© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΕΠΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΕΡΙ ΦΙΛΙΑΣ


[Τα ποιήματα πρωτοδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ΠΟΡΦΥΡΑΣ, τεύχος 138 (Ιανουαρίου-Μαρτίου 2011),  σσ. 463-467]


ΠΑΡΟΔΙΚΟ

ο κόσμος σκηνή, ο βίος πάροδος
Αποστόλιος, Παροιμίαι, ΧΙΙ 58

Στη βεράντα μου
σιωπηλός ερωδιός ο Αστροφόρος
άλλοθι ζητά με σπασμένη φτερούγα

κι εγώ στο κλουβί
έστω κι αν ξέρω του καιρού το πρόσκαιρο
καναρινίζω.

Βροχή δεν ήρθε.
Τριγύρω μου πάντως το Αόμματο
«φιλείς με;» λέει σιγανά στο αυτί
και όπου φύγει...


ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΣΕ ΑΠΟΣΥΡΣΗ

Σκευή του βίου
σελήνη δαγκωμένη επισκευάζω
και είναι υγεία να φοβάμαι τον Φόβο
σαν τον Ίμερο
μια νίκη Άλφα
ενώ τραχύς ο πόνος μέχρι τ’ Ωμέγα.

Εκτός θαλάσσης
-άμμος έτσι τάφερε-
χαραμίζομαι
βρέξει χιονίσει άνεμοι με κατοικούν
ζώα ξεβαμμένα.

Τον άμμο ποθώ
των ψαριών τ’ αγγίγματα
συν όλα τ’ άλλα.


ETERNAL SUNSHINE

Στην Αιώνια Λιακάδα
μπαίνεις δωρεάν
άρτι αφιχθείς απ’ το Αεί
αρχαγγελικός και ανυπόδητος

με το Σπαθί σου δηλαδή
και την Απελπισία-

χαίρεις για τον χώρο
και τις διόδους λέξεις
όλοι χωράνε στη χαρά
η Αράχνη γαρ του ενταύθα
έχει κι αυτή ψυχή

οι δε Αγγελοκρουσμένοι
βρίσκουνε πάντα τρόπο ευάερο
για τ’ Όχι και το Ναι τους.


ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ

Την ανεπάρκεια των σωμάτων
αναπληρώνει Προμηθεύς εξ ουρανού

τι νόμιζες

δεν είναι κλάψε γέλασε η σιωπή
καλλιγραφία δεν είναι

αυτόκλητους περισυλλέγει ο Καιρός
τους πανθεΐζει

τους ετερόφωτους ουδείς
κονιορτός στα σαντάλια μας

αυτοσκοτώσου να τελειώνουμε λοιπόν
ως γέγραπται.


ΠΕΡΙ ΦΙΛΙΑΣ

Επέχει θέση τάφου η Φιλία.

Ενθέτεις εκεί μέσα κτερίσματα θαυμάτων
θολά τζαμάκια της αποκαρδίωσης
φωνούλες ανεφάρμοστες
ή αισθήματα ληγμένα.

Μια ζωή σε Ονειροτροφείο
τι κατάλαβες;

Ορθώσου τώρα στη γωνιά με τόνα πόδι
παιδί τιμωρημένο
και τις φιλίες απ' την αυλή να σε χλευάζουν.


ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

Αχώρητος χωράω
μονολογώ τα νερά
τα συλλαβίζω
με ανοίγω λάκκο
πέφτω εντός
ανεβαίνω σ’ εμένα
δε με γνωρίζω

ο Έρως όπου θέλει πνει αλαβάστρινος
ενός φιλιού μύρια έπονται
ενός θανάτου πρόφαση
ο Δρόμος όμως με αρρωσταίνει
όλο φιδάκια η γειτονιά
φλούδες της νιότης

ωστόσο να:

Κάνω την πέτρα μου καρδιά
παλτό τα πένθη
έτσι κι αλλιώς
μισώ τη νοσταλγία παιδιόθεν
-τι βαρετή επίδοση φερέλπιδων απελπισμένων-

στέκω στην άκρη του γκρεμού
βλέποντάς σε να πέφτω
αμηχανία όλος και ηδονή.


ΕΓΚΟΙΜΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ

1
Όχι δίπλα στο φρέαρ ως συνήθως
εδώ θα κοιμηθώ στην ορχήστρα
και σε όποιον αρέσω-
εδώ πλάι στη θυμέλη
ενώπιον του λαού παντός
και του φίλου Αισχύλου

στο κοίλο εσείς κοιτάτε με
χαλάλι
ξυπνάω αύριο εμπαθής
μα και θεραπευμένος.


2
Τον Ωτακουστή συλλάβετε πάραυτα.
Να μην εκπέσουν
των Μυστηρίων και των πάνω κερκίδων
τα Πειστήρια.

Άσε τις ντροπές
τι αρχαίος τι νέος ίδιος ψίθυρος.
Αντιπροτείνω εις επήκοον όλων τ’ Αυτονόητα.

(Οκτώβριος 2007-Σεπτέμβριος 2008)

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

Η Γκιόστρα και οι τζελουτζίες

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Οι τζελουτζίες ήταν σιδερένια πλέγματα, που χώριζαν την κοινωνία της παλιάς Ζακύνθου σε μέσα και σε έξω. Βέβαια ο διαχωρισμός αυτός, με άλλη μορφή, γινόταν την εποχή εκείνη κυρίως με την εκκλησία των Αγίων Σαράντων και το ιστορικό τους πλάτωμα και αυτό ήταν η αιτία να δημιουργηθεί το εξής χαρακτηριστικό στιχούργημα, το οποίο διασώθηκε ως τις μέρες μας και μας προβληματίζει:

Εις το Φόρο λένε αντίο
στην Ανάληψη περ ντίο
τσ’ Άϊ Σαράντες λένε γεια σας
και στον Άμμο γεια χαρά σας.

Άλλη κοινωνία, λοιπόν, πριν τους Μεγαλομάρτυρες της Σεβάστειας και άλλη μετά από τον χτισμένο για την διάσωση από μια επιδημία πανούκλας ναό τους. Αναλύοντας το τετράστιχο διαπιστώνουμε μια ροπή ελιτίστικου μιμητισμού στην λεγόμενη «Μέσα Μερία» και κάποια μαγκιά και λαϊκή τάση στην «Όξω». Ας μην την ερμηνεύσουμε. Η ιστορία κατανοείται και φωτίζεται με το φακό της εποχής της και όχι με την σημερινή πραγματικότητα. Αν εφαρμόσουμε το τελευταίο, σίγουρα θα αδικήσουμε και θα οδηγηθούμε σε λάθη.

Ως εκ τούτου αφήνουμε σε άλλους τις αναλύσεις και επανερχόμαστε στο δικό μας σημερινό θέμα, το οποίο είναι ο άλλος διαχωρισμός της τζελουτζίας. Για την ερμηνεία της λέξης καταφεύγουμε ξανά (πού αλλού;) στον πολύτιμο Λεωνίδα Χ. Ζώη και από το μοναδικό «Λεξικόν» του αντιγράφουμε: «Τζελουτζίες, το εν παραθύροις άλλοτε δρύφρακτον, όπως καθίστανται αθέατοι αι γυναίκες. Τοιούτα φρύφρακτα παρέμειναν εις τους γυναικωνίτας ολίγων ναών, δικτυωτόν, δρύφρακτον».

Αποφεύγω τον πειρασμό να ερμηνεύσω τον Ζώη σε γλώσσα απλουστευμένων ελληνικών, με αγγλική σύνταξη και επιμειξία και σταματώ στην ουσία, που είναι ο διαχωρισμός των φύλων και η απομόνωση της γυναίκας. Από τα «δικτυωτά» αυτά ή «δρύφρακτα», όπως είναι η ελληνικά απόδωση της τοπικής, ιταλικής προέλευσης λέξης «τζελουτζία», ο θηλυκός πληθυσμός του κάθε σπιτιού, κυρίως των αρχοντικών, μπορούσε να δει προς τα έξω, προς τη ζωή, αλλά δεν μπορούσε να την βιώσει. Γνώριζαν την κίνηση του δρόμου, μα δεν την ζούσαν. Ήξεραν και δεν μπορούσαν.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τα παραπάνω ας δούμε τι γράφει η Ελισάβετ Μουτζάν – Μαρτινέγκου στην πολυσυζητημένη «Αυτοβιογραφία» της: «[…] Επεθύμησα, είπα, από καρδίας, αλλά εκύταξα τους τοίχους του σπιτιού οπού με εκρατούσαν κλεισμένην, εκύταξα τα μακρά φορέματα της γυναικείας σκλαβιάς και ενθυμήθηκα πως είμαι γυναίκα, και περιπλέον Ζακυνθία και αναστέναξα […]».

Τον καημό της πρώτης ελληνίδας πεζογράφου αντιλήφθηκε ο «χαμωλόγος», κατά τον Διον. Ρώμα, ποιητής Διονύσιος Γρυπάρης και σε στίχους της συμπαραστάθηκε:

Ποίος λέει να είν’ κλεισμένες
κόρες σαν φυλακισμένες
και να βλέπουν στες οικίες
μιλιούνια τζελουτζίες;

Αυτές οι «μιλιούνια τζελουτζίες», που βρίσκονταν όλο το χρόνο περιοριστικά «στες οικίες», έφευγαν για μια μέρα μόνο. Ήταν η Πέμπτη τση Τρυνής (Τυροφάγου), όπου στην Πλατεία Ρούγα και στον χώρο της ανάμεσα από τις εκκλησίες της Ανάληψης και της Βαγγελίστρας, διεξαγόταν η Γκιόστρα, κατεβασμένη από τον Αρίγκο της Μπόχαλης και όχι πια αναμέτρηση, αλλά επίδειξη δεξιοτεχνίας.

Πρώτος, αν δεν κάνω λάθος, μίλησε γι’ αυτήν την πρωτοπορία (γιατί αληθινά για κάτι τέτοιο πρόκειται) ο Σπυρίδων Δε Βιάζης, ο οποίος στο κατατοπιστικό κείμενό του «Η προσωπίς και τα ιπποδρόμια εν Ζακύνθω επί Ενετοκρατίας», το οποίο δημοσιεύθηκε την 1 Φεβρουαρίου 1890 στο περιοδικό «Ανθών», σημειώνει, μεταξύ των άλλων πολύτιμων και σημαντικών και τα ακόλουθα: «[…]Αι στοαί ήσαν πλήρεις μύρτων και δάφνης, στεφάνων, ανθέων και σημαιών. Τα παράθυρα ανοικτά, ελεύθερα, ως επί το πλείστον κατά την ημέραν εκείνην από των “τζελουτζιών”, εστολίζοντο δια ταπήτων, στεφάνων ανθέων και άλλων τοιούτων, κατάμεστα, ενοείται, θεατών παντός φύλου και ηλικίας, προσωπιδοφόρων και μη […]».

Με τα παραπάνω συμφωνεί και ο Ανδρέας Α. Αβούρης, που στην νουβέλα του «Ο Αλαμάνος», ξεκινώντας την όλη τραγική ιστορία από την διεξαγωγή της Γκιόστρας, την μόνη φορά στο κύλισμα του χρόνου, όπου δινόταν η ευκαιρία στο πρωταγωνιστικό ζευγάρι να ειδωθεί, να γνωριστεί και να φλερτάρει, περιγράφει γλαφυρά, θέλοντας να δώσει το κλίμα της προετοιμασίας της γιορτής: «[…] Ολοένα οι εργάται, οι γνωστοί μας της ταβέρνας του Λουρέντζου, εργάζονται για να τελειώσουν το στολισμό της εξέδρας με μυρτιές και σημαίες. Αποβραδίς αφαιρέθηκανε αι τζελουτζίαι από τα παράθυρα των σπιτιών που τα εστόλισαν με σημαίες και βαρύτιμους τάπητες κι ο κόσμος έκανε βόλτες στη Πλατεία Ρούγα θαυμάζοντας το στολισμό και τη κίνηση […]».

Οι τζελουτζίες, λοιπόν, έφευγαν για χάρη της Γκιόστρας και οι γυναίκες, απαλλαγμένες πια από τα πλέγματά τους, αυτά που έκαναν την Ελισάβετ Μουτζάν – Μαρτινέγκου να ντρέπεται που ήταν γυναίκα και μάλιστα Ζακυνθινή, μπορούσαν να συνεορτάσουν το γεγονός και να κινηθούν όσο γινόταν πιο ελεύθερες.

Είναι άλλη μια ερωτική εκδοχή της Γκιόστρας και δικαιολογεί απόλυτα, μαζί με άλλα πολλά, την στέγασή της και στην περίοδο του Καρναβαλιού. Επίσης η αφαίρεση των περιοριστικών αυτών πλεγμάτων από τα τζαντιώτικα παραθύρια, μπορεί, άφοβα, να θεωρηθεί σαν μια πρώτη κίνηση του τοπικού, αλλά γιατί όχι και του παγκόσμιου φεμινιστικού κινήματος.

Ο Ζώης μας λέει πως στην εποχή του, πριν σίγουρα από την χρονιά της ανεπανόρθωτης καταστροφής της θεομηνίας του Αυγούστου του 1953, λίγες εκκλησίες υπήρχαν με τις διαχωριστικές αυτές κατασκευές στις εκκλησίες της Ζακύνθου. Στην εποχή μας υπάρχουν, αλλά είναι ελάχιστες. Εμένα προσωπικά μού έρχεται στο νου μόνο το γυναιτίκι της εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας στο Φαγιά. Μπορεί να υπάρχουν και άλλες. Σημασία έχει πως σήμερα είναι ματαιότητα να φτιαχτούν στους νεότερους ναούς του νησιού, ακόμα και για ιστορικούς λόγους.

Το ότι, όμως, έφευγαν την ημέρα της διεξαγωγής της Γκιόστρας, τότε που ήταν αναπόφευκτος κανόνας, μας λέει πολλά και δίνει περισσότερη αξία στο ιππικό αγώνισμα.

Σημειώσαμε και πριν πως κάθε γεγονός πρέπει να το βλέπουμε με το μάτι και τις συνθήκες της εποχής του. Διαφορετικά παραπλανιόμαστε.

Η Γκιόστρα, για πολλούς λόγους, ήταν το μεγαλύτερο γεγονός του χρόνου. Αυτός που γνωρίσαμε σήμερα, την μέρα της αναβίωσής της, αρκεί να την στηρίξει και να αιτιολογήσει την παρουσία της στις μέρες μας.

Γιατί «τζελουτζίες» υπάρχουν ακόμα…


Δευτέρα 21 Φεβρουαρίου 2011

Δύο ειδήσεις από την πανέμορφη Βελγική πόλη Bruges

αφορμή για σκέψεις σχετικά με το κατά πόσο η θέαση της τέχνης παραδειγματίζει, προβληματίζει, νουθετεί και τελικά επηρεάζει το θεατή της

Της Κατερίνας Δεμέτη

Το να προσπαθούμε να κάνουμε απλή αναφορά σε έργα τέχνης της σύγχρονης ή της παλαιότερης καλλιτεχνικής παραγωγής, με στόχο την αποκάλυψη κάθε φορά του ωραίου ή του άσχημου, με όρους αισθητικής, θα περιοριζόταν σε μία επιφανειακή προσέγγιση του ρόλου της Τέχνης, και κανέναν άλλο σκοπό δεν θα εξυπηρετούσε παρά μόνο την κατανάλωσή της, με όρους ανώδυνους για τον θεατή.

Η Τέχνη ωστόσο είναι λειτουργία κατεξοχήν πνευματική, ενεργοποιεί μέσω της όρασης στοιχεία του εσωτερικού μας κόσμου, γι’ αυτό η αναφορά μέσα από τη στήλη μας σε ειδήσεις που σχετίζονται μ’ αυτή, και μας έρχονται από κάθε μεριά της γης, αποσκοπεί στο να αποκαλύψει την κρυμμένη αλήθεια πίσω από την πρόδηλη εικόνα της, και επιπρόσθετα να δώσει μία πιο γενική διάσταση των προβλημάτων, που ταλανίζουν τη ζωή μας, στη μικρή μας πόλη.

Οι ειδήσεις, αυτή τη φορά, μάς έρχονται από την πανέμορφη Βελγική πόλη Bruges.

H πρώτη, αφορά σε μία παρέμβαση του εννοιολογικού καλλιτέχνη Jan Verhaeghe σε γλυπτά δημοσίων χώρων, ο οποίος την πλήρωσε, όπως θα δείτε, πολύ ακριβά. Η δεύτερη έρχεται από το Μεσαίωνα ως παραγγελία της ίδιας πόλης, στο ζωγράφο Gerard David (1460-1523) του «Δίπτυχου της Δικαιοσύνης», προκειμένου να προειδοποιήσει τους κρατικούς λειτουργούς για την αυστηρή τιμωρία της διαφθοράς και της αδικίας και έρχεται στο μυαλό μας, κάθε φορά που διαβάζουμε τα πρωτοσέλιδα των τοπικών εφημερίδων για διαφθορά και κάθαρση, κατάχρηση εξουσίας και τιμωρία, μάσκες ντροπής και ξεσκέπασμά τους.

Την πρώτη είδηση την ψαρέψαμε από το περιοδικό Τέχνης Ίχνη του Συλλόγου Καλλιτεχνών Εικαστικών Βορείου Ελλάδος (τεύχος 1-χειμώνας 2010-2011), και αναφέρει ότι όταν το 2002 η Bruges είχε τον τίτλο της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης, ο εννοιολογικός καλλιτέχνης Jan Verhaeghe, θέλοντας να προβληματίσει σχετικά με την επιλογή των έργων τέχνης για τους δημόσιους χώρους, τοποθέτησε προσωρινά μία πινακίδα με τις λέξεις «απαγορεύεται να κοιτάτε» πάνω στο άγαλμα «οι Νιόπαντροι» του Stefaan Depuydt και της Livia Canestrato και σε άλλα είκοσι αγάλματα.

Το ζεύγος γλυπτών που είχε φιλοτεχνήσει αρκετά από αυτά τα αγάλματα, κατέθεσε αγωγή εναντίον του, που έφτασε μέχρι το Εφετείο και τελικά δικαιώθηκε από το Δικαστήριο της Αμβέρσας. Το δικαστήριο έκρινε ότι ο Jan Verhaeghe είχε παραβιάσει το δικαίωμα του ελέγχου, που μπορεί να ασκεί ένας καλλιτέχνης όσον αφορά τη χρήση του έργου του («δικαίωμα του προορισμού»). Αποτέλεσμα της πράξης του αυτής ήταν ένα πρόστιμο ύψους 21.500 ευρώ, που του επιδικάστηκε από τα Βελγικά δικαστήρια, λόγω παραβίασης του «δικαιώματος προορισμού»!

Στην προκειμένη περίπτωση οι γλύπτες δεν είχαν δώσει άδεια στον Jan Verhaeghe για να χρησιμοποιήσει το έργο τους για το σκοπό αυτό. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι η απόφαση αυτή αποτέλεσε περιορισμό της ελεύθερης έκφρασης γνώμης και θέλησε με την πράξη του να δείξει στους κατοίκους της Bruges ότι η πόλη με την πλούσια καλλιτεχνική παράδοση του Van Eyck και του Memling, άξιζε κάτι περισσότερο από τα συγκεκριμένα αγάλματα, που είχαν παραγγελθεί σε μεγάλες ποσότητες από τον προηγούμενο δήμαρχο.


Για την υποστήριξή του μάλιστα οργανώθηκε και η ομάδα Censart ( www.censart.be ), η οποία ζήτησε από τους υποστηρικτές της να αποστείλουν μια φωτογραφία τους, όπου κρατούσαν τον δείκτη μπροστά από το στόμα τους, προτρέποντας σε σιωπή. Όσοι μάλιστα χρησιμοποιούσαν το Facebook κλήθηκαν να αντικαταστήσουν για ένα διάστημα τη φωτογραφία τους στο προφίλ τους, με το νέο αυτό πορτρέτο. Με τον τρόπο αυτό υπέγραψαν συμβολικά την αντίδρασή τους στην απόφαση του Δικαστηρίου και τη συμπαράστασή τους στον καλλιτέχνη.

Κάθε φορά που ένα γλυπτό κακοποιείται στη μικρή μας πόλη, όπως πρόσφατα κακοποιήθηκε στη θέση που προσεισμικά βρισκόταν η οικία του Φώσκολου, το μνημείο για τον Ποιητή, που «στεφανώθηκε» με τα καλώδια της ΔΕΗ, στο μυαλό μας πρέπει να έρχεται αυτόματα η αντίδραση της Βελγικής πόλης και η αυστηρή τιμωρία που επιβλήθηκε στον Jan Verhaeghe για παραβίαση του «δικαιώματος προορισμού».

Αλλά και η αντίδραση των υποστηρικτών του Jan Verhaeghe, της ομάδας Censart πρέπει να μας προβληματίσει, για τη μεγάλη σημασία που παίζει για τον Ευρωπαίο, η κατανόηση μιας ακτιβιστικής πράξης μέσα από την αλληγορία που η πράξη αυτή μπορεί να υποδηλώσει, και που δεν είναι τίποτ’ άλλο από το να συλλάβουμε και να εκμεταλλευτούμε τη σχέση αναλογίας, ανάμεσα στην αλληγορία της πράξης και στο βαθύτερο νόημά της, για την φίμωση της ελευθερίας έκφρασης ενός καλλιτέχνη.

Η Ευρώπη άλλωστε, από τα μεσαιωνικά ακόμα χρόνια, ζούσε σ’ έναν κόσμο που μιλούσε συνεχώς σ’ ένα εραλδικό ιδίωμα, όπου ο λέων δεν ήταν μόνο λέων, το ρόδο δεν ήταν μόνο ρόδο και ο μονόκερος ήταν εξίσου πραγματικός με το λιοντάρι γιατί και τα δύο ήταν σύμβολα, μιας ανώτερης αλήθειας.

Στο Groeninge Museum & Arentshuis της Bruges, πριν από λίγα χρόνια είχα την τύχη να δω ένα τέτοιο αλληγορικό έργο, που φιλοτεχνήθηκε από τον σπουδαίο Φλαμανδό ζωγράφο Gerard David, το 1498, o οποίος γεννήθηκε περ. το 1460 στο Oudewater και πέθανε στις 13 Αυγούστου 1523, στη Bruges και που είχε παραγγελθεί για την Αίθουσα του Δημαρχείου της πόλης (The Council Chamber of Bruges Town Hall).


«To Δίπτυχο της Δικαιοσύνης» (Justice diptych), όπως είναι γνωστό, παρουσιάζει στο αριστερό πάνελ την Κρίση του Καμβύση (182,3χ159,2 εκ.) και στο δεξί την Εκδορά του άδικου δικαστή (182,2χ159,4 εκ.). Πρόκειται για μία ζωγραφική απεικόνιση του 25ου κεφαλαίου από την «Τερψιχόρη», το Ε΄ βιβλίο του Ηροδότου, που έχει ως βασικό του θέμα την περιγραφή της Ιωνικής επανάστασης εναντίον των Περσών (499-493 π.Χ.). Γράφει λοιπόν ο Ηρόδοτος στο σχετικό χωρίο, στη μετάφραση του «Κάκτου»:

«Ο Δαρείος λοιπόν ξεκίνησε για τα Σούσα, υποχρεώνοντας τον Ιστιαίο να τον ακολουθήσει. Πριν φύγουν, όρισε τον Αρταφέρνη, αδελφό του από τον ίδιο πατέρα, κυβερνήτη των Σάρδεων κι έδωσε στον Οτάνη τον έλεγχο των ακτών. Ο πατέρας του τελευταίου, Σισάμνης, είχε εκτελεστεί από τον Καμβύση. Ήταν ένας από τους βασιλικούς δικαστές και, ως τιμωρία επειδή δωροδοκήθηκε και διαστρέβλωσε την αλήθεια, ο Καμβύσης διέταξε να τον γδάρουν. Το δέρμα του ξεσκίστηκε και κόπηκε σε λωρίδες, τις οποίες τέντωσαν πάνω στο κάθισμα που χρησιμοποιούσε στο δικαστήριο. Ο Καμβύσης έπειτα έβαλε τον γιο του δικαστή στη θέση του και του είπε να θυμάται από τί ήταν φτιαγμένη η καρέκλα του, όποτε έβγαζε μία ετυμηγορία.»

To Δίπτυχο της Bruges αναφέρεται σ’ αυτό το συγκλονιστικό περιστατικό. Στο αριστερό τμήμα του Διπτύχου διακρίνεται η σύλληψη του Σισάμνη με την παρουσία του Καμβύση, ο οποίος του απαγγέλλει τις κατηγορίες. Ένα από τα εγκλήματα του δικαστή ήταν εκείνο της δωροδοκίας, προκειμένου να εκδώσει μία άδικη απόφαση. Τον βλέπουμε στο βάθος αριστερά, στην είσοδο του σπιτιού του, να δέχεται ένα πουγκί. Στο επάνω δεξί τμήμα του άλλου πίνακα βλέπουμε τον Οτάνη καθισμένο πάνω στον δικαστικό θρόνο που έχει επενδυθεί από το δέρμα του πατέρα του Σισάμνη, ενώ το κεντρικό επεισόδιο παρουσιάζει το φρικιαστικό θάνατό του με εκδορά. Το επεισόδιο ο ζωγράφος φυσικά το τοποθετεί σε μία Φλαμανδική πόλη με γοτθικά κτήρια, ενώ διακρίνονται τα οικόσημα του Φίλιππου του Δίκαιου και του Ιωάννη της Αραγωγίας, που τότε κυβερνούσαν τις Κάτω Χώρες.

Φανταστείτε την αντίδραση όσων έμπαιναν μέσα στο Δημαρχείο της Bruges όταν αντίκριζαν αυτό το έργο, αλλά και την υποχρέωση που ένοιωθαν όσοι είχαν στα χέρια τους την απονομή της Δικαιοσύνης στην πόλη…

Στις μέρες μας, έχουμε επιμελώς παραλείψει το διδακτισμό ως άκρως αναχρονιστικό από την αισθητική της εποχής μας. Και σ’ αυτό θα μπορούσε να ξεκινήσει μία ολόκληρη συζήτηση που θα συμπαρέσυρε σίγουρα αρκετούς από τους ευαισθητοποιημένους εκπαιδευτικούς μας.

Αλλά σίγουρα αυτό που δεν πρέπει να παραλείψουμε είναι η επαφή των παιδιών μας με τα νάματα της τέχνης.

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Αρχαιοελληνικές ερωτικές χαρακιές

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης


Αρχαιοελληνικές επιγραφές δίχως τέλος στα βάθρα των καλλιτεχνικών έργων, στους τάφους των νεκρών και στους τύμβους των πεσόντων… Οι περισσότερες είναι ποιητικοί θησαυροί, πραγματικά λυρικά κατορθώματα με μεγάλη ιστορική αξία, αφού εκεί παρελαύνει ολόκληρος ο ιδιωτικός και δημόσιος βίος των αρχαίων Ελλήνων. Πάνω από 4.000 αρχαία ελληνικά επιγράμματα καταχωρίζονται στα 16 βιβλία της «Ελληνικής ή Παλατινής Ανθολογίας» [1]. «Μέσα στον σχεδόν ολότελα χαμό του απέραντου λυρικού δάσους των αρχαίων, ευτύχημα πώς απόμεινε το στενό κάπως, μα πανάνθιστο περιβόλι των Επιγραμμάτων», έλεγε ο Κωστής Παλαμάς. Εκεί, ανάμεσά τους, και τα ερωτικά επιγράμματα, ένα είδος ιδιαίτερα δημοφιλές κατά την περίοδο της διασποράς του ελληνισμού στις χώρες της Μεσογείου, ακόμα και κατά τη διάρκεια του Βυζαντινού αντι-ερωτισμού. Με αφορμή τη γιορτή των Ακύλα και Πρισκίλλης, ορθοδόξων αγίων του έρωτα, και του καθολικού αλλά παγκοσμιοποιημένου Αγίου Βαλεντίνου, ας απολαύσουμε μερικά ερωτικά επιγράμματα, κόντρα στο πολεμικό κλίμα των ημερών που διανύουμε, γιατί η ζωή αναγεννιέται μέσα από τους έρωτές της.

Ταυτόσημη έμπνευση φαίνεται ότι έχουν τα τρία δίστιχα επιγράμματα που ακολουθούν και βρίσκονται στη σειρά (αρ. 82, 83, 84) με άγνωστο επιγραμματοποιό «Αδέσποτον»

82
«Ω σοβαρή βαλάνισσα, τι μ' ούτως έκπυρα λούεις;
πριν μ' αποδύσασθαι, του πυρός αισθάνομαι.»

Υπέροχη λουτράρισσα! Καυτό λουτρό ετοιμάζεις;
Ακόμη πριν γδυθώ, την πύρα αισθάνομαι ήδη!
83
«Είθ΄ άνεμος εγενόμην, συ δε (σας) στείχουσα παρ' αυλάς
στήθεια γυμνώσας και με πνέοντα λάβοις.»

Είθε να γινόμουν άνεμος, και όταν στο σπίτι σου θα επέστρεφες κόρη,
το στήθος σου να γύμνωνες και την πνοή μου να δεχόσουν στις πτυχές του!

84
«Είθε ρόδον γενόμην υποπόρφυρον, όφρα μεν χερσίν
αρσαμένη χαρίση στήθεσιν χιονέοις.»

Ας ήμουν ένα ρόδο πορφυρό! Στα χέρια σου να με έπαιρνες, ω κόρη,
Και στο λευκό σαν χιόνι στήθος σου, να με πρόσφερες, ως δώρο!

Η σωματική λεπτότητα των γυναικών εθεωρείτο κατά την αρχαιότητα ως ιδιαίτερο προσόν των γυναικών. Στα παρακάτω επιγράμματα του Ρουφίνου η προτίμηση γέρνει προς τη μεσότητα γενικώς.

37.
«Μητ΄ ισχνήν λίαν περιλάμβανε μήτε παχείαν,
τούτων δ΄ αμφοτέρων την μεσότητα θέλε.
Τη μεν γαρ λείπει σαρκών χύσις , η δε περισσήν
κέκετηται, λείπον μη θέλε μηδέ πλέον.»

Ισχνή πολύ μην προτιμάς, αλλ΄ ούτε και παχιά βεβαίως.
Ακρότητες! Η μέση λύση η πλέον ευάρεστη είναι.
Στη μια η σάρκα είναι ελλιπής, στην άλλη περισσεύει.
Το «ολίγον» απόφευγε, όπως και το «πλέον» επίσης.

42.
«Μισώ την αφελή, μισώ την σώφρονα λίαν
η μεν γαρ βραδέως, η δε θέλει ταχέως.»

Μισώ την πρόθυμη, απεχθάνομαι τη συνετή επίσης.
Υποχωρεί αργά με δυσκολία αυτή, είναι έτοιμη να υποκύψει εκείνη!

Οι πλαστικές τέχνες δεν παρέλειπαν, πολλές φορές, ν΄ απεικονίζουν τον ‘Ερωτα με δέρμα λιονταριού και μ΄ ένα ρόπαλο στο χέρι. Στο επίγραμμα του Μελέαγρου ως και το κουνούπι γίνεται αγγελιοφόρος του Έρωτα… Για λόγους οικονομίας παρατίθεται μεταφρασμένο:

152
Άνοιξε τα φτερά κουνούπι μου, γοργός γενού αγγελιαφόρος
Κι αλαφραγγίζοντας τ΄ αυτιά της Ζηνοφίλας, πες της:
«Άγρυπνος περιμένει αυτός κι εσύ αδιάφορη προς όλους
που σ΄ αγαπούν στον ύπνο έχεις δοθεί». Λοιπόν, πετάξου, τώρα!
Ωστόσο, ψιθύρισέ της απαλά, μήπως τον άνδρα της ξυπνήσεις.
Κι αν φέρεις τη μικρή μου εδώ, με λέοντος θα σε στέψω εγώ δορά,
ακόμη κι ένα ρόπαλο στο χέρι θα σου δώσω!

Το κάλλος της μορφής δε φτάνει στο επίγραμμα του Καπίτωνος, αποζητά και τη χάρη:

67.
« Κάλλος άνευ χαρίτων τέρπει μόνον, ου κατέχει δε,
ως άτερ αγκίστρου νηχόμενον δέλεαρ»

Το κάλλος δίχως τη χάρη, τέρπει απλώς και δεν αιχμαλωτίζει
καθώς στο κύμα ένα άγκιστρο, δίχως με δόλωμα οπλισμένο.

Είναι γεγονός ότι ο αισθησιακός έρωτας κυριαρχεί στην «Ανθολογία» αφού ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των αρχαίων, δίχως περιορισμούς, όπως συμβαίνει στις σύγχρονες θρησκείες. Ιδού ένα χαρακτηριστικό επίγραμμα του Λεοντίου:

295.
«Ψαύε μελισταγέων στομάτων, δέπας. Εύρε, άμελγε
ου φονέω, την σην δ΄ ήθελον αίσαν έχειν»

Στόματα, αν βρεις μελισταγή, ευθύς ν΄ αρμέξεις σπεύσε.
δεν σε φθονώ, την τύχη σου θα επιθυμούσα μόνο νάχω!

Στο ίδιο πνεύμα επιγραφοποιεί και ο Ασκληπιάδης:

85.
«Φείδη παρθενίης. Και τι πλέον; Ου γαρ ες Άδην
ελθούς΄ ευρήσεις τον φιλέοντα κόρη.
Εν ζωοίσι τα τερπνά της Κύπριδος, εν δ΄Αχέροντι
Οστέα και σποδιή, παρθένε, κεισόμεθα»

Φυλάς την παρθενιά σου. Και τι μ΄ αυτό; Τι θα κερδίσεις;
Δεν πρόκειται εραστή να βρεις στον Άδη, όταν κατέβεις.
Τα έργα τα τερπνά της Κύπριδας μόνο όταν ζεις απολαμβάνεις.
Στο κράτος του Αχέροντα οστά και τέφρα! Τίποτε άλλο!

Το αρχαίο ελληνικό ερωτικό επίγραμμα ανήκει στην υψηλή, τη μεγάλη, τη γνήσια ποίηση. Επέδρασε κι επηρέασε και τους μεγάλους Λατίνους ποιητές , όπως τον Κάτουλο, τον Τίβουλλο , τον Προπέρτιο, τον Μαρτιάλη. Η επίδρασή του δεν ανακόπηκε ούτε κατά τους μεταγενέστερους αιώνες. Ο Goethe ή ο Pierre Louis είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα, τη στιγμή που ποιήματα μεγάλων ευρωπαίων ποιητών περιέπεσαν στη λήθη.

---------------------

[1] Το 900 περίπου μ.Χ. ο πρωθιερέας των ανακτόρων του Βυζαντίου Κ. Κεφαλάς κατάρτισε μια συλλογή επιγραμμάτων με τον τίτλο «Ελληνική Ανθολογία» που χάθηκε και ξαναβρέθηκε αργότερα ένα αντίγραφό της στη βιβλιοθήκη της Heidelberg, που ήταν πρωτεύουσα της μικρής ηγεμονίας του Παλατινάτου γι΄ αυτό και η νέα ονομασία.

Βιβλιογραφία:
* Β. Ι. Λαζανά, Τα αρχαία ελληνικά ερωτικά επιγράμματα, εκδ. Δ. Ν. Παπαδήμα 1990
* R.Flacelier, Ο έρωτας στην αρχαία Ελλάδα. εκδ. Παπαδήμα 1995

Ζάκυνθος, 14-02-2011

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

Διονυσίας Μούσουρα-Τσουκαλά: ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΚΙ ΕΝΟΧΕΣ (διήγημα)


Μισάνοιξε τα μάτια. Έξω είχε ήδη αρχίσει να φωτίζει. Για μια μικρή στιγμή, ξεχνιέται, πως όλα είναι όπως πριν. Εκείνη πρέπει νάναι στην κουζίνα τώρα και να φτιάχνει καφέ, σε λίγο θα φτάσει ώς το δωμάτιό του η μυρωδιά. Μετά, θ' ανοίξει την πίσω πόρτα, να βάλει γάλα της ψιψίνας. Η Ομορφούλα, όπως την έλεγαν, θάναι εκεί στο σκαλοπάτι να περιμένει. Σειρά έχουν τα πετούμενα του ουρανού, πρωί-βράδυ κάτω από την ελιά ρίχνει σπόρια, ψωμί κι ό,τι άλλο απόμεινε για τα διαβατάρικα. Τους έχει πάντα και φρέσκο νερό. Το καλοκαίρι το αλλάζει κάμποσες φορές την ημέρα για νάναι δροσερό. Όλα και όλους τα νοιάζεται εκείνη. Για όλα έβρισκε πάντα χρόνο.

Δούλευε ασταμάτητα. Είχε τόση ζωντάνια και ενέργεια, απορούσε πώς τα κατάφερνε... Τον πονούσε πολύ, που δεν επικοινωνούσαν πια... Ούτε μια κουβέντα δεν άλλαζαν. Είχε καταλαγιάσει η οργή ή είχαν εξαντληθεί και δεν άντεχαν πια ούτε να μαλώνουν. Πώς άφησαν να φτάσουν ώς εκεί τα πράγματα, απορούσε. Δεν μπορεί όλα νά 'γιναν από τη μια στιγμή στην άλλη. Και τα πρώτα χρόνια φιλονικούσαν, είχαν διαφορετικές απόψεις σχεδόν σε όλα, σπάνια να συμφωνούσαν σε κάτι. Όμως, παλιά εκείνη υποχωρούσε, αν περνούσαν μέρες χωρίς να μιλιούνται, εκείνη του μιλούσε πρώτη. Κι αυτός μαλάκωνε πολύ μέσα του, μόνο που δεν είχε το θάρρος να κάνει το πρώτο βήμα ποτέ. Ίσως τον κρατούσε κι ο εγωισμός, μην του πάρει τον αέρα και μετά;

Πρέπει να σηκωθεί, η ώρα περνάει, εκείνη δεν πρέπει πια νάναι στο νεροχύτη, θάχει τελειώσει με τα πιάτα και άλλα. Ω, ναι, τώρα είναι ευκαιρία να τρέξει γρήγορα να φτιάξει τον καφέ του, για να μην αναγκαστεί να της μιλήσει ή να την ακουμπήσει, ανοίγοντας το ντουλάπι για να πάρει τον καφέ και τη ζάχαρη. Μέχρι πριν λίγο καιρό έφτιαχνε καφέ και για τους δυο τους, τώρα πια, ούτε αυτό. Τίποτα κοινό πια.

Ένιωθε μόνος, τόσο μόνος. Αχ, νάβρισκε το θάρρος να της μιλήσει, ν' απλώσει τα χέρια να την αγκαλιάσει, να της πει πως την αγαπάει πολύ, πάρα πολύ! Μα, πώς; Αν εκείνη γελάσει ειρωνικά; Αν τον κοιτάξει μ' εκείνο το άγριο βλέμμα; Εκείνος θα παγώσει, δεν θα ξέρει πού να κρυφτεί από την ταπείνωση και μετά θάναι χειρότερα, πολύ χειρότερα. Μα τι λέει τώρα, άκου χειρότερα, δεν υπάρχει πια χειρότερα... Όχι, όχι, αυτά που σκέφτεται είναι κουτά. Αν εκείνη ένιωθε κάτι ακόμα γι' αυτόν, δεν θάταν τόσο απόμακρη. Θα τού έδειχνε κάποιο, έστω και μικρό, σημάδι ότι θέλει συμφιλίωση κι εκείνος, όπως πάντα, θάτρεχε κοντά της. Μα είναι ολοφάνερο πια πως δεν τον θέλει...

Α, μπα, δεν πρόκειται να υποχωρήσει. Αν της δείξει την αδυναμία του, εκείνη θα τον ισοπεδώσει, άλλωστε δεν είναι μόνο αυτό, ακόμα κι αν υποχωρήσει, δεν θα κρατήσει πολύ, είναι αγέρωχη, εγωίστρια, δεν τον αγαπάει καθόλου πια... Μα, άντε και να σκύψει το κεφάλι ακόμα μια φορά, άντε και να μην φερθεί με αδιαλλαξία εκείνη, τάχα τι θα αλλάξει; Η όποια αλλαγή, θάναι πάλι προσωρινή, και μετά, μία από τα ίδια... Γιατί νάναι τόσο πολύπλοκη η ζωή; Γιατί οι σχέσεις νάναι τόσο δύσκολες, ή μήπως εμείς οι ίδιοι τα δημιουργούμε όλα;

Σκέφτεται, σκέφτεται και άκρη δε βρίσκει... Δε βαριέσαι, άστα όπως είναι. Καιρός φέρνει τα λάχανα καιρός τα παραπούλια, τώρα πρέπει να σηκωθεί. Πετάει τα σκεπάσματα, ψάχνει για τις παντόφλες με τα πόδια στο πάτωμα. Φοράει τη ρόμπα πάνω από τις πυτζάμες και προχωρεί προς την κουζίνα. Σκοτάδι παντού, σκοτάδι και ησυχία...

Ξαφνικά, συνέρχεται... Τα ίδια σχεδόν κάθε μέρα τρία χρόνια τώρα. Ακόμα δεν έχει αποδεχτεί την πικρή πραγματικότητα. Ίσως γιατί τον βαραίνουν και τον ίδιο τα χρόνια, και τα νιώθει τόσα πολλά, νισάφι πια. Ακόμα ζει στο χθες το μακρινό... Πόσο πρέπει να τον πονάει το σήμερα, πόση μεταμέλεια μέσα του για όλα τα χρόνια που άφησε να περάσουν στη σιωπή χωρίς να της μιλάει... Γιατί να μην μπορέσει να νικήσει τον εγωισμό και τη δειλία του όσο ήταν ακόμα καιρός, αφού την αγαπούσε πολύ. Τώρα παραδέχεται πως κι εκείνη ίσως τον αγαπούσε. Πώς τα κατάφεραν λοιπόν;

Και τώρα, τι κάνει τώρα; Πώς θα αντέξει αυτό το βάρος, αυτή την ανυπόφορη απομόνωση και μοναξιά μέχρι να τον λυπηθεί ο Θεός και να τον πάρει; Κάθεται στον καναπέ με το κεφάλι στα χέρια, τι να κάνει, πώς να αντέξει;  Όχι, όχι δεν μπορεί να συνεχίσει έτσι, κάτι πρέπει ν' αλλάξει. Σε λίγο τινάζει το κεφάλι, σηκώνεται πάνω, τις αποφάσεις του τις πήρε. Όταν ο Μωάμεθ δεν πάει στο βουνό, πάει το βουνό στο Μωάμεθ, ας τον ξέχασε ο Ύψιστος, αυτός ξέρει πια τι θα κάνει. Θα πάει να την δει σήμερα, θα της ζητήσει γονατιστός συγνώμην. Εκείνος, μόνο εκείνος φταίει για όλα. Θα φιλήσει τρυφερά τα μάτια της που τόσο αγάπησε, θα χαϊδέψει τα ωραία της ολόασπρα μαλλιά, θα την σφίξει στην αγκαλιά του για τελευταία φορά και μετά, μετά θα λιποτακτήσει από τη ζωή... Οι αίτιοι πρέπει να τιμωρούνται. Εκείνη θα τον κοιτάζει αδιάφορα, μα ποιός ξέρει; Μπορεί να νιώσει τη στοργή του, την αγάπη του. Μπορεί κάτι να καταλάβει από αυτά που θα της πει, μπορεί να γαληνέψει η ταλαιπωρημένη ψυχή της τώρα που θα επέλθει επιτέλους η κάθαρση.

Το πρώτο μίνι εγκεφαλικό, που το πήρε αψήφιστα, το έπαθε -ή τουλάχιστον έτσι πίστευε εκείνος- τότε που δεν της μιλούσε για μήνες κι εκείνη, απλά τον κοίταζε χωρίς να διαμαρτύρεται... Συνέχισε να τον φροντίζει, να μαγειρεύει, να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού, κι εκείνος, της έκανε τη χάρη να τα δέχεται όλα αυτά αμίλητος και υπεροπτικός. Όχι, δεν ήταν εκείνη αγέρωχη και σκληρή. Η απαίσια συμπεριφορά του την ανάγκαζε να φέρνεται έτσι, ιδιαίτερα όταν την χτυπούσε, όταν εκείνη αγανακτισμένη του φώναζε κι όταν τολμούσε να τον βρίσει, όπως τότε που τον σιχτίρισε, εκείνος γινόταν θηρίο ανήμερο. Την είχε χτυπήσει πάμπολλες φορές κι εκείνη δεν μιλούσε, ούτε που έκλαιγε. Αποσυρόταν σε μια γωνιά, μόνη, χωρίς μιλιά...

Ω, ναι, κάπου εκεί πρέπει νάπαθε το πρώτο επεισόδιο, ήταν ίσως καταφύγιο, να ξεχάσει, να μη θυμάται, να μη γνωρίζει πια... Και μετά, ήλθε το μεγάλο εγκεφαλικό, μετά από έναν καυγά που της έκανε, μεγάλο καυγά, τσι για το τίποτα, χωρίς εκείνη να φταίει. Τώρα πια το γνωρίζει πως εκείνη ήταν αθώα. Έφταιγε το πιοτό. Έπινε πολύ, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, όχι μόνο γιατί του άρεσε, αλλά επί πλέον γιατί έτσι έπαιρνε θάρρος και νόμιζε πως ήταν κάποιος, τότε την έβριζε και τη χτυπούσε περισσότερο από ό,τι όταν ήταν νηφάλιος, και μετά, έτσι κλαμμένη και ταπεινωμένη που ήταν, την έπαιρνε στην αγκαλιά του, τη γέμιζε φιλιά και χάδια, της έλεγε τα πιο τρελά ερωτόλογα, εκείνη δεν μιλούσε, έκλαιγε μόνο σιωπηλά, υπομένοντας κι αυτήν την ταπείνωση μέχρι να ξεφύγει από τα χέρια του...

Τι άθλιος που ήταν... Πώς μπόρεσε να φέρνεται τόσο βάναυσα στη μόνη γυναίκα που αγάπησε; Πέρασαν πολλές από τη ζωή του πριν από αυτήν και με αυτήν, όλες τον έβλεπαν σαν θεό και τον έκαναν να νιώθει μοναδικός, μα εκείνος μόνο εκείνη θεωρούσε μοναδική, μολονότι δεν της τό 'δειξε ποτέ. Γιατί αυτή δεν μπόρεσε ποτέ να τον δει έτσι όπως οι άλλες; Αναρωτιέται αν αυτό ήταν η αιτία για όλα. Γιατί μόνο τώρα, που είναι τόσο αργά, να βλέπει καθαρά τα πράγματα και να μην μπορέσει να τα δει όσο ήταν ακόμα καιρός για να επανορθώσει;

Μα όχι, δεν είναι πολύ αργά!... Χθες ακόμα ο γιατρός τού είπε ότι μπορεί να μη γνωρίζει, να μην μιλάει, να μη θυμάται, αλλά νιώθει, ο συναισθηματικός της κόσμος είναι ακόμα ζωντανός, τα αισθήματα δεν πεθαίνουν. Παραμένει αμετάκλητος στην απόφασή του. Σήμερα τελειώνουν όλα! Πρώτα θα πάει να της μιλήσει, κι ας μην γνωρίζει, ας μην καταλαβαίνει, γνωρίζει εκείνος, καταλαβαίνει εκείνος, θα της ζητήσει να τον συγχωρήσει και θ' αλαφρώσει η ψυχή του μ' αυτό. Μετά θα την αποχαιρετήσει τρυφερά και θα φύγει... Στο γκαράζ μέσα, έχει σκαμνί και σχοινί, θα κάνει τη θηλειά, μια απόφαση είναι. Όλα θα τελειώσουν στο άψε-σβήσε...

Το κουδούνισμα του τηλεφώνου τον αποσπά από τις σκέψεις του. Ήταν από το Γηριατρείο... Εκείνη, του είπαν, έσβησε σήμερα το πρωί με το ξημέρωμα της καινούριας μέρας, την ώρα που εκείνος είχε την ψευδαίσθηση πως τού μύρισε ο καφές που έφτιαχνε...


[Εικόνα: CRISIS. Έργο του Sir Frank Bernard Dicksee (γεν. Λονδίνο, 27 Νοεμβρίου 1853 – 17 Οκτωβρίου 1928)]

Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου: [ΠΕΡΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ]

Εισήγηση στην ημερίδα Θεολόγων Εκπαιδευτικών της Μητροπόλεως Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως, με θέμα: «Θεολογία και Τέχνη», 15 Φεβρουαρίου 2011

Μέ μεγάλη χαρά καί ἰδιαίτερη πατρική συγκίνηση χαιρετίζω τήν ἐτήσια Ἡμερίδα τῶν Θεολόγων Ἐκπαιδευτικῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νεαπόλεως καί Σταυρουπόλεως, ἡ ὁποία διοργανώνεται μέ τήν ἀξιέπαινη μέριμνα τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου καί ἀγαπητοῦ ἐν Χριστῷ ἀδελφοῦ καί συλλειτουργοῦ, κ. Βαρνάβα. Ἀπευθυνόμενος ἐγκαρδίως πρός ὅλους τούς ἐκλεκτούς συμμετέχοντες, γιά τούς ὁποίους ἐπικαλοῦμαι τήν Χάρη καί τήν εὐλογία τοῦ Κυρίου μας, μέσῳ τῶν ὁποίων κάθε διάνοια καί γνώση καί ἀρετή στίς ἄξιες ψυχές ἐμπλατύνεται, θά ἤθελα νά σᾶς συγχαρῶ γιατί τό θέμα πού ἐπιλέξατε γιά τήν ἐφετινή συνάντηση ἀποτελεῖ θεολογικῶς ἕνα ἀπό τά μεστότερα καί πιό ἐνδιαφέροντα.

Θεολογία καί τέχνη συμπορεύονται ἐξ ἀρχῆς συζυγεῖς καί ἀλληλένδετες μέσα στήν Ἐκκλησία. Τίς συναντᾶμε ἑνωμένες στό πρόσωπο καί τό ἔργο τοῦ ἱερέα, τοῦ ἱεροψάλτη, τοῦ ἐμπνευσμένου ἁγιογράφου καί τῶν ὑπολοίπων καλλιτεχνῶν, ἀλλά καί σέ αὐτό ἀκόμα τοῦ ἀφοσιωμένου θεολόγου ἐκπαιδευτικοῦ. Ὅπως σημειώνει ὁ ἀείμνηστος Καθηγητής τῆς Φιλοσοφίας Βασίλειος Τατάκης, ἔργο τοῦ χριστιανοῦ θεολόγου εἶναι «νά στολίσει μέ τά μέσα τοῦ στοχασμοῦ, νά ἀναπτύξει τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, νά τήν ἐκφράσει καί αὐτός, ὅπως τήν ἐκφράζει καί ὁ ποιητής, ὁ ζωγράφος, ὁ ἀρχιτέκτονας, μέ τά δικά του ὁ καθένας μέσα, ὅπως ὁ ἁπλός πιστός μέ τή ζωή του». Ἡ ἐκκλησιαστική τέχνη ἀπετέλεσε βασική συνιστῶσα τῆς λειτουργικῆς καί μυστηριακῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη χριστιανική Ὁμολογία. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ἀναγνωρίζει τόν Θρίαμβό της στήν ἀναστήλωση ἀκριβῶς τῶν ἱερῶν Εἰκόνων. Ἐξίσου ἐνδεικτικά, οἱ ἔννοιες τοῦ λόγου καί τῆς εἰκόνος συνιστοῦν τίς πλέον εὐρύτατες σέ θεολογικό πεδίο.

Ὑπό αὐτή τήν ἄποψη, ὁ Χριστός καί σαρκωμένος Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ κατεξοχήν καί ὄντως θεολόγος, ἡ ἀρχή, τό τέλος καί τό πλήρωμα τῆς θεολογίας, ὅπως εἶναι καί ὁ τελειότερος καλλιτέχνης, ἤ ἀριστοτέχνης, κατά τήν πατερική ἔκφραση, ὡς Κτίστης καί Δημιουργός. Ὅπως σημειώνει ὁ Μέγας Βασίλειος στίς Ὁμιλίες του εἰς τήν Ἑξαήμερον, «ὁ κόσμος τεχνικόν ἐστι κατασκεύασμα, προκείμενον πᾶσιν εἰς θεωρίαν, ὥστε δι’ αὐτοῦ τήν τοῦ ποιήσαντος αὐτόν σοφίαν ἐπιγιγνώσκεσθαι». Δέν πρέπει νά παραγνωρίζουμε τό γεγονός ὅτι ὀνομάζουμε ἀκριβῶς τή συλλογή τῆς μοναστικῆς σοφίας Φιλοκαλία. Αὐτό συμβαίνει ἐπειδή οἱ Ἅγιοι Πατέρες καί Γέροντες εἶδαν τό κάλλος τοῦ κτιστοῦ κόσμου ὡς ἔμμεση εἰκόνα καί δημιουργικό ἀποτέλεσμα τῶν θείων προσωπικῶν Ἐνεργειῶν, καί ταύτισαν τή γνώση τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐμπειρία τῆς θεωρίας τοῦ «νοητοῦ κάλλους» τοῦ Δεσποτικοῦ Προσώπου. Σύμφωνα μέ τίς πολύτιμες διδαχές τους, ἡ φυσική θεωρία, δηλαδή ἡ θεογνωσία διαμέσου τῆς κτίσεως, σέ συνδυασμό μέ τήν πρᾶξιν, δηλαδή τήν ἄσκηση, ὁλοκληρώνονται στήν Θεολογία, πού σημαίνει ἐδῶ τήν ἄμεση θέαση, ἐμπειρία καί γνώση τοῦ ἀκτίστου λόγου τῶν θείων Ἐνεργειῶν.

Ἕνα ἔργο τέχνης μαρτυρεῖ περί τοῦ προσώπου τοῦ δημιουργοῦ του, ὅπως καί περί τῆς ὑποστάσεως τῶν εἰκονιζομένων, ἄν πρόκειται γιά Ἱερά Πρόσωπα. Ἐπειδή κάτι τέτοιο ὑπερβαίνει κάθε ἀντικειμενική γνωστική προσέγγιση, γι’ αὐτό καί ἡ τέχνη ἐνεδύθηκε τόση σημασία μέσα στήν Ἐκκλησία, καί ἡ ἐκκλησιαστική γλώσσα δέν ἔμεινε νοησιαρχικά φιλοσοφική, ἀλλά ἔγινε βιούμενη θεολογία ὥς ὕμνος, προσωδία, λατρεία, διάκοσμος καί Εἰκόνα. Ἐπειδή ἀκριβῶς πηγάζει ἀπό, καί ἀπευθύνεται στόν ὅλον ἄνθρωπο, ἡ τέχνη ὑπῆρξε πάντοτε ἡ ἀρτιώτερη καί πληρέστερη ἔκφραση τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου. Ὡς τέτοια, καθίσταται ἀναπόσπαστο μέρος τῆς Θείας Λειτουργίας καί τῶν ὑπολοίπων ἀκολουθιῶν καί μέσῳ αὐτῆς συνεκφαίνονται οἱ ἀλήθειες τῆς πίστεως. Σχεδόν ἀπό συστάσεώς της ἡ Ἐκκλησία οἰκειώθηκε καί διαχειρίστηκε τόν λόγο τῆς τέχνης σέ μιά ποικιλότροπη καί πολυεπίπεδη σημαντική, γιά νά ἐκφράσει τό κοινό βίωμα καί νά ὑπηρετήσει τήν λειτουργική, μυστηριακή ζωή καί λατρευτική πράξη τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος. Μεταχειρίστηκε ἀπ’ ἀρχῆς τήν τέχνη τῆς ποίησης καί τοῦ μέλους μέ θεολογική ἐνάργεια, ἀλλά καί τή γλώσσα τοῦ ζωγράφου, γιά νά πεῖ τήν ἴδια ἀλήθεια μέ τόν χρωστήρα, καί ἐπίσης αὐτή πού ἀποτυπώνει στό σχέδιο καί στά ὑλικά του ὁ ἀρχιτέκτονας, καθώς μέ αὐτόν τόν τρόπο ἡ καλλιτεχνική εἰκόνα γίνεται ἔκφραση τῆς πίστεως καί διαρκής ἀναφορά στήν Δημιουργία καί τήν Ἐνσάρκωση, καθώς καί τῆς προοπτικῆς τοῦ ἀνακαινισμοῦ τῶν πάντων ἐν Χριστῷ, μέσῳ τῶν ὁποίων δικαιώνεται ἡ σύμπασα κτίση καί τό κάλλος τοῦ κόσμου.

Αὐτή ἡ παρουσία τῆς τέχνης στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας δέν περιορίζεται μόνο σέ εἰκαστικό καί ποιητικό πεδίο, ἀλλά συνίσταται ἐξίσου στήν ἱερά διακόσμηση τῆς θείας λατρείας μέσῳ τῶν λειτουργῶν τῆς ἱερωσύνης, τήν εὐταξία τῶν ἱερῶν δρωμένων, τήν ροή τοῦ λόγου μέσῳ τῆς προσωδίας καί τοῦ μέλους. Ἐντοπίζεται ἀκόμη καί στήν λειτουργική καί θεολογική ἀγωγή τῶν παιδιῶν καί τῶν ἐφήβων διαμέσου τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν καί τῆς ἐκπαίδευτικῆς διδασκαλίας.

Ἡ μοναδική αὐτή κατάφαση τῆς Ὀρθοδοξίας πρός κάθε τομέα τῆς καλλιτεχνικῆς δημιουργικότητας ἀνέδειξε τήν Ἐκκλησία μας ὄχι μόνο σέ δημιουργό τέχνης, ἡ ὁποία σφράγισε ὁλόκληρες περιόδους τῆς ἱστορίας καί τῆς δισχιλιετοῦς ζωῆς της, ἀλλά ἐπιπλέον σέ κιβωτό τῆς κοσμικῆς κλασικῆς παιδείας, γραμματείας καί καλλιτεχνικῆς παράδοσης ἀνά τούς αἰῶνες.

Μέ ὅλους αὐτούς τούς τρόπους, Θεολογία καί Τέχνη ἀνέκαθεν ἀπετέλεσαν δύο συμπληρωματικές μεταξύ τους ἐκφράσεις ἑνός κοινοῦ βάθους. Ἡ καλλιτεχνική γλώσσα διατυπώθηκε ὡς εἰκονογραφική καί τεχνοτροπική θεολογία, ὅπως ἀντιστοίχως καί ἡ Θεολογία, ὡς ὀντολογία καί «φιλοσοφία πρώτη», ἀποτελεῖ «τέχνη τεχνῶν καί ἐπιστήμη ἐπιστημῶν», κατά τήν προσφιλῆ ἔκφραση τῶν σχολιαστῶν τοῦ Ἀριστοτέλους. Γι’ αὐτό καί ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νά παραχαράσσεται καί νά ἀλλοιώνεται τό ἴδιο ἀπό τήν εἰκόνα ὅπως καί μέ τόν λόγο.

Οἱ Εἰκονοκλάστες ἀκριβῶς ἀντιμάχονταν τίς ἱερές ἀπεικονίσεις, γιατί ἀδυνατοῦσαν νά συλλάβουν τό θεολογικό περιεχόμενο τῆς εἰκόνας καί τοῦ προσώπου, καταλήγοντας μέ αὐτόν τόν τρόπο νά ἀρνοῦνται τίς ἀλήθειες τῆς ἐνανθρώπησης καί τῆς δημιουργικῆς Χάριτος τοῦ Κυρίου μας. Σέ ἀπάντηση, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός θα σημειώσει: «Οὐ προσκυνῶ τῇ ὕλῃ, προσκυνῶ δέ τόν τῆς ὕλης Δημιουργόν, τόν ὕλην δι’ ἐμέ γενόμενον καί ἐν ὅλῃ κατοικῆσαι καταδεξάμενον καί δι’ ὕλης τήν σωτηρίαν μου ἐργασάμενον, καί σέβων οὐ παύσομαι τήν ὕλην, δι’ ἧς ἡ σωτηρία μου εἴργασται». Ἡ ἴδια πεφωτισμένη μαρτυρία θά διατυπωθεῖ περίτρανα στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπου ἀναφέρεται χαρακτηριστικά ὅτι «οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τόν ἀληθινόν Θεόν ἡμῶν, καί τούς Αὐτοῦ Ἁγίους, ἐν λόγοις τιμῶντες, ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασιν, ἐν θυσίαις, ἐν ναοῖς, ἐν εἰκονίσμασι».

Μέ αὐτές τίς σκέψεις, καί μέ τήν εὐλογία τοῦ Κυρίου μας, εὔχομαι ὁλόψυχα νά «ὑπερπλεονάσῃ ἡ χάρις» τῆς πολύτιμης αὐτῆς Ἡμερίδας, καί οἱ ἐργασίες της νά τύχουν κάθε ἐπιτυχίας καί καρποφορίας γιά τούς Θεολόγους καί λειτουργούς τῆς Ἐκπαίδευσης, ὥστε ἡ ἴδια ἀληθής μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας μας νά εὐδοκιμεῖ ὁμοίως στό χῶρο τοῦ σχολείου πρός ὠφέλεια τῶν παιδιῶν μας.

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Γκιόστρα: Αναβίωση ιστορικού γεγονότος και όχι δρώμενο

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Με αφορμή ένα εμπεριστατωμένο κείμενο της εκπαιδευτικού και θεατρολόγου Πηνελόπης Αβούρη, το οποίο δημοσιεύθηκε πριν από λίγες μέρες στην Εφημερίδα Ημέρα τση Ζάκυθος (Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011, αρ. φύλλου 3843, σ. 13) και στο οποίο αναφερόταν τεκμηριωμένα πως κακώς η Γκιόστρα της Ζακύνθου αποκαλείται επιπόλαια «δρώμενο», θέλω να επανέλθω στο σημαντικό αυτό θέμα (και σαν πρόεδρος του Δ. Σ. της Αστικής μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας “Giostra di Zante”, που την διοργανώνει) και να στηρίξω την άποψή της.

Ξεκινώ αντιγράφοντας, επειδή έχει πια αποδειχθεί περίτρανα πως η «κλοπή» (αν από την λέξη βγάλετε τα εισαγωγικά, σίγουρα αλλάζετε το νόημα) είναι αιτία ουσιαστικής και αληθινής δημιουργίας. Από το γνωστό και πολύτιμο «Μείζον Ελληνικό Λεξικό» των εκδόσεων «Τεγόπουλος – Φυτράκης», ως εκ τούτου, μεταφέρω τα όσα γράφει στο σχετικό λήμμα και τα εκθέτω σε προβληματισμό και συζήτηση. Σημειώνει, λοιπόν, στην σελίδα 352: «δρώμενα (τα) ουσ. [μτχ. Ενεστ. Του ρ. δρω] (εθνολ.) σειρά πράξεων μιας μαγικής ή θρησκευτικής τελετουργίας, με χορομιμική ή παντομιμική μορφή, που συνοδεύεται από απαγγελίες ή ψαλμωδίες // όσα διαδραματίζονται στη σκηνή κατά την παράσταση θεατρικού έργου // (γεν.) τα διαδραματιζόμενα».

Αν όλα αυτά τα δεχθούμε και τα θεωρήσουμε σωστά (τα αντίθετο, βέβαια, θα πρέπει να μας κάνει να ανησυχούμε) χαρακτηρίζοντας «δρώμενο» την Γκιόστρα της Ζακύνθου, όχι απλά την υποτιμάμε (κάτι που δεν της αξίζει, μετά την τοπική και την διεθνή διάσταση που έχει πάρει) αλλά και παράλληλα δείχνουμε ανιστόρητοι και αγνώμονες.

Η Γκιόστρα της Ζακύνθου απ’ ότι έχει αποδειχθεί από τους διάφορους, παλιότερους και νεότερους, ιστορικούς του νησιού μας και όχι μόνο (οι αδιάβαστοι ας μελετήσουν) είναι ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια της ιστορίας και του πολιτισμού, του κάποτε φημισμένου «Φιόρου του Λεβάντε», που όχι αναίτια ονομάστηκε από απαιτητικούς και υπερόπτες εκτιμητές και «Φλωρεντία της Ανατολής». Διεξαγόταν από τα πανάρχαια χρόνια στην θέση Αρίγκος, δίπλα από την μέσα στο Κάστρο χτισμένη πρώτη πρωτεύουσα του νησιού μας και όταν οι συνθήκες το επέτρεψαν, κατέβηκε στην ιστορική Πλατεία Ρούγα (το πώς ονομάζεται σήμερα θα με ενοχλούσε αν το επισήμαινα) και έγινε ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα της χρονιάς για τον τόπο.

Αν όσοι αγαπούν το ποδόσφαιρο πιστεύουν πως αυτό είναι μόνο υπόθεση ποδοσφαιριστών και όχι οπαδών, θα ονόμαζα την Γκιόστρα καθαρά αριστοκρατικό αγώνισμα. Όμως επειδή πέραν από την «αγωνία του τερματοφύλακα», υπάρχουν και οι επευφημίες ή οι αποδοκιμασίες των φιλάθλων (όπως ακριβώς δεν νοείται λογοτεχνία δίχως αναγνώστες ή κινηματογράφος, χωρίς θεατές) θα ισχυριστώ άφοβα πως οι ιππικοί αγώνες της κάθε εποχής είναι διαταξική υπόθεση και πάντα αποτελούσαν και λαϊκό θέαμα. Γιατί την ώρα του γκολ (για να σταθούμε μόνο στην εποχή μας) λίγο ενδιαφέρει τον ευρισκόμενο στις κερκίδες ή μπρος από την συσκευή της τηλεόρασής του, το πόσο στοίχισε η μεταγραφή του «χρυσού ποδιού», όπου ήταν αιτία να νικήσει η ομάδα του.

Ένα άλλο λάθος ή πιο σωστά πρόχειρη τοποθέτηση είναι η άποψη, η οποία επιπόλαια αντιγράφεται και αναπαράγεται και θέλει την Γκιόστρα της Ζακύνθου να σταματά επίσημα το 1740. Μπορεί τότε, πράγματι, να σταμάτησαν οι οργανωμένοι από την επίσημη πολιτεία αγώνες, λόγω της δολοφονίας του Συνδίκου Πέτρου Μακρή από τον Ευγενή Μαρίνο Δε Λάζαρη, για λόγους που επίσημα, ως σήμερα τουλάχιστον, δεν έχουν διευκρινιστεί, αλλά προσπάθειες επαναφοράς και αναβίωσης της Γκιόστρας έχουμε σε πολλές περιπτώσεις και αυτό δείχνει το πόσο η παρουσία της ήταν αναγκαία και απαραίτητη στην καθημερινότητα των ζακυνθινών.

Στην προσπάθεια αυτής της επαναφοράς δεν στεκόμαστε, βέβαια, μόνο στην περίπτωση του 1835, όπου στο δρόμο του Κρυονεριού, με την ευκαιρία της γιορτής του στρατιωτικού και σπαθοφόρου Αγίου Γεωργίου, στις 22 και 23 Απριλίου, επανήλθαν στην καθημερινότητα των κατοίκων του νησιού αποσπάσεις κρίκων, ιππότες, τύμπανα, σημαίες και ρομαντικές στιγμές, αλλά και σε πολλές άλλες περιπτώσεις και προσπάθειες, όπου ο ζακυνθινός λαός προσπάθησε να ξαναφέρει την Γκιόστρα στην επικαιρότητα και να ξαναζήσει την αναμέτρησή της. Σαν παράδειγμα ας θυμηθούμε μόνο τους αγώνες που μας διασώζει ο πολύς Σπυρίδων Δε Βιάζης δίπλα από την Λίμνη του Μακρή και την θεατρική διάσωση του κονταρυχτυπήματος στην θεατρική σκηνή του κοσμαγάπητου και στον τόπο μας Ερωτόκριτου, που αξιέπαινα επανέφερε στην ζωή μας ο ομώνυμος και δραστήριος σύλλογος του χωριού Σκουλικάδο, όπου το παίξιμο, σαν «Ομιλία», του σημαντικού αυτού έργου του Βιτσέντζου Κορνάρου ήταν ανέκαθεν παράδοση και παρακαταθήκη.

Εξάλλου ως την Άνοιξη του σημαδιακού 1953 η λαϊκή μορφή της ιπποτικής αναμέτρησης, η περίφημη Γκιόστρα του Άι – Γιωργιού, στην φερώνυμη εκκλησία του Πετρούτσου, στο νότιο άκρο της πόλης της Ζακύνθου, ήταν ένα σημαντικό γεγονός και η ανάμνησή του ακόμα και σήμερα προξενεί συγκίνηση και δημιουργεί νοσταλγία.

Τέλος δεν είναι τυχαίο που από το 2005, όπου ξεκίνησε η αναβίωση της τζαντιώτικης Γκιόστρας, ως σήμερα, που έχει πια καθιερωθεί και αγαπηθεί, η προσπάθεια έχει αγκαλιασθεί απ’ ότι σημαντικότερο διαθέτει σήμερα το νησί, αλλά και από όλους ανεξαίρετα τους κατοίκους του, οι οποίοι με κάθε τρόπο την στηρίζουν και περιμένουν την ετήσια επαναφορά και επανάληψή της.

Την μεγάλη σημασία και την αξία της επαναφοράς της Γκιόστρας στην καθημερινή ζωή της Ζακύνθου την επιβεβαιώνουν και την επιβραβεύουν τα μελετητικά κείμενα των πνευματικών μας ανθρώπων, που έχουν γραφτεί μετά την επανεμφάνισή της και φωτίζουν ακόμα περισσότερο την ιστορία της, συμπληρώνοντας την παλιότερη έρευνα, τα εικαστικά έργα των νεώτερων ζωγράφων μας, τα οποία έγιναν με και για την παρουσία της, τα ποιήματα των σύγχρονων δημιουργών μας, τα γραμμένα με αφορμή την επανάκαμψή της και ο κόσμος που την αγκάλιασε και (όπως θα έπρεπε) την θεωρεί κάτι δικό του και την στηρίζει.

Ο χαρακτηρισμός της, για να συνοψίζουμε και να τελειώνουμε, δεν θεωρείται, όπως συνεπάγεται από τα παραπάνω, σαν ένα απλό «δρώμενο», αιτία επιβίωσης και επιβεβαίωσης κάποιων ανθρώπων, αλλά μια αναβίωση ενός σημαντικού για το παρελθόν γεγονότος, το οποίο μπορεί και σήμερα, προσαρμοσμένο στις δικές μας συνθήκες, να γίνει πρώτα απ’ όλα αφορμή ποιοτικής ψυχαγωγίας των εγχωρίων και ύστερα πόλος έλξης απαιτητικών τουριστών, μια και τελευταία, καλώς ή κακώς, πάνω τους βασίζεται η οικονομία του νησιού μας.

Αλλά ας πάψουμε την φλυαρία. Μια ακόμα αναβίωση της Ζακυνθινής Γκιόστρας βρίσκεται μπροστά μας και εμείς περιμένουμε την αναμέτρηση των ιπποτών της. Αρχές του ερχόμενου Μάρτη τα άλογά της θα καλπάσουν και πάλι στην λαβωμένη από την απληστία μας Πλατεία Ρούγα και θα επουλώσουν τις πληγές. Μετά ο κρίκος θα κρέμεται, περιμένοντας τον νικητή στην πλατεία του Εθνικού μας Ποιητή. Εμείς ας πάρουμε τον ρόλο του φιλάθλου και του συνεχιστή της ιστορίας. Γιατί η Γκιόστρα δεν είναι «δρώμενο». Είναι αναμέτρηση. Είναι αγώνας. Ήταν και είναι κομμάτι της ιστορίας μας. Η ύπαρξή της μας κάνει όλους συναγωνιστές.

Ας την στηρίξουμε!
Related Posts with Thumbnails