© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011

ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ GISELLE, OU LES WILIS [1841] ΤΟΥ ΑΝΤΟΛΦ ΑΝΤΑΜ [1803-1856]

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Η εταιρεία ELVA EVENTS, συμβάλλοντας σημαντικά στην πολιτιστική δράση του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, αυτή τη φορά έφερε μια παραγωγή του Μπαλέτου της Εθνικής Όπερας της Λετονίας, τη Ζιζέλ του Αντόλφ Αντάμ, μπαλέτο σε δυο πράξεις, σε λιμπρέτο των Θ. Γκωτιέ και Βερνουά ντε Σαιν-Ζωρζ. Το μπαλέτο της Λετονίας, με έδρα τη Ρίγα ιδρύθηκε το 1918 και από το 1922 εμφανίζεται στο χορευτικό στερέωμα με πλούσιο ρεπερτόριο των κλασικών, ρομαντικών και μοντέρνων χορογραφιών. Στους κόλπους του φιλοξένησε σπουδαίους δασκάλους του χορού, που διαμόρφωσαν και επηρέασαν το ύφος του. Στο ρεπερτόριό του συμπεριλαμβάνονται τα «διαμάντια» του κλασικού μπαλέτου, όπως η Ζιζέλ, η Λίμνη των Κύκνων, που θα δούμε στο ΜΜΑ στις 16-30/12/2011, ο Δον Κιχώτης, ο Καρυοθραύστης κ.α. Μεγάλοι χορευτές, όπως ο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ, προέρχονται από τη σχολή της Λετονίας.

Η υπόθεση του μπαλέτου της Ζιζέλ στηρίζεται στον μεσαιωνικό μύθο των «ουίλις», των νεαρών παρθένων, που πεθαίνουν πριν την τελετή του γάμου τους και μεταμορφώνονται σε πνεύματα, νεράιδες, ξωτικά.

Στη πρώτη πράξη, η Ζιζέλ, μια όμορφη χωριατοπούλα, σε μια γιορτή, χαίρεται μαζί με τους συγχωριανούς της την ανέμελη ζωή και τον έρωτα, που γνωρίζει στο πρόσωπο του πρίγκιπα Άλπρεχτ, αγνοώντας όμως την πραγματική του ταυτότητα και το γεγονός ότι ετοιμάζεται να παντρευτεί την πριγκίπισσα Μπατθίλδη. Όταν γίνεται η αποκάλυψη της αλήθειας από τον δασονόμο Χανς, που κι εκείνος διεκδικεί την όμορφη Ζιζέλ, η ηρωίδα μας τρελαίνεται, οδηγείται στην αυτοκτονία και πεθαίνει.

Στη δεύτερη πράξη, μεταμορφώνεται σε πνεύμα και ανταμώνει με τις Νεράιδες. Κάθε βράδυ οι νεαρές παρθένες επανέρχονται στον απάνω κόσμο ντυμένες με νυφικά και στεφανωμένες με τους λεμονανθούς του γάμου, που δε χάρηκαν. Χορεύουν στο φεγγαρόλουστο νεκροταφείο και τιμωρούν όσους τις πρόδωσαν, αναγκάζοντάς τους να χορεύουν κι εκείνοι μαζί τους ώσπου να παραδώσουν την ψυχή τους στο χάροντα. Το πρώτο θύμα, ο νεαρός χωρικός Χανς, πεθαίνει θρηνώντας στον φρεσκοσκαμμένο τάφο το χαμό της αγαπημένης του. Σε λίγο έρχεται ο Άλμπρεχτ, που θα είχε την ίδια τύχη, αφού η Μύρτα, η Βασίλισσα των ξωτικών, τον διατάζει να χορεύει, ώσπου να σβήσει η τελευταία του πνοή του. Η Ζιζέλ τον έχει συγχωρήσει και με την άδολη αγάπη της θα τον προστατεύσει. Θα χορεύει στη θέση του κάθε φορά που εκείνος εξαντλείται και θα του χαρίσει τη ζωή. Την ώρα που τα πνεύματα των παρθένων αποχωρούν, ο πρίγκιπας εξουθενωμένος, σωριάζεται πάνω στον τάφο της Ζιζέλ και θρηνεί. Η θυσία της κόρης για δεύτερη φορά δείχνει το μεγαλείο της αγάπης, που μοιάζει να μην έχει όρια.

Ένας λόγος ποιητικός, δοσμένος εξαίσια με πλαστικές κινήσεις, ήταν ο χορός της Alina Cojocaru. Ευλύγιστη σαν μίσχος, εύθραυστη και δυναμική -τι αντίφαση- τρυφερή και δραματική, το δάκρυ της, μας θύμισε εκείνο το «δάκρυ» του Φλαμανδού ζωγράφου Ρογήρου Βαν ντερ Βάιντεν και η εσωτερικότητά της έφερνε στο νου πινελιές από τους χορευτές του Πικάσο, ηλεκτρίζοντας την ατμόσφαιρα.

Η άψογη εκτέλεση της χορογραφίας από το “Corps de Ballet” ανέδειξε την ευαισθησία, τη χάρη της νιότης, την κλασική ομορφιά σε μια τέλεια αισθητική ισορροπία από τις νεαρές χορεύτριες και μας έκαναν να ανακαλύψουμε για άλλη μια φορά την ποίηση και την πλαστικότητα του ανθρωπίνου σώματος. Χορευτές με μεγάλη ακτινοβολία και εξαιρετική τεχνική, όπως ο Johan Kobborg, η Baiba Kokina, ο Andris Pudans, προσέδωσε στη Ζιζέλ τη μαγεία της κλασικής ομορφιάς. Δικαίως οι θεατές, μαζί τους κι εμείς, τους αποθεώσαμε τη βραδιά της 10ης Σεπτεμβρίου του 2011 και προσβλέπουμε, η γνωριμία μας μ’ αυτό το συγκρότημα να έχει συνέχεια.


Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

π. Κων. Ν. Καλλιανός: Ο ΒΟΛΟΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ... (ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑΤΑ)


Τὸ φθινοπωρινὸ ἐκεῖνο βράδυ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1963, ἀπομένει στὴ μνήμη φωτισμένο μὲ τὸ παγωμένο, γαλατένιο φῶς ποὺ κατέβαζαν τὰ μεγάλα φῶτα τῆς προκυμαίας, καθὼς τὸ καράβι, τὸ «Κύκνος», διπλάρωνε στὸ μουράγιο τοῦ Βόλου κι ἐμεῖς δειλὰ-δειλὰ ἀποβιβαζόμασταν στὴ νέα πραγματικότητα: ἐκείνης τῶν σπουδῶν, τῆς μάθησης, τῆς καλλιέργειας. Τῶν φώτων δηλαδὴ, ποὺ προσπορίζουν οἱ γνώσεις καὶ τὰ γράμματα. (Καμμιὰ φορὰ σκέφτομαι πὼς τὰ φῶτα ἐκεῖνα παρομοιάζονταν μὲ τὰ δυνατὰ τὰ φῶτα τῆς παραλίας, ποὺ δέ συγκρίνονταν μὲ τὸ τρεμουλιαστὸ τὸ φῶς τῆς λάμπας τοῦ πετρελαίου, τὸ ὁποῖο μέχρι τότε γνώριζα. Μόνο ποὺ τὰ πρῶτα τυφλώνουν, καὶ κυρίως τυφλώνουν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς, ἀφοῦ εἰσχωρεῖ τὸ μικρόβιο τῆς ἀλαζονείας, ἀντίθετα μὲ τὰ ἄλλα τὰ φῶτα ποὺ συντηροῦν μέσα σου τὸν χαμηλό καὶ ταπεινὸ τρόπο τῆς προσέγγισης τοῦ κόσμου).

Αὐτὸ τὸ φῶς ποτὲ μου δὲν τὸ χάρηκα, ὅπως δὲ χαιρόμουν τὴν κάθε φορὰ ποὺ ἤμουν ἀναγκασμένος νὰ φύγω ἀπὸ τὸ λιτὸ καὶ ἀπέριττο περιβάλλον τοῦ χωριοῦ μου, παρ᾿ ὅλο ποὺ ὁ Βόλος ἐκείνου τοῦ καιροῦ ἦταν μιὰ ἄλλη προέκταση τοῦ χωριοῦ μου. Γιατὶ εἶχε λιγοστὰ αὐτοκίνητα, κάμποσα ποδήλατα καὶ φυσικὰ ἐκείνη τὴν ἁπλότητα καὶ τὴ γραφικότητα, ὤστε νὰ μᾶς φαίνεται πὼς κάπου σιμὰ μας εἶναι καὶ τὸ χωριὸ.

Θυμᾶμαι, λοιπὸν, πὼς μόλις κατεβήκαμε ἀπὸ τὸ πλοῖο πήραμε ἕνα ἀπὸ τ᾿ ἁμαξάκια ποὺ ἦταν συναγμένα στὴν παραλία καὶ πήγαμε στὸ γνωστὸ μας ξενοδοχεῖο: τὸ ξενοδοχεῖο τῶν Κληματιανῶν «Ἡ Εὐρώπη», Ἰάσονος καὶ Κοραῆ γωνία. Στὰ παιδικὰ μάτια ἐντύπωση ἔκαναν τὰ κατανυκτικὰ φωτάκια ποὺ εἶχαν δίπλα τους τ᾿ ἁμαξάκια, καθὼς καὶ ἐκεῖνο τὸ καμπανισμα, ποὺ θύμιζε τὸν ἦχο ἀπὸ καμπανάκι κάποιου ταπεινοῦ ἐξωκκλησιοῦ.

Τὸ ξενοδοχεῖο εἶχε μιὰ παράξενη μυρωδιὰ ἀπὸ ἀπορρυπαντικὸ, σαπούνι ἀπὸ φτηνὸ ἄρωμα καὶ τσιγάρο. Οἱ σκάλες ἦταν μεγάλες καὶ φαρδιὲς μὲ τὸν Νικήτα, τὸν ὑπάλληλο τοῦ ξενοδοχείου, νὰ μᾶς βοηθάει χαμογελαστὸς, ὥστε νὰ τακτοποιηθοῦμε στὰ ψηλοντάβανα δωμάτια μὲ τὰ λευκὰ σεντόνια ποὺ ὅταν τ᾿ ἄγγιζες, νόμιζες πὼς τσαλάκωνες χαρτὶ. Μάλιστα αὐτὸς ὁ ἦχος, ὅπως ὁ ἦχος τῶν φορτηγῶν ποὺ μέσα στὴ βαθειὰ νύχτα περνοῦσαν ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὰ παράθυρά μας, μὲ ἀκολουθεῖ ἀκόμα μέχρι σήμερα. Γιατὶ πρώτη φορὰ ἄκουγα μεγάλα αὐτοκίνητα νὰ περνοῦν μὲ ὀρμὴ καὶ βουὴ πάνω στὸ δρόμο, βουὴ ποὺ σιγὰ-σιγὰ χάνονταν γιὰ νἄρθει στὴ συνέχεια κάποια ἄλλη. (Ἀργότερα, ὅταν διάβασα τὸ ποίημα «Σοφοὶ δὲ προσιόντων» τοῦ Κ. Π. Καβάφη, συνειδητοποίησα πλέον, πὼς πολλὲς φορὲς στὴ ζωὴ μου θὰ ξαναντήσω αὐτὴ τὴ «μυστικὴ βοὴ», ὅμως θὰ ἦταν κάτι τὸ διαφορετικὸ ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ ἔζησα τὴν πρώτη μου βραδυὰ στὸ Βόλο. Ἴσως καὶ τραγικὸ, γιατὶ πάντα μέσα στὴ δίνη τῶν γεγονότων ποὺ πλησιάζουν πλησιάζει κι ὁ θάνατος, ἤ ἔστω καὶ ὁ ὅποιος ἀκρωτηριασμὸς τῆς ψυχῆς....).

Ὡστόσο πρέπει νὰ ὁμολογήσω, πὼς αὐτὸ ποὺ μ᾿ ἐνόχλησε, καὶ ἀπὸ τότε δὲν μπόρεσα νὰ τὸ ἀποβάλλω, ἦταν ὁ φωτισμὸς τοῦ δωματίου μ᾿ ἐκεῖνο τὸ γυμνὸ ἡλεκτρικὸ γλόμπο ποὺ μᾶς ἔριχνε ἕνα ἀρρωστημένο φῶς, ἐνῶ εἶχε πάνω του ἕνα κίτρινο, γυάλινο κάλυμμα, ποὺ μὲ ἔθλιβε ἀφάνταστα. (Τὸν ἴδιο φωτισμὸ θυμᾶμαι νὰ τὸν ξανάζησα στὸ Στρατὸ καὶ σὲ κάποιο Νοσοκομεῖο, μὲ τὴν ἴδια ἤ τὴν ἴσως περισσότερο παγωμένη αἴσθηση καὶ πίκρα).

Τὸ σπίτι ποὺ θὰ καθόμουν ἦταν στὴν ὁδὸ Δημάρχου Γεωργιάδου, ποὺ τότε ἦταν ἄστρωτη, δίχως ἄσφαλτο δηλαδὴ. Αὐτὸ τὸ σπίτι, λοιπόν, ἦταν μιὰ μονοκατοικία μὲ μικρὰ δωμάτια καὶ λιτὰ. Πρέπει νὰ χτίστηκε μετὰ τοὺς σεισμοὺς, γιατὶ σὲ τίποτε δὲ θύμιζε κάποια παλιὰ, πέτρινα σπίτια. Φυσικὰ, σὲ τίποτε δὲ θύμιζε τὸ σπίτι μας στὸ χωριὸ, γιατὶ ἦταν κάπως σκοτεινὸ καὶ ἀρκετὰ κρύο. Πάντως αὐτὸ ποὺ χαράχτηκε στὴ μνήμη μου εἶναι ἡ γειτονιὰ ἐκείνη, ποὺ εἶχε ἀρκετὴ ἡσυχία καὶ γραφικότητα. Θυμᾶμαι π. χ. τὸ ἀπέναντι σπίτι μὲ τὴ βαρειὰ σιδερένια πόρτα τοῦ κήπου, τὰ ὡραῖα καὶ πλατιὰ σκαλοπάτια ποὺ ὁδηγοῦσαν μέσα στὸ σπίτι, ὅπως ἐπίσης καὶ τὰ δέντρα ποὺ εἶχε. Πρόσπάθησα νὰ τὸ ξαναβρῶ μετὰ ἀπὸ χρόνια αὐτὸ τὸ σπίτι. Δὲν τὰ κατάφερα, γιατὶ εἶχε ἐξαφανιστεῖ, ὅπως τόσα καὶ τόσα στὸ Βὀλο τῶν ἐφηβικῶν μου χρόνων...

Κάθε πρωΐ ποὺ πηγαίναμε στὸ Σχολεῖο συναντούσαμε στοὺς δρόμους κάρα, μικρὰ καὶ μεγάλα, λιγοστὰ αὐτοκίνητα καὶ ποδήλατα, μ᾿ ἐκεῖνα τὰ εὔηχα κουδούνια πάνω στὸ βραχίονα τοῦ τιμονιοῦ. Χαρακτηριστικός, μάλιστα, ἦταν ὁ ἦχος ποὺ ἄφηναν οἱ ρόδες, καθὼς περνοῦσαν πάνω ἀπ᾿ τούς χωματόδρομους. Ἦταν κάτι σὰν τὸ ἄλεσμα τοῦ σιταριοῦ στοὺς χερόμυλους τοῦ χωριοῦ μου, σὰν τὸ ἀργὸ περπάτημα πάνω στὴν ἄμμο.....Μάλιστα αὐτὸ ποὺ θυμᾶμαι εἶναι τὰ ποδήλατα κάποιων καθηγητῶν μας, παλιὰ ποδήλατα, σκουριασμένα μὲ τὴ σχάρα πίσω τους νὰ κρατεῖ τὸ χαρτοφύλακά τους, ἐνῶ τὰ παντελόνια τους τὰ συγκρατοῦσε ἐκεῖνο τὸ στρογγυλὸ μεταλλικὸ ἔλασμα, γιὰ νὰ μὴν μπερδεύονται στὸ πεντάλισμα.

Ὅμως τὰ πιὸ συγκινητικὰ καὶ τὰ πλέον γραφικὰ ποὺ κράτησα μέσα μου ἦταν τὰ μικρὰ τὰ κάρα μὲ τὰ φροῦτα καὶ τὰ λαχανικὰ, ποὺ ἔσερναν μικρὰ γαϊδουράκια, σιγὰ-σιγὰ, μέσα στοὺς μεγάλους δρόμους τῆς πόλης. Ἀκόμα θυμᾶμαι πὼς ἦταν γερμένα πρὸς τὰ πίσω αὐτὰ τὰ κάρα μὲ τὰ λαχανικὰ νὰ στάζουν-νερὸ ἤ νυχτερινὴ δροσιὰ, ἄραγε;- στοὺς δρόμους. Μοσχομύριζε ὁ Βόλος φρέσκο σταφύλι καὶ γνήσια ντομάτα, ποὺ ἔρχονταν νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴ μυρωδιὰ τῆς θάλασσας, τὴν ὁποία κόμιζαν τὰ ψαράδικα τὰ κάρα, που γυρόφερναν τοὺς δρόμους. Κι ἔβλεπες νὰ περνοῦν αὐτὰ τὰ ταπεινὰ τὰ κάρα ἀπὸ μπροστὰ ἀπὸ τὰ σπίτια, ἔχοντας τὶς παλάντζες κρεμασμένες στὸ πίσω μέρος τους, ἐνῶ ὁ μανάβης, ποὺ κρατοῦσε συνήθως τὸ ζῶο ἀπὸ μπροστὰ, ἀπό τά γκέμια, φώναζε μὲ βραχὴ ἤ ψιλὴ, ἀλλὰ μακρόσυρτη φωνὴ, «Ὁ μαναααάβηηης........ὁ ψαραααααααᾶς». Ἀκόμα καὶ τὶς βροχερὲς τὶς μέρες τοὺς συναντοῦσες μὲ τ᾿ ἀδιάβροχα καὶ τὶς γαλότσες νὰ κυνηγοῦν τὸ μεροκάματο. Κι ἔτρεχε τὸ νερὸ στ᾿ αὐλάκια τῶν παιδεμένων τους προσώπων, ποὺ ἄν τὰ κοιτοῦσες θὰ διέκρινες τὴ μελαγχολία τοῦ τίμιου βιοπαλαιστή, ποὺ ἔψαχνε νὰ βρεῖ τρόπους νὰ θρέψει φαμίλια, νὰ παντρέψει κορίτσια, νὰ σπουδάσει παιδιὰ..... Σήμερα ποὺ σεριανῶ σ᾿ αὐτοὺς τούς δρόμους καμμιὰ φορὰ, ὅταν βρεθῶ στὸ Βόλο, αὐτὸ ποὺ νοισταλγῶ, μαζὶ μὲ κάποια ἄλλα νὰ ξαναδῶ, εἶναι αὐτὰ τὰ ἐξαφανισμένα σήμερα ταπεινὰ κάρα μὲ τὰ κουρασμένα γαϊδουράκια καὶ τούς παιδεμένους τοὺς μανάβηδες. Δυστυχῶς, ἐξαφανίστηκαν, ὅπως τόσα ἄλλα.......

Ἕνα ἄλλο σημάδι ἀπό ἐκεῖνα τὰ χρόνια, ποὺ στέκει μέσα μου ἀπαραμέριστο, εἶναι οἱ μουσικὲς ποὺ ἄκουγα, ὅταν κάποιες παρέες περνοῦσαν τὶς νύχτες ἔξω ἀπό τὸ σπίτι. Θυμᾶμαι καὶ πάντα, λοιπὸν, τὸ τραγούδι τοῦ Μάνου Χατζιδάκι «Τὸ σύννεφο ἔφερε βροχή», ποὺ εἶχε πρωτοβγεῖ, ὅπως ἐπίσης κι ἕνα τραγούδι τοῦ Καζαντζίδη «Ἄν εἶν᾿ ἡ μοίρα μου καταραμένη…». Τὸ δεύτερο, μάλιστα, τὸ ἄκουγα κι ἄλλες φορὲς, ὅταν τὰ βράδυα, μετὰ τὸ φροντιστήριο γιὰ τὴν ἐκμάθηση τῆς ξένης γλώσσας (Ἀγγλικὰ) -πόσο καλὴ δασκάλα ἦταν ἡ Βαρουξὴ- περνοῦσα ἀπ᾿ ἔξω ἀπό τὴν ταβέρνα «Ἡ Σκάλα τοῦ Μιλάνου», ποὺ ἦταν τότε ἀπέναντι ἀπό τὸν Ἅγιο Νικόλαο καὶ μάζευε ἀρκετοὺς φιλόμουσους καὶ γλεντζέδες….

Τὸ Γυμνάσιο ποὺ πήγαινα ἦταν τὸ Δεύτερο, μὲ Γυμνασιάρχη τὸν αὐστηρὸ, ἀλλ᾿ ἐπίμονα θαυμάσιο, ὡς Δάσκαλο καὶ ὡς ἄνθρωπο, μακαριστὸ σήμερα, τὸν Δημήτριο Οἰκονομίδη.

Τὸ Σχολεῖο αὐτὸ στεγάζονταν τότε σὲ ξύλινα παραπήγματα, χωρὶς θέρμανση , στὴν περιοχὴ τοῦ «Τσιμπούκη». Φυσικὰ κανένας μας δὲν παραπονιόταν, ἔστω κι ἄν μὲ βροχὲς ἤ χιόνια κάναμε μάθημα, περιμένοντας τὴν ὥρα τοῦ διαλείμματος νὰ τρίψουμε τὰ χέρια μας ἤ νὰ βγοῦμε νὰ πάρουμε κουλούρι καὶ τυρὶ, ἀλλὰ καὶ καμμιὰ τυρόπιτα ζεστὴ, ἀπ᾿ ἐκεῖνες τὶς νόστιμες τυρόπιτες τοῦ παλιοῦ τοῦ Βόλου, ποὺ τὶς ἔφερναν σιμὰ μας, ἔξω στὸ χωματόδρομο, ποὺ ἦταν σιμὰ στὴν αὐλὴ τοῦ Σχολείου, ἐκεῖνοι οἱ πλανόδιοι πωλητὲς μὲ τὰ καροτσάκια τους, ποὺ τ᾿ ἀνέβαζαν μὲ πολὺ κόπο, ἀφοῦ ἔπρεπε νὰ ποδηλατίσουν, ὠθώντας τὸ ὄχημά τους ὣς τὰ ἐκεῖ. Ήταν δὲ τὸ ὄχημα αὐτὸ μιὰ ξύλινη ἤ μεταλλικὴ κατασκευὴ ὑποτυπώδους βιτρίνας, ποὺ στὸ πίσω μέρος εἶχε προσαρμοστεῖ ἡ σέλα καὶ ἡ ρόδα κινήσεως ἑνὸς ποδηλάτου. Μαζὶ μὲ τοὺς τυροπιτάδες παρουσιάζονταν καὶ οἱ κουλουρτζῆδες μὲ τὰ ὡραῖα τραγανὰ σουσαμένια κουλούρια καὶ τὴ φτενὴ τὴ φετούλα κασέρι, ποὺ τὴν πλήρωνες ξεχωριστὰ. Καμμιὰ φορὰ παρουσιάζονταν καὶ κάποιος σουβλατζῆς μὲ τὰ ξεροψημένα ψωμιὰ πάνω στὴ σχάρα ὅπου ψήνονταν τὰ σουβλάκια, τὰ ὁποῖα στὴ συνέχεια χαράσσονταν στὴ μέση γιὰ νὰ μπεῖ τὸ σουβλάκι, ποὺ ἦταν τρία-τέσσερα κομματκια χοιρινὸ περασμένα σὲ μεταλλικὴ σοῦβλα. Λίγοι ὅμως προτιμοῦσαν τὸ σουβλάκι ἀπό μᾶς τοὺς μαθητὲς, γιατὶ ἦταν ἀκριβὸ καὶ τὸ βαλάντιο ὅλων ἡμῶν τῶν μαθητῶν τῆς περιφέρειας ἦταν πενιχρὸ ἕως ἀνύπαρκτο. Ἔτσι βολευόμασταν μὲ κουλούρι, σκέτο τὶς περισσότερες φορὲς ἤ λίγο ψωμὶ ἀπό τὸ σπίτι, ἀλλὰ καὶ μὲ αὐτὰ ποὺ στελνανε οἱ δικοί μας ἀπό τὸ χωριὸ, ὅπως ξερὲς μουσταλευριὲς μὲ ἀμύγδαλα, μουστοκούλουρα, κ.ἄ.

Αὐτὸ πάντως ποὺ διατηρεῖ ἡ μνήμη μὲ συγκίνηση καὶ νοσταλγία, ἦταν οἱ Κυριακὲς στὸ Βόλο τῆς δεκαετίας τοῦ 1960. Μὲ συγκίνηση τὶς θυμᾶμαι αὐτὲς τὶς Κυριακὲς, χειμωνιάτικες ἤ καὶ ἀνοιξιάτικες, ἀφοῦ τὸ καλοκαίρι ἀπουσιάζαμε, καθὼς τὰ πρωϊνὰ, μετὰ τὸν ἐκκλησιασμὸ, κατεβαίναμε στὴν παραλία καὶ πηγαίναμε στὸ σινεμὰ, κυρίως στὸν κηνιματογράφο «Κρόνος» ὅπου παίζονταν ἔργα μὲ ἱστορικὸ περιεχόμενο, ὅπως «Ρῶμος καὶ Ρωμύλος», «Ὀδύσσεια», ἀλλὰ κι ὁ θρυλικὸς Μασίστας, καὶ μαζὶ μὲ τὸ ἔργο βλέπαμε κινούμενα σχέδια, ὅπως «Μίκυ Μάους», «Τόμ καὶ Τζέρυ» καὶ ἄλλα ἀκόμη ποὺ μᾶς ἄρεσαν πολύ. Γέμιζε ὁ κινηματογράφος παιδιά, ποῦ δὲ νὰ βρεθεῖ κάθισμα !

Τὸ ἀπόγευμα, πρὸς τὸ σούρουπο, ἄν ὁ καιρὸς ἦταν καλὸς, πάλι κατεβαίναμε στὴ παραλία. Αὐτὴ τὴ φορὰ γιὰ βόλτα, ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ πέρα δῶθε ἀπό τοῦ «Παπαστράτου» μέχρι τὴν προβλήτα ποὺ ἔρχονταν τὰ πλοῖα καὶ ἄντε πάλι. Ἐδῶ πρέπει νὰ πῶ ὅτι ἐμεῖς, τὰ παιδιὰ ἀπό τὰ νησιὰ, κατεβαίναμε καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο λόγο· ἐπειδὴ τὸ ἀπόβραδο ἔφθανε ἀπό τὰ μέρη μας τὸ καράβι τῆς γραμμῆς, «Ὁ Κύκνος», κι ἔτσι μπορούσαμε νὰ δοῦμε κάποιο πατριώτη μας, νὰ μάθουμε γιὰ τοὺς δικοὺς μας, ἀλλὰ καὶ νὰ παραλάβουμε κάτι. Ἔτσι, ἐκεῖνα τὰ ἀπόβραδα τῆς Κυριακῆς ἦταν γιὰ μᾶς, τὰ νησιωτόπουλα, ἕνα βάπτισμα στὴ νοσταλγία τοῦ χωριοῦ καὶ τῶν δικῶν μας. Κι ἔθλιβε τόσο τὴν παιδικὴ καρδιὰ ἐκεῖνο τῆς Κυριακῆς τὸ ἀπόβραδο... Ἰδίως τὸν πρῶτο χρόνο.....

Ὡστόσο μιὰ κι ἀναφέρθηκα στ᾿ ἀποβραδα τῶν Κυριακῶν καλὸ εἶναι νὰ προσθέσω ὅτι ἐκτὸς ἀπό τὴ βόλτα ποὺ κάνανε οἱ Βολιῶτες, ὕστερα κάθονταν καὶ στὰ δύο μεγάλα ζαχαροπλαστεῖα τῆς παραλίας, τὸ «Μινέρβα» καὶ τὴν «Κυψέλη» γιὰ νὰ πιοῦν καφὲ, νὰ πάρουν ἐκείνη τὴ στρογγυλὴ τυρόπιτα ἤ νὰ πιοῦν μπύρα μὲ κάποια ποικιλία, πιὸ πολὺ ὅμως γιὰ νὰ τὰ ποῦνε μεταξὺ τους, ἀφοῦ μαζεύονταν παρέες-παρέες. Καὶ κρατοῦσαν αὐτὲς οἱ συνάξεις, ἰδιαίτερα τὰ θερινὰ τὰ βράδυα, μέχρι τὰ μεσάνυχτα, γιατὶ ἦταν τόσο ὄμορφες ἐκεῖνες οἱ ὧρες......

Φωτεινὴ παρένθεση στὸν Βόλο τῆς δεκαετίας τοῦ 1960 ἦταν «Μουσικὰ Νειᾶτα», ἐκδηλώσεις ποὺ γίνονταν στὸν κινηματογράφο «Ἀττίκ», στὴν παραλία. Ἔρχονταν, λοιπὸν, ἀπό τὴν Ἀθήνα καὶ ἀλλοῦ χορωδίες, μικρὲς ὀρχῆστρες (τρίο ἤ κουαρτέτα ἐγχόρδων), ἀλλὰ καὶ ἐπιφανεῖς σολίστες κλασσικῆς μουσικῆς καὶ μᾶς εἰσόδευαν, ἐμᾶς τοὺς μαθητὲς τοῦ Γυμνασίου, στὸν κόσμο τῆς μουσικῆς αὐτῆς. Πόσο θαυμάσιες ἦταν ἐκεῖνες οἱ ὧρες, ἰδιαίτερα τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων, ὅταν μικρὲς χορωδίες τραγουδοῦσαν τὶς ὑπέροχες μελωδίες, ὅπως «Ἅγια Νύχτα», «Ὤ, ἔλατο», «Τὸν μικρὸ τυμπανιστὴ»κ. ἄ. Μπορεῖ δὲ νὰ φαναταστεῖ κανένας πόση ἐντύπωση ἔκαναν σὲ μᾶς τὰ ἁπλᾶ χωριατόπουλα αὐτὲς οἱ στιγμὲς, τὶς ὁποῖες στὴ συνέχεια τὶς κουβαλούσαμε, μαζὶ μὲ πολλὰ, πάρα πολλὰ ὄνειρα -χαμένα καὶ χαντακωμένα σήμερα- στὰ χωριά μας….. Πάντως εὐγνωμονῶ ἀκόμα τὸν καθηγητή μου τῆς μουσικῆς στὸ Γυμνάσιο, ποὺ μ᾿ ἔφερε σιμὰ σ᾿ αὐτὲς τὶς συνάξεις… Ἀγάπησα ἀπό τότε τὸν Ἰωάννη Σεβαστιανὸ Μπάχ, κάπως δὲ λιγότερο τὸν Φρ. Λίστ, τὸν Σοπὲν καὶ τὸν Μπετόβεν.

Ἡ ἄλλη βόλτα τῶν Βολιωτῶν ἦταν ἐκείνη τοῦ ἀπόβραδου τῆς Τετάρτης. Αὐτὴ τὴ φορὰ ἡ βόλτα γίνονταν στὴν ὁδὸ Ἑρμοῦ, τὸν τότε ἐμπορικὸ δρόμο τοῦ Βόλου. Ἦταν μιὰ χρωπὴ νότα στὴν τότε σκληρὴ καθημερινότητα, ἕνα ἀντάμωμα φίλων καὶ συγγενῶν, μιὰ ἐπίσκεψη στὶς φωτεινὲς βιτρίνες γιὰ ἕνα παραπανίσιο ὄνειρο τὸ βράδυ… Μάλιστα, ἐκεῖνο ποὺ ἐντυπωσίαζε πολὺ ἦταν οἱ προεόερτιες ἡμέρες τῶν γιορτῶν τῶν Χριστουγέννων καὶ τῆς Πρωτοχρονιᾶς, ὅταν οἱ βιτρίνες στολίζονταν ἐπίκαιρα, ὄχι μὲ τὸν σημερινό, ἐξεζητημένο τρόπο, ἀλλὰ πολὺ νοικοκυρεμένα καὶ ὄμορφα. Κι ἔβλεπες τὶς βιτρίνες τοῦ «Κ. Μαρούσης», τοῦ «Κουτσίνα» κ. ἄ καταστημάτων νὰ φέρουν ἕναν ἐξαίσιο στολισμὸ, μπρὸς στὸν ὁποῖο χάζευαν ἀρκετὰ μικροὶ καὶ μεγάλοι...

[*** Ἀπόσπασμα εὑρύτερου γραφτοῦ, ὑπὸ ἐπεξεργασίαν πάντοτε. Ἐδῶ πρωτοπαρουσιάζεται μὲ τὶς ὅποιες ἐλλείψεις του]

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

Μαρίας Κοτοπούλη: ΜΕΡΕΣ ΟΡΓΗΣ (ποίημα)


Πυκνώνει το σκοτάδι

Ηγήτορες μετριότητες

Λαφυραγωγοί κειμηλίων

Περιγελούν το Λαό

Δε μπορεί να αμυνθεί

Το ξέρουν

Ύπατοι

Χρηματιστές

Τραπεζίτες

Βαθαίνουν το χάσμα

Της παρακμής

Φωνές «επωνύμων»

Αθόρυβες υπογραφές

Στο ναό της Αρτέμιδος

Εκεί στην Έφεσο

Να αναρτηθούν

Οργή

Η μυστική

Των τυμπάνων

Βουή


[Ψηφιδωτός σχολιασμός: Έργο Γιάννη Κολέφα]

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Γιώργου Γαστεράτου: Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΙΣ ΒΛΑΧΕΡΝΕΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ

Δικαιολογημένα η Κωνσταντινούπολη κατά τους βυζαντινούς χρόνους εντυπωσίασε τους επισκέπτες καθώς είχε να επιδείξει, μεταξύ των άλλων, πληθώρα λαμπρών κτισμάτων και ναών. Ανάμεσα σ’ αυτούς περίοπτη θέση κατείχε ο ναός της Θεοτόκου, που είχε κτιστεί στη θέση «Βλαχέρναι».

Η περιοχή αυτή ονομάστηκε έτσι, κατά μίαν εκδοχή, από το όνομα ενός σκύθη αρχηγού που είχε βρεθεί εκεί νεκρός. Αρχικά βρισκόταν εκτός των θεοδοσιανών τειχών και αργότερα, επί Ηρακλείου, περιεβλήθη με το λεγόμενο «Έβδομον» τείχος.

Εκεί, λοιπόν, σε θεμέλια ειδωλολατρικού ναού η αυτοκράτειρα Πουλχερία το 435 έκτισε ναό επ’ ονόματι της Θεοτόκου. Αργότερα, ο αυτοκράτορας Ιουστίνος επέκτεινε το κτίσμα ενώ επί Ρωμανού Δ΄ του Διογένη πυρπολήθηκε, όπως και το 1434, δεκαεννέα έτη προ της Αλώσεως, «υπό τινών αρχοντοπούλων θελόντων πιάσαι τινάς νεοττούς περιστερών», όπως αναφέρει ο ιστορικός Γεώργιος Φραντζής. Ο ναός το 1204 μετετράπη από τους σταυροφόρους σε λατινικό. Σώζονται, μάλιστα, πολλές επιστολές του πάπα Ιννοκεντίου προς «τον αρχιερέα των Βλαχερνών».

Το συγκρότημα περιελάμβανε το ναό της Θεοτόκου, το παρεκκλήσιο της «Αγίας Σορού» και το αγίασμα ή «ιερόν Λού(σ)μα». Εντός του ναού ήταν αποθησαυρισμένη η θαυματουργική εικόνα της Παναγίας της Βλαχέραινας ενώ στο παρεκκλήσιο της Αγίας Σορού βρισκόταν το ιερότερο κειμήλιο της χριστιανοσύνης, η «εσθής», ο χιτώνας δηλαδή της Θεοτόκου, ο ονομαζόμενος και «μαφόριον» (ίσως εκ του λατινικού «manophorium» = χιτώνας με μανίκια ή εκ του εβραϊκού «μαφορά» = χιτώνας.

Πώς, όμως, βρέθηκε η εσθής στο ναό των Βλαχερνών; Σύμφωνα με το Θεόδωρο το Σύγγελο (7ος αι.) στη «Narratio in depositionem praetiosae Vestis Sanctae Mariae» και τον Άγιο Ανδρέα Κρήτης στο «Εγκώμιον εις την Κατάθεσιν της Τιμίας Εσθήτος…», δύο κωνσταντινοπολίτες πατρίκιοι, ο Γάλβιος και ο Κάνδιδος έκλεψαν το κειμήλιο αυτό από μία εβραία χήρα. Το γεγονός αυτό λέγεται ότι συνέβη επί αυτοκράτορος Λέοντος Α΄ και της συζύγου του Βερίνας.

Όμως, η λεγόμενη «Ευθυμιακή Ιστορία» ανωνύμου και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στη δεύτερη ομιλία του για την κοίμηση της Θεοτόκου αναφέρουν ότι ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιουβενάλις, ανταποκρινόμενος σε αίτημα της αυτοκράτειρας Πουλχερίας, της έστειλε ένα σφραγισμένο κιβώτιο που περιείχε δύο ιμάτια και δύο σάβανα της Παναγίας , τα οποία η Πουλχερία «κατέθεσε» στο ναό των Βλαχερνών.

Τέλος, μία άλλη πηγή, το «Μηνολόγιο» του Βασιλείου Β΄(10ος αι.), αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας Αρκάδιος (395 – 424) απέκτησε τη ζώνη της Θεοτόκου, την οποία και έστειλε στις Βλαχέρνες.

Όπως, όμως, και να έχει το πράγμα, το ρούχο αυτό πίστευαν ότι έχει θαυματουργικές ιδιότητες. Ότι είναι όπλο ακαταμάχητο και πηγή ιαμάτων για όποιον το έφερε. Έτσι, ο αυτοκράτορας Ρωμανός ο Λεκαπηνός την περιέβαλε ως θώρακα και επιτέθηκε κατά των πολιορκούντων την Πόλη Βουλγάρων του τσάρου Συμεών, ενώ προηγουμένως, το έτος 906, μεταφέρθηκε το κειμήλιο με επισημότητα στο Ιερόν Παλάτιον προκειμένου να απαλλάξει από τα δαιμόνια την αυτοκράτειρα Ζωή, σύζυγο του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού.

Αναλογικά, και η εικόνα θεωρήθηκε θαυματουργική. Μάλιστα, κατά την πολιορκία των Αβάρων το 626 λιτανεύτηκε στα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως και ενώπιόν της ακούστηκε για πρώτη φορά ο υπέροχος «ακάθιστος ύμνος», καθώς αποδόθηκαν σ’ αυτήν τα «νικητήρια» του χριστιανικού στρατού και η σωτηρία της Πόλης. Από τότε, αν παρίστατο ανάγκη, σαν στρατιώτης, ή καλύτερα σαν στρατηγός, εκστράτευε μαζί με τον αυτοκράτορα, όπως μας επιβεβαιώνει ο Μιχαήλ Ατταλειάτης «…ειώθει τοις πιστοίς βασιλεύσιν εκ εκστρατείας ως απροσμάχητον όπλον συνεκστρατεύεσθαι». Έτσι εξηγείται η παρουσία της εικόνας σε έναν από τους θριάμβους του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή, σύμφωνα με σχετική μικρογραφία του Σκυλίτζη.

Παράλληλα, η εικόνα απέκτησε ρόλο ρυθμιστικό στις ανθρώπινες σχέσεις και τη δημόσια ζωή. Ο ίδιος ο Ατταλειάτης μας παραθέτει την πληροφορία ότι ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ΄ ο Διογένης σε μίαν εκστρατεία του έστησε δικαστήριο για να δικάσει έναν στρατιώτη, ο οποίος είχε κλέψει ένα μουλάρι. Ο στρατιώτης καταδικάστηκε να του κόψουν τη μύτη. Τότε αυτός κατέφυγε προς την «…πάνσεπτον εικόνα της πανυμνήτου δεσποίνης Θεοτόκου της Βλαχερνιτίσσης…».

Την ίδια εποχή (11ος αι.) ο Μιχαήλ Ψελλός μας πληροφορεί ότι ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Ζ΄ ο Δούκας του είχε ζητήσει να γνωματεύσει για μία νομική υπόθεση, κατά την οποία ένας τοπικός άρχοντας και ένα μοναστήρι διεκδικούσαν την ιδιοκτησία ενός μύλου στη Θράκη. Με προτροπή, λοιπόν, των μοναχών η υπόθεση «παραπέμφθηκε» στην εικόνα των Βλαχερνών, η οποία βρισκόταν στον νότιο τοίχο της εκκλησίας, όπως βρίσκονται οι εφέστιες εικόνες στην Κέρκυρα, και ήταν καλυμμένη από ένα κεντημένο πέπλο (βλ. κάτι αντίστοιχο με την εικόνα της μονής του Κύκκου στην Κύπρο). Το πέπλο υψωνόταν μυστηριωδώς, χωρίς εμφανή ανθρώπινη παρέμβαση, κάθε Παρασκευή βράδυ και η εικόνα ακτινοβολούσε από φως ως το πρωί του Σαββάτου. Το θαυμαστό αυτό γεγονός ονομαζόταν «σύνηθες θαύμα» και η διακοπή του εθεωρείτο ως ετυμηγορία για το θέμα που είχε προκύψει. Στη υπόθεση για την οποία εισηγήθηκε ο Ψελλός το πέπλο υψώθηκε δικαιώνοντας τον τοπικό άρχοντα.

Εκτός από τα παραπάνω κειμήλια στο ναό φυλασσόταν βραχίων του Αγίου Γεωργίου, το σώμα της Αγίας Λουκίας κ.α., τα οποία αφαιρέθηκαν από τους σταυροφόρους το 1204.

Για όλους αυτούς τους λόγους ο ναός των Βλαχερνών σύντομα απέκτησε πλούτο και δόξα. Εδώ, μάλιστα, εκκλησιαζόταν ο αυτοκράτορας και η αυλή του κατά τους τελευταίους αιώνες όταν διέμεναν μόνιμα στο ομώνυμο ανάκτορο, ενώ ο πρωτοπαπάς των Βλαχερνών είχε την ίδια εκκλησιαστική τιμή με τον πρωτοπαπά του Ιερού Παλατίου. Σύμφωνα δε με Νεαρά του Ηρακλείου ο ναός είχε το ακόλουθο προσωπικό: Πρεσβυτέρους 12, διακόνους 18, διακόνισσες 6, υποδιακόνους 8, αναγνώστες 20, ψάλτες 4 και πυλωρούς 6. Σύνολο 74 άτομα!

Με τον καιρό, η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της Κωνσταντινούπολης, ώστε σε όλη τη βυζαντινή επικράτεια, και όχι μόνο, να ανεγερθούν ναοί επ’ ονόματι της Θεοτόκου της Βλαχέραινας και να φιλοτεχνηθούν αντίγραφα της εικόνας, τα οποία, με τη σειρά τους, απέκτησαν θαυματουργικές ιδιότητες και έγιναν πρότυπα για άλλες.

Η ύπαρξη, επομένως, πληθώρας ναών στην Κέρκυρα αφιερωμένων στην Παναγία τη Βλαχέραινα σημασιοδοτεί μία παλαιότατη παράδοση για το νησί μας που ανάγεται στους βυζαντινούς χρόνους!

Είναι δε μία από τις αποδείξεις για τις καταβολές της κερκυραϊκής εκκλησιαστικής κληρονομιάς, η οποία αλώβητη, αν και ενίοτε περιφρονημένη και παρεξηγημένη, έχει φτάσει ως στις μέρες μας, μεταφέροντας εις το διηνεκές την ευλογία και τη χάρη της Παναγίας της Βλαχέραινας.

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Γιώργου Γαστεράτου: ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΔΗΜΟΣΙΑΝΑ. ΤΟ ΠΑΛΛΑΔΙΟ ΤΗΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ

Από την αρχαιότητα οι άνθρωποι περιέβαλαν με σεβασμό τα «παλλάδια» της θρησκείας τους, τα ιερά εκείνα κειμήλια και αντικείμενα, τα οποία προήγαγαν και ενδυνάμωναν την πίστη τους. Μάλιστα, από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους περιβάλλονταν με ιδιαίτερο σεβασμό ιερά αντικείμενα που είχαν άμεση σχέση με τον Κύριο, την Θεοτόκο και τους αγίους. Έτσι, πολύτιμο θεωρήθηκε ό,τι είχε σχέση α) με την επίγεια ζωή του Χριστού (σταυρός, καρφιά μαρτυρίου, ακάνθινο στεφάνι, ιερά σινδόνη κλπ), β) με την επίγεια ζωή της Παναγίας (εσθής, ζώνη κλπ) και γ) με τους αγίους (σώματα, οστά, ρούχα κλπ).

Στα ιερά κειμήλια ανήκουν και οι εικόνες. Από αυτές εκείνη που λατρεύτηκε περισσότερο ήταν η εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας. Θεωρούνταν, μαζί με τα ρούχα της Θεοτόκου (εσθής, ζώνη), το ιερότερο κειμήλιο της Βασιλεύουσας. Πίστευαν, μάλιστα, ότι είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Ενδεικτική για την εικόνα είναι μία πολύ παλιά μαρτυρία που ανάγεται στον 12ο αιώνα και συγκεκριμένα στο έτος 1191. Σε ένα σκανδιναβικό χρονικό, που ονομάζεται «Σάγκα των Ορκάδων», ένας ανώνυμος, καθώς εξιστορεί την παραμονή σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη, μιλάει με σεβασμό για τα «άπειρα άγια λείψανα» της Πόλης και κυρίως για μία εικόνα που οι χριστιανοί αποκαλούν «Ειδητέρα» (Οδηγήτρια): «…Κάθε μέρα γίνεται λιτάνευση της εικόνας από τη μία συνοικία στην άλλη. Τα πλήθη την ακολουθούν και την περιβάλλουν με σύννεφα από θυμιάματα. Κάθε Τρίτη, μία αθέατη δύναμη κάνει την εικόνα να κινείται με καταπληκτική ταχύτητα. Παρασύρει τον ιερέα που την κρατεί και διασχίζει το σαστισμένο πλήθος. Όλοι σταυροκοπιούνται και ψέλνουν το Κύριε ελέησον…»

Φυσικό είναι η λατρεία της εικόνας αυτής να εξαπλώθηκε με τον καιρό σε όλο το χριστιανικό κόσμο. Έτσι ανά τους αιώνες εκατοντάδες αντίγραφα φτιάχτηκαν, και αυτά, με τη σειρά τους, περίφημα και πολύτιμα. Στην Κρήτη την συναντάμε ως «Μεσοπαντίτισσα», ίσως επειδή βρισκόταν στις «μέσα πάντες» του Κάστρου του Χάνδακα. Η εικόνα αυτή θεωρούνταν το παλλάδιο της χριστιανικής Κρήτης και μαζί με την κάρα του Αγίου Τίτου, προστάτη και πολιούχου του νησιού, απολάμβανε ιδιαίτερης τιμής. Και αυτή λιτανευόταν κάθε Τρίτη! Κατά την παράδοση της Κρήτης στους Τούρκους (1669) η εικόνα μεταφέρθηκε στη Βενετία από τον Φραγκίσκο Μοροζίνη και εναπετέθη στο ναό του Αγίου Μάρκου. Από εκεί μεταφέρθηκε με κάθε επισημότητα στο ναό της Santa Μaria della Salute (της υγείας), όπου τοποθετήθηκε στο κεντρικό αλτάριο του ναού την ημέρα των Εισοδίων της Θεοτόκου στις 21 Νοεμβρίου 1670. Έκτοτε, κάθε χρόνο, στις 21 Νοεμβρίου, τιμάται με ξεχωριστή λαμπρότητα.

Άλλο, πάλι, αντίγραφο της Παναγίας της Οδηγήτριας λατρεύεται στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς ως Παναγία η «Πρεβεζάνα» ενώ στη Ζάκυνθο ως «Σκοπιώτισσα», «Αναφωνήτρα», «Λαουρένταινα», «Ψαριώτισσα», «Κεριώτισσα», κλπ. Στην Κέρκυρα ξεχωριστή θέση είχε η Παναγία η «Δημοσιάνα». Η εικόνα αυτή χρονολογείται στο 2ο μισό του 14ου αιώνα. Ονομάζεται «Δημοσιάνα» γιατί είχε την πρώτη θέση στις δημόσιες τελετές στις οποίες συμμετείχε ο Μέγας Πρωτοπαπάς και το Ιερό Τάγμα, όντας η προστάτις των Κορυφών.

Η παλαιότερη αναφορά που έχουμε για την εικόνα βρίσκεται σε ένα οδοιπορικό του 1470. Κάποιος Friedrich Steigerwalder, ακόλουθος του κόμητος από το Tιρόλο Gaudenz Von Kirchberg, άφησε ένα οδοιπορικό σχετικό με το ταξίδι τους στους Αγίους Τόπους. Το πλοίο τους ξεκινώντας από τη Βενετία, αφού στάθμευσε στη Ραγούζα (σημ. Ντουμπρόβνικ της Δαλματίας) και στην Κασσιώπη της Κέρκυρας, στις 20 Ιουνίου 1470 φτάνει στη μικρή πολιτεία των Κορυφών: «…Την Τετάρτη πριν του Αγίου Ιωάννου φθάσαμε νωρίς, όταν έβγαινε ο ήλιος, στις πύλες των Κορφών. Απέχουν 800 μίλια από τη Βενετία και 300 από τη Ραγούζα και ανήκουν στους Βενετούς. Και υπάρχουν εκεί δύο φρούρια (…) και απέχουν το ένα από το άλλο όσο μία βολή με βαλλιστρίδα. Και η πολιτεία είναι χτισμένη στη ράχη ανάμεσα στα δύο αυτά φρούρια (…) Και μέσα στην πολιτεία υπάρχουν πολύ στενοί δρόμοι (…) Υπάρχει επίσης στους Κορφούς μία επισκοπή, αλλά ο επίσκοπος μένει στη Βενετία και έχει στους Κορφούς τον τοποτηρητή του (…) και στην εορτή της Αγίας Δωρεάς (21 Ιουνίου) πήγαιναν στη λιτανεία πρώτα οι Έλληνες ιερείς με τους Έλληνες και ένας από αυτούς κρατούσε μίαν εικόνα, στη μία πλευρά της οποία ήταν ζωγραφισμένη η Παναγία, με το Κύριο στο στήθος, ενώ στην άλλη ήταν ζωγραφισμένος ο Άγιος Παύλος. Τον ακολουθούσαν οι Έλληνες και όλοι τους δεν έψελναν τίποτε άλλο από Κύριε ελέησον. Και λένε ότι η απεικόνιση της Παναγίας στην εικόνα κάνει θαύματα. Κατόπιν ακολουθούσε στη λιτανεία ένα πλήθος από δοκίμους και ο τοποτηρητής του επισκόπου κρατούσε την Αγία Μετάληψη και οι Έλληνες δεν γιόρταζαν την ημέρα αυτή αλλά δούλευαν, όπως τις εργάσιμες. Και οι Κορφοί είναι πολύ ωραίο και καλό νησί, μήκους και πλάτους γύρω στα 100 μίλια…».

Από το γεγονός ότι μας έχει σωθεί μία εικόνα αμφιπρόσωπη, η Παναγία η Δημοσιάνα, η οποία ανάγεται στον 14ο αιώνα, και από το γεγονός ότι η εικόνα αυτή απολάμβανε ξεχωριστής τιμής και συμμετείχε σε όλες σχεδόν τις λιτανείες, μεταξύ των οποίων και σε αυτήν της Αγίας Δωρεάς των καθολικών, αποτελεί σοβαρή ένδειξη ότι την ίδια εικόνα είδαν οι Γερμανοί προσκυνητές.

Η εικόνα, όπως διατηρείται σήμερα, έχει κοπεί και από τις τέσσερις πλευρές ενώ φέρει σημαντικές φθορές. Πριν από τη συντήρησή της, το 1970, ήταν καλυμμένη με αργυρή επένδυση με χαραγμένη την ονομασία «Δημοσιάνα». Η Θεοτόκος εικονίζεται σε προτομή, ελαφρά γυρισμένη προς τα αριστερά της, με το κεφάλι της ελαφρά γυρτό. Κρατά με το αριστερό χέρι το Χριστό και υψώνει το δεξί μπροστά στο στήθος. Ο Χριστός ατενίζει το θεατή. Κρατά κλειστό ειλητάριο και απλώνει το δεξί χέρι σε σχήμα ομιλίας. Πάνω στο βαθυγάλαζο χιτώνα της Θεοτόκου, πάνω από το δεξί μανίκι η παρυφή του καστανού μαφορίου είναι στολισμένη με χρυσοκέντητη επιγραφή και κρόσσια. Η επιγραφή «εν κροσώ» προέρχεται από τον 44ο ψαλμό «…εν κροσσωτοίς χρυσοίς περιβεβλημένη πεποικιλμένη…» Από τα ρούχα δε του Χριστού ο χιτώνας είναι βαθυγάλαζος ενώ το ιμάτιο είναι κόκκινο με έντονες χρυσές ανταύγες. Οι φωτοστέφανοι είναι ανάγλυφοι. Η εικόνα αποδίδεται σε εργαστήριο των Ιωαννίνων στα τέλη του 14ου αιώνα.

Στην πίσω πλευρά της εικόνας εικονίζεται η μορφή ενός αγίου. Σύμφωνα δε με το οδοιπορικό, αυτός είναι ο Άγιος Παύλος. Προφανώς όμως εδώ πρόκειται για λάθος του Steigerwalder, γιατί ο άγιος αυτός φορεί επισκοπικά άμφια. Ας σημειωθεί ότι δε υπάρχει κάποια επιγραφή που να δηλώνει για ποιον άγιο πρόκειται. Μεταγενέστερες, όμως, πηγές, από την εποχή της ενετοκρατίας, τον ταυτίζουν με τον Άγιο Αρσένιο, Μητροπολίτη Κερκύρας. Συγκεκριμένα, στις 22 Οκτωβρίου 1712 οι επίτροποι του ναού του Ταξιάρχη Μιχαήλ στο Καμπιέλο ή Οβριοβούνι παραχώρησαν την εκκλησία τους στους συνδίκους της πόλεως για να γίνει οριστικά ο πρωτοπαπαδικός ναός της Κέρκυρας. Έτσι στις 24 Οκτωβρίου 1712 ο Μέγας Πρωτοπαπάς Αναστάσιος Αυλωνίτης διατάζει τη μεταφορά της εικόνας με λιτανεία από το ναό του Αγίου Ιωάννη στις Στέρνες στο ναό του Ταξιάρχη Μιχαήλ: «… Ημείς Αναστάσιος Αυλωνίτης ελέω Θεού μέγας Πρωτοπαπάς πόλεως και νήσου Κερκύρας. Μέλοντας να πάρομεν την εικόνα της Θεομήτορος και Αγίου Αρσενίου την Δημοσιάναν εις την μονήν του Ταξιάρχου Μιχαήλ της Κοινότητος ως πρωτοπαπαδικήν εκκλησίαν…». Τη μεταφορά αυτή καθώς και την απόδοση του εικονιζόμενου ιεράρχη στον Άγιο Αρσένιο επιβεβαιώνει και η ακόλουθη πληροφορία που βρίσκεται σε φάκελο που περιέχει διαθήκες σχετικές με το ναό του Ταξιάρχη Μιχαήλ: «…Ανεκομίσθη (…) η σεβασμία εικόνα της υπεραγίας θεοτόκου, ιστορημένη από μίαν μεριάν η αυτή Θ(εοτό)κος, και από την άλλην ο Άγιος Αρσένιος μητροπολίτης Κερκύρας, οι οποίες ιστόρισες έχουν από έξω λάμαις ασημένιαις…». Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι είναι απολύτως φυσικό και αναμενόμενο στην πίσω πλευρά της πολύτιμης αυτής εικόνας να απεικονίζεται ο Άγιος Αρσένιος, και όχι οποιοσδήποτε άλλος, αφού ο άγιος αυτός είναι καθ’ όλη την διάρκεια του μεσαίωνα ο προστάτης και πολιούχος της Κέρκυρας.

Η Δημοσιάνα ανήκε στο Ιερό Τάγμα και φυλασσόταν στην εκάστοτε πρωτοπαπαδική εκκλησία. Παρέμεινε δε στο ναό του Ταξιάρχη Μιχαήλ στο Καμπιέλο ως το 1841. Τότε, επί αρχιερατείας Χρυσάνθου Μασσέλου, ορίστηκε ως καθεδρικός ναός αυτός της Υ.Θ. Σπηλαιωτίσσης και των Αγίων Βλασίου και Θεοδώρας και εκεί μεταφέρθηκε, όπου παραμένει μέχρι και σήμερα.

Η Δημοσίανα λιτανευόταν, όπως τονίσαμε, σε όλες σχεδόν τις δημόσιες τελετές που γινόταν στη μικρή πολιτεία των Κορυφών. Συγκεκριμένα, από την εκάστοτε πρωτοπαπαδική εκκλησία, που ξεκινούσε η πομπή του Ιερού Τάγματος, την εκκίνηση έδινε ένας αξιωματούχος, ο «Αρχιμανδρίτης», ή, ελλείψει αυτού, το αμέσως επόμενο οφίκιο, ο «Ιερομνήμονας». Την πομπή άνοιγαν τα αγιόγραφα ή «σκόλες» των αδελφοτήτων και των συντεχνιών. Ακολουθούσε ο Σταυρός του Ιερού Τάγματος ανάμεσα σε δύο «τόρτσες». Στη συνέχεια έρχονταν οι μοναχοί, οι απλοί ιερείς και μετά το Ιερό Τάγμα. Οι μοναχοί φορούσαν το σχήμα τους, οι απλοί ιερείς πετραχήλι και φαιλόνιο και οι ιερείς του Ιερού Τάγματος, εκτός από πετραχήλι και φαιλόνιο, από κάτω, έφεραν ένα ιδιαίτερο ένδυμα, τη «βέστα». Ένας ιερέας του τάγματος έφερε ασκεπής το ευαγγέλιο ενώ δίπλα του ένας διάκονος του κρατούσε το κάλυμμα της κεφαλής, το «σκιάδιο». Ακολουθούσε η εικόνα της Δημοσιάνας. Στα δεξιά της εικόνας στεκόταν ο «Αρχιμανδρίτης» ή, ελλείψει αυτού, το αμέσως επόμενο οφίκιο, ο οποίος, μόλις η εικόνα έβγαινε από την εκκλησία έψαλε το «Ευλογητός ο Θεός ημών…» και το «Benedicta Santa Gloria, quae egreditur ex hoc Sancto Domo…» (= Ευλογημένη η Αγία Δόξα, η οποία εξέρχεται εκ του αγίου οίκου τούτου…). Στη συνέχεια οι ιερείς έψαλλαν τον «Κανόνα» της Θεοτόκου και κρατούσαν εναλλάξ την εικόνα.

Όμως, λόγω του βάρους του θρόνου της και της μεγάλης απόστασης αρκετών λιτανειών (πχ η λιτανεία της Αγίας Ιουστίνης έφτανε μέχρι τον ομώνυμο ναό της «Τριμάρτυρος» στη Γαρίτσα) μερικοί κληρικοί δεν έδειχναν ιδιαίτερη προθυμία να σηκώνουν την εικόνα. Σχετικό και ιδιαίτερης ιστορικής σημασίας είναι ένα πρόσταγμα του M. Πρωτοπαππά Χριστόδουλου Βούλγαρη στα 1675: «…όλοι οι ιερείς και ιερομόναχοι να ασικώνουν εις τας διατεταγμένας λιτάς την εικόνα της Θεομήτορος δια να έχομεν την αγίαν της ευχήν και ευλογίαν καθώς γίνεται και με το άγιον λείψανον του θαυματουργού Σπυρίδωνος. Δια την πρέπουσαν ευλάβειαν οπού είμαστε χρεώσται να προσφέρωμεν υπερδουλικώς όλοι προς την άχραντον του Θεού μητέρα τόσον περισσότερον, οπού οι ιερείς της σκιάς (= της σκηνής του μαρτυρίου) και του ιουδαϊσμού εσύντρεχον όλοι προς το να βαστάζουν την κιβωτόν της διαθήκης, πόσω μάλλον ημείς οπού είμαστε υιοί της χάριτος και υπηρέται των μυστηρίων του Χριστού (…) Εις δε την βασιλίδα των πόλεων όχι μόνον οι ιερείς αμί και αυτοί οι Πατριάρχαι εβάσταζαν εις ταις λιταίς την προσκυνητήν εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου (= της Οδηγήτριας) και οι αδελφοί αυτού του βασιλέως τα άγια σπάργανα μετά του αγίου μανδηλίου και της προς Αύγαρον επιστολής του Χριστού…». Επιπλέον, και ο Μέγας Πρωτοπαπάς Ιωάννης Βούλγαρης (1738 – 1749) εξέδωσε σχετικό διάταγμα.

Μάλιστα, τον Ιούνιο του 1728, στην εορτή της Αγίας Δωρεάς, η απροθυμία αυτή εξελίχθηκε σε φιλονικία ανάμεσα στους ιερείς των επαρχιών του νησιού, καθώς στη λιτανεία αυτή όλοι οι ιερείς του νησιού ήταν υποχρεωμένοι να συμμετέχουν. Ίσως πίσω από τη φιλονικία να κρύβεται η δικαιολογημένη δυσαρέσκειά τους να συμμετέχουν στην εν λόγω καθολική εορτή. Έτσι ο Μέγας Πρωτοπαπάς Σπυρίδων Α΄ Βούλγαρις εκδίδει σχετικό διάταγμα «…δια να λείψει κάθε φιλονικία μεταξύ των υφ’ ημάς εννέα επαρχιών εις την λιτήν της Αγίας Δωρεάς, και να ασυκώνεται η Αγία της Υπεραγίας Θεοτόκου εικών από τους ιερείς κάθε επαρχίας εις όλην την λιτήν…».

Τόσης τιμής απολάμβανε η Δημοσιάνα που ο απλός λαός κάνει διάφορες προσφορές στη Χάρη της. Έτσι κάποιος Δημήτρης Χαλικιόπουλος στη διαθήκη του που συντάχθηκε στις 24 Ιουλίου 1663 επιθυμεί «…να ήθελαν κάμει τέσσερα μανάλια ασιμένια από εκατό ρεάλια το ένα ήγουν τα δύο όταν εβγάζουν λιτήν ήγουν την Παναγία να βάνουν δύο στον Σταυρωμένον και δύο στην Παναγία…».

Τέλος, γνωρίζουμε ότι μπροστά στην εικόνα είχαν πάντοτε αναμμένα κεριά. Γι’ αυτό και ο ανωτέρω Μ. Πρωτοπαπάς Σπυρίδων Βούλγαρις σε πρόσταγμά του σχετικό με το Ιερό Τάγμα στις 5 Οκτωβρίου 1720 όριζε «…εις ποινήν των παρηκόων ιερέων του θείου Τάγματος λίτρες διακόσιες εις κερί δια την Παναγίαν την Δημοσίαν…».

Είναι φανερό ότι η εικόνα της Παναγίας της Δημοσιάνας είναι ένα από τα παλαιότερα και ιερότερα κειμήλια της νήσου μας. Είναι η απτή απόδειξη της λατρείας της εικόνας της Παναγίας της Οδηγήτριας, η οποία ήδη από την εποχή του Αγίου Ευαγγελιστή Λουκά έφερνε κάθε πιστό σε επαφή με το ιερό πρόσωπο της Μητέρας του Κυρίου.

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Τσέτση: ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

Πηγή: Amen.gr

Οι σκέψεις που ακολουθούν, εντάσσονται στα πλαίσια της πρόσφατης άκρως σημαντικής Συνάξεως των Μακαριωτάτων Προκαθημένων τών Πρεσβυγενών Πατριαρχείων και της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας Κύπρου, η οποία πραγματοποιήθηκε στό Φανάρι (1-3 Σεπτεμβρίου), κατόπιν πρωτοβουλίας και υπό την προεδρείαν της ΑΘΠ του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, με κύριο σκοπό την ανταλλαγή απόψεων όσον αφορά στην έκρυθμο κατάσταση που ταράσσει σήμερα στην Μέση Ανατολή, την έκφραση αλληλεγγύης και συμπάθειας προς στους εκείσε δοκιμαζόμενους χριστιανούς, όπως και την εξεύρεση τρόπων ειρηνικής συμβιώσεως των πιστών των διαφόρων θρησκευμάτων που από αιώνων ζουν στον ευαίσθητο αυτό γεωγραφικό χώρο (Βλ. Μήνυμα και Ανακοινωθέν της Συνάξεως στο ΑΜΕΝ.gr, 3/9/2011).

Παρά τoν κοινό παρονομαστή ο oποίος ενώνει κατά κάποιο τρόπο τα αραβικά κράτη του χώρου αυτού μέσα στην «Ισλαμική Διάσκεψη», (γλώσσα, πολιτισμός και, Σουνιτικό κυρίως, Ισλάμ) το πολιτειακό, πολιτικό, ιδεολογικό, θρησκευτικό και οικονομικό πλαίσιο, διαφέρει αισθητά από χώρα σε χώρα.

Στην αχανή και πολυπληθή αυτή περιοχή, τα αραβικά κράτη διέπονται, ως γνωστόν, από ποικίλης υφής και ιδεολογίας πολιτεύματα. Από βασιλευόμενη δημοκρατία, από δικτατορικά καθεστώτα, από Θεοκρατικά τοιαύτα, όπου ισχύει η γνωστή ως «Σαρία» Ισλαμική Νομοθεσία, και, τέλος, από φεουδαρχικού τύπου «πετρελαιο-μοναρχίες». Τα μόνα κράτη της περιοχής όπου λειτουργούν δημοκρατικώς εκλελεγμένα Κοινοβούλια, είναι ο Λίβανος και το Ισραήλ. Το οποίο, όμως, ευρισκόμενο εγκλωβισμένο μεταξύ εχθρικώς προς αυτό διακειμένων αραβικών κρατών, εκ μέρους μεγάλης μερίδας της διεθνούς κοινότητας θεωρείται ότι πολιτισμικώς ανήκει στον ευρύτερο Ευρωπαϊκό χώρο. (Εξού και η συμμετοχή του στα Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα Ποδόσφαιρου καί Καλαθόσφαιρας, ως και στον Πανευρωπαϊκό διαγωνισμό άσματος-Eurovision). Οίκοθεν δε νοείται ότι από τα κοινωνικο-πολιτικά σχήματα των χωρών αυτών, κυρίως, όμως, από την βαρύτητα και την επιρροή του «πολιτικού Ισλάμ» σ΄ αυτές, εξαρτάται εν πολλοίς και η όλη συμπεριφορά των Αρχών έναντι των Χριστιανών και των πιστών άλλων θρησκευμάτων.

Είναι γνωστό ότι μετά την ραγδαία εξάπλωση του Ισλάμ στην Μέση Ανατολή και την Βόρειο Αφρική τον έβδομο μ. Χ. αιώνα, η χριστιανική παρουσία στον χώρο αυτό ουδέποτε υπήρξεν ευχερής. Μέσα σε μιά πολυπληθή και συμπαγή Ισλαμική κοινωνία, οι χριστιανοί, αλλά και οι εβραίοι, πάντοτε θεωρούνταν ως «ντίμμι» (dhimmi), ως μια τάξη υποδεέστερων, δευτέρας κατηγορίας, πολιτῶν, υποταγμένη στο κυρίαρχο Ισλάμ. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι διά μέσου των αιώνων υπήρξε κάποια συμβίωση μεταξύ του αυτόχθονος Χριστιανισμού και του Ισλάμ που είχε εισβάλει στον κατ΄εξοχήν χριστιανικό αυτό χώρο. Επρόκειτο, βέβαια, για μια συνύπαρξη μεταξύ «κυριάρχων» καί «υποτελών», οι οποίοι ήταν απλώς «ανεκτοί» μέσα στην «Ούμμα», την παγκόσμια αυτή «κοινότητα των πιστών».

Τις τελευταίες όμως δεκαετίες, οι αλλεπάλληλες πολιτικο-κοινωνικές αναταραχές στην περιοχή, άμεσα σχετιζόμενες με υψίστης σημασίας οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα, (κυρίως της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ενώσεως στο Αφγανιστάν, των ΗΠΑ δε και της Μεγάλης Βρετανίας στον Αραβο-Περσικό Κόλπο), συνετέλεσαν στην εμφάνιση ακραίων ισλαμιστικών κινημάτων στο Μεσανατολικό προσκήνιο, ως εκείνα των Ταλιμπάν και της Αλ Κάϊντα. Χάριν της ιστορίας, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα θεμελιοκρατικά αυτά κινήματα, αρχικά είχαν τύχει της υποστήριξεως των ΗΠΑ, απλώς διότι μάχονταν κατά της Σοβιετικής Ενώσεως, η οποία, συνεπικουρούμενη από την τότε Κομμουνιστική Κυβέρνηση του Αφγανιστάν, επεδίωκε την διείσδυσή της στην άκρως στρατηγική αυτή περιοχή της Δυτικής Ασίας που ελεγχόταν από τις ΗΠΑ. Ο εμψυχωτής της Αλ Κάϊντα Ουσσάμα Μπιν Λάντεν στράφηκε κατά των ΗΠΑ, αλλά και κατά της πατρίδας του Σαουδικής Αραβίας αργότερα, μετά τον πρώτο κατά του Ιράκ πόλεμο επί προεδρείας Μπούς του πατρός, όταν δεκάδες χιλιάδες αμερικανών στρατιωτών αμφοτέρων των φύλων, είχαν στρατοπεδεύσει στην Σαουδική Αραβία. Πράγμα το οποίο είχε θεωρηθεί εκ μέρους του Μπιν Λάντεν ως κατοχή και βιασμός των ιερών εδαφών της πατρίδας του από «απίστους».

Το ερώτημα που τίθεται συχνά και βασανίζει την σκέψη μας τον τελευταίο τούτο καιρό, είναι το εξής: Οι χριστιανοί της Μέσης Ανατολής είναι θύματα θρησκευτικού φανατισμού ή απλώς υφίστανται συνέπειες αντιπαλοτήτων και συμφερόντων που δεν έχουν κανένα θρησκευτικό υπόβαθρο;

Στην αναστατωμένη σήμερα Αίγυπτο, μέχρι την ανατροπή του Βασιλέως Φαρούκ το 1952 και την εκ μέρους του Προέδρου Νάσσερ εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ και των επιχειρήσεων ξένων συμφερόντων, οι χριστιανικές κοινότητες δεν είχαν κανένα μείζον πρόβλημα με τις Αιγυπτιακές Αρχές, ούτε δε και με την επικρατούσα Ισλαμική κοινωνία της χώρας αυτής. Απόδειξη, οι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950 ανθούσες Ελληνορθόδοξες παροικίες της Αλεξάνδρειας, του Καΐρου, του Πόρτ-Σαΐντ και της Άνω Αιγύπτου, ως και αι πολυάριθμες λεβαντινικής προελεύσεως εύρωστες Ρωμαιοκαθολικές, ως επί το πολύ, κοινότητες. Η μαζική έξοδος των Ορθοδόξων προς Ελλάδα και των λοιπών χριστιανών προς Εσπερίαν, δεν οφείλεται σε πιέσεις και διωγμούς θρησκευτικού χαρακτήρος, αλλά στα επαναστατικά μέτρα του Νάσσερ, παρμένα μέσα στη δίνη του τότε ανερχομένου «Παναραβισμού», ο οποίος απέβλεπε στην απαλλαγή της Αιγύπτου, αλλά καί όλης της Μέσης Ανατολής, από την Δυτική πολιτική και οικονομική κηδεμονία. Οι εχθροπραξίες στην χώρα αυτή, που στοχεύουν σχεδόν αποκλειστικά την Κοπτική Εκκλησία, άρχισαν να σημειώνονται μετά την πολιτικοποίηση περί τα τέλη της δεκαετίας του 1970 των «Αδελφών Μουσουλμάνων», στόχος των οποίων είναι η δημιουργία μιας νέας Αιγυπτιακής κοινωνίας ερειδόμενης επί των αρχών του Ισλάμ. Κατά εκτίμηση πολιτολόγων, ειδικών περί τα θέματα της Μέσης Ανατολής, οι κατά των Κοπτών βιαιοπραγίες, αποτελούν μέρος μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής «τακτικής», που αποσκοπεί στον εκφοβισμό των 10-12 εκατομμυρίων Κοπτών και τον διά βίας προσεταιρισμό της υπολογίσιμης ψήφου τους, χωρίς την οποία το ανωτέρω ακραίο Κίνημα δεν έχει καμιά πιθανότητα να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στην Αιγυπτιακή πολιτική κονίστρα.

Αλλά και στη φλεγόμενη σήμερα Συρία, την πάλαι ποτέ αγιοτόκο αυτή χώρα, οι ποικίλης προελεύσεως και παραδόσεως Εκκλησίες και εκκλησιαστικές κοινότητες, έστω και αν βρίσκονταν υπό την στενή παρακολούθηση των μυστικών υπηρεσιών, ανέκαθεν είχαν μεγάλη ελευθερία στην άσκηση των λατρευτικών, κοινωνικών και μορφωτικών τους υποχρεώσεων. Μπορεί δε να παρατηρηθεί ότι το Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Αντιοχείας ετύγχανε ιδιαίτερης προσοχής εκ μέρους των Αρχών, μιάς και δι΄ενός λαϊκού στελέχους αυτού, του Μιχαήλ Αφλάκ, είχε συμβάλει το 1946 στην δημιουργία του κυβερνώντος σήμερα Κόμματος Μπαάθ («Κόμμα Aναγεννήσεως») και στην εμπέδωση της ιδεολογίας του Παναραβισμού. Είναι αλήθεια ότι η εγκόλπωση της ιδεολογίας αυτής από το Παλαίφατο αυτό Πατριαρχείο, αποτελούσε «στρατηγικό ελιγμό» και οφειλόταν στην πεποίθησή του ότι θα ήταν ευχερέστερο να επιβιώσει αυτό μέσα στη Συριακή κοινωνία ως μια «εθνική αραβική οντότητα», παρά ως «θρησκευτικός θεσμός».

Τα δεινοπαθήματα, όμως, των χριστιανών δεν εντοπίζονται μόνο σε προβληματικές Αραβικές χώρες ή στην Θεοκρατική Περσία, αλλά και στο Ισραήλ. Μάλιστα δε στην, από το 1967 ήδη, κατεχόμενη από αυτό Παλαιστινιακή γη, την κάποτε Υπερ-ιορδανία. Η ενσωμάτωση από το Ισραήλ της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, όπου βρίσκεται ο Πανάγιος Τάφος και άλλα Χριστιανικά και Μουσουλμανικά Προσκυνήματα, η συνεχής δήμευση αχανών Παλαιστινιακών εκτάσεων προκειμένου να ανεγερθούν οικισμοί προς στέγαση εκατοντάδων χιλιάδων Εβραίων εποίκων από Ευρώπη, Αμερική και Ρωσσία, τα κατά των αυτοχθόνων Παλαιστινίων λαμβανόμενα διοικητικά και οικονομικά μέτρα, η αδυναμία των εκτός Μείζονος Ιερουσαλήμ διαβιούντων να επισκέπτονται τα Ιερά τους Προσκυνήματα στην Ιερουσαλήμ και την Βηθλεέμ, (ενώ ελεύθερα προσέρχονται σ’αυτά πλήθη αλλοδαπών, προσκυνητών τε και τουριστών), οι βεβηλώσεις Ναών και οι βιαιοπραγίες κατά χριστιανών εκ μέρους ακραίων Σιωνιστών και φανατικών «ορθοδόξων» Εβραίων, αλλά και η συνεχιζομένη αδιαφορία της Δύσεως για την τύχη της Παλαιστίνης, αποτελούν τους παράγοντες εκείνους οι οποίοι οδηγούν τον λαό της να εγκαταλείπει την πατρώαν γην και να παίρνει την άγουσαν είτε προς Ιορδανίαν και άλλα αραβικά κράτη, είτε προς υπερπόντιες χώρες, όπως οι ΗΠΑ και η Αυστραλία. Έτσι εξηγείται και η δραματική συρρίκνωση του γηγενούς ποιμνίου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων.


Έπειτα από την ως άνω σύντομη περιγραφή της καταστάσεως και των προβλημάτων των Χριστιανών σε μερικές ευαίσθητες χώρες του Μασανατολικού χώρου, να μου επιτραπεί όπως διατυπώσω συμπερασματικά τις εξής εκτιμήσεις.

1- Καθώς ήδη ελέχθη, σχεδόν σε όλα τά Κράτη του χώρου αυτού, οι χριστιανοί κατατάσσονται, έστω σιωπηρώς, στην κατηγορία των υποτελών dhimmi. Όπερ σημαίνει ότι γίνονται απλώς ανεκτοί μέσα στην δεσπόζουσα κοινωνία των «πιστών». Εξαίρεση αποτελούν ο Λίβανος, λόγω της ιδιαιτερότητας του πολυθρησκευτικού πολιτεύματός του, και η Ιορδανία, όπου οι Χριστιανοί όλων των παραδόσεων, μάλιστα δε οι Ορθόδοξοι, έχουν πλήρη ελευθερία εκφράσεως και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του Ιορδανικού κοινωνικού συνόλου.

2- Οι διώξεις τις οποίες υπέστησαν οι Χριστιανοί τις τελευταίες δεκαετίες σ΄ολόκληρο τον χώρο της Εγγύς και Μέσης Ανατολής, οφείλονταν περισσότερο σε φυλετικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους, παρά σε οποιαδήποτε αντιπαλότητα μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων.

3- Σε όλες τις Αραβικές χώρες, αλλά και στην Περσία και το Ισραήλ, οι Εκκλησίες βρίσκονται σήμερα μεταξύ σφύρας και άκμονος. Δεν είναι δε υπερβολή να λεχθεί ότι οι χριστιανοί πέφτουν θύματα «παράπλευρων ζημιών» τις οποίες προκαλούν: α) Η αμείλικτη αντιπαλότητα μεταξύ ακραίων και μετριοπαθών Μουσουλμάνων για επικράτηση όχι μόνο στην περιοχή, αλλά και στην κοινωνία και την κρατική δομή εκάστης χώρας. β) Ο ανταγωνισμός μεταξύ οπαδών διαφόρων τάσεων του Ισλάμ, μάλιστα δε μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών. (Τούτο γίνεται εμφανές στην περίπτωση της αιματοκυλισμένης σήμερα Συρίας, όπου οι Σουνίτες, που αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία της χώρας, εξανίσταται κατά της μειοψηφούσης Σιιτικής παραφυάδας των Αλεβιτών, που επί τεσσαρακοντετία και πλέον, κυβερνά απολυταρχικά την χώρα εν τω προσώπω των πατρός και υιού Ασσάντ). γ) Η γεωπολιτικής και οικονομικής φύσεως διαμάχη μεταξύ Δύσεως και πολλών Αραβικών Κρατών. δ ) Η συνεπεία της διαμάχης αυτής κήρυξις εκ μέρους διαφόρων ισλαμιστικών ομάδων, «Ιερού Πολέμου» κατά της «απίστου» Δύσεως και των «συγχρόνων Σταυροφόρων» της, με τους οποίους, δυστυχώς, ταυτίζουν και τους αυτόχθονας χριστιανούς, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι «η Εκκλησία του Χριστού εγεννήθη ως ιστορική πραγματικότης εις τό χώρον της λεγομένης Μέσης Ανατολής» (Μήνυμα Προκαθημένων). Και τέλος, ε) Η εις βάρος των Παλαιστινίων ασκούμενη προκλητική επεκτατική πολιτική του Ισραήλ.

4- Τα Δυτικά κράτη, φροντίζοντα πρωτίστως για την προώθηση των στρατηγικών και οικονομικών τους συμφερόντων, κυρίως δε για τον έλεγχο του ορυκτού πλούτου της Μέσης Ανατολής, ήκιστα ενδιαφέρονται για την τύχη των Χριστιανών κατοίκων της, θεωρούντα προφανώς ότι αυτοί είναι αμελητέα ποσότης, και ως εκ τούτου δεν αξίζει τον κόπο να δυσαρεστούν χάριν αυτών τις συμμάχους και φιλικές πετρελαιοπαραγωγούς χώρες της περιοχής.

Καθώς διατύπωσε με ιδιαίτερη έμφαση το προχθεσινό Μήνυμα των Σεπτών Προκαθημένων, στον χώρο της Μέσης Ανατολής έχει βαθειές ρίζες η Εκκλησία του Χριστού, μάλιστα δε η Ορθόδοξη Εκκλησία. «Ο χώρος αυτός καθηγιάσθη με το αίμα των μαρτύρων της Ορθοδόξου πίστεως...Οι ανήκοντες εις τας εκεί Ορθοδόξους Εκκλησίας χριστιανοί ευρίσκονται εκεί από αιώνων, και ουδεμία ʺεθνοκάθαρσιςʺ ή ʺθρησκειοκάθαρσιςʺ δύναται να τους μετακινήση ή να δυσχεράνη την εκεί ελευθέραν διαβίωσιν και δράσιν των».


Ας ελπίζουμε ότι ένας ειλικρινής διάλογος μεταξύ χριστιανών και των νηφάλιων εκείνων και μετριοπαθών μουσουλμάνων που τάσσονται υπέρ ενός «μετα-μοντέρνου» και απαλλαγμένου από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος Ισλάμ, θα συντελέσει στην αλλαγή του κλίματος. Και ας ευχηθούμε να φέρει αγλαούς καρπούς η «Αραβική Άνοιξη» που άρχισε προ μηνών, δημιουργώντας προσδοκίες για μια ελεύθερη και δίκαιη κοινωνία στην περιοχή. Από την επιτυχία της, νομίζω, θα εξαρτηθεί εν πολλοίς και η επιβίωση του εναπομείναντος Χριστιανικού πληθυσμού της Μέσης Ανατολής.


[αυτοΦωτογραφία: π. Παναγιώτης Καποδίστριας, 2006]

Υπάρχει και ο καθρέπτης...

Γράφει και διάλεξε την φωτογραφία ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΒΑΝΤΑΡΑΚΗΣ

Κοιταχθήκαμε στον καθρέπτη και μου φαίνεται ότι μεγαλώσαμε αρκετά ώστε να είναι εμφατικά με το πρώτο βλέμμα οι ρυτίδες και οι σχετικοί κύκλοι. Ποιος το φανταζόταν ότι θα ερχόμαστε σε αυτή την ηλικία... Εμείς, που ακόμη πιστεύουμε ότι μόλις τελειώσαμε το σχολείο. Εμείς, που ακόμη πιστεύουμε ότι δεν έχουμε μεγάλη διαφορά από την εφηβεία και τη νιότη αλλά μόνο που είμαστε φαντασιακά σε αυτή την ηλικία μέσω των παιδιών μας που αυτά την βιώνουν.

Και αυτά που μας έλειψαν και θέλαμε να τα αποκτήσουμε; Δεν ήταν βέβαια τα όνειρα μας πεζά και ρηχά ποτέ. Δεν αγωνιούσαμε για την απόκτηση σπιτιών, αυτοκινήτων, χρημάτων και άλλων καταναλωτικών παγίδων αλλά για την εδραίωση κάποιων ιδεών στο μεταίχμιο του ιδεατού και του ρεαλισμού.

Πολλά χρόνια περάσανε, αλλά εμείς βουτηγμένοι στη καθημερινότητα, αφήσαμε να περάσουν δεκαετίες, βάζοντας την λέξη μετά, ως επακόλουθο κάθε ονείρου. Αγνοήσαμε τους βιολογικούς ρυθμούς μας, αλλά και την βιολογική κλεψύδρα μας. Ξεχαστήκαμε, φτιάχνοντας πλαστικούς ρυθμούς ζωής με υποκρισίες και θεατρινισμούς. 

Και έφτασε ή φτάνει η ώρα του απολογισμού. Η ώρα του απολογισμού δεν έχει καμία σχέση με την ώρα του αποχωρισμού, αν και καμιά φορά μπορεί να ταυτίζεται.

Στην ώρα του απολογισμού δεν εμφιλοχωρούν όλα τα αποκτηθέντα αντικείμενα, που, στην καλύτερη περίπτωση, θα γίνουν κτερίσματα στην ώρα του αποχωρισμού. Αυτή την ώρα που θα γίνεται ο απολογισμός θα επικρατεί σιγή. Η ορμητικότητα της νιότης πού διοχετεύτηκε; Σε μικρότητες, σε άνυδρες αντιπαραθέσεις, σε άγονους ανταγωνισμούς; Φτιάξαμε κάστρα ατομικής και οικογενειακής περιφρούρησης ως θέσφατα ιδανικά;

Περνάγαμε από εξετάσεις και εμείς νομίζαμε ότι οι ανυπέρβλητες δυσκολίες αποτελούν κοσμική κατάρα. Αποδιώξαμε τον πόνο ως φευγαλέο παρατράγουδο, αλλά κατάληξε να είναι μόνιμη επωδός της ζωής μας. Θελήσαμε και επιδιώξαμε την ηδονή της ρηχής ευχαρίστησης και τελικά στην μηχανή της βάλαμε και άλλες ηδονές αλλά το ανικανοποίητο παρέμεινε. Οι ηδονές μας πολλαπλασιάστηκαν, αλλά ο πόνος βασίλευε.

Η απλότητα, το φευγαλέο φιλί, η αλήθεια, το χάδι, η σεμνότητα. η τρυφερή ματιά και η συμπόνια έμειναν στο ράφι των αχρησιμοποίητων.

Μήπως ήρθε η ώρα να χρησιμοποιηθούν;

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΜΑΣ ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ...

Στὸν σεβαστὸ καὶ ἀγαπητό μου συμφοιτητή,τὸν Μακαριώτατο Πάπα καὶ Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας κ. Θεόδωρο, ἄξιο διάδοχο τοῦ προκατόχου του Ματθαίου τοῦ Ἀνδρίου, φίλου τοῦ μεγάλου Σκοπελίτη λογίου Καισαρίου Δαπόντε, εὐλαβὲς ἐνθύμημα χρόνων ἀρχαίων, πλὴν ἱερῶν.


Τὶ ἄλλο, λοιπόν, εἶναι ἡ φωτογραφία, ἀπό τὸ κρυστάλλωμα ἑνὸς συγκεκριμένου χρονικοῦ διαστήματος, ἴσως ὀλιγόλεπτου, ὡστόσο ἰκανοῦ νὰ διατρέχει τὸ Χρόνο καὶ νὰ ἐμφανίζεται μὲ τὴ μορφὴ μιᾶς εἰκόνας/παράστασης, γιὰ νὰ ραίνει μὲ τὰ ἀειθαλῆ της νάματα τὴ ζωή μας; Τὴ ζωή μας, ποὺ τὴ μαραζώνει ἡ καθημερινότητα καὶ ἡ ἀγωνία μιᾶς ἐπίμονης βιοπάλης, γιὰ νὰ σταθοῦμε ὅρθιοι μέσα στὶς καταιγίδες καὶ τὶς ἐν γένει ἀπογνώσεις ποὺ βιώνουμε: ὁ καθένας στὸ μέτρο τῆς διακονίας καὶ τῆς σταυρικῆς του διαδρομῆς ποὺ τοῦ ἔχει ἀνατεθεῖ νὰ ἅρει.

Μέρες τῆς Ριζαρείου, ἐν ἔτει (σχολικῷ) σωτηρίῳ 1972-73. Ἀπέναντι ἀπό τοὺς θαλάμους διαμονῆς καὶ τῶν αἰθουσῶν διδασκαλίας αὐτὴ ἡ φωτογραφία ἔρχεται νὰ κομίσει στὶς καρδιὲς τῶν εἰκονιζομένων, καὶ ὄχι μόνον, τὸν φρέσκο ἀέρα ποὺ ἀπέπνεαν τὰ πεῦκα καὶ οἱ θάμνοι τῆς Σχολῆς στὸ, τόσο πολὺ φιλεμένο μὲ κάλλος ἀπό τὸ Δημιουργὸ, Χαλάνδρι.

Τὰ εἰκονιζόμενα πρόσωπα, μιὰ ὁμάδα ἀπό τὴν Πρώτη τάξη τῆς Ἀνωτέρας Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς, εἶναι ἀκόμα μὲ τὰ χλωρὰ τὰ τῆς νεότητας δῶρα στὰ χέρια. Μὲ τὸν ἐνθουσιασμὸ δηλαδὴ ποὺ γεννᾶνε, καὶ δικαίως τῷ λόγῳ, αὐτὲς οἱ ἀτέλειωτες ὧρες στὸν Ἔγκλειστο βίο ποὺ τότε διήγαμε. (Ἐκεῖνες τὶς μέρες, λοιπόν, εἶχε πρωτοκυκλοφορηθεῖ ἀπό τὶς φωτεινὲς καὶ ἔντιμες "Ἐκδόσεις τῶν Φίλων" ἡ προσφιλὴς καὶ πάντα κορυφαία ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ καθ. Π. Β. Πάσχου, τοῦ τόσα πολλὰ κομίζοντος στὸν ἐν λόγω φιλόκαλο ἐκδοτικὸ οἶκο. Ἐκεῖ, λοιπὸν, μέσω τοῦ ἱεροσπουδαστῆ ἀνηψιοῦ τοῦ ποιητῆ, τοῦ Κώστα τοῦ Βατάλη, πῆρα στὰ χέρια μου καὶ μελέτησα μὲ προσοχὴ ἐκεῖνα τὰ ζωντανὰ ποιήματα, ὅπου ἀκονίζεται, ὄχι μονάχα ὁ νοῦς ἀλλὰ καὶ οἱ πλεον εὐαίσθητες τῆς ψυχῆς μας χορδές).

Μέρες τοῦ φθινοπώρου ποὺ γράφονται αὐτὲς οἱ γραμμές. Μέρες δηλαδὴ ποὺ προετοιμάζεται τὸ μεγάλο τῆς Ἐκκλησίας χωράφι, ὕστερ᾿ ἀπό τὴ χαλαρότητα καὶ τὴν πανευλόγητο περίοδο τοῦ Θέρους, μὲ κορυφαῖα τὴ Γιορτὴ τοῦ Θερινοῦ τοῦ Πάσχα, δηλαδὴ τοῦ Δεκαπενταύγουστου.

Καὶ παρατίθεται ἡ φωτογραφία αὐτὴ γιὰ νὰ ἑρμηνεύσει μὲ τὸν τρόπο της, ὅτι οἱ εἰκονιζόμενοι, ἄλλος λίγο, ἄλλος περισσότερο προσπάθησαν καὶ προσπαθοῦν νὰ μένει καλλιεργημένο τὸ χωράφι. Ἀπό τὸν Μακαριώτατο Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας, ποὺ εἰκονίζεται πρῶτος ἀπό δεξιὰ, ὅπως κοιτᾶμε τὴ φωτογραφιά, μέχρι τὸν γόνο τῆς ἁγιοφόρου νήσου Ζακύνθου, τὸν σεμνὸ, ἄκακο καὶ πρᾶο μοναχὸ π. Δανιὴλ (Στρούζα) Ἁγιαννανίτη σήμερα, ποὺ εἰκονίζεται στὸ μέσον τῆς φωτογραφίας, μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια. Οἱ ὑπόλοιποι εἰκονιζόμενοι εἶναι: π. Νικόλαος Δελληγιάννης (ἐφημέριος στὴν Ἰστιαία Χαλκίδος) π. Παΐσιος Ναυπλιώτης (Ι. Μ. Θηβῶν), Αἰμιλιανὸς Αὐγούστης, Θεολόγος, ὁ ὑποφαινόμενος, ὁ π. Δανιὴλ Στρούζας, π. Γεώργιος Φειδόπουλος (Ι. Μ. Γλυφάδος), π. Πολύβιος Μίλλης (Αἴγιο), π. Γεώργιος Θεολογίτης (Ι. Μ. Ἀμοργοῦ), π. Σπυρίδων Κόρκος ( Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀμερικῆς) καὶ ὁ Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας κ. Θεόδωρος.

Παρῆλθε μισὸς περίπου αἰῶνας ἀπό τότε. Καὶ καθὼς κοιτῶ τὰ πρόσωπα ἕνα-ἔνα, νομίζω ὅτι θὰ τὰ ξανακούσω στὸ ψαλτήρι, στὴν παράδοση τοῦ μαθήματος, στοὺς περιπάτους καὶ τὶς συζητήσεις στὸν κῆπο τῆς Σχολῆς, ἀλλὰ καὶ στὸ θάλαμο, νὰ λέμε τὴν καληνύχτα μετὰ τὸ λιτὸ ἀπόδειπνο...

παπα-Κων. Ν. Καλλιανός, Σκόπελος

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Γιώργου Λέκκα: ΤΡΙΑ ΜΙΚΡΑ (ΚΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ) ΠΟΙΗΜΑΤΑ


1

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
RUPERT BROOKE (1887-1915)

Σ’ ἀνέβασε ἀπ’ τὴ θάλασσα ἡ ψυχή μου
κι ἀπόθεσε ἐδῶ τὸ ἄψυχο ποιητικό σου σῶμα
κι ὕστερα ἔβαλε νὰ φρουροῦν τὸν ἥσυχό σου ὕπνο
ἐλιὲς καὶ θάμνους σκύλους ἀπὸ τὴν πατρίδα
ποὺ σὲ υἱοθέτησε μὲ τὴ δεύτερη
- τὴν ὁριστικὴ πιά – γέννησή σου
κι ἔτσι σὲ τρεῖς χιλιάδες χρόνια ἀπὸ τώρα
θἄσαι κι ἐσὺ ἕνας ἀκόμα ἀρχαῖος ἕλληνας.
Πάντως ἐκεῖ ποὺ τώρα ἀναπαύεσαι εἶν’ ἡ πατρίδα
κι εἶναι γιὰ ὅλους μας κοινὸς ὁ οὐρανός της.

Τρεῖς Μποῦκες Σκύρου
31.8.11


2

ΜΝΗΣΘΗΤΙ

Κύριε, μνήσθητι πάντων ἡμῶν ἐν τῇ βασιλείᾳ σου∙
ὅσων θυμᾶμαι ἐπειδὴ ἀγαπῶ
κι αὐτῶν ποὺ δὲν τοὺς ἀγαπῶ ἀρκετὰ
ἀλλὰ κι αὐτῶν ἀκόμα ποὺ ἀγνοῶ
κι ὅμως θὰ ἤθελα τόσο πολὺ νὰ ἀγαπῶ
γιὰ νὰ μπορῶ κι αὐτοὺς νὰ τοὺς θυμᾶμαι.

2.9.11


3

ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΗΣ ΚΥΡΑ-ΝΙΤΣΑΣ

Ζωὴ σὰν καλοκαίρι
κάτω ἀπ’ τὴν κληματαριὰ
στὴν αὐλὴ τῆς κυρα-Νίτσας
ὅπου θὰ δυσκολευόμουνα
ἀκόμα καὶ νὰ μετακινηθῶ
λίγο δεξιὰ ἢ ἀριστερὰ
ἀπὸ τὸν φόβο νὰ μὴ χάσω
ἕνα ξαφνικὸ αἴσθημα παραδείσου.
Τελικά, ἡ πιὸ ὀδυνηρὴ συνέπεια
τῆς πτώσης εἶναι ποὺ ζεῖς τὴν Κόλαση
μὲς τὸν Παράδεισο.

Ἁι-Νικήτας Λευκάδας
18.7.11

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΜΑΥΡΟ ΚΟΥΣΤΟΥΜΙ (νέο διήγημα)

Ήμουν από τους πρώτους που ανταποκρίθηκα στο κάλεσμα. Δεν ξέρω τι απέγινε η φωτογραφία με τον Πρόεδρο. Την είχα σε περίοπτη θέση, τουλάχιστον μέχρι τον τσακωμό μου με την Βάσω. Εκεί πρέπει να χάθηκε... Λογικά πέταξε καταμεσής της λεωφόρου Συγγρού, μαζί με το τραπεζάκι για τον καφέ. Ευτυχώς δεν χτύπησε κανένα. Από ό,τι μου είπαν, όλα προσγειώθηκαν στον κάδο του Δήμου. Ήταν ώρα περισυλλογής και έτσι χάθηκε για πάντα. Υπήρχε και η προκήρυξη της Tρίτης του Σεπτέμβρη. Καδραρισμένη και μάλιστα συλλεκτική. Τελευταία, την είδα στο μπάνιο. Τραπεζάκι για ανάγνωση τις ώρες της ανακούφισης. Επάνω σε δύο κουτιά με απορρυπαντικό. Τι να πεις στα παιδιά; Δεν καταλαβαίνουν αξίες... Ίσως ήταν και η πρώτη που μοιράστηκε μετά την ιστορική ομιλία. Μου την είχε δώσει ο Κώστας. Σπουδαίο παιδί! Εκείνη την εποχή κολλούσε όλη την λεωφόρο με αφίσες. Δουλευταράς! Αργότερα έκανε άλματα, όπως και όλοι οι άλλοι. Έφτασε να διαχειρίζεται την ανάπτυξη της χώρας και μαζί με τον Άκη και κάμποσους άλλους να χτίζει την ανεξάρτητη, σοσιαλιστική και δημοκρατική Ελλάδα. Εποχές και αυτές!...

Από σπίτι σε σπίτι και από πορεία σε πορεία φτάσαμε στο όνειρο. Το είδα με τα μάτια μου. Χωρίς κόπο, μόνο υπηρετώντας την ελπίδα και κάποιο χαμόγελο στην ταυτότητα του κινήματος, διορίστηκα στον ΟΣΕ και έπαιρνα όσα και ο συναγωνιστής, που είχε δύο πτυχία. Φυσικά αυτό αποδείχθηκε πολύ αργότερα. Τότε, που ο Γιώργος αποφάσισε να διορθώσει τις αδικίες. Και καλά έκανε. Αυτό το λέω με πλήρη επίγνωση. Όχι όπως ο Γιάννης, που το παίζει φίλος και από πίσω μαζεύεται στις πλατείες. Άκου, πλατείες! Διαμαρτυρήθηκε δήθεν, μάλλον δροσίστηκε και καταμεσής του καλοκαιριού έφυγε για διακοπές. Γύρισε χτες. Με πήρε τηλέφωνο και μου το θύμισε. Το είχα ξεχάσει. Έβαλα λοιπόν τη Βάσω όλο το βράδυ και μαγείρευε. Τι άλλο να κάνω; Εδώ που φτάσαμε μόνο αυτό μας σώνει...

Έβγαλα το μαύρο κουστούμι από την ντουλάπα. Ήθελε λίγο σιδέρωμα. Το πάτησα και έπειτα κάθισα στην τηλεόραση να δω τις ειδήσεις. Μέτρα για την παιδεία, την υγεία, την πρόνοια, περικοπές και δάνεια τέλος. Χάρηκα. Ο αρχηγός της Αστυνομίας με χαμόγελο μίλησε για εκπλήξεις ανήμερα της Διεθνούς Εκθέσεως.

- Η εξέλιξη της κοινωνίας επιφέρει εξέλιξη και στα μέτρα καταστολής.

Τι όμορφα λόγια και τι αποφασιστικότητα! Επιτέλους έχουμε Κυβέρνηση! Μου θύμισε την επταετία και μου σηκώθηκε η τρίχα. Τίποτα άλλο δεν ορθωνόταν από το άγχος. Έπρεπε να γίνουν όλα τώρα και μάλιστα γρήγορα. Να σώσουμε την χώρα και να δείξουμε σε όλη την ανθρωπότητα το μεγαλείο της φυλής.

Άνοιξα το μπαούλο και πήρα το λάβαρο. Το ξεδίπλωσα και βγήκα στο μπαλκόνι. Ένας ήλιος κυμάτισε καταμεσής της νύχτας. Το αεράκι τον τίναζε με ρυθμό. Τραγούδησα χαμηλόφωνα τον ύμνο και ύστερα σηκώθηκα από τον καναπέ.

- Πάω προς νερού μου, απάντησα στη Βάσω, που ανησύχησε. Σπάνια σηκωνόμουν από την θέση μου. Έψαχνε το ρόδι, για να πάρει τα σπόρια του.

- Έβρασε το σιτάρι; ρώτησα στην επιστροφή.

- Έγινε! μου είπε και ξαναχάθηκε στην κουζίνα.

Τα παιδιά κοιμόνταν ήσυχα. Τα χάιδεψα και τους ψιθύρισα για το μέλλον... Ο μικρός έβηξε και γύρισε πλευρό. Δεν τους ξαναλέω τίποτα. Γύρισα στον δέκτη. Είχε αρχίσει ταινία. Παλιός ελληνικός κινηματογράφος. Τρελαίνομαι. Γέλια!... Κοίτα πώς ζούσαν!... Τρεις και εξήντα έπαιρναν και πείνα... Να και η αμαξοστοιχία για την Γερμανία. Κλάματα και Καζαντζίδης.

- Κλείσ’ το κι έλα να βοηθήσεις, φώναξε η γυναίκα μου.

Πήγα. Τελευταίες πινελιές, όλες δικές μου! Το κέντησα περίτεχνα! Έγραφε ΠΑ.ΣΟ.Κ. και είχε και την ημερομηνία γέννησης: 3 Σεπτεμβρίου!... Όλα έτοιμα. Είχε πια ξημερώσει. Ακούστηκε το τηλέφωνο.

-Στις έξι το απόγευμα στο Σύνταγμα, μου ανακοίνωσε ο Γιάννης. Α! και μην ξεχάσεις τα κόλλυβα…, μέρα που είναι!
Related Posts with Thumbnails