© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

Η φωνή του Οικουμενικού Φαναρίου ενόψει Χριστουγέννων 2010 (σε επτά γλώσσες)

Ἀριθμ. Πρωτ. 1338
+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ συλλειτουργοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,

Μέσα εἰς τὴν ἀνὰ τὸν κόσμον ἐπικρατοῦσαν τελευταίως σκοτεινὴν ἀτμόσφαιραν τῆς σοβούσης ποικίλης κρίσεως, οἰκονομικῆς, κοινωνικῆς, ἠθικῆς καί, κυρίως, πνευματικῆς, ἡ ὁποία πολὺν θυμόν, πολλὴν πικρίαν, πολλὴν σύγχυσιν, πολλὴν ἀγωνίαν, πολὺ ἄγχος, πολλὴν ἀπογοήτευσιν καὶ πολὺν φόβον διὰ τὴν αὔριον προξενεῖ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, γλυκεῖα ἀκούεται ἡ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας:

«Δεῦτε, πιστοί, ἐπαρθῶμεν ἐνθέως καὶ κατίδωμεν συγκατάβασιν θεϊκὴν ἄνωθεν ἐν Βηθλεὲμ πρὸς ἡμᾶς ἐμφανῶς...»
(Ἰδιόμελον ΣΤ΄ Ὥρας Χριστουγέννων).

Πίστις ἀκλόνητος τῶν Χριστιανῶν εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς δὲν παρακολουθεῖ ἀφ’ ὑψηλοῦ καὶ ἀδιαφόρως τὴν πορείαν τοῦ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσίν Του ὑπὸ τοῦ ἰδίου, αὐτοπροσώπως, πλασθέντος ἀνθρώπου. Τούτου ἕνεκα καὶ ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου Του ἦτο ἀπ’ ἀρχῆς ἡ «εὐδοκία» Του, τὸ πρώτιστον θέλημά Του, ἡ «προαιώνιος βουλή» Του. Νὰ ἀναλάβῃ ὁ Ἴδιος, ἐξ ὑπερβολῆς ἀγάπης, τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν ποὺ ἔπλασε, καὶ νὰ τὴν καταστήσῃ «θείας φύσεως κοινωνόν» (Β΄ Πέτρ. 1: 4). Καὶ τοῦτο, πρὸ τῆς πτώσεως τῶν Πρωτοπλάστων, πρὸ καὶ αὐτῆς τῆς πλάσεώς των! Μετὰ τὴν πτῶσιν τῶν Πρωτοπλάστων, ἡ «προαιώνιος βουλὴ» τῆς Σαρκώσεως περιέλαβε τὸν Σταυρόν, τὸ Ἄχραντον Πάθος, τὸν Ζωοποιὸν Θάνατον, τὴν εἰς Ἅιδου Κάθοδον, τὴν Τριήμερον Ἔγερσιν, ὥστε ἡ παρείσακτος ἁμαρτία, ποὺ ἐδηλητηρίασε τὰ πάντα, καὶ ὁ λαθρεπιβάτης τῆς ζωῆς θάνατος νὰ τεθοῦν τελείως καὶ ὁριστικῶς ἐκποδών, καὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀπολαύσῃ ἀκεραίαν τὴν Πατρικὴν κληρονομίαν τῆς αἰωνιότητος.

Ἀλλ’ ἡ θεϊκὴ συγκατάβασις τῶν Χριστουγέννων δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὰ τῆς αἰωνιότητος. Ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰ τῆς ἐπὶ γῆς πορείας ἡμῶν. Ὁ Χριστὸς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ εὐαγγελισθῇ τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν καὶ νὰ μᾶς εἰσαγάγῃ εἰς αὐτήν, ἀλλ’ ἦλθεν ἐπίσης εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν. Ἐχόρτασε θαυματουργικῶς κατ’ ἐπανάληψιν τὰ πλήθη τῶν ἀκροατῶν τοῦ λόγου Του, ἐκαθάρισε λεπρούς, ἐστερέωσε παραλύτους, ἐχάρισε τὸ φῶς εἰς τυφλούς, τὴν ἀκοὴν εἰς κωφοὺς καὶ τὴν ὁμιλίαν εἰς ἀλάλους, ἀπήλλαξε δαιμονισμένους ἀπὸ τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα, ἀνέστησε νεκρούς, ὑπεστήριξε τὸ δίκαιον τῶν ἀδικουμένων καὶ λησμονημένων, ἐστηλίτευσε τὸν ἀθέμιτον πλουτισμόν, τὴν πρὸς τοὺς πτωχοὺς ἀσπλαγχνίαν, τὴν ὑποκρισίαν καὶ τὴν «ὕβριν» εἰς τὰς ἀνθρωπίνας σχέσεις, ἔδωκεν ἑαυτὸν ὑπόδειγμα ἐθελουσίου κενωτικῆς χάριν τῶν ἄλλων θυσίας! Ἴσως ἡ διάστασις αὕτη τοῦ μηνύματος τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως πρέπει νὰ προσεχθῇ περισσότερον κατὰ τὰ σημερινὰ Χριστούγεννα. Πολλοὶ συνάνθρωποι καὶ συγχριστιανοὶ δοκιμάζουν φοβερὸν πειρασμὸν ἐκ τῆς σοβούσης κρίσεως. Εἶναι ἀναρίθμητοι αἱ στρατιαὶ τῶν ἀνέργων, τῶν νεοπτώχων, τῶν ἀστέγων, τῶν νέων μὲ τὰ «ψαλιδισμένα ὄνειρα». Ἀλλά, Βηθλεὲμ ἑρμηνεύεται «Οἶκος Ἄρτου»! Χρεωστοῦμεν, λοιπόν, οἱ πιστοὶ εἰς πάντας τοὺς ἐμπεριστάτους ἀδελφοὺς ὄχι μόνον τὸν «Ἐπιούσιον Ἄρτον», δηλαδὴ τὸν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εὑρίσκεται ἐσπαργανωμένος εἰς τὴν πενιχρὰν φάτνην τῆς Βηθλεέμ, ἀλλὰ καὶ τὸν καθημερινὸν ἐπιτραπέζιον ἄρτον τῆς ἐπιβιώσεως, καὶ ὅλα τὰ «ἐπιτήδεια τοῦ σώματος» (Ἰακ. 2: 16). Εἶναι ἡ ὥρα τῆς πρακτικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Εὐαγγελίου, ἐν ὑψηλῷ αἰσθήματι εὐθύνης! Ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀκούεται ἐντονώτερος καὶ ἀπαιτητικώτερος ὁ ἀποστολικὸς λόγος: «Δεῖξον μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου» (Ἰακ. 2: 18)! Ὁ καιρός, δηλ. ἡ εὐκαιρία, νὰ «ἐπαρθῶμεν ἐνθέως» εἰς τὸ ὕψος τῆς οἰκειούσης ἡμᾶς μὲ τὸν Θεὸν βασιλικῆς ἀρετῆς τῆς Ἀγάπης.

Ταῦτα ἀπὸ τῆς ἁγίας καὶ μαρτυρικῆς καθέδρας τῆς Ἐκκλησίας τῶν τοῦ Χριστοῦ Πενήτων εὐαγγελιζόμενοι πρὸς τὰ ἀνὰ τὸν κόσμον τέκνα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐπικαλούμεθα ἐπὶ πάντας τὴν θεϊκὴν συγκατάβασιν, τὸ ἄπειρον ἔλεος, τὴν εἰρήνην καὶ τὴν χάριν τοῦ δι’ ἡμᾶς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου ἐνανθρωπήσαντος Μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, Ὧι ἡ δόξα, τὸ κράτος, ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνησις, σὺν Πατρὶ καὶ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Φανάριον, Χριστούγεννα ,βι’
+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος
Διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

 
Γ Ε Ρ Μ Α Ν Ι Κ Α
 
+ B A R T H O L O M A I O S
durch Gottes Erbarmen Erzbischof von Konstantinopel, dem Neuen Rom,
und Ökumenischer Patriarch
allem Volk der Kirche Gnade, Friede und Erbarmen
von Christus, unserem in Bethlehem geborenen Erlöser

Geliebte Brüder im geistlichen Dienst, liebe Kinder im Herrn,

inmitten der finsteren Atmosphäre der in letzter Zeit weltweit herrschenden Krise, welche die Wirtschaft, die Gesellschaft, die Moral und vor allem den Geist betrifft, die soviel Wut, Verbitterung, Verwirrung, Besorgnis, Furcht, Enttäuschung und Zukunftsangst hervorruft, vernehmen wir die wohltuende Stimme der Kirche:

Kommt, Gläubige, lasst uns gottergriffen erhoben werden;
lasst uns schauen, wie Gott sichtbar in Bethlehem
aus der Höhe zu uns herabsteigt …“
(Idiomelon der Sext von Weihnachten)

Es ist der unerschütterliche Glaube der Christen, dass Gott den Weg des nach seinem Bild und Gleichnis von ihm selbst persönlich geschaffenen Menschen nicht von oben herab und teilnahmslos verfolgt. Darum war auch die Menschwerdung seines eingeborenen Sohnes und Wortes von Anbeginn sein „Wohlgefallen“, sein vorrangiger Wille, sein „vorewiger Ratschluss“. Dieser Wille besteht darin, aus dem Übermaß seiner Liebe die von ihm erschaffene menschliche Natur selbst anzunehmen und sie so zu befähigen, „göttlichen Wesens teilhaft“ (2 Petr 1,4) zu werden; und das noch vor dem Fall der Stammeltern, ja noch vor ihrer Erschaffung. Nach dem Fall der Stammeltern schloss der „vorewige Ratschluss“ mit der Fleischwerdung zugleich auch das Kreuz ein, das makellose Leiden, den lebenschaffenden Tod, den Abstieg in den Hades und die Auferstehung nach drei Tagen, so dass die unmerklich eingetretene Sünde, die alles vergiftet hat, und der Tod, der sich heimlich zum Leben gesellt hatte, gänzlich und endgültig beseitigt würden und der Mensch das väterliche Erbe der Ewigkeit uneingeschränkt genießen könne.

Jedoch lässt sich die göttliche Herabkunft von Weihnachten nicht auf die ewigen Dinge beschränken. Sie betrifft auch all das, was mit unserem Weg auf Erden zusammenhängt. Christus ist in die Welt gekommen, um das Reich der Himmel zu verkünden und uns in dieses einzuführen, er ist aber auch gekommen, Wohltaten zu erweisen und die Schwachheit des Menschen zu heilen. Er hat mehrmals auf wunderbare Weise die Scharen der Hörer seines Wortes gesättigt, Aussätzige vom Aussatz gereinigt, Gelähmte aufgerichtet, Blinden das Augenlicht, Tauben das Gehör und Stummen die Sprache geschenkt; er hat die Besessenen von unreinen Geistern befreit, Tote auferstehen lassen; denen, die Unrecht erlitten hatten, und den Vergessenen hat er zu ihrem Recht verholfen; er hat die widerrechtliche Bereicherung, die Unbarmherzigkeit gegenüber den Armen, die Heuchelei und die Willkür in den menschlichen Beziehungen gebrandmarkt; er hat sich selbst als Vorbild freiwilliger, sich selbst nicht schonender Opferbereitschaft um des Nächsten willen hingegeben.

Vielleicht verdient diese Dimension der Botschaft von der Menschwerdung Gottes am heutigen Weihnachtstag eine größere Beachtung? Viele Mitmenschen und Mitchristen werden von der gegenwärtigen Krise sehr schwer geprüft. Unermesslich sind die Scharen der Arbeitslosen, der Verarmten, der Obdachlosen und der Jugendlichen, die um ihre Träume gebracht sind. Doch „Bethlehem“ heißt „Haus des Brotes“! Wir Gläubigen schulden also allen Brüdern in Not nicht nur das „wesentliche Brot“, also Christus, der zu Bethlehem in Windeln gewickelt in einer Krippe liegt, sondern auch das tägliche Brot, welches das Überleben sichert, und alles, „was sie zum Leben brauchen“ (Jak 2,16). Jetzt ist die Stunde gekommen, das Evangelium im Bewusstsein der großen Verantwortung, die wir haben, in die Tat umzusetzen! Es ist die Stunde, das Wort des Apostels: „Zeig mir Deinen Glauben ohne die Werke, und ich zeige dir meinen Glauben aufgrund der Werke“ (Jak 2,18) in seiner tiefen Bedeutung und in seinem grundsätzlichen Anspruch neu zu hören. Dies also ist der Moment, „sich gottergriffen“ zur Höhe der Tugend der Liebe „erheben zu lassen“, die uns mit Gott vertraut macht. .

Dieses verkündigen wir den Kindern des Ökumenischen Patriarchates in der ganzen Welt vom durch das Martyrium geprüften Sitz der Kirche der Armen Christi. Auf alle rufen wir die göttliche Entäußerung, das unermessliche Erbarmen, den Frieden und die Gnade des für uns aus dem Heiligen Geist und der Jungfrau Maria Mensch gewordenen eingeborenen Sohnes und Wortes Gottes herab. Ihm sei die Herrlichkeit, die Macht, die Ehre und die Anbetung samt dem Vater und dem Heiligen Geist in Ewigkeit. Amen.

Phanar, Weihnachten 2010
+ Bartholomaios von Konstantinopel,
euer aller inständiger Fürbitter bei Gott
 
 
Α Γ Γ Λ Ι Κ Α
+ BARTHOLOMEW
By the Mercy of God Archbishop of Constantinople-New Rome
and Ecumenical Patriarch
To the Plenitude of the Church
Grace, Peace and Mercy from the Savior Christ Born in Bethlehem

Beloved brother concelebrants and blessed children in the Lord,

Within the somber atmosphere that recently prevails throughout the world with the diverse affliction of the financial, social, moral and especially spiritual crisis, which has created increasing frustration, bitterness, confusion, anxiety, disappointment and fear among many people with regard to the future, the voice of the Church sounds sweet:

Come, O faithful, let us raise our minds to things divine and behold the heavenly condescension that has appeared to us from above in Bethlehem …
(Hymn from the 6th Hour, Christmas)

The unshakeable belief of Christians is that God does not simply or indifferently observe from above the journey of humanity, which He has personally created according to His image and likeness. This is why the incarnation of His only-begotten Son and Word was from the very beginning His “good will,” His original intention. His “pre-eternal will” was precisely to assume in His person, in an act of extreme love, the human nature that He created in order to render it “a participant of divine nature.” (2 Peter 1.4) Indeed, God willed this prior to the “fall” of Adam and Eve, even before their very creation! Following the “fall” of Adam and Eve, the “pre-eternal will” of the Incarnation embraced the Cross, the Sacred Passion, the Life-giving Death, the Descent into Hades, and the Resurrection after three days. In this way, the sin that infiltrated human nature thereby infecting everything and the death that surreptitiously penetrated life were completely and definitively dispelled, while humanity was able to enjoy the fullness of the Paternal and eternal heritage.

However, the divine condescension of Christmas is not restricted to things related to eternity. It also includes things related to our earthly journey. Christ came into the world in order to spread the good news of the Kingdom of Heaven and to initiate us into this Kingdom. Yet, He also came in order to help and heal human weakness. He miraculously and repeatedly fed the multitudes who listened to His word; He cleansed lepers; He supported paralytics; He granted light to the blind, hearing to the deaf and speech to the dumb; He delivered the demonized of impure spirits, resurrected the dead, supported the rights of the oppressed and abandoned; He condemned illegal wealth, heartlessness to the poor, hypocrisy and “hubris” in human relations; He offered Himself as an example of voluntary self-emptying sacrifice for the sake of others!

Perhaps this dimension of the message of divine incarnation should be particularly emphasized this year. Many of our friends and colleagues are experiencing terrible trials from the current crisis. There are countless numbers of unemployed, nouveau poor, homeless, young people with “cropped” dreams. Nevertheless, Bethlehem is translated as a “House of Bread!” Therefore, as faithful Christians, we owe all of our troubled brothers and sisters not only the “essential bread” – that is to say, Christ, who lies in swaddling clothes in the simple manger of Bethlehem – but also the daily tangible bread of survival and all that “pertains to the bodily needs.” (James 2.16) Now is the time for a practical application of the Gospel message with a dignified sense of responsibility! Now is the time for a clear and exact implementation of the words of the Apostle: “Show me your faith with works!” (James 2.18) Now is the time and the opportunity for us “to raise our minds to things divine” to the height of the royal virtue of Love, which brings us closer to God.

This is what we proclaim to all the children of the Ecumenical Patriarchate from this sacred and martyric See, the Church of the Poor of Christ, and we invoke upon all of you the divine condescension and the boundless mercy, as well as the peace and grace of the Only-Begotten Son and Word of God, who for our sake was incarnate of the Holy Spirit and the Virgin Mary. To Him belong the glory, power, honor and worship, with the Father and the Spirit, to the ages of ages. Amen.

At the Phanar, Holy Christmas 2010
+BARTHOLOMEW of Constantinople
Your fervent intercessor before God
 
 
Γ Α Λ Λ Ι Κ Α
† BARTHOLOMAIOS
PAR LA GRÂCE DE DIEU ARCHEVÊQUE
DE CONSTANTINOPLE-NOUVELLE ROME,
ET PATRIARCHE ŒCUMÉNIQUE,
À TOUT LE PLÉRÔME DE L’ÉGLISE
GRÂCE, PAIX ET MISÉRICORDE DU CHRIST SAUVEUR NÉ À BETHLÉEM

Frères concélébrants bien-aimés et enfants bénis dans le Seigneur,

Dans l’atmosphère sombre sévissant dernièrement dans le monde, due à la grave crise économique, sociale, morale et, surtout, spirituelle qui cause à l’humanité beaucoup d’exaspération, d’amertume, de confusion, d’angoisse, de stress, de déception et de peur pour le lendemain, on entend la voix douce de l’Église :


Venez, fidèles, élevons nos âmes vers Dieu
et contemplons depuis le ciel
sa divine descente vers nous
pour se manifester dans la ville de Bethléem (…)
(Sexte, Stichère, t. 1 Office des grandes Heures de Noël

Les chrétiens ont la foi inébranlable que Dieu n’observe pas d’en haut ni avec indifférence le progrès de l’homme créé par Lui à son image et à sa ressemblance. C’est pourquoi, l’incarnation de son Fils unique et Verbe était d’emblée son « dessein bienveillant », sa volonté première, sa « volonté éternelle ». Prendre lui-même en charge, par amour débordant, la nature humaine qu’il avait créée et la faire « entrer en communion avec la nature divine » (I P 1, 4). Et cela, avant même la chute des premiers-nés, avant même leur création ! Après la chute des premiers-nés, « la volonté éternelle » de l’Incarnation a compris la croix, la passion immaculée, la mort vivifiante, la descente à l’enfer, la résurrection après trois jours, pour que le péché intrus qui empoisonnait tout, et la mort passagère clandestine de la vie, soient complètement et définitivement bannis et pour que l’homme jouisse intégralement de l’héritage paternel de l’éternité.

Cependant, la descente divine de Noël ne se limite pas uniquement aux questions d’éternité. Elle concerne aussi les choses de notre marche sur terre. Christ est venu dans le monde pour annoncer le royaume des cieux et pour nous y introduire, mais il est venu aussi pour sauver et guérir la maladie humaine. À maintes reprises, il a merveilleusement rassasié de Sa parole les foules de ses auditeurs ; il a purifié des lépreux, il a mis sur pied des paralytiques, il a donné la vue à des aveugles, l’ouïe à des sourds et la parole à des muets ; il a libéré des possédés par des esprits impurs ; il a ressuscité des morts ; il a défendu le droit des victimes d’injustice et des oubliés ; il a dénoncé l’enrichissement illégitime, le manque de charité envers les pauvres, l’hypocrisie et l’« outrance » dans les relations humaines ; il s’est donné en exemple de dépouillement de soi, de sacrifice volontaire pour les autres ! Ce Noël, nous devons peut-être prêter plus d’attention à cet aspect du message émanant de la divine Incarnation. Nombreux de nos semblables et de nos coreligionnaires sont durement éprouvés à cause de la crise qui sévit. D’innombrables foules de chômeurs, de nouveaux pauvres, de sans-abri, de jeunes aux « espoirs déçus ». Mais Bethléem se traduit par « maison de pain » ! Or, nous, les fidèles, devons à tous nos frères en proie aux difficultés non seulement le « pain de ce jour », c’est-à-dire Christ, Qui se trouve emmailloté dans l’humble crèche de Bethléem, mais aussi le pain quotidien pour survivre et de quoi subsister (Jc 2, 16). C’est le moment de pratiquer l’Évangile, dans un sens élevé de responsabilité ! C’est le moment où la parole apostolique se fait entendre plus forte et plus exigeante : « prouve-moi ta foi par tes œuvres ! » (cf. Jn 2, 18). C’est le moment, c’est-à-dire l’occasion, « d’élever nos âmes vers Dieu » à la hauteur de la vertu royale de l’amour qui nous rend proches de Dieu.

Annonçant tout cela depuis le siège de l’Église martyre des pauvres du Christ à tous les enfants bien-aimés du Patriarcat œcuménique, de par le monde, nous invoquons sur tous la condescendance divine, l’infinie miséricorde, paix et grâce du Fils unique et Verbe de Dieu qui pour nous s’est fait homme, prenant chair en l’Esprit saint de la Vierge Marie, à Qui appartiennent gloire, puissance, honneur et adoration, avec le Père et le saint Esprit, dans les siècles des siècles. Amen.

Du Phanar, Noël 2010.
† Bartholomaios de Constantinople
fervent intercesseur de vous tous en Dieu
 
 
Ρ Ω Σ Ι Κ Α
 
ВАРФОЛОМЕЙ
МИЛОСТИЮ БОЖИЕЙ АРХИЕПИСКОП КОНСТАНТИНОПОЛЬСКИЙ - НОВОГО РИМА
И ВСЕЛЕНСКИЙ ПАТРИАРХ
ВСЕЙ ПОЛНОТЕ ЦЕРКВИ
БЛАГОДАТЬ, МИР И МИЛОСТЬ РОДИВШЕГОСЯ В ВИФЛЕЕМЕ СПАСА НАШЕГО ИИСУСА

Возлюбленные братья сослужители и благословенные чада о Господи,

В этой хмурой атмосфере, которая царит в мире и была создана финансовым, социальным, моральным и, особенно, духовным кризисом, вызывающим у людей гнев, горечь, замешательство и большой страх за завтрашний день, сладко звучит голос Церкви:

«Приидите, верни, восведемся Божественне и видим схождение Божественное свыше, в Вифлееме к нам явление» (Тропарь Шестого Часа, Рождество Христово).

Христиане твердо верят в то, что Бог не следит «свысока» за развитием человека, созданного по Его образу и подобию. Поэтому и вочеловечение Его Единородного Сына и Слова изначально являлось проявлением Его намерения, Его желания и Его «предвечной воли». Как акт крайней любви, Самому принять сотворенную Им же человеческую природу и сделать ее «причастником Божеского естества» (Второе послание Петра, 1, 4). Еще до падения Первозданных, даже до их сотворения! После падения Первозданных «предвечная воля» Вочеловечения приняла Крест, Святые Страсти, Живоначальную смерть, Сошествие в Ад и Воскресение на третий день, для того, чтобы грех, ворвавшийся в человеческую природу и отравивший все, и смерть, проникшая тайком в человеческую жизнь, были, раз и на всегда, развеяны, а люди могли наслаждаться полнотой Отеческого наследия вечности.

Однако Божественная милость Рождества не ограничивается только вечностью. Она касается и того, что относится к нашему земному пути. Христос пришел в мир для того, чтобы благовествовать Царство Небесное и ввести нас в него. Он также пришел, чтобы помочь и излечить человеческую болезнь. Он неоднократно чудотворяя накормил тех, кто слушал Его; очистил прокаженных; поставил на ноги паралитиков; вернул зрение слепым, слух глухим и речь немым; изгнал нечистых духов; воскрес мертвых; защитил права бесправных и забытых; осудил незаконное богатство и бездушное отношение к бедным; лицемерие и скверномыслие в человеческих отношениях и стал примером добровольного самопожертвования ради других!

Наверно в это Рождество следует обратить особое внимание именно на эту сторону божественного воплощения. Нынешний кризис создает для множества людей, в том числе и для христиан, ужасное искушение. Нет числа армии безработных, «новых бедных», бездомных, молодых людей с разбитой мечтой. Однако слово Вифлеем переводится как «Хлебный Дом»! Поэтому мы, верующие, должны дать всем нашим страдающим братьям не только «Хлеб Насущный», т.е. Христа, который лежит завернутый в пеленках в простом вертепе, но и повседневный хлеб для выживания, а также все, что «потребное для тела» (Иаков, 2, 16). Теперь настало время для практического применения Евангелия с высоким чувством ответственности! Время, когда слово Апостола звучит более сильно и более требовательно: «покажу тебе веру мою из дел моих» (Иаков, 2, 18)! Настало время для нас подняться до уровня царского целомудрия любви, которая приближает нас к Богу.

Все это мы посылаем из святого и мученического престола Церкви ради Христа бедных всем чадам Вселенского Патриархата во всем мире, испрашивая для всех вас божие снисхождение, бесконечную милость, мир и благодать Единородного Сына Божьего, ради нас воплотившегося от Духа Святого и Девы Марии, Ему же подобает и слава, и держава, честь и поклонение, с Отцом и Духом во веки веков. Аминь.

Фанар, Рождество Христово 2010

† Патриарх Константинопольский Варфоломей
Пламенный о всех вас молитвенник к Богу
 
 
Ι Σ Π Α Ν Ι Κ Α
 
+ BARTOLOMÉ
POR LA MISERICORDIA DE DIOS
ARZOBISPO DE CONSTANTINOPLA-NUEVA ROMA
Y PATRIARCA ECUMÉNICO
A TODO EL PLEROMA DE LA IGLESIA
LA GRACIA LA PAZ Y LA MISERICORDIA DEL SALVADOR CRISTO
NACIDO EN BELÉN

Queridos hermanos concelebrantes y benditos hijos en el Señor,

Dentro de la oscura atmósfera de la profunda y heterogénea crisis que se cierne últimamente en todo el mundo, de índole económica, social, moral y principalmente espiritual que produce en los hombres gran irritación, amargura, desconcierto, preocupación, tensión, desilusión y miedo, dulce se escucha la voz de la Iglesia:

“Venid, fieles, levantémonos con inspiración divina a fin de que contemplemos la condescendencia divina en Belén hacia nosotros de modo evidente…”
(Idiómelo de la VI hora de las Navidades)

Fe inquebrantable de los cristianos es que Dios no sigue desde arriba e indiferentemente la dirección del hombre creado por El personalmente y a su imagen y semejanza. Es por ello que la encarnación de su hijo unigénito y verbo fue desde el principio “Su Complacencia”, Su primigenia voluntad, “Su Voluntad Eterna”, es decir que asuma El mismo por amor sin medida la naturaleza humana que El creó a fin de que la constituya en “participante de la naturaleza divina” ( 2 Pe. 1:4) y esto, antes de la caída de los primeros creados, antes de su creación! Después de la caída de los primeros creados, la “voluntad eterna” de la encarnación incluyó la cruz, la purísima pasión, la muerte vivificadora, el descenso al hades, la Resurrección de los tres días, a fin de que el pecado inducido, que envenenaba todo y la muerte se anularan perfecta y finalmente, y el hombre disfrute íntegra la herencia paterna de la eternidad.

Sin embargo, la condescendencia divina de las Navidades no se limita solamente a las cosas de la eternidad. Tiene que ver también con las cosas de nuestro recorrido sobre la tierra. Cristo vino al mundo para dar la buena nueva del Reino de los Cielos y para introducirnos en éste, pero también vino para beneficiar y curar la debilidad humana. Satisfizo milagrosa y repetidamente a las multitudes que escuchaban su palabra, purificó leprosos, curó a paralíticos, dio la luz a ciegos, la escucha a sordos y el habla a mudos, liberó a los endemoniados de los espíritus inmundos , resucitó a muertos, apoyó el derecho de los que padecían injusticia y de los olvidados, condenó a las riquezas sin límite, la inclemencia hacia los pobres, la hipocresía y el “ultraje” en las relaciones humanas, se dio a si mismo como ejemplo de sacrificio voluntario y kenótico por los otros! Quizás ésta dimensión del mensaje de la divina encarnación debería ser tenido en cuenta aún más en éstas Navidades.

Muchos prójimos y cristianos padecen una gran tentación a causa de la profunda crisis. Son innumerables los ejércitos de desempleados, de los nuevos pobres, de los que no tienen techo, de jóvenes con “sueños postergados”. Sin embargo, Belén se interpreta como ”casa del pan”! Debemos, entonces, nosotros los fieles, a todos los hermanos necesitados, no solamente “el pan esencial”, es decir a Cristo, el cual se encuentra en pañales en el pesebre de Belén, sino también el pan material para sobrevivir y todo lo “necesario para el cuerpo” ( Stg. 2 : 16 ) . Es la hora de la ejecución práctica del Evangelio con un alto sentido de la responsabilidad! La hora en la cual se escucha de manera más sensible y demandante la palabra apostólica: “Muéstrame tu fe a través de tus obras” (Stg. 2 : 18)! El tiempo oportuno, es decir la posibilidad de que nos “levantemos con inspiración divina” a la altura de la virtud real del amor que nos une a Dios.

Habiendo proclamado todas éstas cosas desde la Cátedra martírica de la Iglesia de los pobres de Dios hacia todos los hijos en el mundo del Patriarcado Ecuménico, invocamos sobre todos la divina condescendencia, la inmensa misericordia, la paz y la gracia del Hijo unigénito y verbo de Dios encarnado del Espíritu Santo y de la Virgen, al cual sean la gloria, el poder, el honor y la prosternación, conjuntamente con el Padre y el Espíritu, por los siglos de los siglos. Amén.

Fanar, Navidades 2010.
+Bartolomé de Constantinopla
Ferviente suplicante hacia Dios de todos vosotros
 
 
Ο Υ Κ Ρ Α Ν Ι Κ Α
 
ВАРФОЛОМІЙ
МИЛІСТЮ БОЖОЮ,
АРХІЄПИСКОП КОНСТАНТИНОПОЛЯ – НОВОГО РИМУ,
ВСЕЛЕНСЬКИЙ ПАТРІАРХ
УСІЙ ПОВНОТІ ЦЕРКВИ
БЛАГОДАТЬ, МИР І МИЛІСТЬ ВІД ХРИСТА
СПАСИТЕЛЯ, ЩО НАРОДИВСЯ У ВИФЛЕЄМІ

Улюблені браття співслужителі і благословенні діти в Господі,

У похмуру атмосферу, яка панує останнім часом у всьому світі з різноманітними фінансовими, соціальними, моральними негараздами і особливо в період духовної кризи, які приводять до зростання розчарування, гіркоти, розгубленісті, тривоги, незадоволення і страху серед багатьох людей щодо майбутнього, обнадійливо звучить Голос Церкви:

Прийдіть, вірні, піднесімось духовно, і побачимо сходження Божественне з неба, і явлення нам у Вифлеємі...
(тропар шостого часу, Різдво)

Непохитність віри християн в тому, що Бог не просто байдуже спостерігає зверху за мандрівкою людства, що Він особисто за Своїм образом і подобою сотворив.Тому втілення Його Єдинородного Сина і Слова було проявом Його доброї волі, Його предвічним наміром. Його “предвічна воля” точно припускала в Його особі акт крайної любові, людську природу, яку Він сотворив з метою дати їй можливість бути “учасником божественної природи.” (2 Петрово 1:4) Справді, Бог знав заздалегіть про "падіння" Адама і Єви, ще до самого їхнього створення! Після "падіння" Адама і Єви, необхідне було Втілення Христа, Його Святі Страсті, Живоначальна Смерть, Зішестя в пекло і Воскресіння після трьох днів. Таким чином, гріх, що проник в людську природу з тим, щоб заражати все, і смерть, що потайки проникла в життя , повністю і остаточно розвіялися, а людство тепер спроможне в повній мірі насолоджуватися одвічною Батьківськію спадщиною.

Однак, божественна милість Різдва не обмежується майбутньою вічністю. Це також включає в себе речі, пов'язані з нашим земним шляхом. Христос прийшов у світ для того, щоб поширювати благу звістку про Царство Небесне і стати початком цього Царства для нас. Тим не менш, Він прийшов для того, щоб допомогти і зцілити людську слабкість. Він чудесно і неодноразово годував народ, що слухав його слова, він очищав прокажених; Він підтримував паралітиків; Він дарував світло сліпим, слух для глухих і мову німим, Він виганяв нечистих духів, воскрешав мертвих, підтримував покинутих і пригноблених; Він засуджував незаконні багатства, бездушність до бідних, лицемірство і зарозумілість у людських стосунках, Він став прикладом добровільного принесення Себе в жертву заради інших!

Можливо, цей аспект повідомлення Божественного втілення слід особливо підкреслити, в цьому році. Багато наших друзів і колег відчувають страшні випробування в нинішню кризу. Є безліч безробітних, “нових” бідних, бездомних, молодих людей з "обрізаними" мріями. Крім того, Вифлеєм перекладається як “Хлібна хата” .Тому ми, як віруючі християни, повинні турбуватися не тільки про “хліб насущний” для наших братів і сестер.

Тим самим - Христос, який лежить в пелюшках у простих яслах Вифлеєму - "є не тільки “насущним”, духовним, але і матеріальним хлібом тілесної потреби (Яків 2:16). Тепер настав час для практичного застосування Євангельської звістки з достойним почуттям відповідальності! Зараз настав час для чіткого і точного здійснення слова апостола: "покажи мені віру свою з діл твоїх!" (Яків 2,18) .Настав час і можливість для нас", щоб підняти наші уми, до Божественних речей", до царської висоти любові, яка наближає нас до Бога.

Це те, що ми проголошуємо, до всіх дітей Вселенського Патріархату, цього священного престолу мучеників, церкви бідних заради Христа, і ми закликаємо на всіх вас Божественне благословення і безмежну милість, а також мир і благодать Єдинородного Сина і Слова Божого, Який заради нас воплотився від Духа Святого і Діви Марії. Йому належать слава, влада, честь і поклоніння, з Отцем і Духом, на

віки віків. Амінь.

Фанар, Різдво Христове, 2010 р.
† Варфоломій Константинопольський
Палкий перед Богом молитвеник

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010

Η επίδραση της κοινωνικής και φυσικής πραγματικότητας πάνω στην Τέχνη

Του Τάκη Κεφαλληνού

“Ένα λεπτό σκοταδιού
θα μας έκανε τυφλούς.”
Μήνυμα, από τα τόσα που άφησαν νέοι Χιλιανοί στο φράκτη του σπιτιού του Νερούντα πάνω στον ωκεανό, στην Ισλα Νέγκρα, όταν και αυτός ακολούθησε, οκτώ μέρες μετά, στον θάνατο τον νεκρό Αλιέντε.

Είναι γεγονός ότι κάθε προσπάθεια να φωτίσει κάποιος και να αναδείξει όψεις και φροντίδες, οι οποίες αφορούν θέματα τέχνης και πολιτισμού προϋποθέτει τη στοιχειοθέτηση μιας συνολικής διερεύνησης για το πώς η ίδια η τέχνη σχετίζεται με την ιστορία. Αυτό απαιτείται ιδιαίτερα σήμερα, όπου μια εκρηκτική παντοδύναμη πλειοψηφία επιμένει να δίνει στην τέχνη την «πρωτοκαθεδρία» και το «αυτόνομο» έναντι της κοινωνικής πραγματικότητας και των κινημάτων. Τέχνη η οποία, όπως λέγεται, ολοκληρώνεται με αφηγηματικά στερεότυπα, παρά με πραγματικές κοινωνικές αλήθειες, όπου ο μυστικισμός και η απαισιοδοξία αποτελούν τη μόνιμη «πίστη», η οποία έχει απομείνει στους περισσότερους αστούς διανοούμενους και καλλιτέχνες «υψηλού κύρους», εκτός από το βόλεμα. Εμπορευματοποιημένη και κυρίαρχη τέχνη, όπου η καλλιτεχνική της αξία αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο σήμερα στο ύψος της εμπορικής επιτυχίας που σημειώνει. Μια εμπορική επιτυχία περίβλεπτη και εξασφαλισμένη, τα δε κέρδη της βιομηχανίας του θεάματος και των εκδόσεων να βρίσκονται διαρκώς σε απογείωση. Ασφαλώς, δεν ξεχνάμε και τα «καλλιτεχνικά» σκουπίδια, τα οποία παρόλο που υπήρχαν ανέκαθεν, σήμερα κυριαρχούν μαζικά και ως πλημμυρίδα δημιουργούν στην κοινωνία τις ανάλογες προτιμήσεις για την πλέον απλή παρέκκλιση μιας αποπροσανατολιστικής καλλιτεχνικής καρικατούρας. Η τέχνη σε αυτό το σημείο είναι σε αντιστοιχία με το αγαθό της γνώσης, όπου και εκεί την ενιαία «ημιμάθεια» αντικατέστησαν ετεροβαρώς η ολοένα γενικευμένη «αμάθεια» από την μια, και η ειδικευμένη υψηλή γνώση από την άλλη.

Στην εποχή μας, η ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη και η υποχώρηση του διεθνούς κινήματος επέτρεψαν στους «νικητές» να επιβάλουν τη νέα τάξη πραγμάτων και να ξαναγράψουν την ιστορία σε συνθήκες μάλιστα μονόπλευρης αποϊδεολογικοποίησης. Είναι φυσικό και επόμενο να συμβούν όλα αυτά, αφού η προσπάθεια για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου να υπάρξει μια μη εκμεταλλευτική και στην προοπτική της αταξική κοινωνία, μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, έμεινε από νωρίς στη μέση του δρόμου.

Συγχρόνως επιμένουν οι «νικητές» ότι δήθεν ήλθε το τέλος της ιστορίας, το υπάρχον αστικό κοινωνικό σύστημα θα παραμένει αιώνιο και πως όλα στην τέχνη έχουν γραφεί. Η άποψη αυτή βέβαια δεν είναι κάτι καινούργιο. Τη βλέπουμε και στα πρώιμα χρόνια, όταν υποχωρούσε ο ιδεαλισμός και ο Χέγκελ μιλούσε για «το τέλος της τέχνης», ως το «τέλος» βέβαια της «αισθητής εμφάνισης της ιδέας», παρ’ όλο που πλούτισε τη φιλοσοφία με την επεξεργασία της διαλεκτικής μεθόδου. Στο Χέγκελ κατά τον Ένγκελς και η φύση εμφανίζεται ως απλή ‘‘εξωτερίκευση’’ της ιδέας.

Τα παραπάνω μας οδηγούν στην ανάγκη να εξετάσουμε την επίδραση της κοινωνικής και φυσικής πραγματικότητας πάνω στην τέχνη, κυρίως δε την αναζήτηση του θεού στον οποίο πιστεύει και κάνει σπονδές στις διάφορες εποχές η τέχνη, ανέκαθεν στρατευμένη. Το παράδειγμα του εξπρεσιονισμού το οποίο αρκετές φορές θα χρησιμοποιήσουμε παρακάτω, ίσως μπορέσει να μας βοηθήσει στην κατανόηση των παραπάνω ζητημάτων. Η επιλογή του εξπρεσιονισμού γίνεται από εμάς για δύο κυρίως λόγους:

Ο πρώτος διότι, ενώ αποτελεί υψηλή και οριακή καλλιτεχνική έκφραση μιας ώριμης αστικής τάξης, μπορεί να μας προσφέρει διαχρονικά αληθινές συγκινήσεις.

Ο δεύτερος λόγος, επειδή προσπαθούμε και εμείς να παρουσιάσουμε μια έστω πρωτόλεια και ατελή γνώμη, για όσους επιμένουν και επικεντρώνονται τόσο εκκωφαντικά, σε επιφανειακές, και πολλές φορές ανιστόρητες, συντηρητικές και ρεφορμιστικές αντιλήψεις για διώξεις, τις οποίες επέβαλε μια παράλογη εξωφρενική και ακαλλιέργητη κομματική καθοδήγηση στον μοντερνισμό του εξπρεσιονισμού, του υπερρεαλισμού και της αφηρημένης τέχνης γενικότερα. Ξεχνάνε ασφαλώς ότι η τέχνη ακόμη και στον σοσιαλισμό κατορθώνει σε ορισμένες περιπτώσεις να αναπτύσσει τα εκφραστικά της μέσα, στα πλαίσια μιας ελίτ ξεκομμένης από τις ανάγκες και τα πραγματικά ενδιαφέροντα του επαναστατημένου λαού, με αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, η ανάδειξη της φόρμας σε βάρος του περιεχόμενου να βρίσκεται καθολικά στο προσκήνιο. Τότε η ιδεολογική διαπάλη απέναντι στο φορμαλισμό και στα παραπάνω φαινόμενα, γίνεται έντονη και παίρνει οξεία μορφή. Σε πολλές περιπτώσεις έγιναν λάθη και υπερβολές από την σοβιετική εξουσία, και ιστορικά για ένα τόσο μεγάλο άλμα θα ήταν αδύνατο να μη γίνουν. Έτσι και στην χώρα μας, τη δεκαετία του 50 και ενωρίτερα, στα πλαίσια κυρίως της Επιθεώρησης Τέχνης, ο προβληματισμός και η αντιπαράθεση υπήρξε έντονη. Τελικά μπορεί να πιστέψει κάποιος ότι σε ένα στροβιλισμό της ιστορίας, που πέφτουν κορμιά εκατέρωθεν, αυτοί που επιδιώκουν να τα αλλάξουν όλα στα πλαίσια της οικοδόμησης ενός άλλου κοινωνικού συστήματος θα άφηναν την κυρίαρχη τέχνη του προηγούμενου, που αντιστρατεύεται τον αγώνα τους, να πορεύεται την γαλήνια οδό; Βεβαίως σε αρκετά έργα της σοσιαλιστικής τέχνης παρατηρήθηκε, όχι μόνο νόθευση της επαναστατικής αλήθειας και ανεπαρκής γνώση της ζωής, αλλά και χαμηλό ιδεολογικό και καλλιτεχνικό επίπεδο.

Με τα παραπάνω, χωρίς να κομίζουμε δικαιολογίες, δεν επιθυμούμε να ξεχαστούν τα αυτονόητα: Ότι ο σοσιαλισμός είναι ατελής, ενδιάμεση κοινωνία για τη μετάβαση από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό είτε, σωστότερα, αποτελεί την κατώτερη βαθμίδα του κομμουνιστικού κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού, και το κάθε γεγονός αξίζει να το κρίνουμε στα ιστορικά πλαίσια της εποχής του.

Αλίμονο, και των επαναστάσεων όπως και των προσώπων τα λόγια και τις πράξεις οφείλουμε να τα διασταυρώνουμε με την μετέπειτα πορεία τους και την κατάληξή τους.

Θεωρώντας λοιπόν τα πράγματα από την αρχική τους βάση πιστεύουμε ότι ο υλισμός έναντι του ιδεαλισμού, ως βασικό φιλοσοφικό ρεύμα ανά τους αιώνες, λύνει σωστά και επιστημονικά το βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας, που είναι η σχέση ανάμεσα στη Νόηση και στο Είναι. Παραπέρα ο διαλεκτικός υλισμός έφερε στο προσκήνιο τη διαλεκτική, όπου αφήνοντας πίσω την ετυμολογία της λέξης, ως τέχνη της συζήτησης, την ορίζει πλέον ως την επιστήμη των γενικών νόμων της κίνησης και της εξέλιξης της Φύσης, της ανθρώπινης κοινωνίας και της σκέψης.

Ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός, που διαμόρφωσαν τον 19ο αιώνα οι Μαρξ - Ένγκελς και ανάπτυξαν ο Λένιν και οι σύντροφοί του στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα αποτελεί άλμα και επανάσταση στην εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης που πλουτίζεται ακατάπαυτα. θεωρία αυτή, εκτός των άλλων νόμων που τη διέπουν, υποστηρίζει ότι η εξέλιξη της φύσης και της κοινωνίας πραγματώνεται μέσα από την συνάφειά τους, την αλληλεπίδρασή τους και τις αλλαγές, που από ποσοτικές μεταβάλλονται αναγκαστικά σε ποιοτικές, χωρίς να ρωτούν κανέναν. Όσοι έχουμε ριζωθεί στη γη και βιώνουμε την αυθεντική ζωή στην φύση, συνειδητοποιούμε το γεγονός ότι, ενώ οι καρποί διαμορφώνονται για μήνες πάνω στα δέντρα παραμένοντας ωστόσο «αγίνωτοι», όταν έλθει ο κατάλληλος χρόνος χρειάζονται ελάχιστες ημέρες ακόμη και ώρες να ωριμάσουν ολοκληρωτικά.

Το ίδιο συμβαίνει και στις επαναστάσεις - ένας πίνακας ζωγραφικής δείχνει το Λένιν να κοιτάζει το ρολόι του, παριστάνοντας φυσικά την ιστορική ομολογία του: «Δώδεκα παρά πέντε ήταν ενωρίς, δώδεκα και πέντε θα είναι αργά για να ξεκινήσει η έφοδος στα χειμερινά ανάκτορα». Και στην τέχνη, όπου εγκαταλείφθηκε τόσο βίαια η συμβατικότητα της ακαδημαϊκής και κλασικής τέχνης τόσων αιώνων, όταν ωριμάσαν οι συνθήκες στα τέλη του 19 ου αιώνα στην Ευρώπη, το ίδιο συνέβη.

Συγχρόνως ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός θεωρεί ότι ο τρόπος παραγωγής των υλικών αγαθών (παραγωγικές δυνάμεις - παραγωγικές σχέσεις) είναι η κύρια δύναμη της κοινωνικής εξέλιξης. Από τον τρόπο παραγωγής εξαρτώνται όλα τα κοινωνικά συστήματα, οι πολιτικοί θεσμοί, το δίκαιο, οι θεωρίες και οι ιδέες. Επίσης η βάση της διαλεκτικής, η οποία είναι η κίνηση και η μεταβολή, ορίζει: ότι τίποτα στη φύση και στην κοινωνία δεν είναι οριστικό, τίποτα δεν παραμένει ίδιο, αλλά έχει παρελθόν και μέλλον. Η αρχή της ταυτότητας δοκιμάζεται, δεν μπαίνουμε στο ίδιο ποτάμι δύο φορές.

Το ίδιο παρατηρούμε να ισχύει και σε ένα σπουδαίο τομέα της κοινωνικής δραστηριότητας, όπως είναι η δημιουργία της τέχνης σε κάθε εποχή. Οι αρχές, λοιπόν, που κυριαρχούν βίαια στον εξπρεσιονισμό, όπως είναι η οξύτατη έκφραση του εγώ και η καθολική υποκειμενική ερμηνεία της πραγματικότητας, έρχονται από τα χρόνια του ρομαντισμού, ο οποίος σηματοδότησε τον υποκειμενισμό με απόλυτο τρόπο. Συγχρόνως οι αρχές αυτές πάνε πολύ μακριά ως την εσχατιά, την κορυφή (μαζί με τον ‘‘Οδυσσέα’’ του Τζόυς) του αστικού μυθιστορήματος, που είναι το ‘‘Αναζητώντας το χαμένο χρόνο’’ του Προυστ. Το μυθιστόρημα αυτό, σημειώνει ο Π. Ζάννας, μπορεί να είναι ένας ολόκληρος κόσμος, όμως δεν παύουν να παίζουν ρόλο τα αντιφεγγίσματα στις κεραμιδοσκεπές. Η κάθε αντανάκλαση που περιγράφει εκεί ο συγγραφέας είναι ένας καθρέπτης. Ο Προυστ πιστεύει απολύτως στο είδωλο που προσφέρει ένας υποκειμενικός καθρέπτης. Η πραγματικότητα είναι αυτό που αντιλαμβάνεται ο καλλιτέχνης. Για αυτόν έχουμε τόσους κόσμους, όσους πρωτότυπους καλλιτέχνες διαθέτουμε. Ίσως αυτό να υπαινισσόταν εκτός των άλλων ο Κλωντ Μονέ όταν ζωγράφιζε με διαφορετικό τρόπο και φωτισμό τα ίδια νούφαρα, την ίδια εκκλησία σαράντα φορές – πενήντα φορές απανωτά.

Αντίθετα από όλα αυτά ο διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός θεωρεί ότι οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία τους με την δράση τους μέσα στις ταξικές αντιθέσεις και συγκρούσεις, ακολουθώντας τη θέλησή τους, που είναι η έκφραση των ιδεών τους, οι οποίες αφορούν τις υλικές –οικονομικές συνθήκες και τον τρόπο παραγωγής σε μια κοινωνία. Οι συνθήκες αυτές αποτελούν τη λεγόμενη βάση της ύπαρξης της κοινωνίας. Αυτή η βάση (ο αντικειμενικός παράγοντας) μαζί με τον «υποκειμενικό» παράγοντα (τον οποίο αποτελούν ο συσχετισμός δύναμης, το επίπεδο ανάπτυξης του κινήματος και του ίδιου του κόμματος της πρωτοπορίας) καθορίζει το εποικοδόμημα, δηλαδή το πολιτικό σύστημα, τη θρησκεία, την ηθική, την τέχνη, τη φιλοσοφία, την επιστήμη, και συγχρόνως η βάση επηρεάζεται από αυτό. Έτσι διαμορφώνονται και οι φιλοσοφικές, πολιτικές, καλλιτεχνικές απόψεις που επικρατούν μέσα στην κοινωνία. Αυτές προσδιορίζουν με την σειρά τους την κοινωνική της συνείδηση. Μια μορφή της κοινωνικής συνείδησης είναι και η τέχνη.

Διατηρώντας βέβαια και πάλι το παράδειγμα του εξπρεσιονισμού, μπορούμε να δούμε πώς η βάση (οικονομικές συνθήκες έστω στα πλαίσια του ίδιου συστήματος) επιδρά στο εποικοδόμημα, μέρος του οποίου, όπως προαναφέραμε, αποτελεί και η τέχνη. Από τα μέσα λοιπόν του 19ου αιώνα στην Ευρώπη εμφανίζεται η τέχνη που αποκαλείται «αβανγκάρντ», η οποία επιδιώκει να πει κάτι καινούργιο, να διεκδικήσει αισθητική αυτονομία, να αμφισβητήσει και κάποιες αξίες της αστικής κοινωνίας. Το ρεύμα αυτό δημιουργήθηκε χρόνο με το χρόνο, αφού δεν είχε ωριμάσει ο υποκειμενικός παράγοντας (δεν υπήρχε ο ικανός αριθμός ριζοσπαστών καλλιτεχνών που θα το υλοποιούσαν) και έφθασε στην απόλυτη κυριαρχία του στις αρχές του 20ου αιώνα. Η αβανγκάρντ έφερε στο φως διαδοχικά τις τάσεις του ιμπρεσιονισμού και του εξπρεσιονισμού, καθώς και την ανάδειξη του κυβισμού, του σουρεαλισμού και της ολοκληρωτικά αφηρημένης τέχνης.

Τι ήταν αυτό που κίνησε όμως αυτές τις αλλαγές και από ποσοτικές έγιναν ποιοτικές; Ο Άγγλος καθηγητής ιστορίας της τέχνης, David Cottington, απαντά στο ερώτημα και αναφέρει μεταξύ άλλων:

Λέγεται ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στις Ευρωπαϊκές κοινωνίες αυτήν την εποχή, ανέδειξε την ολοκληρωτική κυριαρχία των εμπορικών αξιών σε όλες τις εκφάνσεις των πολιτιστικών αξιών. Αυτό οδήγησε ορισμένους καλλιτέχνες να επιχειρήσουν να αποδράσουν από τις συμβατικότητες της ακαδημαϊκής ζωγραφικής τόσων αιώνων, την εμπορευματοποίηση και την αυταρέσκεια μιας «κατεστημένης τέχνης» γενικότερα. Συγγραφείς, όπως ο Φλωμπέρ και ο Μπωντλαίρ και ζωγράφοι, όπως ο Μανέ βρήκαν προβληματική την καλλιτεχνική τους ύπαρξη, ως μέλη μιας «υλιστικής» αστικής τάξης που κυνηγάει αξιώματα. Συγχρόνως στο Παρίσι, πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, συνέρρεαν καλλιτέχνες από κάθε μέρος του κόσμου με την ελπίδα να κερδίσουν τα αστραφτερά τρόπαια που υποσχόταν. Οι περισσότεροι αποτύγχαναν, καθώς έβρισκαν τα μονοπάτια προς την δόξα μπολοκαρισμένα και φραγμένα από τα πρωτοκόλλα προνομίων, μιας γνήσιας γραφειοκρατικής κουλτούρας. Έτσι αναζήτησαν τις εναλλακτικές διαδρομές, εκθέτοντας όλοι μαζί σε ανεπίσημες ομάδες, προσπαθώντας να δικτυωθούν επαγγελματικά στα πολλαπλασιαζόμενα καφέ, σε εφημερίδες και περιοδικά, καταλήγει ο Cottington.


Αυτοί ήταν λοιπόν οι δρόμοι που τους οδήγησαν μέχρι τον εξπρεσιονισμό (από το λατ. Expression- έκφραση), ο οποίος αποτελεί μια τάση στην τέχνη, που αναπτύχθηκε περίπου στο διάστημα 1905-1920 σαν εξέλιξη του ιμπρεσιονισμού (από τον πινακα του Κλοντ Μονέ «ιμπρεσσιόν» Εντύπωση). Ο εξπρεσιονισμός με τις «πλάγιες» αλήθειες και τις «μανιασμένες» πινελιές του, έγινε έκφραση διαμαρτυρίας κατά των κοινωνικών αντιθέσεων και του εκτρωματικού σύγχρονου αστικού πολιτισμού. Ήταν η απήχηση μιας οξύτατης κοινωνικής κρίσης, του Α΄ Παγκόσμιου πολέμου και των επαναστατικών εξεγέρσεων της εποχής.

Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την ίδια εποχή, στα μέσα του 19ου αιώνα όπου πρωτοεμφανίζεται η «αβανγκάρντ» τέχνη, ο Μαρξ συνάντησε τον Ένγκελς στο Παρίσι. Ήταν το 1844, και πλέον τώρα μπορεί «το προλεταριάτο της Ευρώπης να καυχιέται ότι η επιστήμη του γεννήθηκε από δύο σοφούς και μαχητές, των οποίων η φιλική τους σχέση ξεπερνάει και τους πιο συγκινητικούς αρχαίους μύθους για την ανθρώπινη φιλία», όπως έγραφε ο Λένιν αργότερα. Αυτή η «επιστήμη», εκτός των άλλων, προσδιορίζει και τις θεωρητικές επεξεργασίες των Μαρξ – Ένγκελς για την τέχνη, στα πλαίσια μιας νέας όμως κομμουνιστικής και όχι της αστικής κοινωνίας. Σε αυτή την κομμουνιστική κοινωνία στην οποία, κατά τους ίδιους, ‘‘δεν θα υπάρχουν για παράδειγμα ζωγράφοι, αλλά άνθρωποι που κοντά στα άλλα ζωγραφίζουν’’, ενώ αντίθετα στις ταξικές κοινωνίες, σημειώνουν οι ίδιοι, ‘‘ακόμη και η αποκλειστική συγκέντρωση του καλλιτεχνικού ταλέντου σε μερικά άτομα και συγχρόνως η κατάπνιξη του ταλέντου των ανθρώπων της μεγάλης μάζας, με την οποία ούτως η άλλως οφείλει να είναι συνυφασμένη η τέχνη, είναι ένα ακόμη παράδειγμα του καταμερισμού εργασίας’’.

Η τέχνη, λοιπόν, βοηθά τους ανθρώπους να συλλάβουν και να αναπαραστήσουν μέσα από καλλιτεχνικές εικόνες, με τρόπο αυθεντικό ή διαστρεβλωμένο, την πραγματικότητα μέσα στην οποία βρίσκονται και λειτουργούν. Συγχρόνως παραμένει μια μορφή κοινωνικής συνείδησης, ισχυρό μέσο γνώσης, και δύναμης και αποτελεί ένα ιδεολογικό όπλο πάλης για τις αντιμαχόμενες ιδεολογίες. Ακριβώς για αυτό, από την εποχή των σπηλαίων, όλες οι τάξεις - εξουσίες - θρησκείες και επαναστάσεις, όπως και οι Σοσιαλιστικές βεβαίως, επέβαλλαν με όλα τα μέσα μία τέχνη, που στηρίζει την ιδεολογία και τους σκοπούς τους.

Η υποκρισία όμως στην καθημαγμένη εποχή μας περισσεύει.

Η «φωτισμένη» αστική τάξη, ενώ χρησιμοποιεί η ίδια για τους σκοπούς της την τέχνη σε όλα τα επίπεδα, δεν επιτρέπει σήμερα στην από παντού επικηρυγμένη σοσιαλιστική τέχνη ούτε την «φιλοδοξία» της να υπηρετεί το λαό και να αναδεικνύει κοινωνικά προβλήματα, μέσα από την συμφωνία του καλλιτέχνη με τους σκοπούς της εργατικής τάξης και της επανάστασης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η παράσταση «Κόκκινη Ζιζέλ» από το μπαλέτο του πρώην Σοβιετικού Μπορίς Άιφμαν, η οποία ανέβηκε τον Φλεβάρη του 2009 στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με την στήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού. Η κίνηση και τα εκφραστικά μέσα με τα οποία περιγράφει ο χορογράφος το συναίσθημά του είναι έξοχα και από αυτήν την άποψη η παράσταση είναι συναρπαστική. Ο μύθος του έργου στηρίζεται στην πραγματική ιστορία της χορεύτριας Όλγας Σπεσίβτσεβα (θρίαμβός της στην Τσαρική Ρωσία και στα χρόνια της Επανάστασης, αυτοεξορία το 1923, πρίμα μπαλαρίνα παγκοσμίου φήμης στο Παρίσι, έρωτας, απογοήτευση, νοσταλγία για την χώρα της και τρέλα μέχρι το τέλος της ζωής της το 1991). Δικαιούται όμως η παράσταση αυτή να αναδεικνύει, μέσα από την πράγματι δραματική ιστορία της Ζιζέλ και αυτό να καταγράφεται ενυπόγραφα, ως επισήμανση στο ίδιο το πρόγραμμα του Μεγάρου, ότι στα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης: «… οι διαμαρτυρίες του επαναστατημένου πλήθους μετατρέπονται σε μια ξέφρενη γιορτή καταστροφής»; Είτε ότι: «Ένα νέο, βάρβαρο και επιθετικό καθεστώς έχει εγκατασταθεί τώρα στο θέατρο και ισοπεδώνει τα πάντα στο πέρασμά του. Οι λευκές μπαλαρίνες πρέπει να υπηρετήσουν υπάκουα την κόκκινη ιδέα»;

Φαίνεται ότι στην αυγή του 21ου αιώνα χρειάστηκαν ένας αιώνας και η νίκη της αντεπανάστασης στη Σοβιετική Ένωση για να επανέλθουν οι θρασύτατοι αυτοί νοσταλγοί και τα φαντάσματα της Τσαρικής Ρωσίας. Τους θυμίζουμε τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Τσάρος καθοδηγούσε κάποτε ένα ζωγράφο σε πλατεία της Μόσχας, όπως μας τον διηγήθηκε ο αγαπητός φίλος, φιλόλογος, ιστορικός της τέχνης και συγγραφέας Γ. Ρηγόπουλος: ‘‘Πώς ζωγραφίζεις αυτόν τον αποκεφαλισμό, θα σου δείξω εγώ να τον κάνεις έτσι ώστε να φαίνεται’’, τού λέγει ο Τσάρος, και βγάζοντας το ξίφος του αποκεφάλισε επί τόπου έναν υπηρέτη του. Αυτό το «πως φαίνεται», αυτή η «φόρμα», η οποία τόσες φορές μας προβλημάτισε, ακολουθεί πάντοτε την τέχνη. ‘‘Να σκεφτεί κανείς πως ρώτησαν’’, συνέχισε να μας διηγείται ο Ρηγόπουλος και τον Θεόφιλο γιατί παριστάνει στις ζωγραφιές του τα ψωμιά και τα φτυάρια κολλημένα ψηλά στον τοίχο και απάντησε χωρίς δισταγμό, «μα για να φαίνονται αδελφέ μου».

Επιπλέον, για όσους δεν πήραν ολοκληρωμένα το μήνυμα της παράστασης, το πρόγραμμα καταλήγει: «Σε αντίθεση με την άλλη Ζιζέλ ένα από τα πιο σημαντικά μπαλέτα του 19ου αιώνα, η Κόκκινη Ζιζέλ δεν αφήνει κανένα περιθώριο ελπίδας η συγχώρεσης». Αλίμονο! Αν δεν είχαν για συμμάχους τέτοιους ένστολους διανοούμενους και καλλιτέχνες, έστω «υψηλής αισθητικής», οι ΗΠΑ και Ε.Ε., θα μπορούσαν να κερδίσουν τον πόλεμο στη Σερβία και στο Ιράκ, να κρεμάσουν στο ψηλότερο κατάρτι της καπιτάνας όλους τους αρχηγούς των κρατών αυτών και να στήσουν μαζί με το Ισραήλ τα κρεματόριά τους για τα παιδιά της Παλαιστίνης;

Ωστόσο εμείς αντίθετα από την «Κόκκινη Ζιζέλ» του Άιφμαν, η οποία δεν συγχωρεί την σοσιαλιστική τέχνη και δεν ελπίζει, είμαστε έμπλεοι ελπίδας και «συγχώρεσης» προς την αστική τέχνη. Θεωρούμε νομοτελειακό ότι η σοσιαλιστική τέχνη κάποτε θα αξιωθεί να κατακτήσει ξανά κορυφές υψηλές, στα πλαίσια όμως μιας «εμπεδωμένης» πλέον και πάντοτε γνήσιας, αταξικής και μη εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Τότε, θα μπορεί μια ώριμη υψηλή τέχνη του προηγούμενου κοινωνικού συστήματος, όπως είναι για παράδειγμα ο εξπρεσιονισμός, να γίνεται δικαιοπάροχος, όπως αρμόζει, προς την σοσιαλιστική τέχνη η οποία θα εκφράζει το νέο κοινωνικό σύστημα.

Συγχρόνως η δική μας «συγχώρεση» προς την αστική τέχνη είναι και πάλι νομοτελειακή, τίποτα όπως είπαμε δεν είναι οριστικό, αλλά έχει παρελθόν και μέλλον. Ακόμη και ο Αισχύλος παραδεχόταν ότι «έτρωγε από τα ψίχουλα του τραπεζιού του Ομήρου». Πάντοτε βρίσκονται σε ισχύ και οι υπόλοιποι νόμοι της διαλεκτικής όπως της αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασης πραγμάτων και γεγονότων.

Είναι φυσιολογικό, λοιπόν, να επιζητούμε να γνωρίσουμε, ως πρώτη προσέγγιση της ζωγραφικής το ρεύμα του εξπρεσιονισμού, ο οποίος φορτωμένος με τόσες όψεις εκλεπτυσμένης ευαισθησίας, μας συγκινεί και δεν μπορεί να μας αφήσει αδιάφορους. Πάντοτε είχαμε μια ξεχωριστή εύνοια της τύχης να γινόμαστε και εμείς μικροί Παυσανίες των αισθήσεων. Με αυτή την λογική επιλέξαμε το πρώτο ταξίδι μας πριν πολλά χρόνια στο εξωτερικό, να είναι το Παρίσι. Εκεί μια «τύχη αγαθή» συνηγόρησε, έστω εν αγνοία μας, η διαμονή μας να οριστεί στο Winston, ένα μικρό συμπαθητικό ξενοδοχείο στην πλατεία Πιγκάλ πλησίον της Μονμάρτρης, σχεδόν πάνω στο βουλεβάρτο Κλισύ. Οι χώροι αυτοί πριν γίνουν «κοινότοποι» στους καιρούς μας, κατοικήθηκαν από καλλιτέχνες, συγγραφείς και πάνω από όλα μετα-ιμπρεσιονιστές ζωγράφους του κυβισμού και της αφηρημένης ζωγραφικής. Τι αφέλεια! Πριν συναντήσουμε αυτούς τους ιχνηλάτες της τέχνης τους, στα μουσεία του Παρισιού πιστέψαμε, προς στιγμή, ότι γράφουν και ζωγραφίζουν ακόμη στην Πιγκάλ, ο Β. Ουγκώ στο νούμερο 55, ο Ντελακρουά, ο Μανέ και τόσοι άλλοι. Επίσης ότι στο Κλισύ συνεχίζει να ζει ο Ντεγκά στον αρ. 6, ο Πικάσσο στο 130γ και οι Βαν Γκογκ, Λωτρέκ … οι οποίοι είχαν και αυτοί τα ατελιέ και τα διαμερίσματά τους στο βουλεβάρτο αυτό.

Συγχρόνως ο Σηκουάνας, το κέντρο του Παρισιού όπως γράφεται στον μπλέ τουριστικό οδηγό μας, με τις αποβάθρες, τις γέφυρες και τα νησιά του, ενώνει όλη την ατμόσφαιρα της πόλης, την ιστορία και τα μνημεία της. Αυτό μας σπρώχνει ώστε, στην πρώτη σύντομη επαφή μας με την πόλη να καταλήξουμε στην γέφυρα Ιενά, η οποία ενώνει τις όχθες του Σηκουάνα απέναντι στον πύργο του Άιφελ. Δεν περάσαμε την γέφυρα, ήταν τέλος Απρίλη και ο καιρός παρέμενε άσχημος, μπήκαμε σε ένα ταξί και επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο. Να ήταν ο ίδιος παγωμένος άνεμος, ο οποίος ανάγκασε τον Πικάσο, να έχει σηκωμένο τον γιακά του πανωφοριού του και τα μαύρα μαλλιά του ανακατεμένα, όταν βρέθηκε και αυτός την Άνοιξη του 1904 στο ίδιο σημείο; Τότε, που μόλις είχε φτάσει στο Παρίσι, και ένα σκίτσο της εποχής τον δείχνει εκεί ακριβώς να κρατά τις μοναδικές αποσκευές του, ένα μπαστούνι και ένα πελώριο φάκελο με σχέδια. Αυτοί οι τόποι και τα τοπία λατρείας, προσφέρουν τους τόσο αναγκαίους χρησμούς του πάθους, όπως τα σώματα και οι ψυχές και η διάφανη ομίχλη της Μονμάρτρης.

Πέρα όμως από αυτές τις ριψοκίνδυνες γενικεύσεις ενός μη ειδικού, έμφορτες δανείων και ιδωμένες μάλιστα από συγκεκριμένη πολιτική σκοπιά, το θέμα της τέχνης παραμένει ανοικτό, και το τέλος της ιστορίας, όσο και να το επιθυμούν κάποιοι, δεν ήλθε. Άλλωστε δεν είναι προνόμιο μόνο της ζωής και του έρωτα, αλλά και της τέχνης να παραμένει διαρκώς σε εκκρεμότητα. Απαιτείται να υπονομεύσουμε όλοι μας τους αφορισμούς, τον σκοταδισμό, τα στεγανά και τις μικρότητες που αναδεικνύονται στις θεωρητικές επεξεργασίες περί τέχνης ιδιαίτερα στην εποχή μας. Ασφαλώς, ο λόγος μας δεν θέλουμε να είναι απολύτως ενδεής, να στερείται δηλαδή των αναγκαίων και να παραδοθεί στην ηδονή του τυμβωρύχου. Αναζητούμε λοιπόν συνειδητά τα απαραίτητα στηρίγματα για να διαμορφώσουμε την δική μας άποψη στις ιστορικές και καλλιτεχνικές εμπειρίες, στις κλασικές επαναστατικές θεωρίες, καθώς και στην καθημερινή δράση στα κινήματα. Το έχουμε πει δεν γεννηθήκαμε να μην ανήκουμε πουθενά, δεν ωριμάζουμε στη ζωή ανέστιοι, όπως οι ήρωες στην ταινία «Το Λιβάδι που δακρύζει». Τελικά η δική μας αισιοδοξία στηρίζεται στο στέρεο έδαφος της νομοτελειακής εξέλιξης της φύσης και της κοινωνίας, αποπνέει τις ανάσες των καταπιεσμένων που οργανώνουν την πάλη τους για την ανατροπή της ιστορίας και οραματίζονται ευφρόσυνες, εαρινές και αταξικές κοινωνίες. Όλα αυτά να είναι η δική μας εκδοχή, για την εντύπωση του κοσμοκαλόγερου στο «Σπιτάκι στο λιβάδι» όπου το σπίτι είναι έτοιμο να πέσει, «Πλην αόρατος χειρ εφαίνετο να το κρατάει από το ένα μέρος, δια να μη καταρρεύσει όλον»;

Ζάκυνθος, Νοέμβρης 2009

Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΡΙΩΔΙΟΝ



"χαίρε ευώδες Ζακύνθου το βλάστημα"
Άγγελος Κονιδάρης


α΄
Κοκκινόχωμα
βάτα φουγκαρωμένα
τόπος αίματος.


Φυγάδας φονιάς
κι ο λίθος ο εντός του
αμετάθετος.


Δάκρυ βουερό
κ' η Αναφωνήτρα μάρτυς.
Το κρίμα σώζει.


β΄
Πίσω απ' το βλέμμα
αν έχεις μάτια βλέπεις
τη νέα φύση.


Δώμα των ευχών
σώμα της αφθαρσίας
αγγελόκτιστο.


Φέγγει ολόρθος.
Τα ίχνη του φιλώντας
αιωνίζομαι.
(Απρίλιος-Μάιος 1997)


[Από το ποιητικό βιβλίο του π. Παν. Καποδίστρια, "Ενύπνιο μετά τρούλλου", εκδ. Μπάστα, Αθήνα 1999, σ. 24 εξ.]

"Ζορμπισμός" ή "η νόσος του Ζορμπά", η επάρατη ασθένεια του Νεοέλληνα. "Χωριατισμός" ή "εθνικισμός", το άθλιο συμπλήρωμά της

Αφορισμοί για τη νεοελληνική πραγματικότητα, με όρους ψυχανάλυσης

Γράφει ο συνθέτης Νίκος Γράψας

Επί χρόνια οι Νεοέλληνες πίστευαν πως δεν είναι πραγματικοί, πίστευαν πως είναι κινηματογραφικοί ήρωες, ο Ζορμπάς και η Στέλλα. Είχαν διαμορφώσει μια απατηλή συλλογική και ατομική ταυτότητα. Είχαν μετατρέψει την φαντασιακή ταυτότητα των κινηματογραφικών ηρώων σε πραγματική. Πίστευαν πως θα ζουν αιωνίως. Σ΄αυτό βοήθησε και η ελληνική μυθολογία, οι θρύλοι των αθανάτων και των ημιθέων ηρώων των σχολικών βιβλίων. Ο Όμηρος και η μοναδική ελληνική γλώσα, το τέλειο και ανάδελφο εργαλείο σκέψης. Τελικά, οι μοναδικότητες οδηγούν μαθηματικά και στην απομόνωση. Οι μοναδικοί έλληνες με τη μοναδική γλώσα και τη μοναδική ιστορία του πολιτισμού, γίναμε από μοναδικοί, ολομόναχοι και απομονωμένοι, όσοι απόμειναν εντός των ορίων του νεοελληνικού κράτους.

Οι Νεοέλληνες, μετά τον δεύτερο πόλεμο των Γερμανών, αγράμματοι και φτωχοί άνθρωποι στην πλειοψηφία τους, δεν ήθελαν και πολύ για να πιστέψουν πως ζωή είναι η χαρά του μεροκάματου και η ταβέρνα. Το γλέντι και ο καβγάς, οι έρωτες και το τραγούδι. Οι Ευρωπαίοι επισκέπτες είχαν ήδη καταπιεί το παραμύθι του "Ζορμπά δε Γκρηκ" και το είχαν χωνέψει τόσο καλά ώστε έκαναν και τους νεοέλληνες να το πιστέψουν ότι έτσι είναι. Μόνο που ο "Ζορμπάς δε γκρηκ" ήτανε στην πραγματικότητα "Ζορμπάς δε φρήκ" και οι επιπτώσεις από την διαστρεβλωμένη αντίληψη των Νεοελλήνων για την πραγματική τους ταυτότητα, οδυνηρές.

Ανυπολόγιστη η ζημιά για την κοινωνία, όταν η φαντασιακή ταυτότητα, που επιβάλλεται από "έξω" και "πάνω", λογίζεται ως πραγματική, όπως αναφέρει και η θεωρία των κοινωνικών επιστημών.

Μαζί με τους κινηματογραφικούς ήρωες, το κράτος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, μηχανικοί και πολεοδόμοι, δικηγόροι και γιατροί, δίνουν το σύνθημα της εσωτερικής μετανάστευσης. Μεγαλούπολη ή θάνατος. Διαμέρισμα ή κοπριά.

Έτσι ξεφύτρωσε το νεοαθηναϊκό κράτος, όπως φυτρώνουν οι μπανανιές στη Δαχομέη. Ένα κράτος εργατών, έτοιμων να ζήσουν τη μεγάλη ζωή του Ζορμπά. Μεροκάματο και ταβέρνα, γλέντι και καβγάς, κι αν γίνεται και καμιά μικροκομπίνα για το κάτι τι μας. Οι πολυκατοικίες στην Αθήνα, τα δικαστήρια στην Αθήνα, τα νοσοκομεία στην Αθήνα. Κράτος εν κράτει μηχανικοί, γιατροί και δικηγόροι. Η Βουλή των Ελλήνων γεμίζει από τέτοιους. Το κράτος εγκαθιδρύεται. Συντεχνιακή Δημοκρατία. Πολιτισμός και κράτος αγκαλιάζονται, ραδιοφωνία και στρατός φλερτάρουν ασύστολα, κινηματογράφος και ανάκτορα πλέκουν ειδύλλια, στρατός και δισκογραφία ερωτοτροπούν σφόδρα. Οι εφοπλιστές και βιομήχανοι κάνουν μπίζνες και βολτάρουν στο Λονδίνο, τα παιδιά σπουδάζουν Αμερική, και ο λαός ονειρεύεται πως είναι ο πιο μάγκας του πλανήτη "από ανέκαθεν". Ο συναισθηματισμός περισσεύει και το ελληνικό ‘φιλότιμο’ γίνεται διάσημο παγκοσμίως όπως και η "γκρηκ σάλατ".

Έτσι, όποτε οι κυβερνήσεις ζητούν λιτότητα ή απειλούν με πτώχευση, ο λαός λυπάται τους κυβερνήτες και κάνει πίσω από τα δικαιώματά του, αν τα ήξερε και ποτέ. Με απλά λόγια, ερασιτεχνισμός παντού, κάτι σαν ψέμμα, σαν παράσταση, σαν λαϊκό θέατρο, σαν κινηματογραφική ταινία. Κανείς δεν πάει φυλακή (εξαίρεση αποτελούν ολίγοι ηγέτες της χούντας των συνταγματαρχών), κανένα αυθαίρετο δεν γκρεμίζεται, κανείς δημόσιος λειτουργός δεν απολύεται. Όπως στα παραμύθια.

Στο τέλος, γάμος και φαγοπότι. Και το μεροκάματο, επισήμως στο 51% του μέσου ευρωπαϊκού. Αρκεί η φιέστα, το πανηγύρι, το ευρωπαϊκό κύπελο, οι ολυμπιακοί αγώνες. Αυτά είναι μεγαλεία αντάξια των ηρώων ζορμπάδων!

Κι έτσι πέρασαν 60 χρόνια. Διαμορφώθηκε πια μία, τουλάχιστον, καινούργια δομική σπείρα στο DNA του Νεοέλληνα. Και ξαφνικά…, τι έγινε ξαφνικά και χάθηκε ο κόσμος! Ήρθε η ώρα του λογαριασμού.Οι Ευρωπαίοι συμπολίτες απαιτούν δουλειά. Τέλος τα θεσμικά φαγοπότια, τέλος η μαμά κράτος που τάϊζε όλο τον κόσμο με χρήματα δανεικά. Και ποιος θα πληρώσει τώρα τους γάμους, τα ξενύχτια και τα γλέντια; Σε λίγο στην Ελλάδα θα έχουν χρήματα μόνο αυτοί που είχαν πάντα πολλά (και δεν τα δίνουν σε κανένα, προτιμούν να τα φυγαδεύσουν σε άλλες πολιτείες) και οι εργατικοί μετανάστες. Κι οι Ζορμπάδες; Οι Στέλλες; Τι θα απογίνουν οι γόνοι των αιωνίων Νεοελλήνων, που δεν έχουν μάθει τι θα πει κόπος και προγραμματισμένη εργασία; Τι θα κάνουν τώρα οι Νεοέλληνες εφευρέτες και χρήστες του φραπέ και της θαλάσιας ρακέτας; (μήπως και του "βυζαντινισμού" και της φοροκλοπής;)

Ένα μένει να κάνουν και αυτό θα κάνουν οι Ζορμπάδες. Θα πουλήσουν ό,τι έχει και δεν έχει το ελληνικό κράτος. Δεν τους νοιάζει καθόλου. Δικό τους είναι; Αυτοί απλώς γλεντούσαν στην περιοχή εδώ τριγύρω που είχε ήλιο και θάλασσα και δούλους μετανάστες να τους σερβίρουν την εύκολη ζωή. Και τα σχολεία, τα νοσοκομεία, σιγά! Δεν πα' να κλείσουν! Μια ζωή την έχουμε. Δεν μας πιάνει ούτε αρρώστια, ούτε τίποτα εμάς. Και τα σχολεία, σιγά! Οι Έλληνες έκαναν μάθημα κάτω από τις ελιές και γίνανε φιλόσοφοι. Εξάλλου είμαστε ευφυΐες, τα ξέρουμε όλα, τι να τις κάνουμε τις σπουδές, τόσοι πτυχιούχοι είναι άνεργοι. Και τα παιδιά, το μέλλον τους; Εμάς ο πατέρας μας δεν μας άφησε τίποτα, μόνοι μας τα κάναμε, ας κάνουν κι αυτά ότι και εμείς.

Αυτά λένε οι Ζορμπάδες, οι άμοιροι, γιατί νομίζουν ότι κάτι μεγαλειώδες κάνανε, ως συνήθως, αφού είναι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και, χωρίς να το θέλουν, είναι εντεταλμένοι από τις Μοίρες να κάνουν μόνο μεγαλειώδη θαύματα.

Μα τα παιδιά δεν ξέρουν απ’ αυτά. Κάτι έχουν μυριστεί, ευτυχώς και δουλεύουν μερικά, ιδίως τα μεταναστάκια. Δεν πέρασαν πόλεμο, εμφύλιο, δικτατορία. Και θα ξαφνιαστούν, που δε θα μπορούν να σπουδάσουν ούτε στο λύκειο και που δε θα πάρουν σύνταξη, που δε θα έχουν σπίτι , μόνιμη δουλειά, οικογένεια οργανωμένη. Γιατί αυτά είναι τα συμπτώματα του ζορμπισμού. Και δεν υπάρχει χειρότερη ζωή από αυτή που προαναγγέλει έναν αναξιοπρεπή θάνατο.

Ο μεσαίωνας θα έρθει και πάλι, οι ζορμπάδες του Νότου θα χτυπηθούν από τους λογιστές και τραπεζίτες του Βορρά. Ήρθε η ώρα να καταστραφεί το νεοελληνικό υβρίδιο, ο ιός του ζορμπά και μαζί του ο επάρατος ζορμπισμός. Κι αν δεν ξαναμιληθεί επισήμως η νεοελληνική γλώσα, δεν θα χαθεί κι ο κόσμος, ένα ψέμμα ήταν κι αυτό. Εξ άλλου στα ταξίδια μας κανείς δε μιλάει ελληνικά και τα παιδιά σπουδάζουν ξένες γλώσες, όχι αρχαία ελληνικά.

Ο κόσμος άλλαξε δια παντός. Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δικιά σου μελαγχολία, που λέει και ο ποιητής. Είμαστε πολίτες του κόσμου, όπως ήταν στ’ αλήθεια οι έλληνες και η παγκόσμια σκέψη τους είναι γνωστή σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου, όχι επειδή εμείς μιλάμε ελληνικά, αλλά γιατί είναι ένα χρήσιμο εργαλείο σκέψης, που, δυστυχώς, οι ζορμπάδες δεν το κατέκτησαν ποτέ.

Καλύτερα να μάθουμε στα παιδιά να είναι εργατικά, λογικά, οργανωμένα, προνοητικά, παρά Έλληνες.

Αυτός ο εθνικός προσδιορισμός, ψευδής και φαντασιακός, όπως και εκείνος του ζορμπά , συνέβαλλαν στην ολοκλήρωση της κοινωνικής καταστροφής και απομόνωσής μας. Ζορμπάς ο έλληνας! Και οι δύο όροι ψευδείς και απατηλοί. Φαντασιακή και συμβολική ταυτότητα που προβλήθηκε ως πραγματική και κάποιοι έυπιστοι αγράμματοι το πίστεψαν. Αλλά και η φημισμένη "αριστερά" του κοινοβουλίου, απέναντι στον κόσμο, προτείνει την απομόνωση. Έξω από όλα. Η πιο εθνική αριστερά του Δυτικού πολιτισμού, κάτι σαν θρησκευτική αίρεση.

Και οι νεότεροι εργατικοί και τίμιοι έλληνες, όσοι δηλαδή έχουν συνειδητοποιήσει τα καταστροφικά σύνδρομα και προσπαθούν να ξεφύγουν από το νοσηρό παρελθόν και την προγονολατρεία ινδιάνικου τύπου, απελπισμένα εκπέμπουν σήμα κινδύνου, "κανέναν απ’ τους δύο"… "κανέναν απ' τους δύο". Αλλά οι "δύο", οι εκλεκτοί των Ζορμπάδων, με την βοήθεια και των μικρότερων, καταφέρνουν πάντα με τη διοργάνωση μεγάλων θεατρικών παραστάσεων, με τη συμμετοχή μεγάλων ξένων πρωταγωνιστών, Γάλλων, Γερμανών και Αμερικανών, να συγκινούν τους ζορμπάδες. Και οι ζορμπάδες περιμένουν το θαύμα κάθε φορά, διότι αισθάνονται αθάνατοι, άτρωτοι, και μοναδικοί.

Το θαύμα τελείωσε. Η πραγματικότητα λέει πως το 75% των Αμερικανών πολιτών εργάζονται, το 65% των Ευρωπαίων και μόλις το 55% των Ελλήνων. Αν αφαιρέσεις και τους, μοναδικούς παγκοσμίως και αντισυνταγματικούς, ωρομίσθιους, καθώς και τους πλαστούς αγρότες, ο μισός πληθυσμός δουλεύει και ο μισός πίνει φραπέ.

ΥΓ. Αν κάτι καθυστερεί, πάντως, τους Ευρωαμερικανούς τραπεζίτες και δεν μας έχουν πάρει τα σπίτια, είναι αυτό το "κανένας απ’ τους δύο".
Related Posts with Thumbnails