© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013

ΜΑΝΤΑΜΑ ΜΠΑΤΤΕΡΦΛΑΪ ΤΟΥ ΤΖΑΚΟΜΟ ΠΟΥΤΣΙΝΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ ΣΤΟ ΗΡΩΔΕΙΟ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Με κατάμεστο το θέατρο Ηρώδου του Αττικού, στις 27-7-2013, παρακολουθήσαμε μια ακόμα λαμπερή παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, την «Μαντάμα Μπαττερφλάι» του Τζάκομο Πουτσίνι [1875-1924]. Μετά την πρόσφατη θριαμβική επιτυχία που γνώρισε ο «Ιπτάμενος Ολλανδός», σε σκηνοθεσία του διάσημου Έλληνα σκηνοθέτη και σκηνογράφου Γιάννη Κόκκου, ένας άλλος σπουδαίος σκηνοθέτης, ο Αργεντινός Ούγκο ντε Άνα κλίθηκε από τον καλλιτεχνικό διευθυντή της Λυρικής Σκηνής Μύρωνα Μιχαηλίδη να σκηνοθετήσει τη θρυλική όπερα «Μαντάμα Μπαττερλφλάι»! Ο σκηνοθέτης, γνώριμός μας από την  παράσταση της «Τόσκα», το περασμένο καλοκαίρι, με την ανανεωτική ματιά του ξανάφερε στο φως πράγματα χιλιοειπωμένα και μηδέποτε λυμένα, όπως ο ρατσισμός, η αποικιοκρατία, η αγοραπωλησία ζωντανών ψυχών, η ταπείνωση ανθρώπου από άνθρωπο και προβλημάτισε ξανά τον κόσμο τού σήμερα που όχι μόνο, ένα μεγάλο μέρος του υφίσταται ακόμα τις συνέπειες, αλλά και ένα άλλο μεγάλο μέρος του, ακόμα, τις πρεσβεύει.

Ο Πουτσίνι γοητευμένος από την παράσταση της «Μαντάμα Μπαττερφλάι» του David Belasco, που είδε στο Λονδίνο το 1900, αποφάσισε να συνθέσει μια όπερα με το ίδιο θέμα. Ανέθεσε στους Τζουζέπε Τζακότα και Λουίτζι Ίλλικα να γράψουν το λιμπρέτο της όπερας, το οποίο είναι βασισμένο στο ομώνυμο έργο του John Luther Long και με στοιχεία από το έργο του Pierre Loti, “Madame Chrysanthème”. Η πρώτη παράσταση της Όπερας στη Σκάλα του Μιλάνου έγινε το Φεβρουάριο του 1904 και, παρά τους δημοφιλείς  αστέρες της εποχής, που ερμήνευσαν τους ρόλους και την εύλογη αυτοπεποίθηση του Συνθέτη για την ποιότητα της μουσικής του, βοηθούσης και της «κλάκας», ήταν μια πανωλεθρία, τόσο, που ο Συνθέτης απέσυρε αμέσως την όπερά του και αποζημίωσε τη Σκάλα του Μιλάνου με 20.000 λίρες. Το έργο έκτοτε τροποποιήθηκε πολλές φορές, ώσπου να φτάσει στην τελική του μορφή.

Μεταξύ των ετών 1915-1920 η μεγάλη Γιαπωνέζα σοπράνο Tamaki Miara έγινε παγκόσμια γνωστή τραγουδώντας την Τσο-Τσο-Σαν. Το άγαλμά της, μαζί με εκείνο του Πουτσίνι, βρίσκεται στο πάρκο Glove Garden του Ναγκασάκι, πόλη, στην οποία διαδραματίζεται η Όπερα!


Η σύγκρουση των δύο διαφορετικών πολιτισμών εμφανής από την αρχή, κυρίαρχο άλλωστε στοιχείο της έμπνευσης του Συνθέτη. Από τη μία πλευρά ο κυνικός, υποκριτής, υπερόπτης, εκμεταλλευτής Αμερικανός υποπλοίαρχος Πίνκερτον, με θεό του το χρήμα, που του επιτρέπει να αγοράζει ακόμα και ανθρώπους, όπως την ανυποψίαστη νεαρή Γιαπωνέζα Τσο-Τσο-Σαν, για να την παρασύρει στο κρεβάτι του σκηνοθετώντας το γάμο τους και την επομένη να την πετάξει ή, για να χρησιμοποιήσουμε το συμβολικό και σαφή υπαινιγμό του έργου, να την τρυπήσει, όπως ο συλλέκτης της πεταλούδας τρυπά με μια καρφίτσα την αέρινη αυτή ψυχή,  για να τη στερεώσει στον πίνακά του και να την προσθέσει στη συλλογή του. Έτσι κι εκείνος, θα την προσθέσει στη δική του συλλογή  και θα  πάει στην Αμερική, για να παντρευτεί την «καλή» Αμερικάνα! Από την άλλη, ο αγνός κόσμος των αυτοχθόνων Ιαπώνων με το σπουδαίο πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμα της πλούσιας παράδοσής του, αλλά και με τη βαριά πατρική κληρονομιά λαθών και αμαρτιών, μα και το κόστος των πράξεων της νεαρής Τσο-Τσο-Σαν, αφού απαρνιέται ακόμα και τους προγονικούς θεούς της για την άδολη αγάπη της. Η ηρωίδα του Πουτσίνι, παρά την αφέλεια, που φαίνεται να τη χαρακτηρίζει στην αρχή, αναδεικνύεται σε εμβληματική γυναικεία μορφή, που αίρεται σε μεγαλείο ψυχής, αφού τα δίνει όλα και δεν διαπραγματεύεται τίποτα ούτε καν το μεγάλο της ατού, το γιο της, τον οποίο  προσφέρει στον πατέρα του, ενώ εκείνη πεθαίνει για τον έρωτά της, όπως οι περισσότερες ηρωίδες της πινακοθήκης του Συνθέτη!


Το έργο ευτύχησε από την ευαισθησία και την ευρηματικότητα του σκηνοθέτη, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε άριστα το ανθρώπινο δυναμικό, που είναι ό,τι καλύτερο διαθέτει η Λυρική Σκηνή και έστησε μια εξαιρετική παράσταση.

Η σκηνογραφία απλή, όπως η γιαπωνέζικη αρχιτεκτονική, τρία δωμάτια στη σειρά με τη νυφική παστάδα στο κέντρο και δεξιά αριστερά τα δωμάτια εργασίας. Πλούσιες οι ενδυματολογικές προτάσεις, όπως τα εντυπωσιακά κιμονό με τα φανταχτερά χρώματα, οι περούκες και οι μάσκες που έμοιαζε να ξεπήδησαν από το παραδοσιακό θέατρο Νο ή το Καμπούκι. Αν και χρειάζεται εκπαίδευση και κάποια πείρα, η ισορροπία των τραγουδιστών πάνω στους κοθόρνους ήταν αξιοθαύμαστη. Δεν έλειψε ούτε η ξυλοπόδαρη μαριονέτα του «Μπάρμπα Σαμ», ούτε το ανέμισμα των σημαιών, ιαπωνικής και αστερόεσσας. Τα φαναράκια και οι ομπρέλες  συμπλήρωναν το λιτό σκηνικό, που όμως απέκτησε άλλη διάσταση με το videowall. Ο τοίχος του Ηρωδείου μεταμορφώθηκε κυριολεκτικά. Επιλεκτικά αναφέρουμε τα ιδεογράμματα, τη φουρτουνιασμένη θάλασσα, που ξεχύθηκε από τον αριστουργηματικό πίνακα του Ιάπωνα ζωγράφου και χαράκτη Χοκουσάι, με την εκπληκτική  κίνηση των κυμάτων να υπογραμμίζει τη σαρωτική τρικυμία του ψυχικού κόσμου της ηρωίδας. Καθώς και τις φυλλοροούσες κερασιές, που, εκτός από τη μαγευτική, ρομαντική εικόνα τους, υποδήλωναν το στράγγισμα, σταγόνα-σταγόνα, της λεπτής ψυχής της Μπαττερφλάι.

Η Ιταλίδα σοπράνο Μαρία Λουίτζα Μπόρσι απέδωσε ιδανικά την κεντρική ηρωίδα, αξιοποιώντας και προβάλλοντας, μέσα από την ωραία φωνή και τη θεατρικότητά της, όλα τα προτερήματα του ρόλου της. Ο Ιταλός τενόρος Βάλτερ Φρακάρο ερμήνευσε επάξια τον δήθεν ερωτευμένο Αμερικανό υποπλοίαρχο Πίνκερτον, αναδεικνύοντας τον κυνισμό και τον αμοραλισμό του. Εκπληκτική ήταν η Ρωσίδα μεσόφωνος Ολέσυα Πέτροβα στο ρόλο της Σουτζούκι. Εξαιρετικός όπως πάντα ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, προσέδωσε στο ρόλο του Προξένου των ΗΠΑ Σάρπλες, ευγένεια και ήθος, ό,τι έλειπε από τον Πίνκερτον. Δυσκολευτήκαμε να αναγνωρίσουμε τον βαθύφωνο Τάσο Αποστόλου, αλλά τον «πρόδωσε» η σπάνια φωνή του, με την οποία ερμήνευσε θαυμάσια το δύσκολο, εκδικητικό χαρακτήρα του Μπόνζο, θείου της Μπαττερφλάι. 


Ο Αρχιμουσικός Μύρων Μιχαηλίδης ανέδειξε τα λυρικά μέρη, αξιοποίησε τις δραματικές εντάσεις και εκμαίευσε άριστες ερμηνείες από τους Μονωδούς, τη Χορωδία και την Ορχήστρα του, αποσπώντας δίκαια το θερμότατο χειροκρότημα του κοινού! 


π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ (ποίημα)


Στν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πέργης κύριον Εάγγελο, τν Ποιητ τς Πόλης
ταπειν εχαριστήριο.

Φωτειν σχήματα
Σ ρυτιδιασμένη θάλασσα
Μ θερινς καμπάνες κι εωδις
πό βασιλικ, θυμίαμα κι ρμύρα.
Κι στερα Χάρη Της
Σκέπη μας
Μ μαφόρι Παραμυθίας κα Χαρμολύπης...
«Κεχαριτωμένη, Χαρε»,
Μήπως κα σταλάξει Χαρά Σου
Στς φοβισμένες μας ψυχές...


1-8-2013

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

π. Βασιλείου Θερμού: i) ΕΥΛΑΒΗΣ ΙΔΙΩΤΕΥΣΗ, ii) ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ, iii) «ΕΝΙ ΤΟΥΤΩΝ ΤΩΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ» [νέα ποιήματα]


Πρωτοδημοσιευόμενα ποιήματα από την ανέκδοτη συλλογή «Οι εποχές αποχωρούν πάντα πικραμένες»

     
      Ευλαβής ιδιώτευση

Όπως έμπαινε στην ιστορία του
αυτή ήταν ήδη στα Ειρηνικά μιας Λειτουργίας άλλης.
Θυμίαμα δικό του δεν έμαθε να προσφέρει
μια ζωή με ξένα την έβγαλε.
Του είπαν λαμπάδα να κρατά στο Ευαγγέλιο
μα κείνος προτίμησε με ατομικό φακό
να διαβάζει τις σημειώσεις του.

Ώστε σαν οι εξελίξεις τον κάλεσαν
‘μετά φόβου Θεού’ να προσέλθει
ήταν ήδη απασχολημένος
να σβήνει τα κεριά των άλλων.


       Επαγγελματικός προσανατολισμός

Μη λες πως δεν ξέρεις τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις.
Ιδού λοιπόν αφθονία να επιλέξεις:

Αγρότης στην πεδιάδα των ευγενών αισθημάτων.
Τεχνίτης του μέσα εργαστηρίου.
Χειρώναξ των μεταφορών αλήθειας.
Διακομιστής του εύσπλαγχνου ρίγους.
Καθηγητής για όσα δεν χώρεσαν στο σχολικό βιβλίο.
Ερευνητής των αρρήτων που υπονοούνται.
Ρήτορας της σιωπής.


«Ενί τούτων των ελαχίστων»
       
                                                     κατά Ματθαίον 25: 40

Αχαρτογράφητες χώρες
με τις ακτογραμμές της καρδιάς εκτεθειμένες
σε μποφόρ ασύδοτα,
σε βαρομετρικά χαμηλά.
Όπου επιτήδειοι σκαφάτοι επωφελούνται
και τρυγούν τις μυστικές της νησίδες,
γωνιές του αρρήτου με παράξενα ονόματα
κάτι σαν Ερείκουσα, Αντίμηλο, Θηρασία
και τα όμοια αυταίς.
Όπου διεκδικούν την πατρωνία τους
ένας άλλος Εμβέρ, ένας Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς.

Έζησαν ως ανυπεράσπιστοι
και πέθαναν ως απορούντες.

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Παύλου Φουρνογεράκη: ΑΧΝΕΣ ΣΠΙΘΕΣ (ποίημα)


Λευκό-χρυσες αφές στο σεληνόφως
ολόγιομο
στις είκοσι-μία και δεκαπέντε ακριβώς.

Αφρώδης ο Αλωνάρης
δροσίζει την κάψα της δαντέλλας
στις πατημασιές παρθένας άμμου.

Τώρα που σίμωσε η φτώχεια στα ενεχυρο-
δανειστήρια της θλίψης
πώς λάμπουν καθάρια τα ορυχεία στο γιοφύρι τ’ ουρανού!

Υψιπετή κι αλώβητα καλούν στη μέθη
με τ’ άνθη της νύχτας.
Για δες που ξεπροβάλλουν στις γωνιές με λευκό φόντο.
Στεναγκαλισμοί του κάλλους στα τρεχαντήρια του χρόνου.


[Αθήνα-Σκύρος,  Ιούλιος 2013]  

Άγγελου Καλογερόπουλου: Ο ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ (διήγημα)

[Από το μόλις εκδοθέν νέο βιβλίο "Αφηγήσεις ενός επόμενου κόσμου", εκδ. Αρμός, Αθήνα 2013, σσ. 73-87]
Κάποτε σ’ἕνα μικρὸ νησὶ ἐμφανίστηκε ἕνας παράξενος τύπος. Τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ ἔκανε σὲ ὅλους ἐντύπωση ἦταν ἀπὸ ποῦ ἦρθε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, καθὼς δὲν ἦρθε μὲ τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς κι οὔτε φάνηκε κάποιο ἄλλο πλεούμενο ἐκεῖνες τὶς μέρες. Μὰ δὲν τὸν ἔφερε καὶ κάποιος βαρκάρης ντόπιος ἀπὸ πουθενά. Ὁ ἴδιος πάλι δὲν ἔδινε καμμιὰ ἐξήγηση. Φαινόταν μᾶλλον σὰ νὰ μὴ θυμᾶται. Ἔλεγε πὼς παλιὰ ἤτανε ἀγγελιοφόρος καὶ τώρα πιὰ ἔχει μείνει ἄνεργος. Ἀγγελιοφόρος; Μὰ ἔχει κάτι αἰῶνες ποὺ δὲν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα. Νὰ ἔλεγε τοὐλάχιστον ταχυδρόμος, κάτι πάει κι ἔρχεται. Μὰ ἀγγελιοφόρος; Μήπως εἶναι πράκτορας; ἔλεγε κάποιος. Τί πράκτορας μωρέ. Δὲν τὸν βλέπεις; Βαρεμένος εἶναι, τοῦ ἀπαντοῦσε ὁ ἄλλος.
Ἐν πάσῃ περιπτώσει, αὐτὸς ὁ παράξενος ξένος πῆγε καὶ ἐγκαταστάθηκε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, ἀπὸ τὴν Χώρα τοῦ μικροῦ νησιοῦ. Ἔστησε μιὰ παράγκα στὶς παρυφές, λίγο πιὸ πέρα ἀπὸ τὰ τελευταῖα σπίτια, ἐκεῖ ποὺ ἄρχιζε νὰ ὑψώνεται ἕνα βουνὸ ψηλότερο ἀπὸ τὸ ὕψωμα πάνω στὸ ὁποῖο εἶχε χτιστεῖ ἡ Χώρα. Ζοῦσε ἥσυχα καὶ μοναχικά. Μὲ ἐλάχιστα πράγματα. Ἐξ ἄλλου δὲν εἶχε χρήματα καὶ ὅ,τι χρειαζόταν τὸ ἐξασφάλιζε εἴτε ἀπὸ καμμιὰ περιστασιακὴ δουλειά, εἴτε ἀπὸ τὴν φιλανθρωπία τῶν κατοίκων - ἀνάκατη μὲ μιὰ περιέργεια, καθὼς ὅταν κάποιος ἢ κάποια, κυρίως, τοῦ πήγαινε τίποτα, ἔβρισκε τὴν εὐκαιρία νὰ μάθει κάτι περισσότερο. Νὰ ρωτήσει, μᾶλλον. Γιατὶ γιὰ νὰ μάθει, δὲν μάθαινε. Ὅταν οἱ ἄλλοι τὸν ρωτοῦσαν ἦταν γλυκομίλητος, ἀλλὰ πάντα λιγόλογος κι αἰνιγματικός.
Ἀφοῦ πολλοὶ νόμιζαν πιὰ πὼς ὁ ἄνθρωπος εἶχε πάθει ἀλτσχάιμερ, ἂν καὶ ἦταν,σχετικά, νέος. Τέλος πάντων, ἀμνησία. Πάντως, δὲν πήγαινε καλά. Πολλοὺς ὅμως τοὺς ἀνησυχοῦσε αὐτὴ ἡ μυστηριώδης παρουσία τοῦ ξένου.
Ὁ ἴδιος σύχναζε στὰ καφενεῖα, χωρὶς νὰ παραγγέλνει τίποτα βέβαια. Καθόταν σ’ ἕνα τραπεζάκι καὶ παρακολουθοῦσε μὲ τὶς ὧρες τηλεόραση. Φαινόταν σὰ νὰ μὴν εἶχε ξαναδεῖ. Τοὔκανε μεγάλη ἐντύπωση. Στὶς ἀρχὲς μάλιστα κανὰ δυὸ φορὲς πῆγε καὶ κοίταξε πίσω ἀπὸ τὴν ὀθόνη.  Ἀλλὰ καὶ τὰ κινητά. Πάθαινε τὴν πλάκα του, ὄχι τόσο ποὺ τοὺς ἄκουγε νὰ μιλᾶνε μόνοι τους δυνατά, ὅσο, ὅταν μὲ ὕφος σοβαρό, διαβάζανε τὰ μηνύματά τους. Καμμιὰ φορὰ προσπαθοῦσε νὰ κρυφοκοιτάξει. Οὕτως ἢ ἄλλως δὲν τὸν ἔνοιαζε νὰ εἶναι καὶ πολὺ διακριτικός. Πάντοτε ἔστηνε αὐτὶ γιὰ νὰ ἀκούσει τὶς κουβέντες τῶν ἄλλων.
Πέρασαν ἔτσι κάμποσοι μῆνες. Κάποια μέρα ὅμως ὁ ἀγγελιοφόρος ἐξαφανίστηκε. Δὲν ἦταν στὴν καλύβα του, δὲν τὸν ἔβλεπαν στὴν ἀγορά, οὔτε στὴ θάλασσα. Τί νἄγινε; Οἱ κάτοικοι εἶχαν ἀρχίσει νὰ ἀνησυχοῦν. Νὰ ἀνησυχοῦν; Μὰ γιατί; Τι κακὸ μποροῦσε νὰ τοὺς κάνει; Κι ὅμως, ἡ δικιά του ἐξαφάνιση συνέπεσε μὲ τὴν ἐξαφάνιση ἑνὸς νέου παιδιοῦ. Πάνω στὶς προετοιμασίες ἑνὸς μεγάλου πανηγυριοῦ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνει, αὐτὸ τὸ δωδεκάχρονο παιδί, κάπως ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τοὺς δικούς του κι ἀπὸ τότε χάθηκε χωρίς νὰ ἀφήσει πίσω του ἴχνη. Ἔψαξαν οἱ γονεῖς του, ἔψαξαν οἱ ἀστυνομικοί, ἔψαξαν ὅλοι μὰ τὸ παιδὶ ἤτανε ἄφαντο. Καὶ τότε διαπίστωσαν ὅτι καὶ ὁ ἀγγελιοφόρος λείπει. Οἱ ὑποψίες ἔπεσαν πάνω του.
Ὡστόσο, δὲν ἀνησυχοῦσαν μόνο οἱ γονεῖς τοῦ παιδιοῦ (ἄσε ποὺ μερικοὶ ἔλεγαν ὅτι αὐτοὶ δὲν ἦταν οἱ πραγματικοί του γονεῖς) ἀλλὰ ἀνησυχοῦσαν κι ἔμοιαζαν τρομαγμένοι κυρίως οἱ ἄρχοντες τοῦ τόπου. Τὸ νὰ χαθεῖ ἕνα παιδὶ δὲν εἶναι μικρὸ πράγμα, ἀλλὰ ὁ τρόπος ποὺ ἀνησυχοῦσαν οἱ ἄρχοντες ἔκρυβε ἰδιαίτερη ἔνταση, ἀλλὰ καὶ φόβο.
*
Τὸ μικρὸ νησὶ ἔκρυβε ἕνα μεγάλο μυστικό. Αὐτὸ τὸ μυστικὸ τοὺς ἔκανε ν’ ἀνησυχοῦν τόσο πολύ. Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα μὲ τὸ ποὺ θὰ πατοῦσε κανεὶς τὸ πόδι του ἐκεῖ πέρα, θὰ διαπίστωνε ἀμέσως ὅτι κυριαρχοῦσαν οἱ γέροι. Ἦταν ἐμφανῶς περισσότεροι. Καὶ μὴ νομίσετε ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ σεβάσμια πρόσωπα ποὺ ἀπέπνεαν σεβασμὸ καὶ σοφία. Ἦταν κάτι γέροι ἀρνησίγεροι, νεάζοντες μὲ ἀθλητικὰ παπούτσια, μοντέρνα καπελάκια, σορτσάκια καὶ μπλουζάκια. Ὅσο γιὰ τὶς γηραιὲς κυρίες… Αὐτὲς νὰ δεῖς κοκεταρία καὶ μόδα καὶ ξετσιπωσιά. Ἀπολάμβαναν τὸ μπανάκι τους τὸ καλοκαίρι καὶ τὶς βόλτες τους τὸν χειμώνα. Κάθονταν στὰ μαγαζιά. Ἔτρωγαν, ἔπιναν, χασκογελοῦσαν καὶ μιλοῦσαν δυνατά καὶ ἀσύστολα. Οἱ νέοι ἄνθρωποι ἤσαντε κάτι σὰν σκλάβοι τῶν γέρων. Δούλευαν στὰ χωράφια, ἤσαντε μάγειροι καὶ σερβιτόροι στὰ μαγαζιά, περιποιόσαντε  τοὺς κήπους, καθάριζαν τοὺς δρόμους, ψάρευαν μὲ τὶς βάρκες. Οἱ νέες γυναῖκες ἦταν κυρίως καθαρίστριες, νοσοκόμες καὶ συνοδοὶ ἡλικιωμένων.
Τὰ παιδιὰ ἦταν ἕνα εἶδος ὑπὸ ἐξαφάνιση. Ἀλλὰ καθόλου προστατευόμενο, πλὴν κάποιων ἐπιλέκτων ἐξαιρέσεων. Τὰ παιδιὰ ποὺ εἶχαν συγγενικὴ σχέση μὲ τὴν ἄρχουσα τάξη τῶν γερόντων ἀπολάμβαναν τὴν ἰδιαίτερη φροντίδα καὶ προστασία. Ἀλλὰ αὐτὰ ἦταν λίγα. Οἱ γέροι δὲν μποροῦσαν, φυσικά, νὰ τεκνοποιήσουν. Καὶ τὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους ἤσαντε λίγα. Τεκνοποιοῦσαν ὅμως τὰ νεαρὰ ζευγάρια τῆς ἐργατικῆς -ἂς τὴν ποῦμε ἔτσι- τάξης. Μὰ αὐτοὶ ἔκαναν πολλὰ παιδιά, πράγμα τὸ ὁποῖο οἱ γέροι δὲν τὸ ἤθελαν. Καὶ δὲν τὸ ἤθελαν διότι ἡ αὔξηση τοῦ παιδικοῦ πληθυσμοῦ ἀπειλοῦσε τὴ δική τους ἀπόλυτη κυριαρχία. Ἐδῶ λοιπὸν κρυβόταν τὸ μεγάλο μυστικὸ αὐτοῦ τοῦ μικροῦ νησιοῦ.
            Ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἔπαιρναν κάποια μικρὰ παιδιὰ -ἀπὸ τὴ βρεφικὴ ἡλικία μέχρι τὰ δώδεκα, κυρίως- κι ἀφοῦ ἀσελγοῦσαν πάνω στὰ ὄμορφα κορμάκια τους, κατόπιν τὰ καννιβάλιζαν. Ἦταν ἕνα εἶδος τελετουργίας. Καὶ τὸ σπουδαῖο ἦταν ὅτι αὐτὸ ὄχι μόνο πίστευαν ὅτι τοὺς μετέδιδε μιὰ ἀξεπέραστη ζωτικὴ ἐνέργεια  ἀλλὰ τοὺς προκαλοῦσε κι ἕνα τέτοιο ἀποκορύφωμα ἡδονῆς  ποὺ παρόμοιό του δὲν εἶχαν γνωρίσει ποτέ.
             Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο εἶχαν στὰ χέρια τους τὴν αὔξηση τοῦ πληθυσμοῦ. Ἡ ἀναπαραγωγὴ τοῦ εἴδους ἔπρεπε ἁπλῶς νὰ καλύπτει τὶς ἀνάγκες τῆς γεροντικῆς ἄρχουσας τάξης σὲ ἐργατικὰ χέρια καὶ ὑπηρετικὸ προσωπικό.
            Τὸ παράξενο εἶναι ὅτι ὅλοι ἀνεχόντουσαν αὐτὴ τὴν κατάσταση παρ’ὅλο ποὺ οἱ περισσότεροι ἤσαντε τὰ θύματά της. Ὁ λόγος ἦταν ὅτι ὅλοι ζοῦσαν μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς κάποτε θὰ καταφέρουν νὰ ἐνταχθοῦν κι αὐτοὶ σ’ αὐτὴ τὴν προνομιοῦχο χορεία τῶν γερόντων. Θὰ δυσκολευτοῦν στὰ λιγοστὰ χρόνια τῆς νεότητός τους καὶ θὰ ἀπολαύσουν τὰ ἀτέλειωτα γεράματά τους.

Αὐτὸ τὸ μυστικὸ τὸ εἶχε ἀνακαλύψει ὁ ἀγγελιοφόρος τῆς ἱστορίας μας. Κι ὄχι μόνο ἀπὸ φῆμες ἢ κρυφὲς κουβέντες, ἀλλὰ κατάφερε μὲ κάποιο τρόπο νὰ γίνει μάρτυρας τέτοιων ἀπίστευτων ἀνθρωποθυσιῶν. Ἡ ἀρχικὴ ὀργή του τότε, ἡ φρίκη καὶ ὁ πόνος ποὺ ἔνιωσε, ἔδωσαν τὴ θέση τους σὲ μιὰ σταθερὴ καὶ ἥρεμη ἀπόφαση. Κι ἐνῶ στὴν ἀρχὴ δὲν ἤξερε καλά-καλὰ γιατί καὶ πῶς βρέθηκε σ’ αὐτὸ τὸ νησὶ -σὰ νὰ εἶχε πάθει ἕνα εἶδος ἀμνησίας, ὅπως εἴπαμε, καὶ δὲ θυμόταν ἀπὸ ποῦ ἦρθε καὶ πῶς- τώρα καταλάβαινε πολὺ καλά. Ἔνιωθε σὰ νὰ τὸν ἔστειλε ὁ Θεὸς γιὰ μιὰ σημαντικὴ ἀποστολή. Γιατὶ καταλάβαινε πὼς ἂν ἄλλαζαν τὰ πράγματα σὲ τοῦτο τὸ νησί, τότε κι ὅλος ὁ κόσμος θὰ μποροῦσε νὰ ἀλλάξει.

Ἕνα βράδυ, λοιπόν, οἱ ἄρχοντες τῶν γερόντων ἑτοίμαζαν ἕνα μεγάλο πάρτυ. Ἕνα μεγάλο φαγοπότι. Δὲν θὰ μποροῦσε ἑπομένως παρὰ νὰ συνδυαστεῖ αὐτὸ τὸ ραβαῒσι μὲ τὴν πιὸ μεγάλη θυσία παιδιῶν. Αὐτὸ θὰ ἦταν καὶ τὸ ἀποκορύφωμα τῆς γιορτῆς. Ἕνα δικό τους Πάσχα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅμως, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῶν γέρων (κάτι σὰν Δήμαρχος, ἂς ποῦμε) εἶχε θορυβηθεῖ γιατὶ τὸ προηγούμενο βράδυ εἶχε δεῖ ἕνα κακὸ ὄνειρο. Ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ ἐπρόκειτο νὰ θυσιαστοῦν, τὸ πιὸ ὡραῖο καὶ τὸ πιὸ καλό, παρουσιαζόταν συνεχῶς μπροστά του. Τὸ πρόσωπό του ἦταν θλιμμένο, ἀλλὰ συνάμα ἔκρυβε τέτοια δύναμη καὶ τέτοια ἀποφασιστικότητα ποὺ τὸν τρόμαζε. Τὸν κοιτοῦσε καὶ δὲν μίλαγε. Μιὰ φωνὴ ὅμως ἄκουγε συνέχεια στ’ ὄνειρό του: Αὐτὸς θὰ σοῦ πάρει τὴν ἐξουσία. Αὐτὸς θὰ σᾶς χαλάσει τὸ φαγοπότι.
            Θέλετε τὸ πιστεύετε, θέλετε ὄχι, αὐτὸ εἶδε στ’ ὄνειρό του κι ὁ ἀγγελιοφόρος. Δηλαδή, εἶδε στ' ὄνειρό του νὰ βλέπει στ' ὄνειρό του ὁ Δήμαρχος τὸ μικρὸ παιδὶ καὶ νὰ ἀκούει τὴ ἀπειλητικὴ φωνὴ ποὺ εἴπαμε προηγουμένως.

Ἔτσι, λοιπόν, κατάφερε τὴν ἄλλη μέρα ν' ἁρπάξει τὸ παιδὶ καὶ νὰ χαθεῖ στὸ βουνό. Ὅταν λέμε ν' ἁρπάξει δὲν ἐννοοῦμε ὅτι τὸ ἔκλεψε. Πάνω στὴν προετοιμασία τοῦ πανηγυριοῦ, μέσα στὴν πολυκοσμία καθὼς τὸ παιδὶ ἀπομακρύνθηκε κάποια στιγμὴ ἀπὸ τοὺς δικούς του, τοῦ ἔκανε αὐτὸς ἕνα νεῦμα καὶ τὸ παιδὶ σὰ νἄτανε μιλημένο τὸν ἀκολούθησε ἀμέσως. Ἐκεῖ ἔμειναν γιὰ σαράντα μέρες. Ὁ ἀγγελιοφόρος τελείως νηστικός. Γιὰ τὸ παιδὶ ἐξασφάλιζε ὅ,τι μποροῦσε. Καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν τοῦ ἔλειψε τίποτα. Ὅλες αὐτὲς τὶς μέρες ὁ ἀγγελιοφόρος ἂν δὲν προσευχόταν μιλοῦσε στὸ παιδὶ καὶ τὸ δασκάλευε. Τὸ παιδὶ τὸν ἄκουγε καὶ ἔνιωθε ὅτι τὰ ἤξερε ὅλα αὐτά,  ἀλλὰ δὲν εἶχε τὰ λόγια νὰ τὰ πεῖ. Μάθαινε λοιπὸν ἀπὸ τὸν ἀγγελιοφόρο τὰ λόγια, τὰ κρατοῦσε μέσα του κι ἔμενε σιωπηλός. Δὲν εἶχε ἀπορίες, δὲ ρωτοῦσε. Μόνο μιὰ φορὰ ρώτησε τὸν ἀγγελιοφόρο: Γιατί ἐμένα;
            Νὰ σοῦ πῶ, τοῦ ἀπάντησε ἐκεῖνος. Δὲν τὸ διάλεξα ἐγώ. Εἶναι σὰ νὰ μοῦ τὸ ψιθύρισε κάποιος. Ἀλλὰ τώρα ποὺ σὲ εἶδα ἀπὸ κοντὰ κατάλαβα. Εἶσαι τόσο ὡραῖος καὶ τόσο καθαρός, ποὺ μοιάζει  σὰ νἄχει πέσει  ἕνα κομμάτι τοῦ Θεοῦ ἐδῶ κάτω στὴ γῆ.
            Τὸ παιδὶ τὸν κοίταξε καὶ δὲν μίλησε.

Μόλις πέρασαν οἱ σαράντα μέρες ὁ ἀγγελιοφόρος κατέβηκε ξανὰ στὴ Χώρα. Οἱ κάτοικοι μόλις τὸν εἶδαν ἄλλοι ἄρχισαν νὰ ἀποροῦν, νὰ χαζογελᾶνε, ἄλλοι νὰ ἀστειεύονται, νὰ τὸν πειράζουν. Οἱ πιὸ πολλοὶ τὸν εἶχαν γιὰ ἕναν ἄκακο τρελὸ καὶ γι’αὐτὸ ἀπέκλειαν τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἔχει αὐτὸς κάποια σχέση μὲ τὴν ἐξαφάνιση τοῦ παιδιοῦ. Ὡστόσο, κι αὐτὴ ἡ πολυήμερη ἀπουσία του τοὺς προκαλοῦσε ἔντονη ἀπορία ὅσο ἐξ ἄλλου καὶ ἡ ἀνεξήγητη παρουσία του. Ἀλλὰ τώρα αὐτὸς ἦταν σοβαρὸς κι ὅπου βρισκόταν, στὸ καφενεῖο, στὴν ἀγορά, στὴν πλατεία, μιλοῦσε δυνατὰ καὶ φανέρωνε τὰ φρικτὰ μυστικά τους ἕνα-ἕνα. Τἄβγαζε ὅλα στὴ φόρα.
 Ἄρχισαν τότε νὰ τὸν διώχνουν. Νὰ τὸν βρίζουν, νὰ τὸν πετροβολοῦν. Οἱ πιὸ φτωχοὶ κι οἱ πιὸ ἀδύναμοι, οἱ πιὸ πονεμένοι κι οἱ πιὸ βασανισμένοι ἀπὸ ἐκείνη τὴν κατάσταση τοῦ νησιοῦ τὸν ἄκουγαν μὲ εὐχαρίστηση. Χαίρονταν ποὺ κάποιος τολμοῦσε νὰ πεῖ ὅσα αὐτοὶ δὲν τολμοῦσαν. Καὶ μάλιστα χαιρόσαντε ἀκόμα πιὸ πολὺ ποὺ δὲν τὄβαζε κάτω. Μιὰ μὲ μπαταρισμένο τὸ κεφάλι, μιὰ μὲ ἐπιδέσμους στὰ χέρια ἢ στὰ πόδια, ὅπως καὶ νἄτανε, συνέχιζε νὰ φανερώνει τὴν ἀλήθεια. Γιὰ ὅλους. Καὶ γιὰ τοὺς ἄρχοντες καὶ γιὰ τὴ φτωχολογιά.

Τότε ὁ Δήμαρχος σκέφτηκε-σκέφτηκε καὶ εἶπε στοὺς ἄλλους. Γιατί νὰ τὸν κυνηγᾶμε, ρὲ παιδιά. Ὅσο τὸν κυνηγᾶμε ἐμεῖς τόσο περισσότερο αὐτὸς κερδίζει τὴ συμπάθεια. Ἤδη μαθαίνω πὼς μαζεύονται στὴν καλύβα του πολλοί. Ἂς τὸν κάνουμε δικό μας, λοιπόν.
            Σιγά-σιγὰ κάποιοι τὸν πλησιάζανε. Ἔδειχναν νὰ συμφωνοῦν μαζί του. Καὶ ὁ Δήμαρχος θέλει ν’ ἀλλάξουν τὰ πράγματα , τοῦ λέγανε. Ἀλλὰ δὲν ἔχει βρεῖ ἀκόμα τὸν τρόπο. Αὐτὸς βέβαια δὲν τοὺς πίστευε. Τοὺς ἄφηνε ὅμως νὰ λένε. Κάποια στιγμὴ ποὺ ἐκεῖνοι νόμισαν ὅτι τὸν εἶχαν κερδίσει, τὸν κάλεσαν σ’ ἕνα μεγάλο τραπέζι τοῦ Δημάρχου.
            Ἦταν ἐκεῖ μαζεμένη ὅλη ἡ γερουσία τοῦ νησιοῦ. Ἀστραφτερὲς γριὲς ποὺ γυαλίζανε ἀπὸ τὰ χρυσαφικὰ κι ἀπὸ τὶς κρέμες καὶ καλοζωισμένοι γέροι, οἱ περισσότεροι μὲ βαμμένες τὶς λιγοστές τους τρίχες στὸ φαλακρό τους κεφάλι. Ἡμίγυμνα ἀγόρια καὶ κορίτσια τοὺς σέρβιραν ὅλα τὰ καλὰ τοῦ κόσμου, ἐνῶ αὐτοὶ συζητοῦσαν διάφορα σοβαρὰ θέματα πετώντας ποὺ καὶ ποὺ κανένα χοντροκομμένο ἀστεῖο καὶ χωρὶς νὰ χάνουν εὐκαιρία  νὰ  ἀγγίξουν λιγάκι τὰ ἀγορια καὶ τὰ κορίτσια. Συχνὰ κουνοῦσαν συγκαταβατικὰ τὸ κεφάλι τους σὲ κάποιον ποὺ ἔλεγε: Μὰ κι ἐμεῖς γιὰ νὰ φτάσουμε ἐδῶ ποὺ εἴμαστε, λίγα τραβήξαμε; Γιὰ νὰ μποροῦμε τώρα νὰ ἀπολαμβάνουμε τὰ γεράματά μας -ὄχι ὅτι νιώθω γέρος, ἀλλὰ τέλος πάντων-  δὲν κουραστήκαμε, δὲν παλέψαμε; Στὸ κάτω-κάτω ἐδῶ ἔχουμε δημοκρατία καὶ ἐλευθερία. Ὁ καθένας κάνει τὶς ἐπιλογές του καὶ ἀναλόγως μπορεῖ ν’ἀνέβει…
            Κάποια στιγμὴ σταμάτησαν οἱ γέροι νὰ μιλᾱνε γιατὶ ἐμφανίστηκαν οἱ μουσικοί. Κι ἐνῶ ἐπρόκειτο ν’ἀρχίσει ἡ μουσικὴ καὶ ὁ χορός, ὁ ἀγγελιοφόρος ἄρχισε νὰ κλαίει γοερά. Κλάμα δυνατὸ μὲ ἀναφιλητά. Δὲν ἔμοιαζε νὰ τὸ κάνει ἐπίτηδες. Φαινόταν ἀξιολύπητος καθὼς κάθε φορὰ ποὺ πήγαινε νὰ συγκρατηθεῖ ξεσποῦσε σ’ἕνα νέο πιὸ δυνατὸ κλάμα. Προθυμοποιήθηκε  ἡ γυναίκα τοῦ Δημάρχου καί, κουδουνίζοντας τὰ χρυσαφικά της, σηκώθηκε, πῆγε στὸ πλάι του καὶ τὸν πῆρε παράμερα. Τὸν ρωτοῦσε παρηγορητικὰ τί τὸν ἔπιασε. Καὶ τότε τῆς κάνει ἐκεῖνος: Βλέπω πῶς καταντήσαμε τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ πιάνουν τὰ κλάματα. Ἄχ, καημένη, βαρεμένος εἶναι, τῆς λέει ἡ διπλανή της. Ἀλλὰ αὐτὴ σὰν κάτι νὰ τὴν τάραξε. Ἔφυγε καὶ πῆγε καὶ κλείστηκε στὸ δωμάτιό της.
            Μ’ αὐτὰ  καὶ μ’ αὐτὰ τὸ γλέντι χάλασε. Μαζευτήκανε ὅλοι στὰ σπίτια τους. Μαζεύτηκε κι ὁ Δήμαρχος. Μὰ θορυβήθηκε μόλις εἶδε τὴ γυναίκα του τόσο ἀναστατωμένη, νὰ κλαίει ἀσταμάτητα μὲ δάκρυα μετανοίας.
            Τὴν ἄλλη μέρα φώναξε τοὺς πιὸ πιστούς του φίλους καὶ κάνανε συμβούλιο. Ὁ ἀγγελιοφόρος ἔπρεπε νὰ φύγει. Δὲν πήγαινε ἄλλο. Σὲ λίγη ὥρα οἱ ἀστυνομικοὶ εἶχαν φτάσει στὴν καλύβα του. Ξέρεις, τοῦ λέει ὁ ἀστυνόμος κάπως μουδιασμένα, τὸ καλύτερο γιὰ σένα –καὶ γιὰ μᾶς, βέβαια- εἶναι νὰ φύγεις ἀπὸ ‘δῶ. Μᾶς ἔχεις φέρει μεγάλη ἀναστάτωση. Πολλοὶ σὲ κατηγοροῦν γιὰ τὴν ἐξαφάνιση τοῦ παιδιοῦ. Ἔπειτα, κατηγορεῖς ὅλο τὸν κόσμο χωρὶς νὰ σοῦ φταίει κανεὶς τίποτα. Ὅλοι σὲ μισοῦν ἐδῶ πέρα, τώρα πιά. Μπορῶ νὰ σὲ τυλίξω σὲ μιὰ κόλλα χαρτὶ καὶ νὰ σὲ κλείσω φυλακή. Ἀλλὰ δὲν θέλω. Ἐγώ, νὰ μὴ σοῦ πῶ, σὲ ἔχω συμπαθήσει κιόλας.  Ἡ καλύτερη λύση, ἑπομένως, εἶναι νὰ σὲ πάρουμε αὔριο τὸ πρωὶ μὲ τὸ καΐκι μας καὶ νὰ γυρίσεις πίσω στὸν τόπο σου.
            Πράγματι, τὸ ἑπόμενο πρωὶ τὸ καΐκι ἔφευγε γιὰ νὰ μεταφέρει τὸν ἀγγελιοφόρο στὴν κοντινότερη στεριὰ γιὰ νὰ γυρίσει στὴν ἄγνωστη  πατρίδα  του.

Ὅταν μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες σὲ μιὰν ἀκρογιαλιὰ ἡ θάλασσα ξέβρασε τὸ πτῶμα τοῦ ἀγγελιοφόρου, ὅλοι κατάλαβαν τί εἶχε πράγματι συμβεῖ. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν τὄκανε θέμα. Ἀνέθεσε ὁ Δήμαρχος σὲ κάτι ἐργάτες νὰ τὸν θάψουν ἄψαλτο μακριά, πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὴ Χώρα. Μὰ ὅταν γύρισε στὸ σπίτι του, ἀντίκρισε  τὴ γυναίκα του νὰ τὸν κοιτάζει θλιμμένη. Τι ἄλλο θὰ κάνεις ἀκόμη; τοῦ λέει. Κι ἔφυγε.

Τὰ πραγματα στὸ νησὶ εἶχαν πιὰ ἀλλάξει γιὰ τὰ καλά. Οἱ ἄνθρωποι συζητοῦσαν ἔντονα. Μάλωναν μερικὲς φορές. Πολλοὶ γέροι ἄρχισαν νὰ συμμαζεύονται. Κι ἄλλοι πάλι συνέχιζαν μὲ βουλιμία τὶς ἀπολαύσεις τους. Οἱ νεώτεροι εἶχαν ἀρχίσει πλέον νὰ δυσανασχετοῦν καὶ νὰ ἀμφισβητοῦν τὴν ἀπόλυτη ἐξουσία τῶν καλοζωισμένων γερόντων. Κάποιοι νεαροὶ μάλιστα ἄρχισαν νὰ πετροβολᾶνε κάποιους γέρους ὅταν τοὺς ἔβρισκαν κάπου ξεμοναχιασμένους. Ἄλλους τοὺς λήστευαν κι ἄλλους ἁπλῶς τοὺς κακοποιοῦσαν.
            Ἡ κατάσταση στὸ νησὶ μέσα σὲ λιγες μέρες εἶχε γίνει ἐκρηκτική. Ὥσπου ἕνα  δειλινό, πάνω σ’ἕνα ἄσπρο ἄλογο φάνηκε τὸ νέο παιδὶ ποὺ εἶχε χαθεῖ. Τὸν κοιτάζανε ὅλοι θαμπωμένοι καὶ κανεὶς δὲν τολμοῦσε νὰ τὸν πλησιάσει. Κάποιοι περίμεναν ὅτι θὰ κηρύξει  ἐπανάσταση γιὰ νὰ ἀλλάξει ὅλα τὰ κακῶς κείμενα. Ἀλλὰ αὐτὸς κοιτοῦσε μ’ ἕνα βλέμμα σοβαρὸ καὶ πρᾶο. Τοὺς κοιτοῦσε ὅλους μὲ μιὰ ἐπίμονη ἔνταση. Ἀπὸ τὸ μέτωπό του ἄρχισαν νὰ στάζουν θρόμβοι αἵματος.

Καὶ τότε ξαφνικὰ σκοτείνιασε. Ἕνα μαῦρο σκοτάδι σκέπασε τὰ πάντα κι ἄρχισε ἕνας δυνατὸς σεισμός. Γκρεμίστηκαν τὰ σπίτια καὶ οἱ ναοί. Οἱ τάφοι ἄνοιξαν. Λέγεται μάλιστα πὼς βγῆκε κι ὁ ἀγγελιοφόρος ἀπὸ τὸν τάφο του καὶ παιδιὰ ποὺ εἶχαν καννιβαλίσει οἱ γέροι ξαναβρῆκαν τὰ σώματά τους  κι ἄρχισαν νὰ ἀναλαμβάνονται στοὺς οὐρανούς. Μεγάλες ρωγμὲς τῆς γῆς κατάπιναν ὅσους βρισκόσαντε ἐκεῖ. Ὥσπου ἕνα μεγάλο κύμα ὑψώθηκε κι ὅλα τὰ σκέπασε ἡ θάλασσα.

Πάνω ἀπ’ τὴ θάλασσα φάνηκε πάλι τὸ νέο παιδί. Προχωροῦσε πάνω στὰ κύματα  καὶ τὸ ἀκολουθοῦσαν δώδεκα παιδιὰ ποὺ εἶχαν βγεῖ ἀπὸ τοὺς τάφους τους. Ἕξι ἀγόρια ἀπ’ τὴ μιὰ κι ἓξι κορίτσια ἀπ’τὴν ἄλλη. Ὁ ἥλιος ἀνέτειλε ξανά. Κι ὅλους τοὺς τύλιγε τὸ φῶς τῆς νέας μέρας…

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

π. Βασιλείου Θερμού: i) Η ΑΣΥΛΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ, ii) Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΤΩΝ ΕΝΟΧώΝ, iii) ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ [νέα ποιήματα]


Πρωτοδημοσιευόμενα ποιήματα από την ανέκδοτη συλλογή «Οι εποχές αποχωρούν πάντα πικραμένες»

     
      Η ασυλία των λέξεων

Θροΐσματα νοημάτων και στα διάκενα ο αέρας
αποφασιστικός ανακινεί και στη σειρά τα βάζει
λέξεις να γίνουνε, να βρίσκει μέσα τους απάγκιο
και να κουρνιάζει ο νους
κάθε που η βροχή της ισχύος ραγδαία πλημμυρίζει.


Η Διεθνής των Ενοχών

Κάθε στιγμή κάπου κάποιος
στα άδυτα της Κεντρικής Επιτροπής της ψυχής του
μετράει τους αναθεωρητές του και τους δηλωσίες του.


      Γραμματική αναγνώριση

Όνομα επίθετον
-δηλαδή επιτίθεται-

τριγενές
-φιλοδοξούσε να είναι ευγενές-
ο χρόνος, η στιγμή, το άπειρο

και δικατάληκτον:
    ή έλλαμψη αλήθειας
    ή πιο βαθιά μέσα στο ψέμα.

Λύση της σύμβασης αορίστου χρόνου
           
Μη λησμονήσεις λοιπόν
όσους με επιμέλεια ελλιμενίζονται
στα ανοιχτά των λογισμών
προνοητικά ενεργώντας
για να μην προσκρούσουν,
με φάρους και σημαντήρες
τα αβαθή σημαδεύοντας.

Ώσπου μια ελαφρά νευρικότητα
ή ανεξήγητη ταχυκαρδία
ή αδιόρατη θλίψη
προμηνύουν την αιφνίδια θρασεία ανάδυση
των αναιδών λογισμών
τις απέραντες νύχτες.

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Παρουσίαση του βιβλίου της Διονυσίας Μούσουρα-Τσουκαλά «Του Φιόρου και του Μισεμού»

[Λόφος του Στράνη, Κυριακή 21 Ιουλίου 2013]

Της Κατερίνας Δεμέτη

Κυρίες και Κύριοι, Αγαπητοί Φίλοι,
Σε μια εποχή που το μαύρο επιδιώκει να σκεπάσει τη μνήμη και να καλύψει με λήθη τις μικρές ιστορίες των ανθρώπων, οι εκδόσεις ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, στη Σειρά Λογοτεχνία / Πεζογραφία / Διήγημα, κάνουν ένα τολμηρό βήμα απαντώντας με ένα πολύχρωμο βιβλίο.
Πρόκειται για το βιβλίο «Του Φιόρου και του Μισεμού» της κ. Διονυσίας Μούσουρα-Τσουκαλά, που περιλαμβάνει 29 διηγήματα, επιλεγμένα από δύο παλαιότερες διηγηματικές συλλογές, η πρώτη του 2000, με τίτλο: «Ο Κραταιός Νόστος», έκδοση Πανεπιστημίου RMIT (Royal Melbourne Institute of Technology, Greek-Australian Archives Publications) και η δεύτερη του 2005, με τίτλο: «Εκ Φιόρε και εξ Αντιπόδων», εκδ. Τσώνη, Μελβούρνη.
Και το εγχείρημα των εκδόσεων ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, πιστεύω ότι είναι τολμηρό, όχι τόσο γιατί η συγγραφέας του εκδίδει για πρώτη φορά βιβλίο στην Ελλάδα. 
Άλλωστε μας είναι εδώ και χρόνια γνωστή από την παρουσία της στο ηλεκτρονικό περιοδικό Στον ίσκιο του Ήσκιου, του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, ενώ οι φιλολογικές περγαμηνές της είναι αναμφισβήτητες, αφού έχει βραβευτεί το 2008 από το Σύνδεσμο Ελλήνων Λογοτεχνών Αυστραλίας κι έχει εκδώσει  δύο ποιητικές συλλογές: τη μία το 1996 με τίτλο: «Σκυφτές Ανεμώνες», Τετραλογία, εκδ. Ναυτίλος και τη δεύτερη, δίγλωσση, το 2007: «Εν τη Πόλει της Μελβούρνης», εκδ. Τσώνη, Μελβούρνη, ενώ διηγήματα και ποιήματά της έχουν διακριθεί μάλιστα σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, στην Αυστραλία, την Ελλάδα και την Αμερική.
Το εγχείρημα είναι τολμηρό, γιατί η κ. Μούσουρα μέσα από τα διηγήματά της μάς περιγράφει τη ζωή των μεταναστών, χωρίς να την ωραιοποιεί, ακολουθώντας τη ζωή τους από τότε που εγκαταλείπουν τη γενέθλια γη, τους παρακολουθεί στην Αυστραλία, να μοχθούν για να προοδεύσουν, να ονειρεύονται την επιστροφή, και συχνά να μην προφταίνουν να ολοκληρώσουν το όνειρό τους.
Γεννημένη η ίδια το 1940 στη Ζάκυνθο, έφυγε το 1967 με το σύζυγό της και τα δυο τους παιδιά, μετανάστρια στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, όπου διαμένουν σήμερα 505.000 Έλληνες, σύμφωνα με σχετική έκθεση του 2010.
Γνωρίζει λοιπόν καλά, με κάθε λεπτομέρεια, την πικρή γεύση που αφήνει η νοσταλγία για την πατρίδα και πόσο εύκολα η εξιδανίκευση και μυθοποίηση στοιχείων, μπορούν να δυσκολέψουν σε συναισθηματικό επίπεδο τη ζωή του μετανάστη.
Γνωρίζει επίσης και ότι άνθρωπος χωρίς ιστορίες, σημαίνει άνθρωπος χωρίς μνήμη και αυτή τη μνήμη θέλει να την περάσει στις νεώτερες γενιές, που ζουν κι ανθούν εκεί, παρακολουθώντας ανθρώπινες ιστορίες που γεφυρώνουν τις δύο πατρίδες.
Η ασπρόμαυρη φωτογραφία στο εξώφυλλο της δεύτερης διηγηματικής της συλλογής που εξέδωσε το 2005 στη Μελβούρνη, παρουσιάζει την τάξη του Γυμνασίου Θηλέων της σχολικής χρονιάς 1954-55, μπροστά από τη σκηνή που χρησίμευε για τα μαθήματα, καθώς δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί η κατασκευή του μετασεισμικού Γυμνασίου. Η φωτογραφία είναι δηλωτική καθώς είναι τα πρόσωπα και οι διαδρομές που ακολούθησαν στη ζωή τους, που πρωταγωνιστούν.
Δεν είναι καθόλου τυχαία κατά τη γνώμη μας και η επιλογή που ακολούθησε για τις μετέπειτα εκεί σπουδές της: Σπούδασε Διερμηνεία - Μετάφραση στο Πανεπιστήμιο RMIT (Royal Melbourne Institute of Technology), ειδικεύτηκε στον τομέα της Ψυχιατρικής Διερμηνείας και εργάστηκε ως η Επίσημη Μεταφράστρια των περισσότερων Ομοσπονδιακών Υπουργείων της Αυστραλίας και Κρατικών Υπηρεσιών, ενώ δίδαξε για πολλά χρόνια ελληνικά στα απογευματινά Σχολεία της ελληνικής παροικίας της Μελβούρνης και στα Σαββατιανά Πολυγλωσσικά Σχολεία του Υπουργείου Παιδείας της Αυστραλίας. Στην Αυστραλία άλλωστε η ελληνόγλωσση εκπαίδευση είναι πολύ καλά οργανωμένη, πράγμα που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην «πολυπολιτισμική πολιτική» των δεκαετιών του 1970, 1980 και εν μέρει 1990. Στο πλαίσιο της πολυπολιτισμικής προώθησης των διαφορετικών από την Αγγλική γλωσσών η Ελληνική καθιερώθηκε τη δεκαετία του 1980 ως μια από τις οχτώ Γλώσσες Κλειδιά (Key Languages) που διδάσκονταν στο αυστραλιανό κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό είχε ως συνέπεια να δημιουργηθούν σχεδόν σ’ όλες τις πολιτείες, σε δεκάδες σχολεία, ενταγμένα Τμήματα διδασκαλίας της Ελληνικής για κάθε ενδιαφερόμενο μαθητή και όχι μόνο για τους ελληνικής καταγωγής.
Σαν μια πράξη αντίστασης λοιπόν, για την εκεί μόνιμη παραμονή της, ασχολείται με την ελληνική γλώσσα, εργάζεται κι εκφράζεται μέσα από αυτήν, παρακινημένη ίσως από το μεγάλο Αλεξανδρινό Ποιητή:

Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνες ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι’ άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι’ αυτοί ήσαν Έλληνες-
Ιταλιώτες έναν καιρό κι’ αυτοί·
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι -ω συμφορά!- απ’ τον ελληνισμό.
(Κ. Καβάφης)

Αυτή την ελληνική γλώσσα λοιπόν υπηρέτησε με ευλάβεια η κ. Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά στα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο που παρουσιάζουμε απόψε:
Εναποθέτοντας στο Bάζο, αναμνήσεις κι εικόνες, από καθημερινές ιστορίες απλών ανθρώπων, που αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν, οδηγημένοι από τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής τους, το βιβλίο φωτίζει το σήμερα με τα όσα έζησαν εκείνοι, για κείνα που προφητικά ίσως θα ζήσουμε.
Οργώνοντας επιθυμίες κι ανάγκες με το Τρακτέρ, ποθητό μέσο που θα αποκτηθεί μέσα από τις οικονομίες στην ξενιτιά για να καλυτερέψει τη ζωή στην πατρίδα, η κ. Μούσουρα, παρουσιάζει μέσα στις ιστορίες της, τις λεπτές αυλακιές της ανθρώπινης ψυχής.
Υπογραμμίζει τη σημαντικότητα της ύπαρξης, που εκφράζεται μέσα από απλούς,  ταπεινούς, ανθρώπους, όπως ο Νικολής ο χαμολόης και η Ξαδέλφη η Αντριάνα, που προσηλωμένοι σε αρχές και υψηλούς στόχους, δίνουν το παράδειγμα για τα όσα η μοίρα και οι αριθμοί, αναγκάζουν να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος για να επιβιώσει.
Συναντά μαζί με τους ήρωες των διηγημάτων, τις κινητήριες αρχές που ενεργοποιούν, την ανθρώπινη φύση: τον αγνό έρωτα, στην Τρόμπα του Μπανάτου, τον αιώνιο έρωτα στο Σπίτι με τις ανεμώνες, τον προδομένο έρωτα στην Επίορκη, την αγάπη για τη ζωή που φεύγει, στην Απαγωγή, το θάνατο, το μόνο σίγουρο που θα συναντήσουμε όλοι στο τέλος στο Καπέλο γεμάτο βροχή και στο Τέλος της μικρής μας συντροφιάς, και μάς γειώνει επικίνδυνα, για τις επίπλαστες ανάγκες που η σούπερ εξελιγμένη εποχή μας  επιτάσσει.
Οι Ήσυχες μέρες που απλά και ειρηνικά περνάει ο μπάρμπα- Χρήστος με τη συντροφιά των ζώων του και η ηρωίδα στα Φιλαράκια, έρχονται σε αντίθεση με τις Ψευδαισθήσεις κι ενοχές, του ήρωα της ομότιτλης ιστορίας.
Αγάπη και μίσος, οι δύο όψεις στις σχέσεις του ζευγαριού, που επιβεβαιώνονται στο Μονόλογο (σχεδόν) της ιστορίας του Αστέριου.
Εξαπάτηση στη Νύχτα Γάμου και στην Απόφαση. Πραγματική Απερίγραπτη Συντριβή, όταν η αλήθεια ξεσκεπάζεται, όπως και στο Μυστικό της κυρά Μαρίας. Τα κλειστά παράθυρα, αποτελούν πρόκληση για εικασίες, σενάρια, τρομαχτικές ιστορίες, που μέσα από αστείρευτο χιούμορ, φωτίζονται στο τέλος από τη δύναμη της αγάπης. Χιούμορ πικρό και στην Τυχερή, που προσπαθεί να ρεφάρει μιας ζωής καταπίεση.
Στον καμβά της φιλίας και των ειλικρινών εξομολογήσεων μπλεγμένες οι Συμμαθήτριες,  μοναδική ελπίδα που ενώνει γενιές, όπως τη Mατίνα και την Aμάντα,  κι αντίσταση στις σημερινές ισοπεδωτικές συνθήκες ζωής.
Η γνωστική Τρελή της γειτονιάς, η Φόνισσα, που σκοτώνει απ’ αγάπη, ο αγαθός εξαπατημένος μπάρμπα Ηλίας που η δική του  Εκδίκηση είναι να κλέβει γιατί τον κλέψανε, η Απάντρευτη, που επιτέλους παντρεύεται, η ακυρωμένη Πρωτιά του μέτριου σε όλα Λαζαρή, φωτογραφίζουν σε ρεαλιστικά ενσταντανέ την ίδια την αντίφαση της ζωής μας, και μάς γίνονται τόσο ανέλπιστα οικείοι, που ασυναίσθητα αναγνωρίζουμε και δικές μας ιστορίες για συγγενείς-μετανάστες. Κάπου εκεί μέσα είδα και το θείο από την Αμερική, που η νόνα μου μού διηγιόταν την ιστορία του, που έλειπε δεκαετίες  και που γύρισε πίσω μόνο μ’ ένα πανωφόρι και για τον άλλο που πήγε στην Καλιφόρνια, ανακατεύτηκε με γκάνγκστερ, άλλαξε το όνομά του και μετά χάθηκε…
Κι στο βάθος οι δύο αντίποδες: Η Ζάκυνθος και η Μελβούρνη, Η παραμυθένια Πολιτεία και Το στοιχειωμένο Γεφύρι, η παλιά και η καινούργια πατρίδα, η ζωή που αφήσαμε, η ζωή που χτίσαμε, και όλα αυτά μέσα σ’ ένα πολύχρωμο βιβλίο, που γράφτηκε εκεί και παρουσιάζεται εδώ.
Άφησα για το τέλος μία μικρή εξομολόγηση: 
Δεν έχω συναντήσει ποτέ την κ. Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά. Την διαβάζω στο ηλεκτρονικό περιοδικό του π. Παναγιώτη εδώ και χρόνια, κι εδώ κι ένα χρόνο έχουμε γίνει φίλες στο κοινωνικό δίκτυο Facebook. Από εκεί μιλάμε σχεδόν κάθε μέρα. Με διαβάζει και τη διαβάζω. Το facebook ήταν και η αφορμή για να μου στείλει τα  βιβλία της από την Αυστραλία. Σήμερα το πρωί ο κ. Βίτσος ευγενικά με προσκάλεσε να συναντηθώ μαζί της και να γνωριστούμε. Αρνήθηκα, όχι γιατί ήθελα να αφεθώ στην έκπληξη της βραδιάς. Αρνήθηκα, γιατί οι φίλοι μας δεν έχουν ηλικία και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και η ονειρεμένη πατρίδα μας δεν έχει χωρικά σύνορα. Ενυπάρχει μέσα μας, είτε κατοικούμε στη Ζάκυνθο είτε κατοικούμε στη Μελβούρνη, και η οικογένειά μας είναι πάντα κοντά μας, είτε ζει στο ίδιο σπίτι μαζί μας, είτε στη γειτονική πόλη και η εστία μας είναι εκεί που καίει η φωτιά της καρδιάς μας.
Σας ευχαριστώ. 
Η Κατερίνα Δεμέτη και η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά μετά το τέλος της ανωτέρω εκδήλωσης.
Related Posts with Thumbnails