© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή: ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΕΙΣΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ (νέο διήγημα)

[Από την υπό έκδοσιν συλλογή διηγημάτων: Η μετάλλαξη της γυναίκας μου]

Η θεία μου η Ελπινίκη με αγαπάει πολύ. Πάντοτε με φροντίζει και φυσικά νοιάζεται υπέρ το δέον για την τύχη μου. Έτσι, τελειώνοντας τις σπουδές μου, το πήρε προσωπικά να με διορίσει. Δεν τα κατάφερε να με βάλει στην τράπεζα, όπως ονειρευόταν, αλλά οι γνωριμίες της με βόλεψαν σε μια εταιρία που συνεργάζεται στενά με το τραπεζιτικό ίδρυμα. Η διαφορά ίσως να είναι, όπως με πληροφόρησε, η ασφαλιστική κάλυψη.

Δεν έπεσε και πολύ έξω. Ασφάλεια ΙΚΑ, σύμβαση χρόνου, 750 ευρώ και δυνατότητα ανόδου. Οι φιλοδοξίες δεν φτάνουν στην μονιμότητα, μα είναι μια αρχή. Έτσι με διαβεβαίωσαν και οι γνωστοί μας. Παρουσιάστηκα αμέσως και, μετά από ένα ολιγοήμερο σεμινάριο, τοποθετήθηκα υπό τας διαταγάς του κυρίου Κούλη, ως υπεύθυνος υπάλληλος τής εν λόγω εισπρακτικής εταιρίας.

Η αλήθεια είναι ότι δεν κατάφερα να κάνω καριέρα. Σε λίγους μήνες ο προϊστάμενος με απέτρεψε από τη συνέχεια και με διαβεβαίωσε πως ό,τι κι αν έκανα δεν είχα το νεύρο για τη δουλειά∙ ποτέ δεν θα μπορούσα να γίνω σαν κι αυτόν και φυσικά μια δουλειά με προδιαγεγραμμένο μέλλον είναι παράλογο να της επενδύεις χρόνο.

Ανακουφίστηκα. Μάλλον, έσωθεν, είχα καταλήξει στα ίδια συμπεράσματα. Επιπλέον υπήρχε πρώτα και κύρια η πατρική οικία, που με φιλοξενούσε και επίσης η ενασχόλησή μου με την τέχνη, που με επηρέαζε συναισθηματικά και δεν μου άφηνε περιθώρια για να αποδώσω τα μέγιστα στο καθήκον. Η ανεργία δεν ήταν ακόμη απελπισία και φυσικά υπήρχε μια άνεση στις αποφάσεις. Το λέω αυτό, γιατί άφησα ψυχές στενάζουσες υπό την καθοδήγηση του κυρίου Κούλη.

Πράγματι, ήταν μεγάλο ταλέντο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ πώς έπειθε τους καθυστερημένους οφειλέτες της Τράπεζας να ανταποκριθούν άμεσα στις υποχρεώσεις τους. Ο τρόπος που μίλαγε, θύμιζε εισαγγελέα σε ώρα απόδοσης της κατηγορίας. Άλλες φορές ισοβίτη αρχηγό συμμορίας. Άλλοτε απλά παλιάνθρωπο. Δεν δίσταζε να απειλήσει. Μπορούσε να εξευτελίσει με κάθε τρόπο τον οφειλέτη. Δεν τον ένοιαζε η απάντηση. Πού είναι ο άλλος, ποιος πράγματι είναι, τι είναι, αν ζει ή αν πέθανε. Στην τελευταία περίπτωση χαιρόταν να απειλεί τους πενθούντες.

Ο άνθρωπος είχε ταυτιστεί με το ρόλο του. Τοκογλύφος και παράλληλα τραπεζίτης. Το ζούσε. Υποστήριζε τα συμφέροντά του. Αστέρι στην άβυσσο. Σωστός δαίμονας. Τα μάτια του άστραφταν, όταν εκτελούσε τις εντολές της εταιρίας. Και αυτή τον επαινούσε. Έπαιρνε παχυλό μισθό. Είχε εξουσία. Άνεση και δόξα που φαινόταν ξεκάθαρα, τουλάχιστον σε καμιά εικοσαριά υφιστάμενούς του. Και όχι μόνο. Καινούργιο αμάξι ο κ. Κούλης. 4Χ4 για να μην δυσκολεύεται στις ανηφόρες της Αλίμου. Μεζονέτα 90 τετραγωνικά στο Φάληρο, σε νεόδμητη οικοδομή. Ανάμεσα στα συν της θέσης του υπήρχε και η άμεση ικανοποίηση των χρηματοπιστωτικών του επιλογών. Η κάρτα του ήταν ζηλευτή. Και η ζωή του πολυτελέστατη. Τα γούστα του έδειχναν χλιδή. Ρούχα, στολίδια, εξόδους στα ακριβότερα μαγαζιά. Μόνο η χαλάρωσή του στα δωμάτια αισθητικής γνωστού ξενοδοχείου κόστιζαν τόσο που για τους υπόλοιπους της ομάδας φάνταζαν έξοδα ονειρικά.

Ο διευθυντής μας αδιαφιλονίκητα ήταν το πρότυπο για τα νεότερα στελέχη ολόκληρης της εταιρίας. Είχε ακουστεί ότι ήταν και λαμπρός επενδυτής. Γενικά η κοινωνική του θέση και οι οικονομικές του σπουδές, τού επέτρεπαν να διακινεί στο χρηματιστήριο χρηματικά ποσά, με ευθύνη και ευρηματικότητα. Αρκετοί μικροκαταθέτες τού εμπιστεύτηκαν χρήματα. Όπως απεδείχθη και η θεία μου η Ελπινίκη. Ο κ. Κούλης τελικά ήταν Ο γνωστός μας. Γι’ αυτό και οι πατρικές συμβουλές για την αδυναμία μου. Ήταν πατέρας για όλους μας. Δεν θα ξεχάσω ότι με πατρική φροντίδα χαστούκισε την Ποπίτσα, που με υπομονή και δάκρυα ομολόγησε ότι κάλυπτε οφειλέτη, άνεργο με τρία παιδιά, για δύο μήνες. Η συνάδελφος συνέχισε απλά να κλαίει και το αφεντικό μας με χαμόγελο συγχώρησης την χτύπησε ελαφρά και τόσο στοργικά στην πλάτη. «Πίσω στις δουλειές μας, παιδιά». Ο γλυκύτατος, βλέποντάς μας να φεύγουμε με τα κεφάλια σκυμμένα μας φώναξε: «Φάτε τους!» Εμείς γελώντας τρέξαμε στα τηλέφωνα. Εκείνο το βράδυ το τμήμα μας έγραψε ιστορία. Ο κ. Κούλης πείστηκε ότι η δημοκρατία, όχι μόνο βλάπτει, αλλά και είναι ανασταλτική στην παραγωγικότητα.

Την επόμενη μέρα δεν πήγα για δουλειά. Η θεία ενημερώθηκε από τον ίδιο τον χρηματιστή της. «Δεν πειράζει, παιδί μου, θα ψάξουμε για κάτι καλύτερο», μου είπε.

Ευχαρίστησα δεόντως και αφέθηκα στην πολυτέλεια της ελευθερίας. Κάποιοι μήνες δουλοπάροικος με είχαν σαφώς εξαντλήσει.

Πέρασε καιρός και με την μόνη που επεδίωξα επαφή ήταν η Ποπίτσα. Ζηλευτό κορίτσι. Είχε ικανότητες γάτας. Δούλευε συστηματικά τον κ. Κούλη και έτσι δούλευε ήδη πάνω από ένα χρόνο. Θεωρείτο κατόρθωμα. Αυτή με ενημέρωσε σχετικά. Ο προϊστάμενος επλήγη από την διεθνή οικονομική κρίση. Έχασε τις μετοχές, πούλησε το αμάξι κοψοχρονιά, για να ξεπληρώσει κάποιους οφειλέτες του, προπαντός έχασε την υπόληψή του ως εμπειρογνώμονας, την κάρτα του, ακόμη και τη δουλειά του. Κινδυνεύει άμεσα και το σπίτι του. Χρωστάει 250.000 ευρώ στο ίδρυμα και έχει τρεις μήνες να δώσει δόση.

Λυπήθηκα πολύ και περισσότερο γιατί η Ποπίτσα έχει αναλάβει υπεύθυνα να τού υπενθυμίζει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα. Και είναι η πρώτη φορά που εννοεί με απόλυτη σοβαρότητα την δουλειά της.

* Ζωγραφικό σχόλιο: Δε σε ντρέπομαι πια. Ελαιογραφία Παύλου Σάμιου, 2004.

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Ένα βιωματικό - διασωστικό ζακυνθογράφημα του Νίκου Σ. Πομόνη

γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΕΡΡΑΣ


ΚΑΘΕ έγκυρη και σοβαρή, αναστατική ή διασωστική γραφή για έναν τόπο (ή μια εποχή), και μάλιστα όταν αυτός έχει πάψει οριστικά να υφίσταται ως ζώσα και απτή πραγματικότητα, είναι ευχάριστα και επαινετικά ευπρόσδεκτη και αξιανάγνωστη.

Το ίδιο συμβαίνει και με το πρόσφατο Ζακυνθολογικό πόνημα και δώρημα του γνωστού, εκλεκτού και ευγενή συμπατριώτη μας Ν ί κ ο υ Σ. Π ο μ ό ν η, που με τον τίτλο Η Ζάκυνθος της μνήμης και υπότιτλο Μια περιδιάβαση στον τόπο και τον κόσμο μιας «άλλης» Ζακύνθου έφτασε στα χέρια μας από τις τοπικές παραγωγικές Εκδόσεις Τρίμορφο του δραστήριου Άκη Λαδικού (Θεσσαλονίκη, Αύγουστος 2010, σ. 268). Πρόκειται για μια μ α ρ τ υ ρ ί α αυθεντικότητας, πειστικότητας και περισσής πληρότητας, επιτευγμένη χάρη στην πολύτροπα βιωματική εμπειρία, την ακριβή γνώση και την ανθεκτική μνήμη του συγγραφέα, αλλά και χάρη στον δυναμικά και (ανα)παραστατικά περιγραφικό, γλαφυρό, εύληπτο και ανεπιτήδευτο λόγο του, με τον οποίο έρχεται να προσθέσει πλείστα όσα στοιχεία, γνωστά ή άγνωστα, και ποικίλες αναφορές στα όσα κατά καιρούς έχουν παραδώσει στους νεότερους Ζακυνθινούς το πνεύμα, η ψυχή και η πένα προηγούμενων Ζακυνθ(ιν)ογράφων, όπως ο Γρηγ. Ξενόπουλος, ο Διον. Ρώμας, ο Ντίνος Κονόμος, ο Γιάννης Πομόνης - Τζαγκλαράς (αείμνηστος αδελφός του Νίκου) κ.ά.π.  Κ' εδώ, κοντά σ' αυτούς, ας προσθέσουμε και όποιους άλλους αξιομνημόνευτους καλλιτέχνες ή δημιουργούς έργων, που διέσωσαν «κάτι» μικρό ή μεγαλύτερο, γνήσιο κ΄ εκφραστικό από τον αλλοτινό και ανεπανάληπτο κόσμο της προσεισμικής Ζακύνθου, όπως π.χ. ο ζωγράφος - αγιογράφος Χρήστος Ρουσέας και ο φιλότεχνος μακετίστας Γιάννης Μάνεσης.

ΣΗΜΕΡΑ, ο Νίκος Σ. Πομόνης, ευμνήμονα και φιλοπατριωτικά, προσθέτει τις δικές του αναθηματικές Ζακυνθ(ιν)ολογικές σελίδες (με παράθεση και πολλών εικόνων - φωτογραφιών) στα όσα έως τώρα ψηφιδογραφούν καθαρά το παλιότερο «πρόσωπο» της πόλης μας ή του νησιού μας, μ' ένα πολύσημο και απολαυστικό για τους φιλοζακυνθινούς κείμενό του, που -όπως σημειώνει ο ίδιος (σ. 15)- «αποτελεί μια αφηγηματική προσέγγιση της καθημερινής ζωής ενός τόπου, που ευτύχησε να συγκεντρώσει εξαίρετους φυσικούς όρους, τόσο δυναμικά σαν μετεωρολογικές συνθήκες στις διάφορες εποχές του χρόνου, όσο και στατικά σαν γεωγραφικό περιβάλλον».

Ενώ, ακόμη, συμπληρώνει ενημερωτικά ότι: «Η νοερή περιδιάβασή μας κρατάει μόνο δύο δεκαετίες περίπου, τις δεκαετίες 1930 και 1940, χωρίς φυσικά αναφορά στον πόλεμο, όπου επικράτησαν εξαιρετικοί όροι ζωής, που δεν είχαν καμιά σχέση με τον τόπο και τους ανθρώπους του. Αντίθετα, εμπεριέχει κατ? ανάγκην καταβολές από το παρελθόν του τόπου, όσες αποτέλεσαν παράδοση, στα πρόσωπα σαν κοινωνικές συμπεριφορές και ατομικές στάσεις ζωής και στα πράγματα σαν στατικά ιστορήματα». Όλα όσα αναφέρει, αφηγείται ή περιγράφει, διασώζει ή αναβιώνει, εικονογραφεί ή χρωματίζει με λέξεις εύστοχες και με πλούτο στοιχείων και λεπτομερειών ο μεθοδικός, προσεκτικός και παρατηρητικός Νίκος Σ. Πομόνης συγκροτούν στην ολότητά τους ένα ανάγνωσμα αναστηλωτικό ή αναστατικό για την τότε εποχή, τους χώρους, τη ζωή, την κοινωνία, τους ανθρώπινους τύπους και γι' άλλα χαρακτηριστικά «σημεία» ή γνωρίσματα της με ομορφιές και δυσκολίες μεσοπολεμικής Ζακύνθου.

Εκείνη, η για πάντα (το 1953) αφανισμένη πολιτεία, από την Αγία(ν) Τριάδα και μέχρι το Πόρτο, το Ψήλωμα, τον Πλατύφορο, τις «Μερίες» της και τις γραφικές γειτονιές της, τις Πλατείες, τον Άμμο κλπ., ξαναζωντανεύει -με το έμψυχο και άψυχο υλικό της- για όσους τη γνώρισαν και την έζησαν, σε ώρες χαράς και λύπης, αφθονίας και στέρησης, κεφιού και «μάντσιας», και αναδημιουργείται, κατά το δυνατό, ικανοποιητικά, ανθρωπογεωγραφικά, υλικοπνευματικά ή ψυχοσωματικά, χάρη σε πλήθος μνημονευτικών αναφορών για πρόσωπα (λησμονημένα ή όχι), για ομάδες, ήθη, συνήθειες, επαγγέλματα, ασχολίες, γι' άρχοντες, αστούς και ποπολάρους ή αγρότες, για φτωχόσπιτα και αρχοντικά, για ιδιωτικούς ή δημόσιους χώρους και τρόπους ζωής, για ευχάριστα ή δυσάρεστα -καθημερινά ή μοναδικότητας- γεγονότα και περιστατικά, που ιχνογραφούν ή σκιαγραφούν, ηθογραφούν και σηματοδοτούν το «είναι» και το «γίγνεσθαι» της τότε (ηδύπικρης, όπως πάντα) Ζακύνθου. Μιας «Χώρας» άγνωστης ή αθώρητης σ' όσους γεννήθηκαν μετασεισμικά αλλ' ευτυχώς διασωσμένης, ευχάριστα και συγκινητικά, αξιέπαινα και ευγνώμονα, μέσα σε σελίδες πολυφωνικά και έντεχνα συνθεμένες, μ' αγάπη, ρομαντισμό, ευαισθησία και νοσταλγική διάθεση, με σοβαρότητα και με τόνους χιούμορ λεπτού και πνευματώδους, με ήχους και πινελιές ή «αφές» άλλου ύφους, φινέτσας, ποιότητας και οπτικής, όπως είναι κι αυτές του επίσης - πιστού αλλ όχι άκριτου - Ζακυνθ(ιν)ολάτρη Νίκου Σ. Πομόνη, που με την ολοζώντανη Ζάκυνθο της μνήμης του σφυρηλατεί έναν γερό ή άρρηκτο κρίκο ανάμεσα στο Χθες και το Σήμερα ή στο Αύριο της «ωραίας και μόνης» πατρίδας του Ανδρέα Κάλβου. Μιας πατρίδας, που είναι άξια πάντοτε -παρά τα όποια και όσα δυσάρεστα ή αρνητικά και απογοητευτικά την πλήττουν ή την δοκιμάζουν- για βαθύτερη προσέγγιση και γνωριμία, για περισσή φροντίδα και προσφορά, για διάσωση και ανάδειξη κάθε ωραίας και ιδιότυπης πλευράς της, άξιας κάθε αποθησαυριστικής κατάθεσης και δωρεάς, απ' όποιον θέλει και μπορεί, γνωρίζει και θυμάται, υπεύθυνα, γόνιμα, ουσιαστικά. Έτσι, όπως ακριβώς ένιωσε και έπραξε, σαν κατάθεση όχι μόνο Μνήμης αλλά και Ψυχής γνήσια και αξιόπρεπα ζακυνθινής, με το αξιόλογο για την τοπική αυτογνωσία πόνημά του ο Νίκος Σ. Πομόνης. Με το οποίο, όπως και με την ανθρώπινη παρουσία του, τ ι μ ά το περ' από τον Χρόνο ή τα όποια «ερείπια» Ήθος και Πνεύμα τής πολιτιστικά ανεξάντλητης Ζακύνθου, άξιας -διαχρονικά- να βιώνεται, να επαινείται και να προβάλλεται (ως προς ό,τι ξεχωριστό «περιέχει» ή συμβολίζει), ιδιαίτερα σε καιρούς πολύπλευρης κρίσης, Λήθης, Αμάθειας, Ιδιοτέλειας, Αντιπνευματικότητας κ.ά.π., με το όποιο Κακό να εξορκίζεται, λίγο πολύ, και με «φωνές» ή γραφές όπως αυτή -η εύηχη και παραδειγματική- της Ζάκυνθος της μνήμης, του Νίκου Σ. Πομόνη.

Κάρολου Παπούλια: [ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ]

[Ομιλία του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κάρολου Παπούλια κατά την τελετή αναγόρευσής του σε Επίτιμο Διδάκτορα του Σλαβικού Πανεπιστημίου του Μπακού,
Αζερμπαϊτζάν, 6 Απριλίου 2011]


Αξιότιμε κύριε Πρύτανη,
Κυρίες και κύριοι Καθηγητές,
Αγαπητοί φοιτητές,
Κυρίες και κύριοι,

Αισθάνομαι ιδιαίτερη συγκίνηση και χαρά για την επίσκεψή μου στο ιστορικό Σλαβικό Πανεπιστήμιο του Μπακού. Αποτελεί εξαιρετική τιμή αλλά και ευθύνη για μένα η ανακήρυξή μου σε Επίτιμο Διδάκτορα του Πανεπιστημίου σας. Η τιμή αυτή προς το πρόσωπό μου αντανακλά στο σύνολο του ελληνικού λαού. Ενός λαού με αισθήματα φιλίας και εκτίμησης προς τον λαό του Αζερμπαϊτζάν.

Μπορείτε να είστε υπερήφανοι για την ιστορία του Πανεπιστημίου σας. Γνωρίζω ότι η ίδρυσή του ανάγεται στο 1946 ως Ινστιτούτου Ρωσικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Γνωρίζω επίσης ότι το 2000 μετεξελίχθηκε στη σημερινή του μορφή ως Σλαβικού Πανεπιστημίου του Μπακού. Χάρηκα όταν πληροφορήθηκα ότι στα δέκα τελευταία χρόνια λειτουργίας του έχει επιτελέσει μεγάλες προόδους, μη περιοριζόμενο στη διδασκαλία της ρωσικής γλώσσας, αλλά επεκτεινόμενο σε όλες τις σλαβικές γλώσσες. Σε αυτή την πορεία, ήταν απολύτως φυσικό να ενταχθεί και η ελληνική γλώσσα ως αντικείμενο διδασκαλίας και από το Πανεπιστήμιό σας, καθώς και η λειτουργία του Κέντρου Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού από το 2004.

Επιτρέψτε μου στο σημείο αυτό να τονίσω ότι δύο Έλληνες αδελφοί από τη Θεσσαλονίκη, ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος, ήταν οι άνθρωποι που διαμόρφωσαν τον 9ο αιώνα το σλαβικό αλφάβητο, το λεγόμενο κυριλλικό αλφάβητο με βάση το ελληνικό αλφάβητο. Ελληνική και σλαβικές γλώσσες όχι μόνον ανήκουν στην ίδια οικογένεια γλωσσών, αλλά λόγω τής ελληνικής προέλευσης του σλαβικού αλφαβήτου, οι σλαβικές γλώσσες όπως και οι γλώσσες που χρησιμοποιούν το λατινικό αλφάβητο (το οποίο προέρχεται, όπως είναι γνωστό, από το αρχαίο ελληνικό αλφάβητο τής Χαλκίδας) ανήκουν από κοινού στον πολιτισμό της ελληνικής γραφής.

Κύριε Πρύτανη,

Εάν ανατρέξει κάποιος στο βάθος της Ιστορίας, θα βρει πολλά στοιχεία που συνδέουν τους δύο λαούς. Από την εποχή της μυθολογίας ακόμα ο Προμηθέας έφερε «το μυστικό της φωτιάς» στους ανθρώπους από τη χώρα σας. Το βουνό πάνω στο οποίο τιμωρήθηκε από τον Δία εντοπίζεται από τους ιστορικούς στο Νακχιτσεβάν. Θα μου επιτρέψετε να το προφέρω στη γλώσσα σας: Ιλάν Νταγκ (Ilan Dag).

Αναφορές για τη χώρα σας υπάρχουν στην τραγωδία του Αισχύλου «Προμηθέας Δεσμώτης», ενώ ο Όμηρος χαρακτηρίζει την Κασπία ως «αμμώδη κοιτίδα».

Οι ιστορικοί Στράβων και Διόδωρος Σικελιώτης μιλούν για τις πολιτιστικές σχέσεις των δύο λαών, ενώ ο πατέρας της Ιστορίας Ηρόδοτος αναφέρεται στη Μηδία, τον τόπο όπου σήμερα ευρίσκεται το Αζερμπαϊτζάν.

Και βέβαια κανείς δεν ξεχνά τον μεγάλο Αζέρο ποιητή Νιζάμι Γκάντζαβι (Nizami Ganjavi) ο οποίος αφιέρωσε το τέταρτο έπος του, Ισκαντάρναμα (Iskandarnama), στον Μέγα Αλέξανδρο. Σημειώνεται, τέλος, ότι κατά την ιστορική διαδρομή του ο Μέγας Αλέξανδρος έστειλε μήνυμα φιλίας στον Ηγεμόνα της Μηδίας Ατροπάτη, ο οποίος του το ανταπέδωσε εξίσου θερμά.

Ας αναφερθούμε τώρα δι’ολίγων στα ελληνικά γράμματα. Εδώ, γλώσσα, φιλοσοφία, ιστορία, τέχνη, όλα επικεντρώνονται στον άνθρωπο. Παρά το γεγονός ότι στην αρχαιότητα υπήρξαν πολλά ρεύματα ιδεών και πολλές φιλοσοφικές σχολές, στη βάση της η ελληνική φιλοσοφία, όπως και η ελληνική τέχνη, η ελληνική σκέψη γενικότερα είναι ανθρωποκεντρική. «Γνώθι σαυτόν» έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, προβάλλοντας ως προαπαιτούμενο την επίγνωση του εαυτού μας, για να μπορούμε να έχουμε και καλή γνώση του κόσμου, και μάλιστα του κόσμου ως συνόλου, όχι κατακερματισμένου και με τόσα στεγανά όπως είναι σήμερα.

Όπως είναι γνωστό, στην ελληνική γλώσσα είναι γραμμένα ορισμένα από τα αρχαιότερα κείμενα στον κόσμο. Τα αρχαιότερα έπη της Ευρώπης, τα έπη του Ομήρου (η Ιλιάδα και η Οδύσσεια), αλλά και πριν από αυτά, τα κείμενα της μυκηναϊκής γραμμικής γραφής Β΄, του 15ου αιώνα π.Χ. (1.450 – 1.200 π.Χ.), είναι γραμμένα στην Ελληνική, καθιστώντας τη γλώσσα αυτή την αρχαιότερη μαρτυρούμενη γλώσσα της Ευρώπης.

Ο Μέγας Αλέξανδρος την ελληνική γλώσσα διέδωσε στον κόσμο από την Ελλάδα μέχρι τις Ινδίες, την Ελληνική η οποία στην εποχή του ήταν περίπου όπως είναι σήμερα στον κόσμο η Αγγλική.

Τόσο τα κείμενα της κλασσικής αρχαιότητας, όσο και τα κείμενα των βυζαντινών χρόνων, ήταν γραμμένα στην Ελληνική, επιβεβαιώνοντας την αδιάλειπτη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας. Μιας συνέχειας που φθάνει μέχρι σήμερα, εφόσον η σημερινή ελληνική γλώσσα είναι η γλώσσα των αρχαίων χρόνων, λαμβάνοντας, βέβαια, υπόψη την φυσική εξέλιξή της μέσα στον χρόνο.

Εδώ, επιτρέψτε μου, να καταφύγω στην ποίηση και να αναφέρω το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ελληνικής γλώσσας, όπως το προσδιόρισε ο νομπελίστας Έλληνας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης στην ομιλία του κατά την παραλαβή του βραβείου Νόμπελ στη Στοκχόλμη το 1979 :

«Μου εδόθηκε να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρόλ’αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ, αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μια Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος […] στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Nα τι είναι το βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση».

Σε ενδεχόμενη παρατήρηση ότι οι ελληνικές σπουδές ενδιαφέρουν μόνο τους μελετητές του παρελθόντος θα άξιζε - νομίζω - να θυμηθούμε ότι οι βάσεις του Ευρωπαϊκού μας πολιτισμού ανάγονται, όπως είναι γνωστό, στον ελληνικό στοχασμό και σε ελληνικούς θεσμούς, στη ρωμαϊκή νομοθεσία και στη χριστιανική πίστη. Και, βεβαίως, τα μεγάλα ελληνικά κείμενα που σφράγισαν την ευρωπαϊκή σκέψη (τα κείμενα του Ομήρου, του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη, του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη και του Αριστοφάνη, του Ηροδότου και του Θουκυδίδη, του Πλουτάρχου, του Παυσανία, του Ιπποκράτη και του Γαληνού, για να αναφέρω μερικά από τις 4.000 περίπου κείμενα που έχουν μόνο σωθεί), προσέφεραν χιλιάδες βασικών εννοιών εκφρασμένων με χιλιάδες ελληνικών λέξεων που διαμόρφωσαν, καλλιέργησαν και πλούτισαν την ευρωπαϊκή σκέψη ιδίως από τα χρόνια της Αναγέννησης και εξής.

Και δεν θα ήθελα καθόλου να σταθώ στην ποσοτική προσέγγιση του θέματος της γλωσσικής συμβολής της Ελληνικής στην ευρωπαϊκή σκέψη, σε υπολογισμούς λ.χ. ότι τα 2/3 των λέξεων της Αγγλικής ανάγονται στις κλασικές γλώσσες, στην Ελληνική και στη Λατινική (κατά τον Άγγλο γλωσσολόγο David Crystal) ή ότι – συμπεριλαμβανομένων και των επιστημονικών όρων (Ιατρικής, Ζωολογίας, Φυσικής, Χημείας, Βιολογίας, Μαθηματικών, Ανθρωπιστικών Επιστημών κ.ά.)– τα δάνεια της Αγγλικής ανέρχονται σε πολλές δεκάδες χιλιάδων και κυριαρχούν στη διεθνή επιστημονική ορολογία. Περισσότερο μετράει η ποιοτική διάσταση: ότι έννοιες λεπτού, σύνθετου, απαιτητικού περιεχομένου είναι διεθνώς εκφρασμένες με ελληνικές λέξεις [δημοκρατία, πολιτική, διάλογος, ιδέα και ιδεολογία, ιστορία, θέατρο, δράμα, μουσική, ποίηση, μύθος, ήρως, φαντασία, αρμονία, συμμετρία, σύστημα, στρατηγική, ενέργεια, τεχνολογία, ηλεκτρικός, μέθοδος, κατηγορία, λογική, πρόβλημα, πρόγραμμα, θέμα, τύπος, φυσικός, θεραπεία, βίβλος, Χριστός, καθολικός, σχολείο, αθλητισμός, γυμνάσιο, λύκειο, φιλοσοφία, μαθηματικά, ρητορική ή τα σύγχρονα σάιμπερ (cyber-), μέγκα (mega-), νάνο (nano-), τέκνο (techno-), τέλε (tele-), χάιπερ (hyper-) κ.λπ.], και βεβαίως το ίδιο το όνομα Ευρώπη. Έτσι εξηγείται και το ότι στην Αγγλική, όταν αναζητείται μια νέα λέξη για να χαρακτηρίσει μια νέα έννοια και δεν ανευρίσκεται σ’ αυτή, λέγεται η φράση «Οι Έλληνες θα έχουν μια λέξη γι’ αυτό»!

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τα μεγαλύτερα και πλέον διακεκριμένα ανά τον κόσμο Πανεπιστήμια και Ακαδημαϊκά Ιδρύματα θεωρούν αυτονόητο να περιλαμβάνουν στα προγράμματά τους, για λόγους κύρους, αυτό που ονομάζουμε «ελληνικές κλασσικές σπουδές», με αναφορά στην ελληνική γλώσσα, φιλοσοφία και ιστορία. Να πώς ερμηνεύει το γεγονός αυτό ένα από τα πιο δυνατά μυαλά της σύγχρονης ευρωπαϊκής διανόησης που χάθηκε πρόσφατα, η Γαλλίδα καθηγήτρια Ζακλίν ντε Ρομιγύ. Γράφει: «Ο Θουκυδίδης εξηγεί τις επεκτατικές φιλοδοξίες της πόλεως των Αθηνών κατά τρόπο που αποτελεί τη βάση για να ερμηνεύσουμε τους πολέμους του 20ού και του 21ου αιώνα στην εποχή μας.» Η ίδια μάλιστα γράφει για την εξελικτική πορεία της ελληνικής γλώσσας: «Μια συνεχής ροή ελληνικών καινοτομιών επέτρεψε σ’ αυτή τη γλώσσα να ανανεώνεται συνεχώς, εκφράζοντας νέες ποιητικές και φιλοσοφικές ανακαλύψεις».

Τέλος, επειδή το πιο αδρό και αδιαμφισβήτητο χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτισμού στο πέρασμα των αιώνων είναι η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας, στην οποία αναφερθήκαμε ήδη, εκτιμώ ότι η λειτουργία ενός Κέντρου Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιό σας αποτελεί τη φυσική προέκταση μιας διαχρονικής επαφής με τον ελληνικό πολιτισμό, γεγονός για το οποίο αισθάνομαι ιδιαίτερη συγκίνηση.

Παράλληλα, με ιδιαίτερη ικανοποίηση παρατηρώ την ανάπτυξη της συνεργασίας των Πανεπιστημίων των δύο χωρών μας. Ειδικότερα, αναφέρομαι στις συμφωνίες συνεργασίας μεταξύ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Κρατικού Πανεπιστημίου Μπακού, του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και του Κρατικού Οικονομικού Πανεπιστημίου, του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του Κρατικού Πανεπιστημίου Μπακού, ενώ υπάρχει προοπτική ευρύτερης δια-πανεπιστημιακής συνεργασίας.

Ιδιαίτερα σημαντικό επίσης, θεωρώ το γεγονός ότι η τωρινή επίσκεψή μου στο Αζερμπαϊτζάν επισφραγίζεται με την υπογραφή του νέου προγράμματος πολιτιστικής συνεργασίας για την τριετία 2011-2013.

Σε ένα κόσμο εξελισσόμενο και μεταβλητό, υπάρχουν αξίες διαχρονικές και αναλλοίωτες. Αυτές οι αξίες ανάγονται στον πολιτισμό και βρίσκουν τη γνησιότερη έκφρασή τους σε έναν σύγχρονο ανθρωπισμό, στην καλλιέργεια των γραμμάτων και της επιστήμης με έναν τρόπο που να οδηγεί από τις γνώσεις στη γνώση, σε ό,τι οι Έλληνες αποκάλεσαν σοφία, τη γνώση συνδυασμένη με την αρετή και την ηθική.

Αξιότιμε κύριε Πρύτανη,

Κυρίες και Κύριοι,

Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω ιδιαίτερα για την σημερινή τιμή και να ευχηθώ κάθε επιτυχία στο έργο σας.-

Κάρολου Παπούλια: ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ ΣΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

[Ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κάρολου Παπούλια κατά την τελετή αναγόρευσής του σε Επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς, Ίδρυμα Ευγενίδου, 10 Μαρτίου 2011]


Αποτελεί ξεχωριστή τιμή για μένα η αναγόρευσή μου σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς.

Επέλεξα να μιλήσω, σήμερα, για τη σημασία που έχει η σύνδεση της θεωρίας με την πράξη στις Διεθνείς Σχέσεις, ακριβώς γιατί η συγκυρία ευνοεί τέτοιου είδους προβληματισμούς. Οι ηγεσίες της Ευρωζώνης, για παράδειγμα, συμφωνούν, σε θεωρητικό επίπεδο, ότι το κοινό μας νόμισμα ταυτίζεται με την κοινή μοίρα των λαών μας. Στην πράξη, ωστόσο, δεν έχουν ληφθεί οι αποφάσεις εκείνες που θα προστατεύσουν το ευρώ από την κερδοσκοπία.

Αύριο θα πραγματοποιηθεί μία πολύ σημαντική έκτακτη Σύνοδος Κορυφής των ηγετών της Ευρωζώνης. Στις 25 Μαρτίου, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων των «27» θα κληθούν να πάρουν ιστορικής σημασίας αποφάσεις. Για την ώρα, καταγράφονται παλινωδίες και δισταγμοί στην αντιμετώπιση της κρίσης χρέους από την οποία δοκιμάζονται οι χώρες της περιφέρειας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καθυστερήσει δραματικά να προωθήσει το ευρωομόλογο, το οποίο θα ανέκοπτε τη δυναμική των κέντρων εκείνων που επιδιώκουν να βυθίσουν εθνικές οικονομίες, για να κερδίσουν από το «τζογάρισμα» στη χρεοκοπία. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αργούν να αντιδράσουν, αφήνοντας τις κρίσεις να εξελιχθούν και τα προβλήματα να γιγαντωθούν. Αυτή τη φορά, όμως, διακυβεύονται περισσότερα: Αν οι πολιτικές ηγεσίες δεν καταφέρουν να ανακτήσουν τον έλεγχο από τα οικονομικά κέντρα που έχουν θέσει σε ομηρία την ευρωζώνη, τότε δεν θα διακυβευθεί απλώς η ευημερία των λαών, αλλά η ίδια η προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η Ευρώπη πρέπει να διδαχθεί από τη σημερινή κρίση. Να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων από τις αγορές και να καλύψει τα θεσμικά κενά και τις αδυναμίες στο σύστημα οικονομικής διακυβέρνησης της ευρωζώνης.

Η Ευρώπη πρέπει να δώσει μια συνολική, μια ολοκληρωμένη απάντηση στην κρίση. Μόνον έτσι θα καταφέρει να πείσει τους Ευρωπαίους πολίτες -που σηκώνουν το μεγάλο βάρος της κρίσης- ότι οι βασικές αξίες και αρχές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η Ένωση παραμένουν επίκαιρες και έχουν μέλλον.

Χρειάζεται, επομένως, να αναζητηθεί ισορροπία ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία και στις πολιτικές στήριξης της ανάπτυξης και της απασχόλησης. Τα μέτρα που θα ληφθούν πρέπει να αποβλέπουν και στην προστασία της «κοινωνικής Ευρώπης», που υπήρξε διαχρονικά ένα από τα βασικά συστατικά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Θέλω όμως, στο σημείο αυτό, να τονίσω το εξής: Δεν πρέπει -ούτε είναι στις προθέσεις μου- να μεταθέτουμε σε άλλους, τρίτους, τις αυταπόδεικτες ευθύνες που έχουν οι δικές μας κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών- μέλος των οποίων υπήρξα και ο ίδιος- για την οικονομική κατάσταση της χώρας. Ούτε να υποτιμάμε τις χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, γιατί αυτές ευθύνονται κυρίως για τη διεύρυνση της κρίσης και συνιστούν εμπόδιο για την ανάκαμψη.

Είναι αναγκαίο, εκτός από την Ευρώπη, να αντλήσουμε κι εμείς διδάγματα από την κρίση και να αναλάβουμε πλήρως τις ευθύνες που μας αναλογούν για την αντιμετώπισή της.

Γιατί είναι προφανές ότι η σωτηρία της χώρας, που την οφείλουμε στα παιδιά μας και στις επόμενες γενιές, εξαρτάται πρωτίστως από εμάς τους ίδιους. Και γιατί, επίσης, μόνον έτσι μπορούμε να διεκδικήσουμε, με αξιώσεις και επιχειρήματα, τη συνδρομή των εταίρων.

Κύριε Πρύτανη, Κυρίες και Κύριοι,

Με βάση αυτή τη διαπίστωση, πρέπει στη χώρα μας να γίνουν ουσιώδεις αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, κυρίως στους τομείς της οικονομίας, της υγείας, της παιδείας και της δημόσιας διοίκησης. Στο πλαίσιο της παρούσας ομιλίας, αρκούμαι απλώς στην ακόλουθη διατύπωση που αφορά την οικονομία μας: Είναι κοινή διαπίστωση ότι επείγει η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, απαιτείται, μεταξύ άλλων, και η ενίσχυση της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας. Οι επιχειρηματίες οφείλουν να αναλάβουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί για την έλλειψη ανταγωνιστικότητας της χώρας – αφού, σήμερα, οι εξαγωγές χωρίς επιδοτήσεις αποδεικνύονται δύσκολες. Από την άλλη πλευρά, το κράτος επιβάλλεται να αναλάβει τις ευθύνες του απέναντι στους επιχειρηματίες εκείνους που, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλουν, βρίσκουν απέναντί τους ένα κράτος δύσκαμπτο, μίζερο και αντιπαραγωγικό, το οποίο, αντί να δίνει ώθηση στις προσπάθειές τους, τις παρακωλύει.

Αξίζει να επισημανθεί ότι η αύξηση της αξίας των εξαγωγών μας, στο πρώτο δεκάμηνο του 2010, κατά 4,3% (ένα ποσοστό που σχετίζεται, βέβαια, και με τη χαμηλή βάση εκκίνησης του προηγούμενου έτους), θεωρείται, από αρμόδιους φορείς, ελπιδοφόρο μήνυμα. Μια δυναμική εξωστρέφεια όλο και περισσότερων επιχειρήσεών μας θα έχει ευεργετική επίδραση στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, εφόσον υπολογίζεται ότι μια αύξηση των εξαγωγών κατά 4% επιφέρει, μεσοπρόθεσμα, μία μόνιμη άνοδο του ΑΕΠ μας κατά 1%.

Κύριε Πρύτανη, Κυρίες και Κύριοι,

Επιτρέψτε μου, τώρα, να διατυπώσω κάποιες πιο γενικές παρατηρήσεις για το ζήτημα της σημασίας της σχέσης της θεωρίας με την πράξη, όσον αφορά την χάραξη και άσκηση μιας αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής.

Το θέμα απασχολεί τόσο εσάς ως δασκάλους της διεθνούς πολιτικής, όσο και την πολιτική ηγεσία του τόπου, που, στο σύνολό της, φροντίζει ώστε η εξωτερική μας πολιτική να μη χαράσσεται συγκυριακά, αλλά να είναι, όσο γίνεται μακρόπνοη και προορατική. Και λέω «όσο γίνεται», αφού συχνά η Ιστορία μας εκπλήσσει όλους, με τα ξαφνικά «γυρίσματά» της και τις ανατροπές της.

Τα πρόσφατα γεγονότα σε χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, δείχνουν ότι πρέπει να μελετάμε σε βάθος τις «υπόγειες» πολιτισμικές, οικονομικές και πολιτικές διεργασίες.

Η Ελλάδα ακολουθεί τις εξής τρεις κατευθυντήριες αρχές στη διεθνή της συμπεριφορά: πρώτον, είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να προασπίσει την εθνική της ανεξαρτησία και τα εθνικά συμφέροντα, με τον πιο αποφασιστικό τρόπο, δεύτερον, σέβεται τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και πιστεύει στην ανάγκη τήρησης και εφαρμογής τους απ’ όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της διεθνούς κοινότητας, και, τρίτον, δρα μέσα στο προνομιακό περιβάλλον της μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας, για να επιτύχει ένα καλύτερο μέλλον για την ίδια, αλλά και για να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας πιο ισχυρής και αποτελεσματικής -σε επίπεδο ασκουμένων πολιτικών- Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με βάση αυτές τις τρεις καταστατικές αρχές της εξωτερικής μας πολιτικής, μπορούμε να χαράξουμε στρατηγικές και επιμέρους τακτικές, που να λαμβάνουν υπ’ όψιν όσο το δυνατόν πιο πολλές σταθερές αλλά και μεταβλητές του διεθνούς συστήματος, όπως είναι:

1) οι πολιτικές και οικονομικές διεργασίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο και στο εσωτερικό της γείτονος Τουρκίας. Οι οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση εξάλλου αφορούν όχι μόνον την Ελλάδα, την Ιρλανδία και τις άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου, αλλά το ίδιο το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ευρωπαϊκής συμπολιτείας,

2) η ανάδυση νέων δυνάμεων στο διεθνές πολιτικό στερέωμα, όπως είναι, κυρίως, η Κίνα, αλλά και η Ινδία, το Ιράν και η Βραζιλία,

3) η οικονομική και στρατιωτική ανόρθωση της Ρωσίας, τα τελευταία χρόνια, και η σημασία αυτού του γεγονότος για την ευρωπαϊκή και την ενεργειακή πολιτική,

4) η τεράστια κλιματική αλλαγή στον πλανήτη μας, που εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για το φυσικό περιβάλλον και την υγεία όλων μας,

5) η αφύπνιση και εξέγερση των αραβικών λαών, που διεκδικούν ελευθερία και δημοκρατία.

Ξεχωριστή θέση για τη χώρα μας που δέχεται το 80% των μεταναστών της Ένωσης έχει βέβαια η ένταση των μεταναστευτικών ροών και η διαχείριση αυτής της σύνθετης κατάστασης.

Κύριε Πρύτανη, Κυρίες και Κύριοι,

Κλείνοντας την ομιλία μου, επιτρέψτε μου να εκφράσω την αισιοδοξία μου ότι τόσο η χώρα μας, όσο και η Ευρώπη, θα ξαναβρούν γρήγορα το βηματισμό τους. Είμαι αισιόδοξος, γιατί πιστεύω στις αστείρευτες δημιουργικές δυνάμεις του λαού. Δεν λησμονώ, επίσης, ότι το μεταπολεμικό εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης συνάντησε, στην πορεία του, πολλές δυσκολίες. Πάντοτε, όμως, οι Ευρωπαίοι πολίτες έβρισκαν τους τρόπους για να τις ξεπεράσουν. Πιστεύω ακράδαντα ότι το ίδιο θα συμβεί και σήμερα.

Σας ευχαριστώ.-

Γιάννης Κορίδης, "Κλειστός χώρος"

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ

«και ενεθυμήθη ότι ήσαν σαρξ:
άνεμος παρερχόμενος, και μη επιστρέφων»
[Ψαλμός οη΄- 39]

Η ποιητική συλλογή «Κλειστός χώρος» του Γιάννη Κορίδη, από τις εκδόσεις Ιωλκός, μας δίνει την ευκαιρία να εκφράσουμε την συγκίνηση και το θαυμασμό μας, εστιάζοντας το φακό μας σε κάποιους από τους στίχους της, αφού εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να αναφερθούμε σε όλους.

Τι είναι αυτό που αντικρίζει στον καθρέφτη ένας άνθρωπος ευγενής, μειλίχιος, στωικός και ανατρέπει το ρυθμό του; Σίγουρα όχι ο εαυτός του.

Με την ικανότητα του Μάντη βλέπει το λεηλατημένο τοπίο που θα συναντήσει κανείς, όταν το ποίημα δεν γράφεται στην ώρα του, γι αυτό και μας παροτρύνει:

Μην αναβάλεις την κατάθεσή του στο χαρτί

Ώστε να «μη χαθείς, στο μεγάλο δάσος, να μη γίνεις χώμα, στάχτη και σύννεφο».

Να μη χαθεί η σημαίνουσα αξία του. Γιατί, τότε θα έρθει η

Ατέλειωτη σιωπή
Στα μη κατονομαζόμενα
Στα επικίνδυνα
Στα άκρως απόρρητα

βιώματα πνευματικά, αγωνίες υπαρξιακές που απαιτούν να βγουν στο φως. Όπως κάποιες νύχτες, όταν

Έρχονται κάποιοι ποιητές και μ’ αναστατώνουν
Αφήνουν τους στίχους τους πάνω στο τραπέζι
Με κοιτάζουν και δε μιλούν

Μάταια τους παρακαλεί. Ψάχνουν τα χαρτιά του, τα συρτάρια του, αυτά που βρίσκονται στο βάθος του μυαλού του. Τα ψάχνει κι ο ίδιος. Ποιος είμαι; Από πού ήρθα, που πάω; αναρωτιέται.

Το άλλο πρωί ξυπόλυτος
Παίρνω τους δρόμους

Τον ακολουθούμε, με την ελπίδα να μας δοθεί η χάρη της μέθεξης στο όνειρο και της γνώσης του λογισμού του.

Στο ποίημα με τον τίτλο «Παράδοξα» αναπλάθει την πόλη υπό την σκέπη του θρηνωδού ουρανού και μ’ ένα ποιητικό «εσύ» βάζει τον αναγνώστη κάτω από τα φώτα, τα απροστάτευτα από το θρήνο του και τον εμπλέκει με το «παράδοξο» της ζωής, του θεάτρου, της ποίησης!

Και με τους στίχους
Με σακατεύεις κάθε βράδυ
Με τσακίζεις με πονάς….
Με ποια δύναμη λοιπόν
Με ποια αιτία ν’ αντισταθώ
Όταν γύρω μου
Βιβλία έπιπλα
Χορεύουν

εκφράζεται ο άφατος πόνος που αναιρεί τη λογική και την τάξη του κόσμου.

Μπροστά μας προβάλλει η οδός Ιπποκράτους, αριθμός 65, όπου λειτουργούσε για επτά ολόκληρα χρόνια κάτω από τη μύτη της χούντας το παράνομο τυπογραφείο. Μερόνυχτα μάτωναν τα χέρια του κι έπαιζε κάθε μέρα, πάνω στο μάρμαρο, κορώνα γράμματα τη ζωή του, αντιστεκόμενος..

Μόνη καταφυγή τα ποιήματά μου

θα τραγουδήσει.

Γνωρίζει ότι η ποίηση έχει κάτι που μας ξεπερνά, κάτι που βρίσκεται στη γρήγορη σύμπτυξη της ουσίας.

Η συνάντηση με τον Οιδίποδα τον αφήνει φαινομενικά αδιάφορο; Τον βλέπει να σέρνεται τυφλός, τον εκλιπαρεί για λίγο νερό, τον ακούει να καταριέται τη Θήβα και τη μάνα του και τον προσπερνά. Τι είναι αυτό που τον τρομάζει;

Πιο κάτω από το θολωτό γεφύρι
Ένιωσα την τελευταία κραυγή του
Είδα τον ουρανό να σκίζεται στα δύο

Από την ώρα εκείνη
Κουβαλώ το δήμιο μέσα μου
Γράφω ποιήματα και παραμιλώ

Αύριο μεθαύριο αλλάζω προσωπείο

Ποιο αίνιγμα μας καλεί να λύσουμε ο Ποιητής; Εμείς, που δεν έχουμε το χάρισμα του Οιδίποδα;

Πολλές φορές τον απασχολεί η έννοια του θανάτου, τον οποίο παρομοιάζει με άγγελο που μας σημαδεύει:

Όπου να ’ναι θα σβήσουν τα φώτα
Οι άλλοι που έρχονται
Θα μας πάρουν το σπίτι

Άλλοτε πάλι κάτι αόρατο τον οδηγεί σ’ ένα εσωτερικό μονόλογο σε μια προσευχή, προς τον Άγγελο προστάτη

Για κείνο το παιδί το επαρχιωτόπουλο
Το τόσο άγουρο στην αμαρτία:
Κάτω από τις φτερούγες σου
Διάφανο νερό
Συνεχίζει να γράφει
Τα ποιήματά του

Ενώ, άφτεροι Άγγελοι χορεύουν στα πόδια του θεού μαζί με την καρδιά του.

Σεπτέμβρης, Σαλαμίνα, Σικελιανός, Καραϊσκάκης. Ό,τι προσωπικό κι αν σηματοδοτούν για τον ποιητή ένας μήνας, ένα νησί, δύο μεγάλες μορφές, η μία της ποίησης, η άλλη της ιστορίας, με το φεγγάρι από πάνω τους, φωτοστέφανο, μας επιτρέπει ν’ αναγνωρίσουμε το Σεπτέμβρη της περισυλλογής και του απολογισμού. Τη Σαλαμίνα, τη θυγατέρα του Ασωπού, την πόλη του Αίαντα, την πατρίδα του Ευριπίδη, το νησί του θριάμβου της δικαιοσύνης στην αδικία. Να αναπλάσουμε την αγγελική μορφή του Σικελιανού, συνέχεια της αρχαίας παράδοσης και του Γεωργίου Καραϊσκάκη, μπροστάρη, του νέου Ελληνικού κράτους!

Κι ύστερα το παιχνίδι της μνήμης, παρόν και παρελθόν ανταμώνουν στον ακαθόριστο χωρόχρονο. Η φιγούρα του Πατέρα, όμοιος με τον Αϊ-Γιώργη, το δρακοκτόνο, σύμβολο της επιβολής του καλού ενάντια στο κακό, του πνεύματος στην ύλη.

Μύθος, θρησκεία, πραγματικότητα σ’ ένα σκηνικό καταλύτη, αναστατώνουν τον άνδρα και καθώς αγγίζει τα ρούχα του πατέρα, μεταμορφώνονται και οι δυο σε αερικά και τρέχουν στο δάσος.

Η ανάμνηση του ήχου από το τρίξιμο της σκάλας που ανεβαίνει, το μαγκανοπήγαδο που γυρίζει τον φέρνει πίσω στην τρυφερή ηλικία και νιώθει εκείνη την ανησυχία της Μάνας που όλο την κρύβει για να μη φέρει αναστάτωση, να κρατήσει την γαλήνη του σπιτιού της. Ίσως κι εκείνη ξέρει, όπως και ο γιος της, πως ο Πατέρας δεν έφυγε ποτέ. Απλούστατα άλλαξε δωμάτιο

Τον είδα ένα βράδυ να κάθεται σταυροπόδι
Να χτενίζεται με την παλιά ξεδοντιασμένη τσατσάρα
Να έχει τα μάτια του κλειστά και να καπνίζει
Ξαφνικά ο πατέρας μου γίνεται σύννεφο
Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει να βρέχει

Η λυτρωτική βροχή, σαν την αγάπη που βγαίνει στο δρόμο και όλους τους θαμπώνει γιατί είναι η

Αγάπη αδελφή της γαλήνης των φτωχών
Κομμένη φέτα ψωμιού πάνω στο τραπέζι
Όπου πατείς φυτρώνουν τριαντάφυλλα
Όπου σταθείς εκεί αναβλύζει νερό
Αγάπη η ζωή σου κλειδώνει στον αστερισμό του δίνω
Λυρικός και νοσταλγός, κοιτάζει πίσω του το παιδί, που
Φυτεύει τριαντάφυλλα και γιασεμιά
Ανέμελο ανυποψίαστο
Για το λύκο που παραμονεύει.

Ρομαντικός νέος, διαπιστώνει ότι τα λόγια είναι φτωχά, ότι τώρα οι μαργαρίτες δε μαδούν, στέλνει στίχους με υπονοούμενα, τον πόθο ν’ απαλύνει.

Άνδρας Ερωτικός, υμνεί τη γυναίκα:
Πάνω στο σώμα σου γεννήθηκε η άνοιξη
Πάνω στο σώμα σου κοιμάται το φως
Ποιήματα μουσικές χορεύουν

Για να κλείσει ο κύκλος με μία παράκληση του ποιητή, παράκληση που ίσως θα έπρεπε να κάνουμε εμείς, αφού μέσα από την ποίηση οδηγούμαστε στην αυτογνωσία.

Κρατήστε αυτούς τους στίχους
Όσο γυμνοί είναι τόσο κρυώνουν
Δεν μπόρεσα ούτε ένα ρούχο να τους αγοράσω
Και τώρα που φεύγω
Δεν έχω πού να τους εμπιστευτώ

Έχε εμπιστοσύνη, Ποιητή, αυτοί που θα ακολουθήσουν, θα κρατήσουν τους στίχους σου για πάντα.

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

Π. Β. Πάσχου: ΠΙΣΩ ΑΠ’ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ (νέο ποίημα)

στον π. Παναγιώτη Καποδίστρια


Πέρ’ απ’ την ομορφιά προσπάθησε, όσο γίνεται,
να ιδείς την ωραιότητα, έστω κι αν δείχνει
να ξεπερνάει το μυαλό σου. Βάλε δύναμη
μέσ’ από την καρδιά σου : όλο εκείνο
το αίμα σου που γράφει τις απρόσιτες
σελίδες της ποιήσεως. Κι ας κρύβεται
ανάμεσα στους στίχους σου το νόημα∙ οι άξϊοι
μπορούν και το δϊακρίνουν πάντοτε,
περνώντας μέσ’ από τα περιθώρϊα
ή τα δϊάστιχα, και φτάνοντας ώς την ψυχή
του ποιητή, που πίσω απ’ τις λέξεις κρύβεται.
Η ομορφιά μπορεί∙ μα η ωραιότητα
δεν γίνεται να μπει και να χωρέσει
στα πράγματα που περιγράφονται.
---- * ----

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Όταν η φωσκολιανή βιβλιογραφία πλουτίζεται

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Από το 2007, οπότε στη Ζάκυνθο, με ποικίλους τρόπους, γιορτάστηκαν τα 180 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου μας ποιητή Ούγου Φώσκολου, ως σήμερα, πολλές εκδόσεις έγιναν, οι οποίες, εκτός των άλλων, συνετέλεσαν στην αποκατάσταση της φήμης του και στην παλιννόστηση του δημιουργού, ο οποίος, παρά την έντονη επιθυμία του, ποτέ δεν επέστρεψε στην «μητρική του γη», ούτε ζωντανός, αλλά ούτε και πεθαμένος.

Επανέκδοση έργων του, από τις τοπικές εκδόσεις «Τρίμορφο», η συγκέντρωση όλων των μεταφράσεων των περίφημων «Τάφων» του, από την Γεωργία Κόκλα Παπαδάτου, το μεγάλο και πολυσέλιδο αφιέρωμα των Επτανησιακών Φύλλων, άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά, αλλά και αρκετά άλλα, ξανάδωσαν στον μικρό Μπαρακιώτη της Ζακύνθου και μετέπειτα πολίτη του κόσμου την θέση που του αξίζει και τον επανέφεραν στην επικαιρότητα και την καθημερινότητα των συμπατριωτών του, θυμίζοντάς τους ότι στα χώματά τους γεννήθηκε και πως πάντα του ένοιωθε συμπολίτης τους.

Σημαντικότερο επίτευγμα αυτής της επετείου η ίδρυση ομώνυμου συλλόγου, ο οποίος σκοπό του έχει την ανοικοδόμηση του σπιτιού του εμπνευστή των «Χαρίτων», στην ίδια θέση και όπως ακριβώς ήταν προπολεμικά, για να μην χαθεί η μνήμη και να αποδοθούν τα δέοντα. Ψυχή αυτού του σωματείου ο Νίκος Λαλώτης, που έκανε αυτήν την υπόθεση σκοπό της ζωής του και μια σημαντική πλειάδα άλλων πνευματικών και όχι μόνο ανθρώπων του νησιού μας, οι οποίοι με μεράκι και μεθοδικότητα προσπαθούν να ξεπληρώσουν το μεγάλο χρέος στον μεγάλο ποιητή. Διοργάνωσαν μάλιστα και ημερίδα στον Λόφο του Στράνη, τα πρακτικά της οποίας πρόσφατα κυκλοφόρησαν σε έναν κομψό τόμο και δόθηκαν στο αναγνωστικό κοινό των Νεοελλήνων, που ακολουθώντας μια στείρα αντίληψη, συνεχίζουν να αγνοούν τον δικό τους ουσιαστικά Φώσκολο.

Το σημαντικότερο, όμως, στην περίπτωσή μας είναι πως η εκδοτική και όχι μόνο δραστηριότητα, η σχετική με τον κορυφαίο Ζακύνθιο, δεν περιορίζεται στην περίοδο της επετείου, όπως συχνά συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις, αλλά συνεχίζεται και μετά από αυτήν. Έτσι μπορούμε να ισχυριστούμε πως η συμπλήρωση των 180χρονων από τον θάνατο του Ποιητή, στάθηκε αιτία και αφορμή για μια επιπλέον γνωριμία και πως αυτή ήταν ένα ξεκίνημα και μια αρχή για μια πληρέστερη και κοιταγμένη με τη ματιά του σήμερα επαφή με τη μορφή και το έργο του.

Απόδειξη για όλα αυτά το βιβλίο του Διονύση Μουσμούτη «Ούγο Φόσκολο, ιστορικά και βιογραφικά παραλειπόμενα», το οποίο και αυτό κυκλοφόρησε από τις φιλοπάτριδες εκδόσεις «Τρίμορφο», τού πολλά προσφέροντος και με αυτόν τον τρόπο στον πολιτισμό μας Άκη Λαδικού.

Η καινοτομία αυτού του βιβλίου είναι το ότι ακολουθεί αυτό που παραπάνω υπαινιχθήκαμε. Βλέπει το φαινόμενο Φώσκολος (επιτρέψτε μου αυτήν την εμμονή με το «ω») μέσα από την τωρινή πραγματικότητα και το πρίσμα των ημερών μας και έτσι του δίνει επικαιρότητα και αιωνιότητα, μια και φαίνεται να αντέχει και να υπάρχει, σαν γνήσιο και αληθινό, που είναι από τη φύση του.

Ο Διονύσης Μουσμούτης μάς αποκαλύπτει ξανά το ταλέντο του να βρίσκει αρχειακές πηγές και τεκμηριωμένες μαρτυρίες και με το βιβλίο του αυτό, που στην ουσία είναι μια συγκέντρωση εργασιών του, που αφορούν τον Φώσκολο, φωτίζει τις στιγματικές για τον δημιουργό στιγμές, που έζησε στη Ζάκυνθο, μας δίνει πληροφορίες για την οικογένειά του, για το πολυσυζητημένο και στον καιρό μας σπίτι του, για την μετακομιδή των οστών του, που τα διεκδίκησε και η γενέθλια πόλη του ή μας γνωρίζει την περίπτωση του Αντριάνο Μαρκησίου Κολότσι, ο οποίος πρώτος θέλησε να αποθανατίσει σε ανάγλυφη πλάκα την μορφή του Ποιητή, στην πρόσοψη της οικίας του και η ενέργειά του αυτή ενέπνευσε τον μπαρμπέρη – ποιητή Γιάννη Τσακασιάνο.

Εκτός από τα παραπάνω ο Διονύσης Μουσμούτης στο νέο του αυτό, πολύτιμο για κάθε ζακυνθινό και όχι μόνο αναγνώστη, μας πληροφορεί για μια άγνωστη στο ευρύ κοινό μετάφραση των «Τάφων», από τον κερκυραίο Αντώνιο Μανούσο, μάς πρωτοπαρουσιάζει αθησαύριστα ποιήματα αφιερωμένα στον μικρό Νικολό και μετέπειτα Ούγο, στο πρωτότυπο και σε μετάφραση της Ήβης Καζαντζή και μας γνωρίζει στο πώς αντιμετώπισε η Αριστερά του Μεσοπολέμου τον μεγάλο αυτό Ζακύνθιο.

Πολύτιμο είναι το κεφάλαιο με τα βιβλιογραφικά του Ούγου Φώσκολου, το οποίο είναι ένα βασικό εργαλείο – κλειδί για όσους θέλουν να ασχοληθούν με την μορφή και το έργο του και συμπληρώνει παρόμοιες εργασίες, που έκαναν στο παρελθόν ο Διονύσης Σέρρας και η Φανή Καζαντζή.

Ξεκινώντας τον πρόλογό του στο βιβλίο του ο συγγραφέας επαναλαμβάνει και θυμίζει το γνωστό επίγραμμα του δασκάλου του ποιητή, του πολυτάλαντου και πολύπλευρου Αντωνίου Μαρτελάου, που χαρακτηριστικά συνοψίζει: «Του κάκου Φράγκο θέλουν να σε κάμουνε / που εισ’ Έλληνας τα Μνήματα φωνάζουνε».

Τελειώνοντας την ανάγνωσή του εγώ προσωπικά αισθάνθηκα το πόσο δίκιο είχε ο διδάχος της Ανάληψης και το πόσο στενόκαρδη είναι η νεοελληνική πραγματικότητα, σε αντίθεση με μια επτανησιακή αντίληψη, που άριστα μπορεί να εκφραστεί με την μορφή του Ούγου Φώσκολου.

Ο Διονύσης Μουσμούτης με το τελευταίο του αυτό βιβλίο βοήθησε πολύ σε αυτήν την διαπίστωση. «Η εικόνα του», μας λέει χαρακτηριστικά, «έγινε περισσότερο ιταλική απ’ όσο Ιταλός υπήρξε ο ίδιος». Και συμπληρώνει: «Σε τούτο ίσως συνετέλεσε και η αναβλητικότητα των Ελλήνων, που αργοπορημένα σκέφτηκαν να ζητήσουν τη μετακομιδή των οστών του από την Αγγλία όταν τα είχαν πάρει οι Ιταλοί. Ακόμα και το σπίτι του στη Ζάκυνθο, τελευταία στιγμή γλίτωσε από την κατεδάφιση. Αγοράστηκε το 1886 από τον Δήμο Ζακυνθίων, στεγάζοντας μέχρι την καταστροφή του από βομβαρδισμό του 1940 τη Φωσκολινή Βιβλιοθήκη».

Με το βιβλίο αυτό του Διονύση Μουσμούτη η Φωσκολιανή βιβλιογραφία στη χώρα μας αναμφίβολα πλουτίζεται. Ας ευχηθούμε σύντομα να ξαναχτιστεί το σπίτι του, απέναντι από τη νέα, μετασεισμική Οδηγήτρια, για να την στεγάσει.

Σάββατο 21 Μαΐου 2011

Κονσέρτο του Μότσαρτ με τον Σωτήρη Λουΐζο

ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΑΤΗ γράφει η ΜΑΡΙΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ


Το 1777 ο Μότσαρτ είναι 21 ετών και μόλις έχει παραιτηθεί από τα καθήκοντα του αρχιμουσικού της αυλής του αρχιεπισκόπου του Ζάλτσμπουρκ. Τη χρονιά αυτή η πινακοθήκη της Βιέννης αποκτά το αριστούργημα του Καραβάτζιο «Η Παναγία με το κομποσχοίνι» και ένα χρόνο πριν, το 1776, πλούτιζε τη συλλογή της με τα μεγάλα πολύπτυχα του Ρούμπενς.

Ο νεαρός Μότσαρτ εγκαταλείπει τη πατρίδα του για ένα μακρύ ταξίδι, που διαρκεί από τον Σεπτέμβριο του 1777 ώς τον Ιανουάριο του 1779 χωρίς την εποπτεία του πατέρα του. Για πρώτη φορά ανεξαρτητοποιείται και, εκτός από την ευθύνη για τη ζωή και την καριέρα του, έχει και τη φροντίδα της μητέρας του που τον συνοδεύει. Επισκέπτεται το Παρίσι, το Μόναχο, το Μάνχαϊμ. Συνθέτει εκκλησιαστική μουσική, ντιβερτιμέντα, και ένα από τα αριστουργήματά του, το κοντσέρτο για πιάνο KV 271, αρ. 9, το γνωστό ως «Jeunehomme» και είναι αυτό που παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος», στον κύκλο, «Η Καμεράτα Υποδέχεται Νέους Καλλιτέχνες», υπό την διεύθυνση του εξαίρετου νέου αρχιμουσικού Yang Yang, που απέσπασε το Α΄ Βραβείο στον διεθνή διαγωνισμό «Δημήτρης Μητρόπουλος» το 2006 και με σολίστ τον ταλαντούχο πιανίστα Σωτήρη Λουίζο που και εκείνος κέρδισε το σημαντικό βραβείο «Τζίνα Μπαχάουερ» του Ισπανικού Σωματείου «Mundo en Armonia» το 2004.

Η αναμέτρηση με τον Μότσαρτ δεν είναι ποτέ εύκολη και ήταν εύλογη μια κάποια αγωνία που μάς κατείχε για ένα τόσο δύσκολο, πρωτότυπο και τολμηρό έργο. Όλα όμως άλλαξαν, όταν ο νέος πιανίστας ακούμπησε τα πλήκτρα με τα ακροδάχτυλά του και ελευθέρωσε μία-μία τις νότες, ανασυνθέτοντας το Μοτσάρτειο σύμπαν.

Ένα έργο τέχνης πρέπει να ζει και να αναπνέει την ώρα της δημιουργίας, κάτι που με εξυπνάδα, ευελιξία και άκρα μουσικότητα οργάνωσε ο νέος Σολίστ.

Δίνοντας ανάσες στο έργο, ξεδίπλωσε με καλαισθησία την ομορφιά και την ορμή της σύνθεσης, τις ανησυχίες και τα ερωτηματικά της ηλικίας του Συνθέτη, τις δραματικές εντάσεις, το ξάφνιασμα και τις εκπλήξεις που μας επιφυλάσσει ο αγγελικός Μότσαρτ, όταν αποκαλύπτει το εσωτερικό κάλλος των πνευμάτων. Με εξαιρετική μαεστρία ανάπλασε το έργο και από απλούς ακροατές, μας μεταμόρφωσε σε στοχαστές γιατί φάνηκε από την αρχή ότι ένα από τα δυνατά σημεία του νέου ερμηνευτή ήταν η πνευματικότητα, στοιχείο άρρηκτα δεμένο με τον Μότσαρτ και το έργο του. Ο ήχος του έντονος, ξεχώρισε από την θαυμαστή Ορχήστρα Καμεράτα, άλλοτε δραματικός, άλλοτε θρηνητικός και σαν Άρχων Τραγουδιστής κυριαρχούσε, παρασέρνοντάς μας στη μουσική μέθη για να ακούσουμε την ίδια τη φωνή του Θεϊκού Μότσαρτ να τραγουδά, πέρα από την υφή του ήχου και του χρώματος, το μελαγχολικό, ουράνιο τραγούδι του!

Είναι συγκλονιστικό πώς το δύσκολο τούτο κοντσέρτο μιλά στον σημερινό ακροατή μέσα από την δεξιοτεχνία και την ευαίσθητη ερμηνεία του Σολίστ, ο οποίος διεισδύει στον πυρήνα της σύνθεσης, στα απoκεκρυμμένα αιώνια μυστήρια, στις αξίες και στους πόθους των ανθρώπων. Ανασύρει στο φως τον αέρα ελευθερίας, τη νεανική ερωτική ορμή, τη χάρη και τη λάμψη του φωτός, το λεπτό πνεύμα του διανοουμένου νέου, του μοναδικού, του αξεπέραστου, Wolfgang Amadeus Mozart.

Αποχωρήσαμε μαγεμένοι, κρατώντας μαζί με τα πολύτιμα μουσικά δώρα που μας πρόσφερε ο νέος πιανίστας Σωτήρης Λουΐζος το ήθος και την ευγενική μορφή του.

Ενωτιστές και Ριζοσπάστες στο Ιόνιο (1848-1864)

Γράφει ο Δημήτρης Αρβανιτάκης

Δρόμοι που άνοιξαν και δρόμοι που έκλεισαν για τις Επτανησιακές κοινωνίες του 19ου αιώνα

«Η αρχή των εθνοτήτων είναι γραμμένη στο σχέδιο της Θείας Πρόνοιας», έλεγε ο πλέον φιλοσοφημένος έλληνας ιστορικός του δέκατου ένατου αιώνα, ο ρομαντικός Ερμάννος Λούντζης. Γραμμένη ή όχι στο σχέδιο της Θείας Πρόνοιας, είναι αλήθεια ότι τούτη η αρχή κυριάρχησε στον αιώνα εκείνον, αποτελώντας τον πολικό αστέρα της δράσης των λαών, αλλά επιπλέον κυριάρχησε κατόπιν και στον τρόπο ανάγνωσης της ιστορίας των κοινωνιών του ίδιου εκείνου αιώνα. Με άλλα λόγια, σε πολύ μεγάλο βαθμό, η κατοπινή ιστορική έρευνα θέλησε να κατανοήσει και να ερμηνεύσει μονοσήμαντα την πορεία των κοινωνιών, τις ιδέες και τη δράση των ανθρώπων, υπό το πρίσμα της «εθνικής ολοκλήρωσης», της δημιουργίας δηλαδή των εθνικών κρατών. Αυτή, για μεγάλο διάστημα, αποτέλεσε τη βασική ερμηνευτική γραμμή, κινούμενη στην πολύ ολισθηρή περιοχή μεταξύ εθνικής ιδεολογίας και επιστημονικής έρευνας. Αυτή η ερμηνευτική κατεύθυνση υπήρξε βεβαίως πολύ αποτελεσματική στην ενίσχυση της εθνικής ιδεολογίας, μέσα από μηχανισμούς όπως η συγκρότηση του εθνικού πάνθεου (στοχαστών, πολιτικών, στρατιωτικών κ.λπ.): καθώς υποβαθμίζονται οι διαφορές, οι ανταγωνισμοί, οι αντιφάσεις και οι διαφορετικές κοσμοθεωρίες του παρελθόντος, προβάλλει μία ομοιογενής εικόνα του εθνικού παρελθόντος — μία ψευδεπίγραφη μεν, πολύ λειτουργική δε, εικόνα για το εθνικό κοσμοείδωλο. Οι διαφορές αμβλύνονται, οι συγκρούσεις στρογγυλεύουν και όλα τυλίγονται στην αύρα της «εθνικής ιδεολογίας». Ας στοχαστεί καθένας μας ποιες ήταν οι αληθινές σχέσεις, ανθρώπινες και ιδεολογικές, εκείνων που το ελληνικό κράτος έκρινε απαραίτητο να κοσμήσουν τα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών!

Τα παραπάνω μπορούν να χαράξουν ένα πλαίσιο ή μάλλον να ορίσουν δύο προκείμενες για την ιστορική ανάγνωση του παρελθόντος. Και είναι: α) ακόμα κι αν το κύριο αίτημα του δέκατου ένατου αιώνα υπήρξε, σε μεγάλο βαθμό, η εθνική ολοκλήρωση, ο ιστορικός δεν πρέπει να παγιδευτεί εντός αυτού του σχήματος και να κατανοήσει την ιστορία αποκλειστικά εντός αυτού του ορίζοντα και αποκλειστικά υπ’ αυτούς τους όρους˙ στόχος του ιστορικού είναι η κατανόηση της πολύπλευρης και βεβαίως αντιφατικής πραγματικότητας και όχι η καθυπόταξη στην ιδεολογία του έθνους. β) οι αντιθέσεις, οι αντιφάσεις και οι συγκρούσεις πρέπει να ιστορικοποιούνται, προκειμένου να κατανοηθούν, και όχι εξαερώνονται ή να οδηγούνται στη α-ιστορική μεταφυσική, ώστε να διαφυλαχτεί το ψευδεπίγραφο σχέδιο της εθνικής ομοψυχίας, του κατασκευασμένου πάνθεου, δηλαδή.

Γιατί όμως αυτές οι παρατηρήσεις σε μια συζήτηση περί «επτανησιακού Ριζοσπαστισμού» και περί «Ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα»; Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι τα δύο αυτά βεβαίως και συνδέονται, αλλά θέλω να υποστηρίξω ότι η έρευνά μας υπήρξε μονόπλευρη και η κατανόηση του Ριζοσπαστισμού στάθηκε ως τα σήμερα, αποκλειστικά συνδεμένη με το ιστορικό αίτημα των κοινωνιών του Ιονίου για την Ένωση. Ότι δηλαδή η πλειονότητα των μελετητών δεν επιχείρησε να κατανοήσει αυτόνομα και να ερμηνεύσει τον Ριζοσπαστισμό καθεαυτόν, ως ιστορικό φαινόμενο στην πολλαπλότητά του, μέσα στα ευρύτερα συμφραζόμενά του, ευρωπαϊκά και ελληνικά, αλλά νοηματοδοτήθηκε σχεδόν πάντα ετερόφωτα, μέσω της συζήτησης για την Ένωση. Θέλω να υποστηρίξω δηλαδή ότι η ερευνητική κατεύθυνση, που έχει επικρατήσει μέχρι σήμερα, συσκοτίζει σε μεγάλο βαθμό τα φαινόμενα, εφόσον προτάσσοντας την έννοια του έθνους (το υπαρκτό και ιστορικά δικαιολογημένο αίτημα για την Ένωση, δηλαδή), βλέπει πρόσωπα, ιδέες και φαινόμενα, υπ’ αυτό αποκλειστικά το πρίσμα, παγιδεύοντας την ιστορική μελέτη και αδιαφορώντας για την κατανόηση των θεμελιωδών αντιθέσεων των ιστορικών υποκειμένων.


Τι ήταν ο Ριζοσπαστισμός;

Τι ήταν ο Ριζοσπαστισμός; Αυτός δεν υπήρξε, όπως συνήθως υποστηρίζεται, ένα ενιαίο κόμμα ή κίνημα το οποίο «κάποια στιγμή διασπάστηκε», δεν υπήρξε ακριβώς «το πρώτο κόμμα αρχών στην Ελλάδα», ούτε ακόμα περισσότερο ένα «ενιαίο κίνημα στο εσωτερικό του οποίου διακρίνουμε τρεις τάσεις (κεντρώα, δεξιά και αριστερή)», όπως έχει επίσης προταθεί. «Ο επτανησιακός Ριζοσπαστισμός (1848-1864) είναι ένα κίνημα εθνικό, απελευθερωτικό και δημοκρατικό», ισχυριζόταν ο σημαντικότερος μελετητής του, ο Γιώργος Αλισανδράτος, στον οποίον οφείλουμε πολλές θεμελιακές μελέτες, καθώς και τη διαλεύκανση πολλών σχετικών ζητημάτων. Ο ίδιος, σε άλλη του μελέτη, γράφει: «Ο επτανησιακός Ριζοσπαστισμός (1848-1864), στη γνησιότερη έκφρασή του, όπως δηλ. εκδηλώθηκε στην Κεφαλονιά το 1848-1849 και ύστερα στη Ζάκυνθο, ήταν κίνημα εθνικό-απελευθερωτικό και αστικό-δημοκρατικό. Απαιτούσε δηλαδή την Ένωση της Επτανήσου με την ελεύθερη Ελλάδα σύμφωνα με την πολυδύναμη αρχή των εθνοτήτων και συγχρόνως εμπνεόταν από τα δημοκρατικά ιδανικά των γαλλικών επαναστάσεων του 1789 και του 1848 (λαϊκή κυριαρχία, ισότητα, ελευθερία, αδελφότητα)». Και αλλού: το «κίνημα είχε διπλό προσανατολισμό: εθνικό και δημοκρατικό. Με το πρώτο αίτημα απαιτούσε την Ένωση με την Ελλάδα, σύμφωνα με την “αρχή των εθνοτήτων” (καρμποναρισμός), και με το δεύτερο απέβλεπε στην επικράτηση των δημοκρατικών θεσμών στην Ελλάδα μετά την Ένωση, σύμφωνα με τη δημοκρατική ιδεολογία των δύο γαλλικών επαναστάσεων».

Ο Αλισανδράτος γνώριζε βέβαια τις τεράστιες «εσωτερικές» διαφωνίες των Ριζοσπαστών, ο ίδιος άλλωστε δημοσίευσε τα σχετικά κείμενα, αλλά παρ’ όλ’ αυτά, στο ερμηνευτικό του σχήμα επέμενε πάντα ότι μόνον «από ένα σημείο και μετά» οι «κοινωνικές ιδέες του Ριζοσπαστισμού εγκαταλείφθηκαν» κ.λπ. Ο ίδιος, νομίζω, αντιλαμβανόταν τη μεγάλη σύγκρουση, αλλά γοητευόταν και από τις δύο εκδοχές του: από τη μία οι θεμελιωτές, οι «αρχαϊκοί», οι «αγνοί ιδεολόγοι» (Ιωσήφ Μομφερράτος, Ηλίας Ζερβός-Ιακωβάτος, Δημήτρης Δαυής, Παναγιώτης Πανάς…) και από την άλλη ο Κωνσταντίνος Λομβάρδος και η ομάδα του, οι πραγματιστές, εκείνοι που υπηρέτησαν αποκλειστικά την Ένωση και στη δράση των οποίων κατά βάση οφείλεται η επιτυχία αυτού του σκοπού. Το ιδεολογικό πλαίσιο και τα προτάγματα του εικοστού αιώνα (και οι ιδεολογίες των κοινωνικών αγώνων, αλλά και η υπεράσπιση του έθνους) ενίσχυαν τη διπλή αυτή «γοητεία»: έπρεπε και να αναδειχτεί η σημασία της «αγνής ιδεολογίας» των «ακραιφνών Ριζοσπαστών» αλλά και να τονιστούν οι «εθνικοί αγώνες» του Λομβάρδου. Καμία από τις δύο πλευρές δεν έπρεπε να μείνει έξω από το εθνικό πάνθεον. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι αυτό: είναι να κατανοήσουμε τις ιδέες και τη δυναμική τους. Και αυτό απαιτεί άλλες ερευνητικές προϋποθέσεις.

Αποδεσμευόμενοι από τη μόνο φαινομενικά δεσμευτική σύνδεση «Ριζοσπάστες — αίτημα για Ένωση», μπορούμε ευχερέστερα να αντιληφθούμε ότι ο Ριζοσπαστισμός δεν ήταν ενιαίος, δεν ήταν ένα «κίνημα εθνικό-απελευθερωτικό και αστικό-δημοκρατικό» μαζί. Μπορούμε να αντιληφθούμε ότι υπό τον όρο αυτόν στεγάστηκαν δύο σαφώς διακριτές ιδεολογίες, δύο διαφορετικές στρατηγικές, δύο, όπως θα υποστηρίξω στη συνέχεια, διαφορετικές αντιλήψεις για την κοινωνική οργάνωση και το έθνος. Είναι αλήθεια, βεβαίως, ότι και οι δύο συμφωνούσαν ότι η απελευθέρωση του Ιονίου από τη βρετανική «προστασία» και η Ένωση των νησιών με την Ελλάδα ήταν μέσα στους κατά βάση επιδιωκόμενους σκοπούς. Αλλά, οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές είχαν πλήρη επίγνωση ότι αυτό δεν αρκούσε για να ταυτίσει τις θέσεις τους και να γεφυρώσει τις χαοτικές τους διαφορές. Στη στιγμή της μεγάλης και δημόσιας σύγκρουσης των κύριων εκφραστών των δύο απόψεων, ο Μομφερράτος έγραφε στον Λομβάρδο: «Μέγιστον χάσμα εξ ανάγκης μεταξύ ημών […] υπάρχη, του οποίου το μέγεθος δεν δύναται να ελαττόνη η τυχαία κατά τινα άλλα ομοφωνία» (28 Ιουνίου 1858). Η «τυχαία ομοφωνία» αφορούσε τον στόχο της Ένωσης και το «μέγιστον χάσμα» το ιδεολογικό πλαίσιο εντός του οποίου καθένας κατανοούσε και τοποθετούσε την Ένωση.

Υπ’ αυτή την οπτική, είναι απαραίτητο να επισημάνουμε ότι στην περίπτωση των Ριζοσπαστών δεν έχουμε να κάνουμε με ένα κόμμα με καταστατικές αρχές, περιχαρακωμένη ιδεολογία, σαφή δομή και όργανα εσωτερικής λειτουργίας, όσα γνωρίζουμε ότι είναι αυτονόητα για τη λειτουργία των κομματικών σχηματισμών. Έχει μεγάλη σημασία η παλιότερη παρατήρηση του Αντώνη Λιάκου ότι πρόκειται μάλλον για πυρήνες που λειτουργούσαν αυτόνομα και αυτοπροσδιορίζονταν, δίχως να προϋποτίθεται συμφωνία επί καταστατικών αρχών. Αυτό όχι μόνο είναι σαφέστατο για την εποχή της εμφάνισης των Ριζοσπαστών (1848-1849), αλλά και μπορεί κάλλιστα να εξηγήσει και την ευκολία με την οποία επήλθε εκείνο που η παραδοσιακή ιστοριογραφία αποκαλούσε «εγκατάλειψη των πρώτων, των κοινωνικών ιδεών», κατά την εποχή της εξορίας των Ζερβού και Μομφερράτου δηλαδή (1851-1857) και της επιβολής του Λομβάρδου (μετά το 1852) στον χώρο των Ριζοσπαστών. Γιατί ήταν ευκολότατη η επιβολή των αποκλειστικά εθνικών θέσεων του Λομβάρδου; Πρώτα, λόγω της ανυπαρξίας μίας ενιαίας και εξαρχής συμφωνημένης ιδεολογίας, πράγμα κατανοητό για τις τότε αντιλήψεις και λόγω της ανυπαρξίας πολιτικής πείρας. Και ύστερα, γιατί η απολυτοποιημένη ιδεολογία του Λομβάρδου (Ριζοσπαστισμός = Ένωση) βρισκόταν σε εμφανέστερη συμφωνία με την κυρίαρχη τάση της εποχής, την τάση δηλαδή που υπαγόρευε την επιδίωξη της εθνικής ολοκλήρωσης μέσα από μετριοπαθείς ή συντηρητικές πολιτικές και διπλωματικές λύσεις.


Η σύγκρουση και η ρήξη

Ο Λομβάρδος, όταν πρωτοεκλέχτηκε βουλευτής στη Ι΄ Ιόνιο Βουλή (φθινόπωρο του 1852), ως ικανότατος και ρεαλιστής πολιτικός που ήταν, όχι μόνον δεν προβληματίστηκε, λόγω της πλήρους ιδεολογικής του διαφωνίας με τον Μομφερράτο και τον Ζερβό, για την υιοθέτηση του όρου «Ριζοσπάστης», αλλά μάλλον τον αποδέχτηκε ασμένως, λόγω του προϋπάρχοντος εθνικού πυρετού, επιδιώκοντας εξαρχής να καρπωθεί το διαμορφωμένο κλίμα από τις διακηρύξεις, τους αγώνες και τους διωγμούς των πρώτων Ριζοσπαστών, περιθωριοποιώντας σταδιακά τον Μομφερράτο και εγκαταλείποντας πλήρως την ιδεολογία εκείνου. Όταν ο Μομφερράτος και ο Ζερβός επέστρεψαν από την εξορία (1857) και ήρθε η ώρα της σύγκρουσης με τον Λομβάρδο, ο τελευταίος είχε ήδη γίνει πανίσχυρος. Η σταδιακή σύγκρουση του Λομβάρδου, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1858, αλλά και την επόμενη χρονιά, αρχικά με τους ζακυνθινούς Ριζοσπάστες Δημήτριο Καλλίνικο και Γεώργιο Βερύκιο και στη συνέχεια με τον ίδιο τον Μομφερράτο, δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνειών. Ο Λομβάρδος κατηγορούσε τους αντιπάλους του για «κομμουνισμό» και ανατρεπτικές κοινωνικές ιδέες, οι οποίες θα μπορούσαν να εξοργίσουν τους «βασιλείς της Ευρώπης» και να υποσκάψουν την πορεία προς την Ένωση, διακηρύσσοντας μαζί ότι ο Ριζοσπαστισμός ουδέποτε είχε κοινωνική χροιά. Λοιπόν, αποφάσιζε να καθαρίσει το πεδίο από τις ιδεολογίες και τις στρατηγικές που θεωρούσε ότι αντιστρατεύονταν ή δυσχέραιναν τον εθνικό σκοπό: «Πότε, φίλτατε Ιωσήφ, ο λαός της Επτανήσου συνεταύτισε το ζήτημα της εθνικής αποκαταστάσεως μετά του ζητήματος της εφαρμογής της Δημοκρατίας εις το πολίτευμα, και του κοινωνισμού ή κομμουνισμού εις την πολιτείαν; Και ο Επτανήσιος και ο Μακεδών και ο Θεσσαλός και ο Κρης και όλον εν γένει το έθνος ουχί δι’ άλλο αγωνίζεται, ειμή δια να φθάση να ίδη τον πολιτικόν ένα και μόνον αρχηγόν του, από της πρωτευούσης των Κωνσταντίνων το έθνος κυβερνώντα και τον Αρχηγόν της Εκκλησίας του από τον άμβωνα της Αγίας Σοφίας την Ανατολήν ευλογούντα» (28 Ιουλίου 1858). Και ακόμα: «… η Αναγέννησις [η εφημερίδα του Μομφερράτου] κηρύττει άνευ δισταγμού ενώπιον της Επτανήσου και του έθνους ότι Ριζοσπαστισμός είναι ταυτόσημος με το δημοκρατικομμουνισμός. […] Αν τινές […], δύο ή τρεις εν Κεφαλληνία σοσιαλισταί ή κομμουνισταί αποκαλούνται Ριζοσπάσται, δεν έπεται εκ τούτου ότι όσοι αποκαλούνται Ριζοσπάσται είναι δια τούτο σοσιαλισταί ή κομμουνισταί». Για τον Λομβάρδο, ο Μομφεράτος και οι συν αυτώ ζητούσαν «εθνικήν ενταυτώ και δημοκρατικήν αποκατάστασιν, πολιτικήν συνάμα και κοινωνικήν ανάπλασιν», ενώ ο ίδιος θεωρούσε ότι «εις την τωρινήν θέσιν των ανατολικών πραγμάτων τοιαύται προσπάθειαι είναι λίαν επιζήμιοι εις τα εθνικά συμφέροντα» (5 Ιουνίου 1859). Συμφωνώντας με τον τελευταίο, η κερκυραϊκή εφημερίδα Νέα εποχή του Στέφανου Παδοβά (Απρίλιος 1858) έθετε πιο ρητά το ζήτημα: «Δεν είναι της παρούσης εποχής να υβρίζωμεν τους δυνατούς και να συζητήσωμεν περί εγκαθιδρύσεως κοινωνικής δημοκρατίας» και δίχως να μασάει τα λόγια της εχαρακτήριζε τους οπαδούς του Μομφερράτου «εθνοκατάρατους και επικατάρατους»!

Πού έγκειται, λοιπόν, η σύγκρουση, ποια είναι η αιτία της πλήρους διαφωνίας; Σύμφωνα με τον Μομφερράτο, η λύση του εθνικού ζητήματος (και εντός αυτής, η Ένωση των νησιών με την Ελλάδα) δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά, μαζί με την εθνική αποκατάσταση και των άλλων λαών, ήταν μόνον ένα βήμα στη μεγάλη πορεία της Ευρώπης και της ανθρωπότητας. Η εφημερίδα του, η Αναγέννηση (9 Απριλίου 1849), επικροτούσε τα συνθήματα που αναρτήθηκαν στο «Δημοτικό Κατάστημα Αργοστολίου» για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου της χρονιάς εκείνης: «Εθνική ανεξαρτησία — Ζήτω η απελευθέρωσις των λαών» και «Ελευθερία — Ισότης — Αδελφότης. — Ζήτω η Παγκόσμιος Δημοκρατία». Υπαινίχθηκα πριν ότι η ιδεολογία του Μομφερράτου προϋπέθετε μία εντελώς διαφορετική αντίληψη για τη φύση και την αποστολή του έθνους (όχι μόνον του ελληνικού). Ενώ, δηλαδή, για τους συντηρητικούς θιασώτες του έθνους, όπως ο Λομβάρδος, ο τελικός στόχος των λαών ήταν η εθνική ολοκλήρωση (στην ελληνική εκδοχή αυτό σήμαινε και την υποστήριξη της Μεγάλης Ιδέας), για τον Μομφερράτο και τον μεγάλο δάσκαλό του, τον Τζουζέππε Ματσίνι, η εθνική ολοκλήρωση του κάθε λαού ήταν απλώς ένα βήμα προς τη μεγάλη «ομόσπονδη Ευρώπη των εθνών» και την «παγκόσμια δημοκρατία». Ο Ματσίνι και ο κεφαλονίτης ακόλουθός του θεωρούσαν την αποτίναξη των τυραννικών δεσμών, την απελευθέρωση των εθνών και τη δημιουργία των εθνικών κρατών ως ένα ενδιάμεσο στάδιο για τη διαπαιδαγώγηση της ρεπουμπλικανικής και επαναστατικής συνείδησης των λαών, οι οποίοι θα οδηγούνταν κατόπιν στη δημιουργία της «Ευρώπης των εθνών». Εξ ου και η υπεράσπιση της δημοκρατικών αρχών, η πολεμική κατά των θρόνων και των βασιλιάδων, εξ ου και, για την περίπτωση του Μομφερράτου, η πολεμική ενάντια στον Όθωνα και ο διηνεκής αγώνας του υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας.

Οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι συγκρούστηκαν ακριβώς γι’ αυτό, τον Μάιο του 1859. Ο μεν Μομφερράτος για να υποστηρίξει ότι οι Ριζοσπάστες «ουδέ τας υπό του Ματσίνη κηρυττομένας ιδέας, […] ενόμισαν ποτέ διαφόρους των ιδικών των…» και ότι «τοιούτον χαρακτήρα έχων και τοιαύτην πορείαν ακολουθών ο Ριζοσπαστισμός, δεν ηδύνατο, ουδέ άλλως δύναται, ειμή εξ ανάγκης να συμβαδίζη με τον ευρωπαϊκόν και καθόλου Ριζοσπαστισμόν, τον αποβλέποντα εις την εκρίζωσιν πάσης τυραννίας, και εις την πολιτικήν και κοινωνικήν ανάπλασιν των λαών˙ επομένως και με τα κηρύγματα των απανταχού προμάχων και μαρτύρων της ελευθερίας και του δικαίου»˙ ο δε Λομβάρδος για να επαναλάβει ότι αν το θέμα του Ιονίου απέκτησε συμπάθειες στην Ευρώπη, αυτό έγινε «καθότι εθεωρήθη, ως πραγματικώς είναι, ομόθυμος πολιτική ιδέα ολοκλήρου της κοινωνίας, και ουχί ιδέα κόμματος και δη κόμματος Ματσινιανού…». Πλήρης διαφωνία.


Ιταλία – Ιόνιο: αναλογίες

Αν η ιστοριογραφία μας είχε φροντίσει να απεγκλωβιστεί από τα παραδοσιακώς παραδεδεγμένα και αν αρνιόταν να επαναλαμβάνει όσα με την επανάληψη μοιάζουν αυτονόητα, αλλά δεν είναι!, θα είχε αντιληφθεί ότι η σύγκρουση εντός του χώρου των Ριζοσπαστών προϋπέθετε την ύπαρξη δύο εντελώς διαφορετικών θεωρητικών αντιλήψεων και ότι δεν επρόκειτο απλώς για διαφορά τακτικής στη διεκδίκηση του εθνικού στόχου. Θα είχε επιπλέον διαπιστώσει ότι η σύγκρουση αυτή αντανακλούσε την ακριβώς ομόλογη σύγκρουση στον ιταλικό χώρο ως προς τη λύση του ιταλικού εθνικού ζητήματος, η οποία προσωποποιήθηκε αντιστοίχως στη σύγκρουση Ματσίνι και Καβούρ. Στην Ιταλία, όπως συνέβη και στο Ιόνιο, επιβλήθηκε η συντηρητική γραμμή του Καβούρ και περιθωριοποιήθηκε (ιδιαίτερα μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο) η ρεπουμπλικάνικη γραμμή του Ματσίνι. Και στην ιταλική περίπτωση, όπως και στο Ιόνιο, το Risorgimento δεν ήταν ένα ενιαίο κίνημα, κάθε άλλο, και η ήττα της ιδεολογίας και δράσης του Ματσίνι εσήμαινε την ήττα των κοινωνικών ιδεών και την τελεσίδικη επιβολή της προοπτικής του εθνικού κράτους, μία προοπτική που εξελήφθη ως ιστορική αναγκαιότητα, επιβάλλοντας, όπως και στην Ελλάδα, εκ των υστέρων μονόδρομες, ουσιαστικά δικαιολογητικές, ιστοριογραφικές αναγνώσεις. Είχε έρθει η ιστορική ώρα του έθνους, αλλά ακόμα της κοινωνίας…

Δυστυχώς, αν και είναι περισσότερο κι από αυτονόητο, ακόμα δεν έχει επιχειρηθεί παρά ελάχιστα η μελέτη της «αριστερής δημοκρατικής» (όχι κομμουνιστικής) ιδεολογίας του Μομφερράτου στο φως της «πολιτικής θρησκείας» του Ματσίνι. Όταν αυτό γίνει, θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε ότι η εκ μέρους του εντελώς διαφορετική εννοιολόγηση του έθνους, η τόσο έγκαιρη υπέρβαση της ιδέας του «έθνους-κράτους», οι δημοκρατικές αρχές του, οι απόψεις του για την αναγκαιότητα μόρφωσης και προστασίας των εργατικών τάξεων, οι θέσεις του για τη θεμελιώδη έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, διέφεραν εντελώς από τις αντιλήψεις των «ενωτιστών» για το έθνος και την κοινωνία (και στη θεωρία και στην πράξη). Σήμαιναν την είσοδο του ελληνικού κόσμου σε έναν νέο ιδεολογικό ορίζοντα, σε έναν νέο πολιτικό κώδικα, που έθετε ταυτόχρονα το εθνικό και το κοινωνικό ζήτημα με τρόπο ολοκληρωτικά διάφορο από εκείνον των «ενωτιστών». Και έστω κι αν η ιδεολογική εκείνη γραμμή ιστορικά ηττήθηκε, διευκόλυνε την είσοδο στον ελληνικό χώρο και στην ελληνική γλώσσα των νεωτερικών και εν πολλοίς επαναστατικών όρων κατανόησης της κοινωνίας και του κόσμου. Η σύγκρουση Λομβάρδου και Μομφερράτου, θεωρημένη μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα είχε να μας πει κάτι για την «αρχαιολογία» των πολιτικών ιδεών και της πολιτικής ορολογίας στην Ελλάδα. Οι κατηγορίες του Λομβάρδου π.χ. για «κομμουνισμό», έστω κι αν ούτε ο Ματσίνι ούτε ο Μομφερράτος υπήρξαν «κομμουνιστές», μπορούν να φωτίσουν το πεδίο διαμόρφωσης των όρων της δημοκρατίας και των νεωτερικών ιδεολογιών στην Ελλάδα, μπορούν να συνεισφέρουν στον εντοπισμό χαμένων κρίκων στη διαμόρφωση των ιδεολογιών στον τόπο και στη γλώσσα μας: έτσι, ακόμα και οι απόψεις του Καββαδία περί «συνεταιριστικών οργανώσεων» ή του Κονεμένου περί «κομμουνισμού» θα φάνταζαν λιγότερο μετέωρες. Ή ακόμα, θα ερμηνεύαμε καλύτερα την κατοπινή διαδρομή των οπαδών του Μομφερράτου (π.χ. του Πανά) και τον κρίσιμο ρόλο τους στη διάδοση των σοσιαλιστικών και ποικιλόχρωμων διεθνιστικών οργανώσεων στην κυρίως Ελλάδα και στον βαλκανικό χώρο.

Εν κατακλείδι. Η μακρά διαδρομή της ιστορίας του βρετανικού προτεκτοράτου στο Ιόνιο βρήκε την κατάληξή της στην ημέρα της Ένωσης των νησιών με την Ελλάδα — και ήταν αυτό η δικαίωση της όλο και αυξανόμενης επιθυμίας των πληθυσμών του, σε συμφωνία με την κυρίαρχη τάση στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Ταυτόχρονα, για την ιστορική μας γνώση και συνείδηση, η ίδια εποχή υπήρξε μία γόνιμη περίοδος αντιθέσεων, σύγκρουσης ιδεών και ποικίλων ζυμώσεων. Χρέος της ιστορικής γνώσης δεν είναι οι εκ των υστέρων «καταδίκες» ή «αθωώσεις», η «εξομάλυνση» αντιθέσεων ή η φιλοτέχνηση ενός δήθεν εθνικού παρελθόντος ομοφωνίας. Χρέος μας είναι η κατανόηση των μηχανισμών, των ιδεών, των αντιθέσεων, των δυνατοτήτων και των πιθανοτήτων, η κατανόηση του ιστορικώς δυνατού. Χρέος μας είναι να καταλάβουμε ότι πίσω από τις ιδέες κρύβονται οι άνθρωποι και ότι αν οι ηττημένοι μιας ιστορικής συγκυρίας επέλεξαν συνειδητά τον δρόμο της ήττας, γιατί δεν θέλησαν να αφομοιωθούν από τη λογική των νικητών, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να τους κάνουμε εμείς να αφομοιωθούν εκ των υστέρων.

[Πηγή: Ημέρα τση Ζάκυθος, 20.5.2011]
Related Posts with Thumbnails