© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Μια θλιβερή ρύπανση «πολιτισμού»

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Το Καλοκαίρι πέρασε, αλλά η εκ των αφισών ρύπανσή του παραμένει. Παντού, σε φανοστάτες, κολώνες Δ.Ε.Η., τοίχους, προσόψεις σπιτιών, ακόμα και σε απόμακρες και μακραίωνες ντόπιες, οι μορφές των αρπαχτών, άλλες ξεθωριασμένες, άλλες αειθαλείς, άλλες ξεσχισμένες και συνεχίζοντας την παράδοση των κουρελούδων, μας κοιτάζουν ειρωνικά και χαμογελούν σατανικά.

Απ’ όλα έχει η θλιβερή αυτή πινακοθήκη της ακαλαισθησίας. Λαϊκοί βάρδοι, ηθοποιοί, ταλαντούχοι και ατάλαντοι, άσχετοι οι περισσότεροι με το ντόπιο πνεύμα και την επτανησιακή αισθητική, συνεχίζουν το κακό, παρότι το καθαυτό αμφίβολης ποιότητας έργο τους από καιρό έχει τελειώσει. Είναι τα κατάλοιπα μιας επιπολαιότητας και το δείγμα της τριτοκοσμικής μας νοοτροπίας.

Το κακό ήταν εντονότερο, όταν γυρίζοντας από ένα πολυήμερο ταξίδι μου σε Σαν Μαρίνο και Ιταλία (Sulmona), οποίο έκανα με την Γκιόστρα της Ζακύνθου, είδα παντού κρεμασμένη, ως και στην γειτονιά μου στο ριζοχώρι Φιολίτης, μια μορφή που την αγνοούσα σαν φάτσα και όνομα, ο άσχετος, αλλά απ’ ό,τι μου είπαν είναι από τις πρώτες φίρμες και θα γέμιζε ασφυκτικά τον χώρο, όπου θα εμφανιζόταν, όπως και δυστυχώς, για την ιστορία και την παράδοση που κουβαλούμε στις πλάτες μας, έγινε.

Στο παραπάνω ανεξάρτητο κρατίδιο, που πρόσφατα είχα επισκεφτεί, αλλά και στην μικρή ιταλική πόλη, με την οποία έχουμε αδελφοποιηθεί, τις ημέρες εκείνες γινόταν οι «Μεσαιωνικές Ημέρες» και η «Ευρωπαϊκή Γκιόστρα», αντίστοιχα, όπου, ως γνωστόν, έλαβε μέρος και το νησί μας, η Ζάκυνθος. Εκεί, λοιπόν, ακόμα και οι καλλιτεχνικές αφίσες των εκδηλώσεων ήταν τοποθετημένες σε ειδικά, καλαίσθητα πλαίσια, σ’ επίκαιρα σημεία των πόλεων και δεν έκαναν, όπως σε μας, τις γειτονιές γιουσουρούμ, αλλά κομψά και διακριτικά ενημέρωναν τους πολίτες για τις γιορτές του τόπου τους. Δείγμα τάξης, πολιτισμού και σεβασμού στους συμπολίτες και το περιβάλλον, το οποίο έκανε, σαν επέστρεψα εις τα ίδια, πιο έντονη την αντίθεση και τόνισε περισσότερο την επιπολαιότητά μας. Γι’ αυτό και το ανέφερα.

Δεν είναι σκοπός του σημερινού μου κειμένου να κρίνω το κατά πόσο ο κάθε περιφερόμενος από επαρχία σε επαρχία, από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό, τραγουδά ή γαβγίζει, κάνει τέχνη ή εξαργυρώνει επιταγές τηλεοπτικής υποχώρησης, εποικοδομητικά προσφέρει ή ανησυχητικά γκρεμίζει. Αυτό είναι θέμα μιας άλλης, πολλή προσεκτικής συζήτησης, η οποία πρέπει να απασχολήσει περισσότερο τους αρμόδιους, αλλά και τον τοπικό τύπο. Θέμα αυτού εδώ του κειμένου είναι η τεράστια αφισορρύπανση, που γίνεται κάθε Καλοκαίρι και ο εξευτελισμός της αισθητικής μας.

Ακόμα και ο Άγιος πέρασε στην θερινή του λιτανεία από την ιστορική, αλλά με νεοελληνική πια άποψη και ονομασία Στράτα Μαρίνα, που προσαρμοσμένα στην παραπάνω αισθητική των νυχτερινών κέντρων, πολλοί την ονομάζουν «Παραλιακή»!!! και τον κοιτούσαν, σαν αναίσχυντες βλασφημίες οι διαφημίσεις του νεότερου πολιτισμού μας, οι οποίες συνυπήρχαν με τις πανηγυρικές σημαίες στους φανοστάτες των πεζοδρομίων, που τα περισσότερα δεν έχουν πια πεζούς, αλλά πραμάτειες.

Η Ζάκυνθος από «Άνθος της Ανατολής» και «Φιόρο του Λεβάντε», ανεπαισθήτως, όπως θα έλεγε και ο απαιτητικός Καβάφης, κατάντησε μια ξεχειλωμένη κουρελού. Μα της αξίζει μια καλύτερη τύχη, για την ιστορία της και μόνο.

Σ’ έναν μικρό τόπο, σαν και τον δικό μας, η διαφήμιση – ρύπανση δεν νομίζω πως είναι απαραίτητη. Σε τίποτα δεν ωφελεί η υπερβολή της. Τα νέα διαδίδονται από στόμα, σε στόμα και τα πάντα, καλά ή κακά, μαθαίνονται, ευτυχώς ή δυστυχώς, γρήγορα, για να μην πω αστραπιαία. Προς τι, λοιπόν, αυτός ο αισθητικός εξευτελισμός;

Ίσως θα έπρεπε να φτιαχτούν ειδικές πινακίδες και σε μας, οι οποίες, τοποθετημένες σε διάφορα επίκαιρα και κεντρικά σημεία της πόλης και της υπαίθρου, να δέχονται τις σχετικές αφίσες των εκδηλώσεων. Σε όλα τα άλλα σημεία θα έπρεπε να απαγορεύεται η ανάρτησή τους και αν αυτό γίνει, για να μην φτάσουμε στα άκρα, να αφαιρούνται αμέσως από ειδικά συνεργεία.

Και κάτι άλλο και τελευταίο. Βλέποντας, εγώ ο ταλαίπωρος, που επιμένω στον δημιουργικό πολιτισμό του νησιού μου, τόσο χαρτί να πηγαίνει κυριολεκτικά χαμένο και μάλιστα σε καιρό κρίσης, λυπάμαι περισσότερο που τα «Επτανησιακά Φύλλα» έκλεισαν και η Ζάκυνθος, τόπος με μεγάλη εκδοτική παράδοση, έμεινε χωρίς ούτε ένα περιοδικό, την στιγμή που κάποτε έκανε κουμάντο στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι της Χώρας μας με τους «Ανθώνες» του Τσακασιάνου.

Εύχομαι τα πράγματα να διορθωθούν και να μην είναι αναγκασμένοι οι χωρικοί μας, σε λίγους μήνες, σαν θα πάνε να μαζέψουν τις ελιές τους, πριν στρώσουν τα λιόπανα, ν’ αποκαθηλώνουν τις ανεπίκαιρες μορφές από τα λιόφτα τους.

Ο πολιτισμός δεν είναι μόνο εκδηλώσεις, αλλά προ πάντων τρόπος ζωής.
Ας τον κερδίσουμε.


Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2013

Συρία 2013: Θάνατος και Φαυλοκρατία

Αποκλειστικό άρθρο γνώμης του RONI BOU SABA


“καὶ ἐπέπεσε πολλὰ καὶ χαλεπὰ κατὰ στάσιν ταῖς πόλεσι, γιγνόμενα μὲν καὶ αἰεὶ ἐσόμενα, ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ”  ουκ. Γ’. 82]

Στη θέα της ανθρώπινης κατάπτωσης στην Συρία είναι δύσκολο κανείς να μιλήσει. Από πού να ξεκινήσει; Πώς να αρθρώσει λόγο και τι να πει, αφού όσο μελάνι και να χυθεί δεν αξίζει μια σταγόνα αίματος από τις τόσες πολύτιμες που χύνονται κάθε μέρα στη Συρία.
Όταν κυλάει το αίμα στους δρόμους κηρύττεται η αποτυχία της πολιτικής. Η κρίση πλέον δεν είναι πολιτικής φύσεως, ούτε η λύση μπορεί να είναι πολιτικής τάξεως. Η ανθρωπιστική κρίση απαιτεί ανθρωπιστική λύση. Η Συρία εδώ και δύο χρόνια είναι σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου. Εδώ και σαραντατρία (43) χρόνια κυβερνάται από την ίδια οικογένεια. Εδώ και 43 χρόνια εκκρεμεί η δημοκρατία. Και όταν φάνηκε ότι υπάρχει δυνατότητα εκδημοκρατισμού της χώρας, έπεσαν τα κοράκια να πνίξουν το έμβρυο της δημοκρατίας. Ανακατεύτηκαν Αμερική, Γαλλία, Αγγλία, Ρωσία, Ιράν, και πρωτίστως οι αδελφοκτόνοι Άραβες του Κόλπου. Ανακάτεψαν οι πολεμιστές ο καθένας τον Θεό του, και φαντάζονται ότι μάχεται μαζί τους ένα ολόκληρο πάνθεον. Αντί το ζητούμενο να είναι ο ταχύτατα απαιτούμενος εκδημοκρατισμός της Συρίας, έγινε όλων το μέλημα η ανάληψη ή η διατήρηση της εξουσίας. Οι αντικαθεστωτικοί χωρίστηκαν σε μικρές αντιμαχόμενες ομάδες που διαπράττουν των τεράτων τις βιαιότητες. Το καθεστώς διατείνεται ότι προστατεύει τον λαό από τους τρομοκράτες. Και το αίμα συνεχίζει να κυλάει, την ώρα που ο καθένας δικαιολογεί στον εαυτό του τα δικά του εγκλήματα.
Είναι πλέον ολοφάνερο και ξεκάθαρο ότι ο εμφύλιος στη Συρία είναι μια «με το γάντι» εκδοχή του Ψυχρού Πολέμου, και βασιλική οδός για την επιστροφή στο διπολικό παγκόσμιο σύστημα που είχε καταρρεύσει το 1989 με την διάλυση της ΕΣΣΔ. Και αυτό αποδεικνύεται καθημερινώς από το γεγονός ότι απομακρύνει η Ρωσία -σταδιακά- τις ΗΠΑ από την εισβολή στη Συρία.  Αυτό σημαίνει ότι ουδεμία θέση έχει ο εκδημοκρατισμός της Συρίας στην πρακτική όλων των εμπλεκόμενων στον πόλεμο. Συν το γεγονός ότι διακρίνει κανείς δυο επίπεδα πολέμου: το ένα είναι παγκόσμιο και κινείται με στόχο την αύξηση της διεθνούς ισχύος των Αμερικανών από τη μία και των Ρώσων από την άλλη. Και το άλλο εγχώριο όπου οι θρησκευτικές και εθνικές ομάδες αλληλοσφάζονται  και αλληλοδιώκονται.
Έτσι η κατάσταση συνεχίζεται φαυλεπίφαυλα, και οι αδύναμοι την πληρώνουν με θάνατο, με πείνα, ή με προσφυγιά. Ο πόλεμος δεν θα σταματήσει, όσο η φύση των ανθρώπων δεν αλλάζει, όπως λέει ο Θουκυδίδης. Ο Θεός είναι μέρος του πολέμου στη Συρία. Οι άνθρωποι επίσης. Ζητείται σταυρός και εξιλαστήριο θύμα. Θα ανέβει κανείς;


Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΤΑ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΑ (ποίηση)


Το πλοίο με το όνομα «Μέγας Ανατολικός»
καταπλέει εις  το λιμένα της Ιωλκού.
Με την πρύμνη του κατάφωτη,
στολισμένη με ηνίοχους και αντίγραφα της τεχνοτροπίας του Μύρωνα,
 καταπλέει περήφανο το πλοίο με το όνομα
«Μέγας Ανατολικός».
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου,
ο Μίλτος Σαχτούρης με ένα κοπάδι από μαύρες πεταλούδες
του μοναστηριού του Πόρου,
ο Νίκος Καρούζος με επιδέσμους, ξεστομίζοντας χριστιανικές προσευχές,
η Σωτηρία Μπέλλου και ορισμένοι άλλοι,
βαθύτατα ελληνικοί στέκουν στα καταστρώματα,
με την επιβλητική ακινησία μιας συγκινητικής επιστροφής,
αφάνταστα ερωτικοί και απόμακροι.
Φέρουν τη σοφία από τις αναρίθμητες θύελλες
που δοκιμάζουν τις θάλασσες, τις ζωές και τις πατρίδες.
Ο εξόριστος απόγονος  του Πελλερέν
στέκει στην προβλήτα από χρόνια.
Εμφανώς συγκινημένος επιδεικνύει στον Ανδρέα
τη μικρή, την απέραντή μας πόλη.
Μιλούν τη λησμονημένη γλώσσα του Αιγαίου,
ο Ορέστης στην πλώρη, για πάντα αθωωμένος
να νοσταλγεί τον Πυλάδη, το ωραίο Άργος, 
τους κεραμεικούς καιρούς και τα κορίτσια των Πελασγών.

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Ανθούλας Δανιήλ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ - ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ. ΣΥΓΚΛΙΣΕΙΣ - ΣΥΝΑΙΣΘΗΣΕΙΣ (δοκίμιο)

  πρώτη δημοσίευση  


Το 1911, που αποχωρούσε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης από τη ζωή, ερχόταν ο Οδυσσέας Ελύτης. Ο πρώτος δεν ήταν δυνατόν να γνωρίσει τον δεύτερο, ενώ ο δεύτερος δεν ήταν  δυνατό να αγνοήσει τον πρώτο∙  αντιθέτως, επρόκειτο να τον λατρέψει και να του δώσει εξέχουσα θέση στο έργο του. Αν υπολογίσουμε «τις μυστικές σχέσεις των εννοιών και τις περπατήσουμε σε βάθος θα βγούμε σ’ ένα άλλου είδους ξέφωτο που είναι η Ποίηση»[1], λέει ο Ελύτης. Κι αυτή η Ποίηση είναι που θα γλιστρήσει αθέατα από τις σελίδες του Παπαδιαμάντη και μέσα από μυστικές διαδρομές θα επανακάμψει «αλλιώς ωραία», αλλά και ίδια στους στίχους του Ελύτη, όπως θα δούμε παρακάτω. Τυχαία η χρονολογική σύμπτωση θανάτου του ενός και γέννησης του άλλου; Ποιος ξέρει. Η φύση πάντως απεχθάνεται τα κενά.
Η μνημόνευση του Σολωμού και του Παπαδιαμάντη στο Άξιον Εστί έχει την αιτιολογία της λαλιάς «που δεν ξέρει από ψέμα». Αυτό και μόνο, η αλήθειά τους, αρκεί ώστε οι δύο λογοτέχνες μας να συνυπάρχουν στους στίχους:

Μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Ο θαυμασμός του Ελύτη για τον Παπαδιαμάντη θα αναπτυχθεί και διεξοδικά θα αναλυθεί στο δοκίμιό του «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη»[2] όπου θα εξάρει την προσωπικότητα του Σκιαθίτη πεζογράφου και θα αναδείξει τις αρετές του έργου του που δεν είχαν επισημανθεί ή, έστω, προβληθεί∙ κι έτσι θα δούμε το τι, το πώς και το γιατί ο ένας ο παραδοσιακός, με την καθαρεύουσα γλώσσα του, την εκκλησιαστική, την γραφειοκρατική, την επίσημη κολλαριστή, πλάι στην απλή αθηναϊκή ή σκιαθίτικη νησιωτική, θα γοητεύσει τον άλλο, τον νέο, το μοντέρνο, τον επαναστάτη που αρπάζει τον υπερρεαλισμό, ξεθηκάρωτο σπαθί, και τον κραδαίνει εναντίον των προκαταλήψεων και  στις «ενωμοτίες ολόκληρες λογίων με χοντρά μυωπικά γυαλιά και νευρωτικούς κοντυλοφόρους»[3] καθώς επίσης  και εναντίον πλήθους από «συντεταγμένους  διοπτροφόρους» που «νομοθετούν στο όνομα της ρυτίδας και των ψηφιακών αριθμών»[4] Το σπουδαιότερο  ίσως είναι το ότι θα βοηθήσει εμάς να απεμπλακούμε από την ταμπέλα του «κοσμοκαλόγερου». Πέρα όμως από αυτά που φανερά θα πει ο Ελύτης για τον Παπαδιαμάντη είναι πολλά και τα άλλα που στην ποίησή του θα περάσουν «ανεπαισθήτως».
Ο Ελύτης  και ο Παπαδιαμάντης έχουν το χάρισμα να ανήκουν στις «ωραίες μειοψηφίες»[5], οι οποίες όμως έχουν τον τρόπο και να συγκλίνουν. Και είναι κάμποσα τα δείγματα αυτής της σύγκλισης. Ας αρχίσουμε από το ότι και οι δύο αγαπούν τη θάλασσα. Και οι δύο ακούνε τα πλάσματα της φύσης και, για την αφόρμηση αυτής της μικρής μελέτης, «το μοιρολόγι της φώκιας»  ο ένας στο ομώνυμο διήγημα,  «τις φώκιες τις μικρές … που κλαιν των ανθρώπων τα βάσανα» ο άλλος, στο Άξιον Εστί («Τα Πάθη», ΙΑ΄): 

Ανοίγω το στόμα μου και κοκκινίζει το πέλαγος
και παίρνει τα λόγια μου στις σκοτεινές του τις σπηλιές
Και στις φώκιες τις μικρές τα ψιθυρίζει
τις νύχτες που κλαιν των ανθρώπων τα βάσανα

Το «Μοιρολόγι της φώκιας» φτάνει στον Παπαδιαμάντη, ενώ «στις φώκιες τις μικρές» φτάνει ο λόγος του Ελύτη, παραμένοντας για την ώρα μάλλον προβληματικό εκείνο το σχόλιο για τη φώκια που «ήρχισε να περιτριγυρίζη και να μοιρολογά, πριν αρχίση τον εσπερινόν δείπνον της» το σώμα της Ακριβούλας, όπως μας πληροφορεί ο Παπαδιαμάντης. 
           Μια άλλη σύγκλιση, νομίζω, ότι είναι οι «κουκουναριές», όπου «την άγκυρα φουντάρει» το τρελοβάπορο[6] του Ελύτη, υποθέτω πως για  τις κουκουναριές της Σκιάθου πρόκειται, αφού αυτές είναι οι πλέον γνωστές και προβεβλημένες ελληνικές κουκουναριές. Μια άλλη σύγκλιση υπολανθάνει στο ακόλουθο ελυτικό απόσπασμα:

Θα ’ναι νύχτα και Αύγουστος. Πελώριες άρπες που και που
        θ’ ακούγονται και……………………….      
                                       Μικρές θεές προαιώνια νέες
Φρύγισσες ή Λυδές με στεφάνι ασημί και με πρασινωπά πτερύγια
      γύρω μου άδοντας θα συναχτούν
Τότε που του καθενός τα βάσανα εξαργυρώνονται
……………………………………………………

Ενώ μακριά στο βάθος θα γυρίζει ακόμα η γη με μια βάρκα μαύρη
     κι άδεια χαμένη στα πελάγη της[7]

Οι άρπες - το σουραύλι του βοσκού στο «μοιρολόγι». Τα πλάσματα με τα «πρασινωπά πτερύγια» - η φώκια.  «Θα συναχτούν» την ώρα που «του καθενός τα βάσανα εξαργυρώνονται» -ο πνιγμός. Η γη» που «θα γυρίζει ακόμα» «με μια βάρκα μαύρη κι άδεια»- η «γολέτα» που «εξηκολούθει να βολταντζάρη… αλλά δεν έπαιρναν τα πανιά της και δεν έκαμπτε ποτέ τον κάβον το δυτικόν», θέλουμε δε θέλουμε συγκλίνουν. Και τον «εσπερινόν δείπνον» της φώκιας του Παπαδιαμάντη συγκλίνει πλέον με τη «νύχτα» ή τις «νύχτες» που δεν μπορεί να αποφύγει το μοιραίο ούτε το ποιητικό υποκείμενο, ούτε η Ακριβούλα, σώματα και οι δύο στη διάθεση της αενάως κινούμενης γης-ζωής, ή στη διάθεση της περιτριγυρίζουσας το πτώμα φώκιας. 
            Επανερχόμενοι στο Άξιον Εστί βλέπουμε ότι φορέας των λόγων του ποιητή είναι το πέλαγο και «στις φώκιες τις μικρές τα ψιθυρίζει» και εκείνες «κλαιν των ανθρώπων τα βάσανα». Ο λόγος διαγράφει την πορεία: ποιητής> πέλαγος> φώκιες, αντίστροφη από εκείνην του κειμένου του Παπαδιαμάντη: φώκια > γέρος ψαράς> πεζογράφος. Η θάλασσα ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φώκια. Οι τελευταίο στίχοι του μοιρολογιού είναι:  «Σαν να ’χαν ποτέ τελειωμό/ τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου». Οι δύο λογοτέχνες μοιάζει να ένωσαν την αρχή και το τέλος στον κύκλο της ζωής, όπου κάνουν επίσης τον κύκλο τους καημοί, πάθια και  βάσανα. 
Παπαδιαμάντης και Ελύτης ακούνε τη φύση και τα πλάσματά της, τα οποία συμμετέχουν στα ανθρώπινα, όπως συμβαίνει και στο δημοτικό τραγούδι. Ο Ελύτης, μάλιστα, στο δοκίμιό του, γράφει για τον Παπαδιαμάντη ότι «έχει την αίσθηση της ακοής τρισδιάστατη, στην μια πιάνει τους αγέρηδες και τον παφλασμό των κυμάτων∙ στην δεύτερη …»[8]… Για την ώρα μας αρκεί η πρώτη, γιατί με αυτήν ο  Παπαδιαμάντης συλλαμβάνει την «επί φύλλου ανεμική» και την «εξ ύδατος άδουσα ροή», όπως λέει ο ποιητής για άλλο λόγο που αφορά το δικό του λόγο[9]. Στο «μοιρλόγι» βλέπουμε πως το μόνο, ας πούμε,  πρόσωπο που αντιλαμβάνεται το πνιγμό της μικρής Ακριβούλας είναι η φώκια. Κι αυτή την μοιρολογάει, στην άγνωστη για μας γλώσσα της, την οποία, ευτυχώς, «εις γέρων ψαράς εντριβής εις την άφωνον γλώσσαν των φωκών» μεταγλώττισε για χάρη μας:

«αυτή ήτον η μικρή Ακριβούλα /η εγγόνα της γριά-Λούκαινας.
Φύκια ’ναι τα στεφάνια της, / κοχύλια τα προικιά της …».

Οι στίχοι αυτοί μοιάζουν κάπως σαν «ενθάδε κείται η Ακριβούλα», σαν επιτάφια πληροφορία, για το κορίτσι που κανείς δεν αντελήφθη ούτε την παρουσία του ούτε την απουσία του.  Το «μπλουμ» που ακούστηκε, όταν έπεφτε από τον «απόκρημνο βράχο», η Λούκαινα πιθανολόγησε σαν ήχο από τις πέτρες που, κατά τη γνώμη της,  έριχνε στη θάλασσα εκείνος «ο σουραυλής, ο σημαδιακός και αταίριαστος». Εκείνος  ήταν «σημαδιακός και αταίριαστος» επειδή έπαιζε το σουραύλι σ’ έναν τόπο σαν τα «Μνημούρια», σ’ ένα  νεκροταφείο, όπου μια  βασανισμένη γριά έπλενε την «αβασταγή» της μοιρολογώντας. κι όπως  η ζωή παρασύρει τα πάντα χωρίς να νοιάζεται, έτσι, σαν από καπρίτσιο της μοίρας, το «μπλουμ» εκείνο δεν την ανησύχησε. Κι ο σουραυλής συνέχισε το σουραύλι του και η γριά το μοιρολόι της, χωρίς να υποψιάζεται το νέο μέλος που προστέθηκε στον  ήδη  μεγάλο κατάλογό της.
Ο Ελύτης στην Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο[10] κάνει λόγο για «τυχαία περιστατικά», τα οποία αποκτούν τη σημασία που  εκείνοι  τους δίνουν, πράγμα που παρεμφερώς επαναλαμβάνει στο ποίημα «Μικρόν Ανάλογον για τον Ν. Χατζηκυριάκο Γκίκα»:

Αλλ’ εμείς το χτίζουμε αλλ’ εμείς το κηπεύουμε
αλλ’ εμείς νύχτα-μέρα το ιστορούμε

με άλλα λόγια ο ποιητής, ο ζωγράφος και ο πεζογράφος πέραν των ακουστών ήχων αντιλαμβάνονται και τους ανάκουστους (όπως είναι και η «άφωνος γλώσσα των φωκών»), ήχους πέραν της τρέχουσας λογικής ή αισθητηριακής αντίληψης. Ο ευαίσθητος στην ακοή αντιλαμβάνεται το αθέατο, εξερευνά το άγνωστο, βλέπει το αόρατο. 
Μια άλλη ενδιαφέρουσα ανταπόκριση Παπαδιαμάντη – Ελύτη, προερχόμενη από το «Όνειρο στο κύμα», είναι η εξωτερική εικόνα του «πτωχού βοσκόπουλου εις τα όρη», που τη χτενισιά του έχουν διαμορφώσει ο Καικίας και ο Βορράς, «οι οποίοι ανέμιζαν τα μαλλιά του, και τα έκαμναν να είναι σγουρά όπως οι θάμνοι κ’ αι αγριελαίαι, τα οποίας εκύρτωναν με το ακούραστον φύσημά των, με το αιώνιον της πνοής των φραγγέλιον», όπως της «Μαρίνας των βράχων» τα μαλλιά έχουν τη «χτενισιά της θύελλας».  Δεν είναι δυνατόν και εδώ να μας διαφύγει ο υπαινιγμός της τρικυμιώδους ζωής που έχει το ορφανό βοσκόπουλο, στο Κατάμερο ή Ξάρμενο, όπου κατέπλεαν  τα πλοία τα «ξάρμενα ή ξυλάρμενα, εξωθούμενα από τας τρικυμίας»,  ούτε βεβαίως η ψυχική τρικυμία που πλήττει την «Μαρίνα» του Ελύτη, σε παρόμοιο χώρο∙ βράχους και γκρεμούς.
Στην διηνεκή παλινδρόμηση της θάλασσας και διείσδυσή της στη στεριά, ανταποκρίνεται η ζωή που εισχωρεί στον θάνατο και ο θάνατος που  μπαίνει στη ζωή∙  ο βοσκός και η Μοσχούλα (που σώθηκε, η άλλη- η αίγα-  που «εσχοινιάσθη»), η Ακριβούλα που δεν σώθηκε, η Μαρίνα που αγωνιά και παραμένει με το αίνιγμά της αναπάντητο κι ο ποιητής που  ετοιμάζεται για «έναν μακρύ θαλασσινό Κεραμεικό… νύχτα και Αύγουστο»[11]
Και οι ανταποκρίσεις, σαν τα πάθια, τους καημούς και των ανθρώπων τα βάσανα, τελειωμό δεν έχουν. 

                                                                    (Αύγουστος 2013)        


[1] Οδυσσέας Ελύτης, Ο μικρός ναυτίλος, IV, σελ. 20.
[2]  Οδυσσέας Ελύτης, Εν λευκώ, «Η Μαγεία του Παπαδιαμάντη» σελ. 63.
[3]  Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, σελ. 132.
[4] Οδυσσέας Ελύτης, Ο Κήπος με τις Αυταπάτες, «Πρόσω Ηρέμα», σελ. 77.
[5] Οδυσσέας Ελύτης, Ο Κήπος με τις Αυταπάτες, «Τυχαία Τάχα», σελ. 27.
[6] Οδυσσέας Ελύτης, Ο Ήλιος ο ηλιάτορας.
[7] Οδυσσέα Ελύτη, Τα Ελεγεία της Οξώπετρας, «Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμποδίστου», σελ. 7.
[8] Οδυσσέας Ελύτης, Εν λευκώ, «Η Μαγεία του Παπαδιαμάντη», σελ. 63.
[9] Οδυσσέας Ελύτης,  Ο Κήπος με τις Αυταπάτες, «Στη σχολή των ανέμων», σελ. 35. 
[10] Οδυσσέας Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, σελ. 41
[11] Οδυσσέα Ελύτη, Τα Ελεγεία της Οξώπετρας, «Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμποδίστου», σελ. 7.

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΡΟΛΑΝΔΟΣ (ποίημα)


Ο Ρολάνδος, ο ιππότης είναι μια ιστορία που λένε στα παιδιά. Πρόκειται για μυθεύματα, ωραίες, βραδινές ιστορίες. Με πρίγκηπες έκτπωτους, με έρωτες, με σπαθιά και την κάθαρση στη χαραυγή. Ο Ρολάνδος έχασε εκείνη που αγαπούσε. Και έκτοτε εγκατέλειψε το βασίλειό του. Μια όμορφη χώρα σε εκείνη την περιοχή που σήμερα την ονομάζουμε Καππαδοκία. Τα εύκρατα χώματα ποτέ δεν θα τα δει ο Ρολάνδος. Μήτε την αγορά και τους ανθρώπους της, τα νεαρά αγόρια που πασχίζουν να του μοιάσουν στις ξέγνοιαστες ιππομαχίες τους. Ο Ρολάνδος μια άλλη πολιτεία, πέτρινη στα βάθη του κάμπου. Βαδίζει νύχτες ατέλειωτες, φορτωμένος χιόνια και σκληρούς, μαύρους ήλιους. Εκτείνεται σε όλη τη Μεσόγειο. Από την Ανδαλουσία ως την Προποντίδα . Ο Ρολάνδος πελώριος, σκιά πάνω στα σύνορα, ο Ρολάνδος στους ακραίους σταθμούς με το μαρτύριο της περιήγησης, ως μες στα βάθη όλων των κόσμων. Ο Ρολάνδος με τη ματωμένη καρδιά και την χαμένη κλειδοθήκη, ο Ρολάνδος γηραιότερος από όλες τις σκιές, ένας ξεχασμένος θρύλος από την Ανδαλουσία ώς την Προποντίδα. Είναι μονάχα μια ιστορία που λένε στα παιδιά.

Καμιά δεν σώθηκε προσωπογραφία του Ρολάνδου. Την όψη του ποτέ δεν θα πλάσουμε. Και όμως, μες σε κάθε δωμάτιο, πριν από κάθε νύχτα, πίσω από όλα τα μάτια ο Ρολάνδος στέκει ευτυχισμένος κοντά στο παράθυρο. Ο Ρολάνδος μες στη δροσιά της μοναξιάς του. Μορφή τρελή, καρφωμένη στην καρδιά ο Ρολάνδος, ψηλά στα σταχτιά χώματα ο Ρολάνδος, κοντά στους κεραυνούς.

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2013

Κ. Π. Καβάφη: i) ΕΡΩΤΟΣ ΑΚΟΥΣΜΑ, ii) ΜΗΔΕΝ ΠΕΡΙ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΩΝ




Έρωτος άκουσμα

Στου δυνατού έρωτος το άκουσμα τρέμε και συγκινήσου
σαν αισθητής. Όμως, ευτυχισμένος,
θυμήσου πόσα η φαντασία σου σ’ έπλασεν˙ αυτά
πρώτα˙ κ’ έπειτα τ’ άλλα -πιο μικρά- που στην ζωή σου
επέρασες κι απόλαυσες, τ’ αληθινότερα κι απτά. -
Από τους τέτοιους έρωτας δεν ήσουν στερημένος.

*     *     *

Μηδέν περί Λακεδαιμονίων

Την ειλικρίνειαν ν’ αγαπάς βεβαίως
και να υπηρετείς.
Πλην μετριόφρονα, γνωρίζοντας πως λίαν πιθανώς
θα φθάσεις στο σημείον που ειλικρίνεια δεν κάνει.
Είναι καλή˙ μα και το αίσθημα λαμπρό.
Τίμια και ειλικρινώς θα εκφράζεσαι
για πράγματα πολλά και θα ωφελείς.
Δικαίως θα σ
εκτιμούν: τι άνθρωπος ειλικρινής!
Μα εσύ νερό να βάζεις στο κρασί σου˙ να μην ξιπασθείς
γιατί (ως το ξέρεις) "Μηδέν περί Λακεδαιμονίων".


[Ποιήματα από την έκδοση Άπαντα τα ποιήματα, εισ.-επιμ.: Σόνια Ιλίνσκαγια, Νάρκισσος 2003]

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

Παύλου Φουρνογεράκη: ΨΥΧΕΔΕΛΕΙΑ (ποίημα)

M.C. Escher

Έλουσα το φόβο στη διαύγειά σου
και μαλάκωσαν οι κραυγές μου
Αλμυρή αρχή της Ινδίκτου
πώς γλυκαίνεις τα κρεμαστά της αμπέλου
συνθλίβεις άμα και ζυμώνεις
την αλκοόλη των ονείρων


[Ζάκυνθος, 1-9-2013]

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

Ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος II για την Εκκλησιαστική Πρωτοχρονιά της 1ης Σεπτεμβρίου [ελληνικά και αγγλικά]

Ἀριθμ. Πρωτ. 136/2013

          «Έχω ένα όνειρο ότι μια μέρα κάθε κοιλάδα θα υψωθεί, κάθε λόφος και βουνό θα χαμηλώσει, οι ανώμαλοι τόποι θα γίνουν ομαλοί και οι στραβοί τόποι θα γίνουν ευθείς και η δόξα του Κυρίου θ' αποκαλυφθεί και όλη η σάρκα μαζί θα την αναγνωρίσει».
         Με αυτά τα λόγια έκλεινε πενήντα χρόνια πριν τον θρυλικό του λόγο στην αμερικανική πρωτεύουσα ο άνθρωπος που τόλμησε να ονειρεύεται σε καιρούς χαλεπούς, ο ακτιβιστής που τόλμησε να πολεμήσει με μέσα ειρηνικά τον εφιάλτη του ρατσισμού, ο αγωνιστής που τόλμησε να βγάλει τη θλιβερή λευκή κουκούλα από μια ολόκληρη χώρα. Πενήντα χρόνια μετά η ανθρωπότητα κλίνει το γόνυ και αποτίνει φόρο τιμής και μνήμης στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, τον άνθρωπο που με τον λόγο και την δράση του συνέβαλε όσο ελάχιστοι στην κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων και στην εμπέδωση της φυλετικής ισότητας.
          Αυτό που φάνταζε τότε ουτοπία, σήμερα είναι πραγματικότητα. Ποιος άραγε θα φανταζόταν τότε ότι τρεις δεκαετίες αργότερα ο Νέλσον Μαντέλα θα γινόταν Πρόεδρος της Νοτίου Αφρικής, θα υπεστήριζε τη συμφιλίωση, βάζοντας στην άκρη τις τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος, και θα συνέδραμε καθοριστικά στη μετάβαση της χώρας του από το παρελθόν του απαρτχάιντ στο μέλλον της ειρηνικής διαφυλετικής συμπλεύσεως; Ποιος άραγε θα τολμούσε να διανοηθεί τότε, χωρίς να διατρέχει κίνδυνο να θεωρηθεί παράφρων, ότι τέσσερις δεκαετίες αργότερα στο ίδιο ακριβώς σημείο θα ορκιζόταν ο πρώτος εκλεγμένος πρόεδρος των ΗΠΑ με μαύρο χρώμα δέρματος;
          Και όμως τελικά το όνειρο έγινε πραγματικότητα και σήμερα οι γιοί των τέως σκλάβων και οι γιοι των τέως ιδιοκτητών σκλάβων κάθονται δίπλα-δίπλα στο τραπέζι της αδελφοσύνης. Και όμως τελικά η ουτοπία δεν είναι παρά ο όρθρος της πραγματικότητας. Και όμως τελικά πίστη είναι όντως να ξεκινάς ανεβαίνοντας το πρώτο σκαλοπάτι, χωρίς να βλέπεις ολόκληρη τη σκάλα. Και όμως τελικά δε γεννιέται η πίστη από το θαύμα, μα το θαύμα από την πίστη.
          Αυτή η πίστη είναι που συνθλίβεται σήμερα υπό το βάρος της καταθλιπτικής πραγματικότητας. Διότι τα τύμπανα του πολέμου συνεχίζουν να ηχούν εκκωφαντικά στη Μέση Ανατολή, τη γη όπου κατετέθη ο σπόρος της αναγεννήσεως του ανθρώπου στο Θεανδρικό πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Διότι η αντιπαράθεση και η σύγκρουση υπερτερούν της διαπραγματεύσεως και της αμοιβαίας κατανοήσεως στο διεθνή στίβο. Διότι τα όπλα συμβατικά ή μη – εάν βέβαια θα μπορούσαμε ποτέ να αποδεχθούμε μέσα εξοντώσεως του πλησίον ως συμβατικά – εξακολουθούν να προτιμώνται ως τρόποι επιλύσεως ποικίλων γόρδιων δεσμών. Διότι ηγέτες ανά τον κόσμο δεν διστάζουν να ανοίγουν το κουτί της Πανδώρας, αδιαφορώντας για τα επίχειρα των επιλογών τους.
          Διότι μπορεί σήμερα οι επίγονοι των αφρικανών, που δέσμιοι μετεφέρθησαν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες στον Νέο Κόσμο με τα πλοία της σκλαβιάς, να υπερηφανεύονται σήμερα – και δικαίως – για την αλματώδη πρόοδο που συνετελέσθη σε θέματα φυλετικού διαχωρισμού. Ωστόσο πολλοί εκ των αφρικανών αδελφών τους εξακολουθούν να ζουν σ' ένα μοναχικό νησί φτώχειας, στο μέσο ενός απέραντου ωκεανού υλικής ευημερίας. Και πολλοί εκ των νέων της αφρικανικής γης εξακολουθούν να μαραίνονται στη χέρσα γη της ελλείψεως ευκαιριών και να βρίσκουν τον εαυτό τους εξόριστο στην ίδια τους την πατρίδα.
          Ενώπιον αυτών των βιοτικών προκλήσεων η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αφρικής ακολουθεί τα βήματα ενός συγκεκριμένου ιστορικού προσώπου και συνάμα νοητής της κεφαλής, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ο Λόγος του Θεού έγινε άνθρωπος και έπαθε περισσότερο από τον καθένα μας όχι από ανάγκη, αλλά ελεύθερα, όχι από δέσμευση, αλλά από αγάπη. Γεννήθηκε κάτω από δύσκολες συνθήκες, έζησε με παροιμιώδη ταπεινότητα, παρεξηγήθηκε από τους πολλούς, συντροφεύθηκε από τους απόκληρους, ταλαιπωρήθηκε από την εξουσία της εποχής του, θανατώθηκε με τον πλέον ατιμωτικό τρόπο. Και όμως στο τέλος ανεστήθη εκ νεκρών, νίκησε τον θάνατο διά του θανάτου.
          Αυτό το μήνυμα ζωής του παθόντος και συμπαθόντος Χριστού αποστέλλουμε σήμερα, πρώτη ημέρα του νέου εκκλησιαστικού έτους, από την Αλεξάνδρεια προς όλους τους Ορθοδόξους αδελφούς όπου Αφρικής. Διαπύρως προσευχόμεθα να μη χαθεί η πίστη της ανθρωπότητας ότι «αὐτή ἡ κτίσις ἐλευθερωθήσεται ἀπό τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τήν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 8,21). Διακαώς ελπίζουμε η ζωή των ανθρώπων να ευθυγραμμιστεί οντολογικά και αξιολογικά προς την σταυραναστάσιμη πορεία του Κυρίου μας, και η Χάρη Του να φωλιάσει στις καρδιές όλων κατ΄ εφαρμογή της ακροτελεύτιας φράσης της Αγίας Γραφής «ναί ἒρχου, Κύριε Ἰησοῦ» (Αποκαλ. 22,20).

† Θ Ε Ο Δ Ω Ρ Ο Σ  Β΄
Πάπας καί Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας καί πάσης Ἀφρικῆς

Ἒν τῇ Μεγάλῃ Πόλει τῆς Ἀλεξανδρείας
Ἀρχή Ἰνδικτιώνος 2013

*          *          *

Protocol No: 136/2013

          «I have a dream that one day every valley shall be exalted, every hill and mountain shall be made low, the rough places will be made plain, and the crooked places will be made straight, and the glory of the Lord shall be revealed, and all flesh shall see it together ».
         With these words fifty years ago he concluded his legendary speech in the American capital the man who dared to dream at difficult times, the activist who dared to fight with peaceful means the nightmare of racism, the fighter who dared to pull out the miserable white hood from an entire country. Fifty years after mankind leans its bow and pays homage and memory on Martin Luther King, the man who with his word and his action contributed as few to the elimination of racial discrimination and to the consolidation of racial equality.
          What then it seemed utopia, today it is reality. Who could imagine at those times that, three decades later, Nelson Mandela would become President of South Africa, would favour reconciliation, putting aside the traumatic experiences of the past, and would help his country's transition from the past of apartheid to the future of peaceful interracial coexistence? Who would dare at those times to conceive, without running the risk of being considered insane, that, four decades later, in the exact same spot the first elected President of the USA with black skin colour would give his officiating oath before his nation?
          And yet the dream became ultimately reality and today the sons of former slaves and the sons of former slave owners sit side by side at the table of brotherhood. And yet the utopia is ultimately nothing but the matins of reality. And yet faith is ultimately indeed starting going up the first stepping stone, without seeing the entire staircase. And yet it is not ultimately the faith that originates from the miracle, but it is the miracle that originates from the faith.
          This faith is being smashed today under the weight of depressive reality, because the drums of war continue to vociferously beat in the Middle East, the land where it was deposited the seed of human transformation in the person of our Lord Jesus Christ; because confrontation and conflict outweigh negotiation and mutual understanding in the international arena; because weapons, conventional or not – if we could ever accept means of human extermination as conventional – are still being preferred as ways for resolving a variety of Gordian knots; because leaders around the world do not hesitate to open the Pandora's box, oblivious to the consequences of their choices.
          The descendants of the Africans, who were caught captives and transported under inhumane conditions to the New World with the ships of slavery, may today boast – and rightly so – over the rapid progress that has taken place in issues of racial segregation. Nonetheless many of their African brothers still live on a lonely island of poverty in the middle of a vast ocean of material prosperity. And many among the African youth continue to wither in the fallow land of deficient opportunities and to find themselves exiled in their own homeland.
          Before these life challenges the African Orthodox Church follows in the footsteps of its Head, our Lord Jesus Christ. The word of God became man and suffered more than anyone, not out of necessity, but freely, not by commitment, but out of love. He was born under difficult circumstances, He lived with proverbial humility, He was misunderstood by many, He was joined by the outcasts, He was dogged by the power of His era, and He was executed in the most shameful way. And yet He was ultimately resurrected out of the dead, defeating death through death.
          This life message of our ailing and compassionate Christ we are sending today, the first day of the new ecclesiastical year, from Alexandria to our Orthodox brothers all around Africa. We fervently pray mankind not to lose faith in the biblical truth that «the creation itself will be liberated from its bondage to decay and brought into the freedom and glory of the children of God» (Rom. 8.21). We fervently hope on the one hand people's lives to be aligned, both ontologically and axiologically, to the course followed by our Lord through His Crucifixion and His Resurrection, and on the other hand His grace to nestle in the hearts of all the people, pursuant to the ultimate phrase of the Holy Scriptures «Come, Lord Jesus» (Rev. 22,20).

†  THEODOROS II
Pope and Patriarch of Alexandria and All Africa
In the Great City of Alexandria

September 1, 2013

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Παύλου Φουρνογεράκη: ΑΝΑΡΡΩΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ (ποίημα)

Έργο Γιάννη Μόραλη
Κωπηλατώ στον πόνο
ξαπλωμένος στο μονόξυλο της υπομονής
και στην απανεμιά των ευχών σας
έσβησα μόλις τις απουσίες
με μονογραφή
και μελάνι  από το δοχείο της ανοχής
καθένας και μια δικαιο-λογία
στο ηλεκτρονικό κουτί του.

Ζάκυνθος, 29-8-2013

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΚΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΡΙΝΗΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ…(Δοκιμή αυτογνωσίας)


Στ
ν ξιότιμη κυρία Λίνα Γαρυφαλλάκη- Νικολάου, λογοτέχνιδα, ταπειν ντίδωρο π τ πρόσφορα τς ελικρινος γάπης Της.

ταν ργ τ βράδυ ο κολυμβητς ποσυρθον π τν παραλία κι πομείνει τ κρογιάλι συχο κι ρημικό, τότε κατεβαίνεις στ γιαλ κα μέσα στν συχία τς νύχτας φουγκράζεσαι τν νασασμ τς θάλασσας,  πο μ παλος ρυθμος ναδυόμενους π τ  χαριτωμένα μικρ κύματα, σέρνεται πάνω  στ᾿ κρογιάλι, στ στρμα μ τ   πολύχρωμα τ χαλίκια. Κι εναι ατ ρα, ρα ποιητικ κα χαρισματική, ρα στοχασμο κα πνευματικς ναζωογόνησης, γιατὶ μέσα σὲ τούτη τν μορφι κα τν κατάνυξη ξεδιπλώνεις τος στοχασμούς σου, νοίγεις τν ψυχή σου κα νασύρεις π μέσα της Μνμες κα Πρόσωπα. Κα τότε διαλέγεσαι μυστικ μ’ ατά, γιατ πιθυμες ν ξανανταμώσεις μ τρυφερς στιγμές κα πολυφίλητα πρόσωπα, ποὺ, ν κα πέρασαν πό τ ζωή σου, ν τούτοις  χουν τν ελογία κα τ δυνατότητα ν σταλάζουν κόμα βάλσαμο στς πληγς πο νοίγει νελέητη καθημερινότητα κα ο πάνθρωπες κα ερωνικς συμπεριφορς κάποιων. Συμπεριφορς πο πάντα  νοχλον κα πειράζουν. Γι᾿ ατ κα τοτες τς συχες  καντως, ερς στιγμς, κάτω πό τ σκέπη τς  ναστρης νύχτας κα μ τ συντροφι το κυματισμο τς θάλασσας, νοιώθεις ναν λλο κυματισμ ν σ κυκλώσει. Τν κυματισμ τν ψυχν τν γαπημένων σου προσώπων, πο νακαλες π τν κόσμο τν ληθιν πο βρίσκονται, γι ν σο χαρίσουν τ δυνατότητα ν ξαναζήσεις μαζύ τους φωτεινς κα ασιόδοξες στιγμές, τσι στε ν κατορθώσουν ν σο φαιρέσουν κάθε φαρμακωμένο μαχαίρι πο φέρεις μέσα σου. Μαχαίρι πο κάρφωσαν «φίλοι κα πλησίον», ο ποοι μέσα στ σπλαχνο κα ψυχρ  νταγωνιστικ πνεμα τς ποχς, πιτρέπουν στν αυτό τους ν μεταποιεται σ θηρίο. Κα στς μέρες μας τ θηρία ατ, λλοιμονο, λο κα αξάνονται... Κα λιγοστεύουν ο νθρωποι -εκόνες το Θεο, πως πλάστηκαν πό τ Δημιουργό, γι ν ποτελον κα ν συνθέτουν Κοινωνίες συνεργασίας κα συναντιλήψεως.    
Στ περιθώριο τν στοχασμν τούτη τν ερ βραδυά, πομένει κι ναπόληση τν χαμένων νείρων, πο τ νοιώθεις ν εναι βυθισμένα σ τοτο τν πηχτ κα σκοτειν βυθ τς θάλασσας. νειρα τς παιδικς λικίας, τς φηβείας, τς νεότητας... Ττε πο σπάραζαν λα γύρω σου πό ζω κα ασιοδοξία, νειρα φωτειν κα καθάρια, πως τ θεριν τ πρωϊνά, πο στόσο εδες τόσες κα τόσες φορς ν χαντακώνονται κι σ ν᾿ ποτραβιέσαι στ μοναξιάσου κα στ φαρμακωμένη πογοήτευση. Κι στερα ν πασχίζεις ν ψώσεις πάλι τν πληγωμένη σου ψυχ κα ν ξαναστήσεις νέα νειρα, νέες λπίδες μ τν προοπτικ τς πιτυχίας κα τς νέας προσπάθειας. Πόσες φορς γινε ατό; Μήτε πο τς μέτρησες,γιατ θεκες ή κάθε φορ νναι πρώτη. Ψευδαίσθηση; σως... μως, πίσω πό τ λέξη ατὴ, θ πρέπει ν χαρακτε λέξη κουράγιο. πειδ ατ ταν κινητήρια δύναμη, θετικ πλευρ το ψυχισμο σου, στε ν μν δηγηθες στν πόγνωση. Κα κάτι κόμα. Ποτ τ χαμένα τ προδωμένα νειρα δν τ πέταξες ς χρηστα, πως πετμε τ σκουπίδια, λλ τ ποθήκευες πως τ βιβλία. Γιατ τ βιβλία, ταν τ ναγνώσεις, τ βιώσεις, τ χαρες, μετ τ τοποθετες σ περίοπτη θέση, γι ν μπορες ν τ πισκέπτεσαι ταν τ χρειαστες. τσι κα τ νειρα, πο εναι ρχειοθετημένα στ βιβλιοθήκη τς ψυχς σου, γι ν μπορες, κάποιες ερς κα πολύτιμες ρες, πως εναι ατ σιμ στ θάλασσα, ν τ ξαναβλέπεις. στω κι ν εναι χλωμά, ζαρωμένα, καχεκτικά. σ τ ελαβεσαι, γιατ εναι κομμάτια το αυτο σου, εναι πραγματοποίητες πιθυμίες, νησυχίες το χθς κα σχεδιασμο νεκπλήρωτοι.
 Κάτι λλο κόμα σ διδάσκει ποψινή  γραυλία: τι μέσα στ νειρα ατ κατοικον  κα τ πάντιμα πρόσωπα τν δικν σου νθρώπων, πο πόψε σ κυκλώνουν μαζ μ τος στοχασμος κα τν τρυφερ κυματισμ τς νυχτερινς τς θάλασσας... Κι εναι τοτο νας πιπρόσθετος λόγος πο δικαιολογεῖ κάλλιστα τν σίγαστη προσπάθειά σου, στε ν τ συντηρες κα ν τ σέβεσαι. Γιατ ξέρεις πς, ν τ πετάξεις, τότε εροσυλες πέναντι στ Θε κα στ πρόσωπα τν γαπημέων σου.
π τς πέναντι μακρυνς στερις μι σειρ π διόρατα φτα, πως τ κερι σ ρες λιτανείας, μοιάζουν ν κινονται ν σέ φτσουν, ν σ προσεγγίσουν. Εναι μικρ φωτειν θραύσματα, πο τ φέρενει σιμά σου κυματισμός τς θάλασσας. στόσο μπορε ν εναι κα τ φς πό τ κερι πο κρατονε σβυστα στ χέρια τους ο προσφιλες σου κεκοιμημένοι, ο οκήτορες τν νείρων σου, παραμυθία σου στν πελπισία κα στν γνωμοσύνη πο σκορπ φειδς κόσμος.  Ατς πο πλάστηκε καλός λίαν π τ Δημιουργό του κι στερα Τν πρόδωσε.
Αὔγουστος 2013
Related Posts with Thumbnails