© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Χριστουγεννιάτικος Χαιρετισμός του Επισκόπου Μοζαμβίκης Ιωάννου

Προς το Πλήρωμα της Εκκλησίας των Ορθοδόξων της Μοζαμβίκης


Αδέλφια μου Μοζαμβικανοί, 
       Γεννήθηκε ο Χριστός και τα πάντα στην ανθρώπινη ιστορία έχουν πια μεταποιηθεί από γήινα και εφήμερα, σε ουράνια και αιώνια. Ο Θείος Λόγος σαρκώθηκε και έκτοτε όλες οι ανθρώπινες υποθέσεις έχουν αποκτήσει νόημα και διάρκεια. "Ο αχώρητος παντί εχωρήθη εν γαστρί", με σκοπό να χωρέσει τελικά στον εσωτερικό κόσμο όλης της ανθρωπότητας όλων των των εποχών και όλων των τόπων. 

Ένας από αυτούς τους τόπους είναι και ο δικός μας, η ωκεανοφίλητη Μοζαμβίκη. Έχοντας  κληθεί -με την Ανοχή του Ουρανού- η ταπεινότητά μου, όχι ως εκπρόσωπος του Θεού ανάμεσά Σας, αλλά ως δικός Σας εκπρόσωπος ενώπιον Εκείνου, γνωρίζοντας μάλιστα την καθαρότητα και την ευσέβεια των καρδιών Σας, καλώ τον καθένα ξεχωριστά και όλους μαζί να προσεγγίσουμε βιωματικά τον Νεογέννητο Θεό, με πρόθεση να αυτοπροσφερθούμε όλοι, ώστε να Τον σπαργανώσουμε Νήπιο, επιδεικνύοντας την απαιτούμενη θαλπωρή στον Θεό, που καταδέχεται να μάς επισκεφθεί, με σκοπό την "του σύμπαντος κόσμου" σωτηρία. 

Η Μοζαμβίκη -είμαι βέβαιος γι' αυτό- μπορεί να παρέξει ζεστό "κατάλυμα" στο Θείο Βρέφος! Μπορεί να ετοιμάσει πλήθη από φάτνες, ώστε σε κάθε μία να συντελεσθεί το Θαύμα των θαυμάτων! Μπορεί (ενώ θα έχει ο Νεογέννητος καταφύγει στην Αίγυπτο, για ν' αποφύγει τη ζηλοφθονία του Ηρώδη), να Τον κρύψει στα σπλάχνα της η φιλόξενη και φιλόθεη χώρα μας, κατέχοντας την πεποίθηση ότι Εκείνος ύστερα θα χαρίσει την ευεργετική Αγάπη Του προς τον λαό, που Τον δέχθηκε! 

Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, ο υψηλός Θεός φαίνεται επί γης άνθρωπος ταπεινός. Άραγε, θα Τον αναγνωρίσουμε; Είναι αυτός που περνά στο απέναντι πεζοδρόμιο, φτωχός και κατατρεγμένος... Είναι αυτός, που βρίσκεται έρημος και ξεχασμένος στο περιθώριο της ζωής και των μύριων βασάνων και ασθενειών... Είναι αυτός, που δεν αξίζει το βλέμμα μας... 

Αγαπητοί Φίλοι, 
     Ας δούμε τον κάθε συνάνθρωπο με βλέμμα καλοσύνης και ανοχής! Θα είναι το πρώτο σκαλί, για ν' ανέβουμε την σκάλα προς τον Ουρανό, στην οποία θα συναντήσουμε οπωσδήποτε τον Θεό να κατεβαίνει, καθώς θα καθίσταται Θεάνθρωπος! 

Μεταφέροντας τις ευχές και τις ευλογίες του πολυσέβαστου Πάπα και Πατριάρχου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ. κ. Θεοδώρου Β΄ για ψυχοσωματική υγεία πνευματική πρόοδο, 
Σάς αγκαλιάζω με ολόθερμα αισθήματα γιορτής 

Ο Επίσκοπός Σας 
+ ο Μοζαμβίκης Ιωάννης 


Στη φωτό: Η Γέννηση του Χριστού, δια χειρός Helen Lieros, από τον Ορθόδοξο Καθεδρικό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Maputo.

Ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας Θεόδωρος Β΄ υπέρ της Μητρότητας (Χριστούγεννα 2011) [ελληνικά και πορτουγέζικα]

Θ Ε Ο Δ Ω Ρ Ο Σ   Β΄
ΕΛΕΩι  ΘΕΟΥ  ΠΑΠΑΣ  ΚΑΙ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ 
ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, ΠΑΣΗΣ ΓΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ ΚΑΙ  ΠΑΣΗΣ  ΑΦΡΙΚΗΣ 
ΠΑΝΤΙ  Τῼ  ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ
ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ  ΚΑΙ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΥ  ΘΡΟΝΟΥ  ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
ΧΑΡΙΣ  ΚΑΙ  ΕΛΕΟΣ  ΚΑΙ  ΕΙΡΗΝΗ
 ΠΑΡΑ ΤΟΥ  ΕΝ  ΒΗΘΛΕΕΜ  ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ 
ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ  ΘΕΟΥ  ΚΑΙ  ΣΩΤΗΡΟΣ  ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ  ΧΡΙΣΤΟΥ
        
Αδελφοί μου αγαπητοί και ευλογημένοι,
          
Δύο χιλιάδες χρόνια πριν, μία βραδιά σαν την σημερινή, η Θεοτόκος σπαργάνωνε το νεογέννητο Ιησού για να ζεσταθεί. Λίγες ημέρες αργότερα και πάλι μέσα στο σκοτάδι, ο Ιησούς θα αναζητούσε τη ζεστασιά, αυτή τη φορά στην αγκαλιά της μητέρας Του, καθώς έπαιρναν το δρόμο της προσφυγιάς προς την Αίγυπτο για να αποφύγουν την οργή και την μανία του Ηρώδη.
         
Αλλά και σε όλη Του την ζωή, που τόσο ταπεινά ξεκίνησε στη Βηθλεέμ, η θαλπωρή της μητρικής παρουσίας δεν έλειψε από το πλευρό του Κυρίου μας. Η Θεοτόκος ακολούθησε πιστά και υπομονετικά τον Ιησού σε όλες τις ευαγγελικές Του οδοιπορίες, σε όλες τις δοκιμασίες της επίγειας ζωής Του. Σιωπηλά συμπορεύτηκε μαζί Του, σιωπηλά Του συμπαραστάθηκε, σιωπηλά συμμετείχε στον πόνο του Γιου και Θεού της.
         
Η στάση της Θεοτόκου ανέδειξε την μητρική αγάπη σε αναντικατάστατο πυλώνα της ανθρώπινης ζωής. Η στάση της Θεοτόκου ανέδειξε τις αρχές της πραότητας, της μετριοφροσύνης και της αλληλεγγύης. Και η εικόνα της μητρικής σκέπης και προστασίας, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην μικρή φάτνη των αλόγων, έμελλε να γίνει αιώνιο σημείο αναφοράς για όλες τις γυναίκες του κόσμου. Καταφύγιο ελπίδας, κάθε φορά που χανόταν και η τελευταία αχτίδα φωτός. Καταφυγή θάρρους, κάθε φορά που στέρευαν και τα τελευταία αποθέματα αντοχής.
         
Σήμερα ωστόσο που ο άνθρωπος κατακτά το ένα μετά το άλλο τα κάστρα της γνώσης, σήμερα που ο άνθρωπος τελειοποιεί τα διαθέσιμα τεχνολογικά μέσα, σήμερα που ο άνθρωπος έχει συχνά την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να υποκαταστήσει και τον ίδιο τον Θεό, η γυναίκα, ως ο φυσικός φορέας της αλλαγής και της αναγέννησης του κόσμου, ακόμα δεν χαίρει του σεβασμού που θα της ταίριαζε στην κοινωνία.
         
Μπορεί η θέση της γυναίκας να αναβαθμίστηκε θεσμικά. Όμως την ίδια στιγμή τα δικαιώματα της δεν έπαψαν να αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεων. Μπορεί πολλές γυναίκες να περνούν ανέμελα τη σημερινή βραδιά ανάμεσα σε πρόσωπα αγαπημένα και με τα απαραίτητα στο γιορτινό τραπέζι. Όμως την ίδια στιγμή πλήθος άλλων γυναικών αδυνατεί να βιώσει τη γιορτινή ατμόσφαιρα των ημερών.
         
Είναι οι γυναίκες θύματα της παράνομης διακίνησης με σκοπό την εκμετάλλευση και την εμπορία. Είναι οι κακοποιημένες από τον σύζυγο γυναίκες, τα θύματα της ενδοοικογενειακής βίας. Είναι οι γυναίκες φορείς του ιού του ΗΙV/AIDS που εισπράττουν το τίμημα του κοινωνικού στιγματισμού. Είναι οι μακροχρόνια άνεργες γυναίκες και οι αποκλεισμένες από την αγορά εργασίας. Είναι όλες οι γυναίκες που παλεύουν για να άρουν τον όποιο αποκλεισμό τους από την κοινωνία. 
         
Είναι οι γυναίκες που στην εποχή της οικονομικής δυσπραγίας καλούνται να ανταποκριθούν σε ρόλους πολλαπλούς, σε αυτό της συζύγου, της μητέρας, της εργαζόμενης, της οικοδέσποινας. Στην προσπάθεια τους να ανταποκριθούν σε όλες αυτές τις κοινωνικές απαιτήσεις και να κρατήσουν λεπτές ισορροπίες, οι γυναίκες πιέζονται, αγχώνονται, εξαντλούνται, λυγίζουν.
         
Είναι οι γυναίκες της υποσαχάριας Αφρικής που αντικρίζουν με φόβο και αγωνία το θείο δώρο του ερχομού της νέας ζωής. Κι αυτό διότι σε αυτήν την υποβαθμισμένη γωνιά του πλανήτη μας μια γυναίκα έχει μια πιθανότητα στις δεκαέξι να πεθάνει εξαιτίας επιπλοκών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή του τοκετού. Τα ορφανά τους παιδιά είναι δέκα φορές πιο πιθανό να πεθάνουν μέσα σε δύο χρόνια από το θάνατο της μητέρας τους.
            
Αδελφοί μου πολυτίμητοι,
         
Ένας κόσμος χωρίς μητέρες είναι ένας κόσμος χωρίς αγάπη και ένας κόσμος χωρίς σεβασμό στην γυναίκα ως πηγή της ζωής είναι ένας κόσμος χωρίς ανθρωπιά. Ας μην αφήσουμε λοιπόν την κρίση των καιρών μας να παραβιάσει το σεβασμό στα δικαιωμάτων της γυναίκας. Κι αυτό γιατί τα δικαιώματα δεν γνωρίζουν φύλο, δεν γνωρίζουν σύνορα. Ας δείξουμε λοιπόν τον απαιτούμενο σεβασμό στην προσωπικότητα, στην εργασία, στον κόπο, στις ανάγκες και στις επιθυμίες της μητέρας, της συζύγου, της αδελφής, της κόρης.
           
Αυτόν ακριβώς τον σεβασμό, ανάλογο του Δίκαιου Ιωσήφ προς την Θεοτόκο, κάνουν πράξη οι σύγχρονοι ιεραπόστολοι της Αφρικής αναπτύσσοντας δίκτυα ανθρωπιστικής βοήθειας με κέντρο τη γυναίκα που καθημερινά μοχθεί, αγωνίζεται, υπομένει. Είναι αλήθεια ότι τα μέσα υπολείπονται την ώρα που όλοι βιώνουμε τη μέγγενη της οικονομικής στενότητας. Ωστόσο καμία έκπτωση δεν μπορεί να γίνει στην παραδοχή ότι ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς σεβασμό της γυναίκας, του φορέα του θείου δώρου της ζωής. Ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς κάλυψη και προστασία του δικαιώματος της ασφαλούς μητρότητας.  Της μητρότητας που καθαγίασε μια βραδιά σαν την σημερινή η Θεοτόκος σε μια ταπεινή φάτνη!  

†Ὁ Πάπας καί Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής
Θ Ε Ο Δ Ω Ρ Ο Σ  Β΄



Εν τη Μεγάλη Πόλει
της Αλεξανδρείας
Χριστούγεννα 2011



Theodoros II

Pela Graça de Deus, Papa e Patriarca de Alexandria e de toda a África, para a plenitude do Trono Apostólico e Patriarcal de Alexandria, Graça e Misericórdia e Paz do nosso Senhor e Deus e Salvador Jesus Cristo, nascido em Belém e que cumpriu a Economia Divina.
Meus amados e abençoados, irmãos e irmãs,
Dois mil anos atrás, numa noite como esta noite, a Nossa Senhora estava agasalhando o recém-nascido Jesus  para mantê-lo aquecido. Poucos dias depois, novamente na escuridão, Jesus iria procurar calor, novamente nos braços de sua mãe, enquanto tomavam caminho do exílio para o Egipto a fim de escapar a fúria e ira de Herodes.

            Além disso, porém, durante toda a sua vida que começou tão humildemente em Belém, para o nosso Senhor nunca faltou carinho maternal. A Nossa Senhora fielmente e pacientemente seguiu Jesus em todas as suas viagens evangélicas em todos os desafios de sua vida terrena. Silenciosamente ela viajou com ele,  silenciosamente ficou do seu lado, participou do sofrimento de seu Filho e Deus.
             A atitude da Nossa Senhora deu destaque ao amor materno como um portal insubstituível da vida humana. Sua atitude sublinhou os princípios de humildade, suavidade e solidariedade. Além disso, a imagem de abrigo e protecção materna, como isso se reflectiu no pequeno presépio em Belém, foi para se tornar uma referência eterna para todas as mulheres do mundo. Um refúgio de esperança cada vez que o ultimo raio de luz foi perdido. Um refugio de coragem a cada vez que as últimas reservas de força estavam sendo esgotadas.

           Hoje, porém, na medida que o homem conquista os bastiões do conhecimento um após o outro, hoje como o homem aperfeiçoa a tecnologia disponível, hoje como o homem muitas vezes tem a ilusão de que ele pode substituir o próprio Deus, mulher, como o portadora natural de mudança e de regeneração do mundo, ainda não goza do respeito que seria apropriado para ela na sociedade.

           A posição das mulheres pode ter sido institucionalmente actualizado. No entanto, ao mesmo tempo os seus direitos não deixaram de ser sujeitos a violações. Muitas mulheres podem passar uma noite despreocupada entre seus entes queridos, desfrutando o essencial em sua mesa festiva. Mas ao mesmo tempo, muitas outras mulheres se vêem incapazes de experimentar a atmosfera festiva destes dias.
           Estas são as mulheres que são vítimas de tráfico para fins de exploração; as mulheres que sofrem abusos pelos seus maridos ou parceiros; vítimas de violência doméstica; as mulheres infectadas pelo vírus HIV que pagam o preço do estigma social; mulheres desempregadas a longo prazo e mulheres excluídas do mercado de trabalho; todas as mulheres lutando para eliminar a sua qualquer exclusão da sociedade.

           Estas são as mulheres que em tempos de dificuldades financeiras, são obrigadas a responder a várias funções; os papéis de esposa, mãe, trabalhadora e dona de casa. Em seu esforço para responder a todas essas demandas sociais e de manter um equilíbrio delicado, as mulheres são pressionadas, stressadas, exaustas, pois elas estão sobrecarregadas.
          Estas são a mulher de África Austral, que enfrentam com medo e angústia o dom divino da vinda de uma nova vida. Isso ocorre porque nesta parte subdesenvolvida do nosso planeta, a mulher tem uma em dezasseis chance de morrer devido a complicações durante a gravidez ou o parto. As suas crianças órfãs tem dez vezes mais chance de morrer dentro de dois anos após a morte de sua mãe.
Meus irmãos e irmãs mais preciosos,
             Um mundo sem mães é um mundo sem amor e um mundo sem respeito pelas mulheres como fonte de vida, é um mundo sem humanidade. Vamos, portanto, não permitir que a crise do nosso tempo viole o respeito pelos direitos das mulheres. Direitos  não conhecem género nem  fronteiras. Vamos mostrar o respeito necessário para a pessoa, o trabalho, o esforço, as necessidades e os desejos da mãe, esposa, irmã e filha.
          É precisamente este respeito, semelhante ao que o José Justo mostrou à Nossa Senhora, que os missionários modernos em África põem em prática pelo desenvolvimento de redes de assistência humanitária, principalmente com as mulheres que, diariamente, trabalham, lutam, sofrem. É verdade que os meios são insuficientes no momento em que todos nós estamos enfrentando o aperto de escassez financeira. No entanto, nenhuma dedução pode ser feita na convicção de que a esperança para o futuro melhor não pode existir sem o respeito pelas mulheres, as portadoras do dom divino da vida; esperança de futuro melhor não pode existir sem garantir e proteger o direito de maternidade, segura.
          Maternidade que numa noite como esta noite foi santificado pela Nossa Senhora no humilde presépio em Belém.
Theodoros II
Papa e Patriarca de Alexandria e toda África
Na grande cidade de Alexandria
Natividade do Senhor, 2011

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΟΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΩΣ ΨΕΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΕΛΥΤΗ

[Αναδημοσίευση από την Βιβλιοθήκη (σ. 5) της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 22.12.2011 και το αφιέρωμα ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Συνομιλώντας με το έργο του», με επιμέλεια του Διονύση Μουσμούτη]

«Κύριε Ελύτη,
Συγχαρητήρια που πήρατε το βραβείο Νόμπελ.
Σας εύχομαι πάλι του χρόνου.»
[Ευχές μαθήτριας από χειρόγραφο εκτεθειμένο στο Ίδρυμα Θεοχαράκη]

Κάθε φορά που ανοίγω τα Άπαντα του Οδυσσέα Ελύτη (και  τα ποιητικά και τα πεζά του), ξανοίγομαι μάλιστα -δίχως την προαπαιτούμενη κολυμβητική γνώση- στις καλλίδρομες θάλασσές του, ιδιαίτερα κατ’ αυτές τις παραλυτικές ημέρες μας και μάλιστα «εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω» (κατά τον Προφητάνακτα Ποιητή), τον διαισθάνομαι να βιώνει την αίσθηση του μικρού παιδιού, που απλώνει ευδιάθετο τα παιχνιδοτουβλάκια του και με υπομονή πολλή συνθέτει τα πολύχρωμα σπιτάκια μιας φιλικής γειτονιάς. Μέσα σε αυτήν μάλιστα καταφεύγει και αποκρύβεται, έως ότου επιτακτικές οι φωνές των μεγάλων το επαναφέρουν στην τάξη, αν κι έχει πάντα κατά νου ότι «Όπου ακούς “τάξη” /  ανθρωπινό κρέας μυρίζει» (Οδυσσέα Ελύτη, Ποίηση, εκδ. Ίκαρος, 2002 / Μαρία Νεφέλη, σ. 432). Συνήθως η... περιώνυμη κυρία Τάξη τού γκρεμίζει βάναυσα το δημιούργημά του, διότι αυτή η παιδιάστικη εμμονή εμποδίζει παράταιρα τα πλατώματα των μεγαλίστικων χώρων και τις βεβαιότητές τους. Το παιδάκι στεναχωρείται, όμως δεν πτοείται, μήτε απομένει ξεσπιτωμένο. Με την πρώτη ευκαιρία ανασυνθέτει τον τόπο του -όσο ουτοπικός κι αν νομίζεται-  κι έτσι βιώνει την παραμυθία της αποκατάστασης των πραγμάτων του, μετά την πρότερη επώδυνη λεηλασία.

Ο Ελύτης, με την αυθεντική και καλοδεχούμενη αθωότητα, που διακρίνει συνήθως το κάθε στιχουργικό επίτευγμά του, ανασυνθέτει τα σπασμένα των -κατ’ ευφημισμόν- Μεγάλων, δημιουργώντας έτσι μιαν οικεία γειτονιά, ένα είδος καταφυγής, εντός της οποίας έχουν δικαίωμα επιβίβασης / επιβίωσης (ωσάν σε άλλη κιβωτό διάσωσης), όχι ο καθένας, αλλά οι ολίγοι και εκλεκτοί, οι οποίοι με την δημόσια ευαισθησία και συμπεριφορά τους διασώζουν το Όλον. Εισοδεύεις εκεί, μόνον «εάν είσαι ο ένας από τα ελάχιστα εκατομμύρια που δικαιώνουν την ανθρωπότητα» (ό.π., Εκ του πλησίον, σ. 593).

Τα ά-σχημα όλα τα κόβει με το δημιουργικό ψαλίδι του πολύ προσεκτικά και στη συνέχεια συγκολλάει τα χρώματά τους, σχηματοποιώντας τα σε αρωματικές συνεικόνες μιας υπέρ νουν ιδεατής πραγματικότητας, η οποία πάντως υπερβαίνει τον θόρυβο τού εδώ και τώρα. Εμβολιάζοντας την σκιώδη φυτοζωή μας με τις ανθεκτικές λέξεις  των εικόνων του ή -αν προτιμάτε- τις παρηγορητικές εικόνες των λέξεών του παραδέχεται ξανά και ξανά: «Ζω για τότε που δεν θα υπάρχω» (ό.π., «Περασμένα μεσάνυχτα», Τα ελεγεία της Οξώπετρας, σ. 560).

Έτσι λοιπόν συμπεριφέρεται ο Ποιητής μας και μαζί του ο κάθε υποψιασμένος συμμέτοχος της Διαύγειας, που τόσο ευοίωνα εισηγείται! Βιώνει τα μέλλοντα ωσεί διαρκώς παρόντα, τις απερινόητες εμπειρίες των Εσχάτων ή και του Αιώνιου ως τωρινές κι έτσι κατορθώνει να διατηρεί την αναπνοή του ανενόχλητη. Σε αντίθετη περίπτωση, θα εκπίπταμε από την θλίψη στην κατάθλιψη και μετά στην σύνθλιψη, με την τόση και τέτοια πτώχευση, που έχει εσχάτως ενσκήψει στα πέριξ. Ο Ελύτης αποβλέπει στη μετα-Ιστορία των αισθήσεων και των αισθημάτων, οπότε έτσι κατορθώνει να μην μάς απελπίζει, έστω κι αν κλυδωνίζεται τριγύρω μας συθέμελα το Νυν. Ούτως ή άλλως η Ιστορία, όπως -αλίμονο- μάς ξεθεώνει και μάς εξευτελίζει μέρα με την ημέρα, αποδεικνύεται εντελώς αναξιόπιστη έως αισχρή δωσίλογη, γι’ αυτό και ο λόγος του ξανακούγεται οξύτερος ολοένα: «Κοίτα να κόβεις κάθε τόσο τα νύχια της Ιστορίας, επειδή έτσι και μεγαλώσουν θα πνίξουν κι εσένα και την αλήθεια» (ό.π., Εκ του πλησίον, σ. 612).

Διαβάζει Ελύτη ο σύγχρονος ανέστιος Έλληνας και προσυπογράφει, επαυξάνοντας: «[…] δεν υπάρχει ούτ’ ένας που να μ’ εκπροσωπεί / πόλεμος και ειρήνη μ’ έφαγαν από τις δύο μεριές / ό,τι απομένει αντέχει ακόμη / […] / προσωπικά / νιώθω σαν αποπλανημένο κυπαρίσσι / […] / δύστυχο καταμόναχο ένα μου / τι θ’ απογίνεις / θα σε φάνε από το πλάι πέντε-εξ μηδενικά / και πάει τετέλεσται / […]» (“Ad Libitum”, Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας, ό.π., σ. 458 εξ.). Τα παραθέματα λόγου από το εν γένει ελυτικό έργο, τα οποία εκφράζουν τους υπαρκτικούς εντέλει καημούς μας, θα μπορούσαν να πληθύνουν, ενώ θ’ αναστάτωναν χειρουργικά την έως θανάτου περίλυπη ψυχή μας. Όμως, αυτή η χειρουργική αφή του Ποιητή επί των διαχρονικών προβλημάτων μας μπορεί (και πρέπει) ν’ αποβαίνει εντέλει σε θεραπεία και ίαση. Υπάρχει χρεία Πείσματος έως μανίας σε όλα τα επίπεδα, εν είδει σχεδίας διάσωσης στην αντίπερα όχθη της ζωντάνιας. Το εισηγείται ο ίδιος ο Ελύτης: «Το πείσμα είναι υγεία. Είναι μια πρωινή γυμναστική που πρέπει να την κάνουμε κάθε μέρα εάν θέλουμε να κρατήσουμε την επαφή μας με το ζωντανό μέρος των πραγμάτων» (ό.π., Εκ του πλησίον, σ. 626). Και κάτι επιπλέον είναι χρειαζούμενο: Να τηρούμε τον νου στην θέση του, όπως χαρακτηριστικά εύχονται μεταξύ τους οι Αγιορείτες Μοναχοί δια του περιεκτικού λόγου τους: «τήρει νουν»! Για να καταλήξει ο Ποιητής: «Η σκέψη ξεβάφει, ο νους ποτέ» (ό.π., σ. 618).

Ο Ελύτης λοιπόν μιλάει φαρσί όλες τις αλήθειες, τουτέστιν τις όχι και τόσο θωπευτικές για την συλλογική ραθυμία μας διαλέκτους τής μη Λήθης, αλλά ενδεχομένως και ν’ απαξιώνεται συχνά - πυκνά, καθώς η ασθένεια των πικρών καιρών δείχνει πλέον μη αναστρέψιμη: «Έχω πει τόσες πολλές αλήθειες, που μοιάζει με ψέματα» (ό.π., σ. 619). Μακάριοι, όσοι ενωτίζονται τα ψέματα της Α-λήθειας των Ποιητών τους. Αυτοί μπορούν να ελπίζουν σε Διέξοδο και στη «θαυματουργία του έρωτα» (ό.π., σ. 622)! Γένοιτο!

[Μπανάτο Ζακύνθου, Οκτώβριος 2011]

Χριστουγεννιάτικο Μήνυμα 2011 από τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Δημήτριο




Τί σοι προσενέγκωμεν Χριστέ, ὅτι ὤφθης ἐπί γῆς ὡς ἄνθρωπος δι’ ἡμᾶς;
(Ἑσπερινός Χριστουγέννων)


Πρός τούς Σεβασμιωτάτους καί Θεοφιλεστάτους Ἀρχιερεῖς, τούς Εὐλαβεστάτους Ἱερεῖς καί Διακόνους, τούς Μοναχούς καί Μοναχές, τούς Προέδρους καί Μέλη τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων, τά Ἡμερήσια καί Ἀπογευματινά Σχολεῖα, τίς Φιλοπτώχους Ἀδελφότητες, τήν Νεολαία, τίς Ἑλληνορθόδοξες Ὀργανώσεις καί ὁλόκληρο τό Χριστεπώνυμον πλήρωμα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀμερικῆς.


Προσφιλεῖς Ἀδελφοί καί Ἀδελφές ἐν Χριστῷ,

Ὅταν ἀκοῦμε καί σκεπτόμεθα τήν ὑπέροχη ἱστορία τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας, οἱ καρδιές μας γεμίζουν μέ τεράστια χαρά. Στό θαυμάσιο γεγονός τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του ὁ Θεός ἀπεκάλυψε τήν μεγάλη ἀγάπη Του γιά μᾶς καί τό θεϊκό σχέδιό Του γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς κοινωνίας μαζί Του. Μέσῳ τῆς Σαρκώσεώς Του, ὁ Χριστός προσέφερε Ἑαυτόν γιά τήν πλήρη ἀνακαίνισή μας καί ὁλοκλήρωσε τήν δωρεά αὐτή τῆς χάριτος ἐν τῷ Σταυρῷ καί ἐν τῇ Ἀναστάσει Του. Διά τῆς γεννήσεώς Του, ὁ Κύριός μας εἰσῆλθε στήν ἀνθρώπινη κατάστασή μας προσφέροντάς μας βαθύτερη κατανόηση τῆς σχέσεως μέ τό Δημιουργό μας καί μεγαλύτερη ἐμπειρία ζωῆς καί ὑπάρξεως. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ὁ Ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος χάριν ἡμῶν, Ἐκεῖνος ὁ Ὁποῖος εὑρίσκεται ἀνάμεσά μας καί γνωρίζει τούς πόνους καί τούς ἀγῶνες μας, χαρίζει σέ ὅλους μας ζωή καί εἰρήνη.

Ἡ Ἑορτή τῶν Χριστουγέννων εἶναι ἑορτή πού συμπεριλαμβάνει ὅλα ὅσα προσέφερε καί συνεχίζει νά μᾶς προσφέρει ὁ Χριστός. Εἶναι ἐπίσης ἑορτή ἡ ὁποία θέτει ἐνώπιόν μας τήν ἐρώτηση: Τί πρέπει νά Τοῦ προσφέρουμε ἐμεῖς; Στό Ἱερό Εὐαγγέλιο, ἡ ἐρώτηση αὐτή ἀπαντήθηκε ἀπ’ αὐτούς πού συμμετεῖχαν μέ τήν παρουσία τους στήν ἔνδοξη Γέννηση. Ἡ Παρθένος Μαρία διέθεσε τόν ἑαυτόν της ὑπακούοντας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, κυοφορώντας καί γεννώντας τόν Σωτήρα Ἰησοῦν (Λουκᾶ 1:26-38). Ὁ Ἰωσήφ ἀκολούθησε τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου καί φρόντισε τήν Θεοτόκο καί τόν νεογέννητο Χριστό (Ματθ. 1:24-25). Οἱ βοσκοί, σέ ἀπάντηση στήν ἀναγγελία τῶν ἀγγέλων περί τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος, ἀντικρύζοντας τό βρέφος, προσέφεραν μαρτυρία τῶν ὑπερόχων γεγονότων τά ὁποῖα εἶχαν δεῖ καί ἀκούσει (Λουκᾶ 2:8-20). Τέλος, οἱ σοφοί Μάγοι ἀκολουθώντας τό Ἄστρο στήν Ἀνατολή, ἦλθαν στό Χριστό προσφέροντάς Του τήν προσκύνησή τους καί τά δῶρα τους (Ματθ. 2:1-12).

Οἱ προσφορές αὐτές στό Χριστό μᾶς δείχνουν πῶς πρέπει νά ἑορτάζουμε αὐτή τή μεγάλη Ἑορτή καί πῶς νά προσφέρουμε σ’ Ἐκεῖνον. Σέ ἀνταπόδοση τῆς ἀγάπης Του, καλούμεθα νά προσφέρουμε ἀπόλυτα τόν ἑαυτό μας στό Χριστό, προσφέροντας τήν καρδιά, τό σῶμα, τό πνεῦμα καί τήν ψυχή μας. Μέ τούς λόγους τῆς Θεοτόκου, ἐκφράζουμε τήν ὑπακοή μας καί τήν πλήρη πίστη μας σ’ Ἐκεῖνον λέγοντας, Γένοιτό μοι κατά τό ῥῆμα Σου (Λουκᾶ 1:38). Ἀντιλαμβανόμενοι τό μέγεθος τῆς προσφορᾶς τοῦ Θεοῦ στήν ἀνθρωπότητα, ἐρχόμεθα στό Χριστό μέ σπουδή ἀκριβῶς ὅπως οἱ βοσκοί καί ἐπιστρέφουμε στόν κόσμο δοξάζοντας καί ὑμνολογώντας τόν Θεό γιά ὅλα ὅσα βλέπουμε καί ἀκοῦμε. Ὅπως ἦλθαν οἱ σοφοί Μάγοι καί προσέφεραν μέ μεγάλη χαρά, ἔτσι καί ἐμεῖς δέν παύουμε νά Τόν προσκυνοῦμε καί νά προσφέρουμε τά δῶρα μας γιά τήν δόξα Του καί πάντοτε στήν ὑπηρεσία τῆς αἰωνίας βασιλείας Του.

Ἐφέτος, στήν Ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας ἄς ἀναλογισθοῦμε σοβαρά τήν ἐρώτηση: Τί θά προσφέρουμε στόν Θεό; Μέ τήν λατρεία καί τήν ἱερή σύναξή μας κατά τήν Ἑορτή αὐτή, προσευχόμενοι ἄς ἐξετάσουμε τήν ζωή μας καί ἄς ζητήσουμε τήν καθοδήγηση τοῦ Κυρίου μας προκειμένου νά δώσουμε ἀπάντηση σ’ αὐτή τήν ἐρώτηση. Εἴθε ἐσεῖς καί οἱ οἰκογένειές σας νά ἔχετε εὐλογημένα καί χαρούμενα Χριστούγεννα, γεμάτα μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀληθινή ζωή τήν ὁποία Ἐκεῖνος μᾶς χαρίζει. Καί εἴθε νά χαρίζει σέ ὅλους ὁ Σαρκωθείς Θεός τό ἀνατέλλον Νέον Ἔτος 2012 πλῆρες ὑγείας καί εὐλογίας.

Μετά πατρικῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης,
† ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Δημήτριος

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος για τα Χριστούγεννα

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ ΤΩ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

Χριστός και πάλιν γεννάται και οι Άγγελοι και πάλιν ψάλλουν:
“Δόξα εν Υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία”.
(Λουκ. β, 14-15).

Αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

Άγγελοι ψάλλουν τας τρεις μεγαλειώδεις ταύτας διακηρύξεις και η μεγίστη πλειονότης των ανθρώπων, αν και εορτάζει Χριστούγεννα, δεν δύναται να αντιληφθή το νόημα του αγγελικού αυτού ύμνου και διερωτάται εάν όντως σήμερον δοξάζεται υπό των ανθρώπων ο Θεός και διατί πρέπει να δοξάζεται, που δύναταί τις να εύρη επί γης την εξαγγελθείσαν ειρήνην και δια ποίον λόγον η σημερινή ανθρωπότης πρέπει να ζη εν ευδοκία.

Διότι, όντως, η πλειονότης των ανθρώπων δεν δοξάζει τον Θεόν, ούτε δια των έργων της, ούτε δια των χειλέων της, αρκετοί δε εξ αυτών αμφισβητούν και αυτήν ταύτην την ύπαρξιν του Θεού και την παρουσίαν Του εις την ζωήν των. Είναι μάλιστα πολλοί εκείνοι, οι οποίοι αποδίδουν εις τον Θεόν ευθύνας, δι’ όσα δυσάρεστα συμβαίνουν εις την ζωήν των. Αλλ’ όμως οι τοιουτοτρόπως αγανακτούντες εναντίον του Θεού σφάλλουν βαρέως, καθ' όσον το κακόν δεν προέρχεται από Αυτόν. Αντιθέτως, η εξ αγάπης προς τον άνθρωπον σάρκωσις του Υιού και Λόγου του Θεού και τα επακολουθήσαντα αυτήν γεγονότα της Σταυρώσεως και Αναστάσεώς Του, αναμορφώνουν τον πιστόν εις το αρχαίον κάλλος και χαρίζουν εις αυτόν την αιώνιον ζωήν και την πάντα νουν υπερέχουσαν ειρήνην και καθιστούν αυτόν συγκληρονόμον της αιωνίου βασιλείας του Θεού. Η πράξις αύτη της του Θεού Συγκαταβάσεως, αν και περικλείει την εσχάτην ταπείνωσιν, είναι αφ’ εαυτής ικανή να υπερδοξάση Αυτόν. Ούτως, αν και πολλών ανθρώπων αι καρδίαι δεν δοξάζουν τον Θεόν, αποδίδοται δόξα εις Αυτόν, τον εν υψίστοις οικούντα, υπό πάσης τε της κτίσεως και υπό των αντιλαμβανομένων τα γενόμενα ανθρώπων. Διο και ημείς ευγνωμόνως αναφωνούμεν μετά των Αγγέλων το “Δόξα εν υψίστοις Θεώ” δια την μεγαλωσύνην των έργων Του και το ασύλληπτον της αγάπης Του προς ημάς.

Η απορία όμως αφορά και εις την δευτέραν εξαγγελίαν των αγγέλων “και επί γης ειρήνη”. Κατά ποίον τρόπον ευρίσκεται επί γης ειρήνη, όταν το ήμισυ σχεδόν του πλανήτου είναι είτε εν δράσει είτε εν προετοιμασία πολεμική; Η γλυκύφθογγος εξαγγελία των Αγγέλων “επί γης ειρήνη” είναι βεβαίως πρωτίστως μία υπόσχεσις του Θεού, ότι εάν οι άνθρωποι ακολουθήσουν τον δρόμον τον οποίον το τεχθέν Παιδίον υποδεικνύει εις αυτούς, θα φθάσουν εις την εσωτερικήν ειρήνην και την ειρηνικήν συμβίωσιν. Αλλά, φευ, μέγα μέρος των ανθρώπων συγκινείται και έλκεται από τα τύμπανα του πολέμου και βαρυθυμεί εις το άκουσμα της υποσχέσεως της ειρηνικής ζωής. Δεν ομιλούμεν βεβαίως μόνον περί των ζηλωτών των δι’ όπλων πολεμικών συρράξεων, αλλά κυρίως περί όλων εκείνων, οι οποίοι μετατρέπουν την ευγενή άμιλλαν εις σύγκρουσιν και έφοδον κατά των συνανθρώπων και επιδιώκουν την εξόντωσιν του αντιπάλου. Υπ’ αυτήν την έννοιαν, ο πόλεμος βιώνεται ως πραγματικότης μεταξύ των μελών αντιτιθεμένων κοινωνικών ομάδων και παρατάξεων, παντός είδους, εθνικών, κομματικών, συνδικαλιστικών, οικονομικών, ιδεολογικών, θρησκευτικών, αθλητικών και ει τινος άλλης, και ο ψυχισμός των μελών των διαμορφώνεται εις φιλοπόλεμον, αντί του, ως θα έπρεπε, φιλειρηνικού. Αυτό όμως δεν αναιρεί την αλήθειαν της εξαγγελίας των Αγγέλων, ότι δια της Γεννήσεως του Χριστού και της αποδοχής των διδαγμάτων Αυτού, θα επικρατήση όντως επί γης η ειρήνη. Ο Χριστός ήλθε κομίζων την ειρήνην και εάν αυτή δεν κυριαρχή εις τον κόσμον, ευθύνονται οι μη αποδεχόμενοι και μη βιούντες αυτήν άνθρωποι, και όχι ο προσφέρων αυτήν Θεός.

Δεδομένης της τοιαύτης στάσεως του συγχρόνου ανθρώπου έναντι του Θεού και της προσφερομένης υπ’ Αυτού ειρήνης, δεν είναι παράδοξον το γεγονός ότι σπανίζει μεταξύ των ανθρώπων η ευδοκία. Η καλή διάθεσις του Θεού προς τους ανθρώπους είναι δεδομένη, και τα ευμενή επακόλουθα αυτής ενεργά μεν δι’ όλους κατ’ αρχήν τους ανθρώπους, ιδιαιτέρως δε αισθητά δια τους εμπράκτως αποδεχομένους τας ανωτέρω αγγελικάς εξαγγελίας. Αντιθέτως, δια τους αρνουμένους αυτάς και επιδιδομένους εις την αλληλοεκμετάλλευσιν και τον αλληλοσπαραγμόν, αι συνέπειαι βιούνται ως κρίσις αγωνίας και άγχους, ως κρίσις οικονομική και ως κρίσις σκοπού της υπάρξεώς μας και αβεβαιότης υπαρξιακή.

Αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

Πάντα λοιπόν τα υπό των Αγγέλων εξαγγελθέντα κατά την Γέννησιν του Κυρίου αγαθά υπάρχουν και σήμερον και βιούνται εν πληρότητι υπό των πιστευόντων εις τον Ιησούν Χριστόν ως Θεάνθρωπον και Σωτήρα του κόσμου. Ας αρχίσωμεν από εφέτος να βιώνωμεν τα Χριστούγεννα ως αρέσει εις τον αγαθοδότην Θεόν, δια να βιώσωμεν την επί γης και εντός των καρδιών μας ανυπέρβλητον Ειρήνην και την πλήρη αγάπης ευδοκίαν του Θεού προς ημάς. Ας καταστήσωμεν εαυτούς πρόσωπα κοινωνούντα αγαπητικώς μετά του Θεού και του συνανθρώπου, μετατρεπόμενοι από άτομα εις πρόσωπα. Ας αποβάλωμεν τα προσωπεία του διεσπασμένου και αποκεκομμένου από τον Θεόν και την εικόνα Αυτού, τον συνάνθρωπον, τον πλησίον, εγωϊστικού ατόμου, και ας εκπληρώσωμεν τον προορισμόν μας, ο οποίος είναι η ομοίωσις προς τον Θεόν δια της εμπράκτου προς Αυτόν πίστεώς μας. Ας γίνωμεν και ημείς αναμεταδόται των αγγελικών εξαγγελιών προς την ανθρωπότητα, η οποία δεινώς πάσχει και δεν δύναται να εύρη, δια των μέσων τα οποία συνήθως χρησιμοποιεί, την Ειρήνην και την Ευδοκίαν. Η μόνη οδός απαλλαγής εκ των πολεμικών και των οικονομικών και των πάσης φύσεως κρίσεων είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Οποίος μας διεβεβαίωσεν ότι Αυτός είναι η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή. Δοξάζομεν, λοιπόν, ολοκαρδίως τον εν Υψίστοις και μεταξύ ημών αναστρεφόμενον Συγκαταβάντα Ιησούν Χριστόν και συνδιακηρύσσομεν μετά των Αγγέλων ότι είναι εφικτή και υπάρχει όντως επί της γης και εντός των καρδιών μας η Ειρήνη, διότι κατηλλάγημεν τω Θεώ, ως Αυτός ηυδόκησε σαρκωθείς δια της Γεννήσεως Αυτού εν Φάτνη.

Ας ζήσωμεν, λοιπόν, αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω αγαπητά, την χαράν της Γεννήσεως του Ιησού Χριστού, και την πρόγευσιν των όσων αγαθών δια τον άνθρωπον διακηρύσσει η τριπλή αγγελική εξαγγελία.

Γένοιτο.

Φανάριον, Χριστούγεννα ,βια’
+ Ο Κωνσταντινουπόλεως
Διάπυρος προς Θεόν ευχέτης πάντων υμών


Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2011

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΟΙ ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ (χριστουγεννιάτικο νέο διήγημα)


Ξυπνήσαμε αχάραγο. Η μάνα μας είχε έτοιμο γάλα. Ο μικρός δεν το ήπιε. Ήθελε μέσα σοκολάτα. Βασικά, δεν ήθελε τίποτα. Είχε και αυτός την ίδια αγωνία. Εγώ μεγαλύτερος, πήρα τα τρίγωνα και βγήκαμε στην πόλη. Στην αγορά ίσα που άρχιζε το παζάρι.

- Έτοιμος; Τον σκούντησα και αρχίσαμε να τα λέμε.

Άλλος πορτοκάλια, άλλος μήλα, ο κυρ Αντρέας δύο τεράστια κεφαλόπουλα, ακόμη και στο φαρμακείο παστίλιες για τον βήχα. Είχαμε φορτωθεί δύο σακούλες και πηγαίναμε για τρίτη.

- Θέλω τσίτσα, μου είπε στο αυτί.

- Τώρα;

Μπήκαμε στο μεγάλο καφενείο. Κανείς δεν έδωσε σημασία.

- Πως βρωμάει εδώ μέσα;

- Σκάσε και κατούρα, του μίλησα απότομα.

Κάπνα, τάβλι και άφθονο ούζο. Σταθήκαμε λίγο σε ένα πράσινο τραπέζι. Πώς έπαιζε με την τράπουλα… έφτιαχνε πύργους και ύστερα τους φύσαγε. Μαγεύτηκα. Κοιτούσα σαν χάνος.

- Παίζεις; μου λέει ο μπάτσος.

- Δεν ξέρω...

- Θα σου μάθω!

Πάνω που κάτσαμε για ιδιαίτερο, άρχισε να ρωτά.

- Ξυπνήσατε πρωί;

Τον κοιτούσαμε αμίλητοι. Η μάνα, μας είχε ψυλλιάσει. Ο μικρός με τράβηξε και σηκώθηκα πάνω. Πριν την πόρτα ένα χέρι με κρύωσε.

- Άδεια έχετε;

Τον κοίταξα αμήχανος. Μας έβαλε να κάτσουμε στο τραπέζι ξανά. Σε λίγο έφτασε ο γιος της κυρά Θοδώρας. Με την αστραφτερή του στολή, μας πήγε βόλτα στο τμήμα. Εκεί ο μικρός ήθελε να τα πούμε. Τον τσίμπησα και άρχισε να κλαίει.

- Τι έχει το παιδάκι; ρώτησε η κυρία με την στολή.

- Πεινάει, απάντησα και τον πήρα μια ζεστή αγκαλιά.

Ο πατέρας μου δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα. Βρήκανε πάνω μας κέρματα, κοντά δέκα ευρώ.

- Να πάρεις τα ψώνια από τον μανάβη, του είπα κλείνοντας το μάτι με τρόπο. Κατάλαβε.

Έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία. Αυτόφωρο. Ήμασταν παράνομοι. Ούτε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, ούτε μπλοκάκι αποδείξεων. Σε χάρτινο πύργο κλεισμένοι. Ο μικρός με έπεισε πως ήτανε μάγος.

- Και μείς πειρατές!... τον διαβεβαίωσα.

Το βράδυ των Χριστουγέννων οι καλλικάντζαροι φύσηξαν, ο τοίχος σαν τραπουλόχαρτο έπεσε και πάνω στα φτερά του αγγέλου, γυρίσαμε σπίτι μας.

Όταν η φωτιά δεν καίει, αλλά ζεσταίνει

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έθιμα του νησιού μας για την γιορτή των Χριστουγέννων είναι το κόψιμο, το βράδυ της παραμονής, της πατροπαράδοτης κουλούρας. Ιδιαίτερη ιεροτελεστία υπάρχει γι’ αυτήν την πανάρχαια των Ζακυνθινών συνήθεια, η οποία κρατιέται ακόμα με ευλάβεια σε όλα τα σπίτια του νησιού. Το ζύμωμά της αποτελεί μια ιδιαίτερη διαδικασία και το κόψιμό της είναι μια αφορμή συγκέντρωσης της οικογένειας ολόκληρης γύρο από το γιορτινό, με τα απαραίτητα βραστά μπρόκολα, τραπέζι και μια μικρή θεατρική παράσταση, κατά την οποία συναντώνται πανάρχαιες τελετές και χριστιανικά στοιχεία.
Η μεταφορά της πάνω από την φωτιά, οι συμβολισμοί της (η ίδια είναι, λένε, το αστέρι, που οδήγησε τους Μάγους στο θείο Βρέφος, το οποίο εκφράζεται με το «ηύρεμα»), το απαραβίαστο πρωτόκολλό της, το οποίο δίνει στο νοικοκύρη τα πρωτεία, ακόμα κι αν παρευρίσκεται το πιο επίσημο πρόσωπο, αλλά και η σπονδή με τα δύο βασικά προϊόντα του τόπου, το λάδι και το κρασί, δίνουν στη ιεροτελεστία αυτή ένα ιδιαίτερο χρώμα και μια μοναδικότητα, η οποία, όπως και πολλές άλλες φορές συμβαίνει, κάνουν να ξεχωρίζει το νησί μας από τον υπόλοιπο Ελλαδικό χώρο.
Πολλά θα μπορούσαμε να γράψουμε σήμερα για το χαρακτηριστικό της Ζακύνθου αυτό έθιμο, με το οποίο εξάλλου αρκετές φορές είχαμε ασχοληθεί και στο παρελθόν. Αποφεύγοντας, όμως, την επανάληψη, η οποία παρ’ ότι είναι μήτηρ της μαθήσεως, είναι και κουραστική σε πολλές περιπτώσεις, θα σταθούμε μόνο στην φωτιά, που είναι απαραίτητη για το κόψιμο της τζαντιώτικης κουλούρας και θ’ αναζητήσουμε την ταυτότητα και την καταγωγή της.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα πατροπαράδοτα, το καλοζυμωμένο αυτό έδεσμα, μεταφέρεται τελετουργικά από το γιορτινό τραπέζι στο τζάκι ή την εστία του σπιτιού, όπου εκεί καίνε, σταυρωμένα, δύο κούτσουρα. Αυτά συμβολίζουν τους προπάτορες, Αδάμ και Εύα, που μετά από το αμάρτημά τους και την εκδίωξή τους από τον Παράδεισο, καίγονται στην Κόλαση, περιμένοντας την συγχώρεσή τους και τον λυτρωμό τους. Αυτός έρχεται με το λάδι, το οποίο χύνεται πάνω από την κουλούρα και από το κέντρο της καταλήγει πάνω στην αναμμένη φωτιά, η οποία προς στιγμήν αναπυρώνεται, συμβολίζοντας την Ανάσταση του Θεανθρώπου, η οποία καταργεί το θάνατο και την προγονική παρακοή.
Τα ξύλα αυτά διαφέρουν από χωριό σε χωριό και από την μια περιοχή του νησιού στην άλλη. Πολλές φορές προέρχονται από δένδρα από τα οποία το ένα έχει σερνικό όνομα και το άλλο θηλυκό. Άλλοτε είναι από ελιά και αμπέλι, τα οποία είναι τα βασικά γεωργικά προϊόντα του νησιού. Πολλές φορές χρησιμοποιείται και το κυπαρίσσι, ίσως σαν δείγμα μακροζωίας και λεβεντιάς. Άσχετα, όμως, με την προέλευσή τους τα ξύλα αυτά, παρά την νεώτερη, χριστιανική τους συμβολική σημασία, πρέπει να έχουν πανάρχαια προέλευση και να συνδέονται με την λατρεία του ήλιου, μια και με τις μέρες των Χριστουγέννων, όχι τυχαία, συμπίπτει η περίοδος του χειμερινού ηλιοστάσιου.
Είναι γνωστό ότι οι αρχαίοι Ρωμαίοι στις 25 Δεκεμβρίου γιόρταζαν με ιδιαίτερο σεβασμό και με μεγαλοπρέπεια τα Βρουμάλια ή Μπρουμάλια, σαν γενέθλια ημέρα του θεού Μίθρα, του αήττητου ήλιου. Η ετυμολογία της ονομασίας της γιορτής αυτής προέρχεται από την λατινική λέξη bruma, η οποία υποδηλώνει την χειμερινή τροπή και την μικρότερη μέρα του χρόνου.
Επειδή οι πρόγονοί μας πίστευαν πως ο ήλιος την περίοδο αυτή σταματά και αυτό γι’ αυτούς σήμαινε τον κίνδυνο του σταματήματος της ζωής πάνω στη γη, άναβαν, την χρονική αυτή στιγμή, φωτιές, θέλοντας να βοηθήσουν την επανεκκίνησή του και την συνέχεια της ζωής του πλανήτη.
Κατάλοιπα αυτών των φωτιών είναι ο Δωδεκαμερίτης, ο οποίος καίει σε πολλά σπίτια από το βράδυ της παραμονής της μεγάλης γιορτής, ως τα Φώτα, το «πάντρεμα της φωτιάς», το «χριστόξυλο», αλλά και οι ομαδικές φωτιές των γειτονιών, οι οποίες σε πολλά μέρη, της Βόρειας κυρίως Ελλάδας, εξακολουθούν να υπάρχουν.
Μια τοπική τους έκφραση πρέπει να είναι και τα δύο ξύλα της ζακυνθινής κουλούρας, τα οποία είναι απαραίτητα για το πατροπαράδοτο κόψιμό της. Δεν γνωρίζουμε το από πότε ξεκινούν, ούτε ποια είναι η προέλευση και η καταγωγή τους. Επίσης δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά αν είναι δάνειο ή εξέλιξη παλιότερης τοπικής συνήθειας. Το μόνο που είναι σίγουρο είναι πως αποτελούν απαραίτητο τελετουργικό στοιχείο μας ιδιαίτερα αγαπητής συνήθειας και πως κρατήθηκαν ως και τις μέρες μας, παρά την κατάργηση των δοξασιών και την επικράτηση του ηλεκτρισμού. Είναι, ίσως, η αγάπη για το φως και την ζωή και η ανάγκη για την ζεστασιά, που παρά την πρόοδο πάντα συνεχίζει να κρατά την αποκλειστικότητα της θαλπωρής της, μόνο σαν προέρχεται από το ξύλο.
Μην ξεχνάμε, επίσης, πως παρόμοιες συνήθειες υπήρχαν και κατά το άλλο ηλιοστάσιο, το θερινό, που τα κατάλοιπά τους είναι οι φωτιές του Άι-Γιαννιού του Λουμπαρδιάρη, που ανάβουν την παραμονή της γιορτής των γενεθλίων του Προδρόμου σε κάθε γειτονιά και από πάνω τους πηδούν τα παιδιά, αλλά και οι μεγάλοι για μακροημέρευση και καλοτυχία.
Κλείνοντας πρέπει να παρατηρήσουμε πως η χριστιανική εκκλησία, θέλοντας να καλύψει και να οικειοποιηθεί παλιότερες και μη πολεμούμενες συνήθειες δεν τοποθέτησε μόνο τις γεννήσεις των δύο σπουδαιότερων προσώπων της, του Χριστού και του Προδρόμου, στα δύο ηλιοστάσια, αλλά και τις συλλήψεις τους την περίοδο των ισημεριών. Έτσι σ’ αυτήν της Άνοιξης έχουμε τον Ευαγγελισμό (25 Μαρτίου), ενώ σ’ εκείνην του Φθινόπωρου την Σύλληψη του Προδρόμου (23 Σεπτεμβρίου). Με τον τρόπο αυτό οι τέσσερις σημαδιακές στιγμές του ενιαυτού ξεπερνούν τον ειδωλολατρικό τους χαρακτήρα και παίρνουν ευλογημένη από τη νέα θρησκεία μορφή και χροιά.
Όπως και αν έχει, όμως, η ιστορία ας κρατήσουμε αυτήν την θαλπωρή του τοπικού μας εθίμου. Ας ξεπεράσουμε την ξενόφερτη βασιλόπιτα και ας μείνουμε πιστοί στην δική μας κουλούρα. Είναι κι αυτό μια αντίσταση και μάλιστα σωτήρια.
Όσο για τους δαυλούς της, η φωτιά τους δεν καίει, αλλά ζεσταίνει.
Καλά Χριστούγεννα!

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΜΙΑ ΑΛΛΟΙΩΤΙΚΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

«Οἱ βιτρίνες
δεν ἀνασταίνουν τίποτε ἀπό τον παράδεισό μου
ἀφοῦ δεν ἔχουν ἕνα χαμόγελο
για ἕναν ξένο...»
Π. Β. Πάσχος

Τό μεγάλο λεωφορεῖο ἦταν σχεδόν ἄδειο τούτη τή νύχτα τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων. Οἱ λιγοστοί του ἐπιβάτες -κάτι κουρασμένοι μετανάστες πού ἐπέστρεφαν στά σπίτια τους- μισοκοιμόντουσαν, καθώς ἦταν κουρασμένοι ἀπό τήν ἔντονη ἐργασία τῶν γιορτινῶν αὐτῶν ἡμερῶν. Μαζί τους κι αὐτός, πού τόν κάλεσαν στό σπίτι τους ἀπόψε καποιοι συγχωριανοί του, γιά να γιορτάσουν τά Χριστούγεννα. Ἀλήθεια, τά μέτρησε ποτές του τά Χριστούγεννα πού λείπει ἀπ’ τό σπίτι του, ἀπ’ τό χωριό του;
Ἔξω χιόνιζε. Οἱ ἀραιές νιφάδες κολλοῦσαν στά τζάμια τοῦ λεωφορείου πού, νυσταγμένο καί κουρασμένο, προχωροῦσε πάνω στήν παγωμένη λεωφόρο.
Κοίταξε τό ρολόι του. Ἤθελε κάμποση ὥρα νά φτάσει στόν προορισμό του, γιατί τό σπίτι τοῦ Ντίνου ἦταν ἀρκετά μακρυά ἀπό τή δουλειά του, ἀπ’ ὅπου και  ξεκίνησε. Ἄφησε τόν ἑαυτό του νά χαλαρώσει κι ἔκλεισε γιά λίγο τά μάτια του. Ἔνοιωθε στ’ ἀλήθεια τόσο κουρασμένος!
Τότε, μέσα σέ κεῖνο τό γλυκό νανούρισμα, πού τοῦ χάριζε αὐτό τό ταξίδι μέ τό μονότονο σύρσιμο τοῦ ἁμαξιοῦ πάνω στόν μισοχιονισμένο δρόμο, ἄρχισε τό ἄλλο σεργιάνισμα, ἐκεῖνο τῆς μνήμης, πού ἐνεργοποιεῖται κάτι τέτοιες στιγμές γιορτῆς κι ἀναπόλησης. Ἄρχισε, λοιπόν, νοερά νά ἐπισκέπτεται εὐλογημένους καί μακρυνούς τόπους, ὅπου εἶχε τόσα χρόνια νά δεῖ καί τούς νοσταλγοῦσε μέ δέος κι ὀδύνη. Ξανάδε τότε τόν Τσιτσίραφλο, τή μικρή πλατεία τοῦ χωριοῦ του, χωνεμένη στό μολυβένιο ἀπόβραδο, τά λιτά και φτωχικά τριγύρω σπιτάκια πού κοιτοῦσαν κατά τή θάλασσα κι ὕστερα τά παιδιά πού μέσ’ τό παγωμένο τό βράδυ πήγαιναν σέ μικρούς ὁμίλους νά ποῦν τά κάλαντα.
Ξαναθυμήθηκε τίς παλιές τίς παραστιές μέ τήν ἀρχαία φωτιά, ἐνῶ δίπλα τους κάθονταν σιωπηλοί κι αὐστηροί, ὅπως στίς βυζαντινές ἁγιογραφίες, οἱ παλιοί νοικοκυραῖοι.
Τά μικρά σπιτάκια τά φώτιζε μιά λάμπα πετρελαίου ἤ κάποτε ἕνας λύχνος λαδιοῦ, πού σκόρπιζε ἴσκιους τριγύρω, στίς μισοσκότεινες καί καπνισμένες γωνιές τοῦ σπιτιοῦ, μέ μιά παράξενη δόση μυστηρίου.
Ξανάδε καί τό δικό του, τό μικρό, ταπεινό σπιτάκι, μέ τόν κουρασμένο τόν Πατέρα, τή Μάνα καί τ’ ἀδέλφια. Ἀκόμα τοῦ δαγκώνει τή ψυχή ἡ φαρμακωμένη Μορφή τοῦ Πατέρα του, πού κοίταζε μέσα ἀπό χίλιες δυό στερήσεις νά τά καταφέρει, ὥστε νά μή λείπει τίποτε ἀπό τό σπίτι. Ἴσως, γι’ αὐτό κι ἔφυγε τόσο νωρίς, τόσο νέος... Καθώς τόν ἔφερνε στή μνήμη του τούτη τήν ἱερή ὥρα, κάποια δάκρυα ξέφυγαν ἀπ’ τά μάτια του.
Τό λεωφορεῖο δέν σταματοῦσε παρά σέ ἐλάχιστες στάσεις. Κοίταξε ἔξω. Ὁ δρόμος, φωτισμένος γιορταστικά, εἶχε ἐλάχιστη κίνηση. Στύλωσε τότε τά μάτια του στό μικρό παιδί, πού κρατοῦσε ἡ μάνα του λίγες θέσεις πιό πέρα ἀπ’ τή δική του, καί θυμήθηκε. Αὐτή τή φορά, τόν μακρυνό καιρό τῆς παιδικῆς του ἡλικίας, μάλιστα τέτοια βραδυά, Παραμονή Χριστουγέννων. Τοῦ ἄρεσε πάντα αὐτή  ἡ βραδυά. Ὄχι γιατί πήγαινε νά πεῖ τήν "Καληνεσπέρα" μέ τούς φίλους του ἀπό τό Ἐπάνω κι ἀπ’ τό Κάτω Χωριό, ἀλλ’ ἐπειδή τόν ἐντυπωσίαζε τό γεγονός τῆς γιορτῆς πού ἐρχόταν μέ ρυθμούς τέτοιους, οἱ ὁποῖοι ἄνοιγαν στήν ψυχή τούς μυστικούς ἐκείνους δρόμους γιά τήν προσέγγιση τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἐνανθρώπησης τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό περισσότερο τό διαισθανόταν στήν ἐκκλησία, ὅταν σέ ὥρα βαθειά ὀρθρινή πήγαινε μέ τούς δικούς του, γιά ν’ ἀκούσουν τόν Ὄρθρο καί τή Λειτουργία τῶν Χριστουγέννων, στήν παλιά ἐκείνη ἐκκλησιά τή φωτισμένη μόνο ἀπό τά κεριά καί τά λαδοκάντηλα. Ἐκεῖ, λοιπόν, προσπαθοῦσε νά αἰσθανθεῖ τό μεγαλεῖο πού κρύβει  γιορτή, καθώς οἱ λέξεις ἀπό τό ἀπολυτίκιο, «Ἡ Γέννησίς σου Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν...» ἔφταναν μέσα του στολισμένες καί ντυμένες μέ φῶς ἱλαρό, αὐτό τό φῶς τῶν Χριστουγέννων πού δέν ξανασυνάντησε ποτές του, καί πού μόνο ἐκείνη ἡ ταπεινή,  φτωχική ἐκκλησία τοῦ πρόσφερνε ἁπλόχερα. Ἄχ! νά μποροῦσε κι ἀπόψε νά βρεῖ μιά παρόμοια γωνιά σέ τούτη τή σύγχρονη Βαβυλώνα, γιά νά πάρει λίγο ἀπό κεῖνο τό φῶς, λίγη κατάνυξη, ὥστε νά ξαναδέσει τή ψυχή του μέ τό μακρυνό τό χτές, μέ τούς δικούς του ἀνθρώπους.
Θυμᾶται, λοιπόν, τήν ἐκκλησία, τούς σιωπηλούς συγχωριανούς του εὐφραινόμενους στά στασίδια τους, ὃπως θυμᾶται καί τήν ἀπόλυση τῆς λειτουργίας μέ τίς εὐχές μέσα στό βαρύ σκοῦρο πρωϊνό, κι ὕστερα τήν ἐπιστροφή στό φτωχικό  τους. Κάποια χριστουγεννιάτικα πρωϊνά  ἔχουν ἀκόμα ἀποτυπωθεῖ μέσα του, μέ πηχτό πούσι στολισμένα κι ἀνεμόβροχο, ἐνῶ ἡ θάλασσα κάτω στά θεμέλια τοῦ νησιοῦ βογγοῦσε πονεμένα, λές καί θρηνοῦσε τίς ψυχές ἐκείνων πού ἔφυγαν πιά...             
Τό λεωφορεῖο συνεχίζει τό ταξίδι στόν παγωμένο δρόμο. Ὅπως συνεχίζεται καί τό παραμιλητό τῆς μνήμης, πού δέν ἡσυχάζει στό νά τοῦ προβάλλει εἰκόνες ἱερές, πολύτιμες, κορυφαῖες. Ἔτσι, τούτη τή φορά τό μοτίβο ἀλλάζει. Εἶναι τῆς ἴδιας του τῆς ζωῆς ἡ προέκταση, πού ξεδιπλώνεται ὅμως σέ ἄλλον χῶρο, τό ἴδιο ἁγιασμένο καί οἰκεῖο. Ἔτσι, αὐτή τή φορά μπροστά του ἔρχεται μιά λιτή, σιωπηλή γειτονιά κι ἕνα σπίτι πέτρινο, μέ κῆπο φυτεμένο τριανταφυλλιές καί γαρυφαλιές, ἀλλά καί μέ μιά σκιόφυλλη κληματαριά.
Στό σπίτι αὐτό τά πρόσωπα πού βλέπει μέσα στό σύθαμπο τῶν νοτισμένων του ματιῶν εἶναι μιά γυναῖκα κι ἕνα παιδί. Ἕνα παιδί πού δέν παύει νά θυμᾶται καί νά μνημονεύει κάποια παλιά, ξεχασμένα σήμερα,  Χριστούγεννα, φωτισμένα μέ τό ἁπλοϊκό φῶς μιᾶς λάμπας καί τῆς ἀρχαίας φωτιᾶς πού καίει στήν παραστιά. Ὀνειρεύεται τό παιδί κι ἀποκοιμιέται μέ τήν ἐλπίδα τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ πατέρα, ὅπως τότε, παραμονές Χριστούγεννα, σέ ὥρα ἀπόβραδη, καθώς ὁ χλωμός ἥλιος χανόταν πίσω ἀπό τή Σκιάθο.
Ξαφνιάστηκε. Εἶχε φτάσει στόν προορισμό του καί μήτε πού τό κατάλαβε. Σηκώθηκε βιαστικά καί κατέβηκε. Πηγαίνοντας γιά τό φιλικό τό σπίτι κοίταζε τούς στολισμένους, καί φωτισμένους μέ πολύχρωμα λαμπιόνια, κήπους τῶν σπιτιῶν, τά φωτισμένα παράθυρα μέ τά δέντρα τά στολισμένα καί κοντοστάθηκε. Κάθησε σέ μιάν ἄκρη καί προσπάθησε νά ξαναδεῖ τό φῶς τῶν Χριστουγέννων, τήν παλιά Ἐκκλησία, τό μικρό, ἔρημο καί ἐρειπωμένο σήμερα χωριό, τό παιδί καί τή σιωπηλή του σύζυγο μέ τό σημάδι τῆς ὑπομονῆς καί τοῦ πόνου στά μάτια, κι ἄρχισε νά κλαίει γοερά. Σάν μικρό, παραπονεμένο παιδί. Κάποιοι πού πέρασαν ἀπό δίπλα του δέν τοῦ ἔδωσαν καμμιά σημασία. Ἦταν τόσο βιαστικοί κι ἀδιάφοροι!!!... Πόση ὥρα στάθηκε ἐκεῖ, μήτε πού κατάλαβε. Κατάλαβε ὅμως αὐτό πού τοῦ εἶπε ὁ Ντίνος, ὅταν ἔφτασε ἀργοπορημένος, χλωμός καί μέ τό φαρμάκι νά στάζει ἀπ’ τά μάτια καί τή ψυχή του. Προσπάθησε νά προσποιηθεῖ τόν ψύχραιμο∙ δέν τό κατάφερε. Μόνο τόν Ντίνο ἄκουσε νά τοῦ λέει δυό λόγια καρδιᾶς:
 -Τήν πατρίδα θυμήθηκες πάλι Νίκο, καί δέν θέλω νά νά μοῦ τό πεῖς. Τό βλέπω καθαρά στήν ὄψη σου, πού κοιτάζει κατά κεῖ. Ὅμως κι ἐμεῖς, καλέ μου φίλε, μ’ αὐτό τό ὅραμα ζοῦμε καί γιορτάζουμε ἀπόψε, ἐλπίζοντας κάποτε ν’ ἀξιωθοῦμε ἐκεῖ ἀληθινά κι ὄμορφα νά γιορτάσουμε κάποια Χριστούγεννα, ὅπως παλιά. Χρόνια σου πολλά, ἀδελφέ, καί καλή πατρίδα!
 
Παραμονές Χριστουγέννων 1999
[ἀφιερωμένο στή μνήμη τοῦ Πατέρα μου] 

ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΑΣΕΤΕ: ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΕΤΣΗΣ 11/11/2011-10/1/2012 και ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΥΚΛΑΔΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΑΓΟΝΗ ΓΡΑΜΜΗ 6/12/2011-23/4/2012

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΕΤΣΗΣ
                        «όπως τα πεύκα
κρατούνε τη μορφή του αγέρα
ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί»
[ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ ΣΤ΄]
                                                                   Γιώργος Σεφέρης

Η νέα πτέρυγα του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών -απρόσωπη θα τη χαρακτηρίζαμε-πήρε ζωή από τα μαγικά «στραβοπίνελα» του Παναγιώτη Τέτση.   Στα δεκαοκτώ καινούργια έργα του  ακροβατεί σε τόνους άσπρου-μαύρου. Και τι περίεργο, το ασπρόμαυρο τούτο «παιγνίδι» είναι όλο φως και χρώμα! Αυτή είναι και  η μεγάλη μαεστρία του Ζωγράφου να κρύβει το χρώμα για να το ανακαλύψει ή και  να το δημιουργήσει ο θεατής των πινάκων του! 
Τα πεύκα έχουν αιχμαλωτίσει   τον άνεμο, κι εμείς, αόρατοι περιπατητές, νιώθαμε το χάδι του καθώς μας το στέλνει με το άρωμά του. Γευόμαστε  της θαλάσσης την αρμύρα με το απροσδόκητο κόκκινο στο νερό και την ακτίνα του ήλιου να τρυπά  τα σύννεφα και να τρέχει στο κύμα προσπαθώντας να αποκαλύψει τις περιπέτειες του πολυμήχανου ανδρός ή να φωτίσει τα αρχαία ναυάγια του βυθού.

Η ιερότητα της γης, του ουρανού, της θάλασσας, η ιερότητα των δένδρων, των εστιών αναπτύσσονται σε όλο τους το μεγαλείο. Τα απογυμνωμένα κλαδιά, χέρια αποστεωμένα,  σαν κάτι θέλουν να μας πουν…, να μαρτυρήσουν, ίσως, το μακρινό εκείνο μυστικό των ιμπρεσιονιστών ζωγράφων, την απέριττη γραφή των Ιαπώνων ομοτέχνων τους ή να φέρουν μέσα από τα βάθη των αιώνων  μνήμες από τα μυστήρια του πεπρωμένου που κρύβονται στις Σκαιές Πύλες;

Δίπλα στα νέα έργα του δασκάλου και ακαδημαϊκού Παναγιώτη Τέτση, αρκετά παλαιά, δάνεια της Εθνικής Πινακοθήκης και άλλων συλλεκτών, που έχουμε θαυμάσει και αγαπήσει, στημένα με το συνταίριασμα εκείνο που η κυρία Έφη Ανδρεάδη, επιμελήτρια  της έκθεσης, με  τη βαθιά γνώση  του αντικειμένου προβάλει, και καλεί τον θεατή για μία  υψηλή αισθητική απόλαυση, που αρχίζει από το ξεφύλλισμα του εκπληκτικού, συλλεκτικού θα λέγαμε, καταλόγου, αφιερωμένου στο Ζωγράφο!  

ΑΓΟΝΗ ΓΡΑΜΜΗ
«εγώ είμαι ο τόπος σου∙
ίσως να μην είμαι κανείς
αλλά μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις»
[ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ Δ΄]
                                                Γιώργος  Σεφέρης
Πάνω σε μία «Τριημιολία»  με προορισμό την «Άγονη Γραμμή» θα μας ταξιδέψει μια σειρά εκθέσεων του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, ξεκινώντας από την προϊστορία ως τους λιμένες των μεταβυζαντινών χρόνων. Με τον έξοχο Ελληνικό λόγο τους, ο Διευθυντής του Μουσείου, καθηγητής Νικόλαος Σταμπολίδης και ο άξιος μαθητής του αρχαιολόγος, επιμελητής του Μουσείου Γιώργος Τασούλας, μας αφηγούνται μέσα από 400 αντικείμενα που ανασύρθηκαν από τα σπλάχνα  της γης και της ιστορίας 5.800 χρόνων, τις περιπέτειες πέντε νησιών του νοτίου αιγαίου, του Καστελόριζου, της Σύμης, της Χάλκης, της Τήλου και της Νισύρου. Ένας άθλος πραγματικός που συγκλονίζει τον επισκέπτη κρατώντας και μόνο το βαρύτιμο, δίγλωσσο κατάλογο της έκθεσης. “Opus magnum”, θα τον χαρακτηρίζαμε,  «που αποτελεί ένα “μουσείο” εις το εσαεί για τα μικρά αυτά νησιά, ορισμένα από τα οποία δεν διαθέτουν ακόμα μουσείο ή συλλογές», επισημαίνει ο καθηγητής.
Η πρώρα από το πολεμικό πλοίο  της Νισύρου, φτιαγμένη από Λάρτιο λίθο,  τοποθετήθηκε σοφά στο κέντρο  της εισόδου του Μουσείου και στο βάθος η μεγάλη φωτογραφία της Νίκης της Σαμοθράκης για να φανεί η ομοιότητα, με εκείνη  την πρώρα πάνω στην οποία στέκει η Νίκη έτοιμη να  υποδεχτεί,  με ανοιγμένες  τις  φτερούγες της  τον επισκέπτη και μαζί του να πετάξει… Και, ω, του θαύματος, τι κι αν βρίσκεται στο Λούβρο, εκείνη κατέρχεται από το ιερό βάθρο της   και με την αέναη κίνησή της  οδηγεί τα βήματα του  επισκέπτη στο εντυπωσιακό  ολόχρυσο στεφάνι από φύλλα κισσού από το ακριτικό νησί του Καστελόριζου, [τέλη 4ου αρχές 3ου π.Χ αι.], στα αναθηματικά ανάγλυφα, στα νομίσματα, στις ενσφράγιστες λαβές αμφορέων και στη «σκανταλόπετρα», λίθινη άγκυρα  με  στρογγυλεμένες άκρες. Θαυμάζει τον  κορμό ενός εφήβου [400-350 π.Χ. αι.], τον Αττικό ερυθρόμορφο ασκό,  τη μορφή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου [1423/4 μ.Χ]  και τη Βρεφοκρατούσα Παναγιά [17ος αρχές 18ου μ.Χ. αι.]. Κι ύστερα  δείχνει τη δεξιοσύνη της,   γνέθοντας  το μαλλί, πάνω  στο Αττικό ερυθρόμορφο  επίνητρο [1400-375 π.Χ.] από τη Χάλκη το ακουμπισμένο  στο γόνατό της.  Αλλά   τονίζει και την ομορφιά της με το Χρυσό αλυσιδένιο περιδέραιο της Τήλου. Κι ενώ μέσα από τους θαλασσινούς ανέμους, ιστορεί το μύθο των θεών και των ανθρώπων, τις δοξασίες,  τις συνήθειες, τα έθιμά τους,  την ακμή και την παρακμή του πολιτισμού, το πλάσιμο σπουδαίων πραγμάτων και εκείνων, των τόσο σημαντικών, «μικρών τίποτα», στέκει για αρκετή ώρα μπροστά από ένα θραύσμα μαρμάρινου σταυρού από τη Νίσυρο [6ος-7ος μ.Χ. αι.]. Μέσα  στο εγχάρακτο πλαίσιο αναγράφεται καθέτως και οριζοντίως:  ΖΩΗ/ΦΩΣ. Διαβάζει δυνατά κι ύστερα χάνεται!

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχουν τα εκπαιδευτικά προγράμματα, κατά την διάρκεια των οποίων οι μαθητές των Αθηνών μπορούν μέσω της Vodafone να επικοινωνούν  με τους μαθητές των νησιών μέσα από το microsite  της έκθεσης [www.agoni-grammi.gr]. Επίσης, οι κάτοχοι εισιτηρίου του Μουσείου μπορούν να παρακολουθούν δωρεάν ξενάγηση στις 12.30 μ.μ. κάθε Κυριακή.

Related Posts with Thumbnails