© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Σαββάτου: ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

 Ὁμιλία στό 43ο  Ἱερατικό Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γερμανίας, μέ γενικό θέμα : "Τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα ὡς δεδομένο καί ζητούμενο" 
(Herten-Mülheim an.derRnhr-Duisburg, 15-18 Ὀκτωβρίου 2012)


1.  Ἡ ἱστορία ἔχει ἀποδείξει ὅτι δέν εἶναι εὐφυές, οὔτε συνετό νά ὑποτιμᾶ κάποιος τήν ἀλήθεια ἤ νά ὑποτροπιάζει στή μεταδοτική δύναμη τῆς ἀνοησίας. Δυστυχῶς ὅμως, σήμερα φαίνεται ὅτι ἡ ὑποτίμηση μαζί μέ τόν φανατισμό, τήν ἡμιμάθεια καί τήν ἰδιοτέλεια συγκροτοῦν μία νέα ἀντίληψη σχετικά μέ τό περιεχόμενο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος, ἐνῶ θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἡ μεγάλη εὐκαιρία γιά νά ἐπιβληθοῦν κάποιες προσωπικές ἀντιλήψεις ἤ ἐπιλογές, προκειμένου νά ἐπιτευχθοῦν κάποια προσωπικά ὀφέλη καί νά ἱκανοποιηθοῦν ποικίλες ἐπιδιώξεις.
Ἀντιμετωπίζοντας λοιπόν ὡς Ἐκκλησία τήν πραγματικότητα αὐτή, ἐπιβάλλεται νά σταθοῦμε νηφάλια ἐνώπιον ἑνός ἐκκλησιαστικοῦ προβλήματος, τό ὁποῖο φαίνεται ὅτι προσπαθεῖ νά ἐπιβιώσει σέ ἕναν κόσμο ὅπου τίποτε πλέον δέν θεωρεῖται ὡς αὐτονόητο καί τό κάθε γεγονός ἀπαιτεῖ τήν ἐπιβεβαίωσή του. Νά ἀσχοληθοῦμε δηλαδή καί νά σταθοῦμε ὑπεύθυνα καί μέ γνησιότητα ἀπέναντι στά ἐρωτήματα, πού θέτει ἡ ἔννοια καί τό περιεχόμενο τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος.
Πρίν ἀπό ὅλα ὅμως, θά ἤθελα νά ἐκφράσω τίς θερμές μου εὐχαριστίες στόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γερμανίας κ. Αὐγουστῖνο, γιά τήν τιμητική πρόσκληση πού μοῦ ἀπηύθυνε νά ὁμιλήσω ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ κλήρου, τῶν ἄμεσων συνεργατῶν του, σέ μία διακονία τόσο σημαντι­κή καί συγχρόνως εὐαίσθητη, ἀφοῦ πλέον ἡ Ἐκκλησία καί μάλιστα ἡ Ὀρθό­δοξη Ἐκκλησία στήν Γερμανία καλεῖται μέ τούς ἐπισκόπους, τούς ἱερεῖς καί τούς διακόνους της, ὑπό τήν πεπνημένη καθοδήγηση τῆς Ὑμετέρας Σεβασμιότητος, νά προσλάβει καί νά μεταμορφώσει ἕναν κόσμο πού δέν ἔχει καμμία σχέση μέ τόν κόσμο πού ξέραμε λίγα χρόνια πρίν, καί μάλιστα σέ ἄλλους τόπους καί χώρους, καί ὅπου ἡ τοπική Ἐκκλησία προκαλεῖται πειρασμικά νά δώσει τή δική της ταυτότητα μέσα ἀπό μία διαδικασία διαλεκτική ἀλλά καί ἐπιβεβαίωσης.
Τό δεύτερο στοιχεῖο, εἶναι ὅτι ὀφείλω νά ἐπισημάνω καί νά ἀναγνωρίσω, πώς μέσα ἀπό τίς παροῦσες Ἱερατικές Συνάξεις καί συναντή­σεις, φέτος εἶναι ἡ τεσσαρακοστή τρίτη, ἐπιβεβαιώνεται τό ἄοκνο ἐνδιαφέ­ρον τοῦ ἐπισκόπου Σας ὡς ποιμένος, γιά ἕναν συμπροβληματισμό σέ οὐσιαστικά καί ποιμαντικά θέματα καί συγχρόνως γιά τήν ἐπιμόρφωση τῶν κληρικῶν του σέ θέματα τόσο σύγχρονα, πού ἀγγίζουν τήν ἐπικαιρότητα καί τόν σύγχρονο ποιμαντικό προβληματισμό, ἀφοῦ, κατά τήν ἔκφραση ἑνός μεγάλου σύγχρονου θεολόγου, τοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, "ὅποιος μένει ἀπαθής ἐνώπιον τῆς ἱστορίας, αὐτός δέν μπορεῖ ποτέ νά εἶναι καλός χριστιανός" (Ἔργα, τόμος IV, Θεσ/νίκη 1979, σελ. 225).
Γι’ αὐτό ἀκριβῶς τόν λόγο σήμερα ὅσο ποτέ ἄλλοτε, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλη­σία καλεῖται νά δείξει τήν ἀλήθεια, τήν ὁποίαν κατέχει, ἀφοῦ «ἡ χθές πρό πολλοῦ παρῆλθεν. Οὔτε κἄν τήν σήμερον ζῶμεν σήμερον. Μᾶς προέλαβεν ἡ μεθαύριον. Εἶναι ἀπέλπιδα τά κτυπήματα εἰς τήν θύραν τῆς Ἐκκλησίας... Ἄν δέν κατηρχόμεθα πρός τήν πραγματικότητα τῆς Εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου του αὐτῆς τῆς στιγμῆς, δέν θά εἴμεθα Ἐκκλησία. Θά εἴμεθα μία ἔνδοξος, ἴσως θαυμαστή, ἱστορική πραγματικότης, ἀλλά παρελθοντολογία καί μόνον. Ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ζωή, εἶναι ἡ πάντοτε σήμερον ἐν τῇ ἀτέρμονι ἐκτάσει τῆς αἰωνιότητος...» (Γέρων Χαλκηδόνος Μελίτων Χατζῆς).

2.  Εἶναι λοιπόν ἀνάγκη καί καθῆκον νά σταθοῦμε κατ’ ἀρχήν αὐτο­κριτικά, μπροστά στό μέλλον καί στήν ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας στόν ἤδη ἐνεστῶτα αὐριανό κόσμο. Ἐνώπιον τῆς κρισιμότητας καί τῶν ἀπαιτή­σεων τῶν καιρῶν, εἴμαστε ἀναγκασμένοι νά ἀναγνωρίσουμε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διέρχεται, κατά τήν ἀνθρώπινη συντεταγμένη της διάσταση, βαθύτατη κρίση. Γιατί ; Ἐπειδή διέρχεται κρίση τό ἴδιο τό φρόνημά Της, τό ὁποῖο ὅσο εὔκολα μποροῦμε νά τό χαρακτηρίσουμε ὡς ἐκκλησιαστικό, τόσο δύσκολο εἶναι καί νά τό καθορίσουμε ἤ νά τό προσδιορίσουμε ὡς ἐκκλησια­στικό, ὅταν μάλιστα καλούμεθα νά τό συσχετίσουμε μέ τήν σύγχρονη πράξη καί διακονία καί μέ τά τοῦ κόσμου πράγματα. Τότε ἀκριβῶς κινούμε­θα σέ μία περιδείνηση μεταξύ τοῦ παραδοσιακοῦ καί τοῦ σύγχρο­νου περιεχομένου πού ἐκφράζει, τοῦ θεωρητικοῦ καί τοῦ πρακτικοῦ, τοῦ φιλελεύθερου καί τοῦ συντηρητικοῦ.
Σήμερα, τό νά ὁμιλεῖ κάποιος καί νά περιγράφει τό ἐκκλησια­στικό φρόνημα σέ ἕναν κόσμο μεταμοντέρνο καί μεταχριστιανικό, μέ μία ξύλινη γλῶσσα, ἡ ὁποία ἐξαντλεῖται στή ρητορεία, χωρίς νά στέλνει κάποιο μήνυμα ζωῆς, κινδυνεύει νά στεφθεῖ ἀπό ἀποτυχία, γιατί ἁπλᾶ προσπαθεῖ μέ κηρύγματα ὀρθολογικά καί ἠθικιστικά νά πείσει γιά θέματα ζωῆς καί ὕπαρξης. Ἐπιπλέον μία θεολογική ἔκφραση, ἡ ὁποία μέ προχειρότητα προσπαθεῖ νά προκαλέσει καί νά ἐρεθίσει τά ὅρια τοῦ λαϊκισμοῦ, μπορεῖ νά βρεθεῖ μέ βεβαιότητα ἀντιμέτωπη μέ τή συγκατάβαση καί ἀπομακρυσμένη ἀπό τό μυστήριο τῆς  "κένωσης".
Τί  σημαίνουν ὅλα αὐτά ;  Ὅτι τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα, τόσο στήν θεωρία, ὅσο καί στήν πράξη : Δέν ἀπαιτεῖ τήν ἀπομόνωση ἀλλά ἀναζητεῖ νά ἀναδειχθεῖ μέσα ἀπό τόν διάλογο. Δέν κινεῖται στό χῶρο τῆς ἐσωστρέφειας καί τῆς αὐτοδικαίωσης ἀλλά στά ὅρια τοῦ προφητικοῦ χαρίσματος. Ἀπορρίπτει τήν ἀπολογητική καί υἱοθετεῖ μία θεολογία τοῦ ὅλου, ἡ ὁποία ταυτίζεται μέ τήν ἴδια τή ζωή καί τήν ὕπαρξη.
Ὅλα αὐτά ἀπαιτοῦν μία ὑπέρβαση τῆς διάστασης μεταξύ τοῦ λόγου καί τοῦ ἔργου, τῆς πίστης καί τῆς ζωῆς, τοῦ δόγματος καί τοῦ ἤθους, ἡ ὁποία "ἀναγκαστικά" ὁδηγεῖ σέ μία ταυτότητα "πράγματος".  
Στήν ἐκκλησιαστική πράξη ὅμως, αὐτή ἡ ἐμπράγματη σχέση ταυτότητας ἐπιβεβαιώνεται ἁπλᾶ, χωρίς νά ἀξιολογεῖται.· Ἀντί δηλαδή νά ἀγωνιζόμαστε γιά νά μεταμορ­φώσουμε τόν κόσμο, μέ ὅρους καί κριτήρια ἐκκλησιαστικά, ἀξιώνουμε ἤ καί πολλές φορές ἐπαιτοῦμε ἀπό  αὐτόν, νά ἐπικυρώσει τήν ἀναγκαιότητα τῆς ὕπαρξής μας, μέ ἀποτέλεσμα τό ἦθος μας νά κινδυνεύει νά ἐκκοσμικευθεῖ.
Ἡ παροῦσα διαπίστωση δέν ἀμφισβητεῖ δικαιώματα ἀναφαίρετα καί ὑποχρεώσεις σέ  κάποιους τομεῖς, προνόμια καί δικαιοδοσίες.  Εἶναι ζωτική ὅμως ἀνάγκη νά δίνεται προτεραιότητα στήν «πάσῃ θυσίᾳ» προφύλαξη τῆς Ἐκκλησίας ἀπό κάθε εἴδους ἀκρωτηριασμούς καί ἀλλοιώσεις τῆς ὀντολογικῆς καί ἐκκλησιολογικῆς της ὑπόστασης.
Καλούμεθα λοιπόν, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι νά ὁριοθετήσουμε τά πλαίσια μεταξύ τῆς ἀλλοίωσης ἤ τοῦ ἀκρωτηριασμοῦ καί τῆς ὁλοκληρωμένης ὀντολογικά ἐκκλησιαστικῆς πραγματικότητας, ἡ ὁποία περιγράφεται (ση­μαίνεται) ἀπό αὐτό πού ὀνομάζουμε ἐκκλησιαστικό φρόνημα καί τό ὁποῖο δέν ταυτίζεται μέ μία συγκεκριμένη μορφή ἠθικῆς συμπεριφορᾶς, ἀλλά μέ ἕναν καθορισμένο τρόπο ζωῆς, δηλαδή μέ ἕναν ἐκκλησιαστικό πολιτισμό, γιατί «δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νοηματοδότησης καί καταξίωσης τῆς ἠθικῆς παρά μόνο ὅταν αὐτή ἀποτελεῖ τή φανέρωση ἑνός ἤθους πού ἀπορρέει ἀπό τήν ἐμπράγματη βίωση τοῦ δόγματος» (π. Ἀδαμαντίου Αὐγουστίδη), δηλαδή τοῦ γεγονότος τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας.
Νά γιατί ὁ Μητροπολίτης Περγάμου τονίζει, ὅτι «ὁ κόσμος σήμερα δέν χρειάζεται ἠθική, ἀλλά ἦθος. Ὄχι ἕναν προγραμματισμό, ἀλλά μιά στάση καί μιά νοοτροπία. Ὄχι μιά νομοθεσία, ἀλλά ἕναν πολιτισμό».
Αὐτή ἡ ἔμπρακτη βίωση καί ἐφαρμογή τοῦ γεγονότος τῆς πίστεως, ἐκφράζεται, ἐκδηλώνεται καί πραγματοποιεῖται μέσα στήν Ἐκκλησία καί διατυπώνεται συνοδικά, δηλαδή ἑνωτικά, ὡς ἕνα βάπτι­σμα, μία πίστη, μία εὐχαριστία, ἀφοῦ ὀφείλουμε «ἡμῖν σύμφωνος ἡ γνώμη τῇ εὐχαριστίᾳ καί ἡ εὐχαριστία τήν γνώμην βεβαιοῖ» (Εἰρηναίου Λυῶνος). Δέν μποροῦμε δηλαδή νά διαμορφώσουμε τό ἦθος μας ἤ νά ἐκφράσουμε τό ἐκκλησιαστικό μας φρόνημα μέσα ἀπό μία διαδικασία διχαστικοῦ ὑποκειμενισμοῦ ἤ ἀτομικοῦ ἀπομονωτισμοῦ, ἀλλά μόνο ὡς ἐκκλησια­στικο­ποιημένες ὀντολογικές πραγματικότητες (βλ. τόν κοινό Πατέρα ἡμῶν, τούς ἀδελφούς κ. ἄ.). Αὐτή ἡ ἐκκλησιοποίηση νοηματοδοτεῖ ἀκόμη καί αὐτό, τό ὁποῖο ὁ Ἀπ. Παῦλος χαρακτηρίζει ὡς "συνείδηση", ὄχι τοῦ ἑνός ἀλλά τοῦ ὅλου, δηλαδή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, μέ ποιό τρόπο; Κατανοοῦντες «ἀλλήλους εἰς παροξυσμόν ἀγάπης καί καλῶν ἔργων» (Ἑβρ. 10,24).
Μέσα ἀπό αὐτή τή διαδικασία ἡ ἐκκλησιαστική ἑνότητα, πού ἐκφράζεται μέ τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα, τό κοινό δηλαδή φρόνημα, εἶναι καρπός τοῦ συνοδικοῦ ἤθους. Γι’ αὐτό καί «ὅσο ἡ συνοδικότητα δέν θά χαρακτηρίζει κάθε ἐπίπεδο σχέσης ἐν ὑπακοῇ, καί ὄχι ἐν ὑποταγῇ, μέσα στήν Ἐκκλησία, εἴτε πρόκειται γιά τήν ἐνορία, εἴτε πρόκειται γιά τόν κλῆρο καί τό λαό, τόν ἐπίσκοπο καί τούς πρεσβυτέρους του, τούς ἐπισκόπους καί τή σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας, θά ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος γιά ἔκπτωση τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ ἀπό Σῶμα Χριστοῦ σέ σωματεῖο θρησκευομένων, μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται γιά τήν πορεία μας πρός ἕνα ἀπαιτητικό μέλλον» (π. Ἀδαμάντιος Αὐγουστίδης), Ἀκόμη καί τήν Ὀρθοδοξία μας θά πρέπει νά τήν συνδέσουμε μέ τήν Ἐκκλησία, ὄχι ὡς μία τάση ὁμολογιακῆς διάκρισης ἤ διαφοροποίησης, ἀλλά ὡς ἕνα συγκεκριμένο τρόπο ζωῆς καί ὕπαρξης, μέσα ἀπό τόν ὁποῖον ἀναδεικνύεται καί ἐπιβεβαιώνεται ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεως, ἡ ὁποία γι’αὐτό ἀκριβῶς τό λόγο καί ταυτίζεται ἀπόλυτα μέ τήν Ἐκκλησία.
Ἔτσι λοιπόν Ὀρθοδοξία, Ἀλήθεια καί Ἐκκλησία ταυτίζονται. Γι’ αὐτό καί τό χαρακτηριζόμενο ὡς φρόνημα ὀρθόδοξο δέν νοεῖται ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά ταυτίζεται ἀπόλυτα μέ τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα.
Τό ὀρθόδοξο-ἐκκλησιαστικό φρόνημα δέν εἶναι συνδεδεμένο μέ συναισθηματικές καταστάσεις, ἀλλά μέ τά πραγματικά βιώματα καί τήν ζωή πού βιώνεται μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὡς γεγονός ὑπαρξιακό, ὡς τρόπος ζωῆς.
Τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα δέν ἐξαντλεῖται σέ μερικά κοινωνικά, ἐξωτερικά καί ἐπιφανειακά ἔργα ἀλλά ἐκδηλώνεται στό ἐπίπεδο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, ἡ ὁποία μάλιστα ἔχει κάποιο συγκεκριμένο προσανατολισμό, τήν ἁγιότητα, ἀφοῦ ἅγιοι δέν εἶναι ἁπλῶς οἱ καλοί ἄν­θρω­ποι,  οὔτε οἱ ἠθικοί, μέ τήν ἔννοια τῆς νομικίστικης - ἠθικῆς ἀντίλη­ψης, ἀλλά αὐτοί πού ἔχουν ἦθος ἐκκλησιαστικό, δηλαδή καθολικό, αὐτοί πού βιώνουν τήν κοινή ἀλήθεια καί ἐπιτυγχάνουν τήν κοινή ζωή γιά ὅλα τά μέλη.
Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία, δηλαδή ἡ Ὀρθοδοξία, εἶναι ἡ ἑνότητα τοῦ κόσμου, στήν ὁποίαν ἐπιτυγχάνεται ἡ πραγματική βίωση τῆς ἀλήθειας καί ἱστορικά φανε­ρώνεται μέσα ἀπό τό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς προτρέπει νά "στέργομεν πάσας τάς ἐκκλησια­στι­κάς παραδόσεις, ἐγγράφους τε καί ἀγράφους καί πρό πάντων τήν μυστικωτάτην καί πανίερον τελετήν καί κοινωνίαν καί σύναξιν".

3. Ἄς δοῦμε ὅμως πῶς ἐκφράζεται στή θεωρία καί ἐφαρμόζε­ται στήν πράξη τό παραπάνω περιγραφέν ὡς ἐκκλησιαστικό φρόνημα.
α)  Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ εὐχαριστιακή κοινότητα ἀπό τήν ὁποίαν ἀπορρέουν τά πάντα καί πρός αὐτήν συγκλίνουν. Τό σημαντικό μάλιστα εἶ­ναι, ὅτι ἀντιλαμβάνεται τό ρόλο της, ἀκόμη καί μέσα στήν κοινωνία τῶν πολιτῶν καί τοῦ κόσμου τούτου, μεταμορφωτικά καί μάλιστα σέ μία δυναμι­κή πορεία πρός τό μέλλον, γι’ αὐτό καί δίνει προτεραιότητα στή κοινωνία, στήν συνύπαρξη καί στή μετοχή. Δέν ἀντιλαμβάνεται τή ζωή τοῦ ἀνθρώ­που διασπασμένη σέ δημόσια ἤ ἰδιωτική, οὔτε τήν ἐπιβίωσή του ὡς μία διαδικασία αὐστηρά πολιτική, ὡς μία δηλαδή ἀντιπαράθεση μεταξύ τοῦ ἀτομικοῦ καί τοῦ κοινωνικοῦ τρόπου ὕπαρξης.
β)  Αὐτό τό ὁποῖο χαρακτηρίζει τήν Ἐκκλησία εἶναι ἕνας  ἀσκητισμός, ὡς αὐταπάρνηση τοῦ ἰδίου θελήματος πρός χάριν τοῦ ἄλλου, ὡς αὐτοθυσία τοῦ ἐγώ γιά τήν ἐπανεύρεση τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὡς αὐτοπεριο­ρι­σμό τῆς ἀτομικότητας τοῦ ἀνθρώπου, προκειμένου νά ἐπιτευχθεῖ ἡ συμβίω­ση μέ τόν συνάνθρωπο, δηλαδή ἡ ἐπίτευξη τῆς φιλαλληλίας, ἡ ὁποία ἀντι­πα­ρα­τί­θεται πρός τήν φιλαυτία.
γ) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι "ἐν τῷ κόσμῳ" ἀλλά ὄχι «ἐκ τοῦ κόσμου». Αὐτό σημαίνει ὅτι τό βασικό μήνυμα ζωῆς πού φέρνει ἡ Ἐκκλησία καθώς καί ἡ θεμελιώδης δομή της (ἡ λατρεία, ἡ κανονική διάρθρωση κ.λ.π) δέν ἐπιδέχονται καμμία ἀνανέωση ἀφοῦ ἐκφράζουν καί «εἰκονίζουν» κάτι ἄλλο ἀπό τήν ἱστορία καί τόν παρόντα κόσμο, γι’ αὐτό καί ὁ ἐκσυγχρονισμός δέν χωρεῖ σέ πνευματικούς θεσμούς, παρά μόνο στό βαθμό πού οἱ θεσμοί αὐτοί ἐνωτίζονται τίς ἀγωνίες καί τά ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου μιᾶς συγκεκριμέ­νης ἐποχῆς καί ἀντλοῦν τήν ἀπάντηση πού θά δώσουν μέσα ἀπό τίς σταθερές καί ἀμετάβλητες ἀρχές τῆς παράδοσης, στήν ὁποία στηρίζονται. Τί σημαίνει αὐτό ;  Ὅτι ἡ παράδοση ἑρμη­νεύε­ται μόνο ὡς πρός τά ἐρωτήματα πού τῆς θέτει κάθε ἐποχή, καί ὄχι ἀποκλειστικά καί μόνο ἀπό τίς ἀπαντήσεις της, καί ἐπιπλέον, ἀξιολογεῖται ἀπό τήν χρήση τῶν ὅρων καί τῶν ἐκφράσεων, μέ τίς ὁποῖες δομεῖ καί καταθέτει τήν ἀπάντησή της.
Ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά διακατέχεται ἀπό τό ἄγχος νά ἐμφανίσει σύγχρονο πρόσωπο, γιατί αὐτό πού ἀναζητεῖ ὁ ἄνθρωπος σ’ αὐτήν, δέν εἶναι κάτι ἀνάλογο μέ τά ἄλλα «σύγχρονα πρόσωπα», ἀλλά κάτι διαχρονικό, σταθερό καί αἰώνιο, τήν ἀλήθεια τοῦ «ἀληθῶς ὑπάρχειν».
δ) Ἡ Ἐκκλησία εἶναι διακονία καί ὄχι ἐξουσία ἤ διοίκηση. Εἶναι ἕνας ὅρος μέ τόν ὁποῖον ἐκφράζεται ἕνα εὐρύ περιεχόμενο ἐκκλησια­στικῶν δράσεων, τά ὅρια τῶν ὁποίων καί ἡ ἄσκησή τους καθορίζονται ἀπό τούς ἱερούς κανόνες καί τήν κανονική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή ἀκριβῶς ἡ εἰδοποιός διαφορά συνεπάγεται, ὅτι δέν μπορεῖ νά ταυτίζεται ἡ ἔννοια τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας καί αὐθεντίας μέ ὁποιαδήποτε ἄλλη μορφή ἐξουσίας ἤ νά υἱοθετεῖ μεθόδους καί πρότυπα ἄλλων κοσμικῶν ἐξουσιῶν ἤ κοινωνικῶν φορέων καί δομῶν.
ε)  Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ τήν ἑνότητα καί τή διάκριση κλήρου καί λαοῦ, ὡς ἀναγκαία στήν ὅλη δομή καί λειτουργία τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας. Εἶναι ὅμως ἀπαραίτητο νά ἐπισημανθεῖ, ὅτι ἡ διάκριση αὐτή εἶναι καθαρά χαρισματική καί λειτουργική καί ἄρα ἱεραρχική.
Ἡ χαρισματική, ἱεραρχική καί λειτουργική διάκριση τῆς ἱερω­σύνης καί ἡ ἀξιολογική ἐκτίμηση τοῦ διακονικοῦ της χαρακτῆρος περιγρά­φε­ται ἀπό τούς ἱερούς κανόνες καί ἀσκεῖται ἀπό τούς κανονικούς φορεῖς τῆς διακονίας, τόν ἐπίσκοπο καί τά συνοδικά ὄργανα. Ὁποιοσδήποτε ἄλλος τρόπος, ξένος πρός αὐτόν, τείνει στήν ἀποδυνάμωση ἤ περιθωριοποίηση τοῦ λειτουργήματος τοῦ ἐπισκόπου.
στ)  Ἡ Ἐκκλησία, ἐκφράζει ἕναν ἄλλο λόγο, θεολογικό καί ὄχι ἰδεολογικό. Ἡ πίστη εἶναι ἐμπειρία καί βίωμα. Ἀποτελεῖ τήν εὐχαριστιοκεν­τρική βίωση τοῦ γεγονότος τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμένης Ἀλήθειας, τήν ὁποίαν καλεῖται ὁλόκληρο τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία, νά βιώσει καί νά διατυπώσει λειτουργικά ἀλλά καί νά ἀποδεχτεῖ  ἐμπειρικά, ὥστε νά τό κάνει περιεχόμενο ζωῆς.
Δυστυχῶς ὅμως, σήμερα ἡ πίστη καί τό περιεχόμενο τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκεκαλυμένης Ἀλήθειας κατανοεῖται ὡς ἕνα «ἰδεολόγημα», τό ὁποῖο διασώζει καί ἐπικροτεῖ ἤ ἕνα καί μόνο ἀποκλειστικό σύστημα ἤ καί ταυτίζεται μέ αὐτό. Εἴτε υἱοθετεῖ τό σύστημα τοῦ ὑπερσυντηρη­τισμοῦ, τό ὁποῖο ἀντιστρατεύεται τήν ἑνότητά της, μέσα στό ἴδιο ἐκκλησιαστικό σῶμα, εἴτε τό ἄλλο σύστημα τοῦ προοδευτισμοῦ, τό ὁποῖο ἀλλοτριώνει καί ὁδηγεῖ σέ διάσπαση. Καί οἱ δύο αὐτές ἀκραῖες ἐκφάνσεις τοῦ θεολογικοῦ καί κηρυγματικοῦ λόγου τῆς Ἐκκλησίας συμβάλλουν στήν ἀλλοτρίωση τοῦ θεολογι­κοῦ καί  κηρυγματικοῦ  λόγου Της.
Τί συνεπάγεται αὐτή ἡ διάσταση καί ἀλλοτρίωση; Νά εἶναι δυσδιάκριτο τό αὐθεντικό κριτήριο διάκρισης μεταξύ Ἀλήθειας καί ἑρμη­νείας τῆς Ἀλήθειας ἀπό τήν «αἵρεση». Ἔτσι, μέ μεγάλη εὐκολία διακηρύσ­σονται «κυοφορούμενες αἱρέσεις» ἤ ἀναπτύσσονται κατηγορητήρια κατά ἐπισκόπων ἤ καί συνεπισκόπων γιά αἵρεση, ἐπειδή ἡ πρόταση ἤ ἡ ἑρμηνεία τους δέν ταυτίζεται μέ τήν δική τους ἀντίληψη ἤ σκέψη καί ἐπειδή τό λεξιλόγιό τους κατανοεῖται καί ἑρμηνεύεται ἤ μονοδιάστατα ἤ «συνα­φεια­κά». Ὅλα αὐτά ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα ὁ ὅρος «αἱρετικός» νά δηλώνει κάθε ἕναν, ὁ ὁποῖος διαφωνεῖ μέ τήν  ἄποψή μας, σέ πεῖσμα ὅσων οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας  καί ἡ ἀρχαία παράδοσή  Της μᾶς διδάσκουν σαφῶς γιά τόν ὅρο «αἵρεση». Δέν ἀποτελεῖ παράβαση τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καί ἵδρυση ἰδίας «Ἱεραρχίας» ἀλλά καί τήν μή τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ (πρβλ. Βαρσανούφιος , Ἐρωταποκρίσεις 536).
Μία τέτοια ἀλλοίωση τοῦ θεολογικοῦ καί τοῦ κηρυγματι­κοῦ λόγου τῆς Ἐκκλησίας δέν ὑφίσταται μόνο σέ ἐπίπεδο «θεωρητικό», ἀλλά ἔχει ἄμεση συνέπεια καί στήν ἴδια τή ζωή καί τή συμπεριφορά τῶν ἐκφρα­στῶν τους, ἀλλά καί στή ἴδια τή λειτουργία τῶν ἐκκλησιαστικῶν δομῶν, γιατί ὁδηγεῖ σέ μία ἔλλειψη τῆς ἐμπειρικῆς ψηλάφισης τῶν γνήσιων εὐαγγελικῶν ἀναφορῶν καί τῆς θεώρησης τῆς ἐπί τό αὐτό συνάξεώς μας. Ἔτσι ὅμως ἀδυνατοῦμε νά ψελίσσουμε στούς ἀνθρώπους τό "ἔρχου καί ἴδε", ἀφοῦ δέν ξέρουμε πολλές φορές τί ἤ ποιόν τούς ὑποδεικνύουμε (Ἱερώνυμος, Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, 1999).
Στό σημεῖο αὐτό ὅμως χρειάζεται νά κάνουμε μία σημαντική διευκρίνιση, γιατί ὅσο ἐπικίνδυνο εἶναι νά μείνουμε στή συντήρηση, ἄλλο τόσο μποροῦμε νά διολισθήσουμε καί στήν ἐκκοσμίκευση.
Αὐτή ἡ ἐμμονή στίς ἐκκλησιαστικές παραδόσεις σημαίνει μία ἀντίληψη συντηρητισμοῦ; Ὄχι βέβαια. Ἡ Ἐκκλησία, καί μάλιστα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκ­κλη­σία δέν εἶναι συντηρητική. Δέν συντηρεῖ τόν τύπο καί τό γράμμα, ἀλλά προσβλέπει στήν οὐσία καί τό πνεῦμα,  τό ὁποῖο μᾶς ἐλευθερώνει καί μάλιστα σέ ἀντίθεση πρός τό γράμμα, τό ὁποῖο μᾶς σκοτώνει. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι κυρίως καί πρωτίστως παραδοσιακή, δηλαδή δυναμική, διαχρονική καί ἐπίκαιρη. Ἒχει νά κάνει μέ τά τοῦ κόσμου ἀλλά δέν ταυτίζεται μέ τόν κόσμο.
Ἡ συντήρηση ἀντίθετα σημαίνει διατήρηση παλαιῶν σχημάτων τοῦ παρελθόντος καί μονοσήμαντη ἐπανάληψη, ἀποξένωση ἀπό τό παρόν καί τό μέλλον. Παράδοση ὅμως σημαίνει διαχρονική φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας, τῆς πίστης καί τῆς διδασκαλίας στήν σύγχρονη πραγματικότητα, προτείνοντας θέσεις καί λύσεις σέ σύγχρονα θέματα καί προβλήματα τῆς ἐποχῆς μας ὄχι μόνο κοινωνικά ἀλλά πρωτίστως ὑπαρξιακά, δηλαδή ζωῆς καί προοπτικῆς τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς καί ὕπαρξης.

4. Ποιά εἶναι ὅμως τά κριτήρια κατανόησης τοῦ περιεχομένου τοῦ ἐκκλησιαστι­κοῦ φρονήματος καί διάκρισής του ἀπό τό κοσμικό φρόνημα ;  Eἶναι ἡ διάκριση μεταξύ τοῦ ἀτομικοῦ καί τοῦ καθολικοῦ, τῆς ἠθικῆς καί τοῦ ἤθους, τοῦ ἐγωϊστικοῦ καί τοῦ κοινωνικοῦ.
Τί σημαίνει ὅμως ἐκκοσμίκευση τῆς Ἐκκλησίας ἤ στήν Ἐκκλησία ;
α)   Ἡ ταύτιση τῆς Ἐκκλησίας ἤ τοῦ τρόπου τοῦ ἐκκλησιαστι­κῶς ζῆν μέ τά τοῦ κόσμου πράγματα, καί
β)    Ἡ ἀπώλεια τοῦ πραγματικοῦ σκοποῦ τῆς Ἐκκλησίας, πού εἶναι σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ἡ φανέρωση δηλαδή καί ἡ συμμετοχή τῶν ἀνθρώπων στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ὡς Ἐκκλησία δέν νοοῦμε κάτι τό ἀφηρημένο, ἀλλά κάτι τό συγκεκριμένο, τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο ἔχει κεφαλή τόν ἴδιο τό Χριστό καί μέλη τούς πιστούς, τά βαπτισμένα μέλη. Ἡ ἱστορική φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώ­μα­τος Χριστοῦ καί ἐμεῖς ὡς μέλη ἐκ μέρους (Α΄ Κορινθ. ΙΒ΄, 27) πραγ­ματώνεται  στήν Εὐχαριστία, ὅπου ἐπιτελεῖται ἡ ἐπί τό αὐτό σύναξη τοῦ ἐκκλη­σιαστικοῦ σώματος καί φανεροῦται ἡ ἑνότητα τοῦ Σώματος, ὡς ἑνότητα τῶν μελῶν μεταξύ τους καί συγχρόνως μέ τό Χριστό.
Ἀντίθετα, ἡ ἐκκοσμίκευση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τρόπου ζωῆς εἶναι ἡ ἀπώλεια ἤ ἡ ἀμαύρωση τοῦ πραγματικῶς ζῆν στήν Ἐκκλησία καί διά τῆς Ἐκκλησίας, καί ἡ ὁποία εἴτε προϋποθέτει, εἴτε συνεπάγεται τήν ἀποξένωση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό ἐκκλησιαστικό φρόνημα, τήν ἀπεμπόληση δηλαδή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους, ἤτοι τοῦ ἐκκλησιαστι­κοῦ τρόπου τῆς ὕπαρξης καί τήν διαπότιση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τρόπου τοῦ ζῆν ἀπό τό λεγόμενο κοσμικό φρόνημα, τό ὁποῖο συνεπάγεται ἀτομισμό, ἀποξένωση, ἀπομονωτισμό, ἐσωστρέφεια καί διαφοροποίηση ἀπό τή ζωή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας καί τελικά διάσπαση καί σχίσμα.
Πότε ἡ Ἐκκλησία λειτουργεῖ ἐκκοσμικευμένα ; Ὅταν :
α)  Ἡ Ἐκκλησία ταυτίζεται μέ τή θρησκεία. Ἡ διαφορά μεταξύ Ἐκκλησίας καί θρησκείας εἶναι τεράστια καί σημαντική. Ἡ θρησκεία μιλᾶ γιά ἕναν Θεό ἀπρόσωπο, πού κατευθύνει καί διευθύνει τόν ἄνθρωπο, ὁ  ὁποῖος μέ διάφορες τελετές καί πράξεις προσπαθεῖ νά Τόν ἐξιλεώσει.
Ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ἱκανοποιεῖ τά λεγόμενα θρησκευτι­κά συναισθήματα τῶν ἀνθρώπων.
β)  Ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖται ὡς σύστημα ἰδεο­λογικό καί ὄχι ὡς σχέση ζωῆς καί ὕπαρξης. Τά ἰδεολογικά συστήματα διαπνέονται ἀπό ἀφηρημένες ἰδέες καί ἐμποτίζονται ἀπό τόν ἰδεαλισμό, ὁ ὁποῖος ἔχει τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα ὅλων τῶν ἀνθρωποκεντρικῶν συστημάτων, πού στηρίζονται στή φιλοσοφία καί ἀντιτίθενται στόν ὑλισμό. Οἱ ἰδέες δέν ἔχουν τόσο πολλή σχέση μέ τήν ζωή καί μέ τή μεταμόρ­φωση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἰδεαλισμός καταρτίζεται μέ τήν λογική τοῦ ἀνθρώ­που καί προσφέρεται μέ ἐπιχειρήματα καί ἰδέες. Ἡ Ἐκκλησία δέν λειτουργεῖ ὡς ἰδεολογικός χῶρος. Δέν ἔχει ἁπλῶς μερικές ἰδέες, ἔστω τίς καλύτερες καί τελειότερες, τίς ὁποῖες μπορεῖ νά χρησιμοποιεῖ γιά τήν ἀντίκρουση ἄλλων ἰδεῶν. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τή ζωή, καί μάλιστα τήν ἀληθινή ζωή, πού εἶναι καρπός τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό.  
γ)  Ἡ Ἐκκλησία ὑποβαθμίζεται σέ κοινωνική ὀργάνωση σάν τίς τόσες ἄλλες ὀργανώσεις πού ὑπάρχουν μέσα στήν κοινωνία.
Δυστυχῶς σήμερα ὑπάρχουν κάποιοι πού θεωροῦν τήν Ἐκκλησία ὡς μία ἀναγκαία ὀργάνωση χρήσιμη γιά τήν κοινωνία καί ὁ ρόλος της ἐκτιμᾶται ἀνάλογα πρός τήν κοινωνική χρησιμότητά της καί προσφορά.
Ἄλλοι πάλι, δέχονται τήν Ἐκκλησία ὡς ἕνα διακοσμητικό στοιχεῖο, τό ὁποῖο χρησιμοποιοῦν εἴτε γιά νά λαμπρύνουν κάποιες τελετές εἴτε γιά νά φανεῖ ἡ εὐρύτερη κοινωνική συναίνεση.
Μία τρίτη ὁμάδα εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ταυτίζει τήν Ἐκκλησία μέ τόν θεσμό ἑνός συγκεκριμένου Ἔθνους ἤ ἐθνική ταυτότητα, περιορίζοντας τόν οἰκουμενικό χαρακτῆρα καί τόν ρόλο Της. Αὐτή ἡ ταύτιση εἶναι ἡ γενεσιουργός αἰτία τοῦ συγχρόνου προβλήματος τῆς "ἐκκλησιαστικῆς διασπορᾶς", καί τῆς αὐτοκεφαλίας, γεγονότα τά ὁποῖα ἀποτελοῦν βόμβα στά θεμέλια τῆς ἴδιας τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας.
Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι δυνατόν νά θεωρηθεῖ θεσμός ἀποκλειστικά καί μόνο ἑνός ἔθνους. Δέν μπορεῖ νά περιορίζει τόν ρόλο καί τόν λόγο Της σέ μία συγκεκριμένη ἐθνική ἱστορία καί νά ὑποβαστάζεται ἤ νά ταυτίζεται μέ ἕνα ἔθνος μεμονωμένα, γιατί ἡ ὁποιαδήποτε ἐπαναστατική ἀποτυχία ἑνός ἔθνους δέν μπορεῖ νά συμπαρα­σύρει ἱστορικά  σέ πτώση καί τήν ἴδια τήν Ἐκκλησία.
Ὑπάρχει τέλος καί μία ἄλλη θεώρηση, κατά τήν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία εἶναι χρήσιμη γιά τίς σύγχρονες κοινωνικές ἀνάγκες, σέ τέτοιο σημεῖο, ὥστε νά προσαρ­μόζει τό κήρυγμα καί τή διδασκαλία Της σ’ αὐτές τίς κοινωνικές ἀνάγκες καί μάλιστα ὑπό τό φοβικό σύνδρομο τῆς ἀπόρριψης, ἀποδεχόμενη μέ τόν τρόπο αὐτό κάθε ἀνθρωπολογική κοινωνική ἤ προνοιακή ἀπαίτηση. Οἱ Ἐκκλησίες καί οἱ Ὁμολογίες τῆς Δύσης ἔχουν ὑποκύψει σ’ αὐτόν τόν πειρασμό, γι’ αὐτό καί σήμερα ἔχουν ἐκκοσμικευθεῖ ἐν  ὀνόματι ἑνός φιλελευθερισμοῦ ἤ ἑνός ἀκτιβισμοῦ.

5.  Τί συνεπάγονται ὅλα τά παραπάνω στή σύγχρονη ποιμαντική δράση καί ἐκκλησιαστική πράξη ;               
α)   Ὑπό τήν ἐπίφαση τῆς παραδοσιαρχίας ἤ τῆς ἐσωστρέ­φειας, τοῦ προοδευτισμοῦ ἤ τῆς  ἐξωστρέφειας, καί μέ ἀντίληψη καθαρά  ἐκκοσμι­κευ­μένης νοοτροπίας, ὁδηγοῦν τήν χαρισματική ἱερωσύνη εἴτε στήν εἰκό­να ἑνός προτεσταντικοῦ τύπου εὐσεβισμοῦ (pietismus), ὅπου ἡ ἐξω­τερική ἐμφάνιση καί φορμαλιστική συμπεριφορά ἀποτελοῦν  τήν ἔνδειξη τῆς ἐκκλησιαστικῆς τους παρουσίας, εἴτε στήν εἰκόνα μιᾶς ἱερωσύ­νης δυτικοῦ τύπου, ἡ ὁποία δραστηριοποιεῖται μέσω τοῦ κοινωνικοῦ ἀκτιβι­σμοῦ καί ἡ ὁποία ἐκφράζει μία ἄλλη ἀκόμη πτυχή τῆς  ἐκκοσμίκευσης.
β) Ἡ διάσταση ἀκόμη τῆς φιλανθρωπίας, ὡς κοινωνική πρόνοια, κατανοεῖται ὑπό τούς ὅρους ἑνός φορέως ἤ συστήματος πρόνοιας καί φιλανθρωπίας, ὅπου εἶναι δυνατόν νά λειτουργεῖ ἐρήμην τῆς εὐθύνης τοῦ ἐπισκόπου, ὡς κατεξοχήν ποιμένος καί ὑπευθύνου τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας (πρβλ. Ἀποστολ. Διαταγές 2,27, 4. Ἰουνίου, Ἀπολογία 1,67,69), καί μάλιστα ὑπό τόν τύπον ὄχι τῆς ἐνοριακῆς ὀργάνωσης ἀλλά μιᾶς ἀποκλειστικῆς καί εἰδικῆς δομῆς διενοριακῆς ἤ διεπισκοπικῆς ἄσκησης τῆς φιλανθρωπίας.
Ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι νά κάνει κοσμικές - κοινωνικές δομές, παρόμοιες καί παράλληλες μέ τίς δομές ἑνός κράτους, γιά νά λύσει τά κοινωνικά προβλήματα. Ὁ φιλανθρωπικός ρόλος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι προσω­πικός. Δέν ἀπευθύνεται σέ κατηγορίες ἀνθρώπων, ἀλλά δέχεται τόν κάθε ἄνθρωπο, ὡς πρόσωπο, σεβόμενη τήν ἐλευθερία του. Δέν βασίζεται σέ ἀριθ­μούς, οὔτε ἀξιολογεῖ τό ἔργο της ἀριθμητικά, ὅσο γοητευτικό καί ἐπικοινω­νιακά ἀξιοποιήσιμο καί ἄν εἶναι αὐτό.
γ)  Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὀφείλει νά ἀντισταθεῖ σέ αὐτόν τόν τύπο τῆς φιλανθρωπίας καί νά μήν τόν κάνει αὐτοσκοπό τῆς ἀποστολῆς  καί τῆς δράσης της, γιατί θά χρειαστεῖ χρήματα, τά ὁποῖα θά ἀναζητήσει σέ χώρους ἔξω ἀπό τό ἐνοριακό πλαίσιο, γεγονός τό ὁποῖο θά ἔχει ὡς ἐπακόλουθο μύριες ὅσες ἐξαρτήσεις καί ὑποχωρήσεις, συναλλαγές καί ἀνταλλάγματα, μέ ἀποτέλεσμα στό τέλος νά μήν ὁμοιάζει μέ Ἐκκλησία, ἀλλά μέ ἀνώνυμη ἑταιρεία καί ἐνδεχομένως στά πρόθυρα τῆς πτώχευσης, ἐπιπλέον ἐμφωλεύει ὁ ἄμεσος κίνδυνος νά ἀμαυρώσουμε τήν ἐκκλησιαστική μας ταυτότητα καί τό φρόνημά μας, ἀλλά ἀφοῦ μία νέα τάξη πραγμάτων, μέ νέους οἰκονομικούς παράγοντες καί πρόθυμους χορηγούς, ἐμφανίστηκαν ξαφνικά καί στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας μέ πρόθεση νά συμπαρασταθοῦν στό ἔργο της, χωρίς ὅμως ἡ ἴδια ἡ ποιμαίνουσα Ἐκκλησία νά ἔχει τίς ἀσφαλιστικές ἐκεῖνες δικλεῖδες μέ ἀποτέλεσμα νά κινδυνεύει νά συμπαρασυρθῆ καί νά ἐνδώσει στίς ποικῖλες μορφές προστασίας τους.

6. Ποιές ὅμως εἶναι οἱ αἰτίες, οἱ ὁποῖες ὁδήγησαν τήν ἐκκλησια­στι­κή μας διακονία σέ αὐτή τήν κρίση ταυτότητας;   
Ἡ Ἐκκλησία, μέσα στίς ἴδιες τίς δομές της υἱοθετεῖ πρότυπα ἐξ  ἀντιγραφῆς κοσμικά, μέ σκοπό, εἴτε γιά νά ἐπιβιώσει οἰκονομικά, εἴτε γιά νά ἀνταποκριθεῖ ἀποτελεσματικότερα στίς ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου της. Ὅμως τά ἐξ  ἀντιγραφῆς αὐτά πρότυπα, ἐάν δέν ὁριοθετηθοῦν λειτουργοῦν στό ἴδιο τό σῶμα τοῦ θεσμοῦ ἀλλοτριωτικά, μέ ἀποτέλεσμα ἡ ἐκκλησιαστική διακονία νά πάσχει ἀπό ἔλλειμμα αὐτοκριτικῆς καί πλεόνασμα ἀπολογητικῆς διάθεσης, συνεπάγεται μία ἀπροθυμία νά ὑπερβεῖ τά θεολογικά στερεότυπα καί τά κοινωνικά πρότυπα, ὅσο καί τίς ἐπιμέρους πολιτισμικές, οἰκονομικές καί ἄλλες διαφορές, καί νά ἑνώσει τή φωνή της μέ τίς ἄλλες Ἐκκλησίες στό ὄνομα καί γιά χάρη τοῦ ἀνθρώπου, γιατί διακατέχεται ἀπό  τό φοβικό σύνδρομο τῆς ἐλλειμματικῆς αὐτοπεποίθησης τόσο ὡς πρός τήν πίστη πού ἐκφράζει, ὅσο καί ὡς πρός τήν δυναμικότητα τῆς Ἀλήθειας πού κατέχει. Καί ὅλα αὐτά προκαλοῦνται ἐπειδή ὑπάρχει ὄχι μόνο  μία ὤσμωση πολιτιστική ἀλλά κυρίως μία διάθεση μιμητισμοῦ.

7.  Τέλος, ἕνα ἀπό τά ζητήματα τά ὁποῖα, ἰδίως στό χῶρο τῆς "διασπορᾶς", διατρέχει τόν μεγάλο κίνδυνο τῆς ἀλλοίωσης τῆς λειτουργίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ φρονήματος, εἶναι ἡ συμμετοχή ἤ ἡ ἀξιοποίηση τῶν λαϊκῶν στό ἔργο τῆς ἐκκλησιαστικῆς διακονίας.
   Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἀξιοποίηση τῶν λαϊκῶν στό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας τείνει σήμερα, ὡς προβληματισμός, νά θεωρεῖται κοινοτοπία με­τα­ξύ τῶν Προτεσταντῶν, ἐνῷ γιά τούς Ὀρθοδόξους, στή δεκαετία τοῦ ΄60 καὶ ΄70, ἀπετέλεσε θέμα πρός διερεύνηση. Παρόλες ὅμως τίς μελέτες, τίς εἰσηγήσεις καί τίς ἀναφορές, δέν κατέστη δυνατόν νά δοθοῦν ἀρκετά πει­στι­κὲς ἀπαντήσεις ἤ νά γίνουν ἀξιόλογες προτάσεις, σέ σχέση μέ τίς προσ­δο­κώ­μενες ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς, καί τοῦτο δίκαια, γιατί οὐδέποτε ἀπετέ­λε­σε θέμα πρός συζήτηση, ἀλλά καί οὐδέποτε ἀμφισβητήθηκε ἡ θέση τῶν λαϊκῶν ἤ ὑποβιβάστηκε τό ἔργο καί ἡ παρουσία τους στή ζωὴ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
   Ἡ θέση τῶν λαϊκῶν στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι δεδο­μέ­νη καί ἀπαραίτητη, ὄχι μόνο ὑπό τήν ἔννοια τῆς ἀξιοποίησης τοῦ ἀνθρω­πί­νου δυναμικοῦ, ἀλλά πρωτίστως γιά νά συγκροτηθεῖ ἡ Ἐκκλησία σέ Σῶμα Χριστοῦ, γιά τό λόγο αὐτό καί προτιμῶ τόν ὅρο «συμμετοχή», ἀπό τόν ὅρο «ἀξιοποίηση», ἐπειδή θεωρῶ, ὅτι οἱ λαϊκοί καλοῦνται νά προσφέρουν ἔργο πρός τό ἐκκλησιαστικὸ σῶμα καί ὄχι νὰ «χρησιμοποιηθοῦν» ἀπό αὐτό.
   Οἱ ἀπαιτήσεις ὅμως τῆς σύγχρονης μορφῆς τῶν πολυπολι-τισμικῶν κοινωνιῶν ἐπιβάλλουν μία ἐπαναξιολόγηση ὄχι τόσο τῆς θέσης τῶν λαϊκῶν, ὅσο τῆς ἐπαναδραστηριοποίησης  καὶ τῆς συμμετοχῆς τους στή ζωή τῆς Ὀρθόδοξης  Ἐκκλησίας, μέ βάση πλέον τίς μεθόδους καί τίς ἀρχές τῆς σύγχρονης «θεωρίας τῶν συστημάτων» γιά τή συνέργεια τῶν μελῶν. Οἱ προκλήσεις καί οἱ ποιμαντικές ἀνάγκες ἔχουν ἐπιβεβαιώσει, ὅτι ἡ συμμετοχή τῶν λαϊκῶν διέρχεται κρίση, ἡ ὁποία προβληματίζει καί συγχρόνως δημιουργεῖ μία ἐπιφύλαξη ἀναφορικά μέ τόν τρόπο τῆς ἀφύπνισης καί τῆς ἐνεργοποίησής τους στή συμμετοχική δράση. Χωρίς δηλαδή, νά ὁδηγηθοῦ­με στίς ἀκρότητες ἑνός ἄκρατου φιλελευθερισμοῦ, προτεσταντικοῦ τύπου μέ «ἰδιαίτερες» ἀκτιβιστικές δραστηριότητες (ὀργανώσεις, κινήματα λαϊκά κοινωνικῶν παροχῶν) ἤ ἑνός κληρικοκρατικοῦ - κληρικαλικοῦ συστήματος δυτικοῦ τύπου, μέ ἀντιλήψεις συγκεντρωτισμοῦ, ὅπου ὁ λαϊκός ἁπλᾶ χρησι­μο­ποιεῖται, πρέπει νά ἐπισημάνουμε, ὅτι οἱ λαϊκοί ἀπαιτεῖται νά ἐπαναπο­κτήσουν τή δυνατότητα ἀνάπτυξης πρωτοβουλιῶν ἤ ἐφαρμογῆς τέτοιων ἐπιλογῶν, πού θά ἀποβλέπουν στό γενικότερο καλό τοῦ συνόλου καί ὄχι ἑνός μέρους μόνο.
Γιά τούς λόγους αὐτούς νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητο ὁ προ-βληματισμός μας νά προσανατολιστεῖ στήν ἐπαναξιολόγηση τῆς συμμετο­χῆς καί τῆς δράσης τῶν λαϊκῶν, προκειμένου ἡ ποιμαντική μας διακονία νά ἀνταποκριθεῖ οὐσιαστικότερα στίς ἀπαιτήσεις τῶν συγχρόνων κοινωνιῶν, μέ βάση ὅμως τίς ἀρχές καί τίς προϋποθέσεις τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησιολογίας, γιατί ὅλα αὐτά εἶναι δεδομένα καί διαχρονικά καί δέν μεταβάλλονται μέ τίς ἐποχές.
Αὐτό λοιπόν τό ὁποῖο ὀφείλουμε νά ἐπιχειρή­σου­με εἶναι, ἡ διερεύνηση τοῦ θέματός μας νά στηρίζεται σέ δύο βασικά θεολογικά στοιχεῖα, τά ὁποῖα καί καθορίζουν τό πλαίσιο τῶν ποι­μαν­τικῶν ἀλλαγῶν καί ἀναθεωρήσεων, ἂν καί πολλές φορές παραθεω­ροῦνται ἀκόμη καί ἀπό ἐμᾶς τούς κληρικούς˙ καί στή συνέχεια θά ὑποδεί­ξου­με τίς πρωτοβουλίες ἐκεῖνες, τίς ὁποῖες θεωροῦμε ὡς ἀναγκαῖες, προκει­μέ­νου ἡ ποιμαντική μας διακονία νά ἔχει θετικά ἀποτελέσματα, χωρίς νά διατρέχουμε τόν κίνδυνο τῆς ἐκκοσμικευμένης ἀπομίμησης.
   Πρῶτον, οἱ λαϊκοί ἀποτελοῦν δομικό στοιχεῖο τῆς Ἐκκλη­σίας. Τί σημαίνει πιό συγκεκριμένα αὐτό, ὅτι δηλαδή τό λεγόμενο λαϊκό στοιχεῖο τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ βασικό στοιχεῖο τῆς δομῆς τῆς Ἐκκλησίας καί ἕνα ἀπό τά στοιχεῖα ἐκεῖνα, τά ὁποῖα προδιορίζουν τήν ταυτότητά Της;
   Ὅπως δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει Θεία Εὐχαριστία χωρίς λαό, ἔτσι δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει καί Ἐκκλησία χωρίς λαϊκούς.
Ἡ σύνδεση τῆς ἰδιότητας τοῦ λαϊκοῦ μέ τήν Εὐχαριστία εἶ­ναι ὁ μόνος τρόπος γιά νά ὁρίσουμε τήν ἔννοια αὐτή καθαυτή καί νά τήν δια­φοροποιήσουμε ἀπό ὁποιαδήποτε ἄλλη ἔννοια «κοσμικοῦ». Ὁ λαϊκός ἔχει τή δική του χειροτονία, πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τό Χρῖσμα, ἔστω κι ἂν αὐτό σήμερα ἔχει λησμονηθεῖ. Τόσο οἱ λειτουργικές μαρτυρίες, ὅσο καί οἱ πατερικές ἀναφορές μᾶς πληροφοροῦν, ὅτι ὁ λαϊκὸς κατελάμβανε τόν οἰ­κεῖο τόπο στήν εὐχαριστιακή σύναξη καί αὐτό εἶναι πού τόν καθιστοῦσε ἀλλά καί τόν διέκρινε ὡς λαϊκό, μέ τήν ἐκκλησιαστική ἔννοια τοῦ ὅρου, καὶ τοῦ ἔδινε τό δικαίωμα τῆς συμμετοχῆς του ἀκόμα καί στήν «διοίκηση» τῆς Ἐκκλησίας.
   Ἡ σύνδεση ὅμως αὐτή  διαφωτίζει καί τό νόημα πού ἔχουν, τόσο τό λειτούργημα τοῦ κληρικοῦ, μέ τούς βαθμούς τῆς ἱερωσύνης (τοῦ ἐπισκόπου, τοῦ πρεσβυτέρου καί τοῦ διακόνου), ὅσο καί τά λοιπά λειτουρ­γήματα. Τά δύο λειτουργήματα, τοῦ κληρικοῦ καί τοῦ λαϊκοῦ, χαρακτηρί­ζονται ὡς δομικά καί προέρχονται «ἐκ τῆς χειροτονίας», διαφοροποιοῦνται δέ ἀπό τά ἄλλα, τά μή δομικά, τά ὁποῖα προέρχονται «ἐκ τῆς χειροθεσίας» καί τά ὁποῖα θά μπορούσαμε νά τά χαρακτηρίσουμε ὡς «ἱστορικά» λειτουργήματα. Τά χαρίσματα αὐτά, ἂν καί δέν εἶναι μόνιμα, ἐντούτοις ἡ Ἐκκλησία τά υἱοθετεῖ καί ὅταν τά θεωρεῖ ἀπαραίτητα, δέν διστάζει νά τά ἐνεργοποιήσει, μέ μιά καί μοναδική προϋπόθεση, ὅτι οἱ φορεῖς τους «κατέχουν» ἤδη τό λειτούργημα τοῦ λαϊκοῦ.
   Δεύτερον, ἡ διάκριση αὐτή τῶν χαρισμάτων πρέπει νά ἐπισημά­νουμε, ὅτι εἶναι διάκριση «λειτουργική» καί μόνο, ἐνῷ ἀπορρίπτεται κάθε ἄλλη ἀντίληψη ἀξιολογικῆς διαφορᾶς. Τά ποικίλα χαρίσματα λειτουργοῦν χωρίς νά διαταράσσουν τήν ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Τό γεγονός αὐτό συνεπάγεται, ὅτι καί οἱ λαϊκοί ἀποτελοῦν τάξη χαρισματού­χων, τούς ὁποίους βέβαια κανείς δέν μπορεῖ νά ἐξαιρέσει, ὅταν μάλιστα μαζί μέ ὅλα τά ἄλλα χαρίσματα λειτουργοῦν σωστά, ὅταν δηλαδὴ εἶναι ἀπόλυτα, ἰσότιμα καί περιεκτικά ἀλλήλων.
   Ἕνα ἐκκλησιαστικό σῶμα πού θέλει νά λειτουργεῖ ὑγιῶς δέν ἀξιοποιεῖ ἁπλῶς ὅλα τά μέλη του, ἀλλά ἐπιτρέπει καί βοηθᾶ ὅλα τά μέλη του νά συλλειτουργοῦν σέ ὅλες τίς πτυχές τῆς ζωῆς αὐτοῦ τοῦ σώμα­τος. Σέ μία τέτοια κοινωνία δέν εἶναι δυνατόν νά κυριαρχεῖ ἡ ἀντίληψη γιά μία παθητική παρουσία τοῦ λαοῦ στή δράση καί ζωή τῆς ἐνορίας, γιατί ἀφενός δέν μπορεῖ στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας νά βιωθεῖ ἕνα γεγονός κοινωνίας, τό ὁποῖο δέν βιώνεται πρωτίστως στή λατρεία της, καί ἀφετέρου ὅ,τι ἀποτελεῖ καθημερινή ἐμπειρία καί δράση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, πρέπει νά ἔχει τήν ἀναφορά του πρώτιστα στή λατρεία. Αὐτό συνεπάγεται ὅτι ἡ ὁποια­δήποτε ἐνοριακή δραστηριότητα, πρέπει νά ἀποτελεῖ προέκταση ἀλλά καί συνεπαγωγή τῆς σύναξης «ἐπί τό αὐτό».
   Ἔτσι λοιπόν, κάθε τί, τό ὁποῖο κινεῖται ἔξω ἀπό τά ἐνοριακά πλαίσια ἢ τείνει νά αὐτονομηθεῖ ἀπό αὐτά, διατρέχει τόν κίνδυνο νά δραστηριοποιεῖται μέ κριτήρια κοσμικά καί τελικά νά εἰσαγάγει ὅρους καί ἀρχές μιᾶς ἐκκοσμικευμένης ἀντίληψης τῆς συμμετοχῆς του. Πῶς λοιπόν εἶναι δυνατόν νά ξεπεράσουμε αὐτές τίς ἐπικίνδυνες ἀλλοτριώσεις.
   α) Ἡ Ἐκκλησία, ἐκτός τῆς Θείας Εὐχαριστίας διαθέτει καί πολλά ἄλλα χαρισματικά στοιχεῖα, πού τή συνιστοῦν, ἐννοῶ τὰ «ἐκ τῆς χειροθεσίας», τά «ἱστορικά» λεγόμενα λειτουργήματα, τά ὁποῖα δέν «ἀγ­νοεῖ». Αὐτό θά ἦταν σοβαρό λάθος. Ἀντίθετα τά χρησιμοποιεῖ καί τά προ­βάλ­λει, κάποιες φορές, περισσότερο καί ἀπό αὐτό τοῦ λαϊκοῦ, τά χρησιμο­ποιεῖ δέ μέ τή βασική προϋπόθεση ὅτι καί αὐτά ἀκόμη διέρχονται μέσα ἀπό αὐτήν, δηλαδὴ ἐκκλησιοποιοῦνται, ἀφοῦ περνοῦν ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Ἐπισκόπου, ὡς «τοῦ προεστῶτος τῆς συνάξεως». 
Ἡ ἀναφορά ὅλων καί γιά ὅλα στόν Ἐπίσκοπο δέν εἶναι μιά ἁπλή ἀναφορά σέ ἕνα ἄτομο, ἀλλά τελικά στό ἴδιο τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, ἄλλως ὅ,τι εἶναι ἔξω ἀπό αὐτή τήν εὐχαριστιακή θεώρηση εἶναι γεγονός ἀτομικό, χωρίς κάποια εὐχαριστιακή, δηλαδή ἐκκλησιαστική λειτουργικό­τητα καί ἀναφορά.
Γιά παράδειγμα ἡ λειτουργία τῶν ἐνοριακῶν συνάξεων ἢ κληρικολαϊκῶν συνελεύσεων δέν εἶναι ξένη πρός τή παράδοση, ἀρκεῖ νά μήν ἀντιλαμβάνονται τόσο οἱ κληρικοί ὅσο καί οἱ λαϊκοί, τὴ παρουσία τους σ’ αὐτές μέ τό στενά νομικίστικο-δικανικό πνεῦμα, τό ὁποῖο ἐκφράζεται μέ­σα ἀπό δικαιώματα, καθήκοντα, ψηφοφορία ἢ ὁποιαδήποτε ἄλλα κοσμικά κατηγορήματα καί ἐπίσης νά μήν θεωροῦν, ὅτι ἐνεργοῦν ἐρήμην τοῦ ὀνόματος τοῦ ἐπισκόπου τους.
   Οἱ συνελεύσεις αὐτές, ὡς συνέχεια τῆς συλλειτουργίας κλήρου καί λαοῦ, πρέπει νά «βοηθοῦν» τά «ἱστορικά» λεγόμενα χαρίσματα νά «ἀνακαλύψουν», μέ κέντρο τή ζωή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, τό ἰδιαίτερο χάρισμα καί τήν κλήση τους ἀλλά καί τή δράση τους, ὥστε προσφερόμενα νά ἑνωθοῦν μέ τά «δῶρα» καί τίς κλήσεις τῶν ἄλλων μελῶν, μέ σκοπό τήν ἑνότητα καί οἰκοδομή τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας.
   β) Κέντρο τῆς συμμετοχικῆς δράσης τῶν λαϊκῶν πρέπει νά εἶναι ἡ ἐνορία, μέ τόν ἐπισκοποκεντρικὸ της χαρακτῆρα, ὡς προέκταση δηλαδὴ τῆς Εὐχαριστίας ὑπό τόν Ἐπίσκοπο, μέ ὅ,τι αὐτό συνεπάγεται, καί ἡ ὁποία ὀφείλει νά ἔχει ὡς ἀντικείμενο τῆς δράσης της τήν ἀνάπτυξη τοῦ ἐνοριακοῦ ἔργου.
   Ἡ ἐνορία δηλαδή ὀφείλει νά ξαναβρεῖ τόν σωστό ὁρίζον­τα τῆς ποιμαντικῆς της δραστηριοποίησης μέ τήν ἀξιοποίηση τῶν συγχρό­νων μέσων καί δυνατοτήτων, τοῦ ἀνθρωπίνου δυναμικοῦ καί τῶν ἀνθρω­πί­νων πόρων, εἰκονίζουσα μέ τόν τρόπο αὐτό τήν ἑνότητα μέσα ἀπό τήν ποικιλομορφία καί τή διάκριση τῶν χαρισμάτων. Τά ἐπιτεύγματα, πού ἡ σύγχρονη «θεωρία τῶν συστημάτων» περιγράφει ὡς δυναμική συνέργεια τῶν μελῶν, ὥστε τό σύνολο νά εἶναι λειτουργικότερο ἀπό τό ἄθροισμα τῶν ἐπί μέρους, ἐπιζητεῖται σήμερα, ὄχι ὡς φυσικό γεγονός ἢ μέγεθος ἀλλ᾿ ὡς ἐκπλήρωση τῆς χαρισματικῆς ἑνότητας μέσα στήν Ἐκκλησία.

   8. Μέσα λοιπόν σ᾿ αὐτά τά θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά δεδομένα καί μόνο, θεωρῶ, ὅτι εἶναι δυνατή μία ἐπαναξιολόγηση τῆς συμμετοχῆς τῶν λαϊκῶν.
   Τί σημαίνουν ὅμως ὅλα τά προηγούμενα;
   α) Ἡ ἐνορία ξαναβρίσκει τόν κεντρικό της χαρακτῆρα, γίνε­ται τό κέντρο τῆς ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, σημεῖο ἀναφορᾶς, δηλαδή κοινότητα, ἐνῶ εἶναι δυνατόν νά ἐφαρμόζει καί δύο βασικές κοινω­νιο­λογικές ἀρχές: τήν ἀρχή τῆς συμπληρωματικότητας τῶν φορέων καί τῶν χαρισμάτων, στά πλαίσια τῆς τοπικότητας.
   β) Ἡ ἐνορία, στό χῶρο τῆς δράσης μιᾶς τοπικῆς κοινωνίας καθίσταται ρυθμιστής καί συντονιστής ὅλων τῶν δραστηριοτήτων της, καί ὑπερβαίνει κάθε νοοτροπία ἱδρυματικῆς ἀντιμετώπισης τῶν ποιμαντικῶν προκλήσεων, ἐνῷ ἀξιοποιεῖ καί τήν ἀναπτυξιακή δυναμική της, στά πλαίσια μάλιστα τῶν συγχρόνων ἀρχῶν τῆς ἐπένδυσης καί τῆς διεύρυνσης.
   γ) Ὁ ποιμένας, «ἐν ὀνόματι» τοῦ Ἐπισκόπου, καλεῖ σέ συνεργασία καί ἄλλες ἐνορίες ἢ καί ἄλλους «χαρισματικούς φορεῖς» τῆς ἐνορίας, προκειμένου, μέσα ἀπό τή δυναμική συνέργεια τῶν μελῶν καί τή συμπληρωματικότητα τῶν χαρισματικῶν δράσεων, νά ὑπάρξει μιά θετικό­τε­ρη καί ἀποτελεσματικότερη δράση. Στήν ἐνοριακή αὐτή συμμετοχή τῶν χαρισματικῶν μελῶν κανένας δέν εἶναι αὐτάρκης καί κανένας δὲν περισ­σεύει, ὅλοι καλοῦνται νά ὑπηρετήσουν καί νά διακονήσουν, ἔστω καί ἐπι­κου­ρι­κά, τό ἔργο τῆς ἐνορίας καί μάλιστα μέσα ἀπό τήν ἐξειδικευμένη δρά­ση τους, ἀξιοποιώντας ὅλα τά «εἰδικά» χαρίσματά τους.
   δ) Μέ τή συνέργεια αὐτή τῶν ποικίλων χαρισματικῶν φο­ρέων ἐπιβεβαιώνεται ἡ ἑτερότητα, ἐπιτυγχάνεται ἡ κοινωνία καί ἀναδει­κνύεται ἡ ἐλευθερία τῆς θέλησης τῶν φορέων, χωρίς τήν ἄμβλυνση τῶν διανοητικῶν λειτουργιῶν τῆς ἐγρήγορσης καί τῆς αὐτοσυνειδησίας τῶν φορέων, ἐνῷ τό ὁποιοδήποτε «χάρισμα» γίνεται μέρος τῆς ἐνοριακῆς ταυτό­τη­τας καί συγχρόνως ἀποδυναμοῦται κάθε τάση ἀτομικιστικῆς θεώρησης ἢ χρήσης του.
   ε) Ἡ ἀποδοτικότερη λειτουργία αὐτοῦ τοῦ τρόπου συμ­μετοχῆς τῶν χαρισματικῶν μελῶν τῆς ἐνορίας ἀπαιτεῖ ὡς ἀπαραίτητη προϋπόθεση, τήν ὕπαρξη μιᾶς ἐνορίας ὄχι πληθωριστικοῦ τύπου, ὅσον ἀφορᾶ τόν «ἀριθμό» τῶν ἐνοριτῶν, ὁ ὁποῖος μάλιστα στίς μέρες μας αὐξά­νει καρκινικά, κατά γεωμετρική πρόοδο, καί ἡ ὁποία τελικά διαβρώνει καταστροφικά καί αὐτό ἀκόμη τό κέντρο, ἀλλά μιᾶς ἐνορίας, μέ ὅσο τό δυνατό ὀλιγάριθμο ποίμνιο, ὅπου ὁ ποιμένας γινώσκει τά σά καί γινώσκεται ὑπό τῶν σῶν. Ἄλλωστε τό μικρό ποίμνιο, ἤδη ἀπό τούς ἀποστολικούς χρόνους δέν θεωρεῖται προβληματικό (Λουκ.ιβ’,22), ἀντίθετα μάλιστα βοηθᾶ στήν ἐφαρμογή μιᾶς διακριτικῆς ποιμαντικῆς καί μιᾶς διαφοροποιη­μένης καί ἐξειδικευμένης ἀντιμετώπισης τῶν ποιμαντικῶν προβλημάτων, σήμερα μάλιστα, στόν αἰῶνα τῆς ἐξειδίκευσης τῶν εἰδικοτήτων καί τοῦ πλουραλισμοῦ τῶν δράσεων.
   στ) Ἡ ἀξιοποίηση τοῦ ἀνθρώπινου δυναμικοῦ καί τῶν ἀνθρωπίνων πόρων, στά πλαίσια μιᾶς ἐνοριακῆς δραστηριότητας, χαρα­κτη­ρίζεται ὡς γνωστόν, ἀπό τό στοιχεῖο τοῦ ἐθελοντισμοῦ. Ὁ ἐθελοντισμός ἀποτελεῖ τό οὐσιαστικό περιεχόμενο τῆς ποιμαντικῆς διακονίας τῆς Ἐκκλησίας καί χαρακτηρίζει ἀπόλυτα ὁλόκληρη τήν ἐνοριακή ζωή καί δράση. Θά πρέπει ὅμως στό σημεῖο αὐτό νά κάνουμε τήν ἑξῆς βασική διευκρίνιση. Ὁ ἐκκλησιαστικός ἐθελοντισμός, στά πλαίσια τῆς ἐνορίας δέν νοεῖται ὡς ἀτίμητη καί ἀζημίωτη προσφορά ἔργου, ἀλλά κυρίως καί πρωτίστως ὡς ἐκδήλωση καί δράση ἀπροσωπόληπτης καί ἀνιδιοτελοῦς προσφορᾶς. Αὐτό ἄλλωστε ἀποτελεῖ καί τήν εἰδοποιό διαφορά τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό ὁποιοδήποτε ἄλλο προσφερόμενο κοινωνικό ἔργο ἄλλου φορέα.
   Ἡ ἐθελοντικὴ αὐτή προσφορά, στή γλῶσσα τῆς Ἐκκλη­σίας, ἑρμηνεύεται ὡς ἀγαπητική ἔκσταση καί ἑκούσια θυσιαστική προσ­φορά τῶν χαρισματικῶν μελῶν-φορέων, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ὑπέρβαση κάθε μορφῆς φίλαυτης συμπεριφορᾶς καί εὐδαιμονισμοῦ, χρησι­μο­θηρικοῦ τύπου. Ὡς περιεχόμενό του ὁ ἐθελοντισμός αὐτός ἐμπεριέχει τό σεβασμό καί τήν ἀποδοχή τοῦ ἄλλου, ὄχι ὑπό προϋποθέσεις, ἀλλά ἔτσι ὅπως εἶναι καί τελικά γι᾿ αὐτό πού εἶναι ἀπροϋπόθετα.
   Ἡ πολύ σημαντική αὐτή ἔννοια τοῦ ἐθελοντισμοῦ ἔχει καί κάποιες ἄλλες σημαν­τικές συνέπειες. Σημαίνει, ὅτι ἡ Ἐκκλησία σέβεται τήν ἐλευθερία ἀκόμα καί τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Τόν σέβεται κυρίως ὡς πρόσωπο, ἐνῷ συγχρόνως καταπολε­μᾶ τήν αἰτία τῆς ἁμαρτωλότητάς του, παρέχουσα ἀπροσωπό­ληπτα κάθε δυνατότητα πρός μετάνοιαν, «οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τόν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σώσω τόν κόσμον» (Ἰωάν. ιβ΄, 47). Ἐπίσης, χωρίς νά δεσμεύεται ἀπό προκαταλήψεις ἢ νά δεσμεύει ἰδεοληπτικά, διακηρύσσει, ὅτι « τόν ἐρχόμενον πρός μέ οὐ μή ἐκβάλω ἔξω»( Ἰωάν.στ΄, 37). Τέλος, ὁ σεβασμὸς στήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ἀφήνει στό λήπτη τελικά τῆς δωρεᾶς τή δυνατότητα πρός ζωή ἢ πρός θάνατο, ἐνῶ ὁ ἴδιος ὁ ἁμαρτωλός καλεῖται νά γίνει «ἐν μετανοίᾳ» μέτοχος τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι ὄργανό Της. Ἐὰν ἡ θέση αὐτή ἠχεῖ παράξενα στίς προκαταλήψεις κάποιων «καθαρῶν», τότε δίκαια καί ἡ φράση τοῦ Χριστοῦ, ὅτι «οἱ τελώναι καί αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ματθ. κα΄,31) ἀπετέλεσε αἰτία σκανδαλισμοῦ.
   Ὅλα τά παραπάνω ἀποτελοῦν μερικές μόνο πτυχές τοῦ θέματος, ἐνῶ προσπάθησα νά θίξω καί νά σκιαγραφήσω τίς σημαντικό­τερες προκλήσεις πού ἐγείρει ἐνώπιόν μας τό ὅλο ζήτημα, χωρίς νά ἐπεκταθῶ σέ πρακτικές συνέπειες ἢ σέ ἐξειδικευμένες ἐφαρμογές τῆς πολυδιάστατης συμμετοχῆς τῶν λαϊκῶν στό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας.
   Ἄν ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνταποκριθεῖ στίς προκλήσεις τῆς ἐποχῆς καί ἀξιοποιήσει τή συμμετοχή τοῦ λαϊκοῦ της στοιχείου, μέ βάση καί πυξίδα τίς ἀρχές τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας, θά δικαιώσει τήν ἀποστολή Της στόν σύγχρονο κόσμο, χωρίς νά διατρέχει τόν κίνδυνο νά ὁδηγηθεῖ σέ μία μορφή ἐκκοσμικευμένης ἀλλοτρίωσης.
Ἡ ἐκκλησιαστική διακονία μπορεῖ νά ἀντιδράσει. Τώρα δέ πού εἶναι ἀκόμη νωρίς, νά θέσει μέ βάση τό σεβασμό πρός τήν κανονική παράδοσή της, ὅρους καί προϋποθέσεις, ὄχι μόνο  συνεργασιῶν ἀλλά καί υἱοθέτησης προτύπων. Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνέκαθεν δημιούργησε πολιτισμό, προβάλλουσα αἰώνιες πνευματικές ἀρχές καί ὄχι ταυτιζόμενη μέ ἐφήμερες κοσμικές δυνάμεις. Τέτοιες βασικές καί θεμελιώδεις ἀρχές εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ ἐλευθερία, ἡ ἀκεραιότητα καί ἡ μοναδικότητα τοῦ κάθε προσώπου. Ἡ ὁλότητα καί ὁ σεβασμός τοῦ σώματος καί τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καί ὅλα ὅσα συναφῆ πρός αὐτά ἐκφράζουν τόν πολιτισμό ἑνός λαοῦ. Γι’ αὐτό καί ἔχει χρέος ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία νά πάρει συγκεκριμένη θέση καί ἀνάλογη στάση, ὡς πρός τούς κινδύνους πού ἐγκυμονεῖ ἡ  παγκοσμιοποιημένη μορφή τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ, μέσα στόν ὁποῖον ἡ ἀτομοκρατία, ὁ εὐδαιμονισμός, ἡ χρησιμοθηρία καί ἡ λογικοκρατία συγκροτοῦν τήν μορφή του καί ἀπό τά ὁποῖα ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος κινδυνεύει ὑπαρξιακά, ἐνῶ τείνει νά ἀλλοιωθεῖ καί τό ἐκκλησιαστικό της φρόνημα.
Μόνο μία Ὀρθοδοξία ζωντανή, ἀνοικτή, πού δέχεται μέ στοργή καί ἀγάπη ὅλους, πού ζῆ μέ τήν αἴσθηση τῆς καθολικῆς εὐθύνης της στόν ἑνοποιούμενο σύγχρονο κόσμο μπορεῖ νά διατηρήσει τό ἐκκλησια­στικό της φρόνημα ἀνόθευτο καί ἀναλλοίωτο, ἀπό τίς ποικίλες μορφές τῆς παγκοσμιοποίησης καί τῆς ἐκκοσμίκευσης, διότι μόνον ὅταν ἕνα σῶμα εἶναι δυνατό, ὑγιές καί ἀκμαῖο μπορεῖ εὐκολότερα νά ἀπορρίψει κάθε τι ξένο πού ἐπιδιώκει νά τό ἀλλοιώσει, ἐνῷ μέ ταχύτερους ρυθμούς μπορεῖ νά ἐπουλώσει καί τίς κατά καιρούς πληγές του.
Κριτήριο ὅλων τῶν πράξεών μας θά πρέπει νά εἶναι ἡ ἐκκλησιαστικότητά μας, ὅλων ἐκείνων δηλαδή πού φρονοῦμε ὡς ἐμπειρική βίωση στό ἐκκλησιαστικό  γεγονός ἐνῶ ἀποστολή μας θά πρέπει νά εἶναι ἡ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου σέ Ἐκκλησία καί ὄχι τό ἀντίστροφο.
Αὐτό εἶναι τό μοναδικό καί ἱερό χρέος μας ὡς ποιμένων σέ ἕναν κόσμο συνεχῶς μεταβαλλόμενο, παγκοσμιοποιημένο καί συνεχῶς ἐκκοσμικευμένο, ἀλλοιῶς ἡ καθημερινότητά μας, οἱ ἀποφάσεις μας καί ἡ διακονία μας θά ἐπιβεβαιώνει ὅτι "ὁ βασιλιᾶς θά εἶναι γυμνός καί στηρίζεται σέ γυάλινα πόδια".        
                            
------------------------------------------------
[Εικαστικά σχόλια στο κείμενο: Έργα του ζωγράφου ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΠΟΚΟΡΟΥ]

"ΧΡΥΣΗ (Σ)ΤΡΟΦΗ"!

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΕΡΡΑΣ


KΑΙ πάλι μπράβο σας, λιτοί και άποροι Νεοζακυνθινοί. 

ΞΕΠΟΥΛΗΣΤΕ, όπου-όπου, την ψυχή και τη συνείδησή σας, την ελεύθερή σας βούληση και την αδέσμευτη έκφρασή σας, την υπόληψη, την τσίπα, την τιμή σας..., για ένα δείπνο χαύνωσης -ή σταύρωσης- στου Καραγκιόζη τη σκηνή! Έτσι, το χέρι σας απλώνοντας θ' αντέξετε θαυμάσια την Κρίση και της μεγάλης Πλάνης το σαρκίο να σωθεί!

ΤΡΑΦΕΙΤΕ μες στη νύχτα με της Λύπης και του Μίσους τα δωρήματα, με μαύρου κόσμου ή του Χάους τα γεννήματα, με ξένης πλάσης τ' απορρίμματα... - και για τον δρόμο της φυσής ή για την κλίση στην παγίδα της στροφής περήφανοι ξημερωθείτε!

[Εικαστικό σχόλιο: Ο Κρόνος, δια χειρός Goya]

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Διονύση Σέρρα: ΜΑΧΗΤΕΣ (ποίημα)


"Ποτέ από το χρέος μη κινούντες"
Κ. Π. Καβάφης

Τώρα κ'  εμείς 
εδώ 

στις ανοιχτές (στη δύση) Πύλες μας 
ή στις γραμμές 
της απειλής και της εξόδου 

πάλι σε νιώθουμε του χρέους Ποιητή 
μ' οπλίτες άλλους να μετράς 
(σαν της Ανάγκης μαχητές) 
πλάνης ταγούς και άφεσης πολίτες - 

όλους κλητούς κι ομόλογους 
στο μέτωπο της Αγοράς 
μέσα στης διάβρωσης τα τείχη - 

όλους μαζί 
για φως αυγής 
σε σώμα νίκης (με θυσίες) στρατευμένους - 

"πλην Λακεδαιμονίων, φυσικά". 

Ζάκυνθος 

[Πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Οδός Πανός, Σεπτέμβριος - Δεκέμβριος 2012, σ. 97. 
Εικαστικός σχολιασμός: Skrik, Edvard Munch]

Μανόλη Γ. Σέργη: ΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ «ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥΡΓΟΥ» ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ Γ. ΜΑΛΑΚΗ (1823-1898)


[Από τον Τιμητικό Τόμο "Φιόρα τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Συνετό", Ζάκυνθος 2009, σ. 865-888]

Βιογραφικά

Ο Σπυρίδων Μαλάκης (εφεξής: Σ.Μ.) γεννήθηκε στο Αργοστόλι της Κεφαλληνίας (κατά πάσαν πιθανότητα) το 1823. Ο ίδιος αναφέρει ότι στις 18 Οκτωβρίου 1842, χρονολογία-σταθμό για τον εκκλησιαστικό βίο του νησιού του[1], «ήγε το 19ο της εφήβου ακμαίας ηλικίας» του[2]. Σε άλλο σημείο του ίδιου πονήματός του δηλώνει «εννεαετής την ηλικίαν», όταν το 1831 ο Ιω. Μεταξάς, επί τη αναγγελία της δολοφονίας του κυβερνήτη Καποδίστρια, απήγγειλε εις επήκοον πολλών ομοφρονούντων του αντικαποδιστριακών και του (νεαρού τότε) Μαλάκη τον «Μονόλογο ενός των δύο τυραννοκτόνων Μαυρομιχαλαίων»[3] του Αλ. Σούτσου.

Το 1863, σε ηλικία 40 ετών, ωριμότερος ποιητικά, κρίνων εαυτόν και το μέχρι τότε ποιητικό του έργο, δηλώνει στον Πρόλογο του στιχουργήματός του Οι τάφοι της Αργολίδος (βλ. γι’ αυτό παρακάτω αναλυτικά) «… άμοιρος τακτικής παιδεύσεως, μόλις την σειράν της αλληλοδιδακτικής μεθόδου διέτριψα εις την μικράν κοινωνίαν όπου εγεννήθην. Η ‘‘ΑΝΑΓΚΗ’’ μοι προσέφερεν, αντί της λύρας του Απόλλωνος και της Τερψιχόρης, τον Πρίωνα του Δαιδάλου…», και προειδοποιεί το κοινό ότι δεν πρέπει να αναμένει απ’ αυτόν «ούτε την υψηπέτη και δαιμόνιον φαντασίαν του Σολωμού, ούτε το Ανακρεόντιον του Αθ. Χριστοπούλου, ούτε το βροντώδες και εύηχον του Αριστ. Βαλαωρίτου, ούτε το θελκτικόν και γλυκύ του Ιωάννου Βιλαρά, ούτε το αφελές και μελίρρυτον του Ζαλοκώστου», αλλά να είναι απέναντί του «ανεκτικόν, επιεικές και συμπαθητικόν»[4].

Άσκησε από νεαρή ηλικία με επιτυχία τη λεπτουργική τέχνη. Άνδρας φιλοπρόοδος, επαναστάτης το φρόνημα, αναμείχθηκε ενωρίς στα του ριζοσπαστισμού της πατρίδος του. Για την επαναστατική του δράση, αλλά και για την πολεμική του κατά της αγγλικής κυριαρχίας - μέσω της καυστικής ποιήσεώς του, όπως αναλύω διεξοδικά παρακάτω - υπέστη πολλές διώξεις[5]. Συγκεκριμένα, το 1850, όταν δημοσίευσε το στιχούργημά του Αι ημέραι του Στρατοδικείου. Αναμνήσεις των μαρτυρίων των Κεφαλλήνων συνταχθείσα κατά τους μήνας Δεκέμβριον και Ιανουάριον του 1849 και 1850 συνελήφθη και εφυλακίσθη επί 18μηνο στις φυλακές της Κέρκυρας. Την ίδια ακριβώς τύχη είχε όταν κυκλοφορήθηκε το αντιστασιακό του στιχούργημα Η σκιά της Κεφαλληνίας προς τον αρμοστήν Ουάρδον περιοδεύοντα την Επτάνησον εν έτει 1851[6]. Έλαβε επίσης ενεργό μέρος στην αντιοθωνική εξέγερση του 1862 και τραυματίστηκε σε κάποια μάχη, όπως μας αφήνει να εννοήσουμε στις παρακάτω στροφές από την Πρωτομαγιά του, του 1864:

(…)
Εις τα τερπνά του Κηφισού πάμε περιβολάκια
Οπ’ έχουνε πυκναίς ισκαίς,
Που πέφτουν φύλλ’ από μοσκαίς
Κι’ από τριανταφυλλάκια.

Εκεί θα γιατρευθ’ η πληγή οπού ’ς την Αργολίδα
Έλαβα ’ς την αδελφική
Σύγκρουσι τη θανατική,
Φως μου, για την πατρίδα[7].

Εξελέγη μέλος του υπέρ της Ιταλίας κομιτάτου και εστάλη στην Ιταλία για να κομίσει προς τον Γαριβάλδι και τον Βίκτωρα Εμμανουήλ επιστολές, όπως φαίνεται από το κεφάλαιο «Η κατά τον Μάιον του έτους 1862 αποστολή μου εις Ιταλίαν και τα προκαλέσαντα αυτήν αίτια», που καταχωρίζει στα Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας[8]. Εδημοσίευσε μάλιστα εκείνη την περίοδο και Ωδή εις την Ιταλίαν…, ενθουσιασμένος από τον ιταλικό αγώνα και τα αποτελέσματά του[9]. Το 1859 εγκατεστάθη μονίμως στην Αθήνα, όπου εγνώρισε εκ του σύνεγγυς τον Αλέξανδρο Σούτσο, η επίδραση του οποίου στο έργο του είναι επιστημονικά αποδεδειγμένη[10]. Την πρώτη περίοδο της Αθηναϊκής Σχολής (1830-1850), αλλά και τους πρώτους της δεύτερης (1850-1880) οι αδελφοί Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσοι μεσουρανούν στο ποιητικό στερέωμα του Βασιλείου, γίνονται ο «ποιητικός κανόνας», επιβάλλουν σε πολλούς λογίους το προσωπικό τους ύφος. Σημειώνει ο Παλαμάς: «Δεν υπάρχει ποιητής πλην του Σολωμού και των εκ του Σολωμού, εις το άσμα του οποίου δεν ευρίσκεται αμυδρότερον ή ζωηρότερον, μία κάποια απήχησις και ανάπλασις της ποιήσεως, καθώς την ηθέλησεν ο Σούτσος. Οι επισημότεροι των εν Αθήναις και Βυζαντίω σουτσίζουν, ποίος πολύ, ποίος ολίγον»[11]. Για τον Σ.Μ. ο Αλέξανδρος Σούτσος ήταν ο επαναστάτης ποιητής, ο ασυμβίβαστος, ο καταδιωγμένος για τις ιδέες του και τους αγώνες του, αφού όντως ο φαναριώτης ποιητής είχε ενεργό πολιτική δράση, με κορυφαίες ίσως στιγμές της αυτές του 1843, τη δράση του κατά την περίοδο της διαμάχης περί αυτοχθονιστών-ετεροχθονιστών[12], τις διώξεις του, τις εναντίον του οχλοκρατικές εκδηλώσεις, την καύση των ποιημάτων του, κ.λπ.[13], για τα οποία έγινε υπόδειγμα δυναμικής παρέμβασης λογίου στην πολιτική ζωή.
Ο Σ. Μ. απεβίωσε στην Αθήνα το 1898[14]. 

Στην παρούσα εργασία επικεντρώνω την ανάλυσή μου στο ποιητικό του έργο. Ως εκ τούτου δεν θα ασχοληθώ με το πεζογραφικό ή το δημοσιογραφικό του αντίστοιχο, άρα, ευρίσκεται εκτός ενδιαφερόντων μου (1) το «ήκιστα σοβαρόν ως ιστορικόν»[15] έργο του Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας, ή Ιστορικόν επεισόδιον επί των ενεργειών δρασάντων τινων προσώπων προς επίτευξιν της Μεγάλης Ιδέας (Εν Αθήναις 1895), έργο το οποίο, παρά την αλήθεια της κριτικής του Ηλία Τσιτσέλη, συμβάλλει με τον τρόπο του στην βαθύτερη μελέτη και ανάλυση της κρίσιμης περιόδου της νεότερης επτανησιακής ιστορίας στην οποία αναφέρεται, (2) Ο κατήγορος του Κεραυνού ενώπιον των ορκωτών έτει 1859 (πόνημα που δεν μπόρεσα να ανακαλύψω), και (3) Ο Κόκορος της ’Παπαντής Ηλίας Ζερβός και συντροφία ή Τα διπρόσωπα σκαλτσουνόξυλα και οι δεκακαλπίται (εν Αθήναις 1865)[16]. Σ’ αυτό, καταφέρεται (σε πολύ δηκτικό ύφος) κατά του Ηλία Ζερβού, άλλων παλαιών συναγωνιστών του[17] και κατά των δεκακαλπιτών[18] (όσων δηλ. το 1832 υπερψήφισαν τους 10 κυβερνητικούς υποψηφίους). Ο Ηλίας Ζερβός, κατά τον Σ.Μ., αμαύρωσε το ένδοξο παρελθόν του με τη στάση του στην έξωση του Όθωνα και την ανάληψη πολιτικών θέσεων μετά το 1864 (διορίστηκε Σύμβουλος Επικρατείας, «δεχθείς θέσιν κηφήνος» και παραμένων «ιχθύς άφωνος»), αλλά και για κάποιες πρό της Ενώσεως πράξεις και σκέψεις του. Ως λαογράφος που θέλγεται από τις λαϊκές επινοήσεις και το υψιπετές της λαϊκής φαντασίας, μένω για λίγο στους λαογραφικότατους χαρακτηρισμούς «Κόκορος της Υπαπαντής» και «διπρόσωπα σκαλτσουνόξυλα», τους οποίους εφηύρε, όπως μας πληροφορεί ο Σ.Μ., ο φίλος του και συναγωνιστής του Χ. Λιβαθυνόπουλος. Αμφότεροι οι χαρακτηρισμοί δηλώνουν το ευμετάβολο του χαρακτήρα του προσώπου στα οποίο απευθύνονται, του «ανεμοδούρα». Ο ανεμοδείκτης του κωδωνοστασίου της Υπαπαντής στο Αργοστόλι ήταν σε σχήμα πετεινού και περιστρεφόταν φυσικά κατά την εκάστοτε φορά του ανέμου. Τα σκαλτσουνόξυλα είναι οι αργυρές ηλακάτες, οι οποίες «εις σχήμα όφεως σχηματισμέναι, έχουσι δύο πρόσωπα, και εις το κέντρον της κεφαλής οπήν, όπου εισέρχεται μακρά βελόνη· θέτουσιν αυτάς αι γυναίκες επί της οσφύος και πλέκωσιν κνημίδας και άλλα». Τον δεύτερο χαρακτηρισμό απέδιδε ο Λιβαθυνόπουλος σε εκείνους που εισέρχονταν στις τάξεις του Ριζοσπαστισμού και προσδοκούσαν θέσεις και επαγγέλματα, αλλά όταν διεπίστωναν ότι μόνον αγώνες και μαρτύρια προσέφερε, έφευγαν δρομαίοι[19]. Διαχρονικό το φαινόμενο…

Το ειδικό βάρος της ποίησης κατά τον 19ο αιώνα

Ο Σ.Μ. ήταν μια από τις εκατοντάδες περιπτώσεις Ελλήνων ποιητών του 19ου αι.[20]· ο Π. Βράιλας Αρμένης είχε χαρακτηρίσει τον ελληνικό λαό «ποιητικώτατον λαόν της οικουμένης»[21], ο δε Ν. Γ. Πολίτης (o «ο πατέρας» της ελληνικής Λαογραφίας) στην πολύκροτη συνέντευξή του στην εφημερίδα Αθήναι του Γ. Πωπ (22 Φεβρ. 1919)[22], αναφέρει ότι το 1870 σε μια πρόχειρη στατιστική του εσημείωσε περί τους 3000 ποιητές. Ο κάθε λόγιος, ο κάθε απλός λαϊκός άνθρωπος που είχε το χάρισμα της ρίμας, ο κάθε χαρισματικός ριμαδόρος δημοτικιστής (η ποίηση ήταν ο μόνος χώρος όπου οι γλωσσαμύντορες αναγνώριζαν ή επέτρεπαν τη συνύπαρξη της δημοτικής και της λόγιας) ή ο θελγόμενος από τα κάλλη της καθαρεύουσας αυτοχρηζόταν ποιητής. Η ποίηση για τα άτομα αυτά αποτελούσε μέσο κοινωνικοποίησης, αφού μέσω αυτής ο ποιητής εύρισκε ευκαιρία να ενωθεί με το εθνικό σώμα, να συμβάλει με τον τρόπο του στην πρόοδό του[23]. Δεν είναι τυχαίο ότι κατά ένα μεγάλο ποσοστό της έλαβε  χαρακτήρα πατριωτικό, εθνικό, ο κάθε επίδοξος ποιητής επιθυμούσε να καταθέσει τη δική του συνεισφορά στον αγώνα για την εξάπλωση και την ενίσχυση της Εθνικής Ιδέας, αλλά και στην προσπάθεια να αναγνωρίσει και να θαυμάσει η πάντοτε κρίνουσα και εποπτεύουσα Ευρώπη το ποιητικό τάλαντο του ελληνικού λαού. Ο ποιητής, από τη δεκαετία του 1850 μέχρι το 1880, είναι κεντρικό πρόσωπο στο ελληνικό Βασίλειο, έχει πολιτική τοποθέτηση μέσα στην ελληνική κοινωνία[24], έχει κοινωνική και πολιτική συνείδηση, τον εμπνέει το πατριωτικό συναίσθημα, η αρχή του νέου λυρισμού δηλαδή, η πηγή του ρομαντισμού αλλιώς. Όλοι τους ήταν κατ’ ουσίαν «παιδιά του μεγάλου Αγώνα», έβγαιναν από τις φωτιές του, κουβαλούσαν τις απογοητεύσεις του, τους ενέπνεαν οι επιτυχίες του, οι μελλοντικές δράσεις για την πραγμάτωση του Μεγάλου Ιδανικού. Σε μια εποχή με ρευστή την κοινωνική δομή, με τις «τάξεις» ή τις κοινωνικές ομάδες αδιαμόρφωτες και συμφυρόμενες, οι ρόλοι λογίων, ψευτολογίων, πολιτικών, δημοσιογράφων, εθνοπατέρων συμφύρονταν και αλληλοσυμπληρώνονταν.
Η ποίηση (θεωρείται πως) ενέχει στοιχεία μυστικισμού, αναφέρεται σε κάτι ανώτερο και Υπερβατικό, κι αυτό  καθιστά τον ποιητή ιεροφάντη, μυσταγωγό, όργανο της Θείας Προνοίας, γι’ αυτό και η ιδιαίτερη προτίμηση των θεραπόντων της προς αυτήν. Θα ήταν ίσως υπερβολή να εικάσω ότι ο ποιητής μας είχε εντρυφήσει σε κείμενα του συμπατριώτη του Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου, για τον οποίο η ποίηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το ιστορικό και το θρησκευτικό γεγονός, με τον λαό[25].
Η περίπτωση των Επτανήσων ήταν ξεχωριστή. Ο Σ.Μ., ως ριζοσπάστης[26], βιώνει τα γεγονότα, ζει τον επαναστατικό ίλιγγό τους, μάχεται με «ιερή μανία» για την ανεξαρτησία και την Ένωση, για τη δική του Μ. Ιδέα σε τοπικό επίπεδο, αλλά και σε ευρύτερο πανεθνικό. Υπενθυμίζω αυτό που τονίζει ο Ηλίας Ζερβός Ιακωβάτος, ο ηγέτης των ριζοσπαστών και θεωρητικός του κινήματός τους, στο πρώτο φύλλο της εφημερίδας Ο Φιλελεύθερος (19 Φεβρουαρίου 1849), το οποίο συναντάμε σε δεκάδες παραπομπές: «… Θέλομεν τω όντι να γίνωμεν και ουχί να λεγώμεθα απλώς Έλληνες. Θέλομεν να ενωθώμεν εις έν έθνος, αληθώς ελεύθερον και ανεξάρτητον, μεθ’ όλης της ελληνικής φυλής». Τα ιόνια νησιά θα αποτελέσουν, λόγω του ιστορικού τους παρελθόντος, χώρο συνάντησης των δυτικών και των ανατολικών ρευμάτων, γι’ αυτό εκεί θα διεξάγεται επί δεκαετίες ένας σκληρός αγώνας για τη διατήρηση της ιδιοπροσωπίας του ελληνισμού, αλλά και ένας αντίστοιχος κοινωνικός, λόγω των κοινωνικών αντιπαραθέσεων που εισήγαγε σ’ αυτά ο βενετικός φεουδαρχισμός. Εδώ ο εθνικός και ο κοινωνικός αγώνας θα διαπλέκονται αξεδιάλυτα. Οι ρίζες του επτανησιακού (και του κεφαλλονίτικου ειδικότερα) ριζοσπαστισμού τον 19ο αιώνα βρίσκονται σ’ αυτές τις ιστορικές αιτίες. Είναι αξιοθαύμαστες οι ιδεολογικές ζυμώσεις, υπό την επίδραση τόσων πολλών - και παράταιρων μεταξύ τους - παραγόντων: του Διαφωτισμού, των μηνυμάτων από τα φιλελεύθερα εθνικοκοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη, των διακηρύξεων για τα δικαιώματα του ανθρώπου και των εθνοτήτων, του ευρωπαϊκού 1848[27], της ιταλικής ενοποίησης[28], του ρομαντισμού, της Μ. Ιδέας, του αλυτρωτισμού, της Ορθοδοξίας, κ.λπ.
Ο Σ.Μ., ένας λαϊκός άνθρωπος με συνείδηση της κοινωνικής του τάξης («Συμπολίται! Αποτεινόμενος (…) εις την εργατικήν τάξιν εις την οποίαν ανήκω…»[29], γράφει σε επιστολή του) από αυτόκλητος ποιητής του επαναστατημένου επτανησιακού λαού, αποβαίνει τελικά ο εκφραστής του, γίνεται «οργανικός διανοούμενός» του, χωρίς φαντάζομαι να έχει μελετήσει μανιφέστα και επαναστατικές διακηρύξεις: «και του έθνους μου όλου ψάλτης ενθουσιασμένος / Εις την νίκην να το φέρω και να του εμπνέω μένος!», γράφει σε επαναστατικό στιχούργημά του (βλ. παρακάτω περισσότερους στίχους του ίδιου πονήματος). Πολλοί διερωτώνται σήμερα για την κοινωνική λειτουργικότητα της ποίησης, αν αυτή μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, και εκφράζουν απαισιόδοξες εκτιμήσεις. Οι μετά το 1848 συνθήκες που επικρατούν στα Επτάνησα δημιουργούν καταστάσεις για μια δυναμική λειτουργία της ποιητικής τέχνης. Οι στίχοι του ποιητή ξεφεύγουν από τον στενό περίγυρο της παραγωγής τους και γίνονται κοινό κτήμα, που συναγείρει φρονήματα, μετατρέπονται σε επαναστατική δράση. Ο Ν. Τζανής Μεταξάς (1825-1907), ο ριζοσπάστης μουσουργός, ο κορυφαίος ίσως βάρδος του ριζοσπαστισμού, έγραψε τα επαναστατικά του θούρια πάνω σε στίχους ομοϊδεατών του ποιητών (Γεράσιμου Μαυρογιάννη, Παναγιώτη Πανά[30]) και φυσικά του Σ.Μ. Τα τραγουδούσαν στους χώρους που συναθροίζονταν, στις λέσχες τους (στο «Αναγνωστήριο Κοραής» και το «Δημοτικό Κατάστημα» στο Αργοστόλι ή στην «Ομόνοια» στο Ληξούρι), όπου άνδρες κάθε κοινωνικού στρώματος και ιερείς συζητούσαν τα ζητήματα του αγώνα τους, διάβαζαν τις επτανησιακές[31] και τις ξένες εφημερίδες, τραγουδούσαν, εδώ εξ άλλου συνελήφθη η ιδέα της Ενώσεως, κ.λπ. Παρενθετικά ας αναφερθεί ότι μέλη του «Δημοτικού Καταστήματος» ήταν (μεταξύ άλλων) ο λαϊκός μας ποιητής, και οι Μαρίνος Λιβιεράτος, Παναγής Κουρκουμέλης, Ιωσήφ Μομφεράτος, Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος, Ανδρέας Λιβαδάς, κ.ά., εξέχοντα δηλαδή μέλη του επτανησιακού ριζοσπαστισμού.
Η αγωνιστική ποίησή του έγινε σημείο αναφοράς. Κάποιοι στίχοι του από το Αι ημέραι του Στρατοδικείου είχαν γραφεί κάτω από εικόνες-αφίσες ανθρώπων συμβόλων του αγώνα τους, όπως φαίνεται σε έκθεση του υποπρόξενου Ιω. Μήλιου εκείνης της περιόδου, όταν ο άγγλος αρμοστής Henry George Ward (Ουάρδος), ο πιο φοβερός διώκτης του ελληνισμού των νησιών εκείνης της περιόδου, επεχείρησε περιοδεία στην Κεφαλληνία μετά από την αιματηρή κατάπνιξη προηγηθείσης λαϊκής επανάστασης[32]: «… Την αυτήν της αφίξεώς του ημέραν ευρέθησαν εις διαφόρους εν Ληξουρίω οικίας τοιχοκολλημέναι τιναί εικώναι παριστάνουσαι τον προ δύο ετών απαγχονισθέντα ιερέα Νοδάρον, επονωμασθέντα «Παπά Ληστήν» υπό των οποίων ήσαν γεγραμμένοι μερικοί στίχοι εκ του ποιηματίου επιγραφομένου ‘‘Αι ημέραι του στρατοδικείου’’ καταχωρημένου εις την εφημερίδα ο Φιλελεύθερος υπ’ αριθ. 11»[33]. Ο παπά-Ληστής δεν είναι φυσικά άλλος από τον ηρωικό ιερέα Γρηγόριο Νοδάρο Ζαπάντη[34], μάρτυρα της επανάστασης και θύμα (απαγχονίστηκε) του Ward. Επισημαίνω και πάλι ότι η εξέγερση στρεφόταν κατά των Άγγλων, αλλά και κατά των αρχόντων, ορισμένοι από τους οποίους εφονεύθηκαν από το εξεγερμένο πλήθος, και δικαίως η εξέγερση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «Κομμούνα της Κεφαλληνίας», κατ’ αντιστοιχίαν της παρισινής. Ιδού μερικοί στίχοι από άλλο στιχούργημα του Σ.Μ., Η σκιά της Κεφαλληνίας προς τον αρμοστήν Ουάρδον περιοδεύοντα την Επτάνησον εν έτει 1851, εμπνευσμένο από αυτήν την προκλητική επίσκεψη. Επισημαίνω (επ’ ευκαιρία) κάποια γενικά χαρακτηριστικά του ποιητικού έργου του: το αφηγηματικό / δημοσιογραφικό ύφος της γραφής του, τη χρήση συνεχών ερωταποκρίσεων που δίδουν διαλογικό τόνο στην ποίησή του, την ποιητική εξιστόρηση της καθημερινότητας τελικά (που όμως οι συνθήκες την έκαναν ιστορική), τον έντονο διδακτισμό που μεταβάλλει ενίοτε το έργο του σε μια ατέλειωτη (αλλά ειλικρινή) πατριωτική ρητορεία, το ποικιλόμορφο γλωσσικό ύφος του (βλ. αναλυτικότερα παρακάτω), κ.λπ.:

Αθλιέστατε Ουάρδε! Πού απερισκέπτως τρέχεις;
Πού προμελετάς να έλθης; Ω! αιδώ πλέον δεν έχεις
Πύργος δι’ εσέ υψώθη κ’ έγεινεν ουρανομήκης,
Των θυμάτων σου το αίμα! Λοιπόν στέκε μετά φρίκης!
Πόρρωθεν ας με κυττάζουν, βδελυρέ, οι οφθαλμοί σου.
Θρήνει! Ως Αδάμ εθρήνει άντικρυ του παραδείσου!
Αιμοβόρε, μη τολμήσης,
Την αιμοβραγμένην γην μου ποσώς πλέον να πατήσης[35].

Παραμονές εκλογών στα Επτάνησα, την 1η Ιανουαρίου 1852, παρεμβαίνει ως διαμορφωτής της «κοινής γνώμης» με προσωπική επιστολή – στιχούργημα, με μια επαναστατική προκήρυξη με άλλα λόγια, προς τον λαό των νήσων, μέσα από τα σίδερα της φυλακής του, προτάσσοντας σ’ αυτήν ένα παλαιότερο δικό του καθαρευουσιάνικο απόφθεγμα, που είχε γίνει ήδη κτήμα του λαού και θούριός του, το «Κι αν ’ς τας φυλακάς με ρίψης / ή σκοπέλων ερημίας, / και εκείθεν θα φωνάζω/ τας αισχράς σου ανομίας». Ο Σ.Μ. μπορεί να απευθύνεται ως ηγέτης στο λαό, τον επικαλείται πολλές φορές στην πρώτη στροφή των ποιημάτων του. Ιδού μερικοί ενδεικτικοί στίχοι:

ΛΑΕ!
Εις θαλάσσας απεράντους απ’ αγρίας τρικυμίας
Κλυδωνίζεται το σκάφος της μικρής σου πολιτείας.
Αν επιθυμής να φθάσης εις σωτήριον λιμένα
Κι’ ακινδύνως ν’ αποφύγης τον θαλάσσιον πυθμένα,
Έκλεξον πιστά σου τέκνα, κωπηλάτας και ναυάρχους.
(…)
Η πατρίς, ΛΑΕ! σε κράζει, θεατής απλούς μη μείνης
Σ’ όσα κατά σου τεκταίνουν ο Ουάρδος και Σπαρτζίνης·
Άνδρας δεδοκιμασμένους έκλεξον ως παραστάτας
Έκλεξε τους ατρομήτους και ακάμπτους ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΑΣ.
(…)
Βλέπεις, ω ΛΑΕ! αρκούντως τι ανδράποδα προτείνει
Ως πιστούς σου παραστάτας η φατρία του Σπαρτζίνη·
Των πατέρων των αι πράξεις είναι τα προγράμματά των,
Ούτοι θα τας τελειώσουν ως κληροδοτήματά των[36].

Ακόμη κι όταν έγιναν κάποιες κινήσεις για να δοθεί αμνηστία στους επαναστάτες των Σεπτεμβριανών («της Επαναστάσεως του Σταυρού», όπως είναι αλλιώς γνωστή, 14–25 Σεπτ. 1848) ο ανυποχώρητος Σ.Μ. απαντά αγέρωχα στον Ουάρδο και στη χώρα που εκπροσωπεί. Για άλλη μια φορά ο ποιητής προβάλλει εκπρόσωπος του έθνους του, ψάλτης του ιερού του αγώνα, εμπνευστής του:

Ήθελα τον κάλαμόν μου εις κλαυθούς να μην αμβλύνω
Αλλά ψάλλων διθυράμβους, δάκρυα χαράς να χύνω
Και του έθνους μου όλου ψάλτης ενθουσιασμένος
Εις την νίκην να το φέρω και να του εμπνέω μένος!
Ω δεν ήθελα να χύνω δουλικούς τοιούτους ήχους.
Αλλά φευ! Ισχύς και δόξα, σήμερον το παν εχάθη
Στεναγμούς μόνον ακούω, εις των φυλακών τα βάθη.
Μήπως; Δι’ εμέ, εις οίκτον προσπαθώ να σε κινήσω;
Τι συ δύνασαι να δώσης κι εγώ να απαιτήσω;
Μήπως ήρθες έμπροσθέν μου και τον ήλιόν μου κρύπτης;
Ω επάνω μου, Ουάρδε, μηδεμίαν σκιάν ρίπτεις,
Της πατρίδος σου φθονούμεν μόνον την ελευθερίαν.
Δι’ αυτό ακούεις χείλη να λαλώσι με πικρίαν.
Αλλά φευ! Ελευθερία δ’ ημάς παντού εχάθη,
Στεναγμούς μόνον ακούω εις των φυλακών τα βάθη.
Απορείς ίσως Αγγλία, πώς μ’ αλυσοδέτους χείρας
Ήρθαμε των φυλακών μας να συντρίψωμεν τας θύρας.
Πλην γνωρίζεις ποία ήτο η πατρίς όπου ποθούμε
(…)[37].

Προσωπική έκκληση προς τον κεφαλληνιακό λαό πραγματοποιεί και μετά το 1864, προ επικειμένων εκλογών, και του υποδεικνύει τους υποψηφίους που πρέπει να καταψηφίσει ή να υπερψηφίσει. Η πρώτη σελίδα του πονήματός του Ο Κόκορος της ’Παπαντής Ηλίας Ζερβός… απευθύνεται Προς τον εργατικόν της Κεφαλληνίας ΛΑΟΝ  και συνεχίζει:

Μη δελεασθής με λόγους
Ούτε φόβου ούτε πλάνης,
Μήπως, λέγω, τας προτέρας
Του προσώπου σου μαράνης
Ανθηράς δαφνομυρσίνας·
Μη τους μαργαρίτας δώσης
Εις τους χοίρους ή τους κύνας[38].

Φυσικά είναι δεινός κατήγορος των συνεργατών της Προστασίας Κεφαλληνίων:

Ατυχή Λαέ!, ως πότε,
Παρασίτους και προδότας και κηφήνας θα μισθόνης;[39],

ή διασύρει τους συμπατριώτες του δημοσίους υπαλλήλους που υπηρετούν την Προστασία και αναμένουν κάθε τέλος του μήνα τον μισθό τους, παραβλέποντες το προς την πατρίδα χρέος τους. Στους επόμενους στίχους μιλά ένας απ’ αυτούς[40]

Έπειτ’ από δέκα χρόνους, οπ’ εδούλευα για θέσι
Επιτέλους ήλθ’  η ώρα ως εξ ουρανού να πέση.
Πόσα προσκυνώ! Και πόσες μεσιτείες, κολακείες!
Έως ότου να ’πετύχω, πόσες γονατοκλισίες!
Από τότε, ’σαν μυρμήγκι, παραδάκια συμμαζώνω,
Και ’σαν φούσκα την κοιλιά μου με κανίσκια την ξεντώνω.
Κι ας μιλούν’ οι βουρλισμένοι,
Θεόν άλλον δεν γνωρίζω παρά την παραδαρμένη![41].

Αλλά και το ελλαδικό Βασίλειο, στο οποίο ο ανώνυμος αγωνιστής του εθνικού Αγώνα

απόθαν’ άπορος! Πτωχός!
Και παραγκωνισμένος!
Τέτοιος του κόσμου ο τροχός!
Κι’ αυτά παθαίνει δυστυχώς
Οπ’ αγαπά το Γένος!
‘Σ την ψάθα οι αγωνισταί
Κ’ οι τίμιοι πεθαίνουν!
Οι κόλακες, κ’ εγωισταί
Και οι του Γένους υβρισταί
Τιμαίς απολαβαίνουν!....[42],

δεν ξέφυγε από την κριτική του. Η σάτιρά του στηρίζεται στην αθηναϊκή σατιρική παράδοση, επειδή αυτή ήταν πιο ζωντανή, άρα, η φωνή της διαμαρτυρίας του μεταβαλλόταν ευκολότερα σε οργισμένη κραυγή. Τα βέλη της αθηναϊκής σάτιρας εύρισκαν ευκολότερα δηλαδή το στόχο τους. 
Η φήμη του ξεπέρασε, όπως φαίνεται, τα τοπικά όρια του νησιού του[43], ο ίδιος μάλιστα αφηγείται ότι κατά την επίσκεψή του στην Ιταλία κάποιος συνταξιδιώτης του τον συνέστησε σε άλλον (ομόφρονα του ποιητή και συναγωνιστή του το 1862) απαγγέλλοντας «μίαν στροφήν, την εξής, εκ των τριών ελεγείων μου ‘‘Προς τους εν Κύθνω πεσόντας’’: Και σταις στεριαίς και στα νησιά, / τ’ αρνί, το μοσχαράκι, δεν θα βρίσκη χλωρασιά/ γιατ’ αίμα πίνει για φροσιά/ τ’ αθώο χορταράκι! [44].

Το γλωσσικό του ύφος

Εισαγωγική παρατήρηση: μετά το 1830, το γλωσσικό ύφος που προκρίθηκε από την ελίτ των ελλαδιτών λογίων ως όργανο «εθνικής έκφρασης» όλων ανεξαιρέτως των Ελλήνων ήταν η καθαρεύουσα. Η ανάγκη να δηλωθεί η εθνική ταυτότητα επέβαλε την εκ των υστέρων εισαγωγή της γλωσσικής ορίζουσας στον εθνικό λόγο, με την επιβολή της αρχαΐζουσας καθαρεύουσας, η οποία, ως «συνεκτική», επίσημη, ενιαία, τυποποιημένη, αναβαφτίστηκε από τον ελληνικό εθνισμό σε πρωτεύον εθνικό στοιχείο. Πάμπολλα είναι τα παραδείγματα από ανάλογες πρακτικές των εθνικισμών.[45] Η καθαρεύουσα έπρεπε να αποδείξει το ιστορικό βάθος του λαού, την ελληνικότητά του, τον θαυμαστό πολιτισμό του, την ενότητά του, το «κύρος» της θα του προσέδιδε ένα «αδιάψευστο» πιστοποιητικό ελληνικής ιθαγένειας. Όμως, μετά το 1880, με τις απλοποιήσεις της, αυτή η καθαρεύουσα απέκτησε τελικά συμπεριφορά «ζώσης γλώσσας». Γι’ αυτό, συμφωνώ ότι είναι ανιστόρητη η άποψη κάποιων «δημοτικιστών» ότι η καθαρεύουσα «δεν αποτελούσε για ευρείες κοινωνικές ομάδες, κυρίως των αστικών κέντρων, την ομιλουμένη»[46]. Η απήχηση της δημοτικής πληθυσμιακά και κοινωνικά ήταν περιορισμένη. Ο απλός λαός - είναι όντως αξιοπρόσεκτο - προθυμοποιήθηκε από τα πρώτα χρόνια του ελεύθερου κράτους να μάθει τη γλώσσα των λογίων και της Εξουσίας, έστω λίγες εκφράσεις ή λέξεις της, με κωμικά συνήθως αποτελέσματα· οι στόχοι του ήταν πολλοί, ένας ο κύριος: η εισδοχή του στη νέα πνευματική ελίτ που διαμορφωνόταν και στον κρατικό μηχανισμό. Οι εξελίξεις περί το γλωσσικό στις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αι. δεν είναι, λοιπόν, τόσο αναγνωρίσιμες, ίσως γι’ αυτό και δεν χωρούν αφορισμοί και στερεότυπες ιδέες. Θεωρώ πως η «συμβίωση» της απλοποιημένης καθαρεύουσας με τη δημοτική είναι γεγονός αυτήν την περίοδο, μπορούμε να κάνουμε λόγο για μια νέα «κοινή», για μια «καθομιλουμένη της αστικής τάξεως», που δεν περιορίζεται πλέον σε λογίους, δασκάλους, δημοσιογράφους, ποιητές της «Παλαιάς» ή της «Νέας» Αθηναϊκής Σχολής, γραφειοκράτες της εξουσίας[47], αλλά διαχέεται και σε ευρύτερα στρώματα των πόλεων, σ’ αυτά της φαινομενικής κοινωνικής ανόδου. Όσο για τους επιβιώνοντες ακόμη αρχαϊσμούς, περιορίζονται σε φόρμουλες, είναι «συνθήματα αναγνώρισης» που χρησιμοποιούνται ως (αφελή) πειστήρια της (δήθεν) «κοινωνικής αναπροσαρμογής» των χρηστών τους, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.

Έχει υποστηριχθεί πως ο ποιητής μας γράφει στην καθαρεύουσα. Όπως όμως φάνηκε ήδη από την επιλεκτική παράθεση των στιχουργημάτων του, αυτό δεν είναι ορθό. Γράφει άλλοτε σε λαϊκή γλώσσα, άλλοτε όμως σε μια μεικτή λαϊκή γλώσσα. Όταν λέω «μεικτή λαϊκή γλώσσα» εννοώ ένα γλωσσικό κατασκεύασμα από στοιχεία λαϊκής και της «τεχνητής» καθαρεύουσας. Σε ελάχιστα στιχουργήματά του χρησιμοποιεί αρχαΐζουσα, όσο μπορεί να την κατέχει ένας λαϊκός άνθρωπος του δικού του παιδευτικού διαμετρήματος, η οποία φυσικά είναι νοθευμένη με άλλα ύφη, και καταντά τελικά ένα αλλοπρόσαλλο συνοθύλευμά τους.
Η γλωσσική ιστορία των Επτανήσων όσον αφορά στην γραφομένη και την ομιλουμένη μορφή της, στην καθημερινή χρήση της δηλαδή, νομίζω πως δεν έχει μελετηθεί εις βάθος. Μια τέτοια συνθετική εργασία θα περιελάμβανε συστηματική γλωσσική μελέτη πολλών και παντοίου είδους εγγράφων. Γνωρίζουμε, π.χ., ότι το 1849 καθιερώνεται με νόμο (που ισχύει από το 1852) η ελληνική γλώσσα στην κρατική γραφεικρατία[48]. Οι βουλευτές της Ιονίου Βουλής όμως εξακολουθούν να αγορεύουν «μεταχειριζόμενοι αρχαΐζουσαν διάλεκτον» και προκαλούν τη λαϊκή διαμαρτυρία, και εξαναγκάζονται τελικά να χρησιμοποιούν μια απλούστερη καθαρεύουσα. Κατά την 4η συνέλευση της Η΄ Γερουσίας (7.4.1849) της Βουλής αποφασίστηκε «.. ώστε τα πρακτικά της να γράφωνται εις το εξής όσον δυνατόν εις την κοινώς ομιλουμένην του λαού γλώσσαν»[49].
Ποια ήταν όμως αυτή η πλησιέστερη προς την ομιλουμένη λαϊκή γλώσσα; Ποιο γλωσσικό ύφος μετέρχονται (ειδικότερα) την περίοδο των Ριζοσπαστών[50] οι κύριοι διαμορφωτές της γλώσσας, η Εξουσία, η Εκπαίδευση και οι λογοτέχνες, οι «κρατικοί γλωσσοπλάστες» δηλαδή; Η γλωσσική παράδοση στα Επτάνησα, και ειδικά από την εποχή των δημοκρατικών Γάλλων κ.ε., όπως την προσέλαβα από τη μελέτη της ιστορίας της Εκπαιδεύσεως και κάποιων εκδεδομένων κειμένων[51], είναι φιλελεύθερη, δεν έχει καμία σχέση –νομίζω- με τον γλωσσικό σαρδαναπαλισμό της Ελλάδας. Στα Επτάνησα γράφεται (τονίζω) και ομιλείται στους δημόσιους χώρους μια στρωτή, λαϊκή καθαρεύουσα, που έχει αποκτήσει ΗΔΗ προ πολλού χρήση ομιλουμένης για μεγάλο μέρος του «αστικού» πληθυσμού. Θεωρώ, π.χ., το γλωσσικό ύφος της εφημερίδας Ο Φιλελεύθερος ως αντιπροσωπευτικό αυτού στο οποίο αναφέρομαι. Και όμως, οι επτανήσιοι ποιητές, λαϊκοί άνθρωποι οι περισσότεροι, αποστέλλουν προς δημοσίευση τις ποιητικές συνθέσεις τους στα επτανησιακά φύλλα (ή τις εκδίδουν οι ίδιοι) σε μια πιο «δυσπρόσιτη» καθαρεύουσα, που αλλοιθωρίζει  κάποτε προς την αρχαΐζουσα. Επαναφέρω αυτά που είπα πρωτύτερα για την ποίηση, για να δικαιολογήσω αυτή νοοτροπία τους, γιατί εδώ η συγκεκριμένη γλωσσική επιλογή τους λειτουργεί ως νοοτροπία: η ποίηση ως μυστηριακή, υπερβατική αξία, πρέπει να ποιείται χρήση ενός άλλου επικοινωνιακού κώδικα, μιας άλλης γλώσσας, ξεχωριστής, μυστηριακής, κατάλληλης και ιδανικής να εκφράσει το εθνικό όραμα που δημιουργείται τη δεδομένη εποχή. Αυτό το όραμα οικοδομείται με τα εργαλεία ενός συγκεκριμένου γλωσσικού ύφους (της καθαρεύουσας), που θεωρείται ομόλογο προς τα εθνικά αιτήματα που πρέπει να εκφραστούν. Γι’ αυτό και οι επτανήσιοι λαϊκοί ποιητές πράττουν αναλόγως: τα μεγάλα οράματα απαιτείται να εκφραστούν μέσω μιας υψηλής αισθητικής γλώσσας. Δεν παραγνωρίζω φυσικά την κοινωνική τους προβολή και ανάδειξη μέσα από τη χρήση «υψηλού και αναγνωρισμένου» γλωσσικού κώδικα, μια τάση για διάκριση, ή μια μορφή της «πολιτιστικής καλής θέλησης» του Μπουρντιέ[52], που κρίνω ότι θα μπορούσε εν μέρει να ερμηνεύσει αυτές τις συμπεριφορές / νοοτροπίες.
Όμως ο Σ.Μ., όπως προανέφερα ήδη για τη σάτιρά του, κατά μεγάλο χρονικό διάστημα της ποιητικής του διαδρομής (από το 1859) έχει στραφεί στον ελλαδικό ποιητικό και κοινωνικό χώρο. Από τον επτανησιακό λαμβάνει μόνο τα ποιητικά ερεθίσματα. Οι τεχνικές και όλα τα λοιπά στοιχεία που συνδημιουργούν το ποιητικό του προϊόν είναι «αθηνοκεντρικά», «σουτσικά», ρομαντικά. Ζει εκ του σύνεγγυς τον ριζοσπαστισμό στα νησιά μέχρι το παραπάνω χρονικό όριο, αλλά και το «εθνικό οίδημα» της δεκαετίας του 1850 και του 1860 στην Αθήνα: συναισθηματική έξαρση, προφητισμό (αγαθαγγελισμό), θρησκευτικό μεσσιανισμό, ιδεολογική (θρησκευτική και πολιτική) σκλήρυνση, καθαρευουσιανισμό, ρομαντισμό της «παλιάς» Αθηναϊκής Σχολής, κ.λπ. Για να καταδειχθεί το μεικτό γλωσσικό του ύφος, σε όσους στίχους του παρέθεσα ήδη ας προστεθούν κι αυτοί (από την ελεγεία στον Σούτσο)

Παρθέναις! Δόστε μου και σεις λεπτόν ή πενταρίτσα,
Χίλια καλά να λάβετε κι’ ολόχρυση Μοιρίτσα.
Παρθέναις μου, σας εύχομαι καθώς επιθυμάτε,
Να πάρετε για ταίρια σας τους νηους οπ’ αγαπάτε[53]

και το ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ στον νεκρό[54], από το οποίο ενδεικτικά παραθέτω δύο στροφές:

Διαβάτα! Βλέπε πού πατείς
Ενώ προσηλωμένος
Των κρύων τάφων θεατής·
Κλαύσον αν ήσαι Ποιητής
Ομογενής ή ξένος.

Ώδε καθεύδει Αοιδός
Τον ύπνον των αιώνων·
Κατέστη άψυχος σποδός
Ο ψάλτης άμα κ’ υμνωδός
Των εθνικών αγώνων[55].


Το ποιητικό του έργο. Κατάταξη

Από άποψη περιεχομένου το ποιητικό έργο του Σ.Μ. μπορεί να διακριθεί σε πέντε ενότητες:
Α. εθνική ποίηση. Εδώ ανήκουν: 1. Οι τάφοι της Αργολίδος, ή Ύμνος εις την Ελευθερίαν. Του Εξορίστου του Ναυπλίου άσμα πρώτον. Υπό Κεφαλλήνος λεπτουργού (1863)[56], 2. Εις τους εν Κύθνω δολοφονηθέντας ελεγεία (εν Αθήναις 1862) και άλλα ποιήματα, διάσπαρτα σε πεζά του κείμενα ή σε τοπικές εφημερίδες, όπως, π.χ., το «Τη Τουρκομάχω Κρήτη»:

Θέρισε, Μούσα, κλάδους μυρσίνης
Να στεφανώσης τους νικητάς∙
Τους νικημένους να καταισχύνης,
Τους μισοχρίστους κατακτητάς.
Ναός η Κρήτη ελευθερίας!
Τάφος σαθράς αυτοκρατορίας,
Ιδέ! Τα τέκνα Ιδομενέων
Εν κατά δέκα υπερνικούν,
Τας μαύρας σάρκας δειλών φονέων
Με τας μαχαίρας των πελεκούν[57].

Β. κεφαλληνιακού ενδιαφέροντος, επαναστατικού χαρακτήρα. Εδώ εντάσσω τα: 1. Αι ημέραι του Στρατοδικείου. Αναμνήσεις των μαρτυρίων των Κεφαλλήνων συνταχθείσα κατά τους μήνας Δεκέμβριον και Ιανουάριον του 1849 και 1850 (εν Κεφαλληνία, 1850), 2. Η σκιά της Κεφαλληνίας προς τον αρμοστήν Ουάρδον περιοδεύοντα την Επτάνησον εν έτει 1851, 3. Ωδή εις την απαρχήν της πανελληνίου ενώσεως (εν Βουκουρεστίω, 1865). Σ’ αυτό το στιχούργημα (42 στροφών) παρακινεί το αηδόνι (ένα από τα συνήθη ποιητικά του μοτίβα, το γνωστό πουλί της δημοτικής ποίησης), αφού εγκαταλείψει τον Κηφισό και λουστεί στην Κασταλία βρύση, να διαλαλήσει το μήνυμα της ελευθερίας της Επτανήσου στους αλύτρωτους ακόμη αδελφούς (στην Ήπειρο, τη Μακεδονία, την Ανατολή, την Αγιά Σοφιά ειδικότερα, την Κύπρο, την Κρήτη, στα Ψαρά, στις Σποράδες) και να τους διαβεβαιώσει ότι σιμώνει η ώρα της δικής τους λευτεριάς. Το προτρέπει τελικά, όταν πραγματώσει αυτόν τον εθνεγερτήριο κύκλο, να επιστρέψει στον Παρθενώνα: Κι εδώ δεήσου του Θεού χρόνια πολλά να ζήσης / Και με φωνή μελωδική / Την ένωσι την ολική / Να μετακυλαϊδήσης.

Γ. διεθνικού επαναστατικού χαρακτήρα, αλλά άμεσα συσχετισμένου με την εθνική υπόθεση, όπως, π.χ., το ποίημά του Ωδή εις την Ιταλίαν κατά την επέτειον εορτήν της νίκης του Σολφερίνου δια των γαλλοϊταλικών όπλων κατά των αυστριακών αετών κατενεχθείσης.

Τον ευγενή σου τράχηλον ωραία Ιταλία
Δεν θλίβει πλέον ο ζυγός κ΄ η ξενική δουλεία
(…)
Κόρη την μοίραν σου φθονώ! Κ’ η δούλη μου μητέρα
Είθε να γίνη καθώς συ μεγάλη κι ελευθέρα!
Μικρόν κ΄η γραί’ Ανατολή τας πέδας θα σπάση
Και τον παντοκοζακισμό πας φόβος καταπαύσει
Και της κλεινής πατρίδος μου αι δούλιαι ημέραι
Εκλείψουσιν ως αστραπαί και τηλεβόλων σφαίραι.
Κι ας μη φοβήτ’ η Δύσις
Μέλλοντα ρωσικόν ζυγόν και σκυθικάς αλύσσεις[58].
(…)
Χείρα θα τείνης αρωγόν στην αδελφήν Ελλάδα;
Κόρη! Ν’ ανεγερθή, ως συ, με αναμμένην δάδα;[59]

Δ. Φιλολογικού ενδιαφέροντος. Το Ελεγείον εις τον εθνικόν ποιητήν Αλέξανδρον Σούτσον (Εν Αθήναις, 1863) και Η καταδίκη του Αλεξάνδρου Σούτσου[60], αμφότερα φόρος τιμής για όσα εκείνος προσέφερε (υπό την μορφή των επιδράσεων στην τέχνη του), αλλά και στο ελληνικό έθνος ολόκληρο:

Για ’κείνον οπ’ εθέρμανε τον νουν της Νεολαίας
Μ’ ελεύθερα φρονήματα και μ’ υψηλάς ιδέας.
Δόστε για τον αθάνατον πατέρα της Σατύρας
Οπούχε τα δοξάρια του ’ς των φυλακών τας θύρας[61].

Στο πρώτο, η Μοίρα μοιρολογεί τον ποιητή του Περιπλανωμένου και παρακαλεί τους διαβάτες, τους φοιτητές, τους νέους ποιητές, τις κοπέλες, να προσφέρουν τον οβολό τους ή να συνεισφέρουν κατά το δυνατόν, για να αγοραστούν τρεις πήχες γης και να ταφεί ο αγωνιστής, ο αντιβασιλικός, ο σατιρικός ποιητής, για να του γίνει μια σεμνή και απέριττη τελετή, για να ανεγερθεί, τέλος, μνημείο του:

Δεν σας ζητώ ν’ ανεγερθή περήφανο μνημείον,
Μια πλάκ’  απλή να του βαλθή εις το Νεκροταφείον.
Και να χαράξωμ’ εις αυτήν με στίχους τόνομά του,
Να μη περν’  αδιάφορο το μάτι του διαβάτου[62].

Στην ίδια κατηγορία εντάσσω τα «Μνήματα», μεταφρασμένα ποιήματα του Φοσκόλου, άγνωστα σε μένα, πιθανότατα ακόμη ανέκδοτα, όπως παρατηρούσε το 1904 ο Τσιτσέλης[63].

Ε. Η Πρωτομαγιά (εν Αθήναις 1864) είναι ένα ερωτικό, ηθοπλαστικό σύνθεμα από 28 τετράστιχες στροφές, παρόμοιο του οποίου δεν γνωρίζω να έχει γράψει ή τυπώσει, γι’ αυτό και επιλέγω να το παρουσιάσω ξεχωριστά. Ένας νεαρός παρακαλεί μια κοπέλα να συνεορτάσουν την Πρωτομαγιά στον ειδυλλιακό και ερωτικό συνάμα χώρο του Κηφισού. Η ηθική και πιστή στις εντολές της μητέρας της νέα αρνείται την πρόσκληση, ο δε νεαρός εκτιμά τη στάση της και τα επιχειρήματά της και αποφαίνεται με την πρώτη επόμενη στροφή. Η β΄ είναι η ανταπάντηση της κοπέλας:

Γι’  αυτά διπλά θα σ’ αγαπώ, χρυσό μου περιστέρι!
Λοιπόν πηγαίνω, κ’ έχε ’γεια,
Δεν πάω ’ς την Πρωτομαγιά,
Μα δόσε μου το χέρι.

- Όχι!... Πήγαινε μάτια μου, ’ς το Μάη, ’ς την ευχή μου,
Και πέρασ’ αύρι’ από ’δω,
Με ρόδα κι’ άνθη να σ’ ιδώ
Για να χαρ’ η ψυχή μου[64].

Μένω λίγο περισσότερο στουςΤάφους της Αργολίδος, επειδή το 1863, δυο χρόνια πριν καθιερωθεί ο Ύμνος  του Σολωμού επισήμως ως Εθνικός[65], ο Σ.Μ. υπέβαλλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό[66] του ίδιου έτους (και εξέδωσε αυτοτελώς αργότερα) το πολύστιχο αυτό ποιητικό του πόνημα.
Στην Αφιέρωσι του εν λόγω πονήματός του το χαρακτηρίζει «καρπόν φυσικόν της ακαλλιεργήτου μούσης» του, εκθέτει τις πρώτες επιτυχίες της «ιεράς και μεγάλης εθνικής αποστολής» τής Εθνοφυλακής, που συνεστήθη μετά το 1862 (συνοψίζεται στο τρίπτυχο «τάξις, ασφάλεια, ομόνοια») και το αφιερώνει σ’ αυτήν[67], θρηνεί για την εμφύλια διαμάχη του Ιουνίου του 1863 (τα «Ιουνιακά», με τους 200 νεκρούς στρατιώτες και πολίτες[68]), χαίρει όμως για την επικείμενη προσάρτηση των Επτανήσων στην μητέρα - πατρίδα («όσον ούπω δε θέλει κυματίσει το ιερόν λάβαρον του φοίνικος των 1821 επί της Ακροπόλεως του Αλκινόου…») και αναμένει να ακούσει τις τυραννοφόνες φωνές των «Ζερβών, Μομφερράτων, Καπελέτων και άλλων ν΄ αντιχήσωσι βροντώδεις από του βήματος της εν Αθήναις Πανελληνίου Εθνοσυνελεύσεως…»[69].
Στο συγκεκριμένο ύμνο περιγράφονται με αρκετές λεπτομέρειες τα δραματικά γεγονότα της Επαναστάσεως του Ναυπλίου κατά του Όθωνος (αρχή της η 1η Φεβρουαρίου 1862) και της τελικής καταστολής της από τα κυβερνητικά στρατεύματα. Ο ποιητής του καλεί τους νέους, τους γεροντότερους και τις μητέρες να συνθρηνήσουν για τους νεκρούς της Αργολίδας στις μάχες περί την Αρεία και την Πρόνοια, που έπεσαν για τη λευτεριά, ενάντια στην τυραννική, όπως την αποκαλεί, οθωνική εξουσία. Περιγράφει ομηρικές μάχες μεταξύ των αντιμαχομένων μερών, ανδραγαθίες επώνυμων επαναστατών αξιωματικών και στρατιωτών (Μίχος, Ζυμβρακάκης, Μάνος, Τριτάκης, Κορωναίος, Δυοβουνιώτης, Πραΐδης, Σμολένσκυ, κ.ά.), παρουσιάζει την Πατρίδα να θρηνεί μαζί με άλλα στοιχεία της φύσης τον θάνατο των γενναίων αντιστασιακών, οραματίζεται το μέλλον της Νέας Γενιάς ελεύθερο και ελπιδοφόρο «ζωγραφίζοντας» εικόνες απ΄ αυτό (είναι το μόνο σημείο του που επαινεί ο κρίνων το πόνημα Βερναρδάκης)[70], βάζει τη Δόξα και την Αρετή να στεφανώνουν τους τάφους των πεσόντων, υμνεί την Ελευθερία, την οποία αναγνωρίζει

…….. ανδρειωμένη
από την αρματοσιά,
κι΄ από την αιματωμένη
κόκκινή σου φορεσιά
***
Σε γνωρίζ’ από το αίμα
που ΄ς τα ρούχα πλημμυρεί,
κι΄ από το ταχύ σου βλέμμα
που γοργά παρατηρεί [71],

συνδιαλέγεται μαζί της, χαιρετίζει την κατίσχυσή της (ή τις επαναστάσεις γι’ αυτήν) στην Αμερική, στην Πολωνία  και σ’ άλλες χώρες

΄Σαν του ήλιου η ματιά σου
είναι, κόρη, καυστική,
κι’ απ’ εδώ η δεξιά σου
φτάνει στην Αμερική
***
Κι’ αναγγέλει σωτηρίαν,
Ο δε Λίγκολν καταργεί
μ’ έναν κτύπον την δουλείαν
κι’ ωσάν Γίγας ενεργεί [72],

και κλείνει με την παραίνεσή της προς τον ποιητή να την ψάλει διαρκώς εν όσω ζει:

Και συ ψάλλ’ εν όσω ζήσεις,
Και τη λύρα σου ποτέ,
Όσω ζης μην αμελήσης,
Πάντα ψάλλε με θνητέ!
***
Είπε, και την Θεά είδα
Να πετάξη με φτερά
Έξαφνα, και την Πατρίδα
Να κυττάζη λυπηρά!
***
Έφυγε! ….[73].

Ο ύμνος του είναι ένα μακροσκελέστατο στιχούργημα (226 στροφών), πλήρες πατριωτικού αισθήματος, μέχρις ακροτήτων. Η θεά του, ονόματι «Επανάστασις», τον έχει φαίνεται τυφλώσει, παραβιάζουν το «έρκος των οδόντων» του φωνές μίσους και εκδικήσεως. Διότι δεν ερμηνεύεται αλλιώς το πλήθος των δακρύων που χύνει ο ποιητής επί των πτωμάτων των αγωνιστών της, ενώ για τους δυστυχείς αδελφούς τους που πέθαναν υπακούοντες (αναγκαστικά ή μη) στη φωνή της πειθαρχίας, ως μέλη του εθνικού στρατού, δεν έχει ούτε ένα ποιητικό δάκρυ. Το ίδιο πνεύμα κυριαρχεί και στην Εις τους εν Κύθνω δολοφονηθέντας Ελεγεία (129 στίχων), που αναφέρεται στον ηρωικό θάνατο των επαναστατών κατά της οθωνικής εξουσίας και ειδικότερα των ηγετών τους Πέτρου Λεωτσάκου, Περικλή Μωραϊτίνη και Αγαμέμνονα Σκαρβέλη, στην Κύθνο, τον Μάρτιο του 1862, κατά τις επαναστατικές συγκρούσεις εκείνων των ημερών[74]. Η Πατρίς καταράται τους φονείς των αγωνιστών (μεταξύ πολλών άλλων) και με τις εξής κατάρες:

Επικατάρατοι φονείς
Η γη να μη σας λύση!
Ποτέ πνευματικός κανείς
Να μη σας λύση της ποινής!
Να μην ιδήτε κρίσι!
***
Και εις αιώνας εκατό
Θα ζη το έγκλημά σας
Εχύσατ’ αίμ’ αγαπητό
Και σαν του Κάιν μισητό
Να μείνη τ’ όνομά σας!

Αλλά ως αγαθή μητέρα, εύχεται να επέλθει λύσις των καταρών της, αν υπάρξει εκ μέρους τους ειλικρινής μεταμέλεια:

Αντί κατάρας την ευχή
Αν μεταμεληθούνε
Ας λάβουνε από ψυχή!
Στη ψυχική μου ταραχή
Ό,τ’ είπα να σβυστούνε![75].

Ο Δημήτριος Βερναρδάκης, όψιμος κλασικιστής, με τη φλόγα των Προλεγομένων του έργου του Μαρία Δοξαπατρή (1858) ακόμη ζωντανή, κριτής στον συγκεκριμένο ποιητικό διαγωνισμό (πρβλ. την έκθεση-μανιφέστο για τον εν λόγω διαγωνισμό), σημειώνει, μεταξύ άλλων, ότι «το ποίημα τούτο εποιήθη κατά ζήλον του Ύμνου της Ελευθερίας του Σολωμού, ον ενθυμίζουσι πλην της εσωτερικής αναπτύξεως και της πορείας των εννοιών και εξωτερικώς ακόμη πολλαί στροφαί, οίον στρ. 127, 130, 137, 138, 139, 142, 173, 189 κ.λπ.»[76].
Ο Σ.Μ., με μικρές παρεκκλίσεις, μιμήθηκε όντως τη στιχουργία και την τεχνική του Σολωμού. Ο ίδιος κριτής τού βρίσκει κάποιο ταλέντο («φαίνεται όμως πεπροικισμένος εκ φύσεως με δόσιν τινά ποιητικού πνεύματος, και πολλαχού η ποίησίς του εμψυχούται και λαμβάνει γοργήν τινα κίνησιν…»), διαφωνεί όμως ριζικά με τη γλώσσα του, αφού στον ύμνο του «αναφαίνονται όλαι της γλώσσης αι ανωμαλίαι, όσαι υπάρχουσι και εν τω πρωτοτύπω, αλλά εις πολύ πλειότερον και χειρότερον βαθμόν»[77]. Αξιοσημείωτη, για άλλους λόγους, είναι η αμέσως επόμενη επισήμανσή του: «Οι Κριταί ουδαμώς είναι διώκται της δημοτικής εν τη ποιήσει γλώσσης, εξ εναντίας και στέργουσι και αποδέχονται αυτήν μετά χαράς, αλλά την δημοτικήν γλώσσαν αυτήν, καθαράν και άμικτον, και γνησίαν, της οποίας ίσως μόνον ο μακαρίτης Ζαλοκώστας κατώρθωσε μέχρι τούδε ν’  ανακαλύψη το μυστήριον, όχι το κράμα εκείνο το κακόζηλον και ανούσιον της κοινής αιολοδωρικής διαλέκτου και της αρχαίας αττικής. Έτι δε μάλλον στέργουσι και αποδέχονται την γλώσσαν ταύτην, όταν επενδύη νοήματα ανάλογα και ομογενή προς την μορφήν ταύτην, όπως και τούτο επέτυχεν ικανώς ο Ζαλοκώστας…»[78]. Η γλώσσα, άλλη μια φορά καθορίζει την ποιητική κριτική, τής (ούτως ή άλλως) «φτωχής» λαϊκής ποίησης του Σ.Μ. εν προκειμένω.

Αντί ενός «επιλόγου συμπερασμάτων»: ο ορθόδοξος χριστιανός, ο «αντιδυτικός»

Προαναφέρθηκε ότι στη σκέψη του ποιητή συνυπάρχουν τα διαφωτιστικά μηνύματα, η «ένθεη μανία» του ρομαντισμού πνεύματος και η θρησκευτική πίστη. Γλώσσα και θρησκεία θεωρούνται στους ριζοσπάστες αποδεικτικά στοιχεία της εθνικής ενότητας, της επτανησιακής ταυτότητας, θεωρούνται συντελεστές της εθνικής ενσωμάτωσης. Η συμβολή του επτανησιακού κλήρου στον αγώνα ήταν τεράστια, η συμμετοχή του στις τάξεις των ριζοσπαστών αναμφισβήτητη. Ένα τέτοιο αμάγαλμα ιδεολογιών, το οποίο συνθέτουν ριζοσπάστες και απόγονοι των Κολλυβάδων (όπως ο Κοσμάς Φλαμιάτος, ο εμπνευστής του κινήματος του Παπουλάκου αργότερα), είναι όντως ένα ενδιαφέρον φαινόμενο, όχι πάντως άγνωστο στα ελληνικά πράγματα: ο νεότερος λαϊκός μας πολιτισμός έχει κύριο χαρακτηριστικό του τη γόνιμη σύγκραση θεμελιωδών παραμέτρων, ιδεών και προσώπων άκρως αντιθέτων μεταξύ τους. Αυτή είναι η ανυπέρβλητη γοητεία του.
Το γεγονός ότι επί επτά αιώνες περίπου οι επτανήσιοι Έλληνες ανταγωνίζονται την προσπάθεια των Δυτικών κατακτητών να τους επιβάλουν τον καθολικισμό, συνέδεσε ισχυρότερα το απελευθερωτικό κίνημα και τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό με την Ορθοδοξία. Άρα, η διαπάλη των δύο μεγάλων θρησκευτικών κοινοτήτων των Επτανήσων είναι παρούσα και στο έργο του Σ.Μ., και πώς να μην ήταν. Ο παπισμός και ο προτεσταντισμός[79] παραμένουν «δαιμονοποιημένοι» στη λαϊκή συνείδηση, οι ιστορικές συνθήκες των μέσων του 19ου αι., η ιστορική μνήμη, τα αντίστοιχα στερεότυπα και οι διαμορφωμένες κοινωνικές αναπαραστάσεις τους ως Άλλων ευνοούσαν τέτοιες αντιλήψεις[80]:

Σαν τον δράκοντα συρίζει
Κατ’ αυτού ο Παπισμός
Κ’ εναντίον του μουγκρίζει
Κλήρος και απολυτισμός[81].

Ο Θεός είναι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας κατά τον Σ.Μ., είναι ο «λόγος» (με την αρχαιοελληνική του σημασία) που την κατευθύνει μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι[82]. Καμιά επαναστατική κίνηση δεν θα ευοδωθεί, κανένα εθνικό όραμα δεν θα πραγματωθεί χωρίς την αρωγή της θείας δυνάμεως. Ο ελληνικός Διαφωτισμός είναι ρομαντικός, επαναστατικός, ανατρεπτικός, αλλά και χριστιανικός. Αν στην Ελλάδα των μέσων του 19ου αι. κ.ε. ο Διαφωτισμός εκπνέει, οι ιστορικές συνθήκες (παρελθόντος και παρόντος) στα Επτάνησα τον ενισχύουν, και μ’ αυτόν θα συνδεθεί και πάλι ο Ελληνισμός στην ύστερη φάση του (1870 κ.ε.) μέσω επτανησίων διανοητών και δημιουργών (Π. Πανάς, Ρ. Χοϊδάς, Μ. Αντύπας, κά.). Ιδού πώς αντιμετωπίζει ο Σ.Μ. την εκλογή του πνευματικού καθοδηγητή του νησιού του, το 1842[83], του Κωνσταντίνου Ιακωβάτου (1795-1868)[84]. Ο ολιγογράμματος ποιητής δίνει με το δικό του τρόπο αυτές τις ιδέες και τα εθνικά αισθήματα, όταν, νεαρός ακόμη, ζει έντονα, ανακατεμένος μέσα στο πλήθος, την «επαναστατική» για κείνον στιγμή της εκλογής του θρησκευτικού του ηγέτη:

Ενώ εις σκέψεις, έκστασιν και θάμβος ευρισκόμην,
Εκ της διαδηλώσεως της λαϊκής εκείνης,
Από χαράν ενδόμυχον κρυφίαν ετερπόμην,
Παλμούς καρδίας αισθανθείς και ψυχικής γαλήνης
(…)
Αλλ’  η πατρίς απέκτησε πνευματικόν πατέρα,
Και νικηφόρος ηρωίς ειν’  η Κεφαλληνία! [85].

Γλώσσα και θρησκεία είναι για τον Σ.Μ. οι πυλώνες του Ελληνισμού, άρα οι στόχοι κάθε εχθρού του. Η κοσμοκράτειρα Αγγλία (για την οποία η κρίση του είναι καταπέλτης),

Κάμινος κακουργημάτων γέγονας κι’ ανθρωποπώλις
Και αιμάτων εμπορεία, η εξώλης και προώλης!
Και λωποδυτών εστία και αρχιληστών η πόλις.
Μάστιξ ει της οικουμένης και χειρίστη της πανώλης[86]

αντί της ελευθερίας, προτιμά να προσφέρει στη μαρτυρική πατρίδα του,

Προγραφάς και εκτοπίσεις
Πρόστιμα, ποινάς βαρβάρους και αδίκους φυλακίσεις,
Αυθαιρέτους εξορίας,
Και καταδρομήν της γλώσσης και αμώμου μας θρησκείας[87].


[1] Βλ. εδώ, παρακάτω, στην ενότητα «Ο ορθόδοξος χριστιανός, ο ‘‘αντιδυτικός’’».
[2] Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας, ή Ιστορικόν επεισόδιον επί των ενεργειών δρασάντων τινων προσώπων προς επίτευξιν της Μεγάλης Ιδέας, Εν Αθήναις 1895, 69.
[3] Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας…, ό.π., 174.
[4] Οι τάφοι της Αργολίδος, ή Ύμνος εις την Ελευθερίαν. Του Εξορίστου του Ναυπλίου άσμα πρώτον. Υπό Κεφαλλήνος λεπτουργού, Εν Αθήναις 1863, ιγ΄-ιδ΄.
[5] Πληρέστερο βιο-εργογραφικό του βλ. στον Ηλία Τσιτσέλη, Κεφαλληνιακά σύμμεικτα. Συμβολαί εις την ιστορίαν και λαογραφίαν της νήσου Κεφαλληνίας, τ. Α΄. Εν Αθήναις 1904, 374-377.
[6] Γ. Ραυτόπουλος, Ο ριζοσπαστισμός στη μουσική και την ποίηση, Σύγχρονες Εκδόσεις Κορυφή Α.Ε., Αθήνα 1996, 127.
[7] Στη σελ. 5.
[8] Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας…, ό.π., 317 κ.ε.
[9] Βλ. εδώ παρακάτω αναλυτικότερα.
[10] Βλ. αναλυτικά στον Γιάννη Λέφα, ό.π., 173-179.
[11] Στον Γιάννη Λέφα, ό.π., 82.
[12] Βλ. για το θέμα Ιω. Δημάκης, Η πολιτειακή μεταβολή του 1843 και το ζήτημα των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, Θεμέλιο, Αθήνα 1991.
[13] Βλ. περισσότερα στον Γιάννη Λέφα, ό.π., 47 κ.ε.
[14] Γ. Ραυτόπουλος, Ο ριζοσπαστισμός στη μουσική και την ποίηση, ό.π., 127. – Ερασμία-Λουίζα Σταυροπούλου, «Γ. Μαυρογιάννης – Σπ. Μαλάκης – Π. Πανάς: χαρακτηριστικές επιρροές στο ποιητικό τους έργο», Πρακτικά του Ε΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, Αργοστόλι-Ληξούρι, 17-21 Μαΐου 1986, τ. 4, Αργοστόλι 1991, 288.
[15] Κριτική του βλ. στον Ηλ. Τσιτσέλη, ό.π., 377.
[16] Στο εξώφυλλό του αναφέρεται ότι τυπώθηκε «δαπάνη των εν Αθήναις παρεπιδημούντων εργατικών Καφαλλήνων και της Αθηναϊκής Νεολαίας, όπως διανεμηθή δωρεάν».
[17] Μεταξύ τους και το «αγλάισμα τούτο της Κεφαλληνιακής ποιήσεως» (σελ. 19-20), ο Γεράσιμος Μαυρογιάννης, για τον οποίο βλ. και σε άλλο σημείο αυτής της εργασίας.
[18] Ο Κόκορος της ’Παπαντής Ηλίας Ζερβός…., στην υποσημ. της σελ. 8.
[19] Ο Κόκορος της ’Παπαντής Ηλίας Ζερβός….,  16.
[20] Αλέξης Πολίτης, Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880,  Ε.Μ.Ν.Ε. – Μνήμων, Θεωρία και Μελέτες Ιστορίας 14, Αθήνα 1998², 112 κ.ε.
[21] Έλλη Σκοπετέα, Το «Πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Πολύτυπο, Αθήνα 1988, 112.
[22] Βλ. σχόλια και αντιδράσεις γι’ αυτήν στους Γ. Αποστολάκη, Τα δημοτικά τραγούδια. Μέρος Α΄: Οι συλλογές. Αθήνα 1929, 320-322. - Μ. Μερακλής, «Για την ελληνική λαογραφία», στο βιβλίο του Θέματα Λαογραφίας, Καστανιώτης, Αθήνα 1999, 11 κ.ε. - Π. Μουλλάς, Ο λόγος της απουσίας. Δοκίμιο για την επιστολογραφία με σαράντα ανέκδοτα γράμματα του Φώτου Πολίτη (1908-1910), Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1992, 399-400. – κ.ά.
[23] Αλέξης Πολίτης, Ρομαντικά χρόνια…, ό.π., 115-116.
[24] Κ.Θ. Δημαράς, Ελληνικός ρωμαντισμός, Ερμής, Αθήνα 1994, 187.
[25] Σπ. Ζαμπέλιος, Πόθεν η κοινή λέξη τραγουδώ; Σκέψεις περί ελληνικής ποιήσεως, Εν Αθήναις 1859, 10, 21.
[26] Η βιβλιογραφία για τον ριζοσπαστισμό στα Επτάνησα (1848-1864) είναι τεράστια. Βλ. ενδεικτικά την τελευταία χρονικά έκδοση του Γ. Αλισανδράτου, Κείμενα για τον επτανησιακό ριζοσπαστισμό, Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2008.
[27] Για τον αντίχτυπό του στην Ελλάδα βλ. ενδεικτικά Ελένη Μπελιά, «Η ιδεολογία της επτανησιακής ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα», Πρακτικά του Ε΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Αργοστόλι-Ληξούρι, 17-21 Μαΐου 1986), τ. 2, Αργοστόλι 1989, 271, υποσημ. 23.
[28] Αντ. Λιάκος, Η ιταλική ενοποίηση και η Μεγάλη Ιδέα, 1859-1862, Αθήνα 1985.
[29] Ο Κόκορος της ’Παπαντής Ηλίας Ζερβός….,  12.
[30] Βλ. γι’ αυτούς πρόχειρα Ερασμία-Λουίζα Σταυροπούλου, ό.π., όπου και άλλη σχετική βιβλιογραφία στις παραπομπές της συγγραφέως.
[31] Βλ. το αφιέρωμα του περιοδ. Επτανησιακά Φύλλα, τχ. 5 (1964) στον τύπο της εποχής που μας ενδιαφέρει εδώ.
[32] Από την πληθώρα της σχετικής βιβλιογραφίας βλ. ενδεικτικά Μιράντα Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, Οι εξεγέρσεις της Κεφαλληνίας κατά τα έτη 1848 και 1849, Αθήνα 1980.
[33] Σπ. Λουκάτος, «Εκθέσεις Ελλήνων προξένων στα Επτάνησα κατά την περίοδο της Θ΄ Ιονίου Βουλής (1850-1851)», Κεφαλληνιακά Χρονικά 2 (1977), 41.
[34] Βλ., ειδικότερα, Ν. Τζουγανάτος, «Η επανάσταση της Σκάλας (16.8.1849) και ο παπα-Ληστής», Κεφαλληνιακά Χρονικά 1 (1976), 64-94. Την ηρωική του δράση περιγράφει και ο Σ.Μ. στο Αι ημέραι του στρατοδικείου, σελ. 7, 10 κ.α.
[35] Η πρώτη στροφή του ποιήματος, όπως πρωτοδημοσιεύτηκε το 1851 στην εφημ. Αναγέννησι, φ. 52 (7.9.1851), 4. Βλ. και Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας…, ό.π., 301. Ολόκληρο το ποίημα στις σελ. 301-305. Αναλόγου περιεχομένου στιχουργήματα εστάλησαν κι  άλλα πολλά στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος. Βλ., π.χ., στο φ. 12 (19.81850), 4, ένα του Ι. Σταματέλου, ή στην εφημ. Αναγέννησι.
[36] Γ. Ραυτόπουλος, Ο ριζοσπαστισμός στη μουσική και την ποίηση, ό.π., 87-91. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Παράρτημα 53 της εφημ. Χωρικός, στις 16.1.1852.
[37] Γ. Ραυτόπουλος, Ο ριζοσπαστισμός στη μουσική και την ποίηση, ό.π., 94.
[38] Ο Κόκορος της ’Παπαντής Ηλίας Ζερβός…., 7.
[39] Στο Αι ημέραι του στρατοδικείου, 11.
[40] Οι στίχοι είναι επηρεασμένοι από τον «Υπουργηματικό του Ιω. Καποδίστρια» του Αλ. Σούτσου.
[41] Στον Γιάννη Λέφα, ό.π., 176.
[42] Εις τους εν Κύθνω δολοφονηθέντας ελεγεία, 31.
[43] Η εφημερίδα Ήλιος του Π. Σούτσου τον υποδέχεται ως «ποητήν δωρήματι του Θεού» το 1859 στην Αθήνα. Βλ. Ερασμία-Λουίζα Σταυροπούλου, «Γ. Μαυρογιάννης – Σπ. Μαλάκης – Π. Πανάς…», ό.π., 288.
[44] Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας…, ό.π., 364.
[45] Βλ. ενδεικτικά Παντελής Λέκκας, Η εθνικιστική ιδεολογία. Πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία, Κατάρτι, 1996².
[46] Νάσος Βαγενάς, Η ειρωνική γλώσσα. Κριτικές μελέτες για τη νεοελληνική γραμματεία, Στιγμή, Αθήνα 1994, 196-197.
[47] Πρβλ. Β. Πούχνερ, Η γλωσσική σάτιρα στην ελληνική κωμωδία του 19ου αιώνα. Γλωσσοκεντρικές στρατηγικές του γέλιου από τα «Κορακίστικα» ως τον Καραγκιόζη, Πατάκης, Αθήνα 2001, 128.
[48] Ανδρέας Ιδρωμένος, Ο υπέρ της εθνικής αποκαταστάσεως αγών των Επτανησίων, 1815-1864, Εν Κερκύρα 1889, 15. Πρβλ. Κ. Σολδάτος, «Η εθνική γλώσσα εις την Επτάνησον», Κερκυραϊκά Χρονικά 13 (1967), 84-104. - Γ. Λεοντσίνης, Ζητήματα επτανησιακής κοινωνικής ιστορίας, Αφοι Τολίδη, Αθήνα 1991, 559 κ.ε.
[49] Κ. Σολδάτος, «Η εθνική γλώσσα εις την Επτάνησον», ό.π., 103, 104.
[50] Βλ. ενδεικτικά τις απόψεις τους για το γλωσσικό ύφος που πρέπει να μετέρχονται στο φ. 53 (7.9.1851), 1-3, της εφημερίδας τους Ο Φιλελεύθερος.
[51] Βλ. ενδεικτικά Σπ. Θεοτόκης, «Περί της εκπαιδεύσεως εν Επτανήσω (1453-1864). Ιστορική μελέτη», Κερκυραϊκά Χρονικά 5 (1956), 5-142. Γ. Λεοντσίνης, Ζητήματα…, ό.π., 263 κ.ε., 326 κ.ε., 520 κ.ε., 559 κ.ε.
[52] Για την έννοια βλ. αναλυτικά Pierre Bourdieu, Η διάκριση. Κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης, Πατάκης, Αθήνα 2003 (4η έκδοση), 363 κ.ε.
[53] Σελ. 12, της Ελεγείας.
[54] Επτά στροφών, και παρατίθεται μετά το τέλος της Ελεγείας.
[55] Σελ. 13, της Ελεγείας.
[56] Εν Αθήναις, τύποις Ν. Γ. Πάσσαρη και Α. Γ. Καναριώτου, 1863.
[57] Στον Γιάννη Λέφα, ό.π., 179.
[58] Η ρωσοφοβία ενοχοποιούσε την Ελλάδα ως ρωσίζουσα, εξ αιτίας του ομοδόξου θρησκεύματος.
[59] Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας, ό.π., 451-453.
[60] Εφημ. Αναγέννησις, 2. 6. 1859.
[61] Στη σελ. 10 του ποιήματος.
[62] Εις τον θάνατον του Αλεξάνδρου Σούτσου Ελεγείον, 11.
[63] Ηλ. Τσιτσέλης, ό.π., 376.
[64] Πρωτομαγιά, σελ. 6.
[65] Για τις περιπέτειες του Εθνικού Ύμνου περί τα τέλη του 19ου αι. βλ. Μ. Σέργης, «‘‘Ύμνος εκφράζων τα ύψιστα αισθήματα και τας ενθερμοτέρας του Έθνους ευχάς πρέπει και γλώσσης της ευγενεστέρας και υψηλοτέρας να ποιήται χρήσιν’’. ‘‘Περιπέτειες’’ του Εθνικού Ύμνου τον 19ο αιώνα», στον τόμο Στέφανος. Τιμητική προσφορά στον Βάλτερ Πούχνερ, Ergo, Αθήνα 2007, 1089-1106.
[66] Για τους ποιητικούς διαγωνισμούς των ημερών εκείνων βλ. τη δ.δ. του Π. Μουλλά, Les concours poétiques de luniversité d’  Athènes, 1851-1877. Archives Historiques de la Jeunesse Grecque, Secrétariat Général À la Jeunesse, Athènes 1989. – Του ίδιου, «Ποίηση και ιδεολογία. Οι αθηναϊκοί πανεπιστημιακοί διαγωνισμοί (1851-1877)» και «Πανεπιστήμιο Αθηνών: Ποιητικοί διαγωνισμοί και ιδεολογία (1851-1877)», στο βιβλίο του Ρήξεις και συνέχειες. Μελέτες για τον 19ο αιώνα, Σοκόλης 1993, σελ. 279-290 και 291-330 αντιστοίχως.
[67] Με σεβασμόν «Εις την αγνήν κόρην της Οκτωβριανής Επαναστάσεως την Εθνοφυλακήν, δια τας χρηστάς της πατρίδος ελπίδας…».
[68] Βλ. γι΄ αυτήν την ταραγμένη περίοδο ενδεικτικά στην Ι.Ε.Ε., της Εκδοτικής Αθηνών, τ. 13, 228 κ.ε.
[69] Οι τάφοι της Αργολίδος, ε΄- ιβ΄.
[70] Πανδώρα, ό.π., 109. Παραθέτει μάλιστα τις σχετικές υπ’ αριθμ. 101-114 στροφές.
[71] Σελ. 40.
[72] Σελ. 50.
[73] Οι τελευταίοι στίχοι του ποιήματος, σελ. 52-53.
[74] Για τα γεγονότα του Μαρτίου του 1862 βλ. ενδεικτικά στην Ι.Ε.Ε., τ. 13, 194.
[75] Εις τους εν Κύθνω δολοφονηθέντας Ελεγεία, 37, 40.
[76] Πανδώρα, τ. 14, φυλλάδιον 317 (1. 6. 1863), 109.
[77] Πανδώρα, ό.π., 110.
[78] Πανδώρα, ό.π., 110.
[79] Γ. Μεταλληνός, «Η αγγλική προστασία και οι ‘‘Greek Protestants’’ της Ζακύνθου. (Ένα επεισόδιο του Ριζοσπαστικού Αγώνα)», Πρακτικά του Ε΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Αργοστόλι-Ληξούρι, 17-21 Μαΐου 1986), τ. 2, Αργοστόλι 1989, 189-218.
[80] Συγκεντρωτική βιβλιογραφία επί του θέματος βλ. στο Ν. Καρπούζης, «Ορθόδοξοι και Καθολικοί στη σύγχρονη κοινωνία του Αργοστολίου Κεφαλληνίας», στον τόμο Μ. Βαρβούνης – Π. Τζουμέρκας (επιμ.), Αλεξανδρινός αμητός. Αφιέρωμα στη μνήμη του Ι. Μ. Χατζηφώτη, Πατριαρχική Βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, Αλεξάνδρεια 2008, 193 κ.ε.
[81] Στο Οι τάφοι της Αργολίδος…, 48. Βασίζεται σε αντίστοιχη στροφή από τον Περιπλανώμενο του Σούτσου. Πρβλ. Γιάννη Λέφα, ό.π., 178.
[82] Πρβλ. αυτήν την διαχρονική θεώρηση στο Μ. Σέργης, Εκκλησιαστικός λόγος και λαϊκός πολιτισμός τον 16ο αιώνα. Η περίπτωση του Παχωμίου Ρουσάνου, Εκδοτικός Οίκος Αφων Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2008, 39 κ.ε., 53 κ.ε.
[83] Βλ. ενδεικτικά Σπ. Λουκάτος, «Οι αγώνες και αι θυσίαι τού υπό αγγλικήν δεσποτείαν επτανησίου κλήρου…», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Ελλάδος 17 (1963-64), 282 κ.ε.
[84] Δίδαξε στο Φλαγγινιανό Γυμνάσιο της Βενετίας, χρημάτισε πρύτανης της Ιονίου Ακαδημίας, παύτηκε και εξορίστηκε από τους Άγγλους ως ύποπτος για τη συμμετοχή του στη Φιλορθόδοξη Εταιρεία. Η ανακήρυξή του σε μητροπολίτη Κεφαλληνίας ακυρώθηκε από την αγγλική εξουσία το 1842. Στη συνέχεια διατέλεσε επί 20ετία σχολάρχης της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Παρενθετικά να υπενθυμίσω ότι όλοι οι αδελφοί Τυπάλδοι-Ιακωβάτοι (ειδικά οι τρεις νεότεροι) υπήρξαν πολιτικοί του ριζοσπαστικού κόμματος. Γεννημένοι στο κλίμα της Ιονίου Πολιτείας που προανέφερα, στους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες των ριζοσπαστών, κατανοούσαν τη σημασία που είχε για τον ελληνισμό η ενιαία εκκλησιαστική έκφραση, γι’ αυτό και αργότερα υποστήριξαν την υπαγωγή των Επτανήσων και της Ελλάδας στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.
[85] Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας, ό.π., 69.
[86]  Από το Αι ημέραι του Στρατοδικείου…. Πρβλ. Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου ιστορίας, ό.π., 524. Ολόκληρο το ποίημα στις σελ. 501-524.
[87] Αι ημέραι του στρατοδικείου, σελ. 2.
Related Posts with Thumbnails