων, «Περί της σχέσεως της Εκκλησίας με τον άθλο του Μαρτυρίου, ανακοινωθείσα στη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, 25 Μαρτίου 1991), Kanonizacija svjatyh v XX veke, εκδ. Sretenskij Monastyr’, Moskva 1999, σσ. 96-126.

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Ένα πολύτιμο χαλί, στη θέση μιας πολυφορεμένης κουρελούς

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Το Καλοκαίρι τελείωσε. Μαζί του και οι πολιτιστικές εκδηλώσεις, εγχώριες και εισαγόμενες. Μπήκε ο Οκτώβρης –τι μπήκε, λέω, που φεύγει κιόλας– και στις πιο πολλές περιπτώσεις επαληθεύεται αυτό που ο λαός σοφά εκφράζει στην παροιμιακή του πράξη: «κάθε κατεργάρης στον μπάγκο του». Και στις μέρες μας δεν ξέρω τι κάνει ο κατρεγάρης, όπως με αναγραμματισμό ονομάζεται ο κατεργάρης, αλλά όλοι γνωρίζουμε άριστα –ή πιο σωστά βιώνουμε– το τι σημαίνει να κάθεσαι στον μπάγκο και να τραβάς κουπί, χωρίς προοπτική, αλλά με το μαστίγιο πάντα από πάνω σου. Άσε εκείνο το χαράτσι, που σαν καθαρόαιμος Επτανήσιος, δεν νοιώθω μόνο άδειος στην τσέπη, αλλά και στην ψυχή. Μ’ άλλα λόγια Τούρκους δεν είχε το αίμα μου, αλλά φορολογείται οθωμανικά. Ας όψονται αυτοί που λησμόνησαν πως η παραλιακή οδός λέγεται Στράτα Μαρίνα.
    Στην μελαγχολία, λοιπόν, των ημερών και για να μην κλαίγομαι μόνο, αυτήν την εποχή κάνω τα καλύτερα μπάνια.
   Στην θάλασσα ήμουν, που λέτε, σαν πήρα ένα τηλέφωνο επαναφοράς, από την φίλη Πιερρίνα Κοροτιοπούλου. Σκοπός του ήταν να μου θυμίσει πως χρωστούσα το κείμενο, που είχα στο τέλος της Άνοιξης, αν δεν απατώμαι, υποσχεθεί για το περιοδικό «Ιονικά Ανάλεκτα», που μια ομάδα συμπατριωτών μας, οι δραστήριοι «Φίλοι του Μουσείου Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων», εκδίδει, γεμίζοντας άνθη το κενό, κατά την προτροπή του ποιητή και ετοιμάζεται για το τρίτο του τεύχος.
   Το κείμενο το είχα έτοιμο, λίγες σημειώσεις μου έλειπαν, με κάποιες λέξεις, από αυτές των παλιών ζακυνθινών χειρογράφων, που δεν είχα ακόμα ερμηνεύσει, μια και δεν υπήρχαν ούτε στο πολύτιμο «Λεξικόν» του Λεωνίδα Ζώη, ούτε σε κανένα άλλο και θα το έστελνα. Μα εκείνο που σκέφτηκα δεν ήταν τόσο η εργασία, που με την βοήθεια κάποιου φίλου, άριστου γνώστη των Επτανησιακών, θα τελείωνα, αλλά η σκέψη του τι είναι πολιτισμός. Έχοντας, μάλιστα, το κουρελομάνι των αφισών, με το οποίο σε κάποιο προηγούμενό μας κείμενο ασχοληθήκαμε, μπροστά μου, η απορία μου γίνηκε περισσότερο έντονη. Γι’ αυτό έκανα μερικές σκέψεις, που σήμερα τις μοιράζομαι μαζί σας.
   Τα «Ιόνια Ανάλεκτα» έχουν ήδη προσφέρει δύο τεύχη, με θαυμάσια και πρωτότυπη ύλη και –όπως ήδη σημειώσαμε– ετοιμάζονται για το τρίτο. Τι σημαίνει αυτό; Μα πολλά νομίζω. Εντοπίζω ελάχιστα.
   Υπάρχει στο συρτάρι μου ένας αληθινός θησαυρός. Όχι χρήματα, βέβαια, μια και όλα μειώνονται, σαν τον πάγο, που τον βλέπει ο ήλιος, ούτε κάτι κληρονομικά πολύτιμο, αφού, βλέπετε ο σεισμός και τα επακόλουθά του, ορατά και αόρατα, μας εξαφάνισαν και μας έκαναν αμήτορες. Ο θησαυρός είναι φωτογραφημένοι κώδικες και χειρόγραφα, παλιές διαθήκες και συμβόλαια, από τα οποία φωτίζονται αρκετές σημαντικές στιγμές της τοπικής μας ιστορίας.
   Μου αρέσει ν’ ασχολούμαι μαζί τους και προ πάντων να τα δουλεύω, προσθέτοντας και εγώ το μικρό μου λιθαράκι στην οικοδομή που λέγεται Επτανησιακή Ιστοριογραφία και είναι ένα κομμάτι της ιδιαιτερότητας του δικού μας πολιτισμού, που μας έδωσε και ίσως μας δίνει λόγο και αιτία ύπαρξης. Αυτό, μάλιστα, με ξεκουράζει και με ηρεμεί. Νοιώθω σαν τον πατέρα που γεννά, μια και η μητέρα τίκτει.
   Τελευταία, όμως, ομολογώ πως καιρό είχα ν’ ασχοληθώ μ’ αυτήν μου την αγάπη. Όχι πως δεν έχω καιρό και διάθεση, όχι πως κάτι τέτοιο έπαψε ν’ ανήκει στα ενδιαφέροντά μου, αλλά για να γίνει κάτι παρόμοιο, πρέπει να υπάρχει το έντυπο, που θα δημοσιευθεί. Διαφορετικά γιατί ο κόπος και ο χαμένος χρόνος;
   Τα «Επτανησιακά Φύλλα» έκλεισαν, τον καιρό μάλιστα που οι ιθύνοντες έλεγαν τη Ζάκυνθο: «νησί του πολιτισμού» στους πανηγυρικούς τους και μόνο κάπου-κάπου κανένα συνέδριο γίνεται, όπως το «Πανιόνιο» της επόμενης Άνοιξης, που σε αναγκάζει να σκύψεις στο υλικό σου, να ψάξεις, να ερευνήσεις και να προσφέρεις. Επίσης, για να μην γίνομαι άδικος, γίνεται το ερχόμενο Φθινόπωρο και το συνέδριο για τον Ανδρέα Βεζάλ, μεγάλη προσφορά και αυτό για το νησί μας. Μ’ αυτά είναι δύο στιγμές μέσα σ’ έναν ολόκληρο χρόνο. Με τις υπόλοιπες τι γίνεται;
   Η ύπαρξη φιλολογικών και ιστορικών εντύπων, παλιότερα, στάθηκε αφορμή στο να δημιουργηθεί μια παράδοση, για την οποία είμαστε σήμερα περήφανοι. Είναι μια ανάλογη περίπτωση με την ύπαρξη θεάτρου. Αν αυτό δεν υπήρχε, προς τι ο Θεόδωρος Μοντσελέζε, ο Σαβόγιας Ρούσμελης, ο Δημήτριος Γουζέλης και ο Αντώνιος Μάτεσης –για ν’ αναφερθούμε μόνο σε μερικές, σημαντικές περιπτώσεις– να έγραφαν τα έργα τους; Το θέατρο γράφεται για να παίζεται στη σκηνή και όχι για να διαβάζεται.
   Έτσι συμβαίνει και με την μελέτη και την έρευνα, αλλά και από την δημιουργία. Μην ξεχνάμε πως ποίηση γράφτηκε, σε καιρούς που εκδιδόταν και λογοτεχνικά περιοδικά. Αυτά προσέφεραν πολλά και ευτυχώς το νησί μας είχε πάμπολλα και καλά. Γι’ αυτό και ο πολιτισμός μας.
   Κάθε ενέργεια στον πολιτιστικό χώρο μετρά, αν έχει αφήσει κάτι την επόμενη μέρα της εμφάνισής της. Όσο, μάλιστα, περισσότερο χρόνο κρατεί ο απόηχός της, τόσο πιο σημαντική είναι η προσφορά της.
   Γι’ αυτό  μετά τον ζεστό μου Αύγουστο, αληθινή δροσιά του Σεπτέμβρη ήταν το τηλέφωνο, που ήδη σημείωσα, για τα «Ιόνια Ανάλεκτα». Ήταν το πολύτιμο χαλί, στη θέση μιας πολυφορεμένης κουρελούς.
   Μακάρι να μπορέσουμε να τα κρατήσουμε.

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Митрополит Волоколамский Иларион: Миланский эдикт и христианская свобода

[9 октября 2013 года митрополит Волоколамский Иларион, председатель Отдела внешних церковных связей Московского Патриархата, выступил на годичном акте Санкт-Петербургской духовной академии.]

В этом году во всем христианском мире торжественно отмечают 1700-летие издания Миланского эдикта. Только что я вернулся из сербского города Ниш, где родился святой равноапостольной император Константин. Там прошли межправославные торжества, посвященные юбилею документа, ставшего судьбоносным для истории христианства. Святейший Патриарх Кирилл принял участие в торжествах вместе с главами других Поместных Православных Церквей, включая Патриархов Константинопольского, Иерусалимского и Сербского.

Для Русской Православной Церкви год 1700-летия Миланского эдикта совпал с другим знаковым юбилеем — 1025-летием Крещения Руси. Это совпадение позволяет нам задуматься об историческом пути Церкви, поразмышлять о древнем событии, положившем начало новой христианской цивилизации, но одновременно с этим оценить и нашу собственную недавнюю историю. То, что мы пережили и чем продолжаем жить сегодня, можно с уверенностью назвать «вторым Крещением Руси». На мой взгляд, наша эпоха — эпоха возрождения Церкви — имеет в себе нечто глубоко сходное с эпохой, последовавшей за обнародованием Миланского эдикта. Связью времен выступает понятие свободы. Именно на тему христианской свободы я и хотел бы поразмышлять сегодня.

Миланский эдикт — по сути, первый официальный государственный документ в Римской империи, благодаря которому «кафолическая Церковь» получает не только право на существование, но также государственное и общественное признание. Если до этого христиан гнали и истребляли, если они могли существовать лишь в катакомбах и глухом подполье, то благодаря Миланскому эдикту христиане впервые, наравне с язычниками, получили право открыто исповедовать и проповедовать свою веру, стоить храмы, открывать монастыри и школы. Огромным достижением константиновской эпохи стало признание Церкви в качестве полноценного участника общественных процессов, позволившее ей не только свободно устраивать свою внутреннюю жизнь, но и оказывать существенное влияние на жизнь государства и общества.

Многие христиане того времени еще помнили, как гонители выдавливали Церковь из общественного пространства, загоняли ее в гетто. Многие были исповедниками с судьбами, изломанными насилием и притеснениями. Красноречивые, но одновременно исполненные боли воззвания мужей-апологетов II-III веков к государственным лидерам Римской империи для многих христиан начала IV столетия оставались правдой их собственной жизни.

Мы прикасаемся к мировосприятию христиан эпохи гонений, читая, например, Апологию Тертуллиана. Он восклицает: «Мы существуем со вчерашнего дня, и наполнили собою все ваши места: города, острова, крепости, муниципии, места собраний, самые лагери, трибы, декурии, дворец, сенат, форум. Одни только храмы ваши мы оставили вам. К какой открытой войне мы не были бы способны, на какую войну мы не были бы готовы, хотя бы и уступали вам в силе, — мы, которые так охотно дозволяем умерщвлять себя, если бы нашим учением не повелевалось нам скорее быть самим умерщвленными, чем умерщвлять других? Мы могли бы сразиться с вами и без оружия, и без бунта, отделясь от вас, как недовольные вами. Ибо если бы мы, составляя такое огромное число людей, удалились от вас в какой-либо отдаленный угол земли; то, конечно, потеря столь многих, каких бы то ни было, граждан не только была бы позором для вашего господства, но вместе с тем и наказанием» (Тертуллиан. Апология, 37).

Христианам эпохи гонений приходилось доказывать властям империи свою лояльность и свою пригодность для полноценного участия в жизни гражданского общества. Но власти оставались глухи к этим доказательствам. И вдруг то же самое поколение гонимых и притесняемых христиан становится свидетелями признания Церкви как интегральной части общества. Более того, в течение нескольких лет после издания Миланского эдикта христианство превращается в духовную силу, во многом определившую ход дальнейшей истории империи и всего мира.

По результатам Миланских соглашений императоры Константин и Лициний утверждают нечто совершенно новое, неслыханное для своих современников. Они всенародно заявляют: «Итак, руководствуясь здравым и правым смыслом, мы объявляем следующее наше решение: никому не запрещается свободно избирать и соблюдать христианскую веру и каждому даруется свобода обратить свою мысль к той вере, которая, по его мнению, ему подходит, дабы Божество ниспосылало нам во всех случаях скорую помощь и всякое благо… Отныне всякий, свободно и просто выбравший христианскую веру, может соблюдать ее без какой бы то ни было помехи… [Христианам] даруется неограниченная свобода… дается свобода и другим, по желанию, соблюдать свою веру, что и соответствует нашему мирному времени: пусть каждый свободно, по своему желанию избирает себе веру» (цит. по: Евсевий. Церковная история. 10, 5).

Важно отметить, что данный документ предоставлял свободу христианству не в ущерб другим религиям Римской империи; последователи различных языческих культов сохраняли свои права и свободы, как и прежде. Однако в Миланском эдикте, по сути, признавался тот факт, что Церковь — не какая-то маргинальная секта, разлагающая традиционные общественные устои. Напротив, авторы документа убеждены, что христиане способны обратить милость Бога ко всему народу. Богоугодность и полезность христиан для общества — вот на что опирался новый эдикт, выражая надежду на то, что «Божество» ниспошлет властям и народу империи «во всех случаях скорую помощь и всякое благо». Эти строки не просто уравнивали христиан в правах и свободах с язычниками, но открывали перед ними возможность заявить о себе как о новой силе, способной положительно влиять на общество, наполнять божественным смыслом его существование.

Благодаря Миланскому эдикту христиане оказались перед необходимостью думать не только о своем спасении и о благе своей небольшой общины. Новое положение в обществе заставило их задумываться о качестве этого общества, о своей роли в нем — роли активных граждан, молитвенников за отечество, людей доброй воли.

В новых условиях христиане — епископы, богословы, монахи и множество мирян — не растерялись. В империи начался бурный расцвет христианской мысли и культуры, зародилась христианская историософия, сформировалось новое отношение Церкви к окружающему ее миру. Эпоха, начало которой положило издание эдикта, вошла в историю как золотой век христианства, а для империи эта эпоха стала временем смены мировоззренческих парадигм. Богословие Церкви легло в основу нового понимания личной, социальной и государственной ответственности, повлияло на обновление всех институтов общества, дало новый ценностный фундамент семейным отношениям, отношению к женщине, повлекло за собой постепенное изживание института рабства в империи. Новая империя соединила в себе римскую культуру правовых отношений, греческое искусство изящной мысли и благочестие Иерусалима. А христианство стало в нем новой религией, фундаментом нового мировоззрения, способного объединить все многообразие рас и народов империи. Получив исторический шанс, Церковь воспользовалась им сполна.

Принцип свободы совести, провозглашенный в Миланском эдикте, лег в основу нового отношения власти к подданным. За шестнадцать веков Миланский эдикт предвосхитил то, что в полной мере стало возможным только в ХХ веке, после столетий войн и дискриминации. В целом ряде международных документов, положенных в основу современного мирового права (таких как, например, «Международный билль о правах человека», «Европейская конвенция о защите прав человека и основных свобод») свобода исповедовать свою веру и жить в соответствии с ней — главная идея эдикта — постулируется как одна из важнейших свобод человеческой личности.

Нечто подобное тому, что произошло в Римской империи в 313 году, совершилось 25 лет назад в масштабах тогдашнего Советского Союза. Мы были свидетелями того, как Церковь в нашей стране, после многих испытаний и кровавых жертв, вдруг вышла из гетто, встала с колен и начала свое победное шествие по городам и весям. Значительная часть общества вновь обрела свою христианскую идентичность. Конституция Российской Федерации и Конституции других независимых государств, возникших на постсоветском пространстве, ясно выразили государственное признание свободы вероисповедания. Конечно, эта свобода декларировалась и раньше, но на деле только после 1988 года она обрела реальные очертания, и христиане вновь получили исторический шанс на необъятных просторах России, Украины, Белоруссии, Молдовы, Грузии, Армении, Средней Азии, Прибалтийских стран.

А началось все с того, что в середине 1980-х годов в центре общественной дискуссии в СССР остро встал вопрос о свободе совести. В этой дискуссии активную роль играла Церковь. Вновь, как и шестнадцать столетий назад, самим фактом своего существования, вопреки окружающей действительности, Церковь обнажила кризис свободы, а вместе с тем она обнажила внутреннюю хрупкость прежнего порядка вещей. В рушившейся системе ценностей более не находилось ни политической, ни экономической, ни смысловой скрепы, способной объединять народ.

И вот, совершенно неожиданно, в контексте празднования 1000-летнего юбилея Крещения Руси, задуманного изначально как сугубо церковное торжество, в народном сознании пробудилось то, что принято называть генетической памятью, национальной или религиозной идентичностью. Тысячи и миллионы людей по всему Советскому Союзу открыто выразили свою позицию, приняв участие в торжествах, наполнив храмы и площади во время юбилейных богослужений. Властям ничего не оставалось, как увидеть и признать, что Церковь — не музейный экспонат и не зверь в клетке, а духовная сила многомиллионного народа, способная его возрождать и обновлять. Те события положили начало возрождению Церкви, которое неслучайно совпало с коренными изменениями в государственной и социальной системе нашей страны.

Некоторые события в истории Церкви нельзя объяснить иначе, как чудом Божьим. Таким чудом стала эпоха, последовавшая за Миланским эдиктом 313 года. Не меньшее чудо произошло в нашей стране в конце 1980-х годов. Могли ли люди, которые всего лишь за несколько лет до этого рисковали ради своей веры благополучием, а в некоторых случаях и жизнью, расценивать неожиданно свалившуюся на их головы свободу иначе, чем чудо и Божий дар? Могли ли они ожидать, что безбожная идеология рухнет, а на смену ей придет иное мировоззрение, в котором Благая весть Церкви снова будет рассматриваться как одна из основ общества и залог его успеха в будущем? Бесчисленные верующие, собравшиеся на торжества в июле 1988 года, могли бы повторить слова, некогда произнесенные Евсевием Кесарийским по случаю всеобщих церковных торжеств, ознаменовавших новую эпоху: «Исчез всякий страх, в котором прежде держали нас мучители. Теперь наступили радостные и торжественные дни многолюдных празднеств: все исполнилось света» (Евсевий Кесарийский. Церковная история. Кн. 10).

В обоих случаях именно дарование религиозной свободы предварило дарование прочих гражданских свобод, рассматриваемых в наше время как одно из главных достижений демократического общества. И это не случайно, потому что именно в христианской системе ценностей понятие свободы получает особое содержание. Мы, христиане, убеждены в том, что дар жизни — это дар Божий, и что сама человеческая жизнь не подвластна никому, кроме Создателя человеческого рода. Эта убежденность делает христиан свободными от гнета любой политической силы и любой идеологии. Она делает их способными быть мучениками и исповедниками, когда Церковь гонят; свидетелями истины и благовестниками Царствия Божия, когда Церковь признают. Никакой другой религии или идеологии не свойственно такое трепетное отношение к свободе. Н. Бердяеву принадлежат такие слова: «Свобода, прежде всего свобода — вот душа христианской философии и вот что не дается никакой другой, отвлеченной и рационалистической философии» (Бердяев. Философия свободы. Ч. 1).

Христианская свобода не отрывает нас от наших семей, от социальных связей, от нашего Отечества. Напротив, в самом христианском понимании свободы, в признании абсолютной и живительной связи человека с Богом заложен огромной силы нравственный потенциал. Будучи творением благого Бога, сынами и дочерьми Создателя, мы призваны возделывать данный нам во владение сад, тем самым приближая Царствие Божие к роду человеческому. Именно этот нравственный потенциал, укорененный внутри свободной человеческой личности, и увидел в христианстве император Константин, позволив этому мощному позитивному созидательному заряду высвободиться и воздействовать на все общество.

Этот же потенциал христианской свободы высвободился в нашем народе после десятилетий идеологического гнета. Я убежден, что наш народ именно потому преодолел колоссальную социальную и экономическую катастрофу 1990-х годов и нашел в себе силы встать с колен, что в нем все еще течет христианская кровь и в глубине нашего национального сознания все еще не стерто представление о христианской свободе. 

В последнее время мы все чаще и чаще можем наблюдать, как в странах Запада, а некоторыми и в нашей стране провозглашается иная свобода: от нравственных начал, от общечеловеческих ценностей, от ответственности за свои поступки. Мы видим, насколько эта свобода деструктивна и агрессивна. Вместо уважения к чувствам других людей она проповедует вседозволенность, игнорирующую убеждения и ценности большинства. Вместо подлинного утверждения свободы она утверждает далекий от элементарных нравственных ориентиров принцип неудержимого удовлетворения человеческих страстей и пороков.

Агрессивный настрой такой ложно понятой свободы приближает ее к тоталитаризму эпохи гонений и безбожию XX века. «Тоталитарная свобода», основанная на человеческих страстях, возвращает нас во времена язычников, пусть и в более лукавой и изощренной форме. На наших глазах вновь разворачиваются картины, знакомые нам по событиям безбожных десятилетий нашей страны. Воинствующее безбожие, нередко в самых уродливых и гротескных формах, вновь подняло голову и смело заявило о себе на просторах Европы. Нравственный релятивизм и вседозволенность возводятся в основной принцип бытия. И вот уже мы видим, как по Лондону разъезжают автобусы с надписями «Бога нет, наслаждайся жизнью» или «Ты — гей, гордись этим». Слышим о том, как в Париже дубинками и слезоточивым газом разгоняют демонстрацию сторонников традиционных семейных ценностей, не желающих усыновления детей однополыми парами. Становимся свидетелями того, как на амвоне главного храма Москвы появляются кощунницы, своими действиями вызывающие одобрение некоторой части общества.

В этом контексте исторический урок Миланского эдикта становится чрезвычайно ценным. Он показывает, что новый виток развития цивилизации должен основываться на той свободе, которая покоится на прочных нравственных основаниях. Именно из такой свободы и должны вырастать все прочие виды свобод, из нее же вырастает и государство, чуждое тоталитаризму. В противном случае свобода вновь становится лишь декларируемой абстрактной ценностью, а либеральная идеология закрепощает и зомбирует человека подобно тому, как это делала безбожная идеология в недавнем прошлом.

В IV веке Церковь впервые в своей истории начала интегрироваться в гражданское общество, христиане впервые почувствовали возможность реализовывать свою веру и свои убеждения на благо своего земного отечества. Сила христианского богословия — богословия искупления и воскресения, богословия Царствия Божия, пришедшего в силе, — должна была раскрыться в жизни многих народов, населявших тогдашнюю экумену.

В наши дни Церковь и ее Священное Предание (Традиция) стали открытием для нашего народа. Целое поколение оторванных от Церкви людей заново находили веру. Ситуация, в которой мы оказались — ситуация обретения забытой Традиции, воцерковления общества, возрождения Церкви — поставила перед нами задачу: понять, что такое христианская Традиция с большой буквы и кто мы в этой Традиции. Кроме того, знакомство с историей христианской цивилизации, с историей Церкви, открыло перед нами понимание роли Церкви в совершенно разные эпохи — благоденствия и притеснений, ошибок и испытаний. Этого не знала Церковь в эпоху Константина, когда она только делала первые шаги в качестве признанного общественного института.

Мы можем сказать сегодня, что Церковь за прошедшие семнадцать веков стала более зрелой, более искушенной. Исторический опыт Церкви не позволяет нам, получив свободу, не распорядиться ею с умом. Сегодня от Священноначалия Церкви требуется особая мудрость, потому что мы получили такой исторический шанс, который не вправе упустить. Святейший Патриарх Кирилл воспринял эту миссию, сделав одним из приоритетов своего служения выстраивание отношений Церкви с государством, институтами гражданского общества и с каждым гражданином, способным слышать слово Церкви. В день своего восшествия на Патриарший престол он сказал об уникальной для России исторической возможности реализовать древнюю христианскую идею «симфонии» церковно-государственных отношений. По мысли Патриарха, одна из магистральных идей приснопамятного Патриарха Алексия о том, что «Церковь отделена от государства, но не отделена от общества», должна в наше время получить свое логическое продолжение и развитие.

Еще не будучи Патриархом, тогдашний председатель Отдела внешних церковных связей Московского Патриархата митрополит Кирилл говорил о свободе и ответственности как двух абсолютных ценностях, без взаимодействия между которыми невозможно построить справедливое общество. Сегодня все чаще подобные мысли звучат из уст государственных мужей. Сегодня Церковь и государство в России, а также в некоторых других странах постсоветского пространства способны говорить единым голосом, выражать единую позицию.

Недавно мне пришлось принять участие в заседании Валдайского клуба — дискуссионной группы, созданной 10 лет назад Президентом России Владимиром Путиным. На этом заседании Президент сказал о том, о чем наша Церковь говорила на протяжении последних лет — о сознательном отказе европейских стран от своей христианской идентичности: «Мы видим, как многие евроатлантические страны фактически пошли по пути отказа от своих корней, в том числе и от христианских ценностей, составляющих основу западной цивилизации. Отрицаются нравственные начала и любая традиционная идентичность: национальная, культурная, религиозная или даже половая. Проводится политика, ставящая на один уровень многодетную семью и однополое партнерство, веру в Бога или веру в сатану… И эту модель пытаются агрессивно навязывать всем, всему миру. Убежден, это прямой путь к деградации и примитивизации, глубокому демографическому и нравственному кризису».

Продолжая свою мысль, Президент России подчеркивает: «Без ценностей, заложенных в христианстве и других мировых религиях, без формировавшихся тысячелетиями норм морали и нравственности люди неизбежно утратят человеческое достоинство. И мы считаем естественным и правильным эти ценности отстаивать. Нужно уважать право любого меньшинства на отличие, но и право большинства не должно быть поставлено под сомнение».

Какой же путь предлагает Путин для России? Какие ценности считает ключевыми для развития нашего общества? «Нужно быть сильным в военном, технологическом, экономическом отношении, но все-таки главное, что будет определять успех, — это качество людей, качество общества интеллектуальное, духовное, моральное. Ведь, в конце концов, и экономический рост, и благосостояние, и геополитическое влияние — это производные от состояния самого общества, от того, насколько граждане той или иной страны чувствуют себя единым народом, насколько они укоренены в этой своей истории, в ценностях и в традициях, объединяют ли их общие цели и ответственность. В этом смысле вопрос обретения и укрепления национальной идентичности действительно носит для России фундаментальный характер».

Я не случайно столь подробно остановился на валдайской речи Путина. Она показалась мне знаковой. Она свидетельствует о том, что позиция Русской Православной Церкви и других традиционных конфессий нашей страны не просто услышана, не просто принята к сведению. Кажется, мы, наконец, дожили до того времени, когда голос государственных лидеров может звучать в унисон с голосом людей веры. Не является ли это красноречивым свидетельством того, что «симфония», о которой говорил Патриарх в день интронизации, обретает реальные очертания?

Созвучие между Церковью и государством в оценке общественных процессов ни в коей мере нельзя считать признаком «слияния» между ними. Принцип взаимного невмешательства Церкви и государства во внутренние дела друг друга должен сохраняться и сохраняется. Но этот принцип должен быть уравновешен другим, не менее важным принципом: соработничества Церкви и государства во всех тех областях, в которых это соработничество возможно и необходимо. А оно оказывается необходимым в самых разных областях, сопряженных со сферой общественной нравственности.

Сегодня и государство, и представители религиозных конфессий, а также безрелигиозные люди, неожиданно для себя оказавшиеся в меньшинстве, могут принимать полноценное участие в дискуссии о ценностных ориентирах общественного развития. Мы должны создать такое общество, в котором никому не будет некомфортно, в котором каждый сможет реализовать свою богодарованную свободу. Но при этом свобода не должна превращаться во вседозволенность. Каждый член общества должен чувствовать свою ответственность не только за себя, но и за свое отечество, за весь окружающий мир.

Сегодня мы не можем рассматривать общество как бездушный механизм, управляемый юридическими нормами. Общество — это еще и духовный организм, который управляется духовными законами. Не зря мы говорим о нравственном и безнравственном обществе, об обществе больном и обществе здоровом. Возможности государства воздействовать на духовную сферу человеческой жизни весьма ограничены, тогда как Церковь обладает здесь огромными возможностями. Для того, чтобы интересы общества реализовались в полной мере, необходимо, чтобы гражданская свобода, которую может и должно обеспечивать государство, сопрягалась со свободой религиозной. Потому что именно свобода является связующим звеном двух сфер общественной жизни: гражданской и духовной.

Тема эта сложна и многогранна, она провоцирует дискуссии и в дискуссиях нуждается. На протяжении всей христианской истории, с тех самых пор, как в Милане был подписан исторический эдикт, даровавший Церкви свободу, Церковь находится в непрерывном диалектическом развитии: она, с одной стороны, должна сохранять свою купленную ценой крови свободу, с другой стороны, она призвана ее реализовывать.

Любая свобода ценна, когда она сопряжена с ответственностью и жертвенностью. Обладать свободой — значит для Церкви оставаться «солью земли», евангельской закваской, духовной силой и совестью народной. Реализовывать свою свободу означает действовать, использовать те возможности, которые дает Господь для служения и для проповеди. Так устроен мир, что свобода — это условие решительного, но обдуманного действия. Свобода — это средство, условие творчества. А творчество — это вовлеченность в жизнь общества со всеми его внутренними противоречиями.

Нам суждено жить во времена, когда в наших руках, в руках христиан, оказался драгоценный дар свободы — тот же дар, который получили христиане в эпоху императора Константина Великого. Этот дар Божественного Промысла открывает перед нами огромные возможности. Однако дар свободы еще и возлагает на нас колоссальную ответственность. Умение распорядиться даром свободы требует от старшего поколения людей Церкви особой мудрости, а от молодых делателей на ниве Божией — колоссальной самоотдачи.

Говоря об идее христианской свободы как нити, которая связывает эпоху Константина с нашей эпохой, я обращаюсь мыслью к подвигу апостолов и мучеников, апологетов и святых отцов IV и последующего столетий вплоть до новомучеников и исповедников Церкви Русской. С самого момента своего зарождения, через все поколения, благодаря подвигу героев духа, Церковь как зеницу ока охраняла свою свободу. И что бы ни говорили исследователи о церковно-государственных отношениях в Византии и на Руси, в самой сердцевине своей Церковь оставалась свободной вне зависимости от внешней политической конъюнктуры. Свобода исповедовать Христа Господом и жить по Его заповедям останется константой для жизни Церкви и для жизни каждого христианина до того момента, когда «небеса с шумом прейдут, стихии же, разгоревшись, разрушатся, земля и все дела на ней сгорят» (2 Пет. 3:10).

Хочу пожелать всем вам, а в вашем лице всему будущему поколению Церкви сохранять дух той христианской свободы, которая почитает тщетой все, что не преклоняет главу пред Богом живым и перед Спасителем мира Иисусом Христом. Сохраняя эту внутреннюю свободу, не бойтесь творчества, не бойтесь риска творчества. Ибо Господь призывает нас быть Его соработниками в этом мире, а соработничество не может не быть творчеством в самом высоком смысле этого слова.

И еще одно пожелание, которое я хотел бы сегодня адресовать всем нам: неся в мир слово Христово, не будем забывать о том, что лучшим свидетельством всегда был и будет пример нашей собственной жизни. Пусть наше творчество начинается в наших душах, в наших семьях, приходах и монашеских общинах, в духовных школах, в епархиях и митрополиях. Тогда сила нашего свидетельства достигнет всей полноты общества и каждого его члена. Тогда мы сможем своими прожитыми достойно жизнями возблагодарить Бога за драгоценный дар свободы, который Он дает нам, христианам, и который никто не вправе у нас отнять.

[Πηγή: www.patriarchia.ru]

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΑ ΤΟΠΙΑ, ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΠΟΛΗΣΗΣ ΟΙ ΦΩΝΕΣ…

Σώμα του καλοκαιριού.

Εισοδικό του φθινοπώρου.

Φθινόπωρο στο Κλήμα.

Αγναντεύοντας...

Δρόμοι του φθινοπώρου.

Φθινοπωρινά τοπία.

νοίγει ψυχ τοτες τς ρες κα ναζητ τν ληθινή μορφιά, τ νόημα τς παρουσίας πουσίας, τή νοσταλγία τν προσώπων πού ζησε κι κενα ναχώρησαν, πως ναχωρον κι ο στερνοί πισκέπτες σέ καιρό θέρους, φήνοντας πίσω τους νάμνηση καί κενό... Κενό ναμονς, νοσταλγίας καί χαρμολύπης. Μόνο πού κάποιους τούς ναμένεις νά πιστρέψουν, ν λλους γιά νά τούς νταμώσεις, πρέπει νά περιμένεις τή δικιά σου ναχώρηση... Κ’ εναι κάπως παράδοξο τό γεγονός ατό, στόσο χει κοινές ρίζες, κοινά βιώματα, κοινές προσδοκίες. Ατές τς συνάντησης...

Τό φθινόπωρο λοιπόν, πού προετοιμάζει, μέσω τς νοσταλγίας, τή συνάντηση. ποια κι ν εναι ατή. ρκε μονάχα νά χει μέσα της τήν προσδοκία καί τό φς. Ατό πού λάβαμε στή Γιορτή τς Μεταμόρφωσης, τ βιώσαμε στή ψωση τοῦ Σταυρο καί τό χαιρόμαστε μέ τήν λευση το φθινοπώρου, που καί θά καλλιεργήσουμε τήν ποια γῆ κατέχουμε μέσα μας, στε νά καταστε «γ γαθή» ( Λκ. 8, 8)...

Δέ γνωρίζω ν κάποιος θά κατορθώσει νά ποκωδικοποιήσει τό νόημα πού χουν ο φωτογραφίες πού παραθέτω. στόσο σέ λες εναι ποτυπωμένη νοσταλγία καί πιθυμία γιά πικοινωνία. κόμα καί μέ τίς μνμες το χτές, ατες τις πολύτιμες στιγμές, ρες μέρες πού διακρατον μέσα μας μιά ερότητα καί να δέος κορυφαα πάντοτε.

Related Posts with Thumbnails