© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

Ο Κανθαρόλεθρος και αρχαιοελληνικές πηγές ευθυμίας

Γράφει ο ΠΑΥΛΟΣ ΦΟΥΡΝΟΓΕΡΑΚΗΣ

Η γαλήνη της ψυχής, η ευθυμία, αποτελεί ανέκαθεν το σημαντικότερο  ζητούμενο των ανθρώπινων κοινωνιών και οι αρχαίοι Έλληνες σκαπανείς του πνεύματος μέσα από το φιλοσοφικό τους λόγο, πεζό και ποιητικό, προσπάθησαν να βοηθήσουν τον θλιμμένο και αναστατωμένο άνθρωπο. Φρόντισαν να τον καταστήσουν ικανό να μπορεί ν’ αντιμετωπίσει ενεργά και με ισορροπημένη διάθεση τις αντίξοες περιστάσεις, ώστε να μπορεί να οδηγηθεί στην εσωτερική ευδαιμονία.
«γιατί με τις περιστάσεις δεν στέκει να θυμώνουμε
αυτές δεν νοιάζονται για τίποτε
αλλά εκείνος που συναντώντας τε μπορέσει
να τις εκμεταλλευτεί σωστά
θα ευτυχήσει» (Ευριπίδης).
                Ο Πλάτων παρομοίαζε τη ζωή με παιχνίδι κύβων: στη ζωή είναι ανάγκη, όχι μόνο να ρίχνει κανείς την πιο συμφερτική ζαριά, αλλά αφού την ρίξει να την χειριστεί σωστά . Από τα δύο αυτά η ζαριά δεν είναι στο χέρι μας, στο χέρι μας ωστόσο είναι να ορίζουμε τη θέση στο καθετί που μας φέρνει η τύχη. Οι συνετοί άνθρωποι, σαν τις μέλισσες κορφολογούν ό,τι χρήσιμο  υπάρχει στις περιστάσεις και το επωφελούνται.
                Κατά τον Πλούταρχο (σημαντικό μελετητή των αρχαίων συγγραφέων), οι πιο πολλοί αντιπαρέρχονται ό,τι καλό και ευάρεστο κατέχουν και σπεύδουν προς τα δυσάρεστα και άθλια. Είναι αλλόκοτο να στενοχωριέται κανείς για ό,τι χάνει αντί να χαίρεται για ό,τι του μένει. Σαν τα μικρά παιδιά, που αν τους πάρεις ένα από τα πολλά τους παιχνίδια, πετάνε χάμω και όλα τα άλλα και κλαίνε και σκούζουν, όμοια κι εμείς, αν σε κάποιο πράγμα μάς ενοχλήσει η τύχη, με τους οδυρμούς και τις δυσφορίες μας αχρηστεύουμε και καθετί άλλο για τον εαυτό μας. Δεν πρέπει να παραβλέπουμε ακόμα και τα πιο κοινά πράγματα, αλλά να τα λογαριάζουμε κατά την αξία τους και να νιώθουμε ευγνώμονες που ζούμε, υγιαίνουμε και βλέπουμε τον ήλιο…
                Οι περισσότεροι, καθώς έλεγε ο Αρκεσίλαος (315-241π.Χ.), νομίζουν ότι σωστό είναι να εξετάζουν, με κάθε ακρίβεια και εξονυχιστικά τα «ποιήματα» των άλλων, αλλά για  τη ζωή τους, που πολλές παρέχει αφορμές για τερπνή ανασκόπηση, δεν νοιάζονται, καθώς κοιτάζουν διαρκώς προς τα έξω θαυμάζοντας τις υπολήψεις και τύχες των άλλων, όπως οι μοιχοί τις ξένες γυναίκες, καταφρονώντας όμως τον εαυτό τους και τα δικά τους πράγματα. Και ο λυρικός ποιητής Αρχίλοχος επίσης ούτε ζηλεύει ούτε φθονεί τα έργα και τα πλούτη των άλλων:
 «δεν  με νοιάζουνε τα πλούτη του πολύχρυσου Γύγη
ούτε ποτέ τα ζήλεψα, κι ούτε φθονώ
των θεών τα έργα, τη μεγάλη τυραννίδα δεν ποθώ,
γιατί μακριά πολύ τα μάτια μου στέκουν».
                Όταν ο Σωκράτης άκουσε κάποιον να μιλάει για τη μεγάλη ακρίβεια στην πόλη («μια μνα το χωριάτικο κρασί! Τρεις η πορφύρα! Πέντε δραχμές η κοτύλη το μέλι!») τον πήρε και τον πήγε στα κριθάρια(«ένας οβολός το ημίεκτο! Φτήνια που υπάρχει στη πόλη!») και ύστερα στις ελιές(«δύο χάλκινα νομίσματα η χοίνικα!») κι ύστερα πάλι στις εξωμίδες («δέκα δραχμές η εξωμίδα! Φτήνια που υπάρχει στην πόλη!»).1 Πόσο ταράζει τη γαλήνη της ψυχής μας η μονόπλευρη όψη των πραγμάτων, η μόνιμη αίσθηση μιας  τρισάθλιας βιωτής!
Στη χώρα μας, σήμερα, μοιάζουμε με κανθάρους (σκαθάρια) που, όπως διηγιόντουσαν στην αρχαία Όλυνθο, εισόρμησαν σε κάποιο μέρος λεγόμενο Κανθαρόλεθρο και, μη μπορώντας να βγουν έξω, στριφογύριζαν επί τόπου σε κύκλους ώσπου ψόφησαν. Η θύμηση των σύγχρονων συμφορών βυθίζει τους απαίδευτους σε μόνιμη ασφυξία και απραξία που οδηγεί στην κοινωνική και ατομική καταστροφή.
                «Μένεις αλώβητος στη συμφορά αν την αρνείσαι»,
πρέπει να  ‘χουμε πάντα πρόχειρο το λόγο αυτό του Μενάνδρου. Η άρνηση όμως δε σημαίνει αδράνεια, το νέκρωμα της αίσθησης δεν είναι φάρμακο κατάλληλο, ώστε να γλιτώσει το σώμα  από την οδύνη:
«μένε, ταλαίπωρε, στο στρώμα σου ακίνητος» (Ευριπίδης).
Δεν είναι καλύτερος γιατρός της ψυχής εκείνος που γυμνώνει την ψυχή από κάθε ταραχή και κάθε λύπη με τη μαλθακότητα, την προδοσία των φίλων, συγγενών και της πατρίδας. Η απραξία μόνη της οδηγεί τον άνθρωπο σε απελπισία, όπως τον ομηρικό Αχιλλέα:
«Ωστόσο όλος οργή καθότανε στα γοργά καράβια
ο αρχοντογεννημένος γιος του Πηλέας, ο γοργοπόδαρος
ο Αχιλλέας.
Κι ούτε στη σύναξη που λαμπρύνει τους άντρες πήγαινε ποτέ του
ούτε και στον πόλεμο, μόνο τα σωθικά του τά  ΄τρωγε η πίκρα
που εδώ καθόταν, αν και ποθούσε τον πόλεμο και την αντάρα του».
Η καθημερινή απομόνωση του σύγχρονου θλιμμένου ανθρώπου τροφοδοτεί την ψυχή του με το φαρμάκι της πίκρας, που μακάρι όμως να φουσκώνει και τον ασκό της οργής και να φτιάχνει πανοπλίες, ασπίδες και ξίφη ενάντια σ΄ όσους επιβουλεύονται τις πηγές της ευθυμίας, τη γιορτή της ζωής.
                Ο Διογένης, βλέποντας τον οικοδεσπότη του στη Λακεδαίμονα να ετοιμάζεται ενθουσιαστικά για κάποια γιορτή, είπε: «δεν είναι αλήθεια πως κάθε μέρα είναι για τον αγαθό άνθρωπο και μια γιορτή; Και μάλιστα λαμπρότατη, αν μας διακρίνει η φρόνηση!» Και στη γιορτή αυτή φωλιάζει η παλίντροπος αρμονία του σύμπαντος, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο. Μια εσωτερική, δηλαδή, σύνδεση ανάμεσα στα αντίθετα που εξασφαλίζει τη συνοχή τους.
΄Ετσι, δίχως να περιμένει κανείς τις καθιερωμένες γιορτές για να ευφρανθεί με το μισθωμένο γέλιο των χορευτών και των πανηγυριώτικων τελετών,  πρέπει να πλευρίζει το μέλλον άφοβα και ατάραχα, γεμάτος καλόγνωμη και πασίχαρη ελπίδα, να συνταιριάζει αρμονικά τις όμορφες με τις άσχημες πλευρές της ζωής του και να νιώθει για πάντα τη γαλήνη της ψυχής, την πολυπόθητη ευθυμία.
                                                                                                                Ζάκυνθος, 17-8-2012

Λεξιλόγιο:
1. Η μνα, ο οβολός τα χαλκά και οι δραχμές ήταν νομισματικές μονάδες. Η κοτύλη, το ημίεκτον και η χοίνιξ ήταν μέτρα χωρητικότητας και βάρους. Η εξωμίς ήταν ανδρικό ένδυμα χωρίς χειρίδες, που άφηνε τα χέρια γυμνά ως τους ώμους.
  
Βασική βιβλιογραφία:
Πλουτάρχου Περί Ευθυμίας «Για τη Γαλήνη της ψυχής» εκδ. στιγμή Αθήνα 2000.

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

Ο συντοπίτης και γείτονας Άγιος

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στην Ιταλία, την φίλη και γείτονα χώρα, με την οποία τα Επτάνησα γενικότερα και το νησί μας ειδικότερα πολλοί δεσμοί αίματος μας ενώνουν, έχω ταξιδέψει άπειρες φορές, άλλοτε ιδιωτικά, άλλοτε συνοδεύοντας αντιπροσωπείες της Γκιόστρας και άλλοτε συμμετέχοντας σε διάφορες πολιτιστικές ανταλλαγές. Αληθινά κάθε φορά νοιώθω πως την γνωρίζω και την αγαπώ περισσότερο και η εκεί παραμονή μου, εκτός από οικεία, είναι αληθινά και διδακτική.
Σε μια από αυτές τις επισκέψεις μου συνέβη κάτι το πολύ χαρακτηριστικό, που υπογραμμίζει την ταυτότητά μας και θέλω να σας το μεταφέρω, τιμώντας έτσι την καλοκαιρινή γιορτή του Αγίου μας, που είναι το αποκορύφωμα και το τέλος του Καλοκαιριού και για μας τους Ζακυνθινούς μια από τις σημαντικότερες μέρες του χρόνου.
Βρέθηκα, λοιπόν, σε μια πόλη της –το ποια δεν έχει και τόσο σημασία– με μια αποστολή, η οποία θα γνώριζε τον πολιτισμό και την κουλτούρα μας στη χώρα που της προετοιμάσαμε το Φώσκολο. Ανάμεσα στους συμμετέχοντες και μια καλλίφωνη χορωδία, η οποία απέδωσε κομμάτια της τοπικής μας μουσικής παράδοσης και γνώρισε στους εκεί φιλότεχνους καντάδες και αρέκιες.
Στο πρόγραμμα της ζεστής φιλοξενίας των γειτόνων υπήρχε και μια ξενάγηση στην περιοχή, για να γνωρίσουμε και εμείς τον πολιτισμό τους και να δούμε από κοντά την ιστορία τους. Ανάμεσα στις προκαθορισμένες επισκέψεις μας και ένα φημισμένο μοναστήρι, κέντρο τέχνης και δημιουργίας και πνοή ζωής για τον τόπο.
Έτυχε την μέρα αυτή να είναι μεγάλη γιορτή – αν θυμάμαι καλά η γέννηση της Θεοτόκου – και στο ναό γινόταν επίσημη λειτουργία. Την παρακολουθήσαμε προς το τέλος της και πάνω απ’ όλα χαρήκαμε το αρμόνιο, που την συνόδευε, το οποίο, σαν Επτανήσιοι, που είμαστε, μας ήταν φιλικό και οικείο. Η λειτουργία τελείωσε και ο ιερέας ήρθε κοντά μας, μας καλωσόρισε και μας ξενάγησε στους καλλιτεχνικούς θησαυρούς της εκκλησίας.
Τελειώνοντας η ξενάγηση, ο επικεφαλής της μουσικής αποστολής μας πλησίασε τον πρόθυμο ιερουργό και του ζήτησε την άδεια να πει η χορωδία κάτι το εκκλησιαστικό της δικής μας, ορθόδοξης παράδοσης. Ο αγαθός λευίτης το δέχθηκε με φιλόξενη ευχαρίστηση και οι χορωδοί συγκεντρώθηκαν στην μέση του ναού και επίσημα άρχισαν να ψάλλουν. Τι είπαν; Μα φυσικά το απολυτίκιο του Αγίου μας και μάλιστα στο καθαρά ζακυνθινό ύφος, το οικείο και αγαπημένο σε όλους μας.
Η συγκίνηση έφτασε στο αποκορύφωμά της και ιδιαίτερη ήταν η στιγμή που ακούστηκε το: «τον φρουρόν μονής των Στροφάδων, Διονύσιον», οπότε όλοι οι παρευρισκόμενοι σταυροκοπήθηκαν, ακούγοντας σε ξένα χώματα και σ’ έναν άλλου δόγματος ιερό χώρο το όνομα εκείνου, που είναι ο έφορος και ο προστάτης του νησιού τους και η καταφυγή της χαράς και του πόνου τους.
Και είναι αλήθεια. Ο Ιεράρχης Διονύσιος, το αρχοντόπουλο που απαρνήθηκε πλούτη και τιμές, για να κερδίσει την αιώνια βασιλεία, είναι για μας τους Ζακυνθινούς το ιερότερο και πιο αγαπημένο μας πρόσωπο. Το όνομά του βρίσκεται συνεχώς στα χείλη μας και σε πολλές περιπτώσεις έχει αντικαταστήσει και αυτόν τον ίδιο το Θεό.
«Άγιέ μου», λέμε σε κάθε κακή στιγμή και αυτός πιστεύουμε πως μας σώζει από κάθε δύσκολη περίπτωση. Αυτός εμπόδισε τις φονικές βόμβες να εκραγούν στην περίοδο της Κατοχής, αυτός βοήθησε να επιζήσουν οι πλακωμένοι με τε ερείπια του σεισμού του Αυγούστου του 1953, αυτός φρουρεί και σκέπει το νησί και την πόλη του.
Κάθε πρωί προς την εκκλησία του στρέφονται οι συμπατριώτες του και κάνουν το σταυρό τους, για το ξεκίνημα της καινούργιας ημέρας και συχνά τον επισκέπτονται για να του πουν τα θετικά και τα αρνητικά της βιωτής τους. Τους είναι μάλιστα και οικείος, όσο και ιερός. «Άγιέ μου Σιγούρο» τον επικαλούνται, με το επώνυμό του και πιο ποιητικά «Άγιο μου κορμάκι». Θεωρούν υποχρέωσή τους να πάνε να τον προσκυνήσουν όσο γίνεται πιο συχνά στην ασημένια του λάρνακα και όταν είναι «στη Θύρα του», στις δύο γιορτές του ή στις μεγάλες δεσποτικές γιορτές, νοιώθουν απαραίτητο να πάνε στην εκκλησία του και να αποθέσουν την αγάπη τους και την πίστη τους στα πόδια του, που συχνά τα ντύνουν με «παντόφλες», που του έχουν τάξει, σε ανάμνηση κάποιας χάρης που τους έκανε.
Το να προσκυνήσεις τον Άγιο στη Ζάκυνθο είναι περίπου κάτι σαν να κοινωνήσεις. Γι’ αυτό συχνά τα βήματά μας μας οδηγούν στο ναό του και συχνά λέμε: «έχω καιρό να προσκυνήσω», όπως ακριβώς θα λέγαμε: «έχω καιρό να μεταλάβω».
Χαρακτηριστική, μάλιστα είναι η σκηνή, τώρα στην θερινή γιορτή του, όταν τις πρώτες πρωινές ώρες, τότε που κλείνουν τα μπαρ της νεανικής διασκέδασης, που μπρος του σχηματίζονται ουρές από παιδιά, τα οποία θεωρούν απαραίτητο, πριν οδηγηθούν σπίτι τους, για την απαραίτητη ξεκούραση και τον σωτήριο ύπνο, να σταθούν στην εκκλησία του και να προσκυνήσουν τον Άγιό τους.
Κι όλα αυτά γιατί για μας τους Ζακυνθινούς ο Ιεράρχης Διονύσιος είναι απλά και μόνο ο «Άγιός μας». Είναι ο συντοπίτης και ο συγκάτοικός μας, ο καθόλου απόμακρος, αλλά διασωστικά οικείος. Ο «ακοίμητος πρέσβης μας» προς το Θεό, αλλά και ο γείτονας.
Ας μας έχει καλά, για να τον γιορτάζουμε και να τον τιμάμε.
«Χρόνια πολλά, και του χρόνου».

Σάββατο 18 Αυγούστου 2012

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΟΔΥΝΗ. Σχόλιο σε διατύπωση του Ν. Βρεττάκου


Γράφει ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ


«Ο πολιτισμός δεν άλλαξε την ουσία της βαρβαρότητας», έγραψε στην «Οδύνη» του ο Νικηφόρος Βρεττάκος. Και μες σε τούτη τη σύντομη κατάφαση, την τόσο μεγαλοπρεπή, θαρρείς ο Λάκωνας ποιητής επέτυχε να χαρακτηρίσει όλες τις αρχόμενες από την εποχή του περιόδους. Εκείνες που παρά την εξέλιξη με την οποία συνοδεύονται, τη βελτίωση των τεχνικών μέσων, την ερμηνεία των αρχετυπικών, ανθρώπινων καταγωγών, την ευθεία αμφισβήτηση του Θεού, δεν τάσσονται σε καμιά περίπτωση στο πλάι του ανθρώπου. Δεν πρόκειται για πρόοδο και άλλωστε πώς να περιμένει κανείς μια εξαργύρωση σε όρους ανθρώπινους αφού καμιά στοχοθέτηση δεν μπορεί να σταθεί ανθρωποκεντρική, ουσιώδης προς τούτη την κατεύθυνση. Πρόκειται λοιπόν για μια διαπίστωση σημασίας κομβικής, για μια επισήμανση σπουδαία και διαχρονική όσο και εκείνη η στοργή, που θα είναι πάντα ο πιο αρχαίος και αγαπημένος καρπός του κόσμου.Ο Βρεττάκος καθώς ζει μες στον πολιτισμό, καθώς τον ερμηνεύει και τον συνθέτει και ο ίδιος με το στοχασμό του, στέκει προφητικός ακραία, σχολιάζοντας μες στον πυρήνα της μία από τις πιο βασικές προβληματικές τούτου του κόσμου.
Η φράση του Βρεττάκου έρχεται να ερμηνεύσει με επάρκεια τη σημερινή κατάσταση στο συριακό έδαφος. Σε μια εποχή όπου ο άνθρωπος βρίσκεται τόσο κοντά στην αποκάλυψη του Θεού, με τις σπουδαίες μηχανές και τους υπόγειους επιταχυντές να υπηρετούν το γνωστικό θράσος του, την ίδια ετούτη στιγμή, οι κοινωνίες αποσυνθεμένες, έρμαιες, με τα δεκανίκια ενός άστοχου επιστημονισμού αδυνατούν να στρέψουν τον άνθρωπο απέναντι στο είδωλό του, την ίδια τη μορφή του. Τούτη η σιωπή είναι μια επαίσχυντη βαρβαρότητα, δίχως άλλο. Την παρατηρούμε να κυβερνά ζητήματα όπως εκείνο της Συρίας, μια μάχη εμφύλια με εκατόμβες νεκρών, αθώων πολιτών που κατείχαν απλά μια θέση ανάμεσα στα διασταυρούμενα πυρά. Τη βλέπουμε εκείνη τη σιωπή, καθώς εξαπλώνεται πάντα στις κατεστραμμένες πόλεις και αν σταθούμε, αν ησυχάσουμε από τους εξωφρενικούς ρυθμούς μας τότε μπορούμε και να την παρακολουθήσουμε να θρέφει και άλλο το μίσος, την εσωστρέφεια, ένα είδος εμπόλεμου αυτισμού, ιδίου της εποχής μας. Η ειρηνιστική γραφειοκρατία, όπως εφαρμόζεται στο ακέραιο από τις εγχώριες αρχές αλλά και τις συμμαχικές δυνάμεις, έρχεται να επιβεβαιώσει τη βαθιά πληγή, εκείνη που δεν τράφηκε, δεν επουλώθηκε τελικά με τη θέσπιση των πολιτισμένων λύσεων, με την εμπέδωση μιας παγκόσμιας κουλτούρας, μιας τάσης, ενός ρεύματος το οποίο δεν μπορεί παρά να θέτει τον άνθρωπο στην κορυφή του ενδιαφέροντος.
Πρόκειται για μια εικόνα οικεία. Οι εκπρόσωποι των χωρών διαβεβαιώνουν για τις προθέσεις, εκφράζουν με την άκαμπτη γλώσσα, την τόσο επιτηδευμένη τη βεβαιότητα πως το ζήτημα θα λυθεί σύντομα, πως θα επέλθει τελικά μια συμφωνία, πως θα υπερισχύσουν αρχές και θέσεις αξιωματικές. Έπειτα θα επέλθει ξανά η τραγική εναλλαγή των θέσεων, έπειτα θα αντιστραφεί το κλίμα, νέες ειδήσεις για σφοδρότερες μάχες θα διαρρεύσουν, οι φρουροί των παλαιών καθεστώτων θα πράξουν τα δέοντα για την κατοχύρωση των κεκτημένων, νέοι νεκροί θα προστεθούν στις τρομερές λίστες των νοσοκομείων. Νέες ταφές, και άλλος θρήνος, και άλλοι λυπημένοι συγγενείς να φροντίζουν ζητήματα φύσως θλιβερής και να βαθαίνουν τα ερωτήματα και να οξύνονται τα μίση, να προκαταλαμβάνεται το μέλλον ενός ολόκληρου κόσμου. Και να είναι όλα τούτα καμώματα ενός πολιτισμού ακμαίου και σύγχρονου, ο οποίος δεν μπορεί παρά να σταθεί με αξιώσεις εμπρός στις εθνικές αδυναμίες, απέναντι στα δράματα. Και όσοι ακόμα πιστεύουν στην πόλη Χομ, πως τάχα θέλει ακόμα κόπο μα θα ριζώσει η επανάσταση, και όσοι σπεύδουν να ξορκίσουν το φόνο που μας κύκλωσε, να διαψεύδονται, να καταρρακώνονται, να χάνουν το όραμά τους με τέτοιο τρόπο φριχτό, καθώς η αλήθεια αποκαλύπτεται κατά πρόσωπό, μια ανεπανάληπτη αδιακρισία, τραχιά.
Ως εκείνη τη στιγμή που καμιά χώρα δεν θα συνιστά ή δεν θα πληρώνει το αντίτιμο ενός λάθους, περιπτώσεις όπως της Συρίας θα έρχονται να επιβεβαιώσουν την υποτίμηση της ανθρώπινης αξίας, τη βάναυση φαιδρότητα των πολιτευμάτων, την ανεπάρκεια ηγετών, οι οποίοι γυρεύουν την πραγμάτωση μιας υψηλής, μα προσωπικής φιλοδοξίας, ταπεινής, φριχτά κατώτερης από την ελάχιστη των ανθρώπων απαίτηση για ζωή. Μες σε τούτο το κλίμα, έμεσες ακόμα αναφορές, με τόσο βάθος και σφαιρικότητα, όπως ετούτη του Νικηφόρου Βρεττάκου μπορούν να επισημάνουν τον κίνδυνο, την απειλή, η οποία καραδοκεί τη θολή ζωή μας. 

Παρασκευή 17 Αυγούστου 2012

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ


«Αἱ γενεαὶ αἱ πᾶσαι μακαρίζομέν σε τὴν μόνην Θεοτόκον...» 
ἤ, 
Πῶς ἰχνογραφεῖται μιὰν ἄλλη ἀπουσία: 
Ἐκείνη τῆς Μάνας,  τέτοια χρονιάρα μέρα...


«Γλυκιὰ γαλάζια φαντασία, χρόνων μακρινῶν,
ὦ γλυκασμὲ τῶν Ἀγγέλων,
ὁποὺ ἡ Γεθσημανῆ δὲν ἦταν πέρα στὰ βουνὰ τῶν Ἐλαιῶν,
στῆς βιβλικῆς τῆς Χαναὰν τὰ μάκρη,
μὰ ἦταν τοπίο νησιώτικο,
δικό μας κοντινό,
μὲ τ᾿ ἀνθισμένα γιασεμιά, τὰ φούλια, τὸ βασιλικό,
στοῦ γαλανοῦ γιαλοῦ μας κάποιαν ἄκρη». (Ματθαῖος Μουντές)

Συλλαβίζεις σήμερα, μέρα κορυφαία καὶ γιορτινή, τοὺς παραπάνω στίχους καὶ  ἀπὸ τὸ σύθαμπο τῶν ὑγρῶν ματιῶν σου ξεπροβάλλουν εἰκόνες καὶ Μνῆμες, στὶς ὁποῖες κυριαρχεῖ τὸ Πρόσωπο τῆς Μητέρας. Γιατὶ μές ἀπὸ τὴ χαρμολύπη τῆς Γιορτῆς κοιτάζεις, ὅπως ἀπὸ τὸ ἀνοιχτὸ παράθυρο, νὰ περνοδιαβαίνουν συγκινητικές, νοσταλγικές καὶ χρήσιμες σκηνὲς τοῦ βίου σου, ποὺ εὐωδιάζουν καλωσύνη, ἐντιμότητα καὶ, πάνω ἀπ᾿ ὅλα, ἄδολη ἀγάπηΠράγματα σήμερα ἀναντικατάστατα καὶ γιὰ πολλοὺς χαμένα. Ὅπως πλακοστρωμένη καὶ φρεσκοπλυμένη αὐλὴ σὲ ὥρα πρωινή, μὲ τὸν ἥλιο νὰ ραμφίζει τὴ βελούδινη κληματαριὰ καὶ νὰ σχηματίζει στοὺς λευκοὺς τοὺς τοίχους καὶ στὶς ἀσβεστωμένες τὶς πεζοῦλες, παράξενα παιχνιδίσματα, καθὼς τὸ φρέσκο τὸ μελτέμι κουνοῦσε τὰ φύλλα, κομίζοντας παράλληλα ποικίλες εὐωδιές. Εὐωδιὲς ἀπό νοτισμένο χῶμα, βασιλικό, γαρύφαλλο κι ἁρμύρα. Πέρα, κατὰ τὴ Σκιάθο καὶ τὴν Εὔβοια, τὸ πέλαγο φωτισμένο ζωγράφιζε πάνω στὴ γλαυκὴ ἐπιφάνεια μικρά, λευκὰ καὶ χαριτωμένα κύματα. Ἀσίγαστες καμπάνες θυμίζουν τὴ Γιορτή. Δεκαπενταύγουστο, τῆς Παναγιᾶς μὲ τὶς ἑτοιμασίες γιὰ τὴν ἐκκλησιά, γιὰ τὸ κέρασμα ὕστερα, γιὰ τὸ τραπέζι μὲ τὸ καλὸ τὸ φαγητό... Ἀεικίνητη τὴ θυμᾶμαι τὴ Μάνα αὐτές τὶς ὧρες νὰ ἑτοιμάζει, τὸν παπποῦ καὶ τὴ γιαγιὰ νὰ ξεκινοῦν γι᾿ ἀποπέρα, γιὰ τὴν ἐκκλησιά. Μαζί τους κι ἐγώ.
Ἀπολείτουργα πάλι ἐκείνη ἡ αὐλή, τὸ φρέσκο νερό, τὸ βύσινο γλυκὸ καὶ τὸ ρακί. Μέχρι νἄρθει τὸ μεσημέρι νὰ στρωθεῖ τὸ τραπέζι μὲ τὸ κρέας μὲ τὸ ρύζι, νὰ μοσχοβολᾶ ἀπό τὴ φρέσκια ντομάτα καὶ τὰ μυρωδικὰ ποὺ ἡ Μάνα κανόνιζε, γιὰ νἄχει τὸ φαῒ τὴ νοστιμιὰ καὶ τὴ χάρη του.
Καὶ μαζὶ μὲ τὶς εὐωδιὲς αὐτὲς συνυπάρχουν ἀκόμα οἱ μυρωδιὲς ἀπὸ λιασμένο ἤ ψημένο δαμάσκηνο, ἀλλὰ καὶ φρεσκοξεφλουδισμένο ἀμύγδαλο. Βλέπεις, ἦταν ὁ καιρὸς τῆς συγκομιδῆς τους, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ μέρα τῆς Παναγιᾶς εἶχε τὸ προνόμιο νὰ μοσχοβολᾶ κι ἀπό τοῦτες τὶς μυρουδιές.  
Τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν πῆραν μαζί τους τὸν παπποῦ καὶ τὴ γιαγιά, τὴν αὐλὴ ἐκείνη, ὅπως καὶ τὸ γιορτινὸ τὸ τραπέζι.  Μέχρι ποὺ ταξίδεψε κι ἡ Μάνα μαζί τους, ἀφήνοντας τὴ «γλυκιά, γαλάζια φαντασία χρόνων μακρινῶν» καὶ φυλαγμένων μὲ περισσὴ φροντίδα στὶς πιὸ πολύτιμες κοσμηματοθῆκες τῆς ψυχῆς. Καὶ κάθε Δεκαπενταύγουστο ἐκτίθενται γιὰ μιὰν ἰδιότυπη ἐπίσκεψη...
Δεκαπενταύγουστος 2012    

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Μια ουσιαστική αδελφοποίηση και μια καινούργια προοπτική

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Η Γκιόστρα της Ζακύνθου συνεχίζοντας και φέτος την δραστήρια πορεία της, βρέθηκε για μια ακόμα φορά στην ιταλική πόλη Sulmona, όπου πήρε μέρος στην εκεί διεξαγόμενη πανευρωπαϊκή, ιππική αναμέτρηση και εκπροσώπησε επάξια το νησί μας και τη χώρα μας σε μια διεθνή συνάντηση.
Αυτή τη φορά παρουσίασε στους δρόμους και το στάδιο της όμορφης αυτής πόλης, με την οποία είναι αδελφοποιημένος ο Δήμος μας, μετά από ενέργειες και προσπάθειες της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας “Giostra di Zante”, το ιστορικό θέμα της εκλογής και της ενθρόνισης του Πρωτοπαπά Ζακύνθου και απέσπασε τα χειροκροτήματα του κοινού και τους επαίνους των διοργανωτών.
Η χαρακτηριστική μορφή του εκλεγμένου αρχηγού της τοπικής μας εκκλησίας, με την ιδιάζουσα στολή του, μαρκουλίνοι και το καπίτουλο του Σωματείου παρέλασαν στο ιστορικό κέντρο της γενέτειρας του Λατίνου ποιητή Οβίδιου και μετέφεραν στιγμές της ιστορίας και της ιδιαιτερότητας του νησιού μας στην φίλη και γείτονα χώρα.
Παρών πάντα ο κοινός δημιουργός μας, ο μεγάλος Ούγος Φώσκολος, που το όνομά του δεν αναφέρθηκε μόνο πολλές φορές στην τελετή της επίσημης έναρξης στο Δημαρχείο της πόλης, αλλά ακούστηκε συχνά και από τα χείλη των απλών ανθρώπων, οι οποίοι παρακολουθούσαν τις εκδηλώσεις και τον μνημόνευαν παρηγορητικά κάθε που έβλεπαν την λέξη “Zante” στο λάβαρο του Σωματείου.
Εφτά χώρες, μαζί με τη Ζάκυνθο έλαβαν μέρος στην όμορφη αυτή γιορτή, που ενώνει πολιτισμούς και διαφορετικότητες και το «Φιόρο του Λεβάντε» διαφημίστηκε συχνά, όχι μόνο για την ιστορία του και τον πολιτισμό τους, αλλά και σαν τόπος τουριστικού προορισμού, μια – και όπως από τα μεγάφωνα, πριν τον αγώνα, ειπώθηκε – είναι ένας «πλωτός παράδεισος» και η «Φλωρεντία της Ανατολής».
Μια αντιπροσωπεία της Ζακύνθου κάθε χρόνο τον Αύγουστο πηγαίνει στην Sulmona και αντίστοιχα μια δική της έρχεται στην δική μας Γκιόστρα και συνυπάρχουμε. Έτσι η αδελφοποίηση που πραγματοποιήθηκε δεν έμεινε μόνο στα χαρτιά, όπως συχνά συμβαίνει, αλλά έγινε πράξη και η φιλία των δύο πόλεων συνεχίζεται και συνεχώς καλλιεργείται, χωρίς μάλιστα μεγάλα κονδύλια και δίχως δηλώσεις και μεγαλοστομίες, με την αμέριστη βοήθεια του Δήμου μας, ο οποίος έτσι απέδειξε πως για την ουσία ούτε προγράμματα απαιτούνται, ούτε χρήματα σπαταλούνται, αλλά αρκεί το μεράκι και η καλή διάθεση.
Η ανταλλαγή αυτή ξεκίνησε πριν από εφτά χρόνια, όταν κάποιοι εκπρόσωποι του Διοικητικού Συμβουλίου της “Giostra di Zante” παρευρέθηκαν στην Sulmona και προσκεκλημένοι της εκεί διοργάνωσης παρακολούθησαν τις Ευρωπαϊκές ιππικές αναμετρήσεις και τις παράλληλες εκδηλώσεις εποχής. Από τότε μια ζεστή φιλία ξεκίνησε και πολλοί είναι αυτοί που από την περιοχή εκείνη ήρθαν για διακοπές στο νησί μας, έμαθαν τα προϊόντα μας και προ πάντων το λάδι μας, που κυριολεκτικά λατρεύουν και προτιμούν και έγιναν οι πιο σωστοί διαφημιστές της μεγαλύτερης πηγής πλουτισμού του τόπου μας, του ποιοτικού τουρισμού.


Μα φέτος η Γκιόστρα της Ζακύνθου και οι διοργανωτές της δεν περιορίστηκαν μόνο στην Sulmona της Ιταλίας. Ανοίγοντας τα φτερά τους και τις προοπτικές του νησιού μας έλαβαν μέρος και στις Μεσαιωνικές Γιορτές, που γίνονται στο ανεξάρτητο κρατίδιο του San Marino και μια καινούργια πόρτα άνοιξε για όλους μας.
Η αντιπροσωπεία της Ζακύνθου έκανε την εμφάνισή για τρεις συνεχόμενες μέρες στους γραφικούς δρόμους της αρχαιότερης αυτής δημοκρατίας του κόσμου, πήρε μέρος στις αναπαραστάσεις, οι οποίες γίνονται στο αρχαίο κάστρο της πόλης, το οποίο για την περίσταση είχε μετατραπεί σε τοπίο αλλοτινών καιρών και ήρθε σε επαφή με τους εκεί υπεύθυνους, προετοιμάζοντας μιαν άλλη ζεστή και φιλική σχέση.
Μεταξύ των άλλων συζητήθηκε η προοπτική μιας άλλης αδελφοποίησης και συμφωνήθηκε για την επόμενη χρονιά ένα κοινό δρώμενο, με την παράλληλη συμμετοχή Ζακύνθου και San Marino.
Τέλος το σωματείο ήρθε σε επαφή με όλες τις άλλες αντιπροσωπείες και προπάντων με αυτήν των Βέλγων, μια και σκοπός του είναι η Γκιόστρα της Ζακύνθου του 1014 να είναι αφιερωμένη στην χώρα του μεγάλου ανατόμου Ανδρέα Βεζάλ, ο οποίος άφησε την στερνή του πνοή στο νησί μας και θάφτηκε στα χώματά του, τιμώντας έτσι την διεθνή επέτειο της γέννησης και του θανάτου του, η οποία θα γιορταστεί και στον τόπο μας, όπου η τελευταία του κατοικία.
Η Γκιόστρα της Ζακύνθου, με την όλη δράση της, αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο για τον τόπο μας. Ας το κατανοήσουν οι αρμόδιοι. Μπορεί ν’ αποτελέσει την πιο καλή διαφήμιση για το νησί μας.
Ας μην χάσουμε την ευκαιρία.

Σάββατο 11 Αυγούστου 2012

ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ / TOSCA / GIACOMO PUCCINI / ΘΕΑΤΡΟ ΗΡΩΔΟΥ ΤΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ


ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


Με μεγάλη επιτυχία η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσίασε σ’ ένα κατάμεστο Ηρώδειο, από τις 26-29 Ιουλίου, μία από τις δημοφιλέστερες  Όπερες, την Τόσκα, του Τζάκομο Πουτσίνι [1859-1924], υπό την διεύθυνση του καλλιτεχνικού διευθυντή της Μύρωνα Μιχαηλίδη, σε σκηνοθεσία του διάσημου Αργεντινού καλλιτέχνη Ούγκο ντε Άνα.
Η εντυπωσιακή  προσέλευση του κοινού και στις τέσσερεις  παραστάσεις της όπερας ήταν μια ακόμα επιτυχία, που κέρδισε η Εθνική Λυρική Σκηνή, παρά τις αντιξοότητες που αντιμετωπίζει. Παρακολουθήσαμε την παράσταση της 27ης Ιουλίου και η πληρότητα του αρχαίου θεάτρου μάς γέμισε χαρά, επαληθεύοντας αιώνες τώρα τον προορισμό του και αναδεικνύοντας  την ομορφιά του. Φαίνεται ότι  η ανθρώπινη φιγούρα κάνει τη διαφορά στα έργα των Θεών και των Ανθρώπων.
Μέσα σε ατμόσφαιρα θρησκευτικο-πολιτική  τοποθετούν την ιστορία τους οι δύο λιμπρετίστες Τζουζέππε Τζακόζα και Λουίτζι Ίλλικα, εμπνευσμένοι από το ομότιτλο θεατρικό έργο του Βικτοριέν Σαρντού. Με το ποιητικό κείμενό τους αφηγούνται τη ρομαντική ιστορία της Τόσκα με το ζωγράφο Μάριο Καβαραντόσσι και θέτουν θέματα διαχρονικά όπως ο έρωτας, η θυσία, η πίστη στην πατρίδα, ο πόλεμος, η κατάχρηση της εξουσίας, η τυραννία, καθώς και το λεπτό νήμα που συνδέει το ανθρώπινο με το θεϊκό πνεύμα.
Η κλασική, αλλά και σύγχρονη προσέγγιση του σκηνοθέτη, που υπογράφει τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης, δουλεμένη στη λεπτομέρεια, κράτησε το ενδιαφέρον των θεατών και κορύφωσε την αγωνία τους ώς το τέλος, που ξέσπασαν σε παρατεταμένα χειροκροτήματα.
Η Ρώμη του 1800 φιλοξενεί τους ήρωες του έργου για ένα εικοσιτετράωρο και τους παραχωρεί για την εξέλιξη της δράσης τη Βασιλική του Σαντ’ Αντρέα ντελλα Βάλλε με τη Μπαρόκ πρόσοψη, το Μέγαρο Φαρνέζε, την περίφημη αναγεννησιακή έπαυλη στη δεξιά όχθη του Τίβερη με τα θαυμαστά έργα τέχνης του Ραφαήλ και των μαθητών του και το Καστέλ Σαντ Άντζελο, το μεγαλόπρεπο κτήριο, πέρα από τον Τίβερη που ο Αυτοκράτωρ Αδριανός προόριζε για μαυσωλείου του ιδίου και της οικογενείας του και έχει μετατραπεί σε στρατώνα, χώρο έγκλειστων ζωντανών. Αυτά τα στοιχεία  εκμεταλλεύτηκε άριστα ο Σκηνοθέτης  και μεσ’ από το Ιταλικό Μπαρόκ ζωντάνεψε με προβολές πάνω στους τοίχους του  Ρωμαϊκού Θεάτρου πίνακες ζωγραφικής, αγάλματα, γλυπτικό διάκοσμο εκκλησιών, παλατιών, αριστουργήματα της τέχνης του Μπαρόκ, διαγράφοντας την καλλιτεχνική και ιστορική πορεία  της αιώνιας πόλης και την  πολιορκία της από τα στρατεύματα του Ναπολέοντα.


Συνοψίζοντας την υπόθεση της όπερας, βρίσκουμε τον φυγάδα πολιτικό επαναστάτη Τσεζάρε Αντζελόττι ν’ αναζητά καταφύγιο για  να αποφύγει τους διώκτες του, στο παρεκκλήσι  του Ναού Σαντ’ Αντρέα ντελλα Βάλλε. Ο ζωγράφος Μάριο Καβαραντόσσι σχολιάζει με τον νεωκόρο το πορτραίτο της ξανθιάς Μαγδαληνής που  φιλοτεχνεί  και του  εκμυστηρεύεται  ότι θυμίζει την αγαπημένη του Φλώρα Τόσκα, τη μελαχρινή ντίβα της όπερας. Μόλις ο νεωκόρος αποχωρήσει από το Ναό, εμφανίζεται ο Αντζελόττι και ο ζωγράφος τού υπόσχεται να τον φυγαδεύσει από τη Ρώμη. Στο μεταξύ η Τόσκα έρχεται να τον συναντήσει και ακούει ψιθύρους, που διακόπτονται με την είσοδό της. Αυτό της δημιουργεί υποψίες με συνέπεια μια σκηνή ζηλοτυπίας. Ο Καβαραντόσσι την καθησυχάζει και τη βάζει στο σχέδιο φυγάδευσης του επαναστάτη. Βγαίνουν από το παρεκκλήσι, ενώ οι πιστοί προσέρχονται για το Te Deum και μαζί τους ο αρχηγός της Αστυνομίας Βαρόνος Σκάρπια με την ακολουθία του, αναζητώντας τον  φυγάδα. Η Τόσκα επιστρέφει στο ναό και ο Σκάρπια που την ποθεί και συγχρόνως υποπτεύεται ότι ο Καβαραντόσσι κρύβει τον Αντζελόττι, εκμεταλλεύεται τη ζήλια της για να της αποσπάσει πολύτιμες πληροφορίες, χωρίς να τα καταφέρει. Και ενώ οι πιστοί ψάλλουν, εκείνος ορκίζεται πατώντας το σταυρό, να στείλει στην κρεμάλα τον Καβαραντόσσι και να πάρει την Τόσκα στις άνομες αγκαλιές του. 

Στο στρατηγείο του, το Μέγαρο Φαρνέζε, ο Σκάρπια δειπνά και ονειρεύεται  τη ζεστή αγκαλιά της Τόσκα. Ο βοηθός του, ο  Σπολέττα, του φέρνει την είδηση της σύλληψης του Αντζελόττι και  του Καβαραντόσσι ως υπόπτου για συνέργεια. Η Τόσκα, καλεσμένη του Βαρόνου, προσέρχεται στο δείπνο τη στιγμή που αποκαλύπτεται το κρησφύγετο του φυγάδα και σπρώχνεται ο ζωγράφος αιμόφυρτος μπροστά τους, ενώ αναγγέλλεται η νίκη του Ναπολέοντα  στο Μαρένγκο. Ο Καβαραντόσι, στο άκουσμα της νίκης, πανηγυρίζει, κάνοντας έξαλλο το Σκάρπια που διατάζει την άμεση φυλάκισή του και διαπραγματεύεται με την Τόσκα τους όρους απελευθέρωσής του, οι οποίοι δεν είναι άλλοι από το να υποταχθεί η νέα γυναίκα στις παράφορες ορέξεις του. Απεγνωσμένη η Τόσκα δείχνει να συγκατανεύει, ενώ ο Σκάρπια δίδει, υποκριτικά,  εντολή στο  βοηθό του, για  ψευδή εκτέλεση του κατηγορουμένου κι ετοιμάζει το σχετικό έγγραφο για την ασφαλή φυγή του ζευγαριού από τη Ρώμη. Η Τόσκα αρπάζει ένα μαχαίρι από το τραπέζι του δείπνου και, μόλις ο τύραννος την πλησιάζει, τον σκοτώνει.


Με το ξημέρωμα οι καμπάνες του Αγίου Πέτρου ηχούν απόμακρες στο Καστέλ Σαντ’ Άντζελο, ενώ ο έγκλειστος  Καβαραντόσσι περιμένει την εκτέλεσή του, αναπολώντας την αγαπημένη του η οποία έρχεται για να του αναγγείλει τη σκηνοθετημένη εκτέλεσή του και να τον συμβουλεύσει  πώς να υποκριθεί το σκοτωμένο. Το εκτελεστικό απόσπασμα φτάνει, τον στήνει απέναντί του  και τον πυροβολεί. Η Τόσκα περιμένει να αποχωρήσουν και τρέχει για να του πει ότι είναι ελεύθεροι να φύγουν. Αλίμονο, διαπιστώνει ότι ο αγαπημένος της είναι στ’ αλήθεια νεκρός. Την ίδια στιγμή έρχονται να τη συλλάβουν, αφού το έγκλημά της έχει αποκαλυφθεί, αλλά εκείνη προτιμά να πηδήξει στο κενό από τις επάλξεις του οχυρού, αντί να παραδοθεί.

Σκηνές ρεαλιστικές, που τρέχουν με θεατρικούς ρυθμούς, καθώς η δράση παίζει σημαντικό ρόλο στην όπερα. Με το χάρισμα τού δεξιοτέχνη ο Τζάκομο Πουτσίνι δημιουργεί μικρές ευεργετικές ανάσες ανάμεσα στα δραματικά γεγονότα και, πιστός στην ιταλική παράδοση, δίδει προτεραιότητα στο τελειότερο ίσως μουσικό όργανο, την ανθρώπινη φωνή, στηρίζοντάς την με τα πλούσια ηχοχρώματα του συνόλου της ορχήστρας.


Στο  εντυπωσιακό  σκηνικό της πρώτης πράξης, μέσα στο Ναό, ένας τεράστιος, ολόχρυσος Χριστός πάνω σε χρυσοποίκιλτο επικλινή σταυρό  γεμίζει το Λογείο του Ηρωδείου. Τι αντίθεση με τη μορφή εκείνη του πάσχοντος επί του Ξύλου Ιησού, που με  τα τέσσερα σκέλη του σταυρού του διαμηνύει  στα πέρατα της οικουμένης τις αξίες του Χριστιανισμού!
Ο Ναός, τεράστια αγκαλιά, δέχεται εκείνον που έρχεται για να επικοινωνήσει με το Θείο, αλλά  και τον κατατρεγμένο που αναζητά  άσυλο. Μόνο που το άσυλο καταστρατηγείται και το ιερό  βεβηλώνεται από την κοσμική εξουσία, που αναζητά με τα όπλα -τι ειρωνεία!- τον επαναστάτη μέσα στο ιερό και υφαρπάζει το σταυρό για να τον κατακερματίσει, να τον λεηλατήσει, όπως αιώνες πριν, πάλι άνθρωποι της εξουσίας είχαν διαμοιράσει  τα ιμάτια του Ιησού.
Είναι, άραγε, πικρή διαπίστωση του Αργεντινού σκηνοθέτη ότι οι χριστιανικές αξίες προδίδονται και γι’ αυτό στις επόμενες πράξεις  της όπερας  μεταβάλλει το σταυρό σε χρηστικό αντικείμενο  πολυτελείας και επιτρέπει στο Βαρόνο Σκάρπια, την εξουσία, που καθορίζει  τις τύχες του λαού ακόμα και να τον ποδοπατήσει;

Με τη θαυμάσια ερμηνεία του, την επιβλητική του παρουσία ο Γεωργιανός βαρύτονος Γκεόργκε Γκαγκνίτζε ανέδειξε όλα τα στοιχεία του ρόλου, που τον κάνουν ξεχωριστό, όπως την αλαζονεία της εξουσίας, τη σκληρότητα  προς τον κρατούμενο, την ωμή ψυχολογική  βία προς το αντικείμενο του πόθου του, την  Ντίβα της σκηνής, Τόσκα.
 Ο Χιλιανός τενόρος Τζανκάρλο Μονσάλβε στον ήδη γοητευτικό ρόλο του Μάριο Καβαραντόσσι  πρόσθεσε την προσωπική του γοητεία και με την ωραία ερμηνεία του και τη ζεστή φωνή του προκάλεσε το χειροκρότημα των θεατών.
Θεατρικότατη στο ρόλο της Τόσκα, η Τσέλια Κοστέα, γοητευτική, με καθάρια, λαμπερή φωνή και με θαυμάσια σκηνική  παρουσία προσέδωσε στην ηρωίδα το  λυρισμό και δραματικότητα που ο ρόλος απαιτεί και στην περίφημη  άριά της «Έζησα για την τέχνη», ξεσήκωσε τους θεατές του Ηρωδείου.
Ισάξιες και οι ερμηνείες των μικρότερων ρόλων, από τους Δημήτρη Κασιούμη, Ζαχαρία Τσούμο,  Παύλου Σαμψάκη, Χριστίνα Ασημακοπούλου, Χρήστο Αμβράζη και Τάσο Αποστόλου.
Εκτός από τη σκηνοθεσία και τα σκηνικά, ήταν εντυπωσιακά και τα κοστούμια. Σχεδιασμένα από τον Ούγκο ντε Άνα σε φόρμα κλασική  και με τους  φωτισμούς του Βινίτσιο Κέλι αναβίωσαν την αισθητική πολυτέλεια της εποχής.
Η παιδική χορωδία, Rosarte, άριστα προετοιμασμένη από την Ρόζη Μαστροσάββα έκλεψε τις εντυπώσεις, το ίδιο και η χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής υπό την διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου.    
Ο αρχιμουσικός Μύρων Μιχαηλίδης διηύθυνε την ορχήστρα εκμαιεύοντας από τους μουσικούς και τις δύο χορωδίες του τα καλύτερα στοιχεία της βαρυσήμαντης αυτής όπερας και οδήγησε τους καλλιτέχνες σε εξαιρετικές ερμηνείες.

Η  ανθρώπινη αδυναμία θριαμβεύει φαινομενικά, αφού οι τρεις βασικοί ήρωες του έργου θα μηνύσουν, με το θάνατό τους, στην ανθρωπότητα ότι η ζωή καταξιώνεται μέσα από αξίες, όπως εκείνες της πίστης, της θυσίας, της αγάπης.

Related Posts with Thumbnails