© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2011

Ας μην φινίρουμε με την μπάντα

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Πρωτοχρονιά στη Ζάκυνθο δεν είχε ποτέ ούτε το μεγαλείο των Χριστουγέννων, μήτε την λαμπρότητα των Φώτων. Σε αντίθεση με τις δύο άλλες αυτές γιορτές του Δωδεκαημέρου, ερχόταν σε δεύτερη μοίρα και μάλλον έπαιρνε μια κάποια λαμπρότητα, δανεική από εκείνες. Θυμάμαι, έντονα, όταν υπηρετούσα την στρατιωτική μου θητεία πως όλοι οι άλλοι ήθελαν την γιορταστική τους άδεια για την πρώτη του Γενάρη, ενώ εμείς οι Ζακυνθινοί προτιμούσαμε την πρώτη γιορτή, «του Χριστού», όπως ενδεικτικά την λέμε στο νησί μας ή έστω αυτήν των έσχατων Θεοφανείων, μια και τότε σίγουρα θα περνούσαμε καλύτερα στα σπίτια μας και θα νοιώθαμε πιο έντονα την οικογενειακή θαλπωρή, που τότε μας έλειπε.

Χαρακτηριστικό, μάλιστα, είναι το γεγονός, που πολλοί παλιότεροι μου διηγούνται, όταν προσπαθώ να μαζέψω το λαογραφικό υλικό του νησιού μας, πως τα περασμένα χρόνια αυτήν την ημέρα μάζευαν και ελιές και πως σπάνια τηρούσαν την αργία και την επισημότητα της ημέρας. Το γεγονός αυτό το επιβεβαιώνει και ένα χαρακτηριστικό και με αγάπη για τον γενέθλιο τόπο γραμμένο άρθρο του χαλκέντερου Ντίνου Κονόμου, το οποίο δημοσιεύεται και στο βιβλίο του «Τση Ζάκυθος», το οποίο τυπώθηκε το 1983 και έχει τίτλο: «Χριστούγεννα – Πρωτοχρονιά στην αλλοτινή Ζάκυνθο». Από τις πέντε σελίδες του, με τις συνήθειες των δύο αυτών μεγάλων του ενιαυτού γιορτών, οι τέσσερις, σχεδόν, καταλαμβάνουν τα έθιμα και τα αντέτια των Χριστουγέννων και μόνο η μία αυτά της Πρωτοχρονιάς. Αν μάλιστα αφαιρέσουμε τους στίχους των τοπικών καλάντων, που δημοσιεύονται εκεί, τότε μόνο μισή σελίδα παραμένει για την απαρχή του χρόνου, με δύο μικρές παραγράφους, που σ’ αυτές ο αξέχαστος ιστοριοδίφης μας διασώζει το πώς υποδέχονταν οι πρόγονοί μας την είσοδο του νέου έτους.

Δεν μπόρεσα να βρω εύκολα εξήγηση γι’ αυτήν την δευτερεύουσα θέση της Πρωτοχρονιάς, που αλλού έχει την πρωταρχική και γιορτάζεται με ιδιαίτερη επισημότητα. Η μόνη λύση, που μπορώ να δώσω είναι πως δεν υπήρχε την εποχή που θεμελιώθηκαν τα έθιμα και οι λαϊκές συνήθειες και πως για μας τους Ιόνιους είναι πολύ νεότερη. Στο νησί μας, βλέπετε, τότε ίσχυε το βενετσιάνικο ημερολόγιο και ο πρώτος μήνας του χρόνου δεν ήταν ο έχων το όνομα του διπλοπρόσωπου θεού Ιανού, αλλά του φιλοπόλεμου ομολόγου του, ο Μάρτης, ο οποίος, μαζί με την Άνοιξη και την έναρξη των πρώτων, παντοδαπών επιχειρήσεων, έδινε και την απαρχή στην ανακύκλωση του χρόνου.

Παρ’ όλα αυτά και η Πρωτοχρονιά στο νησί μας έχει αξιοπρόσεκτα έθιμα και όμορφες, γιορταστικές συνήθειες. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές από αυτές είναι οι λοταρίες, βενετσιάνικης προέλευσης, όπως πολλές άλλες συνήθειες του τόπου μας, οι οποίες χαρακτήριζαν την γιορτή. Αυτές δεν ήταν άλλο τίποτα από μια προσπάθεια για να βρουν διέξοδο τα αζήτητα και μη προτιμώμενα εμπορεύματα των διαφόρων καταστημάτων. Τα συγκέντρωναν, λοιπόν, βάζοντας και κάτι πιο τραβηχτικό και πολύτιμο, τα αριθμούσαν και ο καθένας, τραβώντας έναν κλήρο, για τον οποίο είχε πληρώσει τα ίδια χρήματα, έπαιρνε ό,τι του επιφύλασσε η τύχη του. Σήμερα το όμορφο αυτό έθιμο το έχει επαναφέρει η Χ.Ε.Ν. Ζακύνθου και έτσι οι δραστήριες κυρίες της μάς θυμίζουν παλιές και γνώριμες, γιορταστικές εικόνες, σε μια Ζάκυνθο, που ακόμα αντιστέκεται στην ισοπέδωση.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της ημέρας, εκτός από τις τηγανίτες της παραμονής, ήταν και τα κάλαντα, τα οποία δεν ψέλνονταν από παιδιά, αλλά τραγουδιόνταν από καλλίφωνες παρέες μεγάλων, το βράδυ. Πολλά τα κάλαντα αυτά του νησιού μας και όλα τους χαρακτηριστικά και προσαρμοσμένα στην ιδιοσυγκρασία μας. Το ότι σιγά – σιγά καταγράφονται και επανέρχονται στην ζωή μας, από νέους κυρίως μουσικούς μας, με γνώση και παιδεία, αποτελεί ευτύχημα. Είναι και αυτό μια αντίσταση και ένας τρόπος αντίδρασης και ζωής.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της γιορτής είναι η κουκουνάρα, που απαραίτητα θα έπρεπε να μπει σ’ όλα τα σπίτια, για να δώσει, με την πολύκαρπη μορφή της, αφθονία και ευφορία.

Η μπάντα, τέλος, που σονάριζε από νωρίς το πρωί στις γειτονιές (σκοντράδες τις έλεγαν κάποτε) έδινε το δικό της, καθαρά επτανησιακό χρώμα στην πρώτη μέρα του χρόνου και με νότες, αγαπημένες απ’ όλους τους Ζακυνθινούς, χαιρέτιζε την αλλαγή, που όλοι εύχονταν να φέρει ό,τι είχε στερήσει ο προηγούμενος χρόνος.

Συνέβαινε, μάλιστα, πολλές φορές οι ήχοι της να συνοδεύονται με το χάσιμο στα χαρτιά και του τελευταίου νομίσματος των μόνιμων ή ευκαιριακών τζογαδόρων, που ξενυχτούσαν παίζοντας στα καζίνα ή στα διάφορα σπίτια. Πηγαίνοντας, τότε, πίσω στο σπίτι σου και ακούγοντας τους εύηχους ρυθμούς της, σκεφτόσουν ότι πραγματικά «εφινίρησες με την μπάντα».

Ζώντας σε καιρούς δύσκολους σήμερα, αυτή η φράση γίνεται ολοένα και πιο επίκαιρη.

Τι άλλο, λοιπόν, να ευχηθώ; Μακάρι να μην «φινίρουμε με την μπάντα». Είναι, πιστεύω, η καλύτερη ευχή για φέτος.

Ο Άγιος να δώσει. Καλή μας χρονιά.

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Αργύρη Χιόνη (1943-2011): [ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ]

Ο ποιητής Αργύρης Χιόνης σε φωτ. Πηνελόπης Μασούρη

Ἕνας λύκος αἰσθηματίας

Διψάω γι’ ἀγάπη πεινάω γι’ ἀγάπη πονάω γι’ ἀγάπη
Οὐρλιάζω γι’ ἀγάπη πεθαίνω γι’ ἀγάπη ἀλλά
Εἶμαι ὁ λύκος ὁ κακός ὁ λύκος καί δέν γίνεται
Δέν εἶναι δυνατόν τέτοια αἰσθήματα νά ἔχω
Γιατί ἄν τό μάθουνε τά πρόβατα
θά πέσουνε νά μέ σπαράξουν

«Λεκτικά τοπία», 1983



Σαν τόν τυφλό μπροστά στόν καθρέφτη

ΙΑ΄

Ὤ ναί, ξέρω καλά πώς δέν χρειάζεται καράβι γιά νά ναυαγήσεις, πώς
δέν χρειάζεται ὠκεανός γιά νά πνιγεῖς.
Ὑπάρχουνε πολλοί πού ναυαγῆσαν μέσα στό κοστούμι τους, μές στή βα-
θιά τους πολυθρόνα, πολλοί πού γιά πάντα τούς σκέπασε τό πουπουλέ-
νιο πάπλωμά τους.
Πλῆθος ἀμέτρητο πνίγηκαν μέσα στή σούπα τους, σ’ ἕνα κουπάκι του κα-
φέ, σ’ ἕνα κουτάλι του γλυκοῦ... Ἄς εἶναι γλυκός ὁ ὕπνος τους ἐκεῖ
βαθιά πού κοιμοῦνται, ἅς εἶναι γλυκός κι ἀνόνειρος.
Κι ἅς εἶναι ἐλαφρύ τό νοικοκυριό πού τούς σκεπάζει.

«Σαν τόν τυφλό μπροστά στόν καθρέφτη», 1986



Ὅποιος χαράζει τ’ ὄνομά του στή φλούδα ἑνός δέντρου, πράξη τελεῖ ἐ-
ρωτική ἡμιτελῆ. Ἄν θέλει νά ὁλοκληρωθεῖ αὑτή ἡ πράξη, πρέπει καί
στή δική του φλούδα νά χαράξει τό ὄνομα τοῦ δέντρου. Μονάχα τότε θά
θροΐσουν γλυκά τά φύλλα τῆς καρδιᾶς του.

«Στό ὑπόγειο», 2004

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΑΧΝΑ ΒΡΟΧΗΣ (ποίημα)




Στὸν ἐκλεκτὸ ἀδελφὸ π. Βασίλειο Θ. Θερμό, εὐχετήριο

Ἄχνα βροχῆς,
σάν τό χνῶτο σέ τζάμι κρύο,
πάνω στά ἐρείπια, ὅπως τό δίχτυ,
σιωπηλά ἁπλώνει.
Θάμβος ἱερό, λυτρωτικό
τοῦ πόνου σέ θωπεύει,
καθώς εἶναι δυνατό νά διακρίνεις
μέσα στό σύθαμπο ἀκέραια τά σπίτια,
τούς ἀνθρώπους νά τά κατοικοῦν
καί τίς φωνές τους νά καρπίζουν
τούτη τήν ἔρημο μέ καλωσύνη.
Κοιτᾶς,  καί νομίζεις ὅτι θά φανοῦν
ὁ πατέρας, ὁ παπποῦς καί ἡ γιαγιά,
ὁ μπάρμπ’Ἀλέκος μέ τόν παπα-Βαγγέλη
κι ἄλλοι, πολλοί συγχωριανοί,
στῆς Ἐκκλησιᾶς τήν εἴσοδο νά φτάσουν
γιά ν' ἀρχίσει ἐπιτέλους ὁ Ὄρθρος
κι ἡ θεία τῶν Χριστουγέννων Λειτουργία.......
.......Μόνο πού κάποτε ξελιάζει
καί στό φῶς, ὡσάν ὀστᾶ γυμνά,
τά ἐρείπια διακρίνεις
στήν ἐρημιά νά βουλιάζουν καί τή θλίψη.
                           
[Παραμονή Χριστουγέννων 2000]



Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

π. Κων. Καλλιανός: ΟΙ ΠΡΟΠΟΡΕΥΟΜΕΝΟΙ… (χριστουγεννιάτικο διήγημα)


Ἀπ νωρς, κόμα π τή μέρα το πανηγυριο τς Πανατσας στν Πύργο, στς 21 το ντρι, πο ντρεύει καί τ κρύο, το Νοέμβρη δηλαδ, εχαν μηνύσει στν παπα-Γιώργη, δεύτερο φημέριο τς νορίας Π. ν τοιμαστε ν τούς κάμει το Χριστο στν η-Ρηγνο, γιατ τχανε τάμα κα κάποιοι παλιολλαδίτες νρθουν ν μεταλάβουν κα ν τιμήσουν τν γιο, χρονιάρες μέρες πορχονταν.
δεύτερος φημέριος τς νορίας Π., ταν φτασε παραμον το Χριστο, μετ τν πόλυση τν Μ. ρν κα το σπερινο μ τ Λειτουργία το Μ. Βασιλείου, τοίμασε στό σακκούλι του τά ερά, δηλαδ τό δισκοπότηρο καί φυσικά ,τι παιτεται γιά νά τελεστε Θεία Λειτουργία κι φο συννενοήθηκε μέ τόν ψάλτη ξεκίνησε πομεσήμερα γιά τόν Πύργο, τρες  ρες δρόμο πό τή Χώρα. Τό ζωντανό του ξέρει τό δρόμο, γιατί δέν εναι πρώτη φορά πού παπάς πηγαίνει στή περιοχή το Πύργου. Ετυχς πού δέ χιονίζει, ν κα καιρς εναι στ χιονι, γιατί θά ταν πολύ δύσκολη προσπέλαση. Μόνο σιγοβρέχει. λλά δέ πειράζει. Τό καλύβι πού θά μείνει, χει καλή παραστιά γιά νά στεγνώσει, νά  ζεσταθε καί ν᾿ ναπαυθε.
νεβαίνοντας π τ λούπη, περν τν κάτω γία Παρασκευὴ, φτάνει στ Διακόπι κι στερα νεβαίνει τ δύσκολο Λαλαρι γι φτάσει στν πάνω γία Παρασκευ, που θ σταθε ν᾿ νάψει τ καντήλι, ν ξαποστάσει τ ζο κι διος, κι στερα θ᾿ νεβε στν Πύργο, θ συνεχίσει τ δρόμο του, μέχρι ν φτάσει στ καλύβι, πο εναι κοντ στν Πανατσα.
Γύρω στό σούρουπο φτάνει στό καλύβι το Γέρο Φιλιππή. Τόν δέχονται λοι μέ νακούφιση. Κατεβαίνει πό τό ζο καί μπαίνει στό χωνεμένο στ᾿ πόβραδο καλύβι, πού τό χνοφωτίζει λύχνος πάνω στή "βγο" τς παραστις.
Τό κέρασμα εναι σκα ξερά καί ρακί. φωτιά καίει περήφανα στό τζάκι, ν στό καζάνι πού εναι πάνω στή τζιροστιά σιγοβράζει τό φα γιά τήν αγινή, τήν ορταστική τήν τράπεζα.
ξω βροχή δυναμώνει. Μαζί της καί τό σκοτάδι. Μαζεύονται λοι να γύρω, σιμά στήν παραστιά καί κονε τόν παπά πού τούς ξηγε, πώς θά σηκωθον νωρίς τή  νύχτα γιά τήν κολουθία. Καλό θά ταν νά εδοποιηθον καί τ᾿ λλα, τά γειτονικά  καλύβια. μως, κείνη τήν ρα πο μιλνε, ρχεται μουσκεμένος κα λαχνιασμένος π᾿ τ δρόμο, γιός τς γρις τς Μονοβασς τς Πυργιώτισσας, νά το πε τι Μάνα του ψυχομαχε καί θθελε νά τή μεταλάβει. Τήν αγή, το ξηγε παπς, πολείτουργα, γιατί δέν χει μαζί του  γιο ρτο.
  πνος εναι ρεμος μέσα στή θαλπωρή το καλυβιο. βροχή συνεχίζεται, νύχτα εναι πηχτή σάν τή λάσπη, ν παρηγοριά το λαδοκάντηλου μπροστα στίς παλλαϊκές τίς εκόνες κλείνει τό δρόμο στήν νησυχία.
Εναι κόμα βαθειά νύχτα πού σηκώνονται γιά τήν κκλησιά. νάβουν τό λύχνο, ντύνονται γερά καί ξεκινον μέ λαδοφάναρα, μέ ναμμένα δαδιά στά χέρι. Τό μονοπάτι γεμίζει κόσμο, πού εχονται χρόνια πολλά, μιά σειρά πό μικρές φλόγες πού προχωρον μέ προσοχή μέσα στ᾿ νεμόβροχο, λλά καί μέ τό φόβο τν καλλικατζάρων πού τέτοιες μέρες μφανίζονται ο λιτήριοι καί τά κάνουν λα νακατωμένος ρχόμενος.
κκλησιά εναι φωτισμένη πό τά κεριά καί τά λαδοκάντηλα. ψάλτης χωμένος στή βαρειά τήν πατατοκα μισοκοιμται κόμα στό στασίδι. μως, μέ τήν εδοδο το παπά, λα ξαφνικά λλάζουν, ζωντανεύουν, πως κι ο φλογίτσες τν κεριν στ μανουάλια.
        παπς προσκυν, μπαίνει στ χνοφωτισμένο ερ βμα, πλώνει τ᾿ μφιά του καί τοποθετε προσεχτικ τ ερό Εαγγέλιο κα τά δισκοπότηρα στήν γία Τράπεζα καί τήν πρόθεση, τοιμάζει τό φρεσκοψημένο πρόσφορο, τό μυρωδάτο μαρο νάμα καί τίς λαμπάδες τίς καμωμένες πό γνό μελισσοκέρι, παίρνει καιρό καί βάζει «Ελογητός». κκλησούλα γεμίζει κόσμο, πού ρχεται πό τά γύρω καλύβια, λλ κι π παρακάτω π τ Μορτερ, τν Πάνερμο κα τ Δίτροπο, κόσμο πού στό μέτωπό του διακρίνεις τόν καημ καί τήν γωνία, γιά νά τά φέρουν βόλτα, δουλέυοντας σκληρ τή γς… Εναι λοι τους ντυμένοι πλά, ταπεινά καί δίχως τήν παραμικρή πιτήδευση. ς εναι τσαλακωμένη βράκα τό κολοβόλι. ρκε πού εναι καθαρά, πως κι ο ψυχς ατν τν γνν νθρώπων. Μπορε τ μικρ παιδι ν νυστάζουν κα ν γέρνουν τ κεφαλάκια τους στν ροζιασμένο π τν πολυκαιρία τοχο, πως ταν νοίγουν τ μεγάλα τους κφραστικ μάτια, τ ψιχαλισμένα π τν γρύπνια λλ κα τν κατάνυξη, νοιώθεις τι εναι τ γγελούδια πο στέλνει Χριστς στ γ, τέτοια μέρα...  
κολουθία προχωρε . Δονίζεται κκλησία πό τό τροπάριο « Γεννησίς Σου Χριστέ Θεός μν...» καί λων τά μάτια καρφώνονται στήν εκόνα τς Γεννήσεως, πού εναι πάνω σ᾿ να πλό δισκέλι στολισμένη μέ βάγια καί μυρτιά. Τν κοιτάζουν κι φήνει καθένας μαζ μ τ βαθ γκαρδιακ του στεναγμ, να κόμα λόγο, λόγο παρακλητικ.
Δέν τό ξέρω, μά ποθέτω πώς, ν κείνη τήν ρα πάσχιζε κάποιος ν᾿ ποκρυπτογραφήσει τά ατήματα τν καρδιν κείνων τν νθρώπων, θ᾿ κουγε στεναγμούς λαλήτους, γιά τό παιδί το Γέρο Γιάννη πού λείπει, γιατ  εναι μέ τό καράβι το καπετάν Ζαχαρία, γιά τά κορίτσια το μπάρμπα Μητρο πού εναι τς παντρεις καί εναι νάγκη νά γίνει πεντάρα λίρα, στε νά τοιμαστον,  τό σπίτι πού φτιάχνεται στή Χώρα, τά προικιά, λλά καί νά μαζωχτε τό μέτρημα. λλος σκέφτεται τά παιδιά πού θαψε πό τίς ρρώστιες κα τό γειτονόπουλο πού πόψε χαροπαλεύει στό καλύβι τς Διολετς τς νυφαντίνας πό τόν πυρετό. λλος κούει τή βροχή καί σκέφτεται τή σοδειά. Θά πάει καλά; Γιατί χρωστνε στόν τάδε τοκογλύφο τόσα λεπτά πού τά δανείστηκαν πέρσι γιά νά περάσουν τή χρονιά. λλά κι διος παπάς μέσα στό ερό τό Βμα, πού ξέρει τούς καϋμούς καί τά βάσανα ατν τν συγχωριανν του καί εχεται, βάζει μαζί μέ τά δικά τους καί τά δικά του τά παθήματα καί τίς στεναχώριες. Κι ατός χει κορίτσια γι᾿ ποκατάσταση. Τρία, ζωή νά χουν καί καλό τυχερό. Κι ο γαμπροί λίγοι, λλά καί φτωχοί. Τό σπίτι τς Μαρίας σχεδό τελειώνει, ν δίπλα της θά πρέπει νά θεμελιωθον κι λλα δύο. Στίς κεντίστρες εναι δοσμένα τά λεπτά νά τοιμάσουν τή στόφα τή νυφιάτικη, γιατί που νναι δένεται παντρειά μέ τόν Παντελ τόν καλαφάτη.
ξω κούγεται μιά βουή πό τόν γέρα πού κατεβαίνει πό ψηλά π τή Δέλφη καί μπαίνει μέσα στίς πευκοσειρές καί τίς ναδεύει. Κάπου-κάπου τ᾿ νεμόβροχο χτυπ μέ δύναμη πάνω στήν πόρτα, λές καί θέλουν λες ο κακές δυνάμεις καί τά πνεύματα το δάσους νά εσβάλουν στήν κκλησιά καί ν᾿ ναστατώσουν τά πάντα. Τ᾿ φουγκράζονται σιωπηλοί καί κατανυγμένοι ο χωρικοί καί κάνουν τό σταυρό τους «Στό πέλαγο Παναΐτσα μου», λένε καί περιμένουν τ χάραμα.
Σέ λίγο βγαίνει παπάς μέ τή θεία Μετάληψη καί ο περισσότεροι κοινωνον, φο πάρουν σχώρεση νας π᾿ τόν λλο. κόμα καί κενοι πού εναι μαλωμένοι, γιατί τυχε γίδα το μιανο νά μπε στό χτμα το λλου καί το φάει τά θλιάσματα. πόψε, μέρα πού εναι, τ᾿ στοχνε γιά λίγο, γιά νά τά παναλάβουν μετά πό δυό-τρες μέρες. Καϋμένοι νθρωποι....
Λίγο πρίν πό τήν πόλυση ρχεται κι γιός τς γρις τς Μονοβασσς, Κωνσταντής μ᾿ να μεγάλο λαδοφάναρο νά συνοδέψει σαμε τό καλύβι τους τν παπ μ τη Θ. Μετάληψη, γιά κοινωνήσουν τή Μάνα του. Το παπά τρέμει ψυχή· πρτα-πρτα μήπως καί δέν προφτάσει ζωντανή τήν ρρωστη κι στερα μήπως καί παραπατήσει μέ τ᾿ για Μυστήρια στά χέρια. μως τ᾿ ποφασίζει, παρακαλώντας τό Θεό νά το δώσει κουράγιο νά ξεπεράσει λα τά μπόδια πού πωσδήποτε θά παρουσιαστον. Κάι πράγματι τό τί παρουσίασε μισόκαλος μπροστά του δέ λέγονται. Πρτα σκοτεινιά, τό κακοτράχαλο το δρόμου, τ᾿ νεμόβροχο πού τοκλεινε τά μάτια κι στερα τό μούδιασμα στά χέρια, πού δ πάνω στό βουνό μ᾿ ατή τήν παγωνιά δέν τά ασθανόταν. Κύριε, ψιθύρισε, βόηθα καί Σύ....
ταν φτάσανε στό καλύβι τς ρρωστης  καί τήν κοινώνησε, κατάλαβε τ πς τόν περίμενε κουρασμένη γριά τό Μονοβασσώ καί πόσο ναγάλλιασε ταν κοινώνησε! Τήν εχή το Κ᾿ στο νάχεις παπά μ᾿, μουρμούρισε κι στερα πεσε σέ λήθαργο. Τς διάβασε μιά εχή καί στάθηκε σιμά στή φωτιά νά πάρει μιά πύρα, πρίν ξεκινήσει γιά τήν κκλησιά. ταν φτασε, λοι σχεδόν τόν περίμεναν καθισμένοι στά στασίδια, ν λλοι εχαν περάσει στό διπλανό τό κελλί, που μεινε τή νύχτα γέρο-ψάλτης, ξάναψαν τή φωτιά στό τζάκι καί κουβέντιαζαν πίνοντας φασκόληλο μέ πετιμέζι. Τό χάρηκε ατό πολύ καί τό κτίμησε παπάς.
Τό γκρίζο σεντόνι πού πλώνεται μέ τό χάραμα να γύρω στήν περιοχή δίνει στούς χωρικούς τή δυνατότητα νά ξεκινήσουν γιά τά καλύβια τους, φο εχηθονε νας στόν λλο χρόνια πολλ κα καλ χρονι.
Τελευταος ναχωρε παπάς, φο μαζεύει τά ερά του καί κατευθύνεται γιά τό καλύβι. Εναι μόνος του μέσα τό μικρό ναΐσκο, πού ποπνέει μιά εωδία γγελική, οράνια. Θά χάρηκε πολύ γιος χρονιάρα μέρα πού εναι καί Τόν λειτουργήσαμε, σκέφτεται καί τά μάτια του νοτίζονται πό κατάνυξη καί εχαριστία, πού μπόρεσε καί φέτος νά συνεορτάσει μέ τούς Πυργιτες τά Χριστούγεννα. Πρίν ναχωρήσει, ρίχνει μιά ματιά στό σωτερικό τς κκλησις καί παρατηρε στό μισοσκόταδο τίς Μορφές το Χριστο, τς Παναγίας κα τν γίων πού χνοφωτίζονται πό τό λαρό τό φς το λαδοκάντηλου. Τό γαπ διαίτερα ατό τό φς παπς, γιατί γαλήνη του, ταπεινοσύνη του, μορφιά του σταλάζουν στή φρυγμένη τήν ψυχή ελογία...
Στό καλύβι φτάνει σχεδόν μουσκεμένος. Κάθεται δίπλα στήν παραστιά, στό μεντέρι καί πυρώνεται τρώγοντας τίς τηγανίτες μέ τό μπόλικο τό πετιμέζι καί πίνοντας ρακί.


Σέ λίγο θά πρέπει ν᾿ ναχωρήσει γι τη Χώρα, μως κείνη τή στιγμή παρουσιάζεται Κωσταντής, γιός τς θεις τς Μονοβασς καί το ναγγέλλει τό θάνατο τς Μάνας του, τώρα τά ξημερώματα. Μίλησαν καί μέ τούς λλους τούς Πυργιτες καί συμφώνησαν ν τή θάψουν πομεσήμερα, γιά μή φέρνουν πάλι αριο τόν παπά, μέρες πού εναι.
Παράτησε μισιοπιωμένο τό ρακί. Στή γαβάθα εχαν περισσέψει δυό-τρες τηγανίτες. Πρε τό πετραχήλι καί, μισομουσκεμένος καθώς ταν, πγε νά διαβάσει Τρισάγιο στή νεκρήπέναντι, πό τή μεριά τς νάληψης καί το η-Γιώργη στήν Καρυά νέβαινε μιά βαρειά συννεφιά, πού φραζε τόν τόπο. Στάθηκε κι γνάντεψε. Το εχε πε παπα-Γιάννης πό τόν γιο Σπυρίδωνα τι θά λειτουργοσε στό μοναστήρι, στόν η-Γιώργη στήν Καρυά, γιά τούς Καρυτες πού μένανε πέναντι καί κοίταζε μήπως διακρίνει κάποιον. Δέ φαινόταν τίποτε. καιρός εχε γυρίσει στό χιονιά καί μιά κάπνα πό πηχτό γκριζόμαυρο σύγνεφο κατέβαινε πό ψηλά μαζί μέ τ᾿ νεμοσούρια καί τίς κραυγές τν πουλιν πού πήγαιναν νά κρυφτον στίς φωλιές τους. Τόν γύρισε, παπά τόν καιρό. «Σά δέ βγάλει κανένα χιόνι πόψε!...», επε σιγά Κωνσταντής κι στερα σώπασε, γιατί τό μετάνοιωσε, πειδή πρεπε κι παπάς νά γυρίσει στή Χώρα. Κι εχαν καί τήν κηδεία... παπάς τόν πρόσεξε, μά δέν επε τίποτε, μονάχα τόν κολουθοσε σιωπηλός, πομονετικός κι ρεμος.
Τή νεκρή τήν εχαν πάνω στό γιατάκι, στολισμένη καί καθαρή·  εχαν νάψει μιά λαμπάδα καί τς εχαν κόψει λίγα λουλούδια φημένα στά χέρια της. Νά τά πάει στόν πατέρα καί στ᾿ δέρφια μου, επε Κωνσταντής. παπάς προσκύνησε, διάβασε τό Τρισάγιο κι στερα κάθισε νά δώσει δηγίες γιά τή νεκρώσιμη κολουθία καί τήν ταφή.
Το προσφέρανε σκα ξερά, λίγο καλό μαρο κρασί κι να κομμάτι ψωμί, γιά στυλωθε. Φαΐ τό σπίτι ατό δέν βρασε σήμερα κι ς ταν χρονιάρα μέρα.
Καθώς τρωγε σιγά καί διακριτικά κοιτάζοντας πρός τά ξω, κατά τή μεριά τς θάλασσας, πάσχιζε νά ξετυλίγει τό νμα τς ζως τς θεις τς Μονοβασσς, ατς τς παλις Πυργιώτισσας, πού δ γεννήθηκε, δ ζησε κι δ, φο κοιμήθηκε πληρώνοντας τό κοινό χρέος, θά ταφε, χρονιάρα μέρα κα στό καταχείμωνο.
ταν πό τίς ρχοντογυνακες το Πύργου τούτη θειά. Φιλόξενη, φιλότιμη, πιστή στό Θεό καί στίς παραδόσεις καί, φυσικά, πολύ δουλεμένη.
Τήν ξερε παπάς, γιατί ατός στεφάνωσε τά παιδιά της καί βάφτισε τά γγόνια της καί πολλές φορές το εχε πε τόν καϋμό της.
Εχε γεννηθε στά τέλη το 1700, εχε παντρευτε τόν Νικολό τόν Μπαρμπεράκη, πού εχε κι ατός καλύβι, μπέλια καί καρούτα στόν Πύργο, κοντά στή Παναΐτσα, πιό πέρα πό τά καλογερικά κι εχε ποκτήσει φτά παιδιά. Τέσσερα παλληκάρια καί τρία κορίτσια.
Στά χρόνια τς πανάστασης ντρας της πγε μαζί μέ τό καράβι το καπετάν Κωνσταντή το Μανωλάκη, γιά βοηθήσει στόν γώνα. κείνη πόμεινε στόν Πύργο νά στρεμματίζει, νά κλαδεύει, νά σκάβει καί νά κάνει λες τίς δουλειές μέ τά παιδιά της. Μέχρι πού ρθε τό μαντάτο τι ντρας της πνίγηκε σέ μιά φουρτούνα, νοιχτά πό τό ρος. Τότε κείνη σφιξε τήν καρδιά, ζώστηκε περισσότερο στή δουλειά καί κοίταξε νά βολεύει τ᾿ μπέλια τους, τά δικά της καί το σχωρεμένου.
Κι πρξαν χρόνια βάσταχτης δυστυχίας, γιατί ο λιάπηδες κι ο πειρατές πολλές φορές κατάκλεψαν τή σοδειά τους, πό τήν καρούτα κόμα πού βραζε τό κρασί μέ τά στέφλα, σφαξαν τά ζα καί ρήμαξαν τό καλύβι.
λλά καί τό λιγοστό τό λάδι τς πραν, ταν σπασαν τίς πόρτες το καλυβιο, κόμα καί τά λίγα ροχα πού εχε, τ μάζωξαν κι ατ. Ετυχς γιά κείνη καί τά παιδιά της πού εχαν πάει στή Χώρα κενες τίς μέρες, γιατί πάντρευε τή μεγάλη τή θυγατέρα της, τ Γερακό, μέ τόν Παναγή τόν Μπογιατζή κι τσι γλύτωσαν.  
 Τή ζωή της λάκερη σχεδν τήν πέρασε στόν Πύργο, στό καλύβι. κε εχε τά ζωντανά καί λα τά καλά κάι τά καλούδια. Μάζευε, λοιπόν, μέ αματηρή οκονομία τά χρήματα, γιά νά στήσει τά σπίτια, γιά νά τοιμάσει τίς προκες, γιά νά δώσει καί τό μέτρημα. τσι τά εχε βρε πό τούς δικούς της καί τά συνέχισε, χωρίς γκομαχητό καί πελπισία. Τόν γιο Ρηγίνο τόν εχε παρηγοριά καί κάθε βράδυ πήγαινε καί το ναβε τό καντήλι στό κκλησάκι, θυμιάζοντας καί φήνοντας τίς παρακλήσεις της νά σηκωθον πό μέσα της, πως λιβανωτός πό τό θυμιατήριο.
Τς ρεσε νά πηγαίνει σέ ρα σπερινο, τότε πού ο σκιοι ξετρυπώνουν πό τά διάσελα καί τίς πυκνές δεντροσειρές κι νεβαίνουν μέ τό σκοτάδι πρός τά καλύβια. Ατή ρα, ρα τς σιωπς, τς κατάπαυσης τν ργων τς μέρας, ρα πού νοίγει τή θύρα στή νύχτα, χει μιά περίεργη γοητεία. Γιατί σκάβει τήν ψυχή καί κατεβαίνει βαθειά μέσα στν νθρώπινη παρξη, φήνοντας νά σηκωθον ο θύμησες, πού τίς χτίζουν μέ σάρκα τά Πρόσωπα τ᾿ γαπημένα πού μίσεψαν π᾿ ατό τόν κόσμο. διαίτερα τίς μέρες το χειμώνα, μέ κενο τό στερνό τό φς το λιου, πού στραγγίζει τή νοσταλγία του πάνω στόν κόσμο... λλά καί τίς παχνιασμένες πό τήν πόβροχη τή συγνεφιά δειλινές ρες πήγαινε στόν γιο, προσέχοντας τή λευκόγκριζη τήν καπνιά πό τή συγνεφιά, πού κατέβαινε πάνω πό τή Δέλφη καί κύκλωνε να γύρω τόν τόπο. Τς φαινόταν τότε πώς τά σύνορα το κόσμου φταναν σαμε κε, πού φραζε ϋλος τοχος πό κείνη τήν καπνιά. Κι λα γύρω της τβλεπε νά περιορίζονται σέ λίγα μέτρα, πως περιορίζεται ζωή, ταν περάσουν τά χρόνια καί μαζευτε πιά τό κουβάρι της...
Τξερε ατά παπα- Γιώργης, γιατί το τλεγε σγχωρεμένη ταν νέβαινε στόν Πύργο νά λειτουργήσει, νά πάει κι ατός στ’ μπέλι του πού εχε παραπέρα, γιά νά τό κλαδέψει νά τό σκάψει, κάποιες μέρες πού δέν ταν γιορτή. Τό Μονοβασσώ τόν κτιμοσε ς παπά καί νθρωπο, γιατί ταν κι νορίτισσά του. τσι, τόν καλοσε στό καλύβι της νά πιε να ζεστό, νά φάει λίγο φαΐ, νά τόν φιλέψει λίγα σκα, λίγο τυρί καί μέλι. κενος πάλι τή βοηθοσε σέ λογαριασμούς, σέ καμμιά δουλειά στή Χώρα, γιατί δέν ξερε γράμματα, οτε δια οτε καί τά παιδιά της.
ρα περνοσε. Τόν γύρεψαν πό τό καλύβι πού τόν φιλοξενοσαν νά πάει νά φνε. Τούς επε τι θά σήκωναν σέ λίγο τό λείψανο κι τσι θά μενε στό καλύβι τς Μονοβασσώς.
ξω ρχισε ν᾿ σπρίζει παράξενα ορανός. πό ψηλά, πό τή Δέλφη κατέβαινε μιά λευκή, θολωμένη σκιά. «Θά χιονίσει», επε γιός τς νεκρς. Καί πγε στ᾿ λλα, τά γειτονικά τά καλύβια νά πε στούς ντρες, μιά κι ο γυνακες συντρόφευαν τή νεκρή, νά βιαστον, γιατί καιρός παίρνει τά πάνω του.
πό μακριά κούστηκε καμπάνα το γίου Ρηγίνου νά χτυπάει πένθιμα. Τό καλύβι τς Μονοβασσς ρχισε νά γεμίζει πό Πυριτες. παπάς βαλε τό πετραχήλι, διάβασε τό Τρισάγιο καί προέτρεψε τούς πιό νέους νά σηκώσουν τό λείψανο.
φεραν μιά ξύλινη κοντή σκάλα, στρωσαν ο γυνακες ραο κεντητό παλι κιλίμι, πιασαν τό λεψανο πό τίς κρες το σεντονιο καί τό τοποθέτησαν στό πρόχειρο ατό νεκροκρέβατο. Βόλεψαν τό κεφάλι πάνω σέ καλό, κεντητό μαξιλάρι καί ξεκίνησαν.
Βγάινοντας πό τ καλύβι κόυστηκε χος νός «γγειο» πού τό σπασαν, γιά νά «σκάσει χάρος». παπάς τό κουσε καί χαμογέλασε, γιατί σκέφτηκε πώς μέχρι σήμερα, π᾿ ατό τό καλύβι χει κηδέψει λλα τρία πρόσωπα. Τούς γονιούς τς θεις Μονοβασσς κι να παιδί της. Καί πάντα τόν διο τόν χο το σπασμένου γγειο κουγε. Θυμήθηκε τότε κενο τό λόγο το σίου Σισώη το Μεγάλου, πού πάνω πό τόν τάφο το Μεγάλου λεξάνδρου διαλογιζόταν κι λεγε: «Θάνατε, θάνατε, τίς δύναται φυγεν σε;»
Τή Νεκρώσιμη κολουθία τήν ψαλαν στόν γιο Ρηγίνο, ταπεινά, πλά καί μέ κατάνυξη. Μέ τό τέλος γινε κι ταφή κε γύρω πό τήν κκλησία, που συνήθιζαν νά ναποθέτουν τούς κεκοιμημένους.
Δυό πανηγύρια, σκεφτόταν, καθώς τοίμαζε τά ερά του μέσα στήν κκλησιά παπα-Γιώργης, σήμερα. Τό να γιά τήν παρουσία το Θεο στόν κόσμο καί τό λλο γιά τήν παρουσία τς θεις στά χέρια το Θεο.
ξω ρχιζε νά πέφτει πυκνό τό χιόνι. νας χαρτοπόλεμος πό μικρά λευκά χαρτάκια χύνονταν στ δάσος. Τό νιόσκαφτο μνμα τς Μονοβασσς ρχισε ν’ σπρίζει. Βιάστηκε νά ξεκινήσει γιά τή Χώρα. Προσκύνησε τόν γιο Ρηγίνο, πγε στό Καλύβι νέβηκε στό ζο, φο φόρτωσε τά πράγματά του καί τά φιλέματα τν Πυργιωτν, τυλίχτηκε καλά καί ξεκίνησε. Τό χιόνι πεφτε μέ σταθερό ρυθμό. Τ μονοπάτια καλύπτονταν σο περνοσε ρα και σ κάποια σημεα διάβαση ταν δύσκολη, γι᾿ ατ ναγκάζονταν ν κατεβε π τ ζο.
Γύρω του μιά λευκή θόνη κάλυπτε τά πάντα. Καί σιωπή, πού πλώνεται ατές τίς ρες το χιονιά, δινε τήν ντύπωση στόν παπά τι λος τόπος χει δειάσει. Μόνο κάποια πουλιά σπεύδανε ν κρυφτον στς πανεμιές, καταλαβαίνοντας τ χειμώνα πο νταρεύει.
Στό σπίτι του, στ Χώρα, φτασε λευκοντυμένος, παγωμένος καί μέ τήν κόπωση στό μεσόφρυδο· κι φτασε, μόλις μπαινε νύχτα. Μόνο ψυχή του ταν φωτισμένη, ζεστή, λαφρά κι ναπαμένη. Εχε, βλέπεις, γιορτάσει τ Χριστούγεννα!...

3-11 Δεκ. 2003         
Related Posts with Thumbnails