© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

Ο Λουμπαρδιάρης

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Ο Χριστιανισμός με την επικράτησή του θέλησε να δώσει την δικιά του θρησκευτική πίστη στην αρχή των τεσσάρων σημαντικών στιγμών του χρόνου, το ξεκίνημα της κάθε εποχής, να τις συνδυάσει με τα δικά του ιερά πρόσωπα και με τον τρόπο αυτό να εξαλείψει πανάρχαιες ειδωλολατρικές συνήθειες, οι οποίες, από φόβο περισσότερο στα φυσικά φαινόμενα και λιγότερο από πίστη, είχαν ριζώσει στο υποσυνείδητο των ανθρώπων. Έτσι, στην αρχή του Φθινόπωρου καθόρισε να γιορτάζεται η Σύλληψη του μεγαλύτερου Προφήτη, του Βαπτιστή Ιωάννη (23 Σεπτεμβρίου), συνδυάζοντάς την με την φθινοπωρινή ισημερία και στην εαρινή τοποθέτησε την αντίστοιχη γιορτή του ιδρυτή της, του Ιησού Χριστού, τον Ευαγγελισμό (25 Μαρτίου), δίνοντας στις βασικές αυτές τροπές του χρόνου την μορφή της σωτήριας υπόσχεσης. Τις γεννήσεις των ίδιων άγιων μορφών συνέδεσε με τα ηλιοστάσια. Στο μεν καλοκαιρινό αυτήν του Προδρόμου (24 Ιουνίου), στο δε χειμερινό τα Χριστούγεννα (25 Δεκεμβρίου), σαν επαλήθευση στο ταχθέν και σαν αρχή του καινούργιου.

Με την πάροδο του χρόνου, μάλιστα, και βλέποντας τον κόσμο να πιστεύει μεν στην νέα θρησκεία, αλλά συγχρόνως να κρατά τις παγανιστικές του συνήθειες, όπως η χαρακτηριστική γριά υπηρέτρια του νεαρού Κλείτου του Κωνσταντίνου Καβάφη, αναγκάστηκε να τις ενστερνιστεί και να τις προσαρμόσει στις διδασκαλίες της. Ιδίως το πρόβλημα υπήρχε με τις φωτιές, που άναβαν πάνω στη γη οι κάτοικοί της, θέλοντας να βοηθήσουν τον ήλιο να κινηθεί και πάλι, την περίοδο των δύο ηλιοστασίων και η ανάγκη της ζωής, τότε, όπως και τώρα, ξεπερνούσε και δόγματα και πιστεύω.

Ονόμασε, λοιπόν, «ήλιο της δικαιοσύνης» το νεογέννητο Χριστό και ανέχτηκε «δωδεκαμερίτες», που καίνε στο τζάκι και σκορπίζουν στις γωνίες του σπιτιού την στάχτη τους, φωτιές στις γειτονιές με γλέντι και ξεφάντωμα και τα δύο αναμμένα ξύλα στην εστία της δικής μας κουλούρας, το βράδυ της παραμονής της γιορτής, για ν’ αναφερθούμε σε λίγες μόνο, μα χαρακτηριστικές συνήθειες των ημερών της μεγάλης χειμωνιάτικης επετείου. Όσο για το θερινό ηλιοστάσιο έδωσε στην γέννηση του Ιωάννη του Προδρόμου πυρφόρα μορφή, αλλά και μαντικές ικανότητες. Έτσι ο Βαπτιστής και ισάγγελος της ερήμου έγινε «Κλύδωνας», «φωτιστής» και στο νησί μας «Λουμπαρδιάρης».

Σ’ αυτήν την τελευταία μεγάλη γιορτή, που σήμερα γιορτάζεται, θ’ αναφερθούμε στο κείμενό μας αυτό, δίνοντάς του εορταστικό κλίμα, σαν τον «Κοσμοκαλόγερο» των γραμμάτων μας, τον κυρ – Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, με τα επετειακά εκατόχρονα από τον θάνατό του.

Δεν θα κάνουμε συνολική αναφορά σε όλη την πλούσια λαογραφία τις ημέρας, με τις πολλές μορφές και την πολύμορφη έκφρασή της, αλλά θα σταθούμε σε μια παγκόσμια (του χριστιανικού κόσμου) συνήθεια, που τελευταία έχει εξασθενήσει, αν δεν έχει κοπεί τελείως και σχετίζεται με τις «φουγκαρίες» ή «φωτίες», που κάποτε άναβαν σ’ όλες ανεξαίρετα τις γειτονιές, της πόλης και των χωριών και του νησιού μας, δικαιολογώντας την επωνυμία «Λουμπαρδιάρης», την οποία ο λαός μας έδωσε στον παλιό, πριν από τον Άγιο Διονύσιο, Προστάτη της Ζακύνθου.

Σήμερα οι φωτιές αυτές είναι δυσθεώρητες – εγώ ακόμα συνεχίζω να τις ανάβω – και σπάνια θα τις δεις, όχι μόνο στο τουριστικό μας αστικό κέντρο, αλλά και στα πιο απόμακρα, διπλά σεισμόπληκτα, χωριά. Κάποτε, όμως, ήταν χαρακτηριστικό δείγμα της ημέρας και άναβαν παντού με τρόπο εθιμοτυπικό και θρησκευτική προσήλωση. Τις θυμάμαι ακόμα και στο κέντρο της Χώρας, την οδό Φωσκόλου, που μεγάλωσα.

Από μέρες μαζεύαμε τις «χερίες» από τα ρεβίθια που πουλούσαν οι πλανόδιοι μικροπωλητές και τις ξεραίναμε στην ήλιο για την περίπτωση. Παράλληλα μαζεύαμε από την γειτονιά όλα τα άχρηστα και εύφλεκτα αντικείμενα, που με χαρά ξεφορτώνονταν οι έμποροι και οι νοικοκυρές, και τα συγκεντρώναμε σε μια γωνιά, με μορφή ιεροτελεστίας.

Σαν βράδιαζε και έπεφτε το φως του ήλιου, που αυτήν την μέρα αργούσε περισσότερα από κάθε άλλη φορά, μαζεύονταν όλοι και ανάβαμε την φωτιά. Υπήρχε και συναγωνισμός για το ποια θα είναι μεγαλύτερη και το ποια θα κρατήσει περισσότερο.

Παίρναμε φόρα και πηδούσαμε από πάνω της, όχι μόνο τρεις φορές, όπως ήθελε η παράδοση, αλλά περισσότερες, για συναγωνισμό και διασκέδαση. Φέρναμε και καίγαμε και τα στεφάνια της Πρωτομαγιάς στις φλόγες της και οι γριές ό,τι είχε ξεραθεί στο εικονοστάσι και έτριβε, ρυπαίνοντας το χώρο. Κάποιες, μάλιστα, κοπέλες, οι λίγο μεγαλύτερες, έβαζαν στα κάρβουνα και μια αγκινάρα, θέλοντας να δουν αν θα παντρευτούν, εάν αυτή άνθιζε.

Η γιορτή τελείωνε αργά και το άλλο πρωί η μαύρη κηλίδα στην γωνία θύμιζε το γιορτάσι και υπογράμμιζε το Καλοκαίρι, που ουσιαστικά τότε άρχιζε.

Οι φωτιές αυτές απότομα σταμάτησαν, όχι γιατί από την 1η του Μάη τις απαγορεύει η Πυροσβεστική Υπηρεσία, αλλά επειδή εμείς δεν επιδιώκουμε πια την ζεστασιά και την θαλπωρή τους. Κάποιοι πολιτιστικοί Σύλλογοι προσπαθούν στημένα και ομαδικά να τις αναβιώσουν, μα αυτό είναι φαί ξαναζεσταμένο και προτηγανισμένο, σαν αυτά που προτιμάμε στις νυχτερινές μας εξόδους. Εξάλλου, δεν υπάρχει πια η γειτονιά με την παλιά της έννοια. Κι όμως οι φωτιές αυτές ήταν οι μόνες οικολογικές.

Σήμερα, το καλοκαίρι δεν τιμάμε το Πρόδρομο την μέρα της Γέννας του, αλλά καίμε τα δάση. Τσιμεντοποιούμε τα πάντα.

Να, γιατί πρέπει να φέρουμε ξανά στην ζωή μας τον «Λουμπαρδιάρη». Οι φλόγες της γιορτής του μπορεί και πάλι να δώσουν θαλπωρή στην φτώχεια μας.

Όσοι αύριο το βράδυ δεν τις ανάψετε, θα χάσετε. Οι λάμψεις τους απομακρύνουν κάθε κακό.

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

Άννας Τσουκαλά-Κουφού: ΙΔΙΩΝΥΜΟΝ (ποίημα)


Ιδιώνυμον αδίκημα
πράττεις καθημερινά
καθ' ομάδας και κατά μόνας.

Μα οι Ίσαυροι αδυνατούν
να βασιλεύσουν.
Βλέπεις είναι κι αυτοί
οι Εικονοκλάστες,
τι ουράνια καταιγίδα!!

Πάντα επικαλείσαι
τα πάτρια, όμως ποτέ
δεν σκέφθηκες την Ισαυρία!!

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑ (διήγημα)

Η Ευδοξία είναι μια καλοκάγαθη γερόντισσα, μάνα πολλών παιδιών κι εγγονιών, χήρα προ αμνημονεύτων. Έχοντας πλέον ησυχάσει από της φαμελιάς τις σκοτούρες, μεριμνά τώρα για τη σωτηρία της ψυχής της.

Εικονίσματα παντού: Στην κρεβατοκάμαρα, στη σάλα, στην κουζίνα. Ανάλογα πού βρίσκεται, στο κέντρο υπάρχει πάντα κυρίαρχο το ράδιο, συντονισμένο νύχτα-μέρα στον εκκλησιαστικό σταθμό που υπεραγαπά.

- Να ηξέρατε, μωρές γειτόνισσες, τι λέει ούλη την ημέρα το χρυσό του στόμα!... Μοναχά να ηξέρατε!!!

Δεν έχει σημασία τίνος ήτανε το στόμα το χρυσό, δεν ήξερε άλλωστε πρόσωπα και πράγματα, ήταν όμως χρυσό!

Σιγά-σιγά και καθώς αρχίσανε τα ποναράκια των ποδιών απ’ την οστεοπόρωση, η Ευδοξία έκοψε παντελώς τα πηγαινέλα και τ’ αγαπημένα της κοινωνίσματα στην εκκλησία του χωριού -καμιά διακοσαριά μόλις μέτρα από το σπιτικό της- και περιορίστηκε στους τέσσερις τοίχους του ράδιου. Το χρυσό του στόμα στη διαπασών, τόσο που να παραπονιούνται οι γείτονες. Όρθρος αχάραγος, εσπερινός, απόδειπνο ή και της νύχτας οι αγρυπνίες.

-Μία παράδεισο, σας λέω! Κρίμας, να μην ακούτε κι εσείς το ράδιο…, έλεγε στις γειτόνισσες, αν στη χάση και στη φέξη τις συναντούσε, ενώ πότιζε τα βασιλικά στην αυλή της.

Ένα ζεστό δειλινό, στο διάστημα του Δεκαπενταύγουστου, φτάνει ο παπάς της ενορίας για την Παράκληση της Παναγίας. Στον τόπο αυτόν, κατά το έθιμο, ο Εφημέριος επισκέπτεται όλα τα σπίτια, όπου ψάλλει ορισμένα τροπάρια από τον Παρακλητικό Κανόνα, δεόμενος για την κάθε φαμίλια. Η Ευδοξία ακούει ολοένα, πάντα στη διαπασών, την Παράκληση απ’ το χρυσό του στόμα!

Λιγάκι ενοχλημένη από το απρόοπτο, πλην όμως φιλόξενη και καλόκαρδη, καλωσορίζει τον παπά Σωτήρη, ξέροντας, ως καλή και παραδοσιακή χριστιανή, τι έπρεπε να κάμει.

- Ένα μινούτο, αφέντη μου, να ξανάψω το καντήλι τση Παρθένας, επειδής το λάδι εσώθηκε…

- Με την ησυχία σου, Κυρά μου, αποκρίνεται εκείνος, αλλά χαμήλωσε λιγουλάκι το ράδιο, για να καταλαβαινόμαστε, προσθέτει.

Η Ευδοξία, με γρήγορες κινήσεις, ξεχνώντας τα ποναράκια της οστεοπόρωσης, ετοιμάζει ευλαβικά το καντήλι, σκουπίζει τα λαδωμένα χέρια στα μαλλιά της κατά που τόχει συνήθειο, βάζει μια καρέκλα στο κέντρο του δωμάτιου, στρώνει στο κάθισμα ένα πανέμορφο σεμεδάκι από την προίκα της, τοποθετεί επάνω με συστολή το ράδιο, το χαμηλώνει αλλά δεν το σβήνει, μπροστά στο ράδιο βάζει με δέος το φροντισμένο καντήλι, επιβλέπει με μια γρήγορη ματιά τον χώρο και τον βλέπει εντάξει. Τώρα απευθύνεται στον εμβρόντητο παπά:

-Νάξερες, παπά Σωτήρη μου, τι λέει το χρυσό του στόμα!!! Μοναχά νάξερες!!!... Λέγε κι εσύ τώρα.

[Μπανάτο Ζακύνθου, 9 Ιουνίου 2011. Ζωγραφικό σχόλιο: Άρια Κομιανού]

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ (διήγημα)



Προσκυνητής στο Μοναστήρι του Προδρόμου στην Κεντρική Πελοπόννησο, ένα περιώνυμο κτίσμα κρεμασμένο πάνω από τον μυστηριώδη Λούσιο Ποταμό, όπου νήπιος ο Δίας μπανιαριζόταν.

Όντας εδώ, στην αετοφωλιά, επιθυμώ να εισπράξω όσο το δυνατόν περισσότερες εικόνες, ξεναγούμενος στη θρησκευτική τέχνη και την ιστορία του χώρου, όπου αφιερωμένοι αναχωρητές δαπανούν διαιώνια την κάθε ικμάδα του βίου τους. 

Η καλόκαρδη δοχή του Αρχοντάρη με οδηγεί παντού: Στον σπηλαιώδη ναό, στα παρεκκλήσια, στο αρχονταρίκι, στα πέτρινα πεζούλια, στα μπαλκόνια πάνω απ' το Ποτάμι… Λίγο πριν την αναχώρηση με προσκαλεί ν’ ανέβω μια μικρή απότομη ξύλινη σκάλα σ’ ένα άλλο επίπεδο, όπου υπάρχει μια πολύ χαμηλή πόρτα προς κάπου... Μού αναγγέλλει μάλιστα, με σαφές υπονοούμενο στη χροιά της φωνής:

- Είναι το δωμάτιο με τους Καθρέφτες!

Απορώ, μα δεν έχω τον χρόνο να πολυσκεφτώ, διότι σχεδόν μηχανικά έχω ήδη ανοίξει την πόρτα, αναμένοντας να δω τριγύρω μου Καθρέφτες.

Όμως να!... Τριγύρω μου ράφια, πάμπολλα ράφια, όπου, αντί για καθρέφτες και καθρεφτίσματα, συνωστίζονται κάρες, πολλές δεκάδες κάρες από λείψανα προαπελθόντων πατέρων και αδελφών της Μονής, οι περισσότερες των οποίων φέρουν στο μέτωπο γραμμένο τ’ όνομα του κεκοιμημένου. Αυτό είναι το δωμάτιο με τους Καθρέφτες, τους άλλου είδους Καθρέφτες!... Αντικρίζω τις κάρες κι βλέπω τον αύριο εαυτό μου. Ενώπιος ενωπίω μ’ εμένα!...

[Φωτογραφία π. Σεραφείμ Κονίδη από τα νησιά Στροφάδες, Νοέμβριος 2007]

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗ ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΗΣ (διήγημα)

Ανοίγει με αδημονία το λάπτοπ, επιστρέφοντας νωρίς σήμερα από το ημερήσιο κάτεργο, ημιαργία γαρ, παραμονή Πρωτοχρονιάς. Κάνει login στο λατρεμένο Facebook, ελπίζοντας να έχει νεότερα από την πολύτιμη και μοναδική φίλη της.

Ζωγραφική Άριας Κομιανού
 "Να, που το ίντερνετ", συλλογίζεται ικανοποιημένη, "μπορεί να σού χαρίσει αληθινές και πιστές φιλίες".

Έχει ελεύθερη πολλήν ώρα η Λετίτσια! Ο Γιώργος, ο λατρεμένος της, δεν θ' απαιτήσει μπελαλίδικο γεύμα, μια και το βράδυ είναι καλεσμένο το ευτυχές ζεύγος σε φιλικό ρεβεγιόν, οπότε...

Στρογγυλοκάθεται στον υπολογιστή και διαπιστώνει ευχαρίστως ότι υπάρχει όντως μήνυμα στο fb. Το αφήνει για λίγο αργότερα, ώστε να το ευχαριστηθεί περισσότερο, επιτείνοντας έτσι η ίδια τη γλυκιά αγωνία ενός εισερχόμενου. Αρχικά θερίζει στη φάρμα της ό,τι έσπειρε χθες βράδυ και μετά ανοίγει το μήνυμα. Η πιστή φίλη, με το ψευδώνυμο "Χαρούμενο Φθινόπωρο", ήταν εκεί: 

"Αγαπημένη μου Λετίτσια,

Τόσο καιρό επικοινωνούμε και τώρα μόλις παίρνω το θάρρος να σού ανοιχτώ. Είμαι εντελώς μόνη. Απελπιστικά μόνη... Όλοι νοιάζονται για τον εαυτό τους. Κανείς για μένα και για το τί αισθάνομαι. Έχω ένα σύζυγο, που ξοδεύεται και ξοδεύει για όλους, εκτός από μένα. Συνεχώς λέω και επαναλαμβάνω ένα στίχο που διάβασα πριν από καιρό: Όχι δεν είμαι λυπημένη, όχι δεν είμαι λυπημένη, όχι δεν είμαι λυπημένη... Όμως, γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε, είμαι λυπημένη πολύ. Βαθιά και αγιάτρευτα...

Τέλος πάντων και για να μη σε κουράζω, απόψε θα με κάμω delete. Υπάρχω, δε σημαίνει μόνο αγαπώ, αλλά και αγαπιέμαι. Το παραδέχομαι: Δεν αγαπιέμαι, δεν αγαπάω, άρα γιατί να υπάρχω; Καλύτερα να εξαφανισθώ.

'Ησουν η μόνη που εμπιστεύτηκα. Αντίο για πάντα. 'Ολα να πάνε καλά στη ζωή σου. Ευτυχές το Νέο Έτος!

Η φίλη σου
Χαρούμενο Φθινόπωρο"

Η Λετίτσια αισθάνεται ηλεκτρικό ρεύμα ώς τις μυχιέστερες φλέβες της ψυχής. 

"Την δυστυχισμένη...", σκέφτεται, καθώς νοιώθει να βρίσκεται σε αδιέξοδο πανικό. "Πώς να την βοηθήσω; Τι μπορώ να κάμω; Λες ν' αυτοκτονήσει; Ωω, Θεέ μου... Σε μια τέτοια μέρα γιορτής, τι κακό θα μάς εύρει;"

Ταυτόχρονα σηκώνεται να πιει ένα ποτήρι νερό, μήπως και συνέλθει, ενώ συλλογίζεται πόσο ευτυχής και χαρούμενη είναι η ίδια με την ασφαλή ζωή που βιώνει!

Ξανακάθεται στον υπολογιστή -πάντα βέβαια στο Facebook- αποσυνδέεται ως Λετίτσια και αμέσως, σχεδόν υπνωτισμένη, συνδέεται ως "Χαρούμενο Φθινόπωρο". Με ρομποτικές κινήσεις, οδηγείται στις ρυθμίσεις λογαριασμού και κάνει γρήγορα delete αυτόν τον εαυτό της, απαγγέλλοντας φωναχτά, για να τ' ακούει:

"Όχι δεν είμαι λυπημένη, όχι δεν είμαι λυπημένη, όχι δεν είμαι λυπημένη"...

(Μπανάτο Ζακύνθου, 31 Δεκεμβρίου 2011)

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΑΝΑΡΤΗΜΕΝΑ ΟΝΟΜΑΤΑ (διήγημα)

Αχάραγα Χριστούγεννα! Δεν κάνει κρύο, δε χιονίζει... Υγρός ο καιρός πάνω από τα επίκαιρα λαμπιόνια του χωριού. Η εκκλησία ολόφωτη, το ψηλό μας καμπαναρίο επίσης!

Η κυρά Μαρκέλα, χρόνια τώρα επιδέξιο της γειτονιάς πρακτορείο Ρόϊτερς, δεν θα πάει και φέτος στη χριστουγεννιάτικη λειτουργία... Όμως, καθώς βάρβαρα χτυπάει το ξυπνητήρι, σηκώνεται απ' το κρεβάτι γοργά,  βήχει και ξαναβήχει για να πάρει μπροστά, καθαρίζει τις τσίμπλες από τα μάτια, ρίχνει λίγο νερό στο κακόφημο πρόσωπό της και βγαίνει στον κοιμώμενο δρόμο. Περνάει μπροστά από την εκκλησία, όπου σε λίγο "Χριστός γεννάται", δεν κάνει τον σταυρό της, αλλά οδηγεί τα βήματά της -όπως κάθε χάραμα άλλωστε- στον στύλο της ΔΕΗ παρακεί, που γέμει από αγγελτήρια θανάτων διάφορων.

- Ποίος να πέθανε, άραγες, απόψε; σιγομουρμουρίζει.

Επισημαίνει λαίμαργα τα νεότερα ονόματα των αναρτημένων, προσπαθεί μάλιστα να τ' αποστηθίσει. Συγκρατεί  τις πιο ευαίσθητες ηλικίες κάποιων φευγάτων. Αναγνωρίζει τους οικείους και τους συγγενείς τους. Ξέρει απέξω ήδη όλα τ' αναγραφόμενα τηλέφωνα των γραφείων τελετών. Πρέπει, εξάλλου, να θυμάται καλά το πότε και το πού των κηδειών της ημέρας.

Επιστρέφει καθησυχασμένη -σχεδόν κεφάτη- στο σπίτι. Ο γέρος της κοιμάται ακόμα του καλού καιρού. Έχει να ετοιμάσει για τις φαμελιές των παιδιών της το επίσημο φαΐ για το γιόμα, χρονιάρα μέρα σήμερα!

(Μπανάτο Ζακύνθου, 25 Δεκεμβρίου 2010)

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: Ο ΑΠΟΜΑΧΟΣ (διήγημα)



Είναι κάποιες μικρές, άηχες ιστορίες, για τις οποίες ουδόλως ενδιαφέρεται η Ιστορία. Έχει άλλες συγκλονιστικότερες περιπτώσεις να καταγράψει.

Ο Τάσης υπήρξε μιαν ολόκληρη ζωή βοσκός. Όλα του τα χρόνια χαρακτηρίζονταν από την αγάπη και την καθημερινή μέριμνά του για τα ζωντανά του. Κατσίκες, κριάρια, προβατίνες, τραγιά, νεογέννητα κατσικάκια ή προβατάκια! Πώς θ' αποκτηθούν, θα τραφούν, θα συνευρεθούν, θα γεννήσουν, θ' αρμεχτούν, θα εκποιηθούν. Και πάλι αποξαρχής. Έκθετος στους αέρηδες, στη βροχή, στους καύσωνες, στις εναλλαγές τόσων και τόσων εποχών, έμαθε απέξω κι ανακατωτά την διάλεκτο της Γαίας, της Χλωρίδας και της Πανίδας του περιβάλλοντος, του οποίου υπήρξε γέννημα, θρέμμα και ξόδεμα.

Τα γνωστά τσαλίμια του Χρόνου τον έφεραν εκτός της κορυφαίας (γι' αυτόν) ασχολίας, που νοηματοδοτούσε πατόκορφα την ύπαρξή του... Αρρώστειες, γεράματα, χίλια δύο προβλήματα. Απόμαχο, λοιπόν, τον συναντώ κάθε απόγευμα να πηγαινοέρχεται στα δρομάκια των λιοστασιών, ενώ ανταλλάσσουμε εγκάρδιο χαιρετισμό. Σχεδόν πάντα στο ίδιο σημείο. Πρώτη-δεύτερη φορά δεν έδωσα σημασία. Κάποια στιγμή όμως απορώ για το καθημερινό, πολύ συγκεκριμένο δρομολόγιό του. Κι εκείνος, με απλότητα μικρού παιδιού, μού αποκαλύπτει τον ουσιαστικό λόγο της βόλτας του:

- Εδώ παραδίπλα είναι το μαντρί του κουμπάρου μου του Νιόνιου, με πληροφορεί. Και συνεχίζει: Κάθε απόγιομα, μόλις μαζευτούνε από τη βοσκή τα ζωντανά του, έρχουμαι και ο ίδιος, να τα θαγμάσω για λίγη ώρα και να τα καμαρώσω, έστω και από μακρία!!!...

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Στυλιανού Σταυράκη (απόδ.): Αποτομή αγίου Χαραλάμπη, δεύτερο μισό 18ου αιώνα

Πρωτοδημοσιευόμενη εργασία του Δρ ΓΙΑΝΝΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

Διαστάσεις της ζωγραφισμένης επιφάνειας: 22,8x16 x17 εκ.
Toronto. The Royal Ontario Museum, ROM 948. I. 107.




Εικ. 1. Στυλιανού Σταυράκη (αποδ.): Αποτομή αγ. Χαραλάμπη, 18ος αιώνας. / Φωτογραφία του Royal Ontario Museum.

Προέλευση: Ζακυνθος• τα εικονογραφικά στοιχεία του κιβωτιδίου, όπως η αποτομή του αγίου Χαραλάμπη, ο ναός του, αλλά και η χρηστική λειτουργία του κιβωτιδίου ελεημοσύνης, συνηγορούν υπέρ της προελεύσεώς του από τη Ζάκυνθο.

Βιβλιογραφία: G. Galavaris, The icon in the life of the church, Leiden 1981, 34-35, πίν. XXVI, C και Γ. Ρηγόπουλος, Φλαμανδικές επιδράσεις στη μεταβυζαντινή ζωγραφική. Προβλήματα πολιτιστικού συγκρητισμού, Αθήνα 1998, 67-68.


Περιγραφή και εικονογραφική ανάλυση

Στην πλατιά πλευρά του κιβωτιδίου εικονίζεται γονυπετής ο ιερομάρτυρας Χαραλάμπης σε δέηση προς το Χριστό που παριστάνεται στα σύννεφα. Φορεί μόνο περίζωμα. Πίσω από τον ιερομάρτυρα ο δήμιος κρατεί ξίφος βγαλμένο από το θηκάρι. Ο αυτοκράτορας Σεβήρος επί της βασιλείας του οποίου (193-211) μαρτύρησε ο ιερομάρτυρας και πλησίον η κόρη του Γαλήνη σχεδιάζονται πίσω από το δήμιο, μαζί με την ακολουθία του. Ναό με δίρρηχτη στέγη βλέπουμε στο αριστερό μέρος της παράστασης, ενώ δεξιά αναπτύσσεται σειρά κτηρίων.

Στο έδαφος μπροστά από τον άγιο γράφεται σε χαρτί, που αναδιπλώνεται στα άκρα, η εξής δεητική επιγραφή:

Κύριε φύλαττε τοὺς ἐπιτε
λοῦντας μοι τὸ μνημόσυνον.

Ελεύθερη απόδοση: Κύριε, προστάτευε αυτούς που πραγματοποιούν το μνημόσυνο προς χάρη μου.

Ο δεόμενος είναι κατά την άποψη του Γαλάβαρη (βλ. βιβλιογραφία) και ο αφιερωτής του κιβωτιδίου εράνων• δηλαδή ο χρηματοδότης της κατασκευής και της ζωγραφικής του. Με ποιον τρόπο τον μνημονεύουν (τον δεόμενο); Πιθανόν με την ελεημοσύνη τους που βάζουν στο κιβωτίδιο.

Αλλά ποια η λειτουργική σχέση της επιγραφής με τη σκηνή της αποτομής του αγίου Χαραλάμπη; Και γιατί απευθύνει τη δέηση στο Χριστό και όχι στον άγιο; Και ακόμη, γιατί δεν απεικονίστηκε ο ίδιος ο δεόμενος, όπως συνήθως συμβαίνει; Σε εικόνα με την αποτομή του Προδρόμου αποκείμενη στο Ίδρυμα του Σπύρ. Λοβέρδου, υπάρχει και ο δεόμενος και η δεητική αφιερωτική επιγραφή (Γ. Ρηγόπουλος, Φλαμανδικές επιδράσεις στη μεταβυζαντινή ζωγραφική, Αθήναι 2006, τ. Β΄, 199-200, εικ. 391).

Σε εικόνα του Νικολάου Καλέργη με τον άγιο Χαραλάμπη και σκηνές βίου εικονίζεται δεόμενος στη σκηνή της αποτομής του αγίου, αλλά χωρίς δεητική επιγραφή (Α. Αχειμάστου-Ποταμιάνου, Εικόνες της Ζακύνθου, Αθήνα 1997, αρ. 59, εικόνα στη σελ. 205). Στο κιβωτίδιο η δεητική επιγραφή αντικαθιστά τον δεόμενο.

Ο Γαλάβαρης δε γνώριζε τη σχέση του κιβωτιδίου με το ναό του Αγίου Χαραλάμπη, στην πόλη της Ζακύνθου, στο Ποτάμι, χρονολογεί όμως ορθά, κατά την άποψή μας, την κατασκευή και τη ζωγραφική του κιβωτιδίου στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα. Ούτε συσχέτισε ο Γαλάβαρης το κιβωτίδιο με πληροφορία που μας δίνει ο κώδικας του ναού σύμφωνα με την οποία «Τῇ 30 Μαΐου ἐδόθησαν εἰς τὸν Στέλιον Σταυράκην ποὺ ἐζωγράφισε 10 κασέτες ποὺ τὲς ἔδωκαν εἰς τὲς βάρκες διὰ νὰ μαζώνουν ἐλεημοσύνην ρ. 1.20» (Ντ. Κονόμος, Εκκλησίες και μοναστήρια, Αθήνα 1967, 183).

Αν πράγματι το κιβωτίδιο που παρουσίασε ο Γαλάβαρης είναι από αυτά, τις «κασέτες» που ζωγράφισε ο Στυλιανός Σταυράκης, τότε δε φιλοτεχνήθηκε το 1729, όπως θέλουν οι Χατζηδάκης-Δρακοπούλου 1997, 376, αλλά αργότερα, στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, όπως γράφει ο Γαλάβαρης (ό.π.).

Το 1728 και 1729 εργάστηκε στο ναό του Αγίου Χαραλάμπη ο Κωλομαρίνος, πιθανόν και άλλοι (Κονόμος, ό.π.). Ζωγραφική δραστηριότητα του Στυλ. Σταυράκη από το 1929 ως το 1786, έτος θανάτου του, δεν ενισχύεται από σχετικές πληροφορίες• η παλαιότερη γνωστή εικόνα του χρονολογείται το 1755 (Ρηγόπουλος 1998, 61).

Με βάση ποιο πρότυπο ζωγράφισε ο Στυλ. Σταυράκης στο κιβωτίδιο την αποτομή του αγίου Χαραλάμπη; Συναφής είναι και η απορία η σχετική με την εικονογράφηση των εν λόγω κιβωτιδίων. Όλα τα κιβωτίδια εράνων που έγιναν με την οικονομική ενίσχυση του ναού του Αγίου Χαραλάμπη στο Ποτάμι, «εις τες βάρκες» είχαν ως μοναδικό θέμα την αποτομή του αγίου; Ή εικονογραφήθηκαν και με άλλα θέματα από το βίο του, όπως μ’ εκείνο της εξολόθρευσης της πανούκλας;

Με το θέμα αυτό δημοσίευσα κιβωτίδιο που βρίσκεται στο ναό του Αγίου Χαραλάμπη στο Ποτάμι (Γ. Ρηγόπουλος, Εικόνες της Ζακύνθου, Αθήνα 2006, τ. Β΄, εικ. 209). Βλέπε και εικόνα του αγίου Χαραλάμπη στην οποία παριστάνεται ο άγιος να εξολοθρεύει την πανούκλα στον ομώνυμη εκκλησία της πόλης της Ζακύνθου• η εικόνα αυτή, που αποδίδεται στο Στυλιανό Σταυράκη και χρονολογείται γύρω στα 1732 (εικ. 2-3) (Κονόμος 1967, 181, 183), θα γίνει αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης καθώς και η αργυρόγλυπτη επένδυση που φιλοτέχνησε ο Τζουάνες Μαργαρώνης (αυτόθι και του ίδιου, Τέχνης Οδύσσεια, τχ. Β΄, Αθήνα 1989, 78).


Εικ. 2. Στυλιανού Σταυράκη (απόδ.): Ο άγιος Χαραλάμπης εξολοθρεύει την πανούκλα, γύρω στα 1732 (;). Ναός Αγίου Χαραλάμπη στην πόλη της Ζακύνθου.


Εικ. 3. Λεπτομέρεια της εικόνας 2.

Σχετικά τώρα με το πρότυπο του Στυλιανού Σταυράκη, που χρησιμοποίησε για την ιστόρηση της αποτομής του αγίου Χαραλάμπη στο κιβωτίδιο, νομίζουμε ότι εργάστηκε έχοντας ως παράδειγμα την ανάλογη σκηνή σε εικόνα του αγίου Χαραλάμπη με σκηνές βίου που ζωγράφισε ο Νικόλαος Καλέργης το 1728 (Αχειμάστου-Ποταμιάνου 1997, αρ. 59, η εικόνα στη σελ. 205). Ο Στυλ. Σταυράκης ακολουθεί το συνθετικό σχήμα της εικόνας του Ν. Καλέργη (ό.π.). Διαφορά συνιστά η παρουσία δεομένου στο χώρο της δράσης του επεισοδίου, αλλά και η απουσία της εκκλησίας του Αγίου Χαραλάμπη, που συνήθως αποτελεί συνάρτηση της σκηνής της αποτομής αλλά και της εξολόθρευσης της πανούκλας.

Η αποτομή του αγίου Χαραλάμπη ζωγραφισμένη σε κιβωτίδιο ελεημοσύνης εγκαινιάζει ένα άλλο μέσο παρουσίασης της εικόνας και έναν άλλο τρόπο προσληπτικής διαδικασίας από μέρους του παρατηρητή. Αυτός βλέπει την αποτομή όχι σαν σκηνή βιογραφικής εικόνας του αγίου Χαραλάμπη, όχι στο χώρο της εκκλησίας, ενταγμένης στο τέμπλο ως δεσποτική ή ως προσκυνηματική τοποθετημένη στο προσκυνητάρι• δηλαδή μέσα στο εικονογραφικό και εικονολογικό περιβάλλον, στα θεολογικά του συμφραζόμενα και στο πλέγμα των σχέσεων που δημιουργούν ο συνταγματικός και παραδειγματικός άξονας στον ιερό χώρο. Αλλά βλέπει την αποτομή σ’ έναν ανοίκειο τόπο, σ’ ένα βέβηλο χώρο (profane), «εις τες βάρκες», στο Ποτάμι που γειτνιάζει με το ναό του Αγίου Χαραλάμπη αλλά σ’ ένα χώρο που τον καθαγιάζει η παρουσία του αγίου απεικονισμένη στο κιβωτίδιο.

Τι συμβαίνει όμως, όταν το context αυτό διαλύεται; όταν δηλαδή το ιερό σκεύος, το κιβωτίδιο, γίνεται μουσειακό αντικείμενο, όπως συμβαίνει με το κιβωτίδιο που εκτίθεται στο Royal Ontario Museum (βλ. βιβλιογραφία, ό.π.) στο Toronto;

Όταν δηλαδή χάνεται η λατρευτική αξία του αντικειμένου και προβάλλεται η εκθετική του αξία; Για τη σημασία των εννοιών λατρευτική αξία (Kultwert) και εκθετική αξία (Austellungswert) βλέπε το δοκίμιο του Walter Benzamin, Das Kunstwerk im Zeitalter seiner technischen Reproduzierbarkeit, εκδ. Suhrkamp, Frankfurt am Main 1977. Βλ. και την ελληνική μετάφραση: Walter Benjamin, Δοκίμια για την τέχνη, εκδ. Κάλβος, Αθήνα 1978. Για άλλη, νεότερη, βιβλιογραφία και για τις εν λόγω έννοιες και για άλλες σχετικές, όπως η αύρα βλ. Γιάννη Ρηγόπουλου, Κείμενο και εικόνα. Όρια και δυνατότητες της σύγκρισης, Αθήνα 2009, τ΄, Β΄, σ. 117).

Συγχρόνως με την απώλεια της λατρευτικής αξίας και της αύρας του έργου, του εδώ και του τώρα, της γνησιότητάς του, χάνεται και ο τόπος στον οποίο ενεργοποιούνται οι λειτουργίες του μέσου, εδώ του κιβωτιδίου, αλλά και η εικόνα του τόπου γίνεται εικόνα του μη-τόπου• μια τέτοια εικόνα του μη-τόπου δεν μπορεί να είναι τόπος μνήμης εικόνων• τόπος συντήρησης εικόνων και ό,τι συναρτάται με αυτή τη διαδικασία. Συνέπεια της μεταποίησης του τόπου σε εικόνα του μη-τόπου είναι και η αλλαγή του ρόλου του σώματος του παρατηρητή από τόπο συντήρησης της συλλογικής μνήμης εικόνων σε αδιάφορο και αμήχανο παρατηρητή ενός μέσου, του κιβωτιδίου στο οποίο δε βρίσκει να διατηρείται και να εμπεριέχεται ό,τι είχε εκταμιεύσει από το παρελθόν. Όλες αυτές οι μεταβολές και οι μεταποιήσεις προκλήθηκαν από την απόσπαση του μέσου, του κιβωτιδίου, από τις στενότερες και ευρύτερες συνθήκες του.

Γίνεται εδώ προσπάθεια για μια ανθρωπολογική εξέταση της εικόνας• προσπάθεια που δεν έχει δοκιμαστεί, από ό,τι γνωρίζω, από τους ερευνητές της μεταβυζαντινής τέχνης. Αντίθετα, η εξέταση της εικόνας ως ανθρωπολογικού φαινομένου από χρόνια εφαρμόζεται από ανθρωπολόγους. Περιορίζομαι για τις ανάγκες του κειμένου αυτού να αναφέρω το βιβλίο του Hans Belting, Pour une anthropologie des images, Gallimard, Paris 2004. Στάθηκε ιδιαίτερα χρήσιμο για το κείμενό μας το κεφάλαιο ΙΙ. Le lieu des images. Un essai anthropologique, αυτόθι, σ. 77-110 και η βιβλιογραφία που χρησιμοποίησε ο Belting για την εκπόνηση του κεφαλαίου αυτού, εν πολλοίς άγνωστη στον γράφοντα. Μου ήταν όμως οικείο από χρόνια το βιβλίο του Régis Debray, Vie et mort de l’image. Une histoire du regard en Occident, Gallimard, Paris 1991, το οποίο μνημονεύει ο Belting (ό.π. 10)• αργότερα ανέγνωσα το βιβλίο του Marc Augé, Non-Lieux. Introduction à une anthropologie de la surmodernité, Paris 1992, το οποίο χρησιμοποιήθηκε πολύ από τον Belting.

Τελειώνοντας τη σύντομη αυτή εξέταση του κιβωτιδίου θα ήθελα να προσθέσω και τα εξής: Το κιβωτίδιο αυτό δεν είναι εικόνα ex voto που συνδέεται με τη σωτηρία του δεομένου και αφιερωτή από ασθένεια ή από άλλο συμβάν, ατύχημα, πτώση, φωτιά, ναυάγιο, κ.ά. Πρόκειται για δέηση του δεομένου προς το Χριστό να προστατεύει αυτούς που τον μνημονεύουν. Είναι πολύτιμο ντοκουμέντο για τη δήλωση της λαϊκής ευσέβειας και της κοινωνικής συναντίληψης. Δεν είναι αισθητικό αντικείμενο για να τέρψει την όραση. Είναι προϊόν ανάγκης και έχει χρηστική λειτουργία• είναι για τη χρεία του ατόμου και της κοινότητας.


* Το σημείωμα αυτό συμπληρώνει προηγούμενη μελέτη μου (βλ. εδώ βιβλιογραφία), στην οποία δεν είχε γίνει λόγος για τη δεητική επιγραφή.

Πέμπτη 16 Ιουνίου 2011

Καλό καλοκαίρι!

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης
 
Κόκκινες υπογραμμίσεις, κόκκινες διαγραφές των λανθασμένων απαντήσεων, κόκκινοι αριθμοί και υπογραφές πάνω και κάτω από τα μπλε γράμματα…. Ανάμεικτα τα αισθήματα μαθητών και διορθωτών, ανάλογα με τις επιδόσεις τους, βασανιστική πολλές φορές και η αυτοκριτική για τη βαθμολογία, την επιείκεια ή την αυστηρότητα, το μόχθο ή τη μειωμένη προσπάθεια για να επιτευχθούν οι στόχοι. Τα σχολεία κλείνουν για τις καλοκαιρινές διακοπές, ορισμένα κλείνουν για πάντα, συγχωνεύονται ή καταργούνται, μέσα στη δίνη τού κάκιστου προγραμματισμού και της κρατικής φτώχιας. Οι ευχές για «καλό καλοκαίρι» δεν ηχούν καθάριες στον κόσμο των μεγάλων, τα πράγματα έχουν αλλάξει, η αβεβαιότητα κι ο φόβος πνίγουν τη χαρά της ζεσταμένης άμμου και της δροσερής γαλάζιας αγκαλιάς.

«Καλό καλοκαίρι» από καμιά τριανταριά μαθητούδια του νηπιαγωγείου της Λιθακιάς, με την ένταση της αθωότητας, τον ενθουσιασμό και τον αυθορμητισμό της ηλικίας, αντήχησε μέχρι τον κακόπαθο Λαγανά, ίσως και μέχρι το καμπαναριό τ’ Αγίου Διονυσίου, που πρόβαλε τη μακρινή κορμοστασιά του. Ένιωσα πως άλλαξαν όλα μέσα μου, χάθηκαν τα μολυβένια σύννεφα, που δυσκολεύουν την ανάσα της χαρούμενης ζωής…

-«Νουνέ μου, θα ’ρθεις να μ’ ακούσεις αύριο στις εξίμισι που θα πω το ποιηματάκι μου, θα το πεις και στη νουνά μου να ’ρθει κι αυτή;»

Όλες οι αντιστάσεις κάμπτονται στις παιδικές ναζιάρικες εκκλήσεις… Το νηπιαγωγείο έλαμπε γιορτινό για τον θερινό αποχαιρετισμό του. Πολύχρωμες ζωγραφιές και χειροτεχνίες στους τοίχους και στις επιφάνειες, στα μεγάλα διάφανα παράθυρα, στα αναμνηστικά και τους φακέλους που πήραν μαζί τους στο τέλος της γιορτής με τις δημιουργίες της χρονιάς. Διαφορετικά χρώματα σε κάθε αίθουσα και διάδρομο, γραφείο ή εργαστήρι σαν τη διαφορετικότητα των λιλιπούτειων που έπαιξαν τους ρόλους στη νηπιακή τους δημόσια θεατρική παράσταση. Κοκκινοσκουφίτσες, κυνηγοί και λύκοι, μελισσούλες και πεταλουδίτσες μαζί με τους σκαντζόχοιρους και τα δενδράκια γέμισαν το πάλκο με χορευτικές φιγούρες και τις γλυκύτατες φωνούλες τους, άλλες σιγανές και ντροπαλές κι άλλες δυνατές και θαρραλέες. Έκαναν τους παππούδες και τις γιαγιάδες, τις μανάδες και τους μπαμπάδες να ξεχειλίσουν από το αστείρευτο χειροκρότημα της αγάπης. Έλαμπαν όλοι από τη χαρά της ελπίδας που αναδίδει η νιότη σαν το άρωμα της ζακυνθινής γραντούκας και βαπτίστηκαν στα νάματα του ονείρου που κτίζει καθένας για το παιδί του.

Κατόπτριζαν και οι λευκοί σταυροί τις ακτίνες της δύσης στο παρακείμενο κοιμητήριο του χωριού. Λες και λεύκαναν απόψε στο μουσικό άκουσμα της νιότης. Έτσι ανασταίνονται οι νεκροί, στις χορδές των γόνων που αναγεννά η φύση, στην καλλιέργεια και τη μόρφωση των μικρών παιδιών που φαίνεται πως θα φτιάξουν καλύτερο τον κόσμο… Ο Γιώργος, ο Νικόλας, ο Νιόνιος, η Διονυσία, η Κωνσταντίνα, η Ιμπέρια κοιμούνται, αλλά και τραγουδούν συνάμα δίπλα-δίπλα στους τάφους και στο μικρό σχολειό…

Θέλουν κόπο και φροντίδα τα βλαστάρια, για ν’ ανθήσουν και να καρπίσουν. Σαν τα κλήματα θέλουν τον καλλιεργητή τους. Μια παλιότερη συγκινητική έκθεση από μαθητή του δημοτικού διάλεξε η διευθύντρια, για να κλείσει το χαρούμενο δειλινό: «Τι να ζητήσω απ’ το Θεό» ήταν το θέμα της ανάπτυξης:

«Θεέ μου, απόψε σου ζητάω κάτι που θέλω πάρα πολύ. Θέλω να με κάνεις τηλεόραση, θέλω να πάρω τη θέση της τηλεόρασης που είναι στο σπίτι μου. Να έχω το δικό μου χώρο, να έχω την οικογένειά μου γύρω μου. Να με παίρνουν στα σοβαρά όταν μιλάω. Θέλω να είμαι το κέντρο της προσοχής και να με ακούνε οι άλλοι χωρίς διακοπές ή ερωτήσεις. Θέλω να έχω την ίδια φροντίδα που έχει η τηλεόραση όταν δε λειτουργεί. Όταν γίνω τηλεόραση, θα έχω την παρέα του πατέρα μου, όταν γυρίζει από τη δουλειά, ακόμα κι αν είναι κουρασμένος. Και θέλω τη μαμά μου να με θέλει όταν είναι λυπημένη και στενοχωρημένη, αντί να με αγνοεί. Θέλω τ’ αδέλφια μου να μαλώνουν για το ποιος θα περνάει περισσότερες ώρες μαζί μου. Θέλω να νιώθω ότι η οικογένειά μου αφήνει τα πάντα στην άκρη, για να περάσει λίγες ώρες με μένα. Και το τελευταίο, κάνε με έτσι ώστε να τους κάνω όλους χαρούμενους κι ευτυχισμένους. Θεέ μου, δε ζητάω πολλά. Θέλω να γίνω μια τηλεόραση!»

Κι ύστερα, η ανεπανάληπτη ομαδική παιδική ευχή «Καλό καλοκαίρι», η αστείρευτη αναβρυτική πηγή της ελπίδας, που θα μας κρατήσει δροσερούς στους βασανιστικούς καύσωνες του καλοκαιριού. Καλό καλοκαίρι στον μικροεπιχειρηματία που θα έχει τις λιγότερες απώλειες, σ’ εκείνον που θα μείνει άνεργος και δε θα καταντήσει επαίτης με ανοιχτή την παλάμη. Καλό καλοκαίρι για τον μισθωτό και τον συνταξιούχο, που θα μειωθούν οι απολαβές τους, αλλά θα μπορέσουν ν’ αρκεστούν στις μικροχαρές της ζωής. Καλό καλοκαίρι για τον πολίτη που αντιστέκεται και πολεμά το θράσος της εξουσίας, ντόπιας και ξένης, οικονομικής και πολιτικής, βοηθά και συμπαραστέκεται στον φτωχό και τον ανήμπορο διπλανό του. Καλό καλοκαίρι για τον γονιό που θα κάνει διακοπές μαζί με τα παιδιά του και θα τ’ αγκαλιάσει περισσότερο από τις οθόνες και τα λεφτά του. Καλό καλοκαίρι στον άνθρωπο που ξέρει να υπομένει τη δυσκολία και μπορεί να καρτερεί καλύτερους δρομοδείκτες. Καλό καλοκαίρι στους αρρώστους, που εκλιπαρούν τον χρόνο της γιατρειάς… Καλό καλοκαίρι για τους μαθητές στους ανέμελους μήνες του παιχνιδιού και της ξεγνοιασιάς. Καλό καλοκαίρι στους δασκάλους για τον χρόνο της ξεκούρασης και προετοιμασίας της επόμενης σχολικής χρονιάς.

«Καλό καλοκαίρι», καθένας μας κι ένας διαφορετικός αποδέκτης. Ας κρατήσουμε αυτή την παιδική ευχή βαθιά μες στην καρδιά μας και να την ανασύρουμε κάθε φορά που θα σκοτεινιάζουμε στο θερινό λιοπύρι, εκεί ας ταξιδεύουμε τις ώρες της περισυλλογής μας ...

Ζάκυνθος, 15-6-2011

"ΣΚΟΠΕΛΟΥ ΓΕΥΣΕΩΣ ΔΩΡΑ. Αιγαιοπελαγίτικες νοστιμιές γαρνιρισμένες με ιστορία και λαογραφία"

της ΜΑΡΙΑΣ ΔΕΛΗΤΣΙΚΟΥ-ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΥ
εκδ. ΛΥΚΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΔΩΝ ΒΟΛΟΥ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

Ποτέ δε θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι ένα βιβλίο με συνταγές μαγειρικής και ζαχαροπλαστικής θα ήταν τόσο συναρπαστικό. Η συγγραφέας όμως του βιβλίου «Σκοπέλου γεύσεως δώρα» Μαρία Δελήτσικου–Παπαχρίστου, καθηγήτρια φιλόλογος, έχει τον τρόπο, όπως έχει αποδείξει άλλωστε και από τα προηγούμενα βιβλία της, να φέρνει στα δικά της ανώτατα πνευματικά επίπεδα ό ,τι καταπιάνεται.

«Η Παραδοσιακή Γυναικεία Φορεσιά της Σκοπέλου», είναι το πρώτο της βιβλίο, υψηλής σύλληψης και αισθητικής που άφησε άριστες εντυπώσεις και έχει ήδη βρει τη θέση του στο Λαογραφικό Μουσείο καθώς και σε άλλα Μουσεία της χώρας μας. Στο δεύτερο βιβλίο της, το αφήγημα, «Στη Σκόπελο όπως στα πεύκα»- στον τίτλο υπάρχει δάνειο από το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ» - η συγγραφέας, με γνώση, τρυφερότητα και αγάπη αλλά και με το ήθος της γραφής της που είναι μοναδικό, αφηγείται μέσα από τις παιδικές της μνήμες, την ιστορία του νησιού, και την καθημερινή ζωή με ό, τι τη συνιστά: τον αγώνα επιβίωσης, τις χαρές, τις λύπες, τα ήθη και τα έθιμά τους, καθιστώντας το ένα ιστορικό ντοκουμέντο. Με φυλαγμένες μέσα μας ευλαβικά, τις πολύτιμες αυτές εντυπώσεις σκύψαμε πάνω στο νέο πόνημα της κυρίας Παπαχρίστου, «Σκοπέλου γεύσεως δώρα» των εκδόσεων ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ και ταξιδέψαμε στο Βόλο στις 8-6-2011 για να παραβρεθούμε στην παρουσίαση του βιβλίου που πραγματοποιήθηκε στη νεοκλασική αίθουσα της Εξωραϊστικής Λέσχης Βόλου με πρωτοβουλία του Λύκειο Ελληνίδων της ίδιας πόλης και άψογη διοργάνωση από την πλευρά του.

Πριν αναφερθούμε στην παρουσίαση, θα θέλαμε να παραθέσουμε ορισμένα αποσπάσματα, χαρακτηριστικά της ποιότητας του βιβλίου: «Σήμερα από τις παλιές καλλιάγριες [τα ελαιοτριβεία δηλ.] ούτε ίχνος δεν υπάρχει στο νησί. Μπουζούκια τώρα και στους ήχους του τσιφτετελιού λικνίσματα, εκεί που οι μυλόπετρες στριφογυρίζανε ατέλειωτα εικοσιτετράωρα ν’ αλέσουν το ζείδωρο καρπό προτού να γίνει λάδι….», «Γλύτωσε ένας μύλος, παροπλισμένος όμως, να μας θυμίζει την παλιά εκείνη εποχή όπου έφταναν οι άνθρωποι εδώ ν’ αλέσουν το γέννημα του ιδρώτα και της γης [το στάρι δηλ.] κι ύστερα να το μπάσουν στο σπίτι τους να ζυμωθεί το ψωμί, ζωής ελπίδα των παιδιών τους…», «Το ψωμί, συνυφασμένο άμεσα με τη ζωή, θεωρήθηκε απ’ όλο τον κόσμο ιερό. Πίστευαν ως μεγάλο αμάρτημα το να πετάξουν έστω κι ένα ψίχουλο. Αν τύχαινε να πέσει ένα κομματάκι ή και ψίχουλο στη γη, σκύβανε, το μάζευαν, το φιλούσαν τρεις φορές φέρνοντάς το κάθε φορά στο μέτωπο, εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό το σεβασμό τους σ’ ό, τι στηρίζει τη ζωή και στη συνέχεια το έτρωγαν.», «Στο λεκανάκι που θα αναπιάσουμε το προζύμι ρίχνουμε λίγο χλιαρό νερό και πριν μαραθεί, το λουλούδι από τον επιτάφιο ή αυτό με τον βασιλικό που μας έδωσε ο ίδιος ο ιερέας στην εκκλησία την ημέρα της Σταυροπροσκύνησης», «Η λέξη καβουρμάς, από το τούρκικο kavurma, σημαίνει καβουρδιστός. Καβουρδιστά έτρωγαν τα κουκιά στην αρχαιότητα, όπως μας πληροφορεί ο Θεόκριτος. Στη Σκόπελο τα κουκιά καβουρμά, τα συνήθιζαν πάρα πολύ το χειμώνα και επειδή αποτελούσαν τροφή πλούσια σε λευκώματα και πρωτεϊνες, αλλά και επειδή η κουκιά ως φυτό ανήκει στα ψυχανθή και διευκολύνει την ανακύκλωση του αζώτου και, κατά συνέπεια, τη λίπανση της γης όπου φυτεύεται…», «Αυτά ήταν τα κρασιά που παρασκεύαζαν για αιώνες και αιώνες ως Πεπαρήθιοι ή Σκοπελίτες οι κάτοικοι του νησιού. Κρασιά ξεχωριστά για το χρώμα τους, το άρωμα, τη γεύση τους. Κι αυτά έπιναν όχι μόνο σαν ήθελαν να ευθυμήσουν, αλλά και του καημού και του πόνου τους το βάρος να απαλύνουν. Κι όταν γεμάτοι ευθυμία στους γάμους και τα πανηγύρια πιάνονταν σε κυκλωτικούς χορούς κι έπιναν όλοι απ’ το ίδιο ποτήρι, στα πέρατα του κόσμου διατράνωναν τη δύναμη που κρύβουν μέσα τους έννοιες όπως εκείνες της ισότητας, της αγάπης, της φιλίας».

Πρώτη ομιλήτρια, η καθηγήτρια φιλόλογος κυρία Ελένη Σπηλιώτη-Κεσμετζή, μας εισήγαγε στα άδυτα της γραφής και σύλληψης του βιβλίου έχοντας παρακολουθήσει όπως είπε από κοντά τη γέννησή του. Εκτός από το προσωπικό της όφελος -ήταν για εκείνη σχολείο- μας δίνει την πολύτιμη μαρτυρία της, με λόγο, ακριβή, συμπυκνωμένο, κατατοπιστικό. Μετά το πλούσιο βιογραφικό της συγγραφέως, αναφέρθηκε στην σημαντική προσφορά της στον τόπο της και στο τι σηματοδοτεί ο υπότιτλος του βιβλίου: «Είναι μια εργασία που εκπονήθηκε με επιστημονικό τρόπο μελετώντας τις πηγές, γραπτές και προφορικές. Βρίθει βιβλιογραφικών παραπομπών πράγμα που μαρτυρά πως οτιδήποτε γράφτηκε, ερευνήθηκε από τη συγγραφέα και τεκμηριώθηκε από τις πηγές». Σε άλλο σημείο θα αναφέρει: «Η συγγραφέας συνδέει το σήμερα με το παρελθόν και αρκετά συχνά, προκειμένου να αιτιολογήσει συνήθειες και συμπεριφορές των κατοίκων, οι αναφορές της φτάνουν μέχρι τη μυθολογία». Οι αρετές του βιβλίου, όπως μας επεσήμανε, είναι πολλές. «Πρόκειται για μια καλαίσθητη έκδοση με πολύ ωραίες φωτογραφίες και όμορφα διακοσμητικά. Οι διηγήσεις των αναμνήσεων της είναι τόσο ζωντανές που θαρρείς ότι είσαι και συ κάπου εκεί και τις παρακολουθείς. Η ζωντάνια και η παραστατικότητα της αφήγησής της ξυπνά μέσα μας αναμνήσεις εικόνων, γεύσεων, οσμών».

Στη συνέχεια η κυρία Μαίρη Μάντζιου πρ. επίκουρη καθηγήτρια Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με το ξεκίνημά της έδωσε το στίγμα της καθηγήτριας που θα θέλαμε να παρακολουθούμε στα αμφιθέατρα. Με σπάνια μεταδοτικότητα μας μύησε στα μυστικά του βιβλίου «Σκοπέλου γεύσεως δώρα», μερικά από τα οποία θα σας αποκαλύψουμε. «Το βιβλίο της Μαρία Δελήτσικου –Παπαχρίστου, δεν είναι ένας ακόμα οδηγός μαγειρικής-ζαχαροπλαστικής, έστω και παραδοσιακής. Δεν είναι μια ακόμα λαογραφική και ιστορική μελέτη για τη Σκόπελο. Ούτε απλώς ικανοποιεί τη νοσταλγική διάθεση για τον παλιό καλό καιρό που η δικιά μας η γενιά συντηρεί μέσα στην καρδιά της. Είναι ένα ρηξικέλευθο βιβλίο που εύχομαι και πιστεύω να βρει μιμητές σε πολλά άλλα μέρη της χώρας μας. Είναι ένα δώρο της κυρίας Μαρίας στους Έλληνες, κι όχι μόνο στους Σκοπελίτες. Με υπαινικτικό τρόπο γίνεται βαθιά πολιτικό, μολονότι η σύλληψή του έγινε από μια τυχαία διαπίστωση». Σχολιάζοντας δε τον στόχο της συγγραφέως ότι ελπίζει να συμβάλει, ώστε να μην πέσουν στη λήθη συνήθειες και ιστορία αναφέρει: «Εδώ διακρίνουμε τη μετριοφροσύνη αλλά και τον πόνο και την αγωνία του πνευματικού ανθρώπου. Το βιβλίο όχι μόνο εκπληρώνει το στόχο του όπως είναι διατυπωμένος αλλά και τον υπερβαίνει, διότι εν τέλει επιτελεί εθνικό έργο. Η λήθη είναι ο εχθρός της κοινωνίας ενώ η μνήμη την ωφελεί. Η διατήρηση της συλλογικής μνήμης στεγάζει και προστατεύει την κοινωνία, όπως το κέλυφος το σαλιγκάρι. Η κυρία Μαρία συνέλεξε ατομικές μνήμες και τις προσωπικές της και έχτισε γέφυρες με το παρελθόν, δηλαδή με τη συλλογική μνήμη, ανοίγοντας έτσι ένα παράθυρο στο μέλλον. Το βιβλίο είδε το φως της δημοσιότητας στο αποκορύφωμα της παρακμής της χώρας η οποία ήταν αποτέλεσμα της απώλειας της συλλογικής μνήμης, της ταυτότητάς μας και συνακόλουθα των ελληνικών αξιών, αλλά και της εγκατάλειψης της χρυσοφόρας ελληνικής γης». Αναφέρθηκε επίσης η κυρία Μάντζιου στις πολλές φωτογραφίες του βιβλίου που δεν είναι διακοσμητικές ούτε αναμνηστικές, αλλά κρύβουν δυνατή σημειολογία. Και δεν παρέλειψε μια άλλη αρετή του βιβλίου, τη χρήση της γλώσσας με γνώση και σεβασμό, είτε είναι λυρικός ο λόγος της είτε είναι επιστημονικός. Μας είπε επίσης ότι «ανάμεσα στα πολλά που σε εντυπωσιάζουν στις σελίδες αυτού του βιβλίου, είναι η σοφία των ανθρώπων του παλιού καιρού, οι οποίοι είχαν πάσης φύσεως επιστημονικές γνώσεις χωρίς να έχουν φοιτήσει σε σχολεία και πανεπιστήμια». Τέλος αναφέρθηκε στο άλλο σπουδαίο στοιχείο της μελέτης, την ένταξη μέσα στο κείμενο ενδεικτικών αποσπασμάτων από διηγήματα του Παπαδιαμάντη και του Μωραϊτίδη, έτσι που συμπληρώνει η ίδια τον υπότιτλο του βιβλίου «Γαρνιρισμένο με Ιστορία, Λαογραφία και Λογοτεχνία», καθώς και στην πληθώρα αποσπασμάτων από κείμενα περιηγητών, αρχαίων και βυζαντινών πηγών, αλλά και στην πλούσια βιβλιογραφία για να συμπεράνει: «Με μια λέξη, πρόκειται για μια πολύπλευρη μελέτη που στηρίχτηκε σε πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές. Είναι ένα βιβλίο που δεν πρέπει να λείπει από κανένα ελληνικό σπίτι και από καμιά ελληνική βιβλιοθήκη». Καταλήγει δε ότι το βιβλίο στο σύνολό του είναι ένας ύμνος στη γυναίκα και στον άνδρα του τότε, στη χρυσοφόρα γη, στη συλλογική ζωή που χάθηκε και τώρα την αναζητούμε και σημειώνει ότι «Το αρχαίο ελληνικό θαύμα κατά κύριο λόγο οφείλει την πραγμάτωσή του στο γεγονός ότι οι Έλληνες ζούσαν σε πόλεις-κράτη, σε μικρές κοινωνίες, με τους θεσμούς τους, τις τελετουργίες τους τα ήθη και τα έθιμά τους τη λογοτεχνία και την τέχνη τους. Το επόμενο βήμα μας πιστεύω θα είναι η επιστροφή στη γη».

Και ο λόγος της συγγραφέως, που εμφανώς συγκινημένη, αναφέρθηκε στο Λύκειο Ελληνίδων, στον τόπο που τη φιλοξενεί και στον οποίο τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές της, στους φωτισμένους δασκάλους της που εκτός από γράμματα της δίδαξαν τι σημαίνει άνθρωπος: «Χρέος, δημιουργία και μέσα από την αυτογνωσία αγώνας για καλυτέρευση διηνεκής». Ένα τυχαίο γεγονός στάθηκε αφορμή να πυροδοτηθεί η υπνώττουσα μνήμη, όπως μας αφηγείται και να συλλάβει την ιδέα «της αναζήτησης του χαμένου χρόνου» στο περιβόλι των αρωμάτων και των γεύσεων της ιδιαίτερης πατρίδος της και να γράψει αυτό το βιβλίο σαν μια ελάχιστη προσπάθεια να τονιστεί μια πτυχή της ταυτότητάς μας». Ενέταξε στην Ιστορία εκτός από τις εκδηλώσεις της ζωής, του λόγου και της τέχνης, την κατοικία, την ενδυμασία, τις ασχολίες και την τροφή και εξήγησε ότι ο τρόπος με τον οποίο οι κάτοικοι παρασκευάζουν την απαραίτητη για την επιβίωσή τους τροφή, «αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της παράδοσης και του πολιτισμού τους, δηλαδή της ιστορίας τους και βασικό χαρακτηριστικό της ταυτότητάς τους».

«Η ιερότητα της συγκέντρωσης της οικογένειας γύρω από το ίδιο τραπέζι, τονίζεται την ώρα που ο πατέρας σταυρώνει και κόβει το ψωμί….. Μέσα από την ικανοποίηση της γεύσης θα εκφραστεί η στοργή και θα και θα διοχετευθεί η αγάπη. Εδώ θα ταυτιστεί η αξία του να μοιράζεσαι και να προσφέρεις». Μέσα από τη γυναικεία ικανότητα ο τρόπος διατροφής έγινε τέχνη και αποτέλεσε σχολείο διδαχής και μεταλαμπάδευσης αρχών και αξιών. «Και είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο στο τραπέζι “χλευάζουμε το θάνατο” και γεμίζουμε με συναισθήματα, μεταλαμπαδεύουμε επί πλέον και την ταυτότητά μας», και συνεχίζει, «Κάποιος είπε: “όποιος δεν έχει χθες είναι φτωχός κι όποιος δεν έχει αύριο είναι νεκρός.” και εξηγεί ότι το αύριο δεν υπάρχει χωρίς το χτες, κι αν ξέρεις, μπορείς να χτίσεις με τα υλικά του χθες καινούργια πράγματα για το μέλλον και ενισχύει την άποψή της με το λόγο του Kierkegaard, “Τη ζωή τη βιώνουμε ατενίζοντας προς τα εμπρός, αλλά την κατανοούμε κοιτάζοντας προς τα πίσω. Η κατανόηση λοιπόν σχηματοποιείται από αυτήν τη συσχέτιση του χθες και του σήμερα”. Στηριζόμενοι στη παράδοση, μας εξηγεί, μπορούμε να αναδείξουμε μια νέα αρχή γιατί όπως λέει ο Ίων Δραγούμης: “Ξεσκέπασε την παράδοση και πρόσωπο με πρόσωπο θα αντικρίσεις γυμνή τη ψυχή σου”. Και βέβαια, διαπιστώνει ότι χρόνο με το χρόνο ο κόσμος αυτός χάνεται, χωρίς δυστυχώς να αποτελεί υπόβαθρο για το καινούργιο που ακολουθεί, αφού αυτό στη πλειονότητά του είναι «ξενόφερτο». Φοβάται και αγωνιά για το φαινόμενο της πιθανή «ερημοποίηση». Καταλήγει, όμως, με μία ευχή: «Ας βαφτιστούμε στην κολυμβήθρα της παράδοσής μας για να ανανεώσουμε τα φυσιογνωμικά μας στοιχεία, ας κρατήσουμε την ταυτότητά μας, όχι γιατί είμαστε μοναδικοί στον κόσμο, αλλά γιατί έχουμε την υποχρέωση και το δικαίωμα να πορευτούμε με την ταυτότητα τη δική μας για να μπορέσουμε να διασώσουμε την ύπαρξή μας, αλλά και να προσφέρουμε και στους άλλους.».Έκλισε με την παρακάτω φράση από τον «Λαμπριάτικο Ψάλτη» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: «Το επ’ εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ δεν θα παύσω πάντοτε να περιγράφω μετ’ έρωτος την φύσιν και να ζωγραφώ μετά στοργής τα γνήσια ελληνικά έθη».

Οι τρεις κυρίες των γραμμάτων: Μαίρη Μάντζιου, Ελένη Σπηλιώτη- Κεσμετζή, και η συγγραφέας, Μαρία Δελήτσικου –Παπαχρίστου, προβλημάτισαν θετικά και δημιούργησαν με τον ευεργετικό λόγο και την παρουσία τους κλίμα αληθινής συγκίνησης, ψυχικής ευφορίας και υπερηφάνειας στο ακροατήριο που δεν παρέλειψε να εκδηλώσει με το θερμό και παρατεταμένο χειροκρότημά του, όταν μάλιστα είδε τις τρεις κυρίες να κατεβαίνουν από το βήμα και να μπαίνουν στο χορό της Ομάδας του Λυκείου Ελληνίδων που έκλεισε την θαυμάσια αυτή εκδήλωση με χορούς και τραγούδια των Βορείων Σποράδων.

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΦΡΑΟΥΛΕΣ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ (νέο διήγημα)

Με πήρε τηλέφωνο νωρίς το απόγευμα.

- Πάμε πλατεία;

Δεν δίστασα ούτε στιγμή. Ήθελα να την δω. Ετοιμάστηκα και πήρα ό,τι μπορούσα. Κατέβηκα τρέχοντας τις σκάλες, αλλά το μπλόκο με περίμενε στην είσοδο.

- Κυρία Μαργαρίτα, έχεις δίκιο, είπα με αποφασιστικότητα. Εδώ και τώρα. Να!, έκανα και τις έδωσα το βιβλιάριο στα χέρια.

- Τι είναι αυτό; μου φώναξε, δεν είμαι Ι.Κ.Α.

- Θα σε ξεπληρώσω μέχρι αύριο, κράτα το σαν ενέχυρο.

Έφυγα σίφουνας για το περίπτερο. Δεν είχα ούτε τσιγάρο.

- Πέτρο, το ξέρω, είπα με αληθινή συντριβή. Αυτός με κοίταξε στα μάτια και κάτι ψιθύρισε. Είχα τόσο αγχωθεί, που δεν κατάλαβα.

- Αύριο, αύριο στο υπόσχομαι. Πήρα το πακέτο και άφησα την ταυτότητα.

- Τι κάνεις ρε; Πας καλά;

- Για να δεις ότι δεν σου λέω ψέματα. Μέχρι αύριο.

Ψάχτηκα στις τσέπες. Ούτε ένα νόμισμα. Πεινούσα. Μπήκα στο φούρνο. Άφησα και το τελευταίο έγγραφο -ένα διαβατήριο που έβγαλα το καλοκαίρι, αχρησιμοποίητο- και πήρα μια τυρόπιτα κι ένα γάλα. Αισθάνθηκα πασάκος και ρούφηξα με βουλιμία.

Το βλέπω παρκαρισμένο στην γωνία. Μέσα στις σκόνες, γεμάτο δαχτυλιές και συνθήματα στα τζάμια. «Κωλόγαυροι», σκέφτομαι, «το ξέρω ότι θέλει πλύσιμο». Κάτι προσπαθώ με τη χαρτοπετσέτα από το φούρνο. Έχει λάδι και αφήνει στίγματα. Ανοίγω την πόρτα, μπαίνω, βάζω το κλειδί και κάνω το σταυρό μου. Παίρνει! Τυχερός, δεν το συζητώ! Δεν υπάρχει ούτε δεκάρα και το κέντρο είναι χιλιόμετρα μακριά για τα πόδια. Κοιτάζω ευθεία μπροστά. Αποφεύγω την ένδειξη της βενζίνης. «Δεν υπάρχει», λέω και επαναλαμβάνω σε ρυθμό ραπ. Κατηφορίζω τη λεωφόρο και κάνω δεξιά για κέντρο. «Θα φτάσει, θα φτάσει», τραγουδώ και φωνάζω: «έρχομαι Σούλα». Το φανάρι ανάβει πράσινο και ακούω τον μάγκα με το παπάκι να λέει:

-Άντε Σούλα, ξημέρωσε.

Βάζω πρώτη, δευτέρα και ύστερα όλα τα γκάζια. Τουλάχιστον μέχρι το Θησείο. Μετά πάω περπατώντας. Κρατάω το τιμόνι και είναι σα να σπρώχνω μαζί με την μηχανή. Στην γέφυρα του Πουλόπουλου αναπνέω ξανά. Τώρα δεν με νοιάζει τίποτε άλλο, παρά να βρω να παρκάρω. Βλέπω το βενζινάδικο και την ώρα μαζί. Έξι παρά. Δεν έπρεπε να την στήσω. Μπαίνω. Λέω στο παιδί:

- Υπάρχει περιθώριο για πλύσιμο;

- Μέσα – έξω; απαντά.

- Ναι και γέμισέ το στο τέλος. Πάρε τα κλειδιά. Να το προσέχεις, του λέω και βουρκώνω.

Φεύγω σφεντόνα για Σύνταγμα. Θα με περίμενε έξω από το Υπουργείο Παιδείας. Τη βλέπω ντυμένη στα μαύρα. Κούκλα. Αγκαζέ και μέσα στις γλύκες ανηφορίζουμε. Κόσμος! Γεμάτη πλατεία!

- Τι κάνουν εδώ; ρωτάω τη Σούλα.

- Γιορτάζουν την άνοιξη, μου λέει περιπαιχτικά.

- Ναι ανθεστήρια, της απαντώ και μπαίνω ανάμεσα σε γελαστά πρόσωπα. Έχω να δω τέτοιες φατσούλες από την εποχή που δούλευα. Κοντά χρόνο. Ένα ζευγαράκι δίπλα φιλιέται. Κάνουμε το ίδιο με πάθος. Κάτι από εδώ, κάτι από εκεί φτάνουμε στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Κοιτάζω με συμπάθεια τους ρόμποκοπ φρουρούς της τάξης.

«Τι θέλουν εδώ;», αναρωτιέμαι. Η Σούλα τούς δείχνει χαμόγελο και με στοργή επαναλαμβάνουμε ρυθμικά μαζί με τους άλλους : Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία. Μια κυρία δίπλα μάς κερνά φράουλες φρέσκες και μυρωδάτες. Είναι θεσπέσιες. Τείνει το κέρασμα και στα παιδιά με τα κράνη. Την σπρώχνουν. Πέφτει κάτω και τρέχουμε να την βοηθήσουμε.

- Τις έσωσα, λέει για τις φράουλες. Παίρνω το κεσεδάκι. Κάποιος της λέει να μείνει ακίνητη. Σε λίγο την παίρνουν με ασθενοφόρο.

- Ατυχία, λένε οι ψύχραιμοι. Τι να κάνω, μένω να κοιτάω τη Σούλα. «Τι γλυκιά που είναι», σαν φράουλα. Μα πάνω που είπα να αδειάσω το κεσεδάκι, όχι τίποτα άλλο, για να μη με βαραίνει, μένω με τη χαρά. Κολυμπούσαν στο αίμα.

[Φωτογραφία Αρχείου: Διαδήλωση στο Σύνταγμα, 10.12.2008, με τη ματιά του Μανώλη Δημελλά]

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2011

Ο πεζόδρομος και τ’ όνομά του

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για την κεντρική οδό της πόλης μας. Λόγος και αντίλογος για το αν θα πρέπει να πεζοδρομηθεί ή όχι, για την ωφέλεια των καταστημάτων της και την ευκολία των πεζών και άλλα συναφή και εφήμερα.

Η θέση μας γι’ αυτό είναι αμετάκλητη: πεζόδρομος, για να μπορέσει ν’ αρχίσει ο τόπος μας να γίνεται ανθρώπινος, όχι για τους τουρίστες, όπως δουλοπρεπώς συνηθίζεται να λέγεται τελευταία, αλλά για μας τους ίδιους, τους μόνιμους κάτοικους, οι οποίοι, αν συνεχίσουμε να κινούμεθα στους ίδιους ρυθμούς, θα βγάλουμε ρόδες στις πατούσες μας, για να μπορέσουμε να προσαρμοστούμε στις νεώτερες συνθήκες και να επιβιώσουμε!

Μα σκοπός του σημερινού μας σημειώματος δεν είναι να προσθέσουμε τη φωνή μας μ’ αυτήν των σκεπτόμενων, αλλά να θυμίσουμε την παλιά και σωστή ονομασία της μητροπολιτικής αυτής οδού, όπως την πρόφεραν τα χείλη χιλιάδων πριν από εμάς ζακυνθινών και να προτείνουμε την επαναφορά της.

«Πλατεία Ρούγα», λοιπόν, έλεγαν οι πρόγονοί μας τον ιστορικό αυτό δρόμο, με τις ιστορικές Γκιόστρες, τις παραδοσιακές λοταρίες, το φημισμένο πανηγύρι της Ανάληψης, με την κατάργηση των κοινωνικών τάξεων και διακρίσεων, το σεργιάνι της Κυριακής, την πλούσια εμπορική κίνηση και τόσα άλλα, που ο χρόνος τα έσβησε κι εμείς τα ξεχάσαμε, κρύβοντας την καταγωγή και την ταυτότητά μας και υιοθετώντας αλλότριες συνήθειες και εισαγόμενους τρόπους ζωής και καθημερινότητας.

Ο πολύτιμος Λεωνίδας Ζώης στο μοναδικό «Λεξικόν» του μας πληροφορεί πως η ονομασία αυτή υπήρχε το 1527 και πως πολύ αργότερα της δόθηκε το όνομα «Ανεξαρτησίας» στην αρχή και αργότερα «Αλεξάνδρου Ρώμα», όπως και σήμερα. Την προσδιορίζει από το «Γιοφύρι» (άλλη ονομασία, που ξεχάστηκε) ως το πλάτωμα των Αγίων Σαράντων και σημειώνει πως κι από τις δύο μεριές («ένθεν και ένθεν», κατά την γλώσσα της εποχής) υπήρχαν στοές και «πολλά μέγαρα». Δική του είναι και η διάσωση της ονομασίας της «Strata Larga», όπως συνέβαινε και στην Κέρκυρα, αλλά και το Ηράκλειο της Κρήτης, την εποχή της Βενετικής περιόδου των νησιών.

Αυτή είναι και η ιδιομορφία του νησιού μας. Η οικειοποίηση δηλαδή και η προσαρμογή στα ίδια πολλών λέξεων και εκφράσεων, η οποία πλουτίζει το ντόπιο λεξιλόγιο και υπογραμμίζει την ευφυΐα του λαού της ιδιαίτερης πατρίδας μας και την ευκολία της προσαρμογής του. Η «Strada Larga» έγινε ποιητικά «Πλατεία Ρούγα» και μια καθαρά ξένη ονομασία εξελληνίστηκε ή πιο σωστά ζακυνθινοποιήθηκε.

Οι μη Ζακύνθιοι, βέβαια, ή πιο σωστά οι μη επτανήσιοι δεν μπορούν να τα καταλάβουν όλα αυτά. Χαρακτηριστικά αναφέρω κάποιον μεγάλο και σημαντικό ερευνητή, με σημαντικό έργο και σπουδαία αναμφίβολα προσφορά, ο οποίος αναφερόμενος σε κείμενό του στην Γκιόστρα της Ζακύνθου, η οποία, ως γνωστόν, διεξαγόταν στον χώρο που μας απασχολεί και συγκεκριμένα μεταξύ των προσεισμικών εκκλησιών της Αναλήψεως και της Ευαγγελίστριας, αναζητά … κεντρική πλατεία για την διεξαγωγή της και προτείνει διάφορα άσχετα με την ιστορία της σημεία της πόλης μας.

Μ’ αυτό δεν είναι αιτία για την αλλαγή της νοοτροπίας και της έκφρασής μας. Αν τα γκαρσόνια μας είναι κακώς αναγκασμένα να λένε τη «ρούκα», «ρόκα», για να τους καταλαβαίνουν οι τουρίστες (η ονομασία του φυτού προέρχεται από την ιταλική λέξη «ruca», ενώ η ομόηχη λέξη «ρόκα», από την «rocca», που χρησιμεύει για γνέσιμο), δεν είναι ανάγκη να μετονομάζουμε και τους δρόμους μας για ν’ αρέσουμε και να γινόμαστε κατανοητοί. Αυτοί, κατά το τραγούδι του Λοΐζου, έχουν «την δική του ιστορία» και είναι έγκλημα να τους την αλλάζουμε. Είναι ένα κομμάτι της παράδοσής μας και του πολιτισμού μας, μια αναγραφή ανεξίτηλη της ταυτότητάς μας κι έτσι πρέπει να τους παραδώσουμε και στις επόμενες γενιές, όπως τους παραλάβαμε από τους προγενέστερους.

Γνωρίζω, βέβαια, πως είναι δύσκολο να τοποθετηθούν πινακίδες με την παλιά αυτή ονομασία, η οποία δεν απονέμει τιμή και αιώνια μνήμη σε κάποιο επιφανές, κατά την άποψη κάποιων, πρόσωπο, που στιγμάτισε την ιστορία και τον πολιτισμό του τόπου μας, αλλά διατηρεί την ιστορική μνήμη. Όμως η επεξηγηματική, δεύτερη, μέσα σε παρένθεση υπενθύμιση είναι μια σωστή λύση και αποτελεί την χρυσή τομή, η οποία πάντα ευδοκιμούσε στο νησί μας και είναι και ο κυριότερος τρόπος της έκφρασής του.

Σαν ήμουν μικρός, παρότι μετασεισμικός, θα με κορόιδευαν οι φίλοι και οι συμμαθητές μου, αν τους έλεγα πως πάω να κάνω το θέλημα της νόνας μου στην «Αλεξάνδρου Ρώμα» ή σαν τους έκλεινα ραντεβού σε αυτήν. Σήμερα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Λίγοι θα σε καταλάβουν αν πεις «Πλατεία Ρούγα» και πολλοί πιο λίγοι θα το δεχτούν.

Όμως αυτή η ονομασία είναι η ανάγκη της ύπαρξής μας. Ταιριάζει σε πεζόδρομο ή πιο σωστά σε δρόμο ανθρώπινο και όχι σε βομβαρδισμένη οδό, με μπετόν μπαλώματα και λευκοπλάστη ασφάλτου πάνω σε πλάκες! Θυμίζει ανθρωπιά και όχι κίνδυνο πτώσης σε λούμπα ή απάνθρωπους νυχτερινούς θορύβους, όταν οι ήχοι από τα διερχόμενα αυτοκίνητα θυμίζουν διάβαση σε βομβαρδισμένο τοπίο.

Μακάρι αυτοί που θα αναλάβουν το σωστικό τόλμημα της πεζοδρόμησης της καρδιάς της πόλης μας να την ονομάσουν και σωστά.

Σίγουρα θα επιτελέσουν ιστορική πράξη.
Related Posts with Thumbnails