© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Παρουσίαση του βιβλίου της Διονυσίας Μούσουρα-Τσουκαλά «Του Φιόρου και του Μισεμού»

[Λόφος του Στράνη, Κυριακή 21 Ιουλίου 2013]

Της Κατερίνας Δεμέτη

Κυρίες και Κύριοι, Αγαπητοί Φίλοι,
Σε μια εποχή που το μαύρο επιδιώκει να σκεπάσει τη μνήμη και να καλύψει με λήθη τις μικρές ιστορίες των ανθρώπων, οι εκδόσεις ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, στη Σειρά Λογοτεχνία / Πεζογραφία / Διήγημα, κάνουν ένα τολμηρό βήμα απαντώντας με ένα πολύχρωμο βιβλίο.
Πρόκειται για το βιβλίο «Του Φιόρου και του Μισεμού» της κ. Διονυσίας Μούσουρα-Τσουκαλά, που περιλαμβάνει 29 διηγήματα, επιλεγμένα από δύο παλαιότερες διηγηματικές συλλογές, η πρώτη του 2000, με τίτλο: «Ο Κραταιός Νόστος», έκδοση Πανεπιστημίου RMIT (Royal Melbourne Institute of Technology, Greek-Australian Archives Publications) και η δεύτερη του 2005, με τίτλο: «Εκ Φιόρε και εξ Αντιπόδων», εκδ. Τσώνη, Μελβούρνη.
Και το εγχείρημα των εκδόσεων ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, πιστεύω ότι είναι τολμηρό, όχι τόσο γιατί η συγγραφέας του εκδίδει για πρώτη φορά βιβλίο στην Ελλάδα. 
Άλλωστε μας είναι εδώ και χρόνια γνωστή από την παρουσία της στο ηλεκτρονικό περιοδικό Στον ίσκιο του Ήσκιου, του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, ενώ οι φιλολογικές περγαμηνές της είναι αναμφισβήτητες, αφού έχει βραβευτεί το 2008 από το Σύνδεσμο Ελλήνων Λογοτεχνών Αυστραλίας κι έχει εκδώσει  δύο ποιητικές συλλογές: τη μία το 1996 με τίτλο: «Σκυφτές Ανεμώνες», Τετραλογία, εκδ. Ναυτίλος και τη δεύτερη, δίγλωσση, το 2007: «Εν τη Πόλει της Μελβούρνης», εκδ. Τσώνη, Μελβούρνη, ενώ διηγήματα και ποιήματά της έχουν διακριθεί μάλιστα σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, στην Αυστραλία, την Ελλάδα και την Αμερική.
Το εγχείρημα είναι τολμηρό, γιατί η κ. Μούσουρα μέσα από τα διηγήματά της μάς περιγράφει τη ζωή των μεταναστών, χωρίς να την ωραιοποιεί, ακολουθώντας τη ζωή τους από τότε που εγκαταλείπουν τη γενέθλια γη, τους παρακολουθεί στην Αυστραλία, να μοχθούν για να προοδεύσουν, να ονειρεύονται την επιστροφή, και συχνά να μην προφταίνουν να ολοκληρώσουν το όνειρό τους.
Γεννημένη η ίδια το 1940 στη Ζάκυνθο, έφυγε το 1967 με το σύζυγό της και τα δυο τους παιδιά, μετανάστρια στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, όπου διαμένουν σήμερα 505.000 Έλληνες, σύμφωνα με σχετική έκθεση του 2010.
Γνωρίζει λοιπόν καλά, με κάθε λεπτομέρεια, την πικρή γεύση που αφήνει η νοσταλγία για την πατρίδα και πόσο εύκολα η εξιδανίκευση και μυθοποίηση στοιχείων, μπορούν να δυσκολέψουν σε συναισθηματικό επίπεδο τη ζωή του μετανάστη.
Γνωρίζει επίσης και ότι άνθρωπος χωρίς ιστορίες, σημαίνει άνθρωπος χωρίς μνήμη και αυτή τη μνήμη θέλει να την περάσει στις νεώτερες γενιές, που ζουν κι ανθούν εκεί, παρακολουθώντας ανθρώπινες ιστορίες που γεφυρώνουν τις δύο πατρίδες.
Η ασπρόμαυρη φωτογραφία στο εξώφυλλο της δεύτερης διηγηματικής της συλλογής που εξέδωσε το 2005 στη Μελβούρνη, παρουσιάζει την τάξη του Γυμνασίου Θηλέων της σχολικής χρονιάς 1954-55, μπροστά από τη σκηνή που χρησίμευε για τα μαθήματα, καθώς δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί η κατασκευή του μετασεισμικού Γυμνασίου. Η φωτογραφία είναι δηλωτική καθώς είναι τα πρόσωπα και οι διαδρομές που ακολούθησαν στη ζωή τους, που πρωταγωνιστούν.
Δεν είναι καθόλου τυχαία κατά τη γνώμη μας και η επιλογή που ακολούθησε για τις μετέπειτα εκεί σπουδές της: Σπούδασε Διερμηνεία - Μετάφραση στο Πανεπιστήμιο RMIT (Royal Melbourne Institute of Technology), ειδικεύτηκε στον τομέα της Ψυχιατρικής Διερμηνείας και εργάστηκε ως η Επίσημη Μεταφράστρια των περισσότερων Ομοσπονδιακών Υπουργείων της Αυστραλίας και Κρατικών Υπηρεσιών, ενώ δίδαξε για πολλά χρόνια ελληνικά στα απογευματινά Σχολεία της ελληνικής παροικίας της Μελβούρνης και στα Σαββατιανά Πολυγλωσσικά Σχολεία του Υπουργείου Παιδείας της Αυστραλίας. Στην Αυστραλία άλλωστε η ελληνόγλωσση εκπαίδευση είναι πολύ καλά οργανωμένη, πράγμα που σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην «πολυπολιτισμική πολιτική» των δεκαετιών του 1970, 1980 και εν μέρει 1990. Στο πλαίσιο της πολυπολιτισμικής προώθησης των διαφορετικών από την Αγγλική γλωσσών η Ελληνική καθιερώθηκε τη δεκαετία του 1980 ως μια από τις οχτώ Γλώσσες Κλειδιά (Key Languages) που διδάσκονταν στο αυστραλιανό κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό είχε ως συνέπεια να δημιουργηθούν σχεδόν σ’ όλες τις πολιτείες, σε δεκάδες σχολεία, ενταγμένα Τμήματα διδασκαλίας της Ελληνικής για κάθε ενδιαφερόμενο μαθητή και όχι μόνο για τους ελληνικής καταγωγής.
Σαν μια πράξη αντίστασης λοιπόν, για την εκεί μόνιμη παραμονή της, ασχολείται με την ελληνική γλώσσα, εργάζεται κι εκφράζεται μέσα από αυτήν, παρακινημένη ίσως από το μεγάλο Αλεξανδρινό Ποιητή:

Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
εξέχασαν τόσους αιώνες ανακατευμένοι
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι’ άλλους ξένους.
Το μόνο που τους έμενε προγονικό
ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.
Γιατί θυμούνταν που κι’ αυτοί ήσαν Έλληνες-
Ιταλιώτες έναν καιρό κι’ αυτοί·
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι -ω συμφορά!- απ’ τον ελληνισμό.
(Κ. Καβάφης)

Αυτή την ελληνική γλώσσα λοιπόν υπηρέτησε με ευλάβεια η κ. Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά στα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο που παρουσιάζουμε απόψε:
Εναποθέτοντας στο Bάζο, αναμνήσεις κι εικόνες, από καθημερινές ιστορίες απλών ανθρώπων, που αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν, οδηγημένοι από τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής τους, το βιβλίο φωτίζει το σήμερα με τα όσα έζησαν εκείνοι, για κείνα που προφητικά ίσως θα ζήσουμε.
Οργώνοντας επιθυμίες κι ανάγκες με το Τρακτέρ, ποθητό μέσο που θα αποκτηθεί μέσα από τις οικονομίες στην ξενιτιά για να καλυτερέψει τη ζωή στην πατρίδα, η κ. Μούσουρα, παρουσιάζει μέσα στις ιστορίες της, τις λεπτές αυλακιές της ανθρώπινης ψυχής.
Υπογραμμίζει τη σημαντικότητα της ύπαρξης, που εκφράζεται μέσα από απλούς,  ταπεινούς, ανθρώπους, όπως ο Νικολής ο χαμολόης και η Ξαδέλφη η Αντριάνα, που προσηλωμένοι σε αρχές και υψηλούς στόχους, δίνουν το παράδειγμα για τα όσα η μοίρα και οι αριθμοί, αναγκάζουν να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος για να επιβιώσει.
Συναντά μαζί με τους ήρωες των διηγημάτων, τις κινητήριες αρχές που ενεργοποιούν, την ανθρώπινη φύση: τον αγνό έρωτα, στην Τρόμπα του Μπανάτου, τον αιώνιο έρωτα στο Σπίτι με τις ανεμώνες, τον προδομένο έρωτα στην Επίορκη, την αγάπη για τη ζωή που φεύγει, στην Απαγωγή, το θάνατο, το μόνο σίγουρο που θα συναντήσουμε όλοι στο τέλος στο Καπέλο γεμάτο βροχή και στο Τέλος της μικρής μας συντροφιάς, και μάς γειώνει επικίνδυνα, για τις επίπλαστες ανάγκες που η σούπερ εξελιγμένη εποχή μας  επιτάσσει.
Οι Ήσυχες μέρες που απλά και ειρηνικά περνάει ο μπάρμπα- Χρήστος με τη συντροφιά των ζώων του και η ηρωίδα στα Φιλαράκια, έρχονται σε αντίθεση με τις Ψευδαισθήσεις κι ενοχές, του ήρωα της ομότιτλης ιστορίας.
Αγάπη και μίσος, οι δύο όψεις στις σχέσεις του ζευγαριού, που επιβεβαιώνονται στο Μονόλογο (σχεδόν) της ιστορίας του Αστέριου.
Εξαπάτηση στη Νύχτα Γάμου και στην Απόφαση. Πραγματική Απερίγραπτη Συντριβή, όταν η αλήθεια ξεσκεπάζεται, όπως και στο Μυστικό της κυρά Μαρίας. Τα κλειστά παράθυρα, αποτελούν πρόκληση για εικασίες, σενάρια, τρομαχτικές ιστορίες, που μέσα από αστείρευτο χιούμορ, φωτίζονται στο τέλος από τη δύναμη της αγάπης. Χιούμορ πικρό και στην Τυχερή, που προσπαθεί να ρεφάρει μιας ζωής καταπίεση.
Στον καμβά της φιλίας και των ειλικρινών εξομολογήσεων μπλεγμένες οι Συμμαθήτριες,  μοναδική ελπίδα που ενώνει γενιές, όπως τη Mατίνα και την Aμάντα,  κι αντίσταση στις σημερινές ισοπεδωτικές συνθήκες ζωής.
Η γνωστική Τρελή της γειτονιάς, η Φόνισσα, που σκοτώνει απ’ αγάπη, ο αγαθός εξαπατημένος μπάρμπα Ηλίας που η δική του  Εκδίκηση είναι να κλέβει γιατί τον κλέψανε, η Απάντρευτη, που επιτέλους παντρεύεται, η ακυρωμένη Πρωτιά του μέτριου σε όλα Λαζαρή, φωτογραφίζουν σε ρεαλιστικά ενσταντανέ την ίδια την αντίφαση της ζωής μας, και μάς γίνονται τόσο ανέλπιστα οικείοι, που ασυναίσθητα αναγνωρίζουμε και δικές μας ιστορίες για συγγενείς-μετανάστες. Κάπου εκεί μέσα είδα και το θείο από την Αμερική, που η νόνα μου μού διηγιόταν την ιστορία του, που έλειπε δεκαετίες  και που γύρισε πίσω μόνο μ’ ένα πανωφόρι και για τον άλλο που πήγε στην Καλιφόρνια, ανακατεύτηκε με γκάνγκστερ, άλλαξε το όνομά του και μετά χάθηκε…
Κι στο βάθος οι δύο αντίποδες: Η Ζάκυνθος και η Μελβούρνη, Η παραμυθένια Πολιτεία και Το στοιχειωμένο Γεφύρι, η παλιά και η καινούργια πατρίδα, η ζωή που αφήσαμε, η ζωή που χτίσαμε, και όλα αυτά μέσα σ’ ένα πολύχρωμο βιβλίο, που γράφτηκε εκεί και παρουσιάζεται εδώ.
Άφησα για το τέλος μία μικρή εξομολόγηση: 
Δεν έχω συναντήσει ποτέ την κ. Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά. Την διαβάζω στο ηλεκτρονικό περιοδικό του π. Παναγιώτη εδώ και χρόνια, κι εδώ κι ένα χρόνο έχουμε γίνει φίλες στο κοινωνικό δίκτυο Facebook. Από εκεί μιλάμε σχεδόν κάθε μέρα. Με διαβάζει και τη διαβάζω. Το facebook ήταν και η αφορμή για να μου στείλει τα  βιβλία της από την Αυστραλία. Σήμερα το πρωί ο κ. Βίτσος ευγενικά με προσκάλεσε να συναντηθώ μαζί της και να γνωριστούμε. Αρνήθηκα, όχι γιατί ήθελα να αφεθώ στην έκπληξη της βραδιάς. Αρνήθηκα, γιατί οι φίλοι μας δεν έχουν ηλικία και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και η ονειρεμένη πατρίδα μας δεν έχει χωρικά σύνορα. Ενυπάρχει μέσα μας, είτε κατοικούμε στη Ζάκυνθο είτε κατοικούμε στη Μελβούρνη, και η οικογένειά μας είναι πάντα κοντά μας, είτε ζει στο ίδιο σπίτι μαζί μας, είτε στη γειτονική πόλη και η εστία μας είναι εκεί που καίει η φωτιά της καρδιάς μας.
Σας ευχαριστώ. 
Η Κατερίνα Δεμέτη και η Διονυσία Μούσουρα-Τσουκαλά μετά το τέλος της ανωτέρω εκδήλωσης.

π. Βασιλείου Θερμού: i) ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΠΟΙΗΜΕΝΗ, ii) ΧΑΡΤΗΣ ΝΑΥΣΙΠΛΟΪΑΣ, iii) ΑΠΡΟΝΟΗΣΙΑ [νέα ποιήματα]


Πρωτοδημοσιευόμενα ποιήματα από την ανέκδοτη συλλογή «Οι εποχές αποχωρούν πάντα πικραμένες»



      Πατριδογνωσία επικαιροποιημένη


Καρτερούμε μέραν νύχταν
                                     σε υπνοδωμάτια, σαλόνια, γραφεία                                      καλά κλιματιζόμενα
να φυσήξει ένας αέρας
                                 (κανείς δεν παίρνει τα δωρεάν)

στουν τον τόπον πον καμένος
                                            από πυρκαγιές ανεξήγητες
τζι εν θωρεί ποτέ δροσιάν
                                      σε ‘κάτι υπόθεσες ψυχικές’

για να φέξει καρτερούμεν
                                      άβουλοι εμείς και μοιραίοι
το φως τζείνης της μέρας
                                     (μήπως ήδη πέρασε;)

πον να φέρει στον καθέναν
                                         στο μέτρο της επιθυμίας
τζαι δροσιάν τζαι ποσπασιάν.




      Χάρτης ναυσιπλοΐας


Θάλασσες γαλάζιες, πράσινες, καφετιές
    ματιών σε απορία
                                    ή δυσπιστία

αυλακωμένες από σκάφη
   - νοήματα περίεργα και δυσερμήνευτα
   ή ταχύπλοα που έφεραν ξαφνικά την ταραχή
   ή αργοκίνητα φορτηγά που κουβαλάνε μιας ζωής φορτίο

θάλασσες ματιών που πασχίζουν να χωρέσουν
σ’ ένα βλέμμα τον κόσμο
άλλες που ρωτάνε ‘γιατί;’
κι άλλες που πρόθυμα προσφέρουν
ένα ‘επειδή’ για απάντηση.




      Απρονοησία


Όποτε χόρεψε ζεϊμπέκικο η θλίψη
και ξέχασε η επιθυμία να της βαρεί παλαμάκια
στο τέλος τής πρόσφερε καρέκλα να καθίσει
η απόγνωση.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: ΜΗΤΕΡΕΣ ή ΤΑ ΛΕΥΚΑ ΜΑΝΤΗΛΙΑ (ποίημα)


Φάνηκαν οι μητέρες, με λευκά μαντίλια, βουρκωμένες οι μητέρες
οι γυναίκες των καλών ανέμων, με τα λευκά μαντίλια.
Σιγοτραγουδούν τους στίχους του Κάρλος Γκαρντέλ
και τα άφαντα παιδιά τους, αγάλματα μες στη νύχτα
που θα πέσει στη συνοικία της Μπόκα.
Η θάλασσα πέρα ευτυχισμένη μες στις θύελλες
και οι πονεμένες μητέρες των καλών ανέμων
που αντίκρισαν τα παιδιά τους με τα άγρια διψασμένα μάτια,
Καρφωμένα μάτια στα πρόσωπα, σφιγμένα δόντια.
Τα βήματα των πουλιών, ο ήχος στην πόρτα.
Οι τρυφεροί εναγκαλισμοί μες στις νύχτες
και ίσαμε να κυλήσει ο ήλιος στις πλαγιές
η αγαπημένη μυρωδιά του περιβολιού
μες στις ανάσες τους.
Οι σταυροί βαθιά στους πυθμένες των ματιών
οι χαραυγές
και τα αργυρά ράμφη που τα κατατρώγουν.
Κάθε πρωί τα συντρίμμια του φεγγαριού
και οι μητέρες των καλών ανέμων 
σκυλιά με τα πρόσωπα μες στα παλιά, παιδικά ενδύματα της θείας λειτουργίας. 


[Εικαστικό σχόλιο στο ποίημα: Τέχνη του Παναμά]

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

LATINITAS NOSTRA ΣΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ / ΕΝΑΣ ΑΓΓΛΟΣ ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ ΣΤΟ ΛΕΒΑΝΤΕ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Κάτι διαφορετικό ακούσαμε από τους LATINITAS NOSTRA στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών στις 23 Ιουνίου 2013, στην Πειραιώς 160. Ένα μίγμα Ανατολής και Δύσης, με αφορμή τις εντυπώσεις του Άγγλου κατασκευαστή Εκκλησιαστικών Οργάνων Thomas Dallam [1579-1614], μέλους της Blackmiths’ Company, που ξεκινάει από την Αγγλία, για να παραδώσει στον Σουλτάνο Μωάμεθ τον Γ΄ το δώρο της βασιλίσσης Ελισάβετ, ένα εκκλησιαστικό όργανο, απόγονο της αρχαίας «Ύδραυλις», που είχε εφεύρει ο Κτησίβιος ο Αλεξανδρεύς [285-222 π. Χ], ο, μετά τον Αρχιμήδη, λογιζόμενος, που έζησε επί της βασιλείας του Πτολεμαίου Β΄.
Ο Thomas Dallam, το 1599 με 1600 αναχωρεί από το Λονδίνο για την Κωνσταντινούπολη για ένα ταξίδι που διαρκεί έξη μήνες. Όλο αυτό το διάστημα κρατάει σημειώσεις, σε ημερολογιακή μορφή, που δημοσιεύονται τον 19ο αιώνα. Στην επιστροφή του, εκτός από το  Εκκλησιαστικό Όργανο του Σουλτάνου, κατασκευάζει και εκείνα για το King’s College, Chapel, και για το Πανεπιστήμιο του Cambridge. Ο Thomas Coryat [1577-1617]και αυτός Άγγλος περιηγητής και συγγραφέας της ύστερης ελισαβετιανής εποχής, τροφοδότησε με τις αφηγήσεις του τη συναυλία. Το ίδιο και ο George Sandys [1577-1644], Άγγλος ποιητής και περιηγητής, ανάμεσα στα έργα του οποίου συγκαταλέγεται η μετάφρασή του «Μεταμορφώσεις» του Οβιδίου. Το ταξίδι του ξεκίνησε από τη Γαλλία, πέρασε στην Ιταλία και από τη Βενετία αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη. Αργότερα επισκέπτεται την Αίγυπτο, το Σινά, την Παλαιστίνη και την Κύπρο. Οι αφηγήσεις του είναι αφιερωμένες στον Charles και εικάζεται ότι πρόκειται για κάποιο πρίγκιπα ή βασιλιά. Το έργο του θεωρείται σημαντικό για τη Γεωγραφία και την Εθνολογία.
Ο  τέταρτος της επιλεκτικής αφήγησης των LATINITAS, είναι ο Sir Henry Blount [1602-1682], περιηγητής κι αυτός και συγγραφέας. Ταξίδεψε σε Ευρώπη και Ανατολή και έγραψε το «Voyage into the Levant», που δημοσιεύτηκε το 1634. Ο  όρος Levant εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Αγγλία το 1497 και σημαίνει Ανατολή,  δάνειο από τη γαλλική λέξη Levant,  το σημείο όπου ο ήλιος ανατέλλει, Levare για τα λατινικά. Εξαιρετική η μετάφραση των κειμένων από τον άγνωστο μεταφραστή!
Η αφήγηση φαντάζει ονειρική μέσα από τη μουσική του αναγεννησιακού συνθέτη και δεξιοτέχνη του λαούτου John Dowland [1563-1626], γνωστού στις ημέρες μας από τα μελαγχολικά του τραγούδια, όπως το «Come heavy sleep» βάση, για το έργο του Benjamin Britten «Nocturnal after John Dowland for quitar», γραμμένο το 1964 για τον Βρετανό κλασικό κιθαρίστα και δεξιοτέχνη του λαούτου Julian Bream[1933- ]. Οι περισσότερες συνθέσεις του Dowland είναι για λαούτο. Από τα πιο γνωστά έργα του, το «Lachrimae or Seaven Tears», που ακούσαμε εναλλάξ με την κοσμική οθωμανική μουσική!
Είχε μεγάλο ενδιαφέρον η μίξη λόγου, παλαιών οργάνων και ήχων της Ανατολής και της Δύσης. Και όλα τούτα συνθεμένα «εν αρμονία» από ανθρώπους με πάθος για κάτι διαφορετικό, όπως ο τσεμπαλίστας και καλλιτεχνικός διευθυντής των LATINITAS NOSTRA Μάρκελλος Χρυσικόπουλος και ο γκαμπίστας Ανδρέας Λινός, που συνέλαβαν στην ιδέα και την υλοποίησαν. Τι κρίμα, το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών που κρατάμε στα χέρια μας, να είναι τόσο φτωχό και οι πληροφορίες του ελάχιστες, σε αντίθεση, ευτυχώς, με τον συνθετικό και ερμηνευτικό πλούτο που μας πρόσφεραν οι LATINITAS NOSTRA μέσα από παλαιά ιστορικά όργανα,  όπως η  βιόλα ντα γκάμπα, το λαούτο, το εκκλησιαστικό όργανο και εκείνα της Ανατολής, όπως το κανονάκι, τα κρουστά, το ούτι, το νέυ, όργανο ιερής μουσικής  και το Yali tambur.

Ο γνώριμός μας στόμφος του Σπύρου Σακκά δεν ξεπέρασε το μέτρο και με την ωραία του φωνή και άρθρωση  πρόβαλε τα γλαφυρά αφηγηματικά μέρη και εναρμονίστηκε με τα δύο θαυμαστά σύνολα των μουσικών. Ο κόντρα τενόρος Νίκος Σπανός συγκίνησε ιδιαίτερα με τη λεπτή, ωραία φωνή του και με το απαλό ηχόχρωμά της παρέσυρε, μαζί με τη φωνή του Ευγένιου Βούλγαρη, το ακροατήριο στη μαγεία της βραδιάς. Μαγεία, που δημιούργησε ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος με τους άριστους δεξιοτέχνες μουσικούς του και μαζί τους ανέδειξε τα κρυμμένα μουσικά διανθίσματα, την αυτοσχεδιαστική διάθεση, τη μελαγχολική αίσθηση, διάχυτη στο έργο του Συνθέτη, δημιουργώντας έναν αρμονικό διάλογο ανάμεσα σε δυο Πολιτισμούς! 

Γιώργου Λέκκα: ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ (ποίημα)



Ι
Σφαγμένο χέρι
πάλι καὶ πάλι
στὸ ἴδιο μαχαίρι
καὶ τὸ χειρότερο εἶναι
πὼς εἶμαι ὁ ἴδιος
καὶ τὸ σφαγμένο τὸ χέρι
καὶ τὸ ματωμένο μαχαίρι.

[25.3.13]


ΙΙ
Κύριέ μου,
ἡ φυλακὴ εἶμαι ἐγὼ
κι ὁ δήμιος εἶμαι ἐγώ.
Ἡ ἐρημιὰ εἶμαι ἐγὼ
κι οἱ βάσανοι εἶμαι ἐγώ.
Ὁ φόβος εἶμαι ἐγὼ
ἡ στέρηση εἶμαι ἐγὼ
κι ἡ Κόλαση εἶμαι ἐγὼ
ἂν δὲν σὲ ἀγαπῶ.

[21.6.13]


III
Κύριε,
ὅσο ἀρνοῦμαι
νὰ στὸν παραδώσω
αἱμάσσει διαρκῶς
ὁ σκοτεινὸς πυρήνας
τοῦ ἑαυτοῦ μου
ὁ ἴδιος σφάγιο
καὶ θύτης
καὶ βωμὸς
ματαιωμένων
κι ὅμως κατακόκκινων
ἐπιθυμιῶν.

[21.7.13]


* Ο π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΛΕΚΚΑΣ, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου των Παρισίων, είναι άμισθος κληρικός της Ι. Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού.

[Εικαστικό σχόλιο στο ποίημα: Έργο Εύας Μελά]

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

π. Βασιλείου Θερμού: i) ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΕΜΠΝΕΥΣΕΩΣ, ii) ΕΚΔΗΜΟΚΡΑΤΙΣΜΟΣ, iii) ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΑ ΤΡΟΠΑΡΙΑ [νέα ποιήματα]


Πρωτοδημοσιευόμενα ποιήματα από την ανέκδοτη συλλογή «Οι εποχές αποχωρούν πάντα πικραμένες»


       
       Ιερά Μονή Εμπνεύσεως

Η μονή δέχεται επισκέψεις προσκυνητών
κάθε Δευτέρα μέρα τραγωδίας
και κάθε (προ)Παρασκευή αποφάσεων.

Παρακαλούμε για σεμνή ενδυμασία:
κάθε αυταπάτη ισχύος να αφήνεται στην είσοδο.



Εκδημοκρατισμός  

Ψέματα, ψέματα...
Σε κάθε μορφή
                              συσκευασία
                                                        δόση.
Μεγάλα, μικρά, μικρομέγαλα,
κομψά, παρανοϊκά, πειστικά,
δύο σε ένα, οικογενειακού μεγέθους,
σε έκπτωση, με δόσεις.

Καραμέλες για τον λαιμό
που δεν μπορεί ν’ αντέξει τις αλήθειες.


       
       Αποτυχημένα τροπάρια

Μέσα οικουρούν ζωές- προσόμοια
που πασχίζουν να προβιβαστούν
σε ιδιόμελα.
(Έτσι γίνονται τα φάλτσα των ανθρώπων, τι νομίζεις;)

Έξω κυκλοφορούν επιτυχημένα ιδιόμελα
ευτυχή στην αυτάρκειά τους
που όμως δεν θα γίνουν ποτέ δοξαστικά.

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

π. Βασιλείου Θερμού: i) Η ΠΡΟΟΔΟΣ ΩΣ ΑΝΤΙΣΗΨΙΑ, ii) ΟΥΣΙΩΔΗΣ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ, iii) ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗ [νέα ποιήματα]


Πρωτοδημοσιευόμενα ποιήματα από την ανέκδοτη συλλογή «Οι εποχές αποχωρούν πάντα πικραμένες»


Η πρόοδος ως αντισηψία

Επιτέλους! Είναι θέμα δημόσιας υγείας.
Τόσα δάκρυα σιωπηρά, τόσοι
υπαινιγμοί στην άκρη του γκρεμού,
απειλές σπαρακτικές του είναι,
αγωνίας κραυγές, εκκλήσεις για ζωή,
ανησυχίες μεταδοτικές,
σε φακέλους κλεισμένες, χέρι με χέρι
να διακινούνται ανά την επικράτεια
έτοιμοι να προσβάλουν και άλλους όσοι
θ’ αγγίζουν, θα ταξινομούν, θα διανέμουν αλληλογραφία.
Γιατί; Απλοί υπάλληλοι είναι, έχουν οικογένεια,
τι χρωστάνε; πώς τη μόλυνση θ’ αποφύγουν;

Ψηφιακή πλέον η επικοινωνία ήταν μια κάποια λύσις.



      Ουσιώδης παράλειψη

Και όμως δεν γράφτηκε ποτέ
ένα έστω χαμηλόφωνο έπος
για ταπεινούς Φιλοκτήτες
που έκρυψαν επιδέξια
το δάγκωμα που τους έλαχε,
που τη ζωή τους ολόκληρη δίπλα στην άβυσσο επέρασαν
εκεί όπου λάθη δεν συγχωρούνται,
που συμπλήρωσαν τα ελλείποντα ένσημα
σκάβοντας βαθιά στα ορυχεία της επιθυμίας

τώρα κάποια Σεραφείμ τούς κρατάνε το πι
να μην πέσουν καθώς βαδίζουν

ενόσω τις αμαρτίες άλλων καθαρίζουν
με μυστικό υστερόγραφο αίμα.



Δια βίου μάθηση

Ζευγάρι:
                        απροειδοποίητες προφορικές εξετάσεις


σε αδίδακτο 
υπο-                 κείμενο

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Ο Ερωτόκριτος του χθες και του σήμερα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Είναι παρήγορο, στ’ αλήθεια, ότι στις μέρες των περιφερόμενων μπουλουκιών και στην εποχή της εξαγοράς της επιταγής για την υποχώρηση στην τηλεοπτική μετριότητα, κάποιοι επιμένουν και αντιστέκονται. Στον αναπροσανατολισμό της επιβαλλόμενης κουλτούρας και της ισοπέδωσης των πάντων αυτοί αντιπαραθέτουν την δική τους – και δική μας – ταυτότητα  και επιμένουν στην ξεχωριστή τους έκφραση και άποψη. Είναι αυτοί που γνωρίζουν και έχουν όραμα και σκοπό και αυτοί που δεν μηρυκάζουν, αλλά, στρεφόμενοι στον εαυτό τους, προσπαθούν να κρατήσουν τις σωτήριες ιδιαιτερότητες του τόπου τους.
    Ανάμεσα σ’ αυτούς τους λίγους, αλλά σταθερούς -εξάλλου «μικρά ζύμη όλο το φύραμα ζυμοί»- οι κάτοικοι του χωριού Σκουλικάδο, οι οποίοι σέβονται την παράδοσή τους, προσπαθούν να την γνωρίσουν, να την φέρουν στο σήμερα και να την συνεχίσουν.
   Παρακαταθήκη αιώνων και στο χωριό τους ο πολυαγάπητος σ’ όλο το νησί Ερωτόκριτος, που μεταλαμπαδεύτηκε στη Ζάκυνθο από την Κρήτη, μετά την πτώση του Χάνδακα και αγαπήθηκε όσο κανένα άλλο κείμενο στο νησί, σαν ποίημα πρώτα, που έγινε διήγηση στα χείλη της νόνας και μετά σαν «Ομιλία», η οποία παίχτηκε κατά καιρούς και ήταν μια από τις πιο αγαπημένες των κατοίκων του νησιού, αλλά κυρίως του παραπάνω χωριού, που την έπαιξε συχνά και μάλιστα την προσάρμοσε στα δικά μας δεδομένα.
   Ο δραστήριος και ομώνυμος σύλλογος, λοιπόν, που δραστηριοποιείται στην περιοχή και όχι μόνο, σεβόμενος την ιστορία του και αναζητώντας την ιδιαιτερότητά του, πέραν από την πρόσφατη και επιτυχημένη παράσταση του κλασσικού έργου, που επανήλθε στη ζωή των κατοίκων του, για να συνεχιστεί η μακραίωνη παράδοση, θέλησε να ερευνήσει και επιστημονικά την υπόθεση και γι’ αυτό το λόγο οργάνωσε στις 13 και 14 Ιουλίου ένα διήμερο εκδηλώσεων λόγου και τέχνης, το οποίο ήταν αφιερωμένο στην μεγάλη αυτή παρακαταθήκη του τζαντιώτικου πολιτισμού.
   Άτομα, τα οποία ή επιστημονικά έχουν ασχοληθεί με το ποιητικό αυτό κείμενο ή έχουν δώσει μεγάλο μέρος της ζωής τους για την συνέχισή του στο σήμερα και την διατήρησή του, ανακοίνωσαν τον καρπό της έρευνάς τους και της εμπειρίας τους και έκαναν τους παλιότερους να θυμηθούν και τους νεότερους να γνωρίσουν και να μάθουν.
   Αναζητήθηκε η ουσιαστική και πολύπλευρη σχέση της Μεγαλονήσου και του νησιού μας, ψάχτηκαν οι τρόποι της απόδοσης του ερωτικού έργου του Κορνάρου από τους απλούς ανθρώπους του χωριού, ερευνήθηκαν οι παλιότερες και γνωστές σε μας παραστάσεις – «μιλήματα» θα ήταν ο σωστότερος όρος -, αποδόθηκαν – όπως θα έπρεπε – τα εύσημα σε όσους δημιούργησαν την παρακαταθήκη και έτσι, ερευνώντας το χθες, θεμελιώθηκε το σήμερα και το αύριο.
   «Ερωτόκριτος σε βάθος χρόνου» ήταν ο τίτλος των εκδηλώσεων, οι οποίες, σημειωτέον, έγιναν πολύ σωστά στο χωριό, και το «βάθος» αυτό δεν περιορίστηκε στείρα στο παρελθόν, αλλά προχώρησε δημιουργικά και στο μέλλον.
   Παρευρέθηκα και τις δύο βραδιές στις εκδηλώσεις και ομολογώ πως, πέρα απ’ όλα τ’ άλλα, αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν ο τρόπος που συμμετείχε το κοινό και το πώς οι κάτοικοι του σημαντικού αυτού χωριού της Ρίζας, έχουν κάνει βίωμά τους το αριστουργηματικό αυτό κείμενο της θεατρικής μας λογοτεχνίας και το πόσο το αγαπούν και το συντηρούν. Πολλοί το γνώριζαν απέξω, όπως και παλιότερα και σιγοψιθύριζαν τους στίχους τους. Άλλοι συμφωνούσαν με τους ομιλητές, όταν ακούγονταν γεγονότα και ονόματα, από τις παλιότερες κυρίως παραστάσεις και επιδοκίμαζαν. Άλλοι πάλι γύριζαν στον διπλανό και του έλεγαν λεπτομέρειες. Αυτό είναι αναμφίβολα δείγμα ζωντάνιας, αλλά και ουσιαστικού πολιτισμού. Γι’ αυτό και μόνο, πιστεύω, είχαν επιτυχία οι διήμερες εκδηλώσεις.
   Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η στιγμή που τ’ άλογα με τ’ αντιπροσωπευτικά «αφεντόπουλα» θύμισαν τον λόγο του ποιητή και τον έκαναν να ξανακουστεί στα στενά δρομάκια του Σκουλικάδου. Οι οπλές τους δεν ξύπνησαν μόνο μνήμες, αλλά έδωσαν και υποσχέσεις.
   Εκείνα τα καλοκαιριάτικα –με όλες τις σημασίες της λέξης– βράδια το νησί μας, μέσω του πάντα δραστήριου χωριού Σκουλικάδου, απέδειξε πως μπορούμε να έχουμε δικό μας και μάλιστα πολύ σημαντικό πολιτισμό, δίχως μετακλήσεις. Πως η αυτογνωσία είναι σημαντικότερη από το νεοπλουτισμό και πως η με σκοπό και ουσία αναζήτηση είναι πιο εποικοδομητική από τις δίχως συνοχή και αιτία μιμητικές και παντού επαναλαμβανόμενες εκδηλώσεις.
   Σε εποχές λαϊκισμού και φτηνής κουλτούρας, που το λίκνισμα στις πίστες θεωρείται πρόοδος και ο κάθε πικραμένος εκμεταλλεύεται τα μεγάλα ονόματα και τα ποδοπατεί, ο λόγος ενός μεγάλου ποιητή, μπολιασμένος συχνά από την λαϊκή σοφία, επανήλθε στην επιφάνεια και μας έδωσε παρηγορία.
   Αυτό αρκεί. Τα άλλα είναι επιπόλαιες υποθέσεις.
   Ας βρούμε το κουράγιο και την παιδεία να συνεχίσουμε. Στο νησί μας αξίζει μια καλύτερη τύχη.



π. Βασιλείου Θερμού: i) Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ, ii) ΨΥΧΙΚΗ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ, iii) ΕΝΑΕΡΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ [νέα ποιήματα]


Πρωτοδημοσιευόμενα ποιήματα από την ανέκδοτη συλλογή «Οι εποχές αποχωρούν πάντα πικραμένες»

Η καταστροφή του κτηματολογίου

Τώρα φυσούν καινούργιοι άνεμοι
παίρνουν μακριά τις σημαίες που είχαμε στήσει
από τα βουναλάκια όσα οικοδομούσαμε νέοι
έτσι δεν ανήκουν σε κανέναν
τίτλοι ιδιοκτησίας δεν υπάρχουν πια
τα υποθηκοφυλακεία των ιδεών τάκαψε όλα η φωτιά
που εξαπλώθηκε από κείνους
τους πυρακτωμένους
που υπέκυψαν στους μέσα κεραυνούς.


Ψυχική κατάρρευση

Άλλα έδωσε πρόθυμα, μα πριν την ώρα τους
άλλα της τα πήραν ξεγελώντας την
κι άλλα της τ’ αρπάξαν με τη βία.

Με τόσες καισαρικές και πρόωρα
πώς ν’ αντέξει η μήτρα
της προσωπικής της ιστορίας;


       Εναέρια κυκλοφορία

Της αγάπης αίματα εντέλει τον πορφύρωσαν
και συνήθισε η φλεγόμενη άμαξά του
να βαίνει καθημερινά προς απόσυρση
για χατίρι μας
για να νοικιαστούν όνειρα
της νύχτας ολοκαίνουργια
αστραφτερά,
με ευρύχωρο σαλόνι,
με κινητήρα πειραγμένο,
με αξεσουάρ πλήθος,
υβριδικά ουρανού και γης,
βραχύβια

προορισμένα ν’ αχρηστευθούν στην πρώτη μετωπική
σύγκρουση με τη μέρα.

Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013

Μαρίας Κοτοπούλη: ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ (νέο διήγημα)

[Κολάζ Ελύτη]
Οι  πρώτοι ψαλμοί του όρθρου, με τα τζιτζίκια να κρατούν το ίσο, ήταν ένα γλυκό ξύπνημα για τον Άνεμο, τον Αέρα - Αήρ, αναγραμματισμός της Ήρας,  όπως λένε, της θεϊκής συζύγου του Διός- τον Λιλ των Σουμερίων, των Ελλήνων το Νοτιά, το νεαρό αμούστακο αγόρι, που αδειάζει ένα δοχείο με νερό ψηλά από τον Πύργο των Ανέμων.
Άκουγε το γέλιο της, προκλητικό, ερωτικό, μα εκείνη δεν ήταν πουθενά. Έτρεχε ανάμεσα στις θολωτές καμάρες να δει που κρύβεται. Της σφύριζε, της ψιθύριζε λόγια τρυφερά, κρυβόταν, μα τίποτα. Μικρό ζιζάνιο ο Νοτιάς, έκανε τις τρέλες του, να την παραπλανήσει και μόλις φανεί, να την αρπάξει ξαφνικά στην ερωτική αγκαλιά του, έτσι, σαν μια μπουκιά, καθώς θα την ονειρευόταν με μονοκοντυλιά στον καμβά του ο Σαλβατόρ Νταλί. Το τρελό γέλιο της συνέχιζε να τον προκαλεί, ρίχνοντας  όλα τα αρώματα και τις ευωδιές μπροστά του κι ακόμα μες στα χέρια του, απίθωνε τα μεταξένια φύλλα της, μα εκείνη, έμενε αόρατη. Έπλαθε με τη φαντασία του τη μελαγχολική, αριστοκρατική μορφή της. Αχ, πόσο ζηλεύει τον αδερφό του που αγκαλιάζει τη Νύμφη! Έτσι θέλει κι εκείνος να την έχει αγκαλιά. Γιατί, γιατί ο Σάντρο επέλεξε να ζωγραφίσει τον Εύρο πλάι στη Θεά; Αν έκλεβε τους κέλητες του Αχιλλέα, τους γιους του αδερφού του Ζέφυρου, θα την απήγαγε και θα καλπάζανε μαζί στον αστερόεντα ουρανό!
Ο ήχος από τη μυσταγωγία των ψαλμών δυνάμωνε και τον συνέπαιρνε. Η σκέψη του τρελάθηκε και τον έσπρωξε σε άλλα μονοπάτια. Αχ, αν την παρέσερνε στο Ναό για να  της δείξει την Παναγιά με το ρόδι στο χέρι, δε θα τη συγκινούσε που είχε γίνει σύμβολο θεϊκό, σύμβολο της Ανάστασης; Θα την έσφιγγε τότε στην αγκαλιά του στο κέντρο του Ναού. Ένιωσε  δέος.  Όχι, όχι, ο χώρος ήταν ιερός κι εκείνος δεν γνώριζε, αν ο δικός του «ιερός έρωτας» ήταν αγνός ή βέβηλος. Αν, μόνο, το ήξερε, θα έπαιρνε την ευλογία του Θεού και θα την κρατούσε αιώνια στην αγκαλιά του. Ίσως, αν της έδειχνε τις αναγεννησιακές Μαντόνες με τα ρόδια στα Μουσεία του κόσμου, να λύγιζε τις αντιστάσεις της; Αν πάλι έκλεβε το μήλο από το χέρι του Πάρη και έβαζε στη θέση του  το ρόδι, μπορεί να προκαλούσε μια αναταραχή, μια ζήλια από τη Μηλιά, που, πάνω στο θυμό της θα ξετρύπωνε τη μικρή Ροδιά από την κρυψώνα της για να την επιπλήξει και τότε εκείνος θα εύρισκε την ευκαιρία να κάμει μια άλλη «Αρπαγή Ωραίας» και να τη φέρει στον λαμπερό ανεμώδη κοιτώνα του, τον στρωμένο με το τέλειο σχήμα των φύλλων της και των καρπών της, αυτό, το μικρό-μικρό σύμπαν της ζωής, όπου ο Δημιουργός έκρυψε το μεγαλείο του.
Εκεί, τις μέρες του Μαγιού, ονειρευόταν ότι μπορούσε να της δώσει το χάδι, το φιλί του. Το ήξερε, ότι επίτηδες χανόταν για να την επιθυμήσει ακόμα πιο πολύ. Αλίμονο, αόρατη, πεισματικά κρυμμένη, τον μεθούσα με το άρωμα  που επίμονα σκορπούσε ολόγυρα του και μαρτυρούσε την αιθέρια παρουσία της. Κι ύστερα τα κελαϊδίσματα των πουλιών, να  τρέμουν πάνω στα φυλλώματα και να τραγουδούν τ’ όνομά της, περνώντας μέσα από τις συννεφιές του ουρανού, για να φτάσουν στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της ημέρας, να τη δουν να στολίζεται με επτά λογιών φτερά, με όλα τα χρώματα της Ίριδας, της φτερωτής θεότητας, που σαν τους Αρχαγγέλους ακολουθεί κι εκείνη τους Θεούς κρατώντας το κηρύκειο, προνόμιο δικό της και του Ερμή, προκαλώντας του ήλιου τα αμέτρητα κρυστάλλινα πρίσματα να αντιφεγγίζουν τους πλανήτες.
Και ξαφνικά βλέπει μια οπτασία μυστηριακή, ολόγυμνη, με όλες τις χάρες της Αφροδίτης, αιώνιο σύμβολο ομορφιάς, να τρέχει μαζί  με τα διάφανα, γυμνά κορίτσια, που τραγουδούσαν τα όνειρά τους, στους κίτρινους κάμπους, να τα συντρέχει με τα αστραφτερά κλαδιά της στο μάζεμα των τριφυλλιών, για να γεμίσουν τα χλωρά πανέρια τους με ανθούς και τα ξανθά τους χέρια με την ομορφιά του φωτός των τριφυλλιών. Αμαζόνα αγέρωχη κάλπαζε με το χρυσό της Άτι, ανεμίζοντας προκλητικά τη χαίτη της στον Ουρανό, επίκληση στην ελπίδα της ανατολής του Ήλιου και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποια χαίτη ήταν ομορφότερη, η δική της ή του περήφανου  Αλόγου της;
Καθώς χαιρετούσε από μακριά τη θάλασσα, κουνώντας το μαντήλι της γεμάτο από φωνές πουλιών, του φάνηκε, όχι, όχι, το μάτι του Ανέμου δεν ξεγελιέται, την αναγνώρισε. Από το τραγουδιστό της γέλιο, από τους ευωδιαστούς  καρπούς στο στόμα της, που άφηναν το ρίγος τους στις φυλλωσιές του όρθρου των πουλιών και σε όλο το κορμί του. Ήταν η τρελή Ροδιά, γεμάτη από τη φλόγα του ανοιχτού καρπού της, να πλέκει με τα φύλλα της μαντίλια από φωτιές όχι εκείνα της καταστροφής μα τα άλλα της προμηθεϊκής ευεργεσίας, στους Ανθρώπους και στη Μάνα Γη. Να αντιπαλεύει στα κύματα σαν τη μικρή Παπαρούνα ανάμεσα στις πέτρες τις σκληρές που ορθώνει το επαναστατικό, κόκκινο, σαν αίμα κεφαλάκι της, να ξορκίσει το κακό για να μπορέσει το απροστάτευτο Γεράνι τις θύελλες να νικήσει και να ανθίσει. Ήταν η τρελή Ροδιά κι εκείνος έτρεχε πίσω της να δει τη θάλασσα. Ποια θάλασσα; Του πολυμήχανου Οδυσσέα,  του Μικρού Ναυτίλου,  ή εκείνη του Ποιητή των Ποιητών;
Πώς θα την ξεγεννήσει, αναρωτιόταν, πώς, με τόσους τριγμούς, θα καταφέρουν τα παιδιά της να πετάξουν με τα ξύλινα πόδια τους, πάνω από τις θαλάσσιες ανεμώνες, πάνω από τις ρυτίδες των κυμάτων σ’ ακρογιαλιές απάτητες,  αμύριστες, ερωτικές, με τις πλανεύτρες Σειρήνες, τις Γοργόνες και τις Νύμφες, να τα προσκαλούν, σε «λιμένας πρωτοϊδωμένους»; Πώς, άραγε, θα φτάσουν στους αιθέρες,  άρμενα για πουλιά, για σύννεφα και για κορίτσια αερικά; Θαμπωμένος από τη θηλυκότητα και τον ερωτισμό της, διέκρινε τη μεγαλόπρεπη Μητρική της Φύση. Ένιωσε δέος, ίδιο με εκείνο στο κέντρο του Ναού. Πόσο έχει λοξοδρομήσει, σκεφτόταν. Θα χαθεί μες το σκοτάδι και φοβάται. Αναζήτησε το μονοπάτι του Θεού και άπλωσε το χέρι του να αρπάξει το Δικό του. Όμως το φως γύρω από το Πρόσωπό του, άλω, το λέει ο Ποιητής, τον θάμπωσε, αλλά το θαλασσί του Ουρανού και της «Θαλάσσης τα κύματα», τον συνέφεραν. Γονάτισε μετανοιωμένος.
Όχι, όχι, θα τρέξει στις άσπρες αυλές και θα την περιμένει εκεί καρτερικά, ως την ώρα της απόγειας αύρας, ποτέ δε θα την πάρει με τη βία. Κι όταν θα φτάσει, θα την κρατήσει τρυφερά στην αγκαλιά του, θ’  απλώσει τα δάχτυλά του στης κόμμωσής της τα κλαδιά, μ’ ένα χάδι κόμπο στο λαιμό, χάδι χαράς, πόνου και λύτρωσης. Ίσως ο Ερμής με το κηρύκειο να έρθει από πάνω τους, να τους σκεπάσει με το μανδύα του και να απομακρύνει τα σύννεφα όπως έκανε για της Αφροδίτης τη χάρη κι ίσως ο μικρός Έρωτας με τα βέλη του να διώξει τους μνηστήρες. 
Οι ώρες σταματούν κι ο χρόνος τρέχει στης Άνοιξης τα μέρη και στις γειτονιές του Καλοκαιριού και του Αυγούστου. Η Ροδιά, στην ιερότητα του βίου της, αφήνεται στην αιώνια, θεϊκή αγκαλιά και στην πνοή του Ανέμου την ώρα του μεσημεριού, την ώρα που ο Ήλιος ξελογιάζει τη Γη κι ο Ουρανός τη Θάλασσα αγκαλιάζει, εκεί, που οι Ναοί των Σουμερίων χάνονται μέσα στο ιερό θόλο, εκεί ψηλά,  από τον Πύργο των Ανέμων ο «μικρός» Νοτιάς, θα αδειάσει το πολύτιμο δοχείο που κρατά  για την ευεργεσία της Γης και της Ροδιάς.

[Σημείωση: Πολλά στοιχεία είναι παρμένα από το βιβλίο της Dr Ανθούλας Δανιήλ, Προσεγγίσεις Ποιημάτων, Εκδόσεις Τομές].   

Ιούνιος 2013
Related Posts with Thumbnails