© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

«… επί τας κεφαλάς των αχαρίστων»

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Ο φίλος Γιάννης Δεμέτης, σε προηγούμενο φύλλο των φιλόξενων σελίδων της Ημέρας τση Ζάκυθος μας θύμισε δύο ιστορικές πινακίδες, οι οποίες είχαν σχέση με τον τόπο που γεννήθηκε και πέρασε στην αιωνιότητα, αντίστοιχα, ο προστάτης του νησιού μας, ο λαοφιλής Άγιος Διονύσιος.
Πράγματι τις θυμάμαι και μετασεισμικά –την παλιά Ζάκυνθο δεν την πρόλαβα– να υπάρχουν και να ξυπνούν μνήμες, την μια στην γειτονιά μου –μεγάλωσα Φωσκόλου και Στεφάνου γωνία– και την άλλη στην Αγία Τριάδα, όταν συχνά και κυρίως τ’ απογεύματα της Κυριακής πήγαινα στον κινηματογράφο “Lux” για τις δύο ταινίες και την ευωδία του τζαντζαμινιού και του αιγοκλήματος.
Κάποτε χάθηκαν κι αυτές, όπως πολλά άλλα, τα οποία έδειχναν την ιδιαιτερότητά μας και τόνιζαν την αξία και την σημασία του επτανησιακού μας πολιτισμού και της ζακυνθινής μας ταυτότητας. Ήταν περίπου η εποχή που αρχίσαμε να κόβουμε και βασιλόπιτα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, να ψήνουμε αρνί το Πάσχα και το χειρότερο ν’ ασεβούμε, λέγοντας το τζαντζαμίνι, γιασεμί.
Δεν ξέρω, μάλιστα, αν είναι της μνήμης μου αποτέλεσμα ή δημιουργία των διηγήσεων των παλιότερων, αλλά θυμάμαι, κάπου εκεί στη «Φωσκόλου» να σταματά η λιτανεία του χειμώνα και να τοποθετείται η λάρνακα με το σκήνωμα του Αγίου μας πάνω σ’ ένα βάθρο, που το είχαν στήσει νωρίτερα οι υπάλληλοι του Δήμου, για να γίνει δέηση, κοντά στο πατρικό του σπίτι και να δικαιολογηθεί έτσι η χαρακτηριστική επίκληση από τους συμπατριώτες του: «Άγιε μου Σιγούρο!»
Σε κάποιο άλλο φύλλο της εφημερίδας, λίγες μέρες αργότερα, επανήλθε στο καυτό θέμα η γνωστή ζωγράφος και πάντα δραστήρια πολίτης, Μαρία Ρουσέα, η οποία μας θύμισε πως το δωμάτιο όπου ο Άγιός μας άφησε την τελευταία του πνοή, είχε γίνει παρεκκλήσιο και πως ο πατέρας της, ο αεικίνητος για όσους τον είχαν γνωρίσει, Χρήστος Ρουσέας, το είχε αγιογραφήσει με το ταλέντο του και την τζαντιώτικη ευαισθησία του, με σκηνές από την ζωή και τα θαύματα του Ιεράρχη.
Βέβαια, δίχως την θέλησή μας, επενέβη ο σεισμός και η φωτιά του Αυγούστου του 1953 και «ήρθαν τα πάνω κάτω», αποκόβοντάς μας από την ιστορία μας και απομακρύνοντάς μας από τον πολιτισμό μας, που ούτε οι κεντρικοί αρμόδιοι, ούτε η νεώτερη τηλεόραση φαίνεται να γνωρίζουν και να σέβονται. Έτσι στερηθήκαμε από τις ρίζες μας και βρεθήκαμε, «ανεπαισθήτως», όπως θα έλεγε συνοπτικά και ο μεγάλος Καβάφης, σχεδόν σε ξένα χωρικά ύδατα.
Τίποτα, όμως, δεν είναι ακατόρθωτο. Η πιο σωστή λύση, βέβαια, να χτιστεί η Ζάκυνθος όπως ήταν ή έστω να σωθούν μερικά καίρια σημεία της, για να θυμίζουν και να συνδέουν, πήγε χαμένη και μια ιστορία πέρασε, έτσι, στην αισθητική του βλάχου, που πρόφερε βαρύ το «σ» και μας κυβέρνησε, προσπαθώντας να εξαφανίσει τις ζεστές πέτρες και να γεμίσει την Ελλάδα άψυχο μπετόν.
Μα, όπως σοφά λέει και ο λαός, «ποτέ δεν είναι αργά», αρκεί όλοι μας και προπάντων αυτοί που μας κυβερνάνε, να δημιουργούν διασωστικά και να μην αντιγράφουν ισοπεδωτικά.
Η Ζάκυνθος με την ιστορία των πεντακοσίων και βάλε χρόνων χάθηκε οριστικά εκείνο το σημαδιακό Καλοκαίρι του ’53, αλλά η μνήμη μπορεί να συντηρηθεί. Οι πινακίδες, που θυμίζουν τον τόπο της γέννησης και της θανής του Αγίου μας πρέπει να επανατοποθετηθούν, αλλά συγχρόνως και σε άλλα σημεία της πόλης πρέπει να τοποθετηθούν παρόμοιες, οι οποίες θα γνωρίζουν και θα θυμίζουν γεγονότα, σημαντικά κτίρια και εξέχουσες προσωπικότητες. Επίσης, όπως έχουμε ξαναγράψει, οι παλιές ονομασίες –Πλατεία Ρούγα, Πλατύφορος, Γιοφύρι, Τσαρουχαρέικα, Άι-Γιαννιού το Καντούνι κ. ά.– πρέπει να επανέλθουν και επίσημα, για να μην ρωτούν τα παιδιά μας πού είναι τ’ αυτονόητα κι αυτά που εμείς με την παρουσία τους μεγαλώσαμε.
Δεν λέω, καλό είναι το Ναυάγιο, αλλά μην χάσουμε ένα Σολωμό, ένα Κάλβο κι ένα Φώσκολο –για να σταθώ στους αναμφίβολα μεγάλους και τα πρώτα ονόματα– για ένα … τσιγαράδικο!
Η προσπάθεια του αειθαλούς Νίκου Λαλώτη και όλων των άλλων αξιόλογων μελών του Σωματείου που ίδρυσε, για την αποκατάσταση του σπιτιού του Φώσκολου στην αρχική του μορφή είναι ένα αξιοζήλευτο παράδειγμα. Ελπίζουμε να καρποφορήσει και σύντομα να δούμε το κτίριο που άνδρωσε τον ποιητή των «Τάφων» να υψώνεται στην ομώνυμη, όπως αρμόζει, οδό και να αντικρούει την κακοδαιμονία μας.
Το ίδιο πρέπει να συμβεί και σε πολλές άλλες περιπτώσεις.
Το σχολειό του Μαρτελάου, ο τόπος που κάηκε το Libro d’ Oro, η γειτονιά του Ρεμπελιού των Ποπολάρων, οι τόποι θυσίας των συμπατριωτών μας, παλιότερα και νεότερα, δεν μπορεί να ξεχαστούν και να περάσουν στην λησμοσύνη.
«Εχθαίρουσιν οι Αθάνατοι / την ψυχήν, και βροντάουσιν / επί τας κεφαλάς / των αχαρίστων», όπως έγραψε κι ο «Πρωτόκλητος και Πρωτοψάλτης Κάλβος».
Ας ακολουθήσουμε την συμβουλή του.
Έχουμε ανάγκη την ιστορία μας. Χρειαζόμαστε τις ρίζες μας. Διαφορετικά, θα γίνουμε καμένα δάση.

[Εικαστικό σχόλιο: Το κόκκινο ποδήλατο, Κατερίνα Μαρούδα]

Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

Παύλου Φουρνογεράκη: ΡΩΓΜΕΣ (ποίημα)



Τίποτε το άτρωτο
Έχουν κι οι φιλίες τις ρωγμές τους
Και πού να βρεις τόσο υλικό να τις γεμίσεις
Και φαίνονται τόσο λεπτές
οι σχέσεις και οι ρωγμές τους
Λησμοσύνη,
για δες το φεγγάρι καρφωμένο στο σκαλιστό σταυρό
ολόγιομο θα στολίσει τη νύχτα και πάλι  

Ζάκυνθος, 28-8-2012

[Εικαστικό σχόλιο: Γιάννης Μαρατάγκας]

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

Παύλου Φουρνογεράκη: ΘΥΡΑ ΚΑΙ ΘΗΡΑ (ποίημα)




Υψηλός ο φρουρός στη θύρα της
συγγνώμης
Ριγωτές υποκλίσεις θήρας ελέους
Με τα βόλια του εγώ μας
Πώς να πείσει ο πρεσβευτής το Αγαθόν
Ασύμμετροι σταυροί  βιασύνης
Οι ετοιμόρροπες σκαλωσιές της πίστης
Κι ευθυτενής ωτακουστής ο Διονύσιος
Υπερίπταται ελπιδοφόρος, ο ακρωτηριασμένος.

Ζάκυνθος, 24 Αυγούστου 2012


Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

Ο Κανθαρόλεθρος και αρχαιοελληνικές πηγές ευθυμίας

Γράφει ο ΠΑΥΛΟΣ ΦΟΥΡΝΟΓΕΡΑΚΗΣ

Η γαλήνη της ψυχής, η ευθυμία, αποτελεί ανέκαθεν το σημαντικότερο  ζητούμενο των ανθρώπινων κοινωνιών και οι αρχαίοι Έλληνες σκαπανείς του πνεύματος μέσα από το φιλοσοφικό τους λόγο, πεζό και ποιητικό, προσπάθησαν να βοηθήσουν τον θλιμμένο και αναστατωμένο άνθρωπο. Φρόντισαν να τον καταστήσουν ικανό να μπορεί ν’ αντιμετωπίσει ενεργά και με ισορροπημένη διάθεση τις αντίξοες περιστάσεις, ώστε να μπορεί να οδηγηθεί στην εσωτερική ευδαιμονία.
«γιατί με τις περιστάσεις δεν στέκει να θυμώνουμε
αυτές δεν νοιάζονται για τίποτε
αλλά εκείνος που συναντώντας τε μπορέσει
να τις εκμεταλλευτεί σωστά
θα ευτυχήσει» (Ευριπίδης).
                Ο Πλάτων παρομοίαζε τη ζωή με παιχνίδι κύβων: στη ζωή είναι ανάγκη, όχι μόνο να ρίχνει κανείς την πιο συμφερτική ζαριά, αλλά αφού την ρίξει να την χειριστεί σωστά . Από τα δύο αυτά η ζαριά δεν είναι στο χέρι μας, στο χέρι μας ωστόσο είναι να ορίζουμε τη θέση στο καθετί που μας φέρνει η τύχη. Οι συνετοί άνθρωποι, σαν τις μέλισσες κορφολογούν ό,τι χρήσιμο  υπάρχει στις περιστάσεις και το επωφελούνται.
                Κατά τον Πλούταρχο (σημαντικό μελετητή των αρχαίων συγγραφέων), οι πιο πολλοί αντιπαρέρχονται ό,τι καλό και ευάρεστο κατέχουν και σπεύδουν προς τα δυσάρεστα και άθλια. Είναι αλλόκοτο να στενοχωριέται κανείς για ό,τι χάνει αντί να χαίρεται για ό,τι του μένει. Σαν τα μικρά παιδιά, που αν τους πάρεις ένα από τα πολλά τους παιχνίδια, πετάνε χάμω και όλα τα άλλα και κλαίνε και σκούζουν, όμοια κι εμείς, αν σε κάποιο πράγμα μάς ενοχλήσει η τύχη, με τους οδυρμούς και τις δυσφορίες μας αχρηστεύουμε και καθετί άλλο για τον εαυτό μας. Δεν πρέπει να παραβλέπουμε ακόμα και τα πιο κοινά πράγματα, αλλά να τα λογαριάζουμε κατά την αξία τους και να νιώθουμε ευγνώμονες που ζούμε, υγιαίνουμε και βλέπουμε τον ήλιο…
                Οι περισσότεροι, καθώς έλεγε ο Αρκεσίλαος (315-241π.Χ.), νομίζουν ότι σωστό είναι να εξετάζουν, με κάθε ακρίβεια και εξονυχιστικά τα «ποιήματα» των άλλων, αλλά για  τη ζωή τους, που πολλές παρέχει αφορμές για τερπνή ανασκόπηση, δεν νοιάζονται, καθώς κοιτάζουν διαρκώς προς τα έξω θαυμάζοντας τις υπολήψεις και τύχες των άλλων, όπως οι μοιχοί τις ξένες γυναίκες, καταφρονώντας όμως τον εαυτό τους και τα δικά τους πράγματα. Και ο λυρικός ποιητής Αρχίλοχος επίσης ούτε ζηλεύει ούτε φθονεί τα έργα και τα πλούτη των άλλων:
 «δεν  με νοιάζουνε τα πλούτη του πολύχρυσου Γύγη
ούτε ποτέ τα ζήλεψα, κι ούτε φθονώ
των θεών τα έργα, τη μεγάλη τυραννίδα δεν ποθώ,
γιατί μακριά πολύ τα μάτια μου στέκουν».
                Όταν ο Σωκράτης άκουσε κάποιον να μιλάει για τη μεγάλη ακρίβεια στην πόλη («μια μνα το χωριάτικο κρασί! Τρεις η πορφύρα! Πέντε δραχμές η κοτύλη το μέλι!») τον πήρε και τον πήγε στα κριθάρια(«ένας οβολός το ημίεκτο! Φτήνια που υπάρχει στη πόλη!») και ύστερα στις ελιές(«δύο χάλκινα νομίσματα η χοίνικα!») κι ύστερα πάλι στις εξωμίδες («δέκα δραχμές η εξωμίδα! Φτήνια που υπάρχει στην πόλη!»).1 Πόσο ταράζει τη γαλήνη της ψυχής μας η μονόπλευρη όψη των πραγμάτων, η μόνιμη αίσθηση μιας  τρισάθλιας βιωτής!
Στη χώρα μας, σήμερα, μοιάζουμε με κανθάρους (σκαθάρια) που, όπως διηγιόντουσαν στην αρχαία Όλυνθο, εισόρμησαν σε κάποιο μέρος λεγόμενο Κανθαρόλεθρο και, μη μπορώντας να βγουν έξω, στριφογύριζαν επί τόπου σε κύκλους ώσπου ψόφησαν. Η θύμηση των σύγχρονων συμφορών βυθίζει τους απαίδευτους σε μόνιμη ασφυξία και απραξία που οδηγεί στην κοινωνική και ατομική καταστροφή.
                «Μένεις αλώβητος στη συμφορά αν την αρνείσαι»,
πρέπει να  ‘χουμε πάντα πρόχειρο το λόγο αυτό του Μενάνδρου. Η άρνηση όμως δε σημαίνει αδράνεια, το νέκρωμα της αίσθησης δεν είναι φάρμακο κατάλληλο, ώστε να γλιτώσει το σώμα  από την οδύνη:
«μένε, ταλαίπωρε, στο στρώμα σου ακίνητος» (Ευριπίδης).
Δεν είναι καλύτερος γιατρός της ψυχής εκείνος που γυμνώνει την ψυχή από κάθε ταραχή και κάθε λύπη με τη μαλθακότητα, την προδοσία των φίλων, συγγενών και της πατρίδας. Η απραξία μόνη της οδηγεί τον άνθρωπο σε απελπισία, όπως τον ομηρικό Αχιλλέα:
«Ωστόσο όλος οργή καθότανε στα γοργά καράβια
ο αρχοντογεννημένος γιος του Πηλέας, ο γοργοπόδαρος
ο Αχιλλέας.
Κι ούτε στη σύναξη που λαμπρύνει τους άντρες πήγαινε ποτέ του
ούτε και στον πόλεμο, μόνο τα σωθικά του τά  ΄τρωγε η πίκρα
που εδώ καθόταν, αν και ποθούσε τον πόλεμο και την αντάρα του».
Η καθημερινή απομόνωση του σύγχρονου θλιμμένου ανθρώπου τροφοδοτεί την ψυχή του με το φαρμάκι της πίκρας, που μακάρι όμως να φουσκώνει και τον ασκό της οργής και να φτιάχνει πανοπλίες, ασπίδες και ξίφη ενάντια σ΄ όσους επιβουλεύονται τις πηγές της ευθυμίας, τη γιορτή της ζωής.
                Ο Διογένης, βλέποντας τον οικοδεσπότη του στη Λακεδαίμονα να ετοιμάζεται ενθουσιαστικά για κάποια γιορτή, είπε: «δεν είναι αλήθεια πως κάθε μέρα είναι για τον αγαθό άνθρωπο και μια γιορτή; Και μάλιστα λαμπρότατη, αν μας διακρίνει η φρόνηση!» Και στη γιορτή αυτή φωλιάζει η παλίντροπος αρμονία του σύμπαντος, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο. Μια εσωτερική, δηλαδή, σύνδεση ανάμεσα στα αντίθετα που εξασφαλίζει τη συνοχή τους.
΄Ετσι, δίχως να περιμένει κανείς τις καθιερωμένες γιορτές για να ευφρανθεί με το μισθωμένο γέλιο των χορευτών και των πανηγυριώτικων τελετών,  πρέπει να πλευρίζει το μέλλον άφοβα και ατάραχα, γεμάτος καλόγνωμη και πασίχαρη ελπίδα, να συνταιριάζει αρμονικά τις όμορφες με τις άσχημες πλευρές της ζωής του και να νιώθει για πάντα τη γαλήνη της ψυχής, την πολυπόθητη ευθυμία.
                                                                                                                Ζάκυνθος, 17-8-2012

Λεξιλόγιο:
1. Η μνα, ο οβολός τα χαλκά και οι δραχμές ήταν νομισματικές μονάδες. Η κοτύλη, το ημίεκτον και η χοίνιξ ήταν μέτρα χωρητικότητας και βάρους. Η εξωμίς ήταν ανδρικό ένδυμα χωρίς χειρίδες, που άφηνε τα χέρια γυμνά ως τους ώμους.
  
Βασική βιβλιογραφία:
Πλουτάρχου Περί Ευθυμίας «Για τη Γαλήνη της ψυχής» εκδ. στιγμή Αθήνα 2000.

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

Ο συντοπίτης και γείτονας Άγιος

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στην Ιταλία, την φίλη και γείτονα χώρα, με την οποία τα Επτάνησα γενικότερα και το νησί μας ειδικότερα πολλοί δεσμοί αίματος μας ενώνουν, έχω ταξιδέψει άπειρες φορές, άλλοτε ιδιωτικά, άλλοτε συνοδεύοντας αντιπροσωπείες της Γκιόστρας και άλλοτε συμμετέχοντας σε διάφορες πολιτιστικές ανταλλαγές. Αληθινά κάθε φορά νοιώθω πως την γνωρίζω και την αγαπώ περισσότερο και η εκεί παραμονή μου, εκτός από οικεία, είναι αληθινά και διδακτική.
Σε μια από αυτές τις επισκέψεις μου συνέβη κάτι το πολύ χαρακτηριστικό, που υπογραμμίζει την ταυτότητά μας και θέλω να σας το μεταφέρω, τιμώντας έτσι την καλοκαιρινή γιορτή του Αγίου μας, που είναι το αποκορύφωμα και το τέλος του Καλοκαιριού και για μας τους Ζακυνθινούς μια από τις σημαντικότερες μέρες του χρόνου.
Βρέθηκα, λοιπόν, σε μια πόλη της –το ποια δεν έχει και τόσο σημασία– με μια αποστολή, η οποία θα γνώριζε τον πολιτισμό και την κουλτούρα μας στη χώρα που της προετοιμάσαμε το Φώσκολο. Ανάμεσα στους συμμετέχοντες και μια καλλίφωνη χορωδία, η οποία απέδωσε κομμάτια της τοπικής μας μουσικής παράδοσης και γνώρισε στους εκεί φιλότεχνους καντάδες και αρέκιες.
Στο πρόγραμμα της ζεστής φιλοξενίας των γειτόνων υπήρχε και μια ξενάγηση στην περιοχή, για να γνωρίσουμε και εμείς τον πολιτισμό τους και να δούμε από κοντά την ιστορία τους. Ανάμεσα στις προκαθορισμένες επισκέψεις μας και ένα φημισμένο μοναστήρι, κέντρο τέχνης και δημιουργίας και πνοή ζωής για τον τόπο.
Έτυχε την μέρα αυτή να είναι μεγάλη γιορτή – αν θυμάμαι καλά η γέννηση της Θεοτόκου – και στο ναό γινόταν επίσημη λειτουργία. Την παρακολουθήσαμε προς το τέλος της και πάνω απ’ όλα χαρήκαμε το αρμόνιο, που την συνόδευε, το οποίο, σαν Επτανήσιοι, που είμαστε, μας ήταν φιλικό και οικείο. Η λειτουργία τελείωσε και ο ιερέας ήρθε κοντά μας, μας καλωσόρισε και μας ξενάγησε στους καλλιτεχνικούς θησαυρούς της εκκλησίας.
Τελειώνοντας η ξενάγηση, ο επικεφαλής της μουσικής αποστολής μας πλησίασε τον πρόθυμο ιερουργό και του ζήτησε την άδεια να πει η χορωδία κάτι το εκκλησιαστικό της δικής μας, ορθόδοξης παράδοσης. Ο αγαθός λευίτης το δέχθηκε με φιλόξενη ευχαρίστηση και οι χορωδοί συγκεντρώθηκαν στην μέση του ναού και επίσημα άρχισαν να ψάλλουν. Τι είπαν; Μα φυσικά το απολυτίκιο του Αγίου μας και μάλιστα στο καθαρά ζακυνθινό ύφος, το οικείο και αγαπημένο σε όλους μας.
Η συγκίνηση έφτασε στο αποκορύφωμά της και ιδιαίτερη ήταν η στιγμή που ακούστηκε το: «τον φρουρόν μονής των Στροφάδων, Διονύσιον», οπότε όλοι οι παρευρισκόμενοι σταυροκοπήθηκαν, ακούγοντας σε ξένα χώματα και σ’ έναν άλλου δόγματος ιερό χώρο το όνομα εκείνου, που είναι ο έφορος και ο προστάτης του νησιού τους και η καταφυγή της χαράς και του πόνου τους.
Και είναι αλήθεια. Ο Ιεράρχης Διονύσιος, το αρχοντόπουλο που απαρνήθηκε πλούτη και τιμές, για να κερδίσει την αιώνια βασιλεία, είναι για μας τους Ζακυνθινούς το ιερότερο και πιο αγαπημένο μας πρόσωπο. Το όνομά του βρίσκεται συνεχώς στα χείλη μας και σε πολλές περιπτώσεις έχει αντικαταστήσει και αυτόν τον ίδιο το Θεό.
«Άγιέ μου», λέμε σε κάθε κακή στιγμή και αυτός πιστεύουμε πως μας σώζει από κάθε δύσκολη περίπτωση. Αυτός εμπόδισε τις φονικές βόμβες να εκραγούν στην περίοδο της Κατοχής, αυτός βοήθησε να επιζήσουν οι πλακωμένοι με τε ερείπια του σεισμού του Αυγούστου του 1953, αυτός φρουρεί και σκέπει το νησί και την πόλη του.
Κάθε πρωί προς την εκκλησία του στρέφονται οι συμπατριώτες του και κάνουν το σταυρό τους, για το ξεκίνημα της καινούργιας ημέρας και συχνά τον επισκέπτονται για να του πουν τα θετικά και τα αρνητικά της βιωτής τους. Τους είναι μάλιστα και οικείος, όσο και ιερός. «Άγιέ μου Σιγούρο» τον επικαλούνται, με το επώνυμό του και πιο ποιητικά «Άγιο μου κορμάκι». Θεωρούν υποχρέωσή τους να πάνε να τον προσκυνήσουν όσο γίνεται πιο συχνά στην ασημένια του λάρνακα και όταν είναι «στη Θύρα του», στις δύο γιορτές του ή στις μεγάλες δεσποτικές γιορτές, νοιώθουν απαραίτητο να πάνε στην εκκλησία του και να αποθέσουν την αγάπη τους και την πίστη τους στα πόδια του, που συχνά τα ντύνουν με «παντόφλες», που του έχουν τάξει, σε ανάμνηση κάποιας χάρης που τους έκανε.
Το να προσκυνήσεις τον Άγιο στη Ζάκυνθο είναι περίπου κάτι σαν να κοινωνήσεις. Γι’ αυτό συχνά τα βήματά μας μας οδηγούν στο ναό του και συχνά λέμε: «έχω καιρό να προσκυνήσω», όπως ακριβώς θα λέγαμε: «έχω καιρό να μεταλάβω».
Χαρακτηριστική, μάλιστα είναι η σκηνή, τώρα στην θερινή γιορτή του, όταν τις πρώτες πρωινές ώρες, τότε που κλείνουν τα μπαρ της νεανικής διασκέδασης, που μπρος του σχηματίζονται ουρές από παιδιά, τα οποία θεωρούν απαραίτητο, πριν οδηγηθούν σπίτι τους, για την απαραίτητη ξεκούραση και τον σωτήριο ύπνο, να σταθούν στην εκκλησία του και να προσκυνήσουν τον Άγιό τους.
Κι όλα αυτά γιατί για μας τους Ζακυνθινούς ο Ιεράρχης Διονύσιος είναι απλά και μόνο ο «Άγιός μας». Είναι ο συντοπίτης και ο συγκάτοικός μας, ο καθόλου απόμακρος, αλλά διασωστικά οικείος. Ο «ακοίμητος πρέσβης μας» προς το Θεό, αλλά και ο γείτονας.
Ας μας έχει καλά, για να τον γιορτάζουμε και να τον τιμάμε.
«Χρόνια πολλά, και του χρόνου».

Σάββατο 18 Αυγούστου 2012

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΟΔΥΝΗ. Σχόλιο σε διατύπωση του Ν. Βρεττάκου


Γράφει ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ


«Ο πολιτισμός δεν άλλαξε την ουσία της βαρβαρότητας», έγραψε στην «Οδύνη» του ο Νικηφόρος Βρεττάκος. Και μες σε τούτη τη σύντομη κατάφαση, την τόσο μεγαλοπρεπή, θαρρείς ο Λάκωνας ποιητής επέτυχε να χαρακτηρίσει όλες τις αρχόμενες από την εποχή του περιόδους. Εκείνες που παρά την εξέλιξη με την οποία συνοδεύονται, τη βελτίωση των τεχνικών μέσων, την ερμηνεία των αρχετυπικών, ανθρώπινων καταγωγών, την ευθεία αμφισβήτηση του Θεού, δεν τάσσονται σε καμιά περίπτωση στο πλάι του ανθρώπου. Δεν πρόκειται για πρόοδο και άλλωστε πώς να περιμένει κανείς μια εξαργύρωση σε όρους ανθρώπινους αφού καμιά στοχοθέτηση δεν μπορεί να σταθεί ανθρωποκεντρική, ουσιώδης προς τούτη την κατεύθυνση. Πρόκειται λοιπόν για μια διαπίστωση σημασίας κομβικής, για μια επισήμανση σπουδαία και διαχρονική όσο και εκείνη η στοργή, που θα είναι πάντα ο πιο αρχαίος και αγαπημένος καρπός του κόσμου.Ο Βρεττάκος καθώς ζει μες στον πολιτισμό, καθώς τον ερμηνεύει και τον συνθέτει και ο ίδιος με το στοχασμό του, στέκει προφητικός ακραία, σχολιάζοντας μες στον πυρήνα της μία από τις πιο βασικές προβληματικές τούτου του κόσμου.
Η φράση του Βρεττάκου έρχεται να ερμηνεύσει με επάρκεια τη σημερινή κατάσταση στο συριακό έδαφος. Σε μια εποχή όπου ο άνθρωπος βρίσκεται τόσο κοντά στην αποκάλυψη του Θεού, με τις σπουδαίες μηχανές και τους υπόγειους επιταχυντές να υπηρετούν το γνωστικό θράσος του, την ίδια ετούτη στιγμή, οι κοινωνίες αποσυνθεμένες, έρμαιες, με τα δεκανίκια ενός άστοχου επιστημονισμού αδυνατούν να στρέψουν τον άνθρωπο απέναντι στο είδωλό του, την ίδια τη μορφή του. Τούτη η σιωπή είναι μια επαίσχυντη βαρβαρότητα, δίχως άλλο. Την παρατηρούμε να κυβερνά ζητήματα όπως εκείνο της Συρίας, μια μάχη εμφύλια με εκατόμβες νεκρών, αθώων πολιτών που κατείχαν απλά μια θέση ανάμεσα στα διασταυρούμενα πυρά. Τη βλέπουμε εκείνη τη σιωπή, καθώς εξαπλώνεται πάντα στις κατεστραμμένες πόλεις και αν σταθούμε, αν ησυχάσουμε από τους εξωφρενικούς ρυθμούς μας τότε μπορούμε και να την παρακολουθήσουμε να θρέφει και άλλο το μίσος, την εσωστρέφεια, ένα είδος εμπόλεμου αυτισμού, ιδίου της εποχής μας. Η ειρηνιστική γραφειοκρατία, όπως εφαρμόζεται στο ακέραιο από τις εγχώριες αρχές αλλά και τις συμμαχικές δυνάμεις, έρχεται να επιβεβαιώσει τη βαθιά πληγή, εκείνη που δεν τράφηκε, δεν επουλώθηκε τελικά με τη θέσπιση των πολιτισμένων λύσεων, με την εμπέδωση μιας παγκόσμιας κουλτούρας, μιας τάσης, ενός ρεύματος το οποίο δεν μπορεί παρά να θέτει τον άνθρωπο στην κορυφή του ενδιαφέροντος.
Πρόκειται για μια εικόνα οικεία. Οι εκπρόσωποι των χωρών διαβεβαιώνουν για τις προθέσεις, εκφράζουν με την άκαμπτη γλώσσα, την τόσο επιτηδευμένη τη βεβαιότητα πως το ζήτημα θα λυθεί σύντομα, πως θα επέλθει τελικά μια συμφωνία, πως θα υπερισχύσουν αρχές και θέσεις αξιωματικές. Έπειτα θα επέλθει ξανά η τραγική εναλλαγή των θέσεων, έπειτα θα αντιστραφεί το κλίμα, νέες ειδήσεις για σφοδρότερες μάχες θα διαρρεύσουν, οι φρουροί των παλαιών καθεστώτων θα πράξουν τα δέοντα για την κατοχύρωση των κεκτημένων, νέοι νεκροί θα προστεθούν στις τρομερές λίστες των νοσοκομείων. Νέες ταφές, και άλλος θρήνος, και άλλοι λυπημένοι συγγενείς να φροντίζουν ζητήματα φύσως θλιβερής και να βαθαίνουν τα ερωτήματα και να οξύνονται τα μίση, να προκαταλαμβάνεται το μέλλον ενός ολόκληρου κόσμου. Και να είναι όλα τούτα καμώματα ενός πολιτισμού ακμαίου και σύγχρονου, ο οποίος δεν μπορεί παρά να σταθεί με αξιώσεις εμπρός στις εθνικές αδυναμίες, απέναντι στα δράματα. Και όσοι ακόμα πιστεύουν στην πόλη Χομ, πως τάχα θέλει ακόμα κόπο μα θα ριζώσει η επανάσταση, και όσοι σπεύδουν να ξορκίσουν το φόνο που μας κύκλωσε, να διαψεύδονται, να καταρρακώνονται, να χάνουν το όραμά τους με τέτοιο τρόπο φριχτό, καθώς η αλήθεια αποκαλύπτεται κατά πρόσωπό, μια ανεπανάληπτη αδιακρισία, τραχιά.
Ως εκείνη τη στιγμή που καμιά χώρα δεν θα συνιστά ή δεν θα πληρώνει το αντίτιμο ενός λάθους, περιπτώσεις όπως της Συρίας θα έρχονται να επιβεβαιώσουν την υποτίμηση της ανθρώπινης αξίας, τη βάναυση φαιδρότητα των πολιτευμάτων, την ανεπάρκεια ηγετών, οι οποίοι γυρεύουν την πραγμάτωση μιας υψηλής, μα προσωπικής φιλοδοξίας, ταπεινής, φριχτά κατώτερης από την ελάχιστη των ανθρώπων απαίτηση για ζωή. Μες σε τούτο το κλίμα, έμεσες ακόμα αναφορές, με τόσο βάθος και σφαιρικότητα, όπως ετούτη του Νικηφόρου Βρεττάκου μπορούν να επισημάνουν τον κίνδυνο, την απειλή, η οποία καραδοκεί τη θολή ζωή μας. 

Παρασκευή 17 Αυγούστου 2012

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ


«Αἱ γενεαὶ αἱ πᾶσαι μακαρίζομέν σε τὴν μόνην Θεοτόκον...» 
ἤ, 
Πῶς ἰχνογραφεῖται μιὰν ἄλλη ἀπουσία: 
Ἐκείνη τῆς Μάνας,  τέτοια χρονιάρα μέρα...


«Γλυκιὰ γαλάζια φαντασία, χρόνων μακρινῶν,
ὦ γλυκασμὲ τῶν Ἀγγέλων,
ὁποὺ ἡ Γεθσημανῆ δὲν ἦταν πέρα στὰ βουνὰ τῶν Ἐλαιῶν,
στῆς βιβλικῆς τῆς Χαναὰν τὰ μάκρη,
μὰ ἦταν τοπίο νησιώτικο,
δικό μας κοντινό,
μὲ τ᾿ ἀνθισμένα γιασεμιά, τὰ φούλια, τὸ βασιλικό,
στοῦ γαλανοῦ γιαλοῦ μας κάποιαν ἄκρη». (Ματθαῖος Μουντές)

Συλλαβίζεις σήμερα, μέρα κορυφαία καὶ γιορτινή, τοὺς παραπάνω στίχους καὶ  ἀπὸ τὸ σύθαμπο τῶν ὑγρῶν ματιῶν σου ξεπροβάλλουν εἰκόνες καὶ Μνῆμες, στὶς ὁποῖες κυριαρχεῖ τὸ Πρόσωπο τῆς Μητέρας. Γιατὶ μές ἀπὸ τὴ χαρμολύπη τῆς Γιορτῆς κοιτάζεις, ὅπως ἀπὸ τὸ ἀνοιχτὸ παράθυρο, νὰ περνοδιαβαίνουν συγκινητικές, νοσταλγικές καὶ χρήσιμες σκηνὲς τοῦ βίου σου, ποὺ εὐωδιάζουν καλωσύνη, ἐντιμότητα καὶ, πάνω ἀπ᾿ ὅλα, ἄδολη ἀγάπηΠράγματα σήμερα ἀναντικατάστατα καὶ γιὰ πολλοὺς χαμένα. Ὅπως πλακοστρωμένη καὶ φρεσκοπλυμένη αὐλὴ σὲ ὥρα πρωινή, μὲ τὸν ἥλιο νὰ ραμφίζει τὴ βελούδινη κληματαριὰ καὶ νὰ σχηματίζει στοὺς λευκοὺς τοὺς τοίχους καὶ στὶς ἀσβεστωμένες τὶς πεζοῦλες, παράξενα παιχνιδίσματα, καθὼς τὸ φρέσκο τὸ μελτέμι κουνοῦσε τὰ φύλλα, κομίζοντας παράλληλα ποικίλες εὐωδιές. Εὐωδιὲς ἀπό νοτισμένο χῶμα, βασιλικό, γαρύφαλλο κι ἁρμύρα. Πέρα, κατὰ τὴ Σκιάθο καὶ τὴν Εὔβοια, τὸ πέλαγο φωτισμένο ζωγράφιζε πάνω στὴ γλαυκὴ ἐπιφάνεια μικρά, λευκὰ καὶ χαριτωμένα κύματα. Ἀσίγαστες καμπάνες θυμίζουν τὴ Γιορτή. Δεκαπενταύγουστο, τῆς Παναγιᾶς μὲ τὶς ἑτοιμασίες γιὰ τὴν ἐκκλησιά, γιὰ τὸ κέρασμα ὕστερα, γιὰ τὸ τραπέζι μὲ τὸ καλὸ τὸ φαγητό... Ἀεικίνητη τὴ θυμᾶμαι τὴ Μάνα αὐτές τὶς ὧρες νὰ ἑτοιμάζει, τὸν παπποῦ καὶ τὴ γιαγιὰ νὰ ξεκινοῦν γι᾿ ἀποπέρα, γιὰ τὴν ἐκκλησιά. Μαζί τους κι ἐγώ.
Ἀπολείτουργα πάλι ἐκείνη ἡ αὐλή, τὸ φρέσκο νερό, τὸ βύσινο γλυκὸ καὶ τὸ ρακί. Μέχρι νἄρθει τὸ μεσημέρι νὰ στρωθεῖ τὸ τραπέζι μὲ τὸ κρέας μὲ τὸ ρύζι, νὰ μοσχοβολᾶ ἀπό τὴ φρέσκια ντομάτα καὶ τὰ μυρωδικὰ ποὺ ἡ Μάνα κανόνιζε, γιὰ νἄχει τὸ φαῒ τὴ νοστιμιὰ καὶ τὴ χάρη του.
Καὶ μαζὶ μὲ τὶς εὐωδιὲς αὐτὲς συνυπάρχουν ἀκόμα οἱ μυρωδιὲς ἀπὸ λιασμένο ἤ ψημένο δαμάσκηνο, ἀλλὰ καὶ φρεσκοξεφλουδισμένο ἀμύγδαλο. Βλέπεις, ἦταν ὁ καιρὸς τῆς συγκομιδῆς τους, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ μέρα τῆς Παναγιᾶς εἶχε τὸ προνόμιο νὰ μοσχοβολᾶ κι ἀπό τοῦτες τὶς μυρουδιές.  
Τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν πῆραν μαζί τους τὸν παπποῦ καὶ τὴ γιαγιά, τὴν αὐλὴ ἐκείνη, ὅπως καὶ τὸ γιορτινὸ τὸ τραπέζι.  Μέχρι ποὺ ταξίδεψε κι ἡ Μάνα μαζί τους, ἀφήνοντας τὴ «γλυκιά, γαλάζια φαντασία χρόνων μακρινῶν» καὶ φυλαγμένων μὲ περισσὴ φροντίδα στὶς πιὸ πολύτιμες κοσμηματοθῆκες τῆς ψυχῆς. Καὶ κάθε Δεκαπενταύγουστο ἐκτίθενται γιὰ μιὰν ἰδιότυπη ἐπίσκεψη...
Δεκαπενταύγουστος 2012    

Related Posts with Thumbnails