© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011

Επιχειρώντας ένα ζακυνθινό εορτολόγιο

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ


Στο σημερινό μας κείμενο, το πρώτο του 2011, θα προσπαθήσουμε να συντάξουμε ένα καθαρά ζακυνθινό εορτολόγιο, έτσι όπως δημιουργήθηκε με το πέρασμα του χρόνου, αλλά και από τις διάφορες ιστορικές και ιδιάζουσες συνθήκες, οι οποίες παρασκεύασαν αυτό που περήφανα ονομάζουμε ζακυνθινό ή και επτανησιακό γενικότερα πολιτισμό και σήμερα, αυτομολούντες τις περισσότερες φορές, κινδυνεύουμε να τον ξεχάσουμε ή ακόμα χειρότερα να τον ισοπεδώσουμε.

Στο νησί μας, λοιπόν, με τις πολλές ιδιαιτερότητες, είναι φυσικό και αρκετές διαφορές να υπάρχουν στα ονομαστήριά μας και αυτό, συν τοις άλλοις, μας κάνει να ξεχωρίζουμε, άρα και να υπάρχουμε. Αυτές θα τις επαναφέρουμε σήμερα στην μνήμη μας και για να μπορέσουμε να τις διατηρήσουμε και να τις συνεχίσουμε, αλλά και για ν’ αντισταθούμε στο έσχατα παρουσιασθέν από πολλούς φαινόμενο, που κυκλοφορούν, τέτοιες μέρες, ημερολόγια με αντιγραφές από αθηναϊκές εκδόσεις. Για να μην καταντήσουμε, ως εκ τούτου, στο φαινόμενο να γιορτάζουμε εμείς οι Διονύσηδες και στις 3 Οκτωβρίου, στην επέτειο της μνήμης του Αρεοπαγίτη, μιμούμενοι την συνήθεια να κόβουμε και κουλούρα και βασιλόπιτα, αρχίζουμε από την αρχή του ενιαυτού και καταγράφουμε τις τζαντιώτικες ιδιορρυθμίες.

Ξεκινάμε από τον πρώτο μήνα, τον Γενάρη, όπου στις 22 του την τιμητική τους έχουν οι Αναστάσιοι. Στην υπόλοιπη Ελλάδα έχει επικρατήσει να άγουν τα ονομαστήριά τους, όπως εύστοχα και κυριολεκτικά θα έλεγαν οι παλιότεροι, την ημέρα του Πάσχα και να συσχετίζουν το βαπτιστικό τους με την μεγάλη γιορτή της Ανάστασης του Θεανθρώπου. Εδώ, όμως, γνωρίζουμε τον Οσιομάρτυρα, τον εκ της Περσίας και τιμούμε την μνήμη του. Ίσως αυτό συμβαίνει επειδή η λατρεία του ήταν από παλιά γνωστή στο νησί μας και εκκλησία του υπήρχε μέχρι την πολλαπλή καταστροφή του 1953 στο κέντρο της πόλης, κάπου εκεί στο δρόμο που οδηγεί στο σημερινό νοσοκομείο, κτισμένη στα τέλη του 17ου αιώνα από τον πρόσφυγα Πρωτοπαπά Κρήτης Στέφανο Παλαδά. Επίσης στον Άγιο Αντώνη του Ανδρίτση γιορταζόταν ο Μάρτυς, επειδή εκεί βρισκόταν τεμάχιο του λειψάνου του, αφιερωμένο, όπως συχνά συνήθιζε, από τον ετεροθαλή αδελφό του εθνικού μας ποιητή, τον Ροβέρτο Σολωμό.

Την ίδια μέρα, όπου συμπίπτει η μνήμη του Οσίου Ιωσήφ του Κρητός, το σκήνωμα του οποίου φυλάσσεται στο χωριό Γαϊτάνι, μεταφερμένο εκεί από τους συμπατριώτες του πρόσφυγες, μετά την πτώση της Μεγαλονήσου, στην κωμόπολη αυτή γιορτάζουν και όσοι έχουν το όνομά του, οι οποίοι συνήθως λέγονται Σήφηδες, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ζάκυνθο, όπου το ίδιο όνομα γιορτάζει άλλη μέρα, την οποία θα γνωρίσουμε στη συνέχεια.

Τον επόμενο μήνα, τον Φλεβάρη, ο οποίος «κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει», έχουμε την 11η του, όπου προς τιμήν της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστας, της οποίας το σκήνωμα διασώζεται στον μητροπολιτικό ναό της όμαιμης Κέρκυρας, γιορτάζει το όχι και τόσο συχνό γυναικείο όνομα Αυγούστα, αλλά και το πιο σπάνιο Αύγουστος. Οι Θοδώρες, αντίθετα, συνεορτάζουν με τους Θεόδωρους, το πρώτο Σάββατο των νηστειών και όχι στην μνήμη τής εν Επτανήσω Αυτοκράτειρας.

Ο Μάρτης και ο Απρίλης περνούν δίχως κάτι το αξιοσημείωτο. Ο Μάης, όμως, στην αρχή του κιόλας, την τρίτη του μέρα, έχει την επέτειο του ζεύγους των Αγίων του Μαχαιράδου, της Μαύρας και του Τιμοθέου. Τα ονόματα, τα οποία δίδονται στο νησί μας προς τιμήν αυτής της «σεπτής ξυνωρίδος» είναι πολλά και η λατρεία της Αγίας ιδιαίτερα, το όνομα της οποίας είχε παλιότερα και το νησί της Λευκάδας, έχει γίνει γνωστό στον Ιόνιο χώρο από τους Βενετούς, οι οποίοι την τιμούσαν ιδιαίτερα. Αξίζει να σημειωθεί πως το όνομα Τιμόθεος στην υπόλοιπη Ελλάδα γιορτάζει στις 22 Ιανουαρίου, μέρα της μνήμης του ομώνυμου Αποστόλου, αλλά εδώ επικρατεί ο δικός μας πολιτογραφημένος Μάρτυρας.

Οι Μαρίες στο νησί μας δεν χωρίζονται, όπως εκτός Επτανήσου συμβαίνει, σε παντρεμένες και ανύπαντρες, αλλά όλες μαζί, έτσι για να μην μπερδευόμαστε και αδικούμε τις «μεγαλοκοπέλες», δέχονται ευχές στις 15 Αυγούστου, ημέρα της Κοίμησης της Παναγίας.

Μα μια και αναφερόμαστε στις γιορτές της κοσμαγάπητης Μητέρας του Χριστού, ας αναφερθούμε στην κατεξοχήν δική μας ιδιαιτερότητα. Στις 24 του Σεπτεμβρίου τα Κύθηρα γιορτάζουν την προστάτιδά τους Μυρτιώτισσα, η οποία είναι γνωστή και στην Ζάκυνθο, από την σε καθέδρα εικόνα της, η οποία προσεισμικά υπήρχε και γιορταζόταν επίσημα αυτή τη μέρα στους περίφημους Αγίους Πάντες και σήμερα φιλοξενείται στον Μητροπολιτικό ναό του νησιού μας. Την ημέρα αυτή, λοιπόν, εκτός από το θηλυκό όνομα Μυρτώ, γιορτάζουν και οι… Μιλτιάδηδες. Γιατί; Μα στον τόπο μας και στην ξεχωριστή του ντοπιολαλιά οι τελευταίοι λέγονται Μιρτιάδηδες ή Μίρτοι και το όνομά τους, λόγω εκείνου του «ρ», ταιριάζει, ηχητικά τουλάχιστον, περισσότερο με την Τσιριγώτισσα Παναγία. Έτσι ο φερώνυμος Άγιος της 10ης Απριλίου, ο συνεορταζόμενος με τους άλλους αρχαιοπρεπείς Ηρακλή, Ισοκράτη Περικλή και Σοφοκλή και άγνωστος στους πολλούς, ξεπερνιέται και προτιμείται η Πολιούχος του μικρού μη Ιόνιου, αλλά ανήκοντος στα Επτάνησα νησιού.

Ποιητικότατη είναι η ζακυνθινή περίπτωση της γιορτής του ονόματος Αγγελική, η οποία συμπίπτει με την ανάμνηση των Εισοδίων της Θεοτόκου, στις 21 Νοεμβρίου και όχι με αυτήν των Αρχαγγέλων, στις 8 του ίδιου μήνα, όπως αλλού. Αυτό επειδή στη Ζάκυνθο, η αλλού «Μεσοσπορίτισσα», ονομάζεται κυρίως «Κυρία των Αγγέλων» και φερώνυμες εκκλησίες υπάρχουν όχι μόνο στη χώρα, αλλά και στην ύπαιθρο του νησιού.

Ιδιορρυθμίες υπάρχουν και στις γιορτές των Χριστουγέννων. Ανήμερα στην μεγάλη αυτή μέρα της χριστιανοσύνης δέχονται οι Μανώληδες, όπου στην υπόλοιπη Ελλάδα γιορτάζουν την επόμενη μέρα, στις 26 Δεκεμβρίου, όπου εκεί την τιμούν σαν Δεύτερη των Χριστουγέννων, ενώ εμείς την έχουμε αφιερωμένη στην Παναγία και γιορτάζουμε τους Παναγιώτηδες.

Την ίδια μέρα, στις 26 Δεκεμβρίου, γιορτάζουν και όσοι έχουν το όνομα Ζέπος, το οποίο προέρχεται από τον Ιωσήφ τον Μνήστορα, ένα από τους πρωταγωνιστές της Θείας Ενανθρώπισης. Η μνήμη του, βέβαια, από την επίσημη Ορθόδοξη Εκκλησία, τιμάται την πρώτη Κυριακή μετά την 25η Δεκεμβρίου. Μα η παράδοση και εδώ υπερισχύει και ξεπερνά δόγματα, τυπικό και κανόνες. Ίσως και αυτό είναι ένα βενετσιάνικο κατάλοιπο, όπως και το ίδιο το όνομα, το οποίο είναι πολύ σπάνιο στον ελληνικό χώρο, ενώ πολύ συχνό στη Δύση.

Με αφορμή την τελευταία αυτή ζακυνθινή ιδιομορφία των τοπικών βαπτιστικών μας ονομάτων θα μπορούσαμε να κάνουμε και μια εκτεταμένη αναφορά σε ίδιας προέλευσης ονόματα, όπως το Λορέντζος, το Φραγκίσκος, το Γαϊτάνος, το Αλοΐσιος, το Τερέζα, το Τζόγια και πολλά άλλα, τα οποία σιγά-σιγά αρχίζουν να εκλείπουν. Το ίδιο συμβαίνει και με τα υποκοριστικά, όπως, για παράδειγμα, το Κέκος, το Ντάντος ή το Νύσος. Αυτά, όμως, τα αφήνουμε για μιαν άλλη φορά, έτσι για να έχουμε και θέμα κάθε Πέμπτη.

Μακάρι τα τοπικά ημερολόγια να σέβονται και να υπενθυμίζουν αυτές τις παρεκτροπές. Είναι η ταυτότητά μας. Η απόδειξη πως δεν προσαρμοζόμαστε στα στεγανά. Η αιτία της ύπαρξής μας.

Εξάλλου αυτό είναι η Ζάκυνθος. Αυτό είναι η Επτάνησος. Κοιτάζει ανατολικά την Δύση και δυτικότροπα την Ανατολή.

Φίλοι και φίλες «Καλή Χρονιά».

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Δυο πόλεις, ένας Ποιητής, ένα σπίτι…


Επιμέλεια αφιερώματος: Κατερίνα Δεμέτη*

Με ιδιαίτερη συγκίνηση, την Κυριακή 2 Ιανουαρίου, πραγματοποιήθηκε στην θέση που προσεισμικά βρισκόταν το σπίτι του ποιητή Ούγου Φώσκολου, μία σεμνή τελετή, από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Ζακύνθου «Ούγος Φώσκολος» και αντιπροσωπεία από την πόλη Τρεβίζο της Ιταλίας, αποτελούμενη από τον Αντιδήμαρχο της πόλης, Vittorio Janini και μέλη της Ορχήστρας Gruppo d’ Archi Veneto.

Οι Ιταλοί, που ήρθαν στο νησί μας, με αφορμή τις συναυλίες που έδωσαν τις μέρες των εορτών, εξέφρασαν την επιθυμία να επισκεφτούν τη θέση που προσεισμικά ήταν η Οικία του Ποιητή και να αποθέσουν ένα στεφάνι στην μνήμη του.

Η Φιλαρμονική του Δήμου Ζακυνθίων, οι Τραγουδιστάδες τση Ζάκυνθος, μέλη του Συλλόγου για την κατασκευή της Οικίας του Ποιητή, αλλά και αρκετός κόσμος, έδωσαν το παρόν.

Ο Αντιδήμαρχος του Δήμου Ζακυνθίων και υπεύθυνος για τα Πολιτιστικά κ. Άκης Λαδικός, ο οποίος είναι και Ταμίας του Συλλόγου, διάβασε τον χαιρετισμό του Προέδρου του Πολιτιστικού Συλλόγου Ζακύνθου «Ούγος Φώσκολος», κ. Νίκου Λαλώτη, ο οποίος βρισκόταν εκτός Ζακύνθου και κατέθεσε στεφάνι στο μνημείο που σήμερα κοσμεί την Πλατεία του Ποιητή.

Η αγάπη των Ιταλών επισκεπτών, ενδυναμώνει τις προσπάθειες του Πολιτιστικού Συλλόγου Ζακύνθου «Ούγος Φώσκολος», ο οποίος έχει καταθέσει στο Δήμο Ζακυνθίων τα σχέδια του Καθηγητή Διονύση Ζήβα για την κατασκευή της Οικίας.

Η ποίηση, η μουσική, η τέχνη γενικότερα, είναι εκείνη που ενώνει λαούς, και μπορεί να δώσει την ώθηση που χρειάζεται η κοινωνία μας για να προχωρήσει.

Η σεμνή τελετή στη μνήμη του Ούγου Φώσκολου, η πρώτη πολιτιστική εκδήλωση για το 2011, ας ευχηθούμε πως θα κάνει το καλό ποδαρικό και σύντομα, στη θέση αυτή, θα έχουμε τη χαρά να δούμε, το σπίτι του Ποιητή.

[*Η Κατερίνα Δεμέτη είναι Διευθύντρια στο Μουσείο Σολωμού & Επιφανών Ζακυνθίων και Γενική Γραμματέας στο Διοικητικό Συμβούλιο του Πολιτιστικού Συλλόγου Ζακύνθου «Ούγος Φώσκολος».]

Ο Αντιδήμαρχος Άκης Λαδικός και ο Αντιδήμαρχος του Τρεβίζο Vittorio Janini, o μαέστρος Francesco Fanna, η Καλλιτεχνική Διευθύντρια της Ορχήστρας Gruppo d’ Archi Veneto, Fiorella Foti, ο Πρόεδρος του Τοπικού Συμβουλίου πόλης Αλφρέδος Ξένος, ο Αντιπρόεδρος Θανάσης Παπαηλιού, οι Τραγουδιστάδες τση Ζάκυνθος, η Φιλαρμονική του Δήμου Ζακυνθίων και αρκετός κόσμος.

 Οι Αντιδήμαρχοι Άκης Λαδικός & Vittorio Janini μετά το στεφάνωμα και ο Nino Foti, 1o βιολί της ορχήστρας.

Οι δύο Αντιδήμαρχοι Ζακύνθου-Τρεβίζο.

Μετά το στεφάνωμα, αντιπροσωπεία από Ιταλούς και Ζακυνθινούς μαζί με τον ευγενικά εκτελούντα χρέη μεταφραστή τοπικό σύμβουλο αρχιτέκτονα, Νικόλα Βουτσινά.

Μετά το στεφάνωμα, αντιπροσωπεία από Ιταλούς και Ζακυνθινούς και μέλη του ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟY ΣΥΛΛΟΓΟY ΖΑΚΥΝΘΟΥ «ΟΥΓΟΣ ΦΩΣΚΟΛΟΣ».

Η Οικία του Ποιητή, φωτογραφία από τον β΄ τόμο του ΖΑΝΤΕ του Αρχιδούκα Λουδοβίκου Σαλβατόρ, Πράγα 1904.

Η Φωσκολιανή Βιβλιοθήκη, φωτογραφία από τον β΄ τόμο του ΖΑΝΤΕ του Αρχιδούκα Λουδοβίκου Σαλβατόρ, Πράγα 1904.

Οικία του UGO FOSCOLO. Όψη επί της οδού Φωσκόλου του σπιτιού του Ποιητή: Αρχιτεκτονικό σχέδιο Καθηγητή Διονύση Α. Ζήβα από τη κατατεθειμένη μελέτη του ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟY ΣΥΛΛΟΓΟY ΖΑΚΥΝΘΟΥ «ΟΥΓΟΣ ΦΩΣΚΟΛΟΣ» στο Δήμο Ζακυνθίων.


* * *

Αγαπητοί φίλοι,

Με μεγάλη χαρά σας υποδεχόμαστε στη Ζάκυνθο που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο ποιητής Ugo Foscolo, που όπως εσείς έτσι και εμείς δοξάζουμε και τιμάμε. Το σπίτι που γεννήθηκε, και η περίφημη φωσκολιανή βιβλιοθήκη καταστράφηκαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ιδρύσαμε αποκλειστικά τον πολιτιστικό μας σύλλογο «Ούγος Φώσκολος» για να αποκαταστήσουμε πλήρως το ιστορικό σπίτι στην αρχική του μορφή, του οποίου ευτυχώς διασώζονται αρκετές απεικονίσεις.

Είναι ένα μεγάλο χρέος που το οφείλει η μητέρα πατρίδα στον μεγάλο ποιητή.

Καλωσορίζοντάς σας λοιπόν στην πατρίδα του Ugo Foscolo, ζητώ και τη δική σας συμπαράσταση ώστε να ευδοκιμήσει η προσπάθειά μας.

Ο Πρόεδρος του ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟY ΣΥΛΛΟΓΟY ΖΑΚΥΝΘΟΥ «ΟΥΓΟΣ ΦΩΣΚΟΛΟΣ»
Νίκος Λαλώτης


Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Παύλου Φουρνογεράκη: ΣΥΝΑΥΛΙΑ (ποίημα)


Ραβδιστής ο χρόνος

εκχύλισμα ελαιοκάρπου

κόπος-πόνος



Γήτεμα συναυλητών ομόρων

την πρώτη του νέου

ο ραβδούχος Strauss



Άνω-θρώσκω

λεύτερος ορίων γηίνων

δοξάρι χάδι



ανκόρ κορύφωσης

αντί-δωρον

βραβείου χειροκροτημάτων


[Ζάκυνθος 1-11-2011. Εντυπώσεις από την πρωτοχρονιάτικη συναυλία του 2011 στο θέατρο του Σαρακηνάδου από Ιταλούς και Ζακυνθινούς μουσικούς]

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Άταχτες σκέψεις για το χρόνο

Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Στην τοπική μας αγιογραφική παράδοση και κυρίως στην δημιουργία των δύο μας μεγάλων πιτόρων, του Κουτούζη και του Καντούνη, ο Θεός - Πατέρας εικονίζεται και παριστάνεται σαν ένας σεβάσμιος και σοφός γέρος. Ιδιαίτερα στην εικόνα της Αγίας Τριάδας κατέχει την δεξιά θέση, δίπλα στον κρατούντα την γη και τον λυτρωτικό σταυρό του ημίγυμνο Υιό -τα Επτάνησα δεν ήταν ποτέ σεμνότυφα- έχοντας πάνω τους το, «εν είδει περιστεράς», Άγιο Πνεύμα και κρατά το σκήπτρο της απόλυτης εξουσίας του. Σχετικά καλλιτεχνήματα σώθηκαν από την μεγάλη καταστροφή του Αυγούστου του 1953 και φυλάσσονται σήμερα τόσο στο νέο μας Μουσείο, της πλατείας Σολωμού, όσο και σε πάμπολλες εκκλησίες του νησιού μας. Το απόλυτα δίκαιο και με ουράνια ισότητα ιστορημένο τρίγωνο της κεφαλής του τονίζει ακόμα περισσότερο την δικαιοσύνη του και τα ολόλευκά του γένια, την δίχως αμφισβήτηση, εκ φύσεως, σοφία του. Υπάρχουν, επίσης, και άλλες παραστάσεις, όπως σε μερικές περιπτώσεις αυτή του Ευαγγελισμού ή της Βάπτισης, που ο πρώτος των τριών, αλλά και ο προϋπάρχων της όλης δημιουργίας, διαφαίνεται και ιστορείται και πολλές φορές τον παριστάνουμε και ανάγλυφο, όπως σε κάποιες ξυλόγλυπτες καθέδρες διαπιστώνουμε, να ευλογεί την κάτωθέν του εικόνα της Παναγίας συνήθως, αλλά και πολλών Αγίων.

Κάτι τέτοιο, βέβαια, στην ορθόδοξη, ανατολική εκκλησία είναι απαράδεκτο. Σκληροπυρηνικοί, μάλιστα, θεολόγοι, ερμηνεύοντας κατά γράμμα τα πάντα, το θεωρούν ασυζητητί αμαρτία. Και αυτό επειδή ισχυρίζονται - και φαινομενικά ίσως έχουν δίκιο - πως κανένας δεν έχει ποτέ δει το Θεό και γι’ αυτό δεν πρέπει να ζωγραφίζεται. Δογματική αλήθεια, βέβαια, μα για έναν Επτανήσιο και δη Ζακυνθινό ο κανόνας πάντα ήταν -και θα έπρεπε να είναι- η μη τήρηση του κανόνα. Η εικόνα της Αγίας Τριάδας, ως εκ τούτου, γι’ αυτούς, τους μη Ιόνιους, είναι η προεικόνιση του γεγονότος και συγκεκριμένα η φιλοξενία των τριών Αγγέλων από τον Αβραάμ.

Πώς σου ήρθε, αλήθεια, θα μου πείτε, μες στο γιορταστικό κλίμα του Δωδεημέρου, που ζούμε και παραμονές Πρωτοχρονιάς, να θυμηθείς όλα αυτά, που αν τα επιθυμούσες επίκαιρα, κάπου εκεί κατά τις αρχές του Καλοκαιριού, στο εορταστικό και τουριστικό τελευταία τριήμερο της Πεντηκοστής θα έπρεπε να τα σκεφτείς και να μας τα επισημάνεις;

Δεν έχετε άδικο, θα σας απαντήσω, μα πάντα η μορφή του Άναρχου Πατέρα, όπως η δική μου παράδοση και ιδιοσυγκρασία τον έχει αποτυπώσει στην παιδική μου μνήμη, άρα και στην προσωπικότητά μου, θυμίζει τον χρόνο και μ’ αυτόν ταυτίζεται. Έτσι κλείνοντας το 2010 και περιμένοντας το 2011, σε αναμονή μιας αρχιχρονιάς, ο «φθονερός γέρων» του συντοπίτη μας του Ανδρέα Κάλβου, έχει την τιμητική του και για να μην μας φέρει θλίψη το κύλισμά του, τον επαναφέρουμε σαν Θεό δίχως φθόνο.

Είναι αλήθεια πως ποτέ δεν μου άρεσε η Πρωτοχρονιά, ακόμα και όταν ήμουν μικρός και αυτήν την μέρα μου έκαναν τους μποναμάδες. Ιδιαίτερα το απόγευμα της γιορτής, που «τελείωνε με την μπάντα», είχε μια μεγάλη θλίψη και ένα παράξενο βάρος. Έκρυβε μια μοναξιά και μια μουντάδα.

Τα Χριστούγεννα, που είχαν προηγηθεί, ήταν, αναμφίβολα, το κάτι άλλο. Είχαν φως, ζεστασιά, θαλπωρή, μελωδία και προπάντων ελπίδα. Το ίδιο και τα Φώτα, που ακολουθούσαν. Σ’ αυτήν την γιορτή υπήρχε μυστήριο, εξαγνισμός, διαφορετικότητα και το φως παντού, όχι μόνο λόγω ονόματος, αλλά και αυξανόμενο κάθε που νύχτωνε ή και το πρωί, που ξυπνούσα και το ξανάβρισκα, εισερχόμενο από τις γρίλιες.

Το ενδιάμεσό τους, η αρχή της νέας χρονιάς, ήταν ημέρα ετερόφωτη στην άγουρη αφέλειά μου και μια δίχως αιτία φασαρία. Τηγανίτες, ημερολόγια, μπαλόνια, κάλαντα (με μαντολίνα και κιθάρες και όχι με τριγωνάκια), ευχές, τυχερά παιγνίδια, μα τίποτα καινούργιο δεν μου φαινόταν να ερχόταν, ούτε καταλάβαινα πως κάτι άλλαζε, όπως για παράδειγμα τον Μάρτη, που εφήβευε η Άνοιξη ή τον Σεπτέμβρη, που παρά την θέλησή μου, τέλειωναν οι διακοπές και ξεκινούσαν τα σχολεία.

Έτσι την ημέρα αυτή, αιρετικός, όπως πάντα, την φανταζόμουν σαν τον προχωρημένης ηλικίας χρόνο, που έχασκε πάνω από τα κεφάλια μας σε όλες τις τάξεις του σχολείου του Άμμου, σε κάποιον χάρτη, ο οποίος έκανε παρέα στους ήρωες του '21 και στα φυτά και τα ζώα, που πιστεύαμε πως διακοσμούσαν τους τοίχους και έκαναν καλύτερη την μαθητική ζωή μας, με τις γαλανόλευκες ετικέτες και τα πολλά «ζήτω».

Μπέρδευα, επίσης, τότε ή πιο σωστά από τότε, την μορφή εκείνη του χάρτη με την άλλη, που γονατισμένος πάνω σε φρεσκοκομμένες μερτίες, οι οποίες μύριζαν μεθυστικά, δίπλα στην κατασυγκινημένη νόνα μου, γεμάτος από πλήξη, έβλεπα να λιτανεύεται πανηγυρικά και να μπαίνει στο τετράποδο, αλλάζοντας μιαν άλλη με μια αντρική φιγούρα στο κάτω μέρος, που υπήρχε φυλακισμένη, σε μια στενότητα, ποδοπατούμενη από δώδεκα γενειοφόρους.

Αργότερα έμαθα πως αυτός ο τελευταίος ήταν ο κόσμος και αναρωτιόμουν από τότε ποιος τον είδε και γιατί τον απεικόνισε, επειδή ακόμα πιστεύω πως είναι σφαιρικός ή έστω σαν καρβέλι χωριάτικο ψωμί, όπως μας έλεγε η δασκάλα μας στο Δημοτικό και ουδέποτε είχε μορφή ανθρώπινη.

Λίγο αργότερα έμαθα να ταυτίζω τον χρόνο με τον Κρόνο, μα όχι επιπόλαια και αυθαίρετα, σαν τον Παλαιό των Ημερών, τον οποίο μπέρδευα με την γεροντική μορφή του χάρτη. Ήταν τότε που ο μύθος γινόταν πραγματικότητα. Τότε που ο φοβερός πατέρας έτρωγε τα παιδιά του. Παρ’ όλ’ αυτά ποτέ δεν τα είχα καλά μαζί του. Αυτός συνέχιζε να μεγαλώνει αγέραστα και εγώ δεν διάβαζα τα επισκεπτήριά του..

Πρόσφατα ο χρόνος επανήλθε στη ζωή μου ή πιο σωστά στη αληθινή γειτονιά μου. Εκεί στην οδό «Φωσκόλου», όπου μεγάλωσα και επηρεάστηκα, τ’ όνομά του το επανέφερε ένας ζεστός και πολιτισμένος χώρος, ο οποίος, σεβόμενος την επωνυμία και την ιστορία του δρόμου, που όντως «είχε τη δική του ιστορία», γραμμένη λιγότερο με μπογιά και περισσότερο ανεξίτηλα, προσπαθεί να τον νικήσει με καλαισθησία ή - για να μην κρυβόμαστε πίσω από το μικρό μας δαχτυλάκι - να τον κάνει ν’ αργοπορήσει, καλυτερεύοντας την καθημερινότητά μας. Έτσι μπορείς πια να φας ή να πιεις τον καφέ ή το τσάι σου στον «Χρόνο», καινοποιώντας τον.

Πρωτοχρονιά, λοιπόν, σε λίγες μέρες και ο νέος ενιαυτός, νηπιάζων, βρίσκεται μπρος από την πόρτα μας, όχι σαν έκθετο, μα πιθανόν σαν ένας άλλος άνθρωπος υποσχόμενος. Πιστεύουμε πως κάτι καινό, καλύτερο θα φέρει «το νέον έτος» και πως το παλιό θα περάσει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, σαν μια κακή ανάμνηση και ένας περασμένος εφιάλτης. Γι’ αυτό οι ευχές, οι χαρές και οι προσδοκίες. Γι’ αυτό οι πυροβολισμοί της αλλαγής.

Παλιότερα στο νησί μας, τέτοιες μέρες, κυκλοφορούσαν ειδικές, σατιρικές εφημερίδες με «μπουναμάδες». Στίχους δηλαδή, που στόλιζαν κυριολεκτικά, παρότι εντός εισαγωγικών, τα δημόσια πρόσωπα του τόπου μας και προ πάντων τους πολιτικούς μας. Ήταν μια προσπάθεια εξορκισμού του χρόνου με το πολυτιμότερο όπλο του πολίτη του τόπου, την έφεσή του στην ρίμα και την «ποιητική», ποιοτική κριτική.

Μικρός θυμάμαι τον αξέχαστο Σπύρο Μαρίνο - Μισοπούλη να κρατά στο χέρι το «Αγκάθι» του και να το πουλά στις γωνίες της Πλατείας Ρούγας και κυρίως σ’ αυτήν που σχηματίζεται με την διασταύρωσή της με την δικιά μου, την Διονυσίου Στεφάνου, που δεν υπέστη καμιά επίφοβη αλλαγή από την πρόσφατη λαίλαπα της ονοματοδοσίας των οδών, εκτός του ότι, σαν σε στρατολογικό ή άλλο δημόσιο κατάλογο, μπήκε μπρος το επώνυμο και ύστερα το όνομα. Μου άρεσε εκείνη η μορφή και ήταν μια πρωτοχρονιάτικη φιγούρα, δίχως την ψεύτικη προσδοκία. Ένας τζαντιώτης Αϊ - Βασίλης. Πιστεύω πως ήταν και μια αντίσταση στην φθορά του χρόνου.

Τώρα οι εφημερίδες αυτές χάθηκαν, μαζί με τους δημιουργούς και τους αναγνώστες τους. Η Ζάκυνθος ριζικά αλλάζει, χάνοντας υπόσταση και ταυτότητα. Ο χρόνος, πάντως, επιμένει να τρέχει επιζήμια για την φθαρτότητά μας και ωφέλημα για την ανθρωπότητα.

Δεν μπορούμε να τον δαμάσουμε, μα γίνεται να τον βελτιώσουμε. Ο νέος που σε λίγο αρχίζει, ας είναι τουλάχιστον λίγο καλύτερος από αυτόν που φεύγει. Ο πολιτισμός και η ποιότητα μπορούν να τον θεμελιώσουν έτσι, όπως τον προσδοκάμε.

Φίλοι και φίλες, «καλή χρονιά».

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

Ανδρέα Μήτσου: ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΝΟΣ ΑΤΥΧΟΥ ΜΠΑΤΣΟΥ (διήγημα)


Εικονογράφηση: ΕΦΗ ΞΕΝΟΥ
Βγήκα έξω στις τριάντα τρεις μέρες. Πήρα επίσημη άδεια και βγήκα.

Κανείς δικός μας δεν δικαιούνταν έξοδο πριν συμπληρώσει εξήντα μέρες εσώκλειστος. Ετσι ήμουν ο πρώτος. Εκανα υπεύθυνη δήλωση πως είχε πεθάνει ο αδερφός μου και βγήκα. Αδερφό δεν είχα, ήξερα, κανείς δεν θα το επιβεβαίωνε.

Πήγα στο Μοναστηράκι και αγόρασα μια χοντρή κόκκινη ψαλίδα μπετού. Από αυτές που κόβουν τα σίδερα, κι ένα μικρό πριόνι. Φορούσα μια δανεικιά στολή χωροφύλακα και ήμουν πανέμορφος μέσα στα πράσινα. Κούκλος. Δεκαοχτώ χρονών.

Στο Μοναστηράκι με κοίταζαν όλοι περίεργα. Ο κόσμος κι η μαστοράντζα. Σαν να μην τους γέμιζα το μάτι με κανέναν τρόπο. Ή σαν να μην πίστευαν πως εγώ ήμουνα πραγματικά ένας χωροφύλακας.

Γυρίζοντας την επομένη στη Σχολή, στο Γουδί, φορούσα στο μπράτσο μου μαύρο πένθος.

Σε δύο μέρες από τότε, είχα νυχτερινή υπηρεσία «1-5». Διάλεξα την αριστερή πλευρά της Μεσογείων, προς τη «Σωτηρία», ενώ ο άλλος δόκιμος που περιπολούσε μαζί μου πήρε τη δεξιά, προς Αθήνα. Εβρεχε δυνατά. Η μακριά «ποδήρης» χλαίνη μου ήταν ασήκωτη. Το βαρύ Εnfield Ν1, όπλο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με την ξιφολόγχη επάνω, έτσι κάναμε τις περιπολίες, μου τσάκιζε τους ώμους. Το ξεφορτώθηκα και το ακούμπησα στον κορμό κάποιου πεύκου. Μαύρη κι ασέληνη ήταν η νύχτα.

Από την εσωτερική τσέπη της χλαίνης έβγαλα την ψαλίδα. Για μια ολόκληρη ώρα έκοβα με υπομονή το σύρμα πίσω από τα κάγκελα της Σχολής Χωροφυλακής, κατόπιν με το σιδηροπρίονο λιμάρισα στη βάση τους δύο χοντρά κάθετα κάγκελα. Με μια απλή κίνηση μπορούσαν τώρα να αποκολληθούν. Επιασα μετά το τετράγωνο κομμάτι του διχτυωτού σύρματος, της πόχας, και το τοποθέτησα πάλι στη θέση του, το ΄δεσα με μικρά λεπτά συρματάκια, που είχα επί τούτου στις βαθιές τσέπες της χλαίνης, για να μη φαίνεται η τρύπα. Την επόμενη μέρα ήμουν υπαξιωματικός υπηρεσίας κτιρίου, καθώς ήταν η σειρά μου. Η επόμενη μέρα ήταν σπουδαία για τη Σχολή, και για τη Χωροφυλακή ίσως ολόκληρη. Γιατί θα την επισκεπτόταν ο πρωθυπουργός της χώρας. Ο ίδιος ο Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Η επόμενη μέρα ήταν ανήμερα Χριστούγεννα.

Στην ανηρτημένη «Εβδομαδιαία Υπηρεσία», στον πίνακα ανακοινώσεων της Σχολής, είχα διαβάσει τα ονόματα των ανδρών και τα συγκεκριμένα καθήκοντα του καθενός κατά την ημέρα της επίσκεψης. Από τα κρεμασμένα περίστροφά τους στο μεγάλο θάλαμο οπλιτών, αλλά και στο βεστιάριο των αξιωματικών, έκλεψα τις σφαίρες τους, άδειασα τα όπλα και τα γέμισα με δικές μου σφαίρες, από τις οποίες είχα προηγουμένως αφαιρέσει το εκρηκτικό μείγμα. Ολη σχεδόν την εβδομάδα μού πήρε αυτή η λεπτοδουλειά. Ξέκοβα από τους άλλους, απομονωνόμουνα και δούλευα κρυμμένος με τις ώρες.

Πενήντα φορές ακριβώς ανέβηκα στα επτά πρώτα μαρμάρινα σκαλοπάτια της κεντρικής εισόδου της Σχολής, σταματούσα στο μικρό πλατύσκαλο για τρία δευτερόλεπτα και μετά συνέχιζα στα υπόλοιπα πέντε. Κρατούσα τον χρόνο. Πότε βάδιζα με βήμα αργό. Πότε μιμούμουνα το πεταχτό, νευρώδες βάδισμα του δικτάτορα.

Ήθελε είκοσι με είκοσι πέντε δευτερόλεπτα να ανέβει τις σκάλες, όχι παραπάνω. Μου έφταναν.

Εγώ θα είχα τη θήκη περασμένη κανονικά στη μέση μου, κλεισμένη. Με το τριανταοχτάρι μέσα. Ομως, το μικρό τριανταδυάρι περίστροφο, αυτό θα το είχα στη μασχάλη μου. Από κάτω.

Θυμόμουν πολύ καλά τι είχε πάθει ο θείος μου, ο στρατηγός, όταν του στείλανε οι Βούλγαροι τον επιλοχία Σαμουήλ Καλογιαννό, ντυμένο βοσκό, για να τον ξεκάνει. Οπως του πρόσφερε ο θείος μου, διοικητής τότε του Αστυνομικού Τμήματος Δοϊράνης, παλιός βοσκός και ο ίδιος, στριφτό τσιγάρο, σκύβοντας προς το μέρος του για να το ανάψει, έβγαλε εκείνος το μαχαίρι και του ρίχτηκε. Έσπρωχνε με το πόδι του το ξύλινο γραφείο ανάμεσα σ΄ αυτόν και τον κατάσκοπο, για να τον εμποδίσει, και όσο πάσχιζε να βγάλει το πιστόλι από τη στενή θήκη, ο άλλος του κατάφερνε μαχαιριές. Από τότε δεν ξαναφόρεσε πιστόλι σε θήκη. Τελικά τον σκότωσε ο θείος μου τον Βούλγαρο αξιωματικό και ο ίδιος γλίτωσε.

Όχι, το ελαφρύ τριανταδυάρι θα χρησιμοποιούσα εγώ. Όπως θα έφτανε λοιπόν στην κύρια είσοδο και ενώ ο αξιωματικός υπηρεσίας, ο υπομοίραρχος Βασιλακόπουλος, δίπλα στον ταξίαρχο διοικητή της Σχολής, θα έδινε την επίσημη αναφορά του, εγώ στο πλάι του, καθώς δεν θα με πρόσεχε κανείς- οι φρουροί του δικτάτορα σταματάνε κάτω από τα σκαλοπάτια, σύμφωνα με το τελετουργικό- θα του έριχνα τρεις πιστολιές, από απόσταση ενός μέτρου, δύο στο στήθος και μία στο κεφάλι.

Πιθανότητα αποτυχίας καμία. Πήγα προς το σκοπό αυτό μάλιστα εθελούσια με ομάδες σκοποβολής στο πεδίο βολής Χαϊδαρίου, πολλές φορές, μέσα σε γέλια και πειράγματα των δοκίμων που με είχανε για ιδιαίτερα ατζαμή και έγινα, παρ΄ ελπίδα, άριστος σκοπευτής. Από τους δικούς μου, δεν διέτρεχα κανένα κίνδυνο, αφού είχα αχρηστεύσει προηγουμένως τα όπλα τους.

Κάτω, τώρα, ακριβώς, εγκάρσια στο μεγάλο πλατύσκαλο της εισόδου, ήταν το ημιυπόγειο γραφείο του Φρουραρχείου, όπου κατέλυε-διανυκτέρευε ο εκάστοτε υπαξιωματικός υπηρεσίας. Ο,τι χρειαζόταν, να πηδήσω, αμέσως μετά την πράξη μου, ένα μέτρο και δέκα εκατοστά. Θα ΄κλεινα την πόρτα, είχα ήδη βάλει το κλειδί από πίσω, και θα έτρεχα στο εσωτερικό του κτιρίου της Σχολής προς τη μεριά της Μεσογείων και τη συνοικία του Παπάγου. Μέχρι να σπεύσουν οι άλλοι εξωτερικά, γύρω-γύρω από το κτίριο και να με βρουν, εγώ θα είχα ήδη χωθεί στην τρύπα μέσα, θα έβγαζα τα κομμένα κάγκελα και αφού γλιστρούσα έξω, θα τα ξανάβαζα πάλι στη θέση τους, για να μην εντοπίσουν το μέρος της διαφυγής. Θα έβγαινα κατόπιν στη λεωφόρο Μεσογείων με το πιστόλι στο χέρι, θα ακινητοποιούσα κάποιο διερχόμενο αυτοκίνητο. Σε διαφορετική περίπτωση, θα τρύπωνα στην απέναντι μισοκτισμένη πολυκατοικία, θα έκρυβα τη στολή κάτω από ένα παλιό βαρέλι νερού, μέσα από τη στολή θα φορούσα ήδη ένα λευκό μπλουζάκι και τζιν παντελόνι. Ενα παιδί ήμουνα δεκαοχτώ χρονών. Θα απομακρυνόμουν ύστερα ανέμελα. Ποιος θα με πρόσεχε; Κανένας. Μέχρι αυτό το σημείο πάντως κατέστρωσα επιμελώς το σχέδιό μου. Από εκεί και πέρα, πού θα κρυβόμουν δηλαδή και πώς θα γλιτώσω εν τέλει, αυτό δεν το είχα καθόλου σκεφθεί.

Μισούσα τη Χούντα. Ο πατέρας μου, βετεράνος αξιωματικός του Στρατού, ήρωας πολέμου και ανάπηρος από τους Γερμανούς με βαριά τραύματα, τους αντιπαθούσε επίσης. «Οι άκαπνοι», έτσι τους αποκαλούσε. Μαζί πιάναμε το βράδυ «Ντόιτσε Βέλλε» και ακούγαμε με απίστευτη έξαψη τις ειδήσεις κι οι δυο όρθιοι πάνω από το ράδιο, μάρκας Wega. Κρατάω ακόμα το παλιό ραδιόφωνο στιγματισμένο με χοντρή μολυβιά στη συχνότητα 101,7 στα FΜ. Σαράντα δύο χρόνια τώρα. Ο πατέρας μου όμως με όρκισε. «Κοίτα μην κάνεις καμιά παλαβομάρα. Αυτοί θα φύγουν. Οι ανώμαλες καταστάσεις δεν κρατάνε. Εσύ ψύχραιμος. Εσύ θα γίνεις αξιωματικός καριέρας».

Μια σύγχυση είχα μέσα μου, έναν αλλοπρόσαλλο οίστρο. Κάτι ωσάν εκείνον του Σικελιανού, που ονειρευόταν μια λαϊκή επανάσταση με επικεφαλής τον βασιλιά, όπου θα παίρναμε, λέει, την «Πόλη» και άλλα παρόμοια. Διάβαζα πάντως λογοτεχνία σαν «βαρεμένος», όπως θα λέγανε σήμερα. Είχα γεμάτο το αναλόγιό μου με βιβλία. Μάλιστα, μια φορά κάποιος συνάδελφος, δόκιμος υπενωμοτάρχης, με κάρφωσε και ο επιλοχίας «ανέφερε» κάθιδρος στον φοβερό λοχαγό, ονόματι Δρακούλη Πυρραλέα, στην επίσημη πρωινή παράταξη, μέσα σε σιωπή νεκρική, ότι διάβαζα την «Αυγή». Πήρε το βιβλίο, κατακίτρινο το θυμάμαι, στα χέρια ο φοβερός εκείνος άνθρωπος, ο οποίος μάλιστα μόλις αποκαταστάθηκε η Δημοκρατία, συνταγματάρχης τότε, καταδικάστηκε για συνωμοσία και δημιουργία ένοπλης παρακρατικής οργάνωσης και αποτάχτηκε από το Σώμα- ήταν ίσως κι ο μόνος αξιωματικός με παρόμοια στάση-, πήρε λοιπόν με σεβασμό το βιβλίο στα χέρια του, το ύψωσε πάνω από το κεφάλι του για να το δει καλύτερα. «Δεν είναι αυτή η “Αυγή”, επιλοχία. Ετούτο είναι άλλο, ένα καλό βιβλίο», του είπε με τη βροντερή φωνή του και μου το παρακράτησε.

Λόγο, δηλαδή, για να οργανώσω μια τέτοια πράξη δεν είχα, σε καμιά πε ρίπτωση, και μάλιστα αυτή ειδικά τη μέρα της γέννησης του Σωτήρος, ανήμερα Χριστούγεννα. Τώρα, πού σε πετάει ο οίστρος, επιτρέψτε μου να το επικαλεσθώ, αφού το πειράθηκα έκτοτε πολλές φορές, πως δεν μπορεί θέλω να πω κανείς να το προβλέψει. Τι δόξες φαντασίωνα, τι ενοχές ήθελα να ξεπλύνω, ώστε να δικαιωθώ και να αυτοπραγματωθώ, δεν μπορώ πλέον να θυμηθώ. Μετά, ένας σχεδόν έφηβος έχει το μυαλό του πάνω από τη σκούφια. Εστω και από το στρατιωτικό πηλήκιο.

Τα λέω όλα αυτά γιατί όλοι ξέρετε, είστε απόλυτα βέβαιοι, ότι δολοφονία του Γεωργίου Παπαδοπούλου δεν έγινε από κανένα χωροφύλακα, ούτε και καμιά άλλη απόπειρα εναντίον του, θα το μαθαίνατε, πέρα βέβαια από εκείνη τη γνωστή του Αλέξανδρου Παναγούλη.

Σκεφθείτε όμως πως αν πετύχαινε το σχέδιό μου αλλιώς θα ήταν ίσως η μοίρα της χώρας σήμερα και η πολιτική ιστορία του τόπου. Απολύτως διαφορετική. Και ότι εγώ παρά τρίχα που δεν έγινα ήρωας.

Και όλα αυτά γιατί είχα πάρει λίγα κιλά. Σε δύο μήνες είχα πάρει δώδεκα κιλά, όσο και να φαίνεται απίθανο. Από εξήντα οχτώ έγινα ογδόντα. Με είδε ο αντισυνταγματάρχης μισή ώρα πριν φτάσει στη Σχολή ο δικτάτορας και ενώ είχε ήδη ανακοινωθεί η αναχώρησή του από τη Σαρωνίδα όπου διέμενε. Ο αντισυνταγματάρχης ήταν ο υποδιοικητής της Σχολής. Αλλά πώς με πρόσεξε εκείνη τη στιγμή, αφού όλη την ώρα δίπλα του περιτριγύριζα; Επειδή σηκώθηκε ένας ελαχιστότατος ανεμοστρόβιλος στο μέρος όπου εκείνος βρισκότανε, ανάμεσα στα πόδια του. Εκεί σχηματίστηκε μια υποτυπώδης χοάνη σκόνης, ανάμεικτη με γύρη από τα πεύκα. Ο αντισυνταγματάρχης ήταν ψηλός, ασθενικός, με φιμέ γυαλιά, οι δόκιμοι τον αποκαλούσαμε «ο Χάρος». Άρχισε τότε να τρίβει τα μάτια του με καθαρή μανία με την ανάστροφη της παλάμης του αριστερού χεριού του. Τα μάτια του έγιναν αμέσως κατακόκκινα- χάρος, όπως συχνά του συνέβαινε.

Οι διμοιρίτες αξιωματικοί κοίταζαν αμήχανοι σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις ο ένας από τον άλλο, οι δόκιμοι υπομειδιούσαν απαξάπαντες, ο ταξίαρχος τον ατένισε από μακριά αποδοκιμαστικά, κι αυτός, μόλις εν τέλει στερέωσε τα γυαλιά του βγάζοντας κάποια τρίχα από το μάτι του την οποία επιδείκνυε κολλημένη στον δείκτη του σαν δικαιολογία προς πάσαν κατεύθυνσιν, σ΄ όλους ανεξαιρέτως τους ένστολους, για να το διαπιστώσει ο καθένας ιδίοις όμμασι πόσο μεγάλη ήταν, αντίκρισε εμένα.

«Υπαξιωματικός Υπηρεσίας;» πρόσταξε.

«Διαταγάς», στάθηκα κλαρίνο μπροστά του. «Δόκιμος υπενωματάρχης...», άρχισα να «αναφέρομαι». Δεν μ΄ άκουγε καν.

«Ιδρώνεις; Γιατί ιδρώνεις;» με ρώτησε επίμονα, εις επήκοον όλων. Και πλησίασε πολύ κοντά μου. Εγώ όμως ήμουνα απόλυτα ψύχραιμος.

«Δεν ιδρώνω κύριε υποδιοικητά», τόλμησα.

«Πώς δεν ιδρώνεις; Αφού είσαι χοντρός. Πώς έγινες έτσι χοντρός μέσα σε δύο μήνες;

Ούτε δυο μήνες δεν έχεις στη Σχολή Υπενωμοταρχών. Σαν λύκος τρως, σαν λύκος», είπε και σταμάτησε να σκεφθεί. «Πώς θα εμφανιστείς έτσι δίπλα στον Πρόεδρο; Πώς θα σε δει, μου λες;» μίλησε μετά από ένα λεπτό, πιο δυνατά, ώστε να τον ακούσουν όλοι οι άντρες.

«Λοχαγέ», διέταξε εν συνεχεία τον μοίραρχο κοντά του. «Να τον αντικαταστήσεις αμέσως. Πριν έρθει ο Πρόεδρος. Αυτός κοντεύει να βγει έξω από τη στολή του, να σκάσει. Κακομοίρη μου, ο θείος σου ήτανε στέκα», συμπλήρωσε και κοίταξε προς τον ουρανό, εντελώς ικανοποιημένος από εκείνη την ενθύμησή του. «Βγάλε αμέσως το περιβραχιόνιο υπηρεσίας, δώσε μου το», πρόσταξε χωρίς να με κοιτά. Το πήρε, το έπαιξε για λίγο αμήχανα στα χέρια του και το φόρεσε σε ένα ψηλόλιγνο ενωμοτάρχη που χτύπησε τα τακούνια του στην προσοχή και απομακρύνθηκε με βηματισμό παρέλασης.

Εν τω μεταξύ, ούτε ίχνος ανέμου ή σκόνης δεν σηκωνόταν πια, λες κι εκείνο τον μικρό στρόβιλο τον φαντάστηκα ή τον είχα προκαλέσει ο ίδιος, με τη σκέψη μου, κι έγινε αμέσως γεγονός. Γιατί τέτοια απίθανα μικρά συμβάντα τα συνηθίζω εγώ να τα προξενώ και να ακυρώνω έτσι ό,τι έχω σχεδιάσει και συγκροτήσει με κόπο.

Το επόμενο λεπτό ήχησαν οι σάλπιγγες, έφτανε ο δικτάτορας και ο διμοιρίτης με έχωσε βιαστικά τελευταίο στο άγημα απόδοσης τιμών. Δεν είχα όμως το όπλο μου, δεν προλάβαινα να το φέρω, και μου έκανε τότε πανικόβλητος νόημα να εξαφανιστώ.

Όταν πήγα και κάθισα στον τεράστιο άδειο θάλαμο των δοκίμων, με τους οπλοβαστούς φορτωμένους τα σιδερένια τυφέκια, ολομόναχος, ανάμεσα στις αμέτρητες κουκέτες με τα κρεβάτια στρωμένα όλα αλφάδι και τα μαξιλάρια με τις διπλωμένες κουβέρτες ευθυγραμμισμένες στην εντέλεια, σκέφτηκα πως δεν θα τη διηγηθώ ποτέ και πουθενά αυτή την ιστορία, γιατί δεν πρόκειται κανείς να με πιστέψει. Τότε φωτίστηκε ξαφνικά το μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο κι αμέτρητα φωτάκια αναβόσβηναν ασταμάτητα, λες και με κορόιδευαν.

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

Ηλία Μαγκλίνη: ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΙΜΠΙΡΟΥ (διήγημα)

Ζωγραφική: Κώστας Παπανικολάου
Για χρόνια πίστευα ό,τι μου έλεγε η μητέρα μου. Όταν ήταν κοριτσάκι είχε δει, λέει, παραμονή Χριστουγέννων την Παναγία να εμφανίζεται μπροστά της. Οι χριστουγεννιάτικοι εφιάλτες μου τροφοδοτήθηκαν από αυτή την ιστορία τρόμου: άγρυπνος στο παιδικό κρεβάτι μου, όπως η μητέρα μου στο δικό της, με το φως του δωματίου σβηστό και μόνο του χολ αναμμένο, όταν μια γυναικεία μορφή εμφανίζεται απ' το πουθενά, με κοιτάει αυστηρά και μου λέει ό,τι ακριβώς είχε πει στη μητέρα μου: «Να προσέχεις». Είναι αφύσικα ψηλή, με χέρια μακριά σαν πλοκάμια. Τη στιγμή που με πλησιάζει, πετάγομαι απ' το κρεβάτι. Στην εκδοχή της μητέρας μου, την επομένη αφότου «είδε την Παναγία», πήρε σβάρνα την εξωτερική σκάλα υπηρεσίας, χωρίς να πάθει ούτε γρατσουνιά. Θαύμα!

Είχα απαγορεύσει ρητά να λέει τέτοιες ιστορίες στον γιο μου (έτσι κι αλλιώς, δεν πρόλαβε να τον χαρεί και πολύ, ούτε εκείνη ούτε, δυστυχώς, ο πατέρας μου). Το είχα βάλει σκοπό, το παιδί να πάρει από μένα την ορθογώνια σκέψη του μαθηματικού και ερασιτέχνη αστρονόμου. Έλα όμως που ακόμα και για τον τετράγωνο μαθηματικό, έρχεται μια στιγμή που απλώς συνειδητοποιεί ότι κάτω από τα πόδια του δεν υπάρχει παρά μια κινούμενη άμμος.

«Έχει κλειστεί στο δωμάτιό του. Μετά βίας τρώει, μόνο κάθεται με τις ώρες στο Ιντερνετ». Η πρώην σύζυγος ήταν σαφής. «Δεν σου 'χει εξηγήσει τον λόγο;» Η γνωστή παύση τής πρώην πριν από την έκρηξη. «Εσύ φταις!», μου πέταξε. «Γιατί πάντα φταίω εγώ;» «Όλη μέρα βλέπει κάτι διαστημικά στο Ιντερνετ. Τον έχεις τρελάνει. Ξέρεις τι μου είπε, δεκατεσσάρων χρονών παιδί; Ότι νιώθει ένα τίποτα μέσα στο αχανές σύμπαν! Τ' ακούς;»

Ήθελα να σπάσω το ακουστικό. Η αστρονομία ήταν αυτό που μ' ένωνε με τον Κωστή. Ό,τι δεν κατάφερα ζώντας μαζί του και με τη μητέρα του, το κατάφερα όταν περνούσαμε οι δυο μας τα Σαββατοκύριακα, τα καλοκαίρια και κάποιες γιορτές. Άλλοι πατέρες έχουν το ποδόσφαιρο, εγώ κι εκείνος έχουμε τα αστέρια.

Είχε έτσι κανονιστεί, λοιπόν, ώστε να περάσει μαζί μου Χριστούγεννα, ενώ Πρωτοχρονιά με τη μητέρα του.

Με το που μπήκε στο σπίτι, κατάλαβα ότι θα ήταν ένα δύσκολο βράδυ. Τα μάτια του είχαν μια λύπη που δεν ήταν λύπη παιδιού, ήταν κάτι άλλο. Όση ώρα ετοίμαζα το τραπέζι, διάβαζε βαρύς και απορροφημένος στον καναπέ το περιεχόμενο ενός ντοσιέ που είχε φέρει μαζί του.

Έφαγε ανόρεχτα και απέφευγε να με κοιτάξει κατάματα. Κάποια ευλογημένη στιγμή πήδηξε στην αγκαλιά του ο Κύριος Γκριζίδης, ο τιγρέ γκρι γάτος μου, στον οποίο όλοι απευθυνόμαστε στον πληθυντικό. Τον έσφιξε τρυφερά πάνω του κι ο Κύριος Γκριζίδης έτριψε το κεφάλι του στο σαγόνι του Κωστή κλείνοντας ικανοποιημένος τα μάτια.

«Σιχαίνομαι τα Χριστούγεννα», είπε ο Κωστής ξερά. Ο Κύριος Γκριζίδης, κοιτώντας με γλαρωμένα μάτια, ήταν σα να μου έλεγε: «Για να δούμε τώρα τι μπαμπάς είστε, κύριε επιστήμονα».

«Το νέο τεύχος του Astronomy Now έχει εκπληκτικές φωτογραφίες από τον αστερισμό του Σκορπιού και τα διπλά αστρικά συστήματα», είπα πρόσχαρα, βάζοντας κι άλλη κόκα κόλα στο ποτήρι του. Εκφραση συνοφρυωμένης συγκαταβατικής επιδοκιμασίας. Μετά από πέντε λεπτά πήρε την κόκα κόλα του και κλείστηκε στο δωμάτιό του. Ο Κύριος Γκριζίδης, μόνος τώρα στην καρέκλα, με κοιτούσε με ορθάνοιχτα μάτια. «Καλύτερα να μην λέγατε τίποτα, κύριε μπαμπά», μου ψιθύρισε με ένα γενναίο χασμουρητό.

Προτού το καταλάβω, ο Κωστής είχε αποκοιμηθεί στο κρεβάτι του. Η Ψίψη, η έτερη γάτα του σπιτιού, είχε κουλουριαστεί στα πόδια του. Έκλεισα την πόρτα μην τυχόν και τους ξυπνήσει η ατίθαση, ολόλευκη Κόκα, το τρίτο, και μικρότερο, μέλος των σπιτίσιων αιλουροειδών μου.

Πήρα το μισογεμάτο μπουκάλι με το κόκκινο κρασί και κάθισα στον καναπέ. Το βλέμμα μου έπεσε πάνω στο ανοιγμένο ντοσιέ του Κωστή. Ήταν γεμάτο εκτυπώσεις, ιστοσελίδες κατεβασμένες απ' το Διαδίκτυο. Στο περιθώριο είχε γραμμένα δικά του σχόλια. «Το 2012 θα είμαι δεκαοκτώ χρονών. Δεν θα προλάβω ούτε να σπουδάσω». «Αν η καταστροφή γίνει στις 21 Δεκεμβρίου 2012, Χριστούγεννα δεν θα προλάβουμε να κάνουμε». «Με ποιον θα είμαι εκείνο το βράδυ; Με τον μπαμπά ή με τη μαμά;»

Αδειάζοντας σιγά σιγά το μπουκάλι, διάβασα ανήσυχος όσα είχε εκτυπώσει. Θεωρίες και απόψεις στις οποίες διάφοροι «ερευνητές» μιλούσαν για έναν θηριώδη κόκκινο πλανήτη που πλησιάζει προς τη Γη. Είναι ο 12ος Πλανήτης ή Πλανήτης Χ, οι Σουμέριοι τον έλεγαν Νιμπίρου. Κάθε 3.600 χρόνια η τροχιά του τον φέρνει στο κέντρο του ηλιακού μας συστήματος. Σημείωση του Κωστή στο πλάι: «Λένε πως ο Νιμπίρου ήταν το άστρο της Βηθλεέμ».

Η αλήθεια είναι ότι κάτι θυμόμουν από ένα παλιό άρθρο των New York Times, σύμφωνα με το οποίο, η ΝΑΣΑ εντόπισε ένα μυστηριώδες ουράνιο σώμα ανάμεσα στον Ουρανό και τον Πλούτωνα, το οποίο ακολουθούσε ανώμαλη τροχιά - πέραν τούτου όμως ουδέν.

Οι υπολογισμοί που διάβαζα τώρα ήθελαν τον Νιμπίρου να περνά ξυστά από τη Γη στις 21 Δεκεμβρίου 2012 - και να φέρνει τη συντέλεια. Έτσι, λέει, εξηγείται ο κατακλυσμός του Νώε. Κι όλη η φιλολογία περί κλιματικής αλλαγής, οι συχνοί σεισμοί, το τσουνάμι της Ινδονησίας, δεν είναι παρά τα προεόρτια. Οταν πλησιάσει αρκετά μπορεί, λέει, η Γη να σταματήσει να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της για τρεις ημέρες - πράγμα που εξηγεί τις «τρεις ημέρες του σκότους» της Καινής Διαθήκης.

Είχα δώσει αγώνα το παιδί να μάθει να σκέφτεται λογικά, και τώρα είχε πέσει θύμα ουφολογικής μπουρδολογίας. Απογοητευμένος με τον εαυτό μου, πήγα να ξαπλώσω. Το κρασί με είχε βαρέσει και δεν άργησα ν' αποκοιμηθώ.

Όχι για πολύ όμως.

Ξύπνησα απότομα, Θεέ μου, σκέφτηκα, είχα δει πάλι την «Παναγίτσα». Την Παναγίτσα - Νιμπίρου. Τον Νιμπίρου - Παναγίτσα. Διάβολε, η μητέρα μου έλεγε ότι το κρασί με πειράζει και, διάβολε, ήταν το μόνο πράγμα που είχε δίκιο.

Ή δεν ήταν μόνο το κρασί;

Ξαφνικά τα άστρα έδειχναν τόσο παγερά.

Σηκώθηκα. Βγήκα στη βεράντα να με χτυπήσει ο αέρας, κοίταξα τον κατάμαυρο ουρανό της πόλης. Μια από τις πιο μακριές νύχτες της χρονιάς. Σκέφτηκα: κάπου εκεί έξω είναι. Και πλησιάζει. Ένας τεράστιος κόκκινος γίγαντας. Το 2012, τέσσερις μέρες πριν από τα Χριστούγεννα.

Κάθισα στο σαλόνι, ακούγοντας τον επίμονο χτύπο του ρολογιού στον τοίχο. Ο χρόνος που κυλούσε. Η μνήμη, τα Χριστούγεννα των δικών μου δεκατεσσάρων χρόνων. Να μπαίνω στο πατρικό μου, και με το που αντικρίζω τη μητέρα μου να στρώνει το μεσημεριανό τραπέζι στην κουζίνα, τον Τζέσε Οουενς να νιαουρίζει στα πόδια της, τον πατέρα μου να διαβάζει την εφημερίδα, και στο βάθος το χριστουγεννιάτικο δέντρο, να συγκρατώ μετά βίας τον εαυτό μου μην ξεσπάσει σε λυγμούς.

Το σχολείο θα έκλεινε για Χριστούγεννα, και εγώ σφιγγόμουν να μην λυθώ σε αναφιλητά. Λες και βρέθηκα μπροστά στο διπλό φονικό των γονιών μου. Σωριασμένοι στο πάτωμα της κουζίνας και τα σνίτσελ να τσιτσιρίζουν στο τηγάνι μισοκαμένα. Μα τα σνίτσελ ήταν καλοτηγανισμένα και ζουμερά, οι πατάτες αλατισμένες πάνω στο τραπέζι. Οπως κάθε μεσημέρι.

Αυτή η τόσο καθημερινή -μα θεσπέσια- εικόνα έγινε ξαφνικά ένα ξερίζωμα. Για μια φευγαλέα στιγμή, άκουσα μια φωνή μέσα μου, ακατάληπτη μα απέραντα θλιμμένη. Ηταν ο αντίλαλος της αυριανής απώλειας.

Μπήκα στο δωμάτιο του Κωστή. Το ηλιακό σύστημα να φωσφορίζει μαγικό και γαλήνιο στο ταβάνι πάνω απ' το κρεβάτι του -χωρίς τον τρομακτικό, απειλητικό Νιμπίρου- και στους τοίχους, ολόγυρά του οι φαντασμαγορικές φωτογραφίες με το νεφέλωμα του Πέπλου, τη ζώνη του Ωρίωνα, τα Νέφη του Μαγγελάνου, τους δακτύλιους του Κρόνου, το γαλαξία της Ανδρομέδας. Χάιδεψα το μέτωπό του. «Δεν είναι τίποτα. Θα περάσει», του ψιθύρισα. Κάποτε είχα κάνει κι εγώ Χριστούγεννα με τον Νιμπίρου, απλώς δεν το ήξερα.

Ξαφνικά ο Κωστής άνοιξε τα μάτια του. «Τι ώρα είναι;» «Κοιμήσου, είναι νωρίς. Χρόνια πολλά». «Χρόνια πολλά, μπαμπά. Καλά Χριστούγεννα». «Ναι… Καλά Χριστούγεννα».

Ξάπλωσα πάλι. Ανακουφισμένος. Σα να είχα μόλις ξεμεθύσει.

Κάπου ανάμεσα στον ύπνο και τον ξύπνο, η νανουριστική μυρωδιά της μητέρας μου. Το καθησυχαστικό βλέμμα του πατέρα μου. Κι ονειρεύτηκα: Την τελευταία νύχτα της ζωής τους ο πατέρας μου κι η μητέρα μου είδαν το ίδιο όνειρο με μένα. Αλλά το επόμενο πρωί εγώ είχα ξεχάσει εκείνο το όνειρο. Κι οι γονείς μου δεν ήταν πια εκεί για να μου το θυμίσουν.


* Το διήγημα γράφτηκε από τον Ηλία Μαγκλίνη και εικονογραφήθηκε από τον Κώστα Παπανικολάου για τη χριστουγεννιάτικη έκδοση της εφημερίδας Η Καθημερινή / 21.12.2008.

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Δημήτριος: "να υπερνικήσουμε την αλλοτρίωσή μας"


Πρός τούς Σεβασμιωτάτους καί Θεοφιλεστάτους Ἀρχιερεῖς, τούς Εὐλαβεστάτους Ἱερεῖς καί Διακόνους, τούς Μοναχούς καί Μοναχές, τούς Προέδρους καί Μέλη τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων, τά Ἡμερήσια καί Ἀπογευματινά Σχολεῖα, τίς Φιλοπτώχους Ἀδελφότητες, τήν Νεολαία, τίς Ἑλληνορθόδοξες Ὀργανώσεις καί ὁλόκληρο τό Χριστεπώνυμον πλήρωμα τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀμερικῆς.


Προσφιλεῖς Ἀδελφοί καί Ἀδελφές ἐν Χριστῷ,

Σ’αὐτή τήν ἁγία Ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, συγκεντρωνόμεθα γιά νά γιορτάσουμε χαρμόσυνα τήν Ἐνανθρώπηση Ἐκείνου, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀναγεννᾶ καί μᾶς δίδει νέα ζωή. Δοξάζουμε τόν Θεό γιά τήν ἄφθονη χάρη καί τό θεϊκό σχέδιό Του μέ σκοπό τήν λύτρωση καί τή σωτηρία μας. Γιορτάζουμε μέ ἕνα τρόπο πλήρη ὀμορφιᾶς, τιμῆς καί δόξης ὅπως ἁρμόζει στόν ἑορτασμό ἑνός μοναδικά θαυμαστοῦ καί ὑπερόχου γεγονότος μέσῳ τοῦ ὁποίου ὁ Θεός ἔλαβε σάρκα καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν (Ἰωάν. 1:14).

Μέ τόν ἑορτασμό τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἡ ψυχή καί ἡ διάνοιά μας ὁδηγοῦνται σέ θεώρηση τῆς δόξης τῆς Σαρκώσεώς Του. Ἀκοῦμε καί ψάλλουμε γιά τό γεγονός τῆς Σαρκώσεως στούς ὕμνους τῆς Ἑορτῆς. Διαβάζουμε τά κείμενα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, τά ὁποῖα μᾶς ὁμιλοῦν γιά τούς ἀγγέλους πού τραγουδοῦν τό δόξᾳ ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί τούς βοσκούς οἱ ὁποῖοι ἐπιστρέφουν στά κοπάδια τους δοξάζοντες καί αἰνοῦντες τόν Θεόν ἐπί πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καί εἶδον (Λουκ. 2:14, 20).

Ἡ δόξα τοῦ γεγονότος τῆς Σαρκώσεως ἡ ὁποία ἀποκαλύφθηκε στή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ συνεχίσθηκε καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ ἐπιγείου βίου καί τῆς διακονίας Του καθώς ἐπωμίσθηκε τίς προκλήσεις τῆς ἀνθρωπίνης καταστάσεώς μας. Ἡ ζωή Του σέ κοινωνία μέ τόν Θεό καί τήν ἀνθρωπότητα ἀπετέλεσε ὕμνο γιά τόν πραγματικό προορισμό τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Ὁ Χριστός διά λόγων καί πράξεων ἀπέδειξε ὅτι οἱ ἁλυσίδες τῆς ἁμαρτίας μποροῦσαν νά συντριβοῦν καί ὁ θάνατος νά ὑπερνικηθῇ. Μέσῳ τῆς πίστεως στόν Χριστό καί τῆς σωτηρίας πού Ἐκεῖνος προσφέρει μποροῦμε νά γνωρίζουμε καί νά βιώνουμε γιά πάντα μία εὐτυχισμένη ζωή εἰρήνης καί χαρᾶς.

Ἐπίσης, ἡ δόξα τῆς Σαρκώσεως ἀποκαλύφθηκε μέ τό μήνυμα τοῦ Κυρίου μας περί χάριτος καί ἀληθείας. Αὐτό τό μήνυμα δέν ἐξηρτᾶτο ἀπό τή δόξα καί τήν ἰσχύ στρατιωτικῆς νίκης. Δέν συσχετίζετο μέ τή γήινη δόξα πολιτικῆς δυνάμεως. Ἡ δόξα τῆς Σαρκώσεως ἀποκαλύφθηκε μέσῳ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ γιά μᾶς καί μέσῳ τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ἀληθείας. Διεκήρυξε: ἐγώ ἦλθον ἵνα ζωήν ἔχωσιν καί περισσόν ἔχωσιν (Ἰωάν. 10:10). Διά τῆς χάριτος καί τῆς ἀληθείας μᾶς προσέφερε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μέσα σ’ ἕναν κόσμο ὁ ὁποῖος εἶχε φθαρεῖ ἀπό ἐχθρότητα, πλεονεξία καί ἀλαζονεία, ἔφερε μία ὡραία καί διαρκῆ μαρτυρία θεϊκῆς ἀγάπης. Καί μέσα σ’ ἕναν κόσμο ὁ ὁποῖος ἐμαστίζετο ἀπό ἀπάτη καί κενές ἐπιδιώξεις, Ἐκεῖνος διεκήρυξε τήν ἀλήθεια καί τή φύση τῆς δημιουργίας μας, τῆς ὑποστάσεώς μας καί τῆς σχέσεώς μας μέ τόν Θεό.

Τέλος, ἡ δόξα τῆς Σαρκώσεως ἀποκαλύπτεται στή μεταμορφωτική δύναμη τῆς παρουσίας τοῦ Ἰησοῦ. Αὐτό πού χάθηκε στήν Πτώση τοῦ Ἀδάμ καί τῆς Εὔας ἀνακαλύπτεται στή Σάρκωσή Του καί τίς θαυμάσιες συνέπειές της. Διά τῆς παρουσίας Του ἀνάμεσά μας, ὁ Κύριός μας μᾶς κατευθύνει ἔξω ἀπό τό σκότος τοῦ κακοῦ καί μᾶς εἰσάγει μέσα στό ἄκτιστο φῶς τῆς αἰωνίου ἀληθείας. Καθώς κατοικεῖ ἀνάμεσά μας, προκαλεῖ τήν μεταμόρφωσή μας ἀπό τήν κατάσταση ἁμαρτίας στήν κατάσταση ἁγιότητος. Ὡς Καλός Ποιμένας, μᾶς ὁδηγεῖ ἀπό τήν ἀπελπισία στήν ἐλπίδα. Ὡς Σαρκωθείς Λόγος τοῦ Θεοῦ, μᾶς ὑποδεικνύει τήν ὁδό γιά νά ὑπερνικήσουμε τήν ἀλλοτρίωσή μας ἔτσι ὥστε νά μπορέσουμε νά ζήσουμε τή ζωή μας σέ πλήρη καί αἰώνια κοινωνία μαζί Του. Ὡς Κύριός μας, μᾶς ὁδηγεῖ ἀπό τήν ἔρημο στόν παράδεισο.

Προσφιλεῖς Ἀδελφοί καί Ἀδελφές,

Τήν ἡμέρα τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου μας, ἡ δόξα τῆς Σαρκώσεώς Του ἀποκαλύφθηκε σέ ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχαν τήν εὐλογία νά γίνουν μάρτυρες τῆς μοναδικῆς καί ὑπερβατικῆς πράξεως τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Στόν ἑορτασμό αὐτῆς τῆς ἁγίας ἡμέρας, ἄς προσφέρουμε ὅλοι μαρτυρία τῆς δόξης τῆς Σαρκώσεως μέσῳ τῆς διακηρύξεως τῶν ὅσων ἔχει κάνει ὁ Κύριός μας γιά μᾶς μέσῳ τῆς εὐσπλαγχνικῆς καί λυτρωτικῆς παρουσίας Του ἀνάμεσά μας. Εἴθε οἱ σκέψεις καί οἱ λόγοι μας νά ἐκφράσουν τήν δόξα καί τήν τιμή ἡ ὁποία ἁρμόζει σ’ Ἐκεῖνον ὁ Ὁποῖος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν (Ἰωάν. 1:14). Καί εἴθε ἡ ἐμπειρία μας τῆς δόξης τῆς Σαρκώσεώς Του νά μᾶς ὁδηγήσῃ στό νά μοιρασθοῦμε μέ ὅλους αὐτό τό ὁποῖο εἴδαμε καί ἀκούσαμε ἔτσι ὥστε ὅλοι νά ἔλθουν εἰς προσκύνησίν Του καί λατρείαν Του.

Μετά πατρικῆς ἐν Χριστῷ Σαρκωθέντι ἀγάπης,
ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Δημήτριος
Related Posts with Thumbnails