© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

Ενώ η «Ομιλία» εξελίσσεται


Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά είδη του παραδοσιακού, Ζακυνθινού καρναβαλιού είναι αναμφίβολα και οι περίφημες «Ομιλίες», οι οποίες δίνουν ένα ξεχωριστό και ιδιόμορφο χρώμα στην εορταστική αυτή περίοδο, που διανύουμε και μας οδηγεί από το σκοτάδι στο φως και από τον Χειμώνα στην Άνοιξη και το Καλοκαίρι.
   Ευτυχώς και παίζονται ακόμα, με ιδιαίτερο ζήλο από τους κατοίκους του νησιού μας και κυρίως από νέους και γράφονται καινούριες, οι οποίες, μάλιστα, τυπώνονται και δεν διατρέχουν τον κίνδυνο να χαθούν, όπως συνέβη με πολλές άλλες, παλιότερες, των οποίων μόνο τα ονόματα ήρθαν ως τις μέρες μας, δίχως να γνωρίζουμε το κείμενό τους και πολύ συχνά και το περιεχόμενό τους.
   Οι σημερινές «Ομιλίες», βέβαια, καλώς ή κακώς – εδώ οι γνώμες διίστανται – έχουν τις περισσότερες φορές σύγχρονα θέματα και τις απασχολεί η τρέχουσα πραγματικότητα. Παίζονται αποκλειστικά πάνω σε πάρκα, με σκηνικά, συχνά χωρίς μάσκες και κάποιοι – ευτυχώς ελάχιστοι - χρησιμοποιούν και γυναίκες στις ερμηνείες τους. Επίσης η διάρκειά τους πολύ συχνά είναι μεγαλύτερη από το συνηθισμένο και αξιοποιούνται όλα τα μέσα, όπου διαθέτει η εποχή μας, όπως φωτισμοί και μικρόφωνα.
   Εμείς σήμερα, στο εορταστικά επίκαιρο αυτό κείμενό μας, θα επανέλθουμε, τονίζοντας την σημασία της σπουδαίας αυτής και πηγαίας έκφρασης του λαού μας, σε μια πρόταση, η οποία έγινε τον περασμένο Ιούνιο από την Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante”, στα πλαίσια των τετραήμερων εκδηλώσεών της για την «Γκιόστρα Ζακύνθου του 2012».
   Την δεύτερη, λοιπόν ημέρα των εκδηλώσεων και συγκεκριμένα την 1η Ιουνίου, παρουσίασε την «Ομιλία» του κλασσικού μας ρεπερτορίου «Η Χρυσαυγή», όπως ακριβώς παριστάνονταν παλιότερα και όπως ακριβώς την είχαν παίξει στο παρελθόν δεκάδες λαϊκοί θεατρίνοι, σαν αυτοί, που τους είχαμε δει στα παιδικά μας χρόνια.
   Δεν χρησιμοποιήθηκαν πάρκα και σκηνικά, κατά τα γραφόμενα και της πολυδιάστατης Μαριέττας Μινώτου-Γιαννοπούλου, αλλά το έργο παίχτηκε στους φυσικούς χώρους, κατά την προσταγή της παράδοσης, οι οποίοι είναι οι δρόμοι και οι πλατείες. Έτσι επαληθεύτηκε ή πιο σωστά επανήλθε στην σημερινή μας πραγματικότητα ο χαρακτηρισμός των «Ομιλιών», που τις θέλει «θέατρο δρόμου».
   Οι παραστάσεις δόθηκαν τμηματικά στα κεντρικότερα σημεία της πόλης μας, όπως ακριβώς συνέβαινε και στην εποχή της δημιουργίας και της ακμής του λαϊκού μας θεάτρου. Το εγχείρημα ξεκίνησε από το ιστορικό πλάτωμα της εκκλησίας της Φανερωμένης, συνεχίστηκε στον Άγιο Παύλο, την Ανάληψη και το Διοικητήριο και κατέληξε στην πολύβουη  - σε κάθε της έκφραση - πλατεία του Αγίου Μάρκου, τον γνωστό κάποτε Φόρο, όπου έγινε και το φινάλε.
   Σε όλες τις περιπτώσεις σχηματίζονταν κύκλος, όπως ακριβώς στο γνωστό σχέδιο του πολύτιμου και πολυτάλαντου Κονίδη Πορφύρη, ο τελάλης χτυπούσε την κουδούνα του και οι ηθοποιοί, που συνυπήρχαν με το κοινό, έπαιζαν τους ρόλους τους, πηγαίνοντας στο κέντρο, που είχε αφεθεί το κενό. Οι θεατές συμμετείχαν, είτε με ατάκες την ώρα της παράστασης, είτε φωνάζοντας τις παρ’ όλες τους από παράθυρα και μπαλκόνια, σαν ο περιφερόμενος θίασος διάβαινε το ιστορικό κέντρο της πόλης. Με τον τρόπο αυτό οι μνήμες έγιναν πραγματικότητα.
   Έπαιξαν μόνο άνδρες, ερμηνεύοντας και τους γυναικείους ρόλους του κλασσικού έργου και φυσικά χρησιμοποιήθηκαν μωρέττες, δίνοντας και χρώμα εποχής, αλλά και ελευθερία στους θεατρίνους, οι οποίοι έπαιξαν τους ρόλους τους με την γνωστή τραγουδιστή φωνή, που επιβάλλει η ιστορία. Με λίγα λόγια η παράσταση αυτή, η οποία κυρίως, όπως ξαναγράψαμε, ήταν μια πρόταση, είχε όλα εκείνα τα στοιχεία, που χαρακτηρίζουν τις κλασσικές «Ομιλίες» και επαλήθευε τα όσα οι διάφοροι ιστορικοί μας έχουν διασώσει για την ιδιότυπη αυτή και πολύτιμη λαϊκή μας έκφραση, χωρίς κανέναν μοντερνισμό ή αυθαίρετη παρέμβαση.
   Το όλο εγχείρημα είχε αναλάβει ο δάσκαλος, ιδρυτής της «Υακίνθης» και Γραμματέας της Εταιρείας “Giostra di Zante”, Νίκος Αρβανιτάκης και το έφεραν σε πέρας, με ιδιαίτερη επιτυχία, χάριν του ταλέντου τους, λαϊκοί θεατρίνοι από το χωριό Αγκερυκός.
   Ήταν κάτι, που χρόνια είχε να γίνει. Ας υπάρχει σαν μια άλλη εκδοχή.
    Η εξέλιξη είναι αναγκαία, αλλά δεν πρέπει να ξεφύγει και από τους κανόνες της πρωταρχικής παράδοσης.
   Η Πρόταση της «Χρυσαυγής» από το Σωματείο της Γκιόστρας επέμενε στα παλιά, για να οδηγηθούμε σωστά στα καινούρια.
   Καλό, πιστεύουμε, θα ήταν να βρει και άλλους μιμητές. Όχι πίσω στην παράδοση, αλλά μπροστά με την παράδοση. Τότε η ιστορία συνεχίζεται σωστά.

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Σύγχρονη ζακυνθινή ποίηση – μια προσωπική διαδρομή


Γράφει ο συνθέτης ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ

Το ενδιαφέρον μου για τη σύγχρονη ζακυνθινή ποίηση ανάγεται στον καιρό της ανακάλυψης των νέων Επτανησιακών φύλλων, αυτών δηλαδή που ο Διονύσης Σέρρας συνέχισε να εκδίδει μετά το θάνατο του Ντίνου Κονόμου. Ήταν το 2000 όταν τον συνάντησα και μου πρόσφερε τα πιο πρόσφατα τεύχη του περιοδικού, μαζί με τους τελευταίους καρπούς της ποιητικής του τέχνης.

Το 2002 μετουσίωσα σε μουσική το ποίημα του Διονύση Φλεμοτόμου «Αναφωνήτρια», από τη συλλογή του Καφές σε χρόνο ενεστώτα (Περίπλους, 2000). Ακολούθησε η “Gloria” τον επόμενο χρόνο, και έτσι γεννήθηκε το έργο μου Δύο κομμάτια για κουαρτέτο εγχόρδων.

Στη συνέχεια ήρθε η γνωριμία με την ποίηση του Παναγιώτη Καποδίστρια. Το βιβλίο μάλιστα του ιδίου Ποιητικές αντοχές της Ζακύνθου (2002), που εμβαθύνει στο έργο τεσσάρων Ζακυνθινών ομοτέχνων του (του Σέρρα, του Φλεμοτόμου, της Μάχης Μουζάκη και της Λούλας Βάλβη-Μυλωνά) είναι από τα πιο ενδιαφέροντα που έχω διαβάσει.

Στην ίδια περίοδο (2000-2003) ανήκουν και τα εξαίρετα «ημερολόγια» (με τίτλο Ζάκυνθος) του Διονύση Μουσμούτη (άξια συνέχεια αυτών της Κρύστας Αγαλιώτου-Γιακουμέλου από τη δεκαετία του ’80). Μέσα από τα πονήματα του Μουσμούτη ήρθα σε επαφή με δύο σημαντικούς ποιητές, τη Λούλα Βάλβη-Μυλωνά και το Σαράντη Αντίοχο.

Βαθύτερη γνώση της ποίησης της Βάλβη-Μυλωνά απέκτησα από την ανθολογία που επιμελήθηκε και εξέδωσε ο Διονύσης Σέρρας το 2003 με τίτλο Στα μονοπάτια της Λούλας Βάλβη-Μυλωνά. Σημαντική προσφορά του Σέρρα ήταν και η έκδοση των ποιητικών απάντων του διαπρεπούς πνευματικού ανθρώπου Σωκράτη Καψάσκη, με τίτλο Διαδρομή, το 2002 (ακολούθησε αφιέρωμα στον Καψάσκη στα Επτανησιακά φύλλα την επόμενη χρονιά).

Χάρη στο Σέρρα γνώρισα επίσης το έργο του Ζαχαρία Στουφή. Η ποίηση του Στουφή είναι τόσο δυνατή που καταφέρνει να ξεπεράσει τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει την αισθητική μου από τη δική του. Το αγαπημένο μου από τα έργα του είναι η Χαωδία, που το παραλληλίζω με του Αφορισμούς του Franz Kafka.

Το 2005 μελοποίησα για πρώτη φορά ένα σύγχρονο Ζακυνθινό ποιητή, και πιο συγκεκριμένα το ποίημα «Ακαΐα» του Διονύση Σέρρα (από την εξαιρετική ποιητική του συλλογή του 2004 Σήματα για την κρύπτη).

Το 2006 συνάντησα την ποιήτρια Μάχη Μουζάκη, η οποία ευγενικά μου χάρισε, εκτός από δικές της συλλογές, τη σημαντική εξαντλημένη ποιητική της «ανθολογία σύγχρονης ζακυνθινής ποίησης» (από το 1982). Μέσα από αυτήν γνωρίζω και γοητεύομαι από το έργο του Νίκου Σπάνια. Εν συνεχεία έρχομαι σε επαφή και αποκτώ ποιητικές συλλογές της Αθηνάς Βλαχιώτη, της Ελένης Δημάκου, του Σταύρου Αμπελά και, μέσω του τελευταίου, του εν Αθήναις Γιάννη Πομώνη. Επιλέγω και μελοποιώ από ένα ποίημα των Σωκράτη Καψάσκη («Έντεκα μικρά ποιήματα, X»), Νίκου Σπάνια («Χωρίς τίτλο»), Λούλας Βάλβη-Μυλωνά («Το Ψήλωμα»), Αθηνάς Βλαχιώτη («Αέρινο») και Ελένης Δημάκου («Ο άνεμος»). Τα παραπάνω τραγούδια, μαζί με την «Ακαΐα» του Διονύση Σέρρα, πρωτοπαρουσιάστηκαν από τη σοπράνο Διακεκτή Καμπάκου στην Αθήνα στις 25 Μαΐου του 2008.

Σημαντικός εκδοτικός σταθμός στάθηκε η ποιητική ανθολογία του διαμένοντα στη Μαδρίτη Σαράντη Αντίοχου, με τίτλο Προηγμένος κύκλος (εκδόσεις Μπάστα, 2008). Είχα μάλιστα τη χαρά να παραβρεθώ στην όμορφη παρουσίαση του βιβλίου στον Ιανό, στις 15 Μαΐου 2009, όπου γνώρισα και το συγγραφέα. Αξίζει να προσθέσω ότι εξίσου σημαντικές θεωρώ τις γλαφυρές μελέτες του Αντίοχου, όπως τις δημοσιευμένες στα Επτανησιακά φύλλα για τη «Διεθνή συνάντηση μεσαιωνικού και λαϊκού θεάτρου» (εμψυχωτής της οποίας υπήρξε και ο Αντίοχος, μαζί με την καίρια μορφή του Κ. Πορφύρη) καθώς και για τα χρόνια της διαμονής του Ανδρέα Κάλβου στην Αγγλία.

Το Δεκέμβριο του 2010 πραγματοποιήθηκε αφιέρωμα στη Βάλβη-Μυλωνά στο εντευκτήριο «Χρόνος» της Δώρας Παπαδάτου, για το οποίο μελοποίησα τα ποιήματα «Ιόνιο», «Έρωτας» και «Δημιουργία».

Στις 8 Αυγούστου του 2012 η σοπράνο Ανδριάνα Λυκούρεση ερμήνευσε 11 τραγούδια μου σε μελοποιημένη ποίηση, εκ των οποίων 3 σε ποίηση σύγχρονων Ζακυνθινών ποιητών (Βλαχιώτη, Βάλβη-Μυλωνά και Δημάκου). Αξιοσημείωτη ήταν και η πρώτη εκτέλεση της μελοποίησης μου από το 1999 στο σονέτο «Στη Ζάκυνθο» (“To Zante”) του Edgar Allan Poe (το διασημότερο ποίημα που έχει γραφτεί για τη Ζάκυνθο). Η ίδια ερμηνεύτρια εξάλλου απέδωσε τη μελοποίησή μου σε νεανικό σονέτο του Ούγου Φώσκολου (με τον υπότιτλο “Notturno”) σε αφιέρωμα στον ποιητή στις 26 του ιδίου μήνα (και οι δύο εκδηλώσεις έλαβαν χώρα στο Λόφο του Στράνη).

Αξίζει να παρατηρήσω ότι η ομάδα των Ζακυνθινών ποιητών, εκτός της έντονης δραστηριότητάς της, αποτελεί το πλέον ηθικό καλλιτεχνικό και πνευματικό σώμα του νησιού. 

Σημειώσεις: 
1. Το κείμενο γράφτηκε ενόψει της Ημέρας Ποίησης (21 Μαρτίου) και 
2. Μελοποιημένη ποίηση, σε μουσική του Διονύση Μπουκουβάλα, μπορεί να ακούσει κανείς εδώ

Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

Απόστολου Θηβαίου: Ο ΠΙΕΡ ΠΑΟΛΟ ΠΑΖΟΛΙΝΙ ΣΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

(5/3/1922-2/11/1975)

Το σπίτι κατέρρευσε με ένα κορυφαίο κρότο. Συνετρίβη απροσδόκητα καθώς κορυφωνόταν η μεγάλη βροχή ενός φθινοπωρινού απογεύματος. Κατέρρευσε περήφανο, δίχως σε τίποτα να αναστατώσει την υπέροχη γειτονιά με τους εραστές, τις αγοραίες γυναίκες, τους ερυθρούς λαμπτήρες και τους πολεμιστές που εξέρχονται των θαυμάσιων ερωτικών δωματίων, με μια ροδαλότητα στις παρειές, ενδεικτική του πόθου με τον οποίον δίνονται πάντα οι άνθρωποι στα ένστικτα. Απέμειναν μόνον ο βορινός τοίχος, φτιαγμένος κάποτε από πλίθρες και  η σιδερένια πόρτα. Ορισμένοι συλλογίστηκαν εκείνους που κάποτε επέζησαν σε τούτο το σπίτι. Ανακάλεσαν τις χαρούμενες, χριστιανικές εορτές, έπειτα λυπήθηκαν καθώς είχαν ακόμη περισώσει την εικόνα ενός ολοσκότεινου εσωτερικού με τη γυναικεία φιγούρα που βάδιζε με μια αιωνιότητα, καθώς εκείνοι που περιφέρουν τους συνοικιακούς επιταφίους. Έπειτα οι άνθρωποι του δήμου αποφάνθηκαν πως δεν χρήζει κίνδυνος κανείς για τη γενική ασφάλεια και στιγμάτισαν το ριγμένο σπίτι με μία πολύχρωμη κορδέλα και εγκατέλειψαν το ερειπιώδες κτίσμα, έχοντας πάντα κατά νου πως μια τέτοια αισθητική συγκλίνει απρόσμενα με την αισθητική της πτώσεως και δεν ασχολήθηκαν ποτέ με το συντριμμένο σπίτι και δεν υπαινίχθηκαν ποτέ πως το οίκημα ετούτο απαιτούσε μια ολοκληρωτική κατεδάφιση.

Οι νεότεροι σπουδαστές της σχολής του θεάτρου  όμως εντόπισαν στα πελώρια ερείπια μια θαυμάσια ευκαιρία να αναπαράγουν το αίτημα περί της καταστροφής του πολιτισμού εν γένει. Μάλιστα οργάνωσαν μια θεατρική παράσταση δίχως έξοδα που παίζεται μόνο τα πρωινά, εξυπηρετώντας ακόμα έναν συμβολισμό, μία ας πούμε αισθητική του φωτός, της βαρύτατης εξέλιξης που λαμβάνει χώρα τις βιομηχανικές, πρωινές ώρες. Αφιέρωσαν το έργο στην εργατική τάξη, υποκρίνονταν μάλιστα κάποιους στρατιώτες οι οποίοι επιτυγχάνουν την επαφή με έναν ακραίο σταθμό και εκεί διαπιστώνουν τις προοπτικές της διαφυγής από τον αναπόφευκτο, εξελικτικό μηχανισμό του πολιτισμού. Ένα κορίτσι αξεπέραστης ομορφιάς, πιθανόν από τα κόκκινα χωράφια της Οκλαχόμα, στέκεται καθ΄ όλη τη διάρκεια της παράστασης γονατισμένη έξω από τη σιδερένια θύρα και οι στρατιώτες σχίζουν με μανία πρωτοφανή, εκ νέου τους κόκκινους χιτώνες και δεν ζωγραφίζουν, μήτε τραγουδούν, ούτε εξιστορούν κάποια μάχη, μία στρατιωτική επιτυχία ικανή να διασωθεί της ιστορικής λήθης. Φροντίζουν να διασκορπιστούν στις άκριες του παραπήγματος, με τις επανδρωμένες στολές τους, με τους μηχανισμούς αμύνης να συμβολίζουν εκείνη την ειρηνιστική γραφειοκρατία που με τόσο κόπο συντηρήσαμε. Το κορίτσι, ξανθό και υπέροχο, καθώς η φημισμένη Μέριλυν παραληρεί, γελά και περιγράφει τα οράματα της ιστορίας. Έπειτα υψώνει τα χέρια της που είναι δυο φίδια ναρκωμένα για πάντα, έπειτα μας κοιτά με απόγνωση, σχίζει το φόρεμά της, απομένει γυμνή και τούτο βεβαίως συνιστά μία πρόκληση για τους στρατιώτες. Όμως εκείνοι δεν διατηρούν πια καμία μνήμη για εκείνη την εποχή που κατείχαν τη συνείδηση της απολαύσεως, ιδεολογίες όπως ο έρωτας έχουν πια εγκαταλειφθεί οριστικά. Η κοπέλα εκείνη μπορούμε να πούμε πως θυμίζει κάποια Περσίδα ερωμένη που τελικά υποκύπτει στο αίσθημα της αφοσίωσης και έτσι χαράζει τις φλέβες της μες στα θερμά λουτρά και πίσω της σέρνονται ολοπόρφυρες χλαμύδες, χονδρού, αυτοσχέδιου χρώματος και τα παιδιά της σκοτωμένα για πάντα. Όσα επέζησαν από τους βραχύβιες, σαρκικές εμμονές της, θα ενδυθούν με το καφετί χρώμα του θειαφιού, με το γένος τους σφαγμένο θα απομακρυνθούν πολύ από τις ισχυρές, ηθικές πεποιθήσεις της μητρός τους. Η παράσταση ολοκληρώνεται τελικά με έναν από τους οπλίτες να κρατεί μες στον αττικό, εκτυφλωτικό ήλιο, έναν δαυλό και να κατευθύνεται προς την οδό Μαγνησίας, στο κέντρο των Αθηνών. Έτσι συνηθίζουν φυσικά οι τυχοδιώκτες σε όλες τις ιστορικές εποχές.

Η θεατρική παράσταση, η οποία τόσο δυσνόητη φάνηκε στους περιοίκους, κράτησε για αιώνες. Όταν γέρασε και κατέληξε το υπέροχο κορίτσι της εξώθυρας, όταν οι στρατιώτες εκτελέστηκαν μες στα κίτρινα απογεύματα των απειλητικών μουσώνων  η παράσταση έλαβε τέλος. Το σπίτι κατέρρεε μα διατηρούσε πια μια επιβλητικότητα σκηνική. Κατέστη γνωστό, έπειτα από επίμονες διερευνήσεις όσων παρασύρθηκαν και εννόησαν τη γοητευτική φευγαλεότητα του έργου, πως η πυρηνική ιδέα του βασίστηκε στην ποιητική αμφισημία του βάναυσα φονευθέντος Πιερ Πάολο Παζολίνι. Ο Ιταλός σκηνοθέτης είχε με χάρη επεξεργαστεί το ανεκπλήρωτο, το βίωμα ενός πολιτισμού που νικήθηκε τελικά από τη βαρβαρότητα.

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΣΙΚΝΟΠΕΜΠΤΗ 20.., ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΤΟ ΚΛΗΜΑ…



Ἀπὸ τὶς σιωπηλὲς τὶς γειτονιὲς τοῦ χωριοῦ ποὺ πέρασες σήμερα, δὲν ἀναδίνονταν μήτε ἡ μοσχοβολιὰ τοῦ καπαμᾶ, μήτε τὸ ἄρωμα τῆς κολοκυθόπιττας, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ ἡ ἀπαλὴ, ἡ εὐωδία τοῦ ρυζόγαλου μὲ τὰ ψήγματα τῆς βανίλιας νὰ τοῦ προσθέτουν ἄρωμα καὶ γευστικότητα. Πέρασες, λοιπὸν, καὶ τὸ μόνο ποὺ γεύτηκες ἦταν τὸ πασπάλισμα ἀπό τὶς ἀναμνήσεις, ποὺ σοῦ χτύπησαν, γι᾿ ἄλλη μιὰ φορά, τὴ θύρα τῆς ψυχῆς, ἄγγιξαν τὶς ἱερὲς τῆς εὐαισθησίας σου χορδὲς κι ὕστερα σοῦ ψιθύρισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμεις, ἀκόμα μὲ περισσότερη ἀντοχὴ, τὸ χρέος σου: νὰ πεῖς, δηλαδή,  δυὸ λογια, μέρες ποὺ εἶναι, γιὰ τὸ παλιό σου τὸ χωριό.
Οἱ παλιοὶ οἱ Κληματιανοὶ, τὸ γνώριζες πολὺ καλά, ὅτι σέβονταν ἀπεριόριστα τὴ μέρα αὐτὴ, ἴσως γιατὶ συνορεύει μὲ τὴ ἱερότητα τοῦ Ψυχοσάββατου, ποὺ ἀρχίζει ἀπό αὔριο τὸ ἀπόγευμα μὲ τὸν ἑσπερινό. Ἔτσι, μὲ τὸ σούρουπο, ἀφοῦ ἑτοίμαζαν τὸ φαῒ -κυρίως κρέας καπαμᾶ- τὸ ρυζόγαλο καὶ τὴν παραδοσιακὴ κολοκυθόπιτα, ποὺ εὐωδίαζε ἀπό τὴ κανέλλα, τὰ γαρύφαλα, τὸ γνήσιο γίδινο γάλα καὶ τὸν εὔγευστο σπιτικὸ τραχανᾶ, μαζεύονταν παρέες-παρέες στὰ σπίτια συγγενῶν ἤ καὶ φίλων καὶ τιμοῦσαν δεόντως τὴν ἡμέρα αὐτή. Τὴν τιμοῦσαν μὲ τὸ πλούσιο ἀποκριάτικο τραπέζι καὶ μὲ τὸ χορὸ, ποὺ τὸν συνέχιζαν ὅλοι μαζὶ πάνω στ᾿ ἀβέρτο τοῦ σπιτιοῦ ὅπου συνάζονταν, μὲ τὴ συναίσθηση πάντα τὸ τὶ γιόρταζαν. Καὶ τράνταζε τὸ πάτωμα ἀπό τὸ χορὸ, ἐνῶ τὰ τραγούδια ἀκολουθοῦσαν τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο. «Ἂχ χειλά-, ἄχ, χειλάκι μου  μου γραμμένο / σὺ μὲ ἔ-, σὺ μὲ ἔχεις τρελλαμένο….», «Ἀφοῦ καλέ, ἀφουγκραστίτι νὰ σᾶς πῶ, ἀφουγκραστίτι νὰ σᾶς πῶς τὶ ἔκαμι μιὰ χήρα...» καὶ ἄλλα ἀκόμα.
 Τὴν τιμητική τους εἶχαν αὐτή τὴ μέρα κι οἱ νεόνυμφοι ἤ οἱ ἀρραβωνιασμένοι, ἀφοῦ ἔπρεπε ὅλο τὸ σόι νὰ μαζευτεῖ καὶ ν᾿ ἀποκρέψει, σ᾿ ὅποιο σπίτι εἶχε μεγαλύτερο χῶρο, ἐπειδὴ τὰ περισσότερα ἀπό τὰ σπίτια ἦταν πολὺ μικρὰ, σχεδὸν μονόχωρα.
Τὰ ἴδια  γλέντια γίνονταν καὶ στὸ Κάτω τὸ Χωριὸ, στὸ Κάτω Κλῆμα, κυρίως σὲ σπίτια, μὲ τὸ ἴδιο τὸ κέφι καὶ τὴ σεμνότητα, χωρὶς ἀκρότητες-αὐτὲς ἦταν μεμονωμένες καὶ γνωστὲς, γι᾿ αὐτὸ καὶ περιορίζονταν πάντα. Γιατὶ οἱ παλιοὶ Κληματιανοὶ ἦταν πάντα κεφάτοι καὶ γλεντζέδες, στὸ μέτρο φυσικὰ τοῦ δυνατοῦ, γι᾿ αὐτὸ καὶ τιμοῦσαν τὶς μέρες αὐτὲς, τὶς κορυφαῖες τοῦ χρόνου, σφραγίζοντάς τες μὲ μνῆμες τὶς ὁποῖες παρέδωσαν σὲ μᾶς γιὰ νὰ τοὺς θυμόμαστε καὶ παράλληλα νὰ μαθαίνουμε ὅτι μὲ τὶς λεγόμενες «πολιτιστικὲς» ἐκδηλώσεις δὲν ἀνασταίνεται ἐκεῖνο ποὺ εἶχε ζωὴ, εἰλικρινῆ σύνδεσμο, ἀπουσία συμφερόντων καὶ ὁπωσδήποτε μεγάλη καρδιὰ…
Πέρασες, λοιπὸν, ἔξω ἀπό σπίτια κλειστὰ καὶ μὲ ἐλάχιστα ἴχνη ἀπ᾿ τὸ χτὲς νὰ τὰ στεφανώνουν. Γιατὶ μόλις ἔφυγαν οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ ἴδια τὰ σπίτια λύγισαν, ἄλλαξαν ὄψη, πένθισαν τὴν ἀπουσία τῆς γιορτῆς, τὸ ἀντάμωμα τῶν ἀνθρώπων ποὺ δὲν θὰ ξαναγίνει, μὲ τὴν ἴδια τὴ γνησιότητα, τὴν εὐπρέπεια καὶ σοβαρότητα, ἐπειδὴ ἔλειψαν οἱ αὐθεντικοὶ γλεντζέδες καὶ Ἄνθρωποι…….
Τσικνοπέμπτη 2012, Παλιὸ Κλῆμα

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Παύλου Φουρνογεράκη: ΑΚΑΡΙΑΙΟΣ (ποίημα)




Γιατί να μη χαράξει η αυγή
κι ο ακάλυπτος
 με μιας να κρύψει το φως

Γιατί ο ανθός του σπορέα
να μην καρπίσει
 τους γόνους Νέας Ζωής

Πώς να συρθούν τα βήματα
της έλλειψης
κι η ανηφόρα ν΄ αλλάξει κλίση

Πώς να μη σκάψουν τα δάκρυα
της μήτρας
να μη ριζώσουν στην άβυσσο της θλίψης

Λάμψη της νιότης
αέναη
στα λευκά κουφέτα ανασαίνεις

Μυροβόλα κεράκια
λάμπουν
την κραυγή των αισθημάτων

Ζάκυνθος, Μάρτης 2013

ΥΓ. Για τη μνήμη της νιότης που βιάστηκε, μήνα Μάρτη, να τερματίσει! Με τα κεράκια της μνήμης πάνω στα λούλουδα και στα κόλλυβα του Ψυχοσάββατου  κρατάμε ζωντανούς τους νεκρούς μας…

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΛΗΟΣ, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΠΙΑΝΟΥ, ΣΕ ΕΡΓΑ SCRIABIN ΚΑΙ RACHMANINOFF ΣΤΟ ΙΔΡΥΜΑ Β.& Μ. ΘΕΟΧΑΡΑΚΗ


ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η  ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ 

«Την αρετή για ν’ αποκτήσεις, μεγάλη δύναμη έχουν η αγωγή και τα σπουδάματα»
Ιφιγένεια η εν Αυλίδι. [561] Ευριπίδης

Οι υπεύθυνοι του Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη θα πρέπει να είναι ξεχωριστά υπερήφανοι όταν φιλοξενούν στο Αμφιθέατρό τους τον πιανίστα Απόστολο Παληό, έναν νέο τόσο προικισμένο που συνδυάζει το ταλέντο, την υψηλή παιδεία και το ήθος. Σ’ ένα πρόγραμμα ιδιαίτερα σαγηνευτικό αλλά και δύσκολο, μας παρουσίασε στις 28 Φεβρουαρίου του 2013 στον «Κύκλο Ρώσικης Μουσικής» τον πρώιμο Scriabin και τον όψιμο Rachmaninoff, σε μια ερμηνεία μοναδική και αξεπέραστη.

Μετά τον Tchaikovsky και την Ομάδα των Πέντε, η Ρωσία ευτύχησε να έχει για δύο δεκαετίες ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, δύο πολύ σπουδαίους  συνθέτες και πιανίστες που υπήρξαν και συμφοιτητές. Τον Alexander Scriabin, γόνο αριστοκρατικής οικογένειας, που γεννήθηκε στη Μόσχα στις 6 Ιανουαρίου του 1872, όπου και πέθανε στις 27 Απριλίου του 1915 και τον Sergei Rachmaninoff, που γεννήθηκε την 1η Απριλίου του 1873 στο Oneg και πέθανε στο Beverly Hills της California το 1943. Συναντώνται και οι δύο στην τάξη πιάνου του Nikolai Zverev, ιδιαίτερα αυστηρού δασκάλου που δεν έπαιρνε χρήματα από τους μαθητές του αλλά ήθελε να προέρχονται από καλές οικογένειες. Εξαιρετικά ταλέντα και οι δύο νέοι σπουδάζουν στο Ωδείο της Μόσχας και έχουν ήδη συνθέσει τα πρώτα τους έργα.

Ο Scriabin λατρεύει τον Σοπέν, λέγεται ότι κοιμάται με τα έργα του στο μαξιλάρι του. Ο Rachmaninoff μελετά με τον Alexander Siloti, ο Skriabin με τον Vasily Safonov και οι δυο μαζί μελετούν με καθηγητές Sergei Taneyev και Antonio Arensky, θεωρία και σύνθεση. Στην αρχή ο Scriabin υιοθετεί τη φόρμα της σονάτας τού ύστερου ρομαντισμού, αλλά σταδιακά την εγκαταλείπει και συνθέτει σονάτες με ένα μόνο μέρος. Προσπαθώντας να φτάσει στο επίπεδο του θρυλικού βιρτουόζου της εποχής Josef Lhévinne σχεδόν καταστρέφει το δεξί του χέρι, ασκούμενος στην παράφραση από τον«Don Juan»του Liszt και στo «Islamey»του Balakirev. Ο γιατρός τον πληροφορεί ότι δε θα μπορέσει να ξαναπαίξει πιάνο.Αυτό γίνεται αιτία να γράψει το πρώτο του αριστούργημα που το ολοκλήρωσε το 1892,τη Σονάτα αρ. 1, «σαν κραυγή ενάντια στο Θεό και στη μοίρα». Την ίδια περίοδο γράφει το«Prelude and Nocturne, op.9», για αριστερό χέρι και, παρά τη διαβεβαίωση του γιατρού, το χέρι του επανέρχεται. Οι δύο νέοι τελειώνουν γρήγορα το Ωδείο με βραβεία και διακρίσεις και οι δρόμοι τους χωρίζουν για λίγο.

Το 1894 ο Scriabin κάνει το ντεμπούτο του ως πιανίστας στην Αγία Πετρούπολη. Το 1897 παντρεύεται τη νεαρή πιανίστα Vera Ivanovna Isakovich και μαζί περιοδεύουν τη Ρωσία και καταλήγουν στο Παρίσι με ένα πετυχημένο ρεσιτάλ. Την ίδια χρονιά γίνεται καθηγητής στο κονσερβατουάρ της Μόσχας και εδραιώνεται η φήμη του ως συνθέτη. Στα πρώτα του έργα επηρεασμένος από τον Σοπέν αναπτύσσει έναν προσωπικό λυρισμό, στη συνέχεια η επιρροή του Νίτσε, των Ρώσων συμβολιστών, του Alexander Blok και του Schoenberg θα τον οδηγήσουν σε ένα δικό του μυστικιστικό, θεοσοφικό μουσικό ιδίωμα όπου προσπαθεί να συνενώσει όλες τις τέχνες και τις θρησκείες. Θεωρείται από πολλούς ο κυριότερος Ρώσος συμβολιστής συνθέτης και από τους πιο εφευρετικούς του πρώιμου μοντερνισμού. Επηρέασε συνθέτες όπως ο Prokofiev και ο Stravinsky, για τον οποίο λένε ότι, όταν έγραφε το «Πουλί της Φωτιάς», δεν είχε στο αίμα του μόνο τον Rimsky-Korsakov αλλά και το «The poem of ecstasy» του Scriabin. Κατά την περίοδο των σπουδών του ολοκληρώνει ανάμεσα σε άλλα έργα και τις τρεις πρώτες σονάτες του καθώς και το μοναδικό του Κοντσέρτο για Πιάνο[1897], έργο που ο Rachmaninoff φαίνεται να έχει ιδιαίτερα μελετήσει. Ο Leon Tolstoy περιγράφει τη μουσική του Scriabin ως «ειλικρινή έκφραση της μεγαλοφυΐας του». Μετά το θάνατό του, συγκλονισμένος ο Rachmaninoff, που ώς τότε έπαιζε μόνο δικά του έργα, δίδει μια σειρά από ρεσιτάλ με έργα του Scriabin,αφιερωμένα στην ιερή του  μνήμη.

Από τους τελευταίους μεγάλους αντιπροσώπους του κλασικού ρώσικου ρομαντισμού, ο Rachmaninoff, ανέπτυξε ένα προσωπικό λυρικό ιδίωμα και μια ιδιοφυή δομή στη σύνθεση. Ανέπτυξε δε μια πλουσιότατη χρωματική τονική παλέτα. Εκμεταλλεύτηκε τις ευκολίες του ως πιανίστας για να εξερευνήσει τις δυνατότητες του οργάνου. Μετά την επανάσταση του 1917 φεύγει για την Ελβετία και αρχίζει εκεί μια καινούργια καριέρα Βιρτουόζου και Αρχιμουσικού καθώς η φήμη του ως Μαέστρου του Αυτοκρατορικού Θεάτρου της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Μόσχας τρέχει και οι Αμερικάνικες Ορχήστρες του προσφέρουν τη θέση του Μαέστρου αλλά ο ίδιος προτιμά να ασχοληθεί με το πιάνο. Το 1935 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αμερική έχοντας κερδίσει μια θέση ανάμεσα στους κολοσσιαίους πιανίστες στην ιστορία του πιάνου. Δεν υπήρξε εποχή που η μουσική του να είναι εκτός προγράμματος σε αντίθεση με αυτή τον Scriabin που ξεχάστηκε για να αρχίσουν να τον ανακαλύπτουν τη δεκαετία του 1960. Τη σονάτα για πιάνο αρ. 2 συνέθεσε  ο Rachmaninoff το 1913 και την αναθεώρησε το 1931. Ο φίλος του Vladimir Horowitz το 1940 με τη συναίνεσή του δημιουργεί τη δική του εκδοχή αναμιγνύοντας στοιχεία από την πρώτη και την αναθεωρημένη γραφή του. Πολλοί πιανίστες υιοθέτησαν αυτήν την εκδοχή.

Και οι δύο συνθέτες, βαθιά διανοούμενοι, βρήκαν τον τέλειο ερμηνευτή τους στο πρόσωπο του Απόστολου Παληού. Από τις 10 Σονάτες για πιάνο που συνέθεσε ο Scriabin ακούσαμε τις τρεις πρώτες, τις πρώιμες. Ο Απόστολος Παληός, λεπτολόγος και δεινός δεξιοτέχνης, ανίχνευσε την αινιγματική γραφή του συνθέτη, ανέδειξε τους δύσκολους ρυθμούς της, τις ομιχλώδεις αρμονίες της, πρόβαλε το σκοτεινό πάθος, την κραυγή προς το Θεό, την τραγωδία της μοίρας, φέρνοντας στην επιφάνεια με τις νότες τα κρυμμένα συναισθήματα του εσώτερου πάθους. Στην αναθεωρημένη, το 1931, 2η Σονάτα του Rachmaninoff, ο Σολίστ   ανακάλυψε τα διάφανα χρώματα της σύνθεσης και ανέδειξε όλες τις λεπτές, φανταστικές αποχρώσεις της. Με αξιοθαύμαστη μουσική μνήμη και εξαίσιο«άγγιγμα»των πλήκτρων έπλασε καθαρό, κρυστάλλινο ήχο και μας δώρισε με έμπνευση, ευλάβεια και λυρισμό ό,τι ο λόγος αδυνατεί να αποκαλύψει ! ΕΥΓΕ!

Τσίκνα ή τσουκνίδες;


Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Η Ζάκυνθος, όπως και όλα τα άλλα Επτάνησα, έχοντας μια διαφορετική ιστορία και ζώντας άλλες εμπειρίες στο παρελθόν της, έχει πολλές ιδιορρυθμίες στα έθιμά της και αρκετές «παραξενιές» στην καθημερινότητά της.
   Πολύ συχνά ακούμε την έκφραση «εδώ αυτό γίνεται διαφορετικά», που με ιδιαίτερη υπερηφάνεια καυχώνται και τονίζουν οι κάτοικοι του νησιού. Για παράδειγμα εδώ ο Εσταυρωμένος βγαίνει στο ενδέκατο ευαγγέλιο της ακολουθίας των Αγίων Παθών της Μεγάλης  Πέμπτης και όχι στο πέμπτο, όπως αλλού συμβαίνει, οι «Αγγελικές» γιορτάζουν στην γιορτή των Εισοδίων της Παναγίας (Κυρίας των Αγγέλων) και όχι των Ταξιαρχών, την «μαλλιαρή» την πιάνουμε μπαίνοντας ο Αύγουστος και όχι της Αναλήψεως και πολλά άλλα, που ο χώρος δεν μας επιτρέπει να καταγράψουμε.
   Μια διαφορετικότητα υπάρχει και στην περίοδο του καρναβαλιού, που αυτές τις μέρες βιώνουμε και αληθινά και εδώ οι ιδιορρυθμίες και οι διαφορετικότητες είναι πάμπολλες.
   Ας μην ασχοληθούμε με όλες, κάτι τέτοιο απαιτεί δουλειά, χρόνο και χώρο, αλλά ας σταθούμε σε μια ημέρα της Αποκριάς, που είναι και από τις πιο χαρακτηριστικές της. Πρόκειται για την αγαπητή σε όλους Τσικνοπέμπτη, η οποία σε όλη την Ελλάδα έχει πάρει τ’ όνομά της από την τσίκνα των κρεάτων, που ψήνονται και παραπέμπουν σε αρχαιοελληνικές θυσίες και προσφορές στους Θεούς.
   Στη Ζάκυνθο, όμως, το γνήσιο έθιμο είναι εντελώς διαφορετικό. Δεν υπάρχει τσίκνισμα, αλλά την ημέρα αυτή έχει την τιμητική του το ποικίλα πολύτιμο φυτό τσουκνίδα ή τσουκουνίδα, όπως τοπικά λέγεται και αυτό χαρακτηρίζει την δική μας Πέμπτη της Αποκριάς.
   Από νωρίς, λοιπόν, το πρωί, σαν είμαστε παιδιά κόβαμε από τους αγρούς το παράξενο αυτό δείγμα της χλωρίδας μας και κυνηγούσαμε ο ένας τον άλλον, χτυπώντας τον μ’ αυτό και κάνοντας τα γυμνά μέλη του σώματος να κοκκινίζουν και να έχουν για ώρα φαγούρα.
   Την μέρα αυτή το πρώτο που φροντίζαμε ήταν να φοράμε μακριά ρούχα, για ν’ αποφύγουμε, όσο γίνεται, τις επιθέσεις. Προτιμούσαμε επιτακτικά πουκάμισα μέχρι τα δάχτυλα και πανταλόνια μέχρι τον αστράγαλο. Παρόλα αυτά όμως δεν αποφεύγαμε τα τσικνίσματα και δεν γλυτώναμε από τις φιλικές επιθέσεις. Ήταν μια συνήθεια, που δεν σε νευρίαζε και ένα έθιμο, το οποίο δεν σε έκανε να μαλώνεις με τους φίλους σου. Ένα είδος μάντζιας και αυτό, το οποίο ταίριαζε άριστα στο ελεύθερο και αποκριάτικο κλίμα της Αποκριάς, που ζούσαμε.
   Πολλοί, μάλιστα, συνήθιζαν να φτιάχνουν και ματζέτα με φιόρα, συνήθως μανουσάκια, τα οποία αυτές τις μέρες φύονται άφθονα στο νησί και στη μέση να βάζουν, σε κρυφό σημείο, μια τσουκνίδα. Τα χάριζαν σε κάποιον ή πιο συχνά σε κάποια, αυτός ή αυτή τα μύριζε, για να χαρεί την ευωδία τους και η μύτη του γινόταν κατακόκκινη.
   Χαρακτηριστικό φαγητό της ημέρας το «ξινιστό», το οποίο μαγειρευόταν πατροπαράδοτα σε όλα τα σπίτια, ενώ σε μερικά χωριά της ορεινής ζώνης οι νοικοκυρές έφτιαχνα ένα είδος κρεατόπιτας, με μια πατροπαράδοτη συνταγή.
   Η εικόνα που παρουσιάζεται τα τελευταία χρόνια στο νησί, με τις υπαίθριες ψησταριές και τις επιδεικτικές ευωχίες, καμιά σχέση δεν έχει με την παράδοσή μας και έχει μπει στον τόπο μας από κακό μιμητισμό, όπως ακριβώς η πρόσφατη βασιλόπιτα και ο έσχατος οβελίας του Πάσχα…
   Ψητά στους δρόμους της πόλης μας δεν είχαμε την ημέρα της Τσικνοπέμπτης, αλλά στην γιορτή της Αναλήψεως, τότε που απαραίτητο ήταν να κατέβουν όλοι στο κάποτε φημισμένο πανηγύρι της κεντρικής εκκλησίας της πόλης, της φαμιλιακής των Μαρτελάων και ν’ αγοράσουν την απαραίτητη ψητούρα στην γνωστή, τότε, χαρτουλίνα.
   Από το αγαπητό σε όλους αυτό αντέτι προέρχεται και η παροιμιακή φράση, που συχνά λέγεται σε περιπτώσεις αναβολής ή μη πραγματοποίησης της υπόσχεσης: «Τση Ανάληψης, κουμπάρε, θα την φάμε την γαρδούμα».
   Για να συνεχίσεις και ν’ αναβιώσεις ένα έθιμο, πρέπει πρώτα να το γνωρίζεις και να έχεις βρει την ερμηνεία του. Διαφορετικά είσαι επίφοβος, όπως τελευταία συχνά και με πολλούς συμβαίνει.
   Η αντιγραφή δείχνει έλλειψη παιδείας, άρνηση στο δικό σου. Όμως αυτό είναι οι ρίζες σου, το στήριγμά σου. Ακόμα και αν περιέχει παρερμηνεία.
   Μακάρι να συνεχίσουμε να γιορτάζουμε την Τσικνοπέμπτη με τσουκνίσματα. Είμαστε λάθος, μα αυτή είναι η δική μας αλήθεια.
   Διαφορετικά μας έχει κυριεύσει το ψέμα.

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Παύλου Φουρνογεράκη: ΙΣΟΒΙΑ (ποίημα)



Φρεσκο-
ξυρισμένος
ο αυτοκράτωρ
κι οι χειροπέδες
κρεμάστρες καπαρντίνας

Μεταξωτά λαμόγια
στα κελιά της Δίκης,
ο συγχρωτισμός των άκρων
προ-αυλίζει
τα λάθη της Λήθης

Ζάκυνθος, Μάρτης 2013

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ…


Ἀναβιώνει ἡ  ξυλοναυπηγικὴ στὴ Σκόπελο


«Παρὰ τῷ ἡμετέρῳ Γραφείῳ, σήμερον παρουσιασθεὶς ὁ ὑποσημειούμενος κ. Νικόλαος / Μυτιληνόπουλος, Ναυπηγὸς, Σκοπελίτης ἐπιστοποίησεν ὅτι τὸ πλοῖον Γολέτα ὀνομαζόμενον «ἡ Κοίμησις τῆς Παναγίας», τὸ ἐναυπήγησεν αὐτὸς Ναυπηγὸς εἰς τὸ ἐνταῦθα Ναυ/πηγε[ῖ]ον Σκοπέλου, τὸν Ἀπρίλιον μῆνα τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους 1831 διὰ δαπάνης τῶν κ(υρίων) / αὐταδέλφων Νικολάου καὶ Ἀποστόλη Κωνσταντίνου, Σκοπελιτῶν».
Σὲ παλιὰ κατάστιχα καὶ οἰκογενειακὰ ἀρχεῖα σώζονται ἀκόμα στὴ Σκόπελο τέτοια συμφωνητικά, τὰ ὁποῖα καὶ μαρτυροῦν τὸ μεγαλεῖο μιᾶς τέχνης καὶ προσφορᾶς: ἐκεῖνο τὸ μεγαλεῖο τῆς ναυπηγικῆς τέχνης, ποὺ δόξασε τὴ Σκόπελο στὴν ἀκμή της, τοὺς 18ο  καὶ 19ο αἰ.
Αὐτὴ ἡ τέχνη λοιπόν ποὺ ἀνέδειξε τὴ Σκόπελο καὶ τὴν κατέταξε τότε μεταξὺ τῶν ναυτικῶν νήσων, τέχνη ποὺ νομίσαμε ὅτι ἔσβησε μὲ τὸ σφράγισμα τοῦ στερνοῦ ταρσανᾶ, ἀναβιώνει καὶ πάλι. Κι εἶναι παρήγορο τὸ φαινόμενο πού ἕνας νέος ἄνθρωπος, ὁ μαστρο-Κώστας Ἰω. Κοσύφης, ἐγγονὸς παλιᾶς οἰκογένειας ναυπηγῶν τῆς Σκοπέλου, τῆς οἰκογένειας τοῦ μαστρο-Μιχάλη Κων. Τσουκαλᾶ,  ἀνοίγει νέους δρόμους αἰσιοδοξίας, ὥστε καὶ πάλι νὰ χτιστοῦν καΐκια στὸν τόπο μας, νὰ καλαφατιστοῦν ἤ νὰ συντηρηθοῦν τὰ παλιὰ ξύλινα σκάφη, γιὰ νὰ ὑπάρξει ἔτσι ἡ προοπτικὴ, ὥστε νὰ ξαναβρεῖ πάλι ἡ Σκόπελος τοὺς παλιούς της ρυθμοὺς πού τὴ θέλανε μεταξὺ τῶν τόπων ἐκείνων ὁποὺ φημίζονταν γιὰ τοὺς καλοὺς καὶ προσεγμένους ναυπηγούς της. Ἐδῶ μάλιστα πρέπον εἶναι νὰ μνημονευτεῖ κι ὁ πλοικτήτης, ποὺ εἶναι κι αὐτὸς ἕνας νέος Σκοπελίτης μὲ ἀγάπη στὴ θάλασσα, σήμερα ἑορταζόμενος Ρηγῖνος Ἰω. Καθηνιώτης, ποὺ συντροφεύει τὸ μαστρο-Κώστα στὴ ναυπήγηση τοῦ πλοίου.
Σήμερα, λοιπόν, τὴ μέρα τῆς γιορτῆς τοῦ Ἁγίου Ρηγίνου, Πολιούχου τῆς Σκοπέλου, ἔγινε ὁ καθιερωμένος ἁγιασμὸς στὰ «σκαρώματα». Χρόνια καὶ χρόνια εἶχε νὰ γίνει αὐτὸ στὴ Σκόπελο, ἀφοῦ ἔπαψε νὰ ὑπάρχει ὁ παλιὸς ὁ ἀρχαῖος ταρσανᾶς, ὁ κατὰ τὴν Ἂμμον, ὅπως τὸν ἀναφέρουν τὰ παλιὰ συμφωνητικά.   
Στὰ παλιὰ χρόνια ἡ μέρα αὐτή, τοῦ ἁγιασμοῦ στὰ σκαρώματα ἦταν σημαδιακὴ γιὰ τὸν τόπο καὶ τοὺς ναυπηγοὺς κι ὅλους ὅσους ἐργάζονταν στὸν Ταρσανά. Μπορεῖ νὰ μὴν εἶχε τὴν παλαϊκὴ καὶ πανηγυρικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς καθέλκυσης τοῦ πλοίου στὴ θάλασσα, ὡστόσο εἶχε κι αὐτὴ μιὰ ὁμορφιὰ καὶ συγκίνηση, καθὼς εἰσοδεύονταν να νέο σκαρὶ στὴ μεγάλη οἰκογένεια τῶν πλοίων, τῶν μόνων μέσων ποὺ διακρατοῦσαν τὸ νησὶ σὲ ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἔξω κόσμο, μέχρι σήμερα... Αὐτὴ τὴ συγκίνηση  νοιώσαμε κι ἐμεῖς οἱ ἀπόγονοι ὅλων ἐκείνων, καθὼς γευθήκαμε μιὰ παραδοσιακὴ τελετὴ καὶ χαρήκαμε τὴν μορφιὰ τοῦ σκαριοῦ ποὺ ἀνασταίνονταν μεσ᾿ ἀπ᾿ τοὺς σωροὺς τῶν βουβῶν καὶ τῶν στραβόξυλων, ποὺ μῆνες ἔψαχναν ὁ μαστρο-Κώστας κι ὁ Ρήγας νὰ ἐντοπίσουν στὰ δάση τοῦ νησιοῦ, γιὰ νὰ πάει μετὰ ὁ Δημητράκης ὁ Παλαιολόγος νὰ τὰ φέρει στὸν Ταρσανά, ἀφοῦ τὰ ζευγάρια τῶν γελαδιῶν ποὺ τὰ σέρνανε πέρασαν στὴ Μνήμη καὶ τὴν Ἱστορία. Κι ὕστερα, νὰ ἡ κοδέλα νὰ τὰ κόψει, ἡ σκεπαρνιὰ γιὰ τὰ φάλτσα καὶ τὰ ὑπόλοιπα κι ὅλη αὐτὴ ἡ ἱερὴ διαδικασία, ὥστε νὰ στηθεῖ αὐτὸ τὸ θαυμάσιο ἔργο, ἔργο ἐξάπαντος σεβντᾶ ἑνὸς νέου ναυπηγοῦ, ποὺ ἀκολούθησε τὰ βήματα τῶν προγόνων τῆς γενιᾶς του κι εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων καὶ εὐχῶν.
Ἔτσι, κοντὰ στὴν πλειάδα Σκοπελιτῶν καλλιτεχνῶν καὶ ἐραστῶν τῆς παλιᾶς παραδοσιακῆς σκοπελίτικης τέχνης, εἴτε ξυλογλυπτικὴ ἤ λεπτουργία λέγεται, εἴτε μαχαιροποιία, εἴτε φανοποιία, εἴτε ζωγραφικὴ καὶ λιθογλυπτική, εἴτε ἀγγειοπλαστική, εἴτε κατασκευὴ μικρογραφιῶν τῆς παλιᾶς σκοπελίτικης φορεσιᾶς, ἀλλὰ καί τῶν παλιῶν σκοπελίτικων πλοίων, κοντὰ σ᾿ αὐτὰ ἔρχεται νὰ προστεθεῖ κ’ ἡ ναυπηγική ἡ τέχνη, ποὺ ὁ μαστρο-Κώστας Ἰω. Κοσύφης μᾶς κομίζει μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν ὀμίχλη ποὺ ζοῦμε ὡς μιὰν ἀκτίδα ἐλπίδας ὅτι τίποτε δὲν πάει χαμένο, πὼς ἡ χαρὰ γιὰ δημιουργία ἀναβιώνει σὲ πεῖσμα ἐκείνων ποὺ νομίζουν ὅτι κανταποντιζόμαστε...
«Μάλαμα τὸ καρφὶ, κι καλὸ τελέιωμα» εὐχηθήκαμε καὶ βαθειά μέσα μας ἀνασάναμε, μαζὶ μὲ τὸ θυμίαμα, τὸ φρέσκο βασιλικὸ, τὴ ρετσίνα ποὺ ἀνάδιναν τὰ ξύλα. Τὸ μόνο ποὺ δέ μπορεσα νὰ καταλάβω σὲ πολλοὺς ἦταν τὸ ἑξῆς : οἱ σταγόνες στὰ μάγουλά τους ἀπό τὸν ἁγιασμὸ ἦταν ἤ ἀπό τὰ δάκρυα χαρμολύπης...
[Τοῦ Ἁγίου Ρηγίνου, 25-2-2013]  
(Χωρὶς τὴν πολύτιμη βοήθεια δύο καλῶν μου φίλων καὶ ἐραστῶν τῆς ναυπηγικῆς τέχνης, τοῦ λεπτουργοῦ Χαρ. Γ. Κοχύλη καὶ τοῦ λογιστῆ-καλλιτέχνη Σπύρου Χρ. Κοσμᾶ, δὲ νομίζω ὅτι θὰ ἔγραφα τὰ ὅσα κατάθεσα καὶ, ἄν θέλει ὁ Θεὸς, θὰ συνεχίσω νὰ γράφω. Τοὺς εὐγνωμονῶ!)


Απόστολου Θηβαίου: Ο ΑΛΚΗΣ (ποίημα)



Να λογίζεται εθνικό, το αληθινό

Έπειτα απέμεινε μόνος, επεβλήθη ολόκληρη η σιωπή του κόσμου.
Σαν να φάνηκε εκείνη η δικαιοσύνη, η σοβαρή,
Η αναλλοίωτη ωριμότητα των πραγμάτων.
Οι φρουροί πιθανόν να μην αντιλήφθηκαν,
Να μην διέκριναν τίποτε.
Άλλωστε μες στο τόσο σκοτάδι,
-Μιλώ για μια συχνότητα αποχρώσα καθολική,
Μιλώ για κάτι επίκαιρο, άλλοτε τρυφερό
Και άλλοτε πάλι σκληρότατο και τρομερό-,
Πώς να δει κανείς τίποτε.
Οι φρουροί δεν διέκριναν.
Το αγόρι πέρασε στο δάσος,
Χάθηκε μες στα υψωμένα δέντρα,
Γύρεψε τον πατέρα του.
Ο Άλκης, ντυμένος καθώς είθισται
Στα συνοικιακά, ποιμενικά δράματα,
Αγκάλιαζε και έσφιγγε τον πατέρα.
Και εκείνος, ίσκιος βαρύς, δασώδης,
Αιώνιος μες στο πνεύμα
και συντριμμένος και πατριαρχικός.
Δεν είχε δει τον Άλκη, εδώ και τέσσερα χρόνια.
Τι χαρά ήταν ετούτη!

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Παύλου Φουρνογεράκη: ΥΠΟΔΟΧΗ (ποίημα)



Άλικα φέσια και λευκές δίπλες
στην απόδοση τιμών,
ευζωνική στολή με άδειες φυσιγγιοθήκες
πώς
ν’ ανεμίσουν τα κρόσσια σε άσπρο-μπλε,
μόνο η μαύρη φούντα
σαν του Χριστού το δάκρυ
κυλά.

Επισκέψεις εμπόρων ηγετών
κι εμείς
θαυμαστές του θορύβου,
τα τσαρούχια δεν κρύβουν πια
τα αιχμηρά της μάχης.

Ζάκυνθος, Φεβρουάριος 2013

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΜΕΤΑ...


Ἡ ἀπουσία τῆς Μάνας καὶ τὰ ὅσα τὴν ὁριοθετοῦν

Στην πεζούλα του φούρνου
Μὲ ὁδηγὸ τὴν συγκίνηση ποὺ ἐμφανίζει ἡ ἡμέρα αὐτή, ἡ 26η Φεβρουαρίου, προσπαθεῖς νὰ γράψεις δυὸ λέξεις: λέξεις – μνημόσυνο καὶ νὰ σκεφτεῖς πάλι τὴν ἀπουσία Της καὶ τὴ σημαδιακὴ τὴν ὥρα ποὺ ἀναχώρησε. Γιατὶ ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο ὅλοι μας ἀναχωροῦμε κάποτε, ὅλοι μας ξεκινᾶμε τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς, ἔτσι κι ἐκείνη...
Ὅλα ξεκίνησαν ἀπό τότε ποὺ ἄφησε γιὰ πάντα τὸ Κλῆμα της, τὸ χωριό της, ποὺ δὲν τὸ ἐγκατέλειψε ποτέ... Ἀπὸ τότε ποὺ γεννήθηκε καί γιὰ 88 χρόνια παρέμεινε σ᾿ ἐκεῖνο τὸ ἔρημο χωριό, ἀφοῦ ἄπονα οἱ κάτοικοί του τὸ ἐγακτέλειωαν γιὰ νὰ πᾶνε νὰ μείνουν στὸ Νέο Κλῆμα, ὅπως τὸ βάφτισαν, τὸ Ἔλιος, «τς᾿ βουρλιές» ποὺ λέγανε οἱ παλιότεροι.
Τὰ δύσκολα χρόνια τῶν πολέμων, τῶν σεισμῶν, τῆς ἀπουσίας κάθε μέσου γιὰ τὴν ἐπιβίωση -τὸ ἠλεκτρικὸ ἦρθε μόλις τὸ 1975- πέρασαν μὲ ἀγώνα καὶ ὑπομονή. Σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μικρὸ καὶ λιτὸ φοῦρνο, ποὺ ἔζησε γιὰ πενήντα τόσα χρόνια, ἀνεβαίνοντας καθημερινὰ τὶς ἀνεμόσκαλες τῆς περιπέτειας: περιπέτειας ποὺ τὴ φανέρωναν οἱ χειμωνιάτικες παγωμένες μέρες μὲ τὰ μουσκεμένα ξύλα, οἱ κλειστοὶ καιροὶ λόγω θαλασσοταραχῆς, ἡ δοκιμασία κάθε ἀρρώστειας, οἱ προσωπικὲς καὶ οἰκογενειακὲς ἔκτακτες περιστάσεις καὶ συμφορές, κι ἄλλα πολλά, ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀπαριθμηθοῦν. Κι ὅμως, σ᾿ ὅλ᾿ αὐτὰ ἡ ἀντοχὴ τῆς Μάνας ὑπῆρξε παραδειγματική, κορυφαία.
Κι ὕστερα ἦρθαν τὰ γηρατειά. Κάποιο θερινὸ ἀπόβραδο ἔκλεισε τὸ φοῦρνο, σφράγισε τὴ θύρα του κι ὕστερ᾿ ἀποτραβήχτηκε στὸ σπίτι της κι ἀναπολοῦσε μαζὶ μὲ κείνους ποὺ τὴ σεβάστηκαν, κυρίως τοὺς ξένους, τοὺς νέους κατοίκους τοῦ χωριοῦ της, μέρες ἀρχαῖες, φωτισμένες ἀπὸ καθάριες ὀμορφιές, θερινὲς ἤ ἀνοιξιάτικες, ἤ χωνεμένες μέσα στὴ σιωπηλὴ καταχνιὰ τοῦ χειμώνα. Μέρες ποὺ εὐωδίαζε τὸ χωριὸ ρετσίνι καὶ βουνίσιο ξύλο, φρέσκο ψωμί, κι ὕστερα... Σ᾿ ὅποια ἐποχὴ καὶ καιρὸ ἀνέβαιναν οἱ ἀνάλογες εὐωδιές... Γλυκὲς κουλοῦρες καὶ ψημένο κρέας τὶς γιορτάδες, κολοκυθόπιττες τὶς Ἀποκριές, λαχανόπιττες τὶς Σαρακοστές, ἀλλὰ καὶ κυδώνια ψημένα, ἀμυγδαλόψυχα καψαλισμένη, καφὲ μὲ σιτάρι καβουρντισμένα,  ψωμὶ γιὰ παξιμάδια καὶ τόσα ἄλλα..
Ἀπέξω ἀπὸ τὸ φοῦρνο οἱ πεζοῦλες γέμιζαν τὶς παλιὲς καλὲς μέρες, τότε ποὺ ἦταν στὴν ἀκμή του τὸ χωριὸ, ἀπὸ Κληματιανοὺς ποὺ περίμεναν... Καὶ παράλληλα ζοῦσαν στιγμὲς θεραπευτικῆς ἐπικοινωνίας. Γιατὶ ἦταν ἕνα κέντρο ὁ φοῦρνος, ἕνα «χαμένο κέντρο» σήμερα... Ὅπως τὸ γράψανε δηλαδή « Ὁ φοῦρνος τῆς κυρα-Μαγδαληνῆς ἦταν τό μοναδικὸ μέρος συνάντησης τῶν κατοίκων» (Ντ. Μαρκάκη, Μαμά, εἶμαι γαὶ γὼ ἐδῶ, Βόλος 1995, σελ. 156). Γιατὶ δὲν θὰ ξαναϋπάρξουν τέτοιες εὐκαιρίες,  ὥστε ν᾿ ἀνταμώνουν οἱ συγχωριανοί, οἱ συγγενεῖς, οἱ φίλοι. Μήτε θὰ χαροῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ κατοικοῦν αὐτὸ τὸ χωριό σήμερα ἐκείνη τὴν ἀνάμικτη εὐωδιὰ ἀπὸ ξύλο καμμένο καὶ φρεσκοψημμένο ψωμί.
Ἐδῶ κι ἕνα χρόνο ἡ Μάνα βρίσκεται ἀλλοῦ. Πῆρε τὰ ὅσα ἔζησε, βίωσε κι ἔμαθε καὶ πῆγε σιμὰ στὸ θρονο τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Ἀρνίου. Κι ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται σήμερα πιστεύω ὅτι τὴν ἴδια διακονία ἐπιτελεῖ: νὰ ζυμώνει καὶ νὰ ψήνει τὰ πρόσφορα ἐκεῖνα μὲ τὴ γραμμένη τὴ σφραγίδα τους ἐπάνω, ὥστε νὰ χρησιμοποιηθοῦν στὴν Οὐράνια Λειτουργία, ὅπου συμμετέχουν μυριάδες πιστῶν, φίλων, ἀδελφῶν, συγγενῶν... Καὶ μήπως εἶναι ψέματα;
Σκόπελος, 26-2-2013 

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Πολιτισμός «εν τω τηγανίω»


Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Θυμάμαι μια κλασσική ταινία του παλιού, καλού, ελληνικού κινηματογράφου, στην οποία οι κάτοικοι ενός νησιού ετοιμάζονταν να δεχθούν τους πρώτους τους τουρίστες. Δεν μπορούσαν να δουν την εξέλιξη και την σωστή ανάπτυξη του τόπου τους, αλλά κοντόφθαλμα θωρώντας, προσπαθούσαν να δείξουν εικονικό πολιτισμό και μια καθημερινότητα ξένη με τη δική τους, αλλά προσαρμοσμένη στα μέτρα και τα γούστα των επισκεπτών τους. Πρόδιδαν τον εαυτό τους, μη γνωρίζοντας την ανωτερότητά τους και μαϊμούδιζαν το διαφορετικό και υποδεέστερο, θέλοντας να γίνουν αρεστοί.
   Χαρακτηριστική η σκηνή, που ο πιο «μορφωμένος» του τόπου άρχισε να μιλά τα δικά του, «πρωτευουσιάνικα» ελληνικά και γινόταν καρικατούρα. Εμένα προσωπικά μου έχει μείνει η εικόνα, κατά την οποία κάνει παρατήρηση στην «επαρχιώτισσα» αδελφή του και χαρακτηριστικά την διορθώνει, λέγοντάς της πως οι κεφτέδες πρέπει να τηγανισθούν «εν τω τηγανίω»!
   Αυτή η φράση μου έρχεται στο νου κάθε φορά που βλέπω να προδίδεται ο δικός μας, μακραίωνος πολιτισμός και μηρυκαστικά και πρόχειρα ν’ αντιγράφουμε και στο νησί μας κάτι εντελώς διαφορετικό από την νοοτροπία και ιδιοσυγκρασία μας και να πιστεύουμε μάλιστα πως βελτιωνόμαστε και εξελισσόμαστε.
   Χαρακτηριστικό παράδειγμα των ημερών και οι ατέλειωτες βασιλόπιτες, οι οποίες κόβονται ακόμα και ας πάμε για Καρναβάλια, από δεκάδες -δυστυχώς κυριολεκτικά- φορείς και συλλόγους.
   Αλήθεια ποια παράδοση διατηρούν, τι συνέχεια δίνουν και τι μνήμες ξυπνούν στους παρευρισκόμενους; Ποιοι Ζακυνθινοί την έχουν κρατημένη στην θύμησή τους και στην ανάμνηση των παιδικών και ουσιαστικών για την διαμόρφωση της κάθε προσωπικότητας χρόνων; Γιατί, αν θυμάμαι καλά, πίτα δεν φτιάχναμε ποτέ στη Ζάκυνθο, ούτε την κόβαμε. Έθιμό μας είναι η πατροπαράδοτη κουλούρα και αυτή χαρακτηρίζει τον τόπο μας. Η μυρωδιά από το ψήσιμό της δίνει το χριστουγεννιάτικο κλίμα και το «ήβρεμά» της ήταν και ευτυχώς είναι η χαρά αυτών που τους έπεφτε, μια και το «φλουρί» ούτε το γνωρίζαμε, ούτε το είχαμε ακούσει.
   Μου είπε φίλος, ο οποίος ασχολείται με τα πολιτιστικά του νησιού μας και μάλιστα με επιτυχία, αυτήν την χαρακτηριστική ιστορία, την οποία εποικοδομητικά σας την μεταφέρω. Αναγκάστηκε να βρεθεί βράδυ ξημερώματος Πρωτοχρονιάς στο σπίτι των πεθερικών του, το οποίο βρίσκεται στην ορεινή μας ζώνη, εκεί που –όπως τουλάχιστον θέλουμε να πιστεύουμε– ακόμα διατηρείται η γνήσια ταυτότητά μας. Ο γαμπρός του, λοιπόν, δηλαδή –επειδή δεν γνωρίζω καλά τις εξ αγχιστείας συγγένειες– ο άνδρας της αδελφής της γυναίκας του, επηρεασμένος από την μιμητική τάση των Νεοζακυνθίων, έφερε κοντά μια βασιλόπιτα, έτσι για το καλό. Ήρθαν τα μεσάνυχτα και η πίτα του Ουρανοφάντορος θα έπρεπε να κοπεί. Η τιμή δόθηκε, όπως ήταν φυσικό, στον πρεσβύτερο της οικογένειας και νοικοκύρη του σπιτιού. Πήρε τότε αυτός το μαχαίρι, πλησίασε αμήχανα το ξενόφερτο και άγνωστό του έδεσμα, κοίταξε με απορία δεξιά και αριστερά του και μαθημένος από την δική του κουλούρα και το τυπικό της, καθώς και από το όμορφο ψάλσιμο του απολυτίκιου της Γέννησης σ’ αυτήν, ρώτησε τους νεότερους: «Και τώρα τι λένε;». Και μην παίρνοντας απάντηση από πουθενά –όπως ήταν φυσικό– σταύρωσε το κέικ και είπε: «Παναγία κι έλα κοντά»!
   Εγώ σας μετέφερα το γεγονός και οι κρίσεις δικές σας!
   Δεν ξέρω πού είχε ψηθεί η βασιλόπιτα της παραπάνω ιστορίας, αν ήταν σπιτική ή αγοραστή, δεν με ενδιαφέρει με τι συνταγή είχε γίνει, αλλά την φαντάζομαι «εν τω τηγανίω», όπως ακριβώς στην ελληνική ταινία.
   Για να δημιουργήσεις πολιτισμό, για να τον συνεχίσεις και για να τον προσαρμόσεις στο σήμερα – που είναι και το ζητούμενο – πρέπει πρώτα απ’ όλα να τον γνωρίζεις. Διαφορετικά μάλλον κακό κάνεις. Επίσης πρέπει να τον αγαπάς και να μην ντρέπεσαι γι’ αυτόν. Διαφορετικά ξεπουλιέσαι, όπως προσπάθησαν να ξεπουλήσουν το νησί τους οι πρωταγωνιστές της ταινίας μας!
   Ο Γιάννης Τσακασιάνος σ’ έναν χαρακτηριστικό του στίχο μας τονίζει, αναφερόμενος στα δικά μας έθιμα και αντέτια: «όχι με σας που βρέθηκα, σπουργίτης θα ψοφήσω»! Η διδαχή του αυτή θα πρέπει να είναι και η αναζήτηση και ο σκοπός μας. Διαφορετικά θα ξεκινήσουμε από το μηδέν! Θα είμαστε λαός δίχως ρίζες! Θα καταντήσουμε κοινωνία δίχως ταυτότητα!
   Η δικαιολογία μερικών πως κόβουμε πίτα για τα μη ζακυνθινά μέλη μας και για τους εκτός νησιού συγγενείς μας σίγουρα φέρεται «εν τω τηγανίω». Οφείλουμε, βέβαια, να τους σεβαστούμε, αλλά και αυτοί οφείλουν να σεβαστούν τον τόπο που τους φιλοξενεί και τους τρέφει. Οφείλουν να γνωρίσουν και τον πολιτισμό του. Διαφορετικά τους λείπει η παιδεία.
   Όσο για μας, ας πάψουμε να εκτιμούμε τα «καθρεφτάκια». Πολύτιμο και σωστό είναι ό,τι κυλάει στο αίμα μας. Το ξένο δημιουργεί προβλήματα.
   Ας μείνουμε πιστοί στην παράδοσή μας!

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΝΑΓΙΓΝΩΣΚΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΥΤΗ

Κων. Χρ. Κάρκος, Σύντομη περιδιάβαση στὸ ἔργο τοῦ Νομπελίστα ποιητὴ Ὀδυσσέα Ἐλύτη, Βόλος 1981

Ἀπὸ τὰ πρῶτα βιβλία ποὺ κυκλοφορήθηκαν μετὰ τὴν ἐπίσημη διάκριση ποὺ ἔλαβε ὁ ποιητὴς Ὀδυσσέας Ἐλύτης ἀπὸ τὴ Σουηδικὴ Ἀκαδημία εἶναι καὶ τὸ μικρὸ μέν, ἀλλὰ πυκνογραμμένο καὶ φροντισμένο μὲ ἰδιαίτερη γάπη πρὸς τὸ φωτεινὸ ἔργο τοῦ Νομπελίστα ποιητή, βιβλίο τοῦ καθηγητῆ κυρίου Κων. Χρ. Κάρκου.
Φιλόλογος μὲ πεῖρα καὶ ζωντανὰ βιώματα ὁ κ. Κάρκος ἐπιχειρεῖ μιὰ προσωπικὴ ὁδοιπορία μέσα στοὺς λειμῶνες τῆς ποίησης τοῦ Ἐλύτη, στὴν ὁποία καλεῖ τὸν καθένα μας γιὰ νὰ λάβει τὴν ἀδιαμφισβήτητη ἀναψυχὴ καὶ τὴν ψυχ-αγωγία ( μὲ τὴν αὐστηρὴ ἀρχαιοελληνικὴ σημασία της) ποὺ ὑψώνει τὴν ὕπαρξη, πάνω ἀπό σκληροὺς ἀνταγωνισμοὺς καὶ ὑπόγειες διαδρομὲς σκοτεινῶν ἀνθρώπων. «Διάβασα», θὰ μᾶς πεῖ ὁ κ. Κ. «ὅλο τὸ ἔργο τοῦ Ἐλύτη... Δὲ μπορῶ νὰ πῶ ὃτι συνέλαβα ὅλα τὰ νοήματα ποὺ κρύβονται μέσα στὸ “ἄδυτο” τῶν ποιημάτων του. Μπορῶ ὡστόσο ἀπόλυτα νὰ πῶ, πὼς αἰσθανόμουνα ἐκείνη τὴ στιγμὴ, ποὺ διάβαζα τὸ ἔργο τοῦ Ἐλύτη, ἕνα ρίγος πνευματικῆς εὐδαιμονίας...» ( σ. 8).
Ἀλήθεια, ἀπό ποῦ ἀρχίζει καὶ πῶς γεννᾶται αὐτὸ τὸ ρίγος ;  Καὶ γιατὶ συμβαίνει αὐτό;
Ἀρχίζοντας τὰ εἰσαγωγικά του ὁ κ. Κ. μᾶς λύνει τὴν ἀπορία, καθὼς ἐξομολογεῖται, πὼς «τὸ ἔργο τοῦ Ἐλύτη ἀσκεῖ πάνω μου μιὰ μυστηριακὴ κι ἀπόκοσμη γοητεία... ὅσο περισσότερο τὰ διαβάζω τόσο περισσότερο τὸ φῶς τῆς Ἀλήθειας καὶ τῆς Ὀμορφιᾶς ξεχύνεται ἀπό μέσα τους...» ( σ.9).
Ἄν, ὅπως εἶπε ὁ μεγαλος Ντοστογιέφσκυ, ἡ μορφιὰ θὰ σώσει τὸν κόσμο, ὅπως ἐπίσης, ἄν Ἀ-λήθεια εἶναι τὸ ἀντίθετο τῆς λήθης, τῆς λησμονιᾶς, τῆς ἀπουσίας, τότε πολὺ σωστὰ μᾶς λέει ὁ κ. Κάρκος ὅτι αὐτὰ τὰ δύο ἀγαθὰ τοῦ Δημιουργοῦ προβάλλουν μέσ᾿ ἀπὸ τὶς λέξεις-κλειδιὰ τῆς ποιητικῆς τέχνης τοῦ Ἐλύτη. Καὶ τὸ κυριότερο, αὐτὰ τὰ πρόσφορα τῆς Δημιουργίας μ᾿ ἁπλοχεριὰ ὑπάρχουν στὸν πάντερπνο χῶρο τῆς Ἑλλάδας γιατὶ «ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἡ χώρα τῆς ὁποίας τὸ φῶς τῆς Ἀλήθειας καὶ τῆς Ὀμορφιᾶς καταυγάζει τὸν κόσμο» ( σ. 10)
Γιὰ νὰ μᾶς εἰσοδεύσει λοιπὸν στὸν πνευματικὸ λειμώνα τοῦ Ἐλύτη ὁ κ. Κ., ἐπειχειρεῖ μὲ λιτὸ ἀλλὰ σταθερὸ καὶ φροντισμένο λόγο νὰ πεῖ αὐτὰ ποὺ χρειάζεται ὡς ἀπαραίτητα ἐφόδια ὁ ἀναγνώστης, ἔτσι ὥστε νὰ καταλάβει τόσο τὸν ποιητὴ τὸν ἴδιο ὅσο καὶ τὴν ποίησή του. Ἔτσι στὸ κεφάλαιο «περιρρέουσα πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα» γίνεται  λόγος γιὰ τὸ κίνημα τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ καὶ τὴ λεγόμενη σύγχρονη ποίηση (σ. 10-13), στὴ συνέχεια παρουσιάζεται ἕνα σύντομο βιογραφικό (σ. 14), γιὰ νὰ γίνει στὸ τέλος ἡ παρουσίαση τοῦ ἔργου τοῦ Ἐλύτη.
Δὲν θὰ πλατύνω τὸ λόγο μου, μονάχα θὰ προτρέψω τὸν ἀναγνώστη μου νὰ σταθεῖ μὲ προσοχὴ στὴ σύντομη μέν, ἀλλὰ τόσο πολὺ ἐμβιωμένη καὶ χωνεμένη ἑρμηνεία τοῦ θαυμάσιου ποιήματος –«ὕμνο τῆς λεβεντιᾶς» (σελ. 21) θὰ τὸ ὀνομάσει ο κ. Κ.- τοῦ ποιήματος, «Ἄσμα ἡρωϊκὸ καὶ πένθιμο γιὰ τὸ χαμένο Ἀνθυπολοχαγὸ τῆς Ἀλβανίας», γραμμένο τὸ  1945, ὅταν οἱ μνῆμες καὶ τὰ βιώματα τοῦ Ἐλύτη ἦταν ἀκόμα χλωρὰ ἀπό τὴ θητεία του στὸ Μέτωπο. Μὲ σταθεροὺς βηματισμοὺς ὁ κ. Κ. πασχίζει νὰ δεῖ κάτω ἀπό τὶς λέξεις τὸ γεγονὸς τοῦ Ἡρωϊσμοῦ καὶ τῆς Ἀνδρείας ἤ ὅπως λέει κι ὁ ἴδιος «τὴν μορφιὰ, τὴ γεροσύνη, τὴ γενναιότητα» (σ. 24). Ἐντύπωση μάλιστα μοῦ κάνει τὸ ἑξῆς γεγονός. Ἡ μνεία τοῦ συνθέτη ποὺ ἔγραψε τὴν τόσο θαυμάσια μουσικὴ γιὰ τὸ Ἄσμα, τοῦ Νότη τοῦ Μαυρουδή. Δὲν ξέρω γιατὶ τὸ μνημονεύει αὐτὸ ὁ κ. Κ. Φαντάζομαι πὼς ἡ πολυχρόνια διδακτική ἐμπειρία του τοῦ ἔδωσε νὰ καταλάβει πὼς ἡ ποίηση εἶναι καὶ μουσικὴ καὶ τὸ ἀντίθετο.    Προσωπικὰ συγκινήθηκα ὅταν τὸ εἶδα, γιατὶ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον θαυμάσια ἔργα τῆς σύγχρονης ἑλληνικῆς μουσικῆς καὶ εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Κ. ποὺ τὸ παρουσιάζει, ὅπως καὶ στὸ τέλος παρουσιάζει ἀναλυτικὰ ὅλη τὴ δισκογραφία μὲ τὴν ποίηση τοῦ Ἐλύτη.
Δὲ γνωρίζω ἄν ὁ ποιητὴς κράτησε στὰ χέρια του αὐτὸ τὸ πόνημα, ἄν δηλαδή τοῦ στάλθηκε, ὅταν πρὶν ἀπό 32 χρόνια ξεπρόβαλε δειλά-δειλὰ στὸ ἐκδοτικὸ στερέωμα. Γνώμη μου εἶναι πὼς θὰ τὸ χαιρόταν πολύ, γιατὶ δὲν θὰ ἦταν ἕνα λόγος ἀκόμα κολακείας σ᾿ ναν Νομπελίστα, ἀλλὰ μιὰ χειραψία τιμῆς καὶ φιλίας σ᾿ αὐτὸν ποὺ στεφάνωσε τὴν πατρίδα μας μὲ τὴν ἀμάραντη δάφνη τοῦ Ἔλληνος λογου.
Ἀγαπητέ μου κ. Καθηγητά, γιατὶ δὲν συνεχίζετε, ὥστε νὰ μᾶς παρουσιάσετε σὲ β΄ ἔκδοση τὸ ἴδιο βιβλιαράκι σας μὲ περισσότερο ὅμως  Ἐλύτη; Ἀφοῦ μάλιστα ἀπό τότε μέχρι σήμερα κι ἄλλα του ἔργα κοσμοῦν τίς βιβλιοθῆκες κι ὄχι μόνο;    

  Φεβρουάριος 2013
Related Posts with Thumbnails