© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο 16 Απριλίου 2011

Archimandrite Cleopas Strongylis: A MESSAGE FOR HOLY WEEK AND EASTER (αγγλικά και ελληνικά)


Behold, Your King Comes to You, Meek

“Christ’s Kingdom is not of this world.” Unfortunately, this fact is precisely what was overlooked by the adoring crowds who welcomed Christ into Jerusalem in a never-before-seen frenzy of enthusiasm. The citizens of Jersusalem thought that the time had arrived when Christ would overthrow the Roman rulers and send their armies fleeing. They were under the false impression that Christ had enter the city to replace Caesar and assume control of the empire. Those who were nurtured on the milk of the she-wolf (as you know, Rome’s founders Romulus and Remus were raised by a wolf), as well as those who spurned Him who fed them with manna from heaven when they were wandering in the desert thought that Christ’s reign would be an earthly one. Their understanding of the Kingdom of God was so misguided that they came to the point of crucifying Jesus just a few days later – the same person whom all of Jerusalem turned out to welcome with cries of Hosanna!

They could not understand that Christ’s throne would not rest in Rome. His earthly throne was set up by His countrymen and compatriots at his sight of martyrdom, Golgotha. Earlier today, we heard an hymn saying that “those who previously praised you with palms, came afterwards to apprehend you with clubs.”

The self-serving Pharisees, with their hardened hearts, and all their followers could not understand that Christ came to rule over the hearts of men and to free them from the death sentence that had been hanging over the human race since the days of Adam and Eve. He came to solve mankind’s age-old problem and worst nightmare – mortality – not to rule over earthly domains and realms.

The Pharisees never understood that this King’s purpose was not to display His strength through brute force and economic might (as all earthly kings and rulers have done from ancient times until today) in order to secure His realm, but to free humanity from death. Christ’s arrival signals the freedom of man from the bonds of death and the tyrannical necessity that goes hand in hand with a strictly biological existence, where the laws of nature take precedence over the social needs of a community of love.. Our Lord and Savior relied on humility, self-sacrifice, ecstatic love as His sole “weapons” in this “struggle for freedom.”

Sadly, even today, many continue to remain oblivious to this call to liberty and the “good news” of the Gospel that proclaim the establishment of this kingdom all across the world for all those desiring to become “citizens of heaven.” Like Dostoesvky says in the Brothers Karamazov, if the Lord were to appear today on earth in His former form, the rulers of this age would crucify Him once again!

There are many people who still do not believe in God, because they do not accept His Resurrection, nor can they accept the fact that vivid and communicated empirical knowledge can take precedence over their (questionable) logic, which they have been idolizing for centuries. Of course, the worse thing about idols is that their makers usually impose their worship upon others – and usually through the use of force. It’s not enough that they fools themselves and opt for a lonely, antisocial, and pitiful self-love, but they want to impose this sick way of thinking and miserable way of life upon others!

They don’t accept the words of the Holy Gospel, arguing that the scriptures don’t adhere to scientific laws and theories. But do these laws and theories really withstand the test of time. The answer is a resounding No.

Others put forth the outdated argument that if God existed, there would not be any wars in the world, or so much injustice, sickness, misfortune, and other terrible things. But the real question is whether it is really God’s fault that man has man has strayed from His teachings and the direction that Christ has given us? If only earthly leaders could accept Christ with love and simplicity, there would be no need for wars or domination. But whether these wars are fought with swords and knives, guns, bombs, or through the latest type of warfare – economic warfare – the absence of Christ guarantees misery for the victors and vanquished alike.

Do we really want Christ to act as a punisher? Do we envision Him to be a warlord with canons and smart bombs? Do we wish for Him to be a dictator? Certainly not. And more importantly – neither does He. God does not operate by imposing His will. In the end, God is the Only one in this world who truly respects freedom and operates based strictly on love, not personal interest. On Holy Thursday, we will hear in the Gospel how the high priest Kaiafas justified Christ’s murder by arguing that “it is expedient for us, that one man should die for the people.”

Out of His manic love for mankind, Christ willingly takes up the heavy cross on His back. This cross did not belong to Him, but He was the only one who could carry it, and transformed it from an instrument of death and shame into a symbol of victory.

Christ came down to earth as a humble man, not to condemn us but to show us mercy. He came as a helper, not as a punisher. That’s why after His Resurrection, He did not remain on earth to terrify and exact revenge upon those who crucified Him, like the ephemeral rulers of this earth who endlessly plot to punish their enemies.

Christ respects man’s freedom, and He does not desire that we follow Him out of psychological intimidation. He preferred to give Himself over, to allow Himself to fall into the hands of lawless men, and to be sacrificed, rather to sacrifice and abolish the freedom of mankind. In closing, I would like to share with you a beautiful hymn that will be sung during tonight’s Nymphios Service written by Cosmas the hymnographer: “All will know you to be my disciples if you keep my commandments, the Lord told his friends as He headed towards His Passion. Be at peace with one another and be humble, and by coming to know me, praise the Lord unto the ages.” As St. Paul the Apostle says “for such an Archpriest befits us.” Meek, humble, and holy.¨


ΙΔΟΥ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΣΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΟΙ ΠΡΑΫΣ

«Η Βασιλεία του Χριστού ουκ έστι εκ του κόσμου τούτου». Αυτό δεν κατάλαβαν δυστυχώς οι Εβραίοι, όταν υποδέχονταν τον Χριστό στα Ιεροσόλυμα, μέσα σε ένα πρωτοφανές για την εποχή παραλήρημα ενθουσιασμού. Νόμιζαν πως ήρθε η ώρα πια και σε λίγο ο Χριστός θα ανέτρεπε την αυτοκρατορία της Ρώμης και θα διέλυε τον Ρωμαϊκό στρατό. Νόμιζαν ότι θα αντικαθιστούσε τον Καίσαρα και θα αναλάμβανε μόνος του την αυτοκρατορία, με έδρα την Ιερουσαλήμ. Όσοι μεγάλωσαν με το γάλα της Λύκαινας (σ.σ. ως γνωστόν οι ιδρυτές της Ρώμης ανετράφησαν από λύκαινα), και όσοι πάλι γόγγυζαν εναντίον Εκείνου που τους έθρεψε με μάννα, όταν επλανούντο στην έρημο (πρβλ. Παλαιά Διαθήκη), νόμιζαν ότι η εξουσία του Χριστού θα ήταν κοσμική. Οι αντιλήψεις τους περί της Βασιλείας του Θεού ήταν τόσο διαστρεβλωμένες που έφτασαν σε σημείο να σταυρώσουν λίγες μέρες αργότερα, αυτόν για τον οποίο σείστηκαν ολόκληρα τα Ιεροσόλυμα την Κυριακή των Βαΐων.

Δεν κατάλαβαν ότι ο θρόνος του Χριστού δεν θα στηθεί στην Ρώμη. Ο επίγειος θρόνος του στήθηκε από τους συμπατριώτες και ομοεθνείς του στον μαρτυρικό Γολγοθά. Την Κυριακή των Βαΐων η Εκκλησία ψάλλει «μετά κλάδων υμνήσαντες πρότερον, μετά ξύλων συνέλαβον ύστερον, οι αγνώμονες Χριστού, Ιουδαίοι τον Θεόν».

Δεν εννόησαν οι ανόητοι και πορωμένοι Φαρισαίοι, και όσοι τους ακολούθησαν, ότι ο Χριστός ήρθε για να βασιλέψει στις καρδιές των ανθρώπων και να τους ελευθερώσει από την θανατική καταδίκη που ακολουθούσε τον άνθρωπο από την εποχή των πρωτοπλάστων, την εσχάτη των ποινών που αποτελούσε το αιώνιο πρόβλημα της ανθρωπότητας και τον ζωντανό εφιάλτη ενός εκάστου ανθρώπου, και όχι να κυριέψει γήϊνους τόπους και βασίλεια.

Δεν κατάλαβαν ότι ο σκοπός Του βασιλιά Αυτού δεν ήταν η επίδειξη δύναμης και η χρήση βίας για την επιβολή ενός νέου καθεστώτος, αλλά η απελευθέρωση του λαού από τον αιώνιο εχθρό του, τον θάνατο. Ο ερχομός του Χριστού σηματοδοτεί την ελευθερία του ανθρώπου από τα δεσμά του θανάτου και τις ανάγκες μια καθαρά βιολογικής ύπαρξης, όπου οι ανάγκες της φύσης προτάσσονται των κοινωνικών αναγκών της αγαπητικής αλληλοπεριχώρησης, με όλη την βαρβαρότητα και την απανθρωπιά που συνεπάγεται. Ο βασιλιάς και λυτρωτής μας μεταχειρίζεται την ταπείνωση, την αυτοθυσία και την εκ-στατική αγάπη ως αποκλειστικά «πολεμικά μέσα» αυτού του «απελευθερωτικού αγώνα».

Δυστυχώς, όμως, το εγερτήριον αυτό σάλπισμα της ελευθερίας και η «καλή είδηση» του Ευαγγελίου που κηρύσσει την εγκαθίδρυση της βασιλείας αυτής παγκοσμίως για όσους επιθυμούν να γίνουν «ουρανοπολίτες» εξακολουθεί να παραποιείται και να μην γίνεται αντιληπτό μέχρι σήμερα. Όπως διατείνεται ο Ντοστογιέφσκι στους «Αδελφούς Καραμαζώφ», αν ερχόταν πάλι ο Κύριος στην γη με την προτέρα του μορφή, πάλι θα τον σταύρωναν οι άνθρωποι!

Πολλοί είναι αυτοί που ακόμη και σήμερα δεν πιστεύουν στον Θεό, διότι δεν πιστεύουν στα σημεία της Ανάστασής του, ούτε μπορούν να παραδεχτούν το γεγονός ότι η ζωντανή και κοινωνούμενη εμπειρική γνώση του κόσμου μπορεί να αληθεύει και να υπερισχύσει επί της (αμφιβόλου ποιότητος) λογικής τους, που έχουν αναγορεύσει σε είδωλο. Βεβαίως, το κακό με τα είδωλα είναι ότι οι κατασκευαστές τους συνήθως επιβάλλουν και την προσκύνηση τους και στους άλλους – και μάλιστα δια της βίας. Άρα, δεν τους αρκεί ότι ξεγελούν τους εαυτούς τους και επιλέγουν την ερμητική, ακοινώνητη και αξιολύπητη αυτολατρεία, αλλά θέλουν να επιβάλλουν τον νοσηρό αυτό τρόπο σκέψης και θλιβερό τρόπο ύπαρξης και σε τρίτους!

Δεν αποδέχονται τον λόγο του Ιερού Ευαγγελίου, με την δικαιολογία ότι τα γραφόμενα δεν ακολουθούν τους κανόνες και τις θεωρίες της επιστήμης. Μένουν, άραγε, ίδιες αυτές οι θεωρίες στο πέρασμα του χρόνου; Η απάντηση είναι ασφαλώς Όχι.

Άλλοι πάλι προβάλλουν το γνωστό και έωλο επιχείρημα πως αν όντως υπήρχε Θεός, δεν θα συνέβαιναν στον κόσμο πόλεμοι και τόσες αδικίες, αρρώστιες, ατυχήματα και άλλα θλιβερά γεγονότα. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν φταίει ο Θεός που ο άνθρωπος έχει ξεφύγει από την Διδασκαλία και την κατεύθυνση που του δίδαξε ο Χριστός; Αν οι άνθρωποι – και δη οι ηγέτες τους - μπορούσαν να δεχτούν τον Χριστό με απλότητα και αγάπη, θα είχαν εκλείψει οι πόλεμοι, είτε αυτοί πραγματοποιούνται με σπαθιά και μαχαίρια, με τουφέκια και κανόνια, με αεροπλάνα και βόμβες ή με τα πλέον σύγχρονα μέσα του οικονομικού πολέμου. Το αποτέλεσμα πάντως παραμένει το ίδιο για νικητές και ηττημένους. Χωρίς Χριστό, το μόνο βέβαιο αποτέλεσμα είναι η πίκρα.

Θέλουμε τον Χριστό τιμωρό; Τον θέλουμε τέλειο πολεμιστή με κανόνια, πολυβόλα και έξυπνες βόμβες; Τον θέλουμε δικτάτορα; Όχι, βέβαια. Μα – και αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό – ούτε ο ίδιος το θέλει! Οι στανικές λύσεις δεν συνάδουν με τον τρόπο που λειτουργεί ο Θεός. Τελικά, ο Θεός είναι ο Μόνος σε αυτόν τον κόσμο που σέβεται πραγματικά την ελευθερία και δρα με αποκλειστικό γνώμονα την αγάπη, όχι το συμφέρον. Άλλωστε, το επιχείρημα του αρχιερέα των Ιουδαίων Καϊάφα υπέρ της μιαρής απόφασης της θεοκτονίας βασίστηκε στο συμφέρον «συμφέρει υμίν ίνα εις άνθρωπος αποθάνη υπέρ του λαού» (Ιωαν. 11, 50).

Μανικός εραστής του ανθρώπου, ο Χριστός δέχτηκε να φορτωθεί τον βαρύ σταυρό στον ώμο. Ο Σταυρός αυτός δεν του ανήκε, αλλά ήταν ο μόνος που μπορούσε να τον σηκώσει Αλλοίμονο στην ανθρωπότητα αν ερχότανε τότε με όλη την δύναμή του και την δόξα του πάνω στην γη. Θυμηθείτε τα λόγια του προφήτη: μην φοβηθείς Ιερουσαλήμ, γιατί ο βασιλιάς Χριστός δεν θα έρθει με δύναμη για να σε εξοντώσει, αλλά πράος επάνω σε ένα γαϊδουράκι, για να σε βοηθήσει και να σε σώσει.

Στην πρώτη παρουσία του ο Χριστός ήρθε σαν ταπεινός άνθρωπος για να μας ελεήσει και όχι σαν κριτής. Ήρθε σαν βοηθός και όχι σαν τιμωρός. Γι’ αυτό και μετά την Ανάστασή του – που πολλοί έχουν προσπαθήσει και προσπαθούν ακόμη να αμφισβητήσουν – δεν έμεινε στην γη, για να τρομοκρατήσει τους σταυρωτές του και να τους επιβληθεί δια πυρός και σιδήρου, όπως κάνουν οι άρχοντες του κόσμου τούτου. Σέβεται ο Χριστός μας την ελευθερία των ανθρώπων και δεν θέλησε, ούτε θέλει να τον ακολουθούμε χάριν ψυχολογικής βίας. Προτίμησε να παραδοθεί, να πέσει στα χέρια παρανόμων και να θυσιαστεί, παρά να θυσιάσει και καταργήσει την ελευθερία των ανθρώπων. Σας παραθέτω, σε μετάφραση, μια ωραιότατη ωδή του μεγάλου ποιητή της Εκκλησίας Κοσμά μοναχού, από την ακολουθία του Όρθρους της Μεγάλης Δευτέρας. «Θα ξέρουν όλοι τότε ότι είστε μαθητές μου, αν τηρείτε τις εντολές μου, είπε ο Σωτήρας στους φίλους του, καθώς πήγαινε προς το Πάθος. Ειρηνεύετε μεταξύ σας και όλοι σας να είστε ταπεινοί, και γνωρίζοντάς με, να υμνείτε τον Θεό στους αιώνες». Όπως λέει ο Απόστολος, «Τοιούτος ημίν έπρεπε Αρχιερεύς». Πράος, ταπεινός και άγιος.

[Photo: Ioannis-Porfyrios Kapodistrias]


Η Γκλόρια, το κομμάτι και ο Σεισμός

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Κλείνοντας το προηγούμενο κείμενό μου, φίλοι αναγνώστες, το οποίο έκανε μια πρόχειρη αναφορά στην θεατρικότητα της μοναδικής, Ζακυνθινής Αποκαθήλωσης, όπου κι εφέτος, για μιαν ακόμα φορά, θα έχουμε την τύχη να την βιώσουμε, σας είχα υποσχεθεί πως σ’ επόμενο δημοσίευμά μου θ’ ασχολιόμουν με τον Σεισμό του πρωινού του Μεγάλου Σαββάτου, που κι αυτός, με την δική του, ξεχωριστή τάξη, όπως μας παραδόθηκε από τους προγόνους μας και ακόμα τελείται με περισσή προσήλωση, παρά τις αντιδράσεις κάποιων άσχετων με την ιόνια νοοτροπία φανατικών θρησκευτικών και θρησκόληπτων ηγετών, έχει προσαρμοστεί στην τζαντιώτικη αντίληψη και πίστη, η οποία πάντοτε, απαλλαγμένη από στεγανά συνόρων και προκαταλήψεις δογμάτων, μας οδηγεί σε μιαν πριν από το Σχίσμα λατρεία. Αυτό κάνω και σήμερα.

Το εωθινό, λοιπόν, της «μιάς των Σαββάτων» και την ώρα που ο επιβλητικός Επιτάφιος της Μητρόπολης, ο μοναδικός που λιτανεύεται στην Χώρα, επιστρέφει στην εκκλησία του, την κυριολεκτικά κατάμεστη από κόσμο, το χρυσοσκάλιστο και βελουδοντυμένο κουβούκλιο, όπου τα μόνα του λουλούδια είναι οι μαδημένοι «αμνοί», οι ριγμένοι γύρω από τον αναγεννησιακό κατεξοχήν Αμνό, τοποθετείται στο κεφαλόσκαλο της Ωραίας Πύλης κι αφού ακουστούν η προφητεία του Ιεζεκιήλ, με την αναφορά στα συγγενικά με τους στίχους του Ανδρέα Κάλβου, της ωδής του «Εις θάνατον»: «τα οστά τα ξηρά», ο Απόστολος της «μικράς ζύμης» και το, σε ζακυνθινό μουσικό ιδίωμα, ευαγγέλιο του Ματθαίου: «Τη επαύριον ήτις εστί μετά την Παρασκευήν…», την ώρα που λέγεται ο στίχος του: «Οι δε πορευθέντες, ησφαλίσαντο τον τάφον, σφραγίσαντες τον λίθον μετά της κουστωδίας», ο Επιτάφιος μπαίνει στο Ιερό, η πόρτα του κλείνει και ο νεκρός Χριστός τοποθετείται στον αληθινό του τάφο, την Αγία Τράπεζα.

Αμέσως μετά τελείται ο εσπερινός και η λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου. Ακούγονται τα στιχηρά αναστάσιμα, με την επανάληψη του «Σήμερον ο άδης στένων βοά», τα χαρακτηριστικά αναγνώσματα και μετά την προφητεία του Δανιήλ, όπου «Έτους οκτωκεδεκάτου Ναβουχοδονόσωρ ο βασιλεύς εποίησεν εικόνα χρυσήν…», ψέλνεται ο μοναδικός, σε τοπική μουσική, ύμνος των Τριών Πάιδων, οι οποίοι δεν προσκύνησαν το είδωλο: «Τον Κύριον υμνείτε…». Το άκουσμά του είναι μια από τις πιο ιερές στιγμές για τον κάθε Ζακυνθινό και σχεδόν πάντα, μαζί με τον κλήρο και τους ψάλτες, το επαναλαμβάνει όλο το εκκλησίασμα, δίνοντας στην περίπτωση μιαν ιδιαίτερη ιερότητα και λαμπρότητα.

Μετά το «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε…», το οποίο λέγεται στην θέση του Τρισαγίου, λόγω της δεσποτικής γιορτής, αρχίζει αργά ο πιο καλλίφωνος χορωδός τον Απόστολο και το δρώμενο βρίσκεται πια στο αποκορύφωμά του.

Μέσα στο Ιερό, με την ακόμα κλεισμένη Θύρα, ο Επίσκοπος, οι ιερείς και οι διάκοι βγάζουν τα μαύρα άμφια και φορούν κόκκινα, ο εφημέριος αλλάζει τα πένθιμα καλύμματα της Αγίας Τράπεζας με αναστάσιμα και όταν η ενδυματολογική προσταγή της ημέρας τελειώσει, ο Δεσπότης με την εικόνα της Ανάστασης στέκεται πίσω από την πόρτα της Ωραίας Πύλης, περιμένοντας να τελειώσει η ανάγνωση του κειμένου του Παύλου και ν’ ακουστεί ο στίχος «Ανάστα ο Θεός…».

Τότε ανοίγει η Μεσινή Θύρα και η Ανάσταση βγαίνει και οδηγείται στο ξυλόγλυπτο τετράποδο, που βρίσκεται στην μέση του ναού. Η αναπαραστατική εικόνα της στιγμής είναι μοναδική για τους θεατρόφιλους ζακυνθινούς. Πίσω από το τέμπλο, πολλοί αντεταδόροι, που έχουν συγκεντρωθεί εκεί από νωρίς, γι’ αυτό το σκοπό, χτυπούν ντενεκέδες, κασέλες και άλλα αντικείμενα, ενώ άλλοι κουνούν την προσπετίβα, η οποία αληθινά πάλλεται.

Είναι η αναπαράσταση του σεισμού, που άνοιξε το καινό μνημείο, κύλησε την βαριά πλάκα και ελευθέρωσε το «εν εταίρα μορφή» σώμα του Θεανθρώπου, να βγει από τον τάφο, όπως ακριβώς εικονίζεται στην ντόπια εικονογραφία, με την σημαία στο χέρι και την δόξα του νικητή του θανάτου.

Ο προκαθήμενος της τοπικής εκκλησία πετά στους πιστούς αυτήν την στιγμή δαφνόφυλλα, ενώ οι καμπάνες, που δεν είχαν καθόλου ακουστεί μετά την λειτουργία της Μεγάλης Πέμπτης, ούτε πένθιμα, ξεχηρεύουν και χτυπούν χαρμόσυνα και από τα κάγκελα του καμπαναριού πετιέται το βαΐ, που είχε κρεμαστεί εκεί το μεσημέρι του Σαββάτου του Λαζάρου πάνω σ’ ένα κλωνάρι ελιάς και την θέση του διαδέχεται ένα κλαδί δάφνης, το οποίο θα παραμείνει εκεί μέχρι την γιορτή της Αναλήψεως.

Με το χαρμόσυνο άκουσμα της καμπάνας η μπάντα αρχίζει να παίζει χαρούμενους ρυθμούς και με τους ήχους της μεταφέρει το σωτήριο μήνυμα στις γειτονιές της πόλης, απ’ όπου περνά παιανίζοντας. Την ίδια ώρα οι νοικοκυρές από τα μπαλκόνια και τα παράθυρα πετούν μια βίκα ή ένα άλλο πήλινο αντικείμενο στο δρόμο για να σπάσει, ενώ δίνουν στα παιδιά να δαγκώσουν το σιδερένιο κλειδί της εξώπορτας. Τα μαύρα πεύκια φεύγουν από τα μπαλκόνια και οι σημαίες παύουν να είναι μεσίστιες και ανεμίζουν πια χαρούμενες και πανηγυρικές.

Η τελετή αυτή ονομάζεται «Γκλόρια» και έχει τις ρίζες της στην εποχή της Ενετικής περιόδου, όταν στην κοινή λατρεία ορθοδόξων και καθολικών, ακουγόταν στον Καθενδρικό Ναό του Αγίου Μάρκου το «Gloria in excelsis Deo» (Δόξα εν υψίστοις Θεώ). Την πήραν και οι ορθόδοξοι, για ευνόητους λόγους, και από τότε τελείται πρώτα στον Μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων και ύστερα σε όλες τις άλλες ενορίες της πόλης και των χωριών.

Την ίδια ώρα «έπεφτε και το κομμάτι». Και η συνήθεια αυτή είναι παμπάλαιη και έχει σχέση με την εποχή της Γαληνοτάτης. Τα χρόνια εκείνα δεν επιτρεπόταν σε κανέναν να σφάξει το πατροπαράδοτο για την μεγάλη γιορτή μοσχάρι. Όλοι οι ενδιαφερόμενοι μακελαραίοι θα έπρεπε να περιμένουν την Γκλόρια και μόνο τότε μπορούσαν να ξεκινήσουν την δουλειά τους. Ο πρώτος που τελείωνε, έπαιρνε ένα κομμάτι κρέας από το σφαχτό και το πήγαινε σαν δώρο στον Πρεβεδούρο. Αυτός, σαν ρεγάλο, του πρόσφερε ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Από το γεγονός αυτό προέρχεται και η ονομασία του εθίμου.

Ευκαιρία είναι, όμως, με αυτήν την τελευταία μας αναφορά να θυμίσουμε το χαρακτηριστικό και πατροπαράδοτο φαγητό της ημέρας της Λαμπρής, το οποίο δεν ήταν και δεν είναι ο ξενόφερτος και ξένος με την ζακυνθινή νοοτροπία οβελίας, ο οποίος τελευταία έχει μπει και στα δικά μας χώματα, μαζί με τόσες άλλες διαστρεβλώσεις, αλλά το νοστιμότατο και οικείο για τον ουρανίσκο μας αυγολέμονο, το πηχτό μάλιστα, που έκανε μέσα του να στέκεται όρθιο το κουτάλι!

Ελπίζουμε κι αυτό να ξανάρθει στην ζωή μας, όπως τόσα άλλα, τα οποία τηρούσαν με ευλάβεια οι πρόγονοί μας και σήμερα εμείς τα έχουμε ξεχάσει. Οι διαφορετικότητές μας είναι η ζωή μας και δίχως αυτές θα χαθούμε σε μια θανατηφόρα ισοπέδωση.

Καλή και πολύπλευρή μας Ανάσταση.

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΟΙ ΜΥΡΩΔΙΕΣ ΤΗΣ ΧΑΡΜΟΛΥΠΗΣ


[Από τη συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του Π. Καποδίστρια, Καμένες Πεταλούδες, εκδ. επί-γνωση Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2011, σσ. 441-443]


Μ. Δευτέρα

Και τ' άνθη φρίττουν
ορθρίζοντας Δευτέρα
μέσα στο πούσι.
Τον νυμφώνα δε βλέπω
πάρεξ την αγάπη σου.


Μ. Τρίτη

Τρίτη ελέους
και ατάλαντος εγώ
διακρίνω ήδη
ψέματα στα χρώματα
αίματα στα χώματα.


Μ. Τετάρτη

Της επίγνωσης
λυπητερά σημάδια
έρωτας αψύς
δηλούν ότι χύνομαι
μύρο στο χώμα που πατά.


Μ. Πέμπτη

Κάθε άνοιξη
ενεργεί κατάνυξη
εμπαθέστατη
μού λερώνει τα πόδια
και ποιος να μού τα πλύνει;


Μ. Παρασκευή

Ποιος είν' ετούτος
ο απόξενος ξένος
ο λογχισμένος;
Τότε βγήκα στην αυλή
ξανακλαίγοντας πικρά.

Δίκαιος ήταν
έλαμπε αφ’ εαυτού,
εξ ού θάνατος.
Άσπλαχνος και ολίγος
πώς δε λυπάμαι το Φως;


Μ. Σάββατο

Το αυθημερόν
δηλοί εδώ και τώρα.
Ω, και να ήμουν
κλέφτης κάθαρμα ληστής
πλάι σου όμως.

Άλυσες κρότοι
κλειδωνιές χαλαλοή
πώς να κρατήσουν
τον μεγάλο Χορηγό
της Αγάπης στον Άδη;


Λαμπρή Κυριακή

Ω, είσαι Θεός!
Η ψυχή μου εάλω
υποκλίνομαι
άπλωσε την παλάμη
να την γιομίσω πάθη

παράσυρέ με
στις μυρωδίες ξανά
της Χαρμολύπης
ότι στον Άδη εδώ
τήκομαι στις βρομιές μου.

[Μεγάλη Εβδομάδα 2008]


Φωτό: Αποκαθήλωση. Έργο Τζον Χριστοφόρου

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Πάσχα, η εορτή του Περάσματος

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Το Πάσχα αποτελεί μεγάλη γιορτή του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού. Για τους Εβραίους καθιερώθηκε να γιορτάζεται (στις 14 του μήνα Νισάν) η ανάμνηση της εξόδου των Εβραίων από την Αίγυπτο: «Και έσται η ημέρα υμίν αύτη μνημόσυνον, και εορτάσετε αυτήν εορτήν Κυρίω εις πάσας τας γενεάς υμών, νόμιμον αιώνιον εορτάσετε αυτήν» (Εξοδ. 12,12-14). Βασικό τελετουργικό δρώμενο ήταν η θυσία του πασχάλιου αμνού, που έπρεπε να τον καταναλώσουν την ίδια εσπέρα, μετά τη θυσία του, με χαρά κι ευτυχία, και μάλιστα χωρίς να συντρίψουν τα οστά του. Ο Ιησούς Χριστός και οι απόστολοι γιόρταζαν το ιουδαϊκό Πάσχα, με το οποίο συνδέθηκε και ο Μυστικός Δείπνος.
Η Ανάσταση, του Κωνσταντίνου Παρθένη (1878-1967)

Το χριστιανικό Πάσχα συνδέθηκε με το ιουδαϊκό Πάσχα τυπολογικά, αφού το δεύτερο θεωρήθηκε προτύπωση της σταυρικής θυσίας του Χριστού, του εσφαγμένου αρνίου της Αποκάλυψης. Η εορτή του Πάσχα καθιερώθηκε από τους απόστολους για την ανάμνηση της σταυρικής θυσίας του Χριστού, από την οποία πήγασε η σωτηρία του ανθρώπινου γένους. Οι έριδες που ξέσπασαν ανάμεσα στους χριστιανούς για την ημερομηνία του εορτασμού οδήγησαν στην απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325) για κοινό εορτασμό την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Είναι σπάνιο όμως να συμπέσει ο εορτασμός από ορθόδοξους και ρωμαιοκαθολικούς λόγω των διαφορετικών ημερολογίων που έχουν επικρατήσει στις δύο αυτές Εκκλησίες.

Ερευνώντας παλιότερες θρησκείες που λάτρευαν τον ήλιο και ιδιαίτερα τις ηλιολατρίες που είχαν περσική κυρίως προέλευση (Περσικός Θεός του φωτός Μίθρα), παρατηρούμε επιδράσεις και ομοιότητες με τη λατρεία του Χριστού. Ο Χριστός είναι η Ανατολή, ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, όλα τα ιερά των εκκλησιών στρέφονται προς την Ανατολή, όπως και όλα τα μνήματα των νεκρών. Κατά την τελετή της βάπτισης, παλιά ο κατηχούμενος και σήμερα ο ανάδοχος μαζί με τον βαπτιζόμενο, στρέφονται πρώτα προς τη Δύση, για ν΄ απαρνηθούν τον κόσμο, και μετά προς την Ανατολή, για να εκδηλώσουν τον σύνδεσμο με τον Χριστό. Η ετήσια περιστροφή του ήλιου έπαιξε πρωταρχικό ρόλο για τη διατύπωση διαφόρων θεωριών κοσμογονίας και θεογονίας και των λατρευτικών δρώμενων.

Στην Εαρινή Ισημερία προσδιορίζεται το Πάσχα των Εβραίων και των Χριστιανών, δηλαδή τη στιγμή εκείνη του έτους κατά την οποία ο Ήλιος διασχίζει το περίφημο πέρασμα που χωρίζει το κράτος του Θεού του Φωτός από το κράτος του Πρίγκηπα του Σκότους. Τότε στο ημισφαίριό μας αναζωογονείται το άστρο που δίνει το Φως και τη Ζωή σ΄ όλη τη Φύση, που την είχαν στερήσει το σκότος του φθινόπωρου και του χειμώνα. Αυτή η εορτή του Περάσματος του Κυρίου πρωταρχικά καθορίστηκε στις 25 Μαρτίου, δηλαδή τρεις μήνες ακριβώς μετά τη γέννησή Του, που είναι και η ημέρα της γέννησης του Ήλιου. Στους ιερούς θρύλους προσωποποιούσαν αυτό το άστρο , τον έκλαιγαν «πεθαμένο» μερικές ημέρες και έψαλαν την ανάστασή του στις 25 του Μάρτη. Αυτές οι εορτές των παθών ή θανάτου και της ανάστασης του Θεού της Ημέρας καθορισμένες από την Εαρινή Ισημερία υπάρχουν σε όλα τα δόγματα της θρησκείας του Ήλιου. Στους Αιγυπτίους αυτές ήταν ο θάνατος και η ανάσταση του Όσιρι, στους Φοίνικες ο θάνατος και η ανάσταση του Άδωνι, στους Φρύγες περιέγραφαν τις τραγικές περιπέτειες του Άττη κ.λπ. Τα μυστήρια του Άττη διαρκούσαν τρεις ημέρες. Αυτές ήσαν τρεις ημέρες πένθους, που αμέσως τις ακολουθούσαν οι ημέρες των ιλαρίων, ημέρες χαράς, κατά τις οποίες εόρταζαν την ευτυχισμένη εποχή που ο Ήλιος Άττης ξανακυριαρχούσε πάνω στις μεγάλες νύχτες. Αυτή η ημέρα ήταν η 25η Μαρτίου, δηλαδή συνέπιπτε με την ίδια μέρα που εόρταζαν συνήθως το Πάσχα και τον θρίαμβο του Χριστού και που ψάλλουν το Αλληλούϊα, αληθινό τραγούδι χαράς ιλαρίων.

Σύμφωνα με την πορεία του ήλιου κατά την Εαρινή Ισημερία ο ήλιος περνά από το ουράνιο Σημείο (Ζώδιο), κάτω από την κυριαρχία του οποίου περνούσε το άστρο της ημέρας. Ήταν ο Κριός, τον οποίο οι Πέρσες στην κοσμογονία τους ονόμαζαν Αμνό. Ο Χριστός πήρε τη μορφή και το όνομα του Αμνού και το ζώο αυτό υπήρξε η συμβολική μορφή με την οποία τον εικόνιζαν. Στο βιβλίο «Αποκάλυψις» οι πιστοί ή μυημένοι προσαγορεύονται οπαδοί του Αμνού. Παριστάνουν εκεί τον αμνό αποκεφαλισμένο ανάμεσα σε τέσσερα ζώα, που επίσης βρίσκονται στους αστερισμούς τοποθετημένα στα τέσσερα κύρια σημεία της σφαίρας. Μπροστά στον Αμνό ήταν που γονάτιζαν οι κυρίαρχοι των εικοσιτεσσάρων ωρών με τη μορφή των γερόντων. Ο αποκεφαλισμένος Αμνός, λέγανε, είναι αυτός που είναι άξιο να δεχτεί κάθε ισχύ, θειότητα, σοφία, δύναμη, τιμή, δόξα και ευλογία. Ο Αμνός είναι που ανοίγει το βιβλίο του πεπρωμένου, που παριστάνεται με το έμβλημα ενός βιβλίου κλειστού σφραγισμένου με επτά σφραγίδες. Όλα τα έθνη του κόσμου έρχονται να πάρουν θέση μπροστά στο θρόνο και τον Αμνό.

Η πιο αρχαία αναπαράσταση του θεού των Χριστιανών ήταν το πρόσωπο ενός αμνού, άλλοτε ακουμπισμένου σ΄ ένα βάζο, που μέσα έτρεχε το αίμα του, κι άλλοτε κοιμώμενου κάτω από έναν σταυρό. Αυτό το έθιμο διατηρήθηκε μέχρι το 680. Με διάταξη της 6ης Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως καθιερώθηκε στη θέση του αρχαίου συμβόλου που ήταν ο Αμνός να παριστάνεται ένας άνδρας καθηλωμένος σ΄ έναν σταυρό. Οι Φρύγες, λάτρεις του ήλιου με το όνομα του Άττη, τον παρίσταναν στα πάθη του μ΄ έναν νέο άνδρα δεμένο σ΄ ένα δένδρο που το έκοβαν σε μια τελετή. Κάτω από το δένδρο ήταν ένα Αμνός ή Κριός της Εαρινής Ισημερίας. Ο Κριός ή Αμνός επίσης εκπληρώνει το ρόλο που έπαιζε άλλοτε ο Ταύρος στα μυστήρια του Βάκχου και του Μίθρα. Ο Όσιρις και ο Βάκχος παριστανόμενοι και οι δύο με τη μορφή του Ισημεριανού Ταύρου πέθαιναν και ανασταίνονταν όπως ο Χριστός.

Οι Πατέρες της εκκλησίας και οι συγγραφείς του χριστιανικού δόγματος συχνά μιλάνε γι’ αυτές τις εορτές που γινόντουσαν προς τιμή του Όσιρι, «θανόντος και αναστάντος» και κάνουν σ΄ αυτό έναν παραλληλισμό με τις περιπέτειες του δικού τους θεού. Ο Αθανάσιος, ο Αυγουστίνος, ο Θεόφιλος, ο Αθηναγόρας, ο Minutius και άλλοι έκαναν λόγο για τον Όσιρι ή το θεό Ήλιο, που λατρεύτηκε με αυτό το όνομα στην Αίγυπτο, και περιγράφουν το καθολικό πένθος των Αιγυπτίων στην επέτειο της εορτής που έκαναν κάθε χρόνο γι’ αυτόν το θάνατο, όπως εμείς κάνουμε το ίδιο τη Μεγάλη Παρασκευή για το Χριστό. Μας περιγράφουν τις τελετές που γινόντουσαν στον τάφο του, τα δάκρυα που έχυναν επί πολλές ημέρες και στη συνέχεια τις γιορτές χαράς που διαδέχονταν αυτή τη θλίψη, τη στιγμή της αναγγελίας της ανάστασής του. Είχε κατεβεί στον Άδη, κατόπιν ξαναγύριζε για να συνεργαστεί με τον Ώρο, θεό της άνοιξης και θριαμβευτή στον αγώνα εναντίον του άρχοντα του ερέβους Τυφώνα, εχθρού του, που τον είχε θανατώσει. Αλλά και ο Βάκχος πέθαινε, κατέβαινε στον Άδη, ανασταινόταν και του γιόρταζαν κάθε χρόνο τα μυστήρια των παθών του. Καλούνταν αυτές οι εορτές «Τιτανικές και εορτές της τέλειας νύχτας». O Υάκινθος της κρητικής μυθολογίας πέθαινε και ανασταινόταν την άνοιξη….

Οι Ορφικοί, που δέχονταν ότι ο Ήλιος είναι το «Θείον εν», πρώτοι καθιέρωσαν τις «Φυσικές εορτές», δηλ. τις γιορτές για τη φύση. Αυτές κορυφώνονταν στα δύο Ηλιοστάσια (ηλιακές τροπές) και στις δύο Ισημερίες. Στα Ελευσίνια μυστήρια, που τα βρίσκουμε ιστορικά στο 700 π.Χ. και που διαδέχτηκαν τα Ορφικά, συναντάμε τις ίδιες λατρευτικές και τελετουργικές αναλογίες. Εκτός των άλλων στην εαρινή Ισημερία γινόταν η μεγάλη γιορτή «Τα Παναθήναια». Από το ναό της Ελευσίνας, όπου οι Παρθένες είχαν υφάνει τον πέπλο της θεάς Αθηνάς, η πομπή πήγαινε στον Παρθενώνα. Ανάλογες γιορτές επίσης τελούσαν και οι Πυθαγόρειοι.

Εκείνος που μελέτησε με κάθε λεπτομέρεια τις σχέσεις του Χριστιανισμού με την Ηλιολατρία είναι ο Charles-Francois Dypuis στο έργο του «L΄ Origine de touw les Cyltes» στα 1870. Το ένατο κεφάλαιο «Η ερμηνεία του μύθου του Ήλιου που λατρεύτηκε με το όνομα του Χριστού» μεταφράστηκε στα ελληνικά απ' τον Δ. Καρυδάκη (Αθήνα 1979). Σύμφωνα με το κείμενο αυτό «Ο Δίας , ο Διόνυσος(Βάκχος), ο Όσιρις,ο Μίθρας, ο Άδωνις, ο Ηρακλής, ο Απόλλων, ο Άμμων–Ρα, ο Ορομάσδης, ο Άττης, όπως και ο Χριστός είναι προσωποποιημένες θεότητες του Ήλιου. Γι’ αυτό και τα αντίστοιχα μυστήρια -και η θεολογία- στηρίζονται στις ίδιες βάσεις κι έχουν κοινά σημεία: ο θεός που γεννήθηκε από παρθένο στη Χειμερινή Τροπή, που ανασταίνεται το Πάσχα ή την Εαρινή Τροπή, αφού πρώτα κατέβηκε στον Άδη, που σέρνει μαζί του μια πομπή από 12 αποστόλους (μήνες) κι έχει όλες τις ιδιότητες του Ιανού, που είναι ο «πρίγκηπας του φωτός» και κατανικά τον «πρίγκηπα του σκότους»…

Αυτές τις ημέρες ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε το δικό μας Πάσχα ως ορθόδοξοι χριστιανοί τιμώντας τα μαρτύρια και χαιρόμενοι την Ανάσταση του Χριστού. Ακολουθίες, ικεσίες, ύμνοι, τοπικά έθιμα συνθέτουν το παζλ της γιορτής, μέσα κι έξω από τις εκκλησίες, μαζί με τις δοξασίες, τις απόψεις, τις πίστεις και τη φιλοσοφία του καθενός μας. Μακάρι το προσωπικό και εθνικό μας «πέρασμα» να είναι μια πραγματική Ανάσταση, όπως ο ήλιος αναζωογονεί τη φύση κατά την Εαρινή Ισημερία. Διάγουμε ήδη την περίοδο των μαρτυρίων και των παθών, τουλάχιστον όσον αφορά την ψυχολογία μας από τη θλιβερή περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Οι κωδωνοκρουσίες της Ανάστασης έπονται πάντα του σταυρικού Γολγοθά, αλλά είναι πάντα ελπιδοφόρες. Για να τις ακούσουμε, απαιτείται ανάλογη «επαναστατική» προετοιμασία, ώστε να τις βιώσουμε χαρμόσυνα.

Καλή Ανάσταση! Καλό Πάσχα!


Βιβλιογραφία:

1.Παλαιά και Καινή Διαθήκη
2. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα
3. Συνείδηση Ελληνικότητας, Δοκίμια του Ιάσονα Ευαγγέλου (με πλούσια βιβλιογραφία), εκδ. «ΔΩΔΩΝΗ» 1980.
4. Κρητική Μυθολογία, εκδ. Ψιλλάκη
Ζάκυνθος, 12-4-2011

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Η ζακυνθινή Αποκαθήλωση

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Η Ζάκυνθος ήταν πάντοτε συνυφασμένη με το θέατρο. Παρακολουθούσε παραστάσεις, ερμήνευε, έγραφε και χάρισε στο πανελλήνιο μερικούς από τους πιο αξιόλογους, πρώτους και πρωτοποριακούς ηθοποιούς. Γιόρταζε με «Ομιλίες», όχι μονάχα το Καρναβάλι της, αλλά και άλλες της γιορτές, όπως αυτήν της απαρχής του δικού της, ξεχωριστού Μεγαλοβδόμαδου, την Κυριακή των Βαΐων, έκανε την υποκριτική τέχνη και διδασκαλία επινίκια, αποθέωσε πριμαντόνες, έχτισε και ξανάχτισε τον «Φώσκολο». Ο Τζαντιώτης, σ’ όποια κοινωνική τάξη κι αν ανήκε, ήξερε άριστα να τιμά την αίθουσα με το σανίδι και τα θεωρεία, βάζοντας τα καλά του, όπως στις επίσημες γιορτές στην εκκλησία, αλλά και να συντηρεί την πρωτοπορία του δρόμου και της πλατείας, μέσω της οποίας διασκέδαζε, εκφραζόταν και διεκδικούσε, με μια αφαίρεση, που θα την ζήλευαν σήμερα πολλές ψαγμένες ομάδες. Όλα αυτά είναι σίγουρα ένα ακόμα δείγμα παιδείας και μια επιπλέον απόδειξη για την σωστική άνοδο του λαού και την αποφυγή για την επιζήμια κάθοδο του λαϊκισμού. Μ’ άλλα λόγια το νησί του Μοντσελέζε, του Ρούσμελη, του Γουζέλη, του Ξενόπουλου και του Ρώμα, για να περιοριστούμε στους πιο γνωστούς και σημαντικούς εκφραστές του είδους, δεν έκανε ποτέ την μιζέρια ταυτότητα, όπως πολύ συχνά στον καιρό μας συμβαίνει, αλλά πάντα φρόντιζε να διακωμωδεί από την σκηνή, αναζητώντας με τον τρόπο αυτό την πολύπλευρη και πολύμορφη άνοδό του, αλλά και την ευρωπαϊκή του ταυτότητα.

Ήταν συνακόλουθο, λοιπόν, η θεατρική του αυτή παιδεία και καλλιέργεια να διακλαδωθεί σε όλες τις εκφράσεις του και να διαδοθεί σε όλες τις μορφές της σχόλης και της καθημερινότητάς του. Προ πάντων η ευαισθησία του αυτή πέρασε στην λατρεία του και με την τέχνη του θεατρίνου και την γνώση του θεατή κατέληξε να τιμά τον Θεό του, κάνοντας πράξη την κοινή ετοιμολογία όλων των παραπάνω λέξεων.

Πολλές είναι οι σχετικές εκφράσεις πίστης του Ζακυνθινού μέσα στον ενιαύσιο κύκλο της λειτουργικής του ζωής. Για το θέμα αυτό, μάλιστα, θα χρειαζόταν και ειδική μελέτη. Ιδιαίτερα στην περίοδο του Μεγαλοβδόμαδου, ο οποίος περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο προσφέρεται για αναπαραστάσεις, η θεατροποίηση των μεστών λόγων των ημερών, είτε ύμνων, είτε ευαγγελίων, γίνεται σχεδόν καθημερινότητα και η τοπική, πλούσια παράδοση, αυτή που μας παρέδωσε, συν τοις άλλοις, και ένα δικό μας, ξεχωριστό τυπικό, γίνεται αιτία για μια επιπλέον σωστική ιδιορρυθμία.

Πολλά θα μπορούσαν να γραφτούν και να αναλυθούν γι’ αυτό το θέμα, μα λόγω χώρου και χρόνου, ας σταθούμε σήμερα, σ’ αυτό το προπαρασκευαστικά εορταστικό μας κείμενο, σε μια χαρακτηριστική αποκορύφωση των ιερών δρώμενων και μια συγκινητική τους έκφραση. Είναι η τελετή της Αποκαθήλωσης, όπου και αυτή στη Ζάκυνθο, όπως τόσα άλλα αυτές τις κατανυκτικές μέρες, τις αληθινά πενθηφορούσες, έχει την δική της μορφή και το ιδιαίτερό της χρώμα. Είναι μια παράδοση αιώνων, η οποία ευτυχώς ακόμα τελείται και μια κληρονομιά, όπου διατηρείται με πάθος, ακόμα και στις μέρες της μεγάλης υποχώρησης και της ανησυχητικής προδοσίας.

Μα ας προχωρήσουμε στο τοπικό τυπικό και την θεατρική του έκφραση. Αμέσως μετά το Ευαγγέλιο του Εσπερινού, που ακολουθεί τις Μεγάλες ή Βασιλικές Ώρες του πρωινού της Μεγάλης Παρασκευής, το οποίο αποδίδεται στον κυριότερο εκφραστή του Θείου Πάθους, τον και από τον πολύ Παζολίνι εντοπιζόμενο Ματθαίο, μα στην ουσία είναι συρραφή δικών του κειμένων, αλλά και του Λουκά και του Ιωάννη, ο ιερέας εξέρχεται από το Ιερό και αφού σε άκρα σιωπή θυμιάσει και από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα τον καθαρά αναγεννησιακό Εσταυρωμένο, ο οποίος βρίσκεται στην μέση του ναού, στηριγμένος στην μπαρόκ τέχνης βάση του, που ονομάζεται Γολγοθάς, γονατίζει μπροστά του και μιμούμενου τον Αριμαθαίο Ιωσήφ ζητά από τον Πιλάτο το σεπτό σώμα. Για το σκοπό αυτό το ντόπιο τυπικό έχει μεταφέρει σ’ αυτό το σημείο της ακολουθίας το τροπάριο του όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου: «Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας…», το οποίο ψάλλεται αλλού κατά την περιφορά του Επιταφίου και ταιριάζει όσο κανένα άλλο με την περίπτωση, μια και η αρχή του είναι αυτό ακριβώς που απαιτεί η περίπτωση. Ιδιαίτερα εκείνο το «δος μοι τούτον τον ξένον», το οποίο ποιητικά επαναλαμβάνεται, οδηγεί τον πιστό στον Τόπο του Κρανίου και τον κάνει να συμμετέχει στο Πάθος του Θεανθρώπου.

Μετά το τέλος της ανάγνωσης ο εφημέριος σηκώνεται και ανεβαίνει σε μικρή σκάλα, την οποία ο νόντσολος (νεωκόρος) έχει τοποθετήσει, για την περίπτωση, μπρος από τον Εσταυρωμένο. Με σεβασμό και σιωπή βγάζει τα καρφιά, από τα χέρια και τα πόδια και στην συνέχεια, ενώ οι ψάλτες, στο ζακυνθινό ιδίωμα πάντα, ψάλλουν το: «Ότε εκ του ξύλου σε νεκρόν, ο Αριμαθαίας καθείλεν…» κατεβάζει σιγά – σιγά το σώμα του Χριστού, προσέχοντας να έχει τελειώσει την Αποκαθήλωση ακριβώς με το τέλος του τροπαρίου.

Εδώ ας σημειωθεί πως ο ζακυνθινός Εσταυρωμένος δεν έχει καμιά σχέση με τον γνωστό βυζαντινό, αλλά είναι περισσότερο φυσικός και ανθρώπινος, ζωγραφισμένος, μάλιστα και από την πίσω πλευρά. Στις άκρες του το ξύλο είναι μαλακά φαγωμένο, δίνοντας υποψία ανάγλυφου και η επιγραφή είναι στην κορυφή του αυτή ακριβώς που μας παραδίδουν οι Ευαγγελιστές. Η σε τρείς γλώσσες «γεγραμμένη αιτία» : «Ι. Ν. Β. Ι».

Ακολούθως ο ιερέας τοποθετεί το σώμα του νεκρού Ναζωραίου σε ολόλευκο και καθαρό σεντόνι, που το κρατούν επιφανείς ενορίτες, την ώρα που από τον χορό ακούγεται το δεύτερο τροπάριο των αποστίχων: «Ότε εν τω τάφω τω καινώ, υπέρ του παντός κατετέθης…» και αφού το ράνει με λουλούδια και αρώματα, το τυλίγει, το τοποθετεί στους ώμους του και το οδηγεί στο Ιερό, όπου σαν εισέλθει, κλείνει τη θύρα.

Η πόρτα του Ιερού, στη οποία συχνά στις ζακυνθινές εκκλησίες είναι ζωγραφισμένο το «Ίδε ο Άνθρωπος» ή ο Άγγελος Πιετά, θέμα καθαρά τοπικό, ανοίγει με την αρχή του δοξαστικού των αποστίχων: «Σε τον αναβαλλόμενον το φως, ώσπερ ιμάτιον…». Από αυτήν εξέρχεται ο εφημέριος, έχοντας αυτήν την φορά στους ώμους του τυλιγμένο σε σεντόνι τον Αμνό.

Ο Αμνός είναι παρόμοια με τον Εσταυρωμένο εικόνα, η οποία παριστά τον Ιησού νεκρό, ζωγραφισμένη και από τις δύο πλευρές. Έχει και αυτός καθαρά αναγεννησιακό χαρακτήρα και οι άκρες του είναι ελαφρά φαγωμένες, έτσι ώστε να θυμίζουν σώμα.

Γίνεται τριπλή περιφορά του Αμνού στο κέντρο του ναού και ο ιερέας με το τέλος του τροπαρίου στέκεται μπρος στο κουβούκλιο του Επιταφίου, το οποίο είναι ένα αληθινό κομψοτέχνημα, επιχρυσωμένο, ντυμένο με βελούδο και ως εκ τούτου μη στολισμένο, όπως αλλού, με λουλούδια. Την ώρα του απολυτίκιου: «Ο ευσχήμων Ιωσήφ…» το νεκρό σώμα ξετυλίγεται από το σεντόνι και με την φράση: «εν μνήματι κενώ, κηδεύσας απέθετο», τοποθετείται μέσα στο κουβούκλιο.

Με το δεύτερο τροπάριο: «Ταις μυροφόροις γυναιξί…» ο ιερέας ραίνει τον Αμνό πρώτα και μετά τους πιστούς με λουλούδια και αρώματα και η τελετή τελειώνει, μαζί με την ακολουθία.

Οι παρευρισκόμενοι προσκυνούν τον Επιτάφιο, παίρνοντας τα μαδημένα λουλούδια, τα οποία και αυτά λέγονται «Αμνός» και τα μεταφέρουν σε καθαρό μαντήλι στο σπίτι τους. Λίγα από αυτά τα βάζουν σε ένα ποτήρι με νερό, με το οποίο πλένουν τα μάτια τους, για λόγους υγείας και τα υπόλοιπα τα κρατούν στο εικονοστάσι και τον χειμώνα, όταν έχει κακοκαιρία και πέφτουν αστραπές και βροντές, τα βάζουν στο λιβανιστήρι και θυμιάζουν μ’ αυτά, για να απομακρύνουν το κακό.

Κάθε παράσταση, όμως, έχει και την δική της μουσική. Την δική μας την συνοδεύει το «χήρεμα της καμπάνας», που ξεκινά με την λειτουργία της Μεγάλης Πέμπτης και λήγει το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, με την Γκλόρια και το Κομμάτι, με την άλλη θεατρική αναπαράσταση, που είναι ο σεισμός και με αυτήν, αν είμαστε καλά, θα ασχοληθούμε μιαν άλλη φορά.

Έχει, επίσης, και το ενδυματολογικό της χρώμα, όπου στην περίπτωσή μας είναι ο με μαύρα άμφια ντυμένος λειτουργός, επίσκοπος, ιερέας ή διάκονος, ο οποίος πενθεί τον χαμό του ιδρυτή της πίστης του, σε αντίθεση με την καθαρά ορθόδοξη άποψη, η οποία δεν δέχεται το πένθος.

Να, γιατί εμείς οι Ζακυνθινοί δεν μπορούμε να καταλάβουμε αλλού το Μεγαλοβδόμαδο και προ πάντων την Μεγάλη Παρασκευή. Η τέχνη είναι μέρος της ζωής και της λατρείας μας.

Καλό μεγαλοβδόμαδο!

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Dionisis N. Mousmoutis: MISCELLANEA FOSCOLIANA (Aspetti Storici-Biografici)

Edizione Trimorfo, Zante, 2010


S O M M A R I O


1.- INFORMAZIONI SULLA FAMIGLIA DI UGO FOSCOLO

Il volume è in qualche misura un ritratto storico della famiglia Foscolo, che si stabilì a Corfù alla fine del XVII secolo, proveniente da Creta, che era caduta sotto il dominio degli Ottomani nel 1669.

I genitori del grande poeta erano Andrea Foscolo, che esercitava a Zante la professione di medico, e Diamantina Spathì (la famiglia della quale tramite il padre Narkissos Spathìs era legata con vincoli di parentela alla famiglia Foscolo). Il primo frutto del loro matrimonio fu Nikolaos Foskolos (26 gennaio 1778), che in seguito a Venezia, aggiungerà al proprio nome anche «Ugo», e seguirono Rubina (10 dicembre 1779), Giovan[ni]-Dionigi (27 febbraio 1781) e Constantino-Anghelo (25 novembre 1787). La vita del Poeta fu duramente provata dalle disgrazie famigliari: il terribile colpo della morte del padre Andrea per tubercolosi (12 ottobre 1788), il suicidio del fratello Giovanni (1801), la morte della madre (1817). La storia della famiglia si chiude xcon il suicidio del fratello Giulio (1838).

Ugo rimase per due anni (1804-1805) sulle rive della Manica in servizio come capitano di fanteria e aiutante di campo nel corpo di spedizione italiano annesso all’esercito napoleonico. Li si legherà alla giovane inglese Fanny Emerytt, da cui avrà una figlia, Floriana, che lo accudirà amorevolmente nell’ultimo anno di vita, finché spirò a Londra il 10 settembre 1827.


2. GIUSEPPE PECCHIO, EMILIO TIPALDO E GIULIO FOSCOLO.
TENTATIVI DI UNA BIOGRAFIA «TESTIMONATA»

Subito dopo la sua scomparsa, sono molti coloro che si impegnano per redigere una biografia del Foscolo. Lo scrittore e critico Michele Leoni vedrà respinta come non rispondente al vero la breve biografia che aveva pubblicato nel 1829: infatti il fratello di Ugo, Giulio, si sta adoperando in quegli anni per dare alle stampe quella che egli vuole sia una biografia degna del grande poeta. In stretta collaborazione con Giulio lavora anche la nobildonna Quirina Mocenni Magiotti, protagonista in passato di un breve relazione con Ugo. Quando l’amico di Foscolo Giuseppe Pecchio, amico di Foscolo, manifestò le sue intenzioni di scrivere anch’egli una biografia del poeta, la Magiotti lo aiutò, offrendogli materiale documentario dal proprio archivio personale, ma la sua opera non lasciò soddisfatta né la Magiotti né Giulio, mentre una analoga iniziativa presa da Leopoldo Cicognara restò, sembra, incompiuta. Non ebbe seguito, anche se fu al centro di accese discussioni, anche il lavoro di Giulio Tipaldo, che suscitò le ire della Magiotti. Fra i numerosi altri che si cimentarono nell’impresa, abbiamo notizia anche del patriota, filosofo e politico Giuseppe Mazzini, nonché dell’italo-dalmata Niccolò Tommaseo.

Per avere la prima vera biografia di Ugo Foscolo bisogna però aspettare il 1842, l’edizione veneziana del grande intellettuale Luigi Carrer.


3.- LA GRECIA E LE OSSA DI FOSCOLO

«che qualunque sia per riescire la mia dimora al Zante, pur la mia andata è oggimai deliberate e prefissa da me in guisa, che la morte sola potrebbe smuvermi dal proposito» scriveva dall’Inghilterra Foscolo a Giuseppe Reinaud. Purtroppo il 10 settembre 1827 la morte lo colse a Londra, in grande povertà, a soli 49 anni. Zante lo pianse e il poeta nazionale greco Dionysios Solomòs, nella cerimonia del 19 novembre 1827, recitò nella chiesa di San Marco lo splendido epicedio scritto per l’occasione «Elogio a Ugo Foscolo». A quel tempo i parenti stretti zantioti del poeta non pensarono di trasportare la salma nell’isola, anche se Ugo aveva espresso il desiderio di ritrovare in patria la sua ultima dimora. La questione fu presto dimenticata, fino a quando si venne a sapere che nell’aprile 1870 il governo italiano si era attivato: dopo l’autorizzazione del governo inglese al disseppellimento, le ossa di Foscolo furono trasferite accanto al cenotafio di Dante, nella basilica di Santa Croce a Firenze. Venuto a conoscenza della richiesta italiana, anche il mondo intellettuale di Zante si attiva per richiedere i preziosi resti del poeta, ma tutte le iniziative presso il governo greco che si mobilita a sua volta presso le autorità inglesi, cadono nel vuoto, come pure altri tentativi presso gli italiani. Le cronache del tempo registrano la delusione per la sconfitta, la questione ma anche lo sdegno per la lunga indifferenza da parte dei parenti del poeta, e degli abitanti di Zante.


4.- LA CASA DI FOSCOLO

Nella capitale dell’isola di Zante prima del terremoto e fino al 6 novembre 1940, quando fu distrutta dai bombardamenti degli italiani, nel quartiere di Panagia Odigitria era ancora possibile visitare la piccola casa popolare in cui aveva vissuto il poeta da bambino dall’ottobre 1780 fino al luglio 1785, quando il padre Andrea dal 1784ricevette l’incarico di primario presso l’ospedale di Spalato, e qui lo raggiunse la famiglia. Cento anni dopo, nel 1881 la casa lasciata in abbandono divenne proprietà del ricco commerciante Ilias Makris Pachygiannis, che aveva intenzione di abbatterla. Per fortuna il sindaco di Zante Lucà Carrer non solo non gli concesse il permesso di demolizione, ma respinse anche la richiesta d’acquisto da parte del governo italiano, giunta attraverso il console italiano a Zante, comportamento che fu applaudito dagli intellettuali di Zante elogiò, e fra i sostenitori ci furono figure di spicco come Spyridon De Biagi e Andrea Martzoki. Ma anche in Italia il tema della casa di Foscolo, il suo abbandono, la ventilata demolizione, accesero grandi discussioni, e ammiratori di Foscolo come Francesco Di Mento e Michele Montardo scrissero sonetti ispirandosi alla sorte di questa povera casa. Infine nel 1886 il comune di Zante decise di acquistare la casa, che dal 1888 ospita la Biblioteca Foscoliana, ordinata e raccolta per opera del sindaco Lucà Carrer.


5.- IL CASO DI ADRIANO MARCHESE COLOCCI

Adriano Colocci (1855-1941), figlio del patriota e senatore Antonio Colocci, fu uno degli spiriti più inquieti del suo tempo. Insegnò presso diverse università, scrisse saggi importanti come la sua ricerca sugli zingari d’Europa, viaggiò in tutto il mondo riportando le sue esperienze in cronache di viaggio, esercitò un’intensa attività politica, e nel 1885 combatté nei Balcani come pure nella Prima guerra mondiale. Fu anche un ardente filelleno: diede il suo appoggio alle rivendicazioni nazionali e unitarie della Tessaglia alla Grecia, per un periodo combatté a fianco dei rivoluzionari greci nel Pilion, e anche negli anni successivi non mancò di sostenere la causa nazionale della Grecia, che per questo gli conferì onori. Nel 1886, durante il suo viaggio in Grecia si recò a Zante e visitò la casa di Foscolo. Subito entusiasta nell’apprendere che il comune aveva deciso di acquistarla, propose di collocare davanti all’ingresso il busto del poeta, che avrebbe fatto eseguire a sue spese. La statua fu realizzata a Firenze, ma quando fu pronta, il comune di Zante si trovò nell’impossibilità economica di finanziarne il trasporto fino all’isola, e poiché il governo greco respinse ogni richiesta di aiuto, la generosa offerta di Colocci andò vanificata. Ma egli non fu certo dimenticato a Zante, dove il suo gesto del filelleno trovò ampia eco e il poeta Ioannis Tsakasianos gli dedica un sonetto.


6.- UNA TRADIZIONE IGNOTA DEI SEPOLCRI DA PARTE DI ANTONIO MANUSSOS

Antonios Manussos (Corfù 1822-Venezia 1903), intellettuale e artista teatrale d’avanguardia nell’ambito greco, si stabilì nel 1845 in Italia per compiere i suoi studi universitari. Spirito libero, abbracciò le idee del Risorgimento e restò fedele ad esse identificandosi con la lotta per l’indipendenza unità e liberazione nazionale dell'Italia: prese parte alla rivoluzione veneziana nel 1848-1849 contro gli austriaci, come pure in molte battaglie nelle fila dell’esercito nazionale italiano dal 1859 in poi. Per i suoi meriti di valore sarà insignito del titolo di Cavaliere da parte del governo italiano. Gli anni in cui rientra in Grecia (decennio 1850, 1874-1877, fine 1880) lo vedono insegnare teatro presso la scuola drammatica e lingua italiana, ma all’inizio degli anni ’90 lascerà definitivamente la Grecia, deluso dai suoi connazionali, e si stabilirà a Trieste fino alla morte. Manussos è autore di un’opera poetica di rilievo, e presso l’Archivio dell’Istituto Greco di Venezia si conservano appunti manoscritti sotto il titolo di ‘Ciceone’, che raccolgono preziosi elementi per ricostruire le sue idee e interessi. Fu grande ammiratore di Foscolo, e fra le sue carte infatti troviamo molti riferimenti e ricaviamo inoltre la notizia che egli tradusse in greco I Sepolcri, l’opera foscoliana forse più tradotta in Grecia nel XIX e XX secolo. Probabilmente Manussos cominciò o ultimò l’opera di traduzione nel 1886, negli anni in cui il comune di Zante acquistava la casa del poeta. Purtroppo la traduzione è andata perduta, o perché Manussos non trovò un editore oppure perché la affidò a un editore a cui si affidò (forse D.Thereianòs) non si occupò poi della effettiva pubblicazione.


7.- UGO FOSCOLO E LA CRITICA LETTERARIA DI SINISTRA FRA LE DUE GUERRE

Nel novembre del 1927 si organizzano a Zante manifestazioni ufficiali di Italia e Grecia per celebrare i cento anni dalla morte del poeta. Si tratta di una iniziativa partita nel marzo 1926 quando è al governo il

dittatore Pankalos, che intendeva in questo modo fare un gesto di avvicinamento all’Italia, e venne poi portata avanti dal nuovo governo in carica nell’agosto 1926, dopo il rovesciamento di Pankalos da parte di Kondylis. Il governo italiano diede il proprio sostegno e partecipò in forma ufficiale alle cerimonie. Molti intellettuali greci però videro dietro questa presenza ufficiale dell’Italia un tentativo di promuovere la propaganda fascista in Grecia. Sulle colonne del quotidiano Rizospastis si accende un appassionato dibattito: Nikos Katiforis difende il valore poetico ma anche la personalità di Foscolo, «in continuo scontro con il dispotismo delle classi dominanti del suo tempo»; Petros Pikròs sminuisce la portata dell’opera di Foscolo e lo accusa: «non si interessò delle spinte moderne della società a lui contemporanea» e lo stigmatizza come «avventuriero, agente di Napoleone, del re Luigi, dello zar e del governo inglese». Questa polemica ha sicuramente radici più profonde, che vanno rintracciate negli scontri ideologici in seno alla Sinistra, che lasciano inevitabilmente il segno anche sulla critica letteraria, come provano anche le riviste letterarie di quegli anni.


8.- BIBLIOGRAFIA DI UGO FOSCOLO.
REGISTRO DELLE PUBBLICAZIONI NELLA STAMPA ATENIESE DEL 1927

Dobbiamo ammettere l’assenza di una Bibliografia Foscoliana, un’opera fondante che avrebbe dato un contributo decisivo alla diffusione degli studi foscoliani in Grecia. Si tratta di un lavoro di ricerca impegnativo, ma non così vasto quanto sono stati i lavori corrispondenti per esempio su Dionysios Solomòs o Andreas Kalvos.

In questo territorio lacunoso brillano però alcuni lavori, i preziosi studi bibliografici di Dionysis Serràs e di Fanì Kazantzì. Nel 2002 Serràs ha cercato nei quotidiani di Atene e nelle riviste del 1927 articoli e pubblicazioni relativi alle cerimonie di celebrazione del centenario di Foscolo a Zante: durante lo spoglio dei materiali, sono venute alla luce un grande numero di pubblicazioni sul poeta. Fra queste, alcuni testi anche di un certo rilievo e fino ad ora sconosciuti di giornalisti noti, scrittori e intellettuali dell’epoca. Si tratta di 213 lemmi in totale, che comprendono notizie, corrispondenze, reportages, commenti di attualità, cronache, conferenze, saggi, traduzioni, critiche e presentazioni di edizioni.

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ: α. GLORY, β. ΣΦΟΥΓΓΑΡΙ, γ. ΧΛΩΡΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ (τρία ανέκδοτα ποιήματα)



GLORY, GLORY ALLELUIA!

Σ’ αὐτὰ τὰ χρόνια τὰ μοιραῖα,
τὰ παρακεντέδικα,
τὰ ζηλεμένα χρόνια τῆς Τρόϊκας,
ἡ δόξα μὲ τ’ ἀθάνατα φτερά,
ποὺ στὴν Ἑλλάδα πάντα,
ὡς γνωστόν, περιπατεῖ,
στεφάνια πλέκει μ’ ἄνθη θαλερά
καὶ στεφανώνει τοὺς κατακοίτους
τοῦ πνεύματος,
τοὺς ἀριστεῖς τῆς ἁρπαχτῆς,
τοὺς παγκρατιστὲς τῆς λούφας
καὶ τῆς μίζας,
τοὺς παραλύτους τοῦ ἤθους,
τοὺς βαθυστόχαστους ἀναλυτὲς
τοῦ κεκρυμμένου μυστηρίου τοῦ φραπὲ
καὶ ὅλους τοὺς χρυσόπαστους
ἐπιφανεῖς φελλοὺς
ποὺ κοσμοῦν τὴν πανωραία
τῆς Δημοκρατίας μας ἀτμόσφαιρα,
τοῦ νοήμονος κοινοῦ χειροκροτοῦντος
αὐτοπροαιρέτως καὶ ἐπιψηφίζοντος.

-Glory, glory alleluia!...
Δυὸ ζευγάρια, πέντε βούγια!
Glory, glory alleluia!...
Νὰ ὁ ταμπλᾶς μὲ τὰ κουλούρια!
Glory, glory, γιούργια, γιούργια!

Πειραιάς, 6-4-2011




ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΣΦΟΥΓΓΑΡΙΟΥ

Στὴν Κάλυμνο, στὴ Σύμη καὶ στὴν Κούταλη,
τὰ σφουγγαρονήσια τῆς Πονεμένης Ρωμιοσύνης

Πές μου, σφουγγάρι, τὰ μυστικά σου!
Ἐξαγορέψου καὶ μολόγησέ τα ὅλα!
Μίλησε γιὰ τὰ ξέφρενα
ἀπελπισμένα γλέντια,
πρὶν ἀπ΄ τὴν ἀναχώρηση τῶν σφουγγαράδικων.
Πές μου γιὰ τὸν ἁγιασμὸ τῶν καϊκιῶν,
γιὰ τὰ δάκρυα ποὺ πασκίζουνε
νὰ κρύψουν οἱ παπάδες,
γιὰ τὶς καμπάνες ποὺ ταρακουνοῦνε τὰ νησιὰ
μὲ βροντερὸ παράπονο.
Μίλα μου γιὰ τὰ παλληκάρια
ποὺ κάνουν τὸ σταυρό τους
καὶ κινοῦν σὰν μελλοθάνατοι.
Πές μου γιὰ τὰ ταξίδια τὰ ἀλαργινὰ
τῶν στεναγμῶν καὶ τῆς πικρῆς ἐλπίδας
στὴ Μπαρμπαριά, στὸ Τούνεζι καὶ στὸ Ἀλγέρι.
Πές μου γιὰ τὶς Καλύμνιες μάννες,
τὶς Κουταλιανὲς συζύγους
τὶς Συμιακὲς ἀρραβωνιαστικὲς
τῶν σφουγγαράδων,
γιὰ τὴν ἀγκούσα, τὰ τρομαγμένα ὄνειρα,
τοὺς φόβους καὶ τὰ μοιρολόγια τους
ὅσο κρατοῦσε τὸ φριχτὸ ταξίδι.
Πές μου, περίεργο ζωόφυτο,
γιὰ τὴν ἀνασομηχανή, τὸ σκάφανδρο
καὶ τὸ σκαντάλι.
Πές μου γιὰ τὴ φριχτὴ φωνή
-τὴν ἄκουσες τόσες φορές!-
τοῦ καπετάνιου: -Ἤ σφουγγάρι, ἤ τομάρι!
Μίλα μὲ τὴν κοιλεντερώδη σου λαλιὰ
γιὰ τὴν κρύα βουτιὰ τῶν παλληκαριῶν,
γιὰ τὴν ἀπαίσια μοναξιά τους στὸ βυθό,
τὴν ἀγωνία τους νὰ σὲ ἀνακαλύψουν
στὸ σκοτεινὸ βιότοπό σου.
Πές μου γιὰ τοὺς καβγάδες
καὶ τ’ ἀλληλομαχαιρώματα
γιὰ τὸ χατήρι σου
στοὺς ὑδατόστρωτους τάφους.
Μίλα γιὰ τὴ διατεταγμένη λήθη
ὅσων καθυστεροῦσαν νὰ σὲ βροῦν,
καὶ γιὰ τὸ τρἐμουλο
τὸ παραπονεμένο τῆς καρδιᾶς τους.
Πές μου τί ξέρεις
γιὰ τὴν ἀποφώλια «νόσο τῶν δυτῶν»,
γιὰ τὰ ἀπελπισμένα δάκρυά τους.
Πές μου γι’ αὐτοὺς ποὺ βγῆκαν στὸν ἀφρὸ
παράλυτοι, νεκρόζωοι,
μ’ ὅλα τὰ ὄνειρα σβησμένα.
Πές μου γιὰ ὅσους τοὺς κατάπιαν τὰ θερόψαρα
καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους ποὺ βρῆκαν τάφο πρόχειρο
τὶς ἀμμουδιὲς τῆς Μπαρμπαριᾶς.
Πές μου γιὰ τὴ σημαία τὴ μετζάστα
στὸ κατάρτι τοῦ γυρισμοῦ,
τὶς πένθιμες καμπάνες ποὺ τὴν ὑποδέχονταν,
τὰ οὐρλιαχτὰ καὶ τὰ μαλλιοτραβήγματα τῶν γυναικῶν,
τὰ κλάμματα καὶ τὰ τσιρίγματα τῶν ὀρφανῶν
καὶ τὶς κατάρες γιὰ τὸν λιθοκάρδιο καραβοκύρη.
Μίλα μου γιὰ τὰ πάνδημα μνημόσυνα
τῶν ψυχόβγαλτων στεναγμῶν,
ποὺ δὲν ἀφήνουν πράσινο φύλλο
νὰ στολίσῃ τὴν Κάλυμνο.
Ἔλα ἐδῶ, κοπάδικο,
ἔλα, τσιμούχα, ἔλα, ματαπᾶ,
ἔλα, μελάθη, ἔλα καὶ ἐσὺ ψαθούρι,
καὶ μιλῆστε μου ἀνοιχτά!
Πέστε τα μου ὅλα ἐνώπιον τοῦ Ἅη Νικόλα!
Δὲν ἀντέχω νὰ σᾶς νιώθω στὸ λουτρὸ
νὰ μὲ χαϊδεύετε ἀνέμελα,
ὡσὰν νὰ μὴ συμβαίνει τίποτε!

Πειραιεύς, 28-12-2010




ΧΛΩΡΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

ΕΛΗΑ: Καλόγρηα ἐν μοναζούσαις σεμνοτάτη,
δασκάλα προσευχῆς πολυκατάνυκτης.

ΔΡΥΣ: Ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ εὐσεβὴς Βασιλεὺς
καὶ Αὐτοκράτωρ τῶν Ρωμαίων.

ΦΟΙΝΙΚΙΑ: Ὑψηλοτάτη βυζαντινὴ πριγκήπισσα,
ἐν περισέμνῳ στολισμῷ ὡραιότητος.

ΕΛΑΤΟΣ: Πατριάρχης τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας
ἐν θεοπτείᾳ μεγαλειότητος.

ΠΛΑΤΑΝΟΣ: Ἀρχιερεὺς Ὀρθόδοξος, ἐν χλωρότητι
χρυσίου περιδρόσου ἐστολισμένος.

ΠΕΥΚΟ: Μυρεψὸς ὀρέων
καὶ βράχων ἀπορρόγων παραθαλασσίων.

ΠΡΙΝΟΣ: Νηπτικὸς ἀσκητὴς προσευχόμενος
γονυκλινῶς εἰς ἐρημαίους λόφους.

ΕΥΚΑΛΥΠΤΟΣ: Ἄρχων Πρωτοψάλτης Πατριαρχικός,
ἐν σεμνότητι κινήσεων χοραρχῶν.

ΚΕΔΡΟΣ: Ἰσοκράτης μελῳδίας
θεοπρεποῦς, οὐρανίου.

ΑΜΠΕΛΟΣ: Εὐθυνοῦσα βότρυν ζωῆς
τὸν πέπυρον, ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει.

ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ: Κοῦρος ἀρχαϊκὸς, θρηνῶν
μὲ ἀξιοπρέπεια τὸν Ἄδωνι.

ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ: Κόρη Ἀθηναία πεπλοφοροῦσα
στὴν πομπὴ τῶν Μεγάλων Παναθηναίων.

ΔΑΦΝΗ: Διαχρονικὴ ἑλληνικὴ ταυτότης
περίδοξος.

ΜΥΡΣΙΝΗ: Εὐκλεὴς χαρακτὴρ
τοῦ εὐάνδρου Γένους τῶν Ρωμαίων.

ΔΕΝΔΡΟΛΙΒΑΝΟ: Ἰχθύων φόβος, θυμίαμα εὔοσμον
Εὐφροσύνου Ὁσίου, τοῦ ὀψοποιοῦ.

ΘΥΜΑΡΙ: Φουστανελλοφόρο βοσκόπουλο, αὐλίζον
ἆσμα ἡρωικὸ καὶ κλέφτικο τοῦ ἀθανάτου 21.

ΜΑΣΤΙΧΟΔΕΝΔΡΟ: Πενθηφόρος ἀρχόντισσα, εὐώδη δάκρυα
καταχέουσα ὑπὲρ σφαγίων ἱερῶν ἐθελοθύτων.

ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ: Φαιδρότης ἀπονήρου
ἐφηβείας εὐσχήμονος.

ΝΕΡΑΝΤΖΙΑ: Ὁδῶν ἀστικῶν μυρίπνοον στόλισμα
καὶ μυστηπόλος ἐαρινῶν σκιρτημάτων νεότητος.

ΛΕΜΟΝΙΑ: Καλλίστηθος κόρη Ἀτθὶς
κανιστροφόρος τῶν Ἐλευσινίων.

ΡΟΔΙΑ: Κυπρία μάννα ἱλαροπρόσωπη,
ἐν εὐσεβείας γνησιότητι ὑπερπολύτεκνη.

ΜΟΥΡΙΑ: Νεόνυμφη χωριατοπούλα ἐντροπαλή,
μὲ ὁλομέταξη ἐσθῆτα κυριακάτικη.

ΣΥΚΙΑ: Σύσσημον φιλανδρείας ἐπιψόγου,
ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ καταρασθεῖσα
καὶ παραχρῆμα ξηρανθεῖσα.

Πειραιεύς, 3-12-2010


[Εικονογράφηση: Χαρακτικά Βίκυς Τσαλαματά]
Related Posts with Thumbnails