© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

Σταματούλας Ζαπάντη-Πεντόγαλου: ΣΩΖΟΜΕΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ - ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΚΟΛΟΚΥΘΑ (1588)

[Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σσ. 333-340]

Δεν είναι γνωστές διαθήκες επισκόπων που αρχιεράτευσαν στα χρόνια της ενετοκρατίας πλην εκείνης του επισκόπου Νικόδημου Α΄ Μεταξά το 1599, η οποία έχει δημοσιευθεί σε ιταλική μετάφραση στον Δεύτερο τόμο της Ιστορίας της Κεφαλονιάς των Πινιατόρρων (1). Η αναφορά από τον Τσιτσέλη ότι ο Νικόδημος Β΄ ο Μεταξάς «εκληροδότησε τη επισκοπή την πλουσίαν αυτού βιβλιοθήκην και την συλλογήν χειρογράφων» (2), γίνεται χωρίς μνεία διαθήκης όπου η σχετική κληρονομία.

Ο επίσκοπος Νεόφυτος Κολοκυθάς έχει περιορισμένα βιογραφηθεί από τον Τσιτσέλη στον Δεύτερο τόμο των Κεφαλληνιακών Συμμίκτων, όπου παραθέτει και σε άλλα σημεία του βιβλίου πληροφορίες γι’ αυτόν (3). Κάποια στοιχεία συμπληρωματικά και διορθωτικά παρατίθενται εδώ. Και πρώτα η σχέση του με το γεγονός της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου Γερασίμου. Ο Φιλόθεος (Λοβέρδος), προκάτοχος του Νεοφύτου στον θρόνο των νησιών, εκοιμήθη με βεβαιότητα μετά τον Νοέμβριο του 1581 (4). Αυτό το γεγονός έχει σημασία να τονιστεί γιατί τις 20 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου είχε γίνει η ανακομιδή του λειψάνου του αγίου με την παρουσία πατριαρχικού Εξάρχου, όπως βεβαιώνει και ο Τσιτσέλης (5).

Τον Φεβρουάριο του 1582 πραγματοποιείται η δεύτερη ανακομιδή, όπως αναφέρεται από διάφορους αμαρτύρητα και κατά τον Τσιτσέλη μετά οκτάμηνον, δηλαδή τον Ιούνιο του 1582 (6), τον μήνα όμως αυτόν δεν είχε πραγματοποιηθεί ακόμη η εκλογή του Νεοφύτου. Αυτό βεβαιώνεται από μαρτυρία της αποστολής εκπροσώπου του Διονυσίου Σιγούρου για να υποστηρίξει την συνυποψηφιότητά του με τον Νεόφυτο στις 25 Ιουλίου 1582 (7). Κατά συνέπεια στα σχετικά με την ανακομιδή του λειψάνου του αγίου Γερασίμου ο Νεόφυτος δεν είχε οποιαδήποτε σχέση.

Αλλά και το έτος της κοιμήσης του Νεοφύτου δεν είναι γνωστό μέχρι σήμερα. Αναφέρεται το 1590 ως έτος τέλους της αρχιερατείας του (8). Εξάλλου δεν γνωρίζουμε αν η νόσος που αναφέρεται ως αιτία για τη σύνταξη της διαθήκης που εκδίδεται ήταν θανατηφόρος. Ο έλεγχος του νοταριακού βιβλίου όπου κατά τα καθιερωμένα θα είχε δημοσιευθεί η κοινολόγηση της διαθήκης του κατά την ημέρα του ενταφιασμού δεν απέδωσε οποιαδήποτε πληροφορία.

Το κείμενο της διαθήκης, που δημοσιεύεται εδώ, παρουσιάζει ενδιαφέρον σε διάφορα χωρία του. Φωτίζει ως ένα σημείο την προσωπικόπτητα επισκόπου που κατέλαβε τον θρόνο των νησιών έχοντας συνυποψήφιό του ιεράρχη του αναστήματος του Διονυσίου Σιγούρου. Η αγιότητα, βεβαίως, του Σιγούρου καθιερώθηκε αργότερα, όμως η παιδεία του και η εμπειρία του ως επίσκοπου Αιγίνης είναι αναμφισβήτητες. Στο κείμενο της διαθήκης του Νεοφύτου δεν υπάρχει οποιαδήποτε αποστροφή που να μαρτυρεί πνευματικότητα, μέριμνα για το ποίμνιο ή παρέμβαση στα κοινά. Παρουσιάζεται ως κείμενο με μοναδικό στόχο την διευθέτηση των καταλειπομένων περιουσιακών του στοιχείων, ώστε να κατανεμηθούν κατά το δυνατόν δίκαια στους φυσικούς του απογόνους. Όπως είναι γνωστό, είχε τέκνα, από τα οποία γνωρίζαμε μόνον το όνομα του πρωτοτόκου (Δήμος) [9]. Η διαθήκη κάνει γνωστή την ύπαρξη δύο ακόμη αρρένων τέκνων, εκ των οποίων ο ένας είναι έγγαμος, χειροτονημένος ιερέας και ο άλλος είχε χειροτονηθεί διάκονος και κατοικούσε μαζί του.

Η κινητή και ακίνητη περιουσία του επισκόπου (σπίτια, σπιτότοπα, δηλαδή οικόπεδα, χωράφια, αμπέλια), εισοδήματα (γεννήματα, κρασιά), άμφια, βιβλία και χρήματα κληροδοτούνται στα τρία παιδιά του δίκαια. Εξαίρεση κάνει για το ‘‘σηάδι’’ (διάβαζε ‘‘σκιάδι’’) που μαζί με το ωμοφόριό του και το ‘‘δοκανίκι’’ του ορίζει να τα λάβει ο διάδοχός του στον θρόνο των νησιών, καθώς και το μεγάλο βιβλίο, που του είχε αποστείλει ο μητροπολίτης από τη Βενετία, επιθυμεί να μένει στην αδελφοσύνη όλη του Παντοκράτορος.

Από τα προϊόντα παραγωγής των κτημάτων του (σιτηρά, κρασί) ορίζει να διατεθούν όσα απαιτούνται για την κάλυψη των εξόδων της εκδημίας και των μνημοσύνων του (τα τετακτά του όπως αναφέρει), τα δε υπόλοιπα να κατανεμηθούν σε ίσα μερίδια στα τρία παιδιά του. Εντύπωση προκαλεί η απουσία παροχών σε μονές των νησιών ή ελεημοσύνες σε φτωχούς.

Καταγράφονται επίσης ρυθμίσεις εκκρεμοτήτων προς τρίτους, όπως η αναφερόμενη με τον μισέρ Δάρειο Κρασά και με τον ‘‘καπετάνιο’’ Νικολή Λούζη. Κάποιες οικονομικές εκκρεμότητες αναφέρονται και για τη Ζάκυνθο. Ειδική μνεία γίνεται για αποστολή του ανεψιού του ιερομονάχου Κολοκυθά στο νησί, όπου ως αντιπρόσωπός του ρύθμισε τη μόνη εκκρεμότητα που αφορούσε σε χρήματα, εκείνη με τον πρωτοσύγκελλο ιερέα Μακρή.

Κατά τη σύνταξη της διαθήκης παρίστανται ιερωμένοι και άρχοντες του τόπου του. Η ιδιότητά του ως επικεφαλής της Εκκλησίας των νησιών, αλλά και η καταγωγή του από επιφανή οικογένεια της Κεφαλονιάς, παρά τους αρνητικούς χαρακτηρισμούς που διατυπώθηκαν γι΄αυτόν ως «απώτατον ευαγούς βίου και αγράμματον» (10), δικαιολογούσαν την παρουσία αξιόλογων ανθρώπων στο προσκέφαλό του αυτήν την ώρα της δοκιμασίας του. Ωστόσο το έτος της κοίμησής του εξακολουθεί να παραμένει άγνωστο, αφού δεν υπάρχει καταχώριση στο βιβλίο του νοταρίου και κοινολόγησή της κατά τον ενταφιασμό του, όπως ήταν ο κανόνας αυτά τα χρόνια.

Το κείμενο χαρακτηρίζεται από τις συνήθεις ορθογραφικές και συντακτικές αδυναμίες της γραφής των νοταρίων αυτών των χρόνων. Η ανάγνωσή του όμως δεν βεβαιώνει προβλήματα που να οδηγούν σε παρανάγνωση.

Η διαθήκη του Νεοφύτου Κολοκυθά, σε 87 στίχους, περιέχεται στο 2ο βιβλίο συμβολαίων του νοταρίου Ληξουρίου Αθανασίου Λευκόκοιλου των ετών 1586-1590 στα φύλλα 148 recto έως 149 verso, που απόκειται στα Αρχεία Ν. Κεφαλληνίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (11). Η μεταγραφή που ακολουθεί έχει γίνει κατά τη διπλωματική μέθοδο με μόνες παρεμβάσεις τη διόρθωση στίξης και τονισμού για την αποφυγή παρανάγνωσης, τη γραφή με κεφαλαία στα ονόματα και τη σιωπηρή ανάλυση των κλασικών συντομογραφιών όπου υπήρχαν.

Το κείμενο της διαθήκης (22 Οκτωβρίου 1588)


(φ148) //επισκόπου διαθήκη//
αφπη΄ ημέρα κβ του Οκτοβρήου μηνός ηστό Λιξούρη έσωθε ηκίας του θεωφηλε/2στάτου επισκόπου κυρώ Νεωφήτου του Κολοκυνθά. Επιδή το του θανάτου/3 δίλον πέρας καθώς φησίν και προφήτης λέγη ώτη ουδίς ζήσεται άνθρο/4πος και ουκ όψεται θάνατον. Ούτω δι και εγώ ταπηνόσ επισκο/5(φ148ν)πος Νεόφητος Κολοκυνθάς εν αστενήα δινή περηπεσόν επί κλήνη<ς>/6 μου και φοβηθής το του θανάτου άωρο τέλος μήπως ευνη/7δίοσ θάνατος αρπάση με και τα εμά αγαθά αδιόρθοτα/8 μήνουση, ώcπερ και άληc πολήc τούτο σηβέβηκε. Εγό μεν/9 σώων έχο το νουν τασ φρένας και τασ εστήσηc σώα και ανέλι/10πεσ ποιώ την παρούσα μου διαθήκη ενόπιον τον κάτοθε γε/11γραμένον μαρτύρον.

Εκ πρότοηc αφήνο την τελείαν σηχό/12ρεσην πάντο<ν> τον ορθοδόξον χρηστηανόν ην δέωμε και ε/13γόν παρά αυτήc τηχήν. Εκαθαρήζο διά τα πεδιά μου πως/14 τα έχο ημυρασμένα αμπέληα, χοράφη, δένδρη, σπήτηα/15 σπητότοπα και παν έτερα και να ήνε και διαμένουν ωc/16 καθώς τουc τα εμήρασα ω κάθε ήc το μέρος του και καθείς να/17 μην υμπορή να διασήσι ένασ τον άλον απάνου ηστήν ευχή μου και/18 ηστήν κατάραν μου. Εξεκαθαρήζο διά το σπήτι ωπού στέκο εγό/19 και ο διάκος ένε του διάκου μονάχουν και να μην υμπορή κανείς/20 από τάλα μου πεδιά να τον διασήση και ήτη μεσαρήα μου/21 ηβρήσκεται να την ημηράσουν η τρηc τρήα. Αφήνο τησε/22γγονηάς μου τηc Βερόνικασ τηc θυγατερός του ηού μου του παπά την/23 κούπα μου και το πεύκη διά την ψηχή μου. Αφήνο του ιερομόνα/24χου του Κολοκυνθά τα δίο μου ράσα τα ψηλά διά την ψηχή μου/25. Αφήνο τομόφορό μου το καινόρηο και το σηάδι μου και το δοκανί/26κη μου όπηος γένη επήσκοπος Καιφαλονήαc διά την ψηχή μου/27. αφήνο τα διβλήα μου ώλα τον πεδιό<ν> μου και τον τρηών να τα έχουν/28 ασηνέρητα και το διβλήο το μεγάλο ωπού μου έστηλε ω μητρο/29πολίτηc από την Βενετήα ένε τιc αδελφοσήνης οληνής ήγουν/30 του Παντοκράτορος. Και αν ήτι άλα ρούχα, ράσα, ντουλαμάδεσ μού/31 ηβρήσκονται να τα έχουν η τρηc ήγουν ω διάκος και η δίο α/32δερφή να τα ημιράζουν. Και διά το τόπο ωπού έχη ο Δίμος το/33 σπήτι τον έχο αγορασμένον από τον κυρ Λαμπρηνό Τηπάλδον, και να/34 (φ149) το έχη ελεύτερα και τα γεννήματα ωπού έχο τρήα μουρσηά στο σπήτη του/35 Λουράντου Παρτίδου να μου κάνουν τα τετακτά μου και ήτη αβα/36τζάρη να τα ημηράζουν η τρηc ασηνέρητα και ήτι γεννήμα/37τα γράφη το κατάστηχό μου να τα έχουν τα πεδιά μου ωc/38 άνοθεν η τρηc. Χρεωστό του μισέρ Δάρηου Κρασά δουκάτα κουρέντε 13/39 ήτοι δεκατρήα, και έχο του δομένο σητάρη κάρτεσ εξήντα/40 πέντε και δεν το έχη γραμένο με το χέρη του ηστό ωμόλογό μου/41 καθώς φένεται ηστό κατάστηχό μου και κάνοντασ λογαρηασμόν/42 με τα πεδιά μου τι μου έδοσε και τη του έχο δομένο να/43 ρεφάρουν ένασ τον άλο και μήα κασέλα τηc ντουζήνα<ς> και τέ/44σερα σταγόνηα ήνε του διάκου μονάχου και τα κρασηά τέ/45σερα βουτζηά ωπού μου ηβρήσκονται κάνοντάσ μου τα τετα/46κτά μου ήτι αβατζάρου<ν> να τα ημηράζουν η τρηc τρήα/47. και από ήτι σωλδία ωπού μου ηβρέσκοντε ήγουν τζεκήνηα/48 σαραντατρήα από τα ωπήα να πάρη ω Δίμος τζεκήνια δέκα/49 διά την ψηχή μου και το ρέστο να τα ημηράζουν η τρηc τρήα/50. τα ωπία δέκα τζεκήνια και το μέρος ωπού θέλει τοκάρη του Δίμου α/51φήνο τον καπετάνηο μισέρ Νηκολή Λούζη να τα λάβη να υμπο/52ρή να εξαγοράση το αμπέλι του και ήτι του αβατζάρη να του/53 τα δίδι μην έχοντασ εξουσήα ο άνοθε καπετάνιος να δίδι/54 του αυτού Δίμου τήποτεσ από τα άνοθεν στάμενα μόνο να εξα/55γοράζη το αμπέλι του. Ομήως ημηράζοντασ το κρασή να ημη/56ράζουν και τα βουτζηά ωc άνοθεν. ομήως και ήτι άλα στάμενα/57 μου χρεωστούν καθώς ήνε γραφοί στο κατάστηχό μου να τα έ/58χουν η τρηc τρήα. Ακόμη εξεκαθαρήζο διά την ζήταν της Ζακήθου/59 ωπού ηπίγε ο ιερομόναχος ο ανηψηός μου και την έκαμε άφησε/60 στα χέρηα του προτοσήνγγελου του Μακρή δουκάτα ζακηνθινά/61 δόδεκα και του χρεωστό διά τομόφορο δουκάτα τέσερα/62 και το ρέστο να τα πέρνουν τα πεδιά μου. Ακόμη αφήνο/63 (φ149ν) το άλογό μου καθώς ηβρήσκεται να το έχουν η τρηc τρήα. Εξε/64καθαρήζο διά το γέννημα ωπού έχο στα μουρσηά έχη ο διάκος/65 σητάρη κάρτεσ δόδεκα και κρηθάρη κάρτεσ δέκα/66 και το σητόσμηγω ωπού επιέρε ο διάκος και ο παπάς να ένε/67 δικό του. Και το αλέβρη ωπού ηβρέσκεται ηστά σακηά το/68 καθάρηο να μου κάνουν τα τετακτά μου και το άλο να το η/69μηράζουν η τρηc τρήα.

Εγεγόνει υ παρούσα διαθήκη ε/70νόπιον ευλαβεστάτον ιερέων ευγενεστάτον αντρόν παπά κυρ/71 Ανδρέα και μέγα ηκονόμου Λαμπήρη, παπά κυρ Μπασηά/72 και Εξάρχου Μηνηάτη, καπετάνου μισέρ Νηκολή Λούζη, ιερο/73μονάχου Δρακονταηδί, μισέρ Τζάνε Δελαπόρτα και/74 μισέρ Νικολό Καιφαλά, μισέρ Τζάνε Κουλουμπή η ωπίη/75 θέλουν ηπογράψη κάτοθες υπό χειρός τουc.
/76 εγό ανδρέας ιερεύσ και μέγασ οικονόμ(ος)/77 λαμπηρηc μαρτηρώ τα άνοθ(εν) καί υπόγραψα
/78 εγο παπα μπασιας μινηατις κε εξαρχος μαρτι/79ρο τα άνοθε κε υπόγραψα
/80 Καγώ νεώφυτ(ος) ευτελής ιερομόναχ(ος) δρακονταειδής/81 μαρτυρώ τα άνοθ(εν) και υπόγραψα
/82 εγο νηκολ(ός) λούζης μαρτιρο τα ανοθεν και υπογραψα
/83 Εγο τζανεσ δελαπόρτασ μαρτυ<ρώ> κε υπόγραψα
/84 εγο νηκολός καιφαλάς μαρτηρο τα ανοθε/85 κ(αι) υπόγραψα
/86 εγο τζανεσ κουλουμποσ μαρτιρο τα ανοθε/87 κε υπόγραψα.

Σχόλια

Το κείμενο ακολουθεί το τυπικό σύνταξης κάθε διαθήκης που ήταν καθιερωμένο αυτά τα χρόνια. Παρατίθεται το όνομα του διαθέτη, ακολουθεί η επίκληση της ανάγκης σύνταξης της διαθήκης μήπως αιφνίδιος θάνατος δεν επιτρέψει την αναγκαία διευθέτηση των κληρονομουμένων και η δήλωση του διαθέτη ότι έχει την απαιτούμενη διαύγεια πνεύματος, ώστε να είναι σε θέση να πραγματοποιήσει αυτή τη δικαιοπραξία. Ακολουθούν περιορισμένες επεξηγήσεις όρων και πληροφορίες για ονόματα αναφερόμενα στο κείμενο.

Στίχ. 20, μεσαρήα, γράφεται και μεσαρέα. Στο κείμενο με την έννοια της επιπλοσκευής (Ζώης Λ., Λεξικόν Ιστορικόν και Λαογραφικόν Ζακύνθου, τόμος Β΄, Εν Αθήναις 1963, σ 263).

Στιχ. 23, πεύκη, πεύκι, κατά τον Ζώη ήταν ο τάπητας που υποστρωνόταν από τους προσευχόμενους (Ζώης Λ., ό. π., σ 384).

Στιχ. 23-24, ιερομονάχου Κολοκηνθά. Πιθανότατα ο αναφερόμενος παρακάτω στη διαθήκη ανεψιός του που ρύθμισε η αποστολή του ζητήματα που εκκρεμούσαν στη Ζάκυνθο.

Στιχ. 25, σηάδι, διάβαζε σκιάδι. Κάλυμα κεφαλής καθημερινής χρήσης πλατύγυρο χαρακτηριστικό κατά τον Ζώη ‘‘εκκλησιαστικών οφφικιούχων’’ (Ζώης Λ., ό. π., σ 431).

Στίχ. 25-26, δοκανίκη, γράφεται και δεκανίκι. Ο Ζώης ονομάζει την ποιμαντορική ράβδο, τη γνωστή πατερίτσα και ως ‘‘δεκανίκιον’’ (Ζώης Λ., ό. π., σ 375).

Στιχ. 28, διβλίο μεγάλο, διάβαζε βιβλίο. Γίνεται αναφορά σε βιβλίο που είχε στείλει ο μητροπολίτης Φιλαδελφείας από τη Βενετία και που ανήκε στη συναδελφότητα των πιστών του ναού του Παντοκράτορα στο Ληξούρι. Άγνωστο τί αντιπροσώπευε το μεγάλο βιβλίο, ίσως λειτουργικό.

Στιχ. 30, Παντοκράτορος. Πιθανόν είναι η παλαιότερη γνωστή μαρτυρία για ναό Παντοκράτορα και αδελφότητα πιστών στο Ληξούρι. Ο ναός ανακατασκευάστηκε μετά τους σεισμούς του 1953 και είναι συναδελφικός.

Στιχ. 30, ντουλαμάδες. Σήμερα με τον όρο νοούνται επενδύτες φουστανελλοφόρων. Αφαλώς εδώ ο όρος αναφέρεται σε επενδύτες πάνω από τα ράσα κληρικών.

Στιχ. 32, Δίμος (Δήμος). Όνομα του πρώτου γιου του επισκόπου (Τσιτσέλης Η., ό. π., σ 95).

Στιχ. 33, Λαμπρηνό Τηπάλδον. Το όνομα δεν έχει σημειωθεί σε δημοσίευμα. Για την οικογένεια εκτενώς σε Τσιτσέλη Η., ό. π., τόμος Πρώτος, Εν Αθήναις 1904, σ 631-773.

Στιχ. 34, μουρσηά, κατασκευές (λάκοι) στα ισόγεια των κατοικιών για αποθήκευση ειδικά δημητριακών (Τσιτσέλη Η., ό. π., τόμος Τρίτος, Αθήνα 2003, σ 334).

Στιχ. 35, Λουράντου Παρτίδου. Το επώνυμο αναφέρεται παλαιότερα το 1565 (Ζαπάντη Σ., Κεφαλονιά 1500-1571, Θεσσαλονίκη 1999, University Studio Press, σ 169). Ο αναφερόμενος εδώ άγνωστος από αλλού.

Στιχ. 35, τετακτά, ιδιωματική απόδοση του όρου τεταγμένα. Αναφέρεται στα οριζόμενα μετά θάνατον κατά την κηδεία και μετά αυτήν, μνημόσυνα κλπ.

Στιχ. 35-36, αβατζάρη, έχει να λάβει (ιταλ. avanzare).

Στιχ. 36, ασηνέρητα. Από το συνερίζομαι και το στερητικό α, χωρίς έριδες διανομή.

Στιχ. 38, δουκάτα. Νόμισμα ενετικό (Ζώης Λ., ό. π., σ 125 και Λιάτα Ευτυχία, Φλωρία δεκαέσσερα στένουν γρόσια σαράντα. Η κυκλοφορία των νομισμάτων στον ελληνικό χώρο 15ος-19ος αι., Αθήνα 1996, ΚΝΕ/ΕΙΕ, σ 337).

Στιχ. 38, κουρέντε, «τρέχον» νόμισμα κατά τον Ζώη. Το σε κυκλοφορία νόμισμα (Ζώης Λ., ό. π., σ 221).

Στιχ. 38, Δάρηου Κρασά. Το επώνυμο γνωστό στην Κεφαλονιά από τα χρόνια της φραγκοκρατίας (Τσιτσέλης Η., ό. π., τόμος Πρώτος, σσ. 277-282).

Στιχ. 44, σταγόνηα. Πιάτα «συνήθη εκ ψευδαργύρου» (Ζώης Λ., ό. π., σ 442).

Στιχ. 47, τζεκήνηα. Χρυσό ενετικό νόμισμα (Ζώης Λ., ό. π., σ. 496 και Λιάτα Ευτυχία, ό .π., σ. 347).

Στιχ. 51, καπετάνηο μισέρ Νηκολή Λούζη. Ο χαρακτηρισμός υποδηλώνει τον επικεφαλή ενόπλου τμήματος. Πρώτη γνωστή αναφορά στο όνομά του. Η οικογένεια ήταν εγκατεστημένη στην Κεφαλονιά από τα χρόνια της φραγκοκρατίας (Τσιτσέλης Η., ό. π., τόμος Πρώτος, σσ. 335-344).

Στιχ. 54, στάμενα. Από τη λέξη ιστάμενα, αποδίδεται σε χρήματα, πράγματα, περιουσία (Ζώης Λ., ό. π., σ. 442).

Στιχ. 59, ιερομόναχος ανηψηός, βλέπε παραπάνω σχόλιο σε στιχ. 23-24.

Στιχ. 60, Προτοσήνγγελου Μακρή. Είναι ο Νεκτάριος Μακρής πρωτοσύγκελλος της Επισκοπής Κεφαλονιάς-Ζακύνθου και συνυποψήφιος του Νεοφύτου για τον θρόνο των νησιών (Ζώης Λ., ό. π., Α΄, σ 381, Τσιτσέλης Η., ό. π., τόμος Δεύτερος, σ 94).

Στιχ. 60, δουκάτα ζακηνθηνά. Ο Ζώης αναφέρει το ζακυθινό δουκάτο και την ιστορία του τον 17ο -18ο αι. (Ζώης Λ., ό .π., Β΄, σ. 125 και Λιάτα Ευτυχία, ό. π., σ. 159).

Στιχ. 71, 76, παπά Ανδρέα και μέγα ηκονόμο Λαμπήρη. Έγγαμος ιερέας στην εκκλησιαστική βαθμίδα του ‘‘οικονόμου’’. Το επώνυμο Λαμπίρης στην επαρχία της Παλικής υπάρχει προ του 1500 (Ζαπάντη Σ., ό. π., σ. 161).

Στιχ. 71-72, 78, παπά Μπασηά και εξάρχου Μηνηάτη. Ως Έξαρχος της επισκοπής δεν γνωρίζουμε ποιες αρμοδιότητες είχε. Η οικογένεια Μηνιάτη φέρεται ως γηγενής (Ζαπάντη Σ., ό. π., σ. 165).

Στιχ. 72-73, 80, ιερομονάχου [Νεοφύτου] Δρακονταειδή. Η οικογένεια Δρακονταειδή είναι παλαιότατη στο νησί, πιθανότατα από τα βυζαντινά χρόνια (Ζαπάντη Σ., ό. π., σ. 164).

Στιχ. 73, 83, μισέρ Τζάνε Δελαπόρτα. Το επώνυμο Δελλαπόρτας βεβαιωμένα στο νησί υπάρχει από τα χρόνια της φραγκοκρατίας, πιθανότατα από Κρήτη [Πεντόγαλος Γ., "Νοταριακό αντίγραφο καταλόγου του ΙΕ΄αιώνα", Κεφαλληνιακά Χρονικά 2 (1977), σ. 52]. Το Τζάνες συνήθης εκφώνηση στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές του βαπτιστικού Ιωάννης.

Στιχ. 74, 84, μισέρ Νικολό Καιφαλά. Πρώτη αναφορά σ’ αυτό το όνομα. Το επώνυμο Κεφαλάς παλαιότατο στο νησί (Ζαπάντη Σ., ό. π., σ. 158).

Στιχ. 74, 86, μισέρ Τζάνε Κουλουμπή ή Κουλούμπος. Το επώνυμο πιθανότατα από την Κρήτη. Στην Παλική επικρατεί η εκφώνηση Κουλουμπής (Ζαπάντη Σ., ό. π., σ. 160).


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Pignatorre M. e N., Memorie storiche e critiche del’ isola di Cefalonia dei tempi erioici alla caduta della Reppublica Veneta,  tom 2, Corfu, σ 47.
2. Τσιτσέλης Η., Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τόμος Δεύτερος, Εν Αθήναις 1960, σ 115.
3. Στο προηγούμενο, σσ. 94, 95.
4. Πεντόγαλος Γ., "Ήθη και ανθρώπινες σχέσεις στην Κεφαλονιά τον ΙΣΤ΄αιώνα", Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου της Ακαδημίας Αθηνών 22 (1976), σ 111, 115.
5. Τσιτσέλης Η., ό. π., σ 255. Η αναφορά από τον Τσιτσέλη για παρουσία του μητροπολίτη Φιλαδελφείας Γαβριήλ (Σεβήρου) κατά την ανακομιδή του λειψάνου του αγίου δεν βεβαιώνεται πιστικά από πουθενά. Βέβαιη παρουσία πατριαρχικού Εξάρχου στην Κεφαλονιά ένα μήνα πριν από την (πρώτη) ανακομιδή του αγίου είναι αυτή του αρχιμανδρίτη του Οικουμενικού Θρόνου Παχωμίου (Πατέστου), βλέπε σε: Πεντόγαλος Γ., ό. π., σσ. 112-114.
6. Τσιτσέλης Η., ό. π., σ 255.
7. Στο προηγούμενο, σ. 94.
8. Στο προηγούμενο, σ. 95.
9. Στο προηγούμενο.
10. Στο ίδιο, σ. 94.
11. ΓΑΚ-Αρχεία Ν. Κεφαλληνίας, Νοταριακό Αρχείο, Νοτάριος Ληξουρίου Αθανάσιος Λευκόκοιλος, Φ. 101, Βιβλίο 1586-1590, φφ. 148-149ν.

Σάββατο 13 Νοεμβρίου 2010

Ο Κ. Πορφύρης, η Τζίνα Κονίδου και το αιώνιο συναπάντημά τους

γράφει ο Διονύσης Σέρρας


«Πάντως, παρ' όλα τα αρνητικά, παρ' όλες τις αδυναμίες της, η Συνάντηση είχε κάτι πολύ σημαντικό: είχε κάποιο νεύρο, κάποια
ζωντάνια, κάποια περηφάνια, θα 'λεγε κανείς. Και γι' αυτό άλλωστε κατάφερε ν' αντέξει στις πάσης φύσεως δοκιμασίες που πέρασε και να διατηρηθεί όσο διατηρήθηκε».
Τζίνα Κονίδου
(Περίπλους, 16, 1988, σ. 244)

ΣΑΝ κάτι περίεργο, δυσεξήγητο, μυστήριο ή απλά συμπτωματικό, είτε σαν τραγική ειρωνεία της τύχης ή της μοίρας, μοιάζει το λυπηρό γεγονός της πρόωρης αναχώρησης από τη ζωή της αξέχαστης Τ ζ ί ν α ς Κ ο ν ί δ ο υ (1946-2.8.2010), ακριβώς στη συμπλήρωση εκατό (100) χρόνων από τη γέννηση στο Σκουλικάδο Ζακύνθου του πατέρα της Κ.[ονίδη] Π ο ρ φ ύ ρ η (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Πορφύρη Κονίδη, 17.11.1910 - 14.5.1967), εκλεκτού και προοδευτικού - αγωνιστικού (και διωγμένου γι' αυτό) διανοούμενου -όχι δογματικού- της Αριστεράς, λογίου, συγγραφέα, μελετητή - ερευνητή (ιδίως για τον Α. Κάλβο και το Λαϊκό μας Θέατρο), κριτικού και μεταφραστή, με συμβολή σημαντική και στην έκδοση του ιστορικού περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης (Αθήνα, 1955-1967).

Αυτόν, τον επίσης πρόωρα και άτυχα χαμένο φιλότεχνο και φιλολαϊκό Ζακυνθινό του 20ου αιώνα, έμελλε να «συναντήσει» η μονάκριβη και αγαπημένη κόρη του Τζίνα Κονίδου (συντ. δικηγόρος), που έφυγε από τον μάταιο κόσμο μας στα 64 χρόνια της, αφήνοντας την τελευταία της πνοή στην Αθήνα, όπου μόνιμα κατοικούσε, δίνοντας και χάνοντας σύντομα τη μάχη με την ανίατη αρρώστια της. Έφυγε, αφήνοντας πίσω για πάντα την αγαπητή (παρά τις πληγές της) ζακυνθινή γη, όπου συχνά κάθε χρόνο ερχόταν, μένοντας σ' ένα μικρό μα ζεστό και φιλόξενο σπίτι (αγορά του πατέρα της) -ταιριαστό με τον «κόσμο» της, τις επιλογές της, το γούστο της- στις Αλυκές Ζακύνθου, δίπλα στην προσφιλή της θάλασσα, όπου η απλή, ευαίσθητη μα και δυναμική, δραστήρια και ικανή, καταδεκτική και ευχάριστη στη συντροφιά και στον άμεσο λόγο της Τζίνα επιδιδόταν ηδύχαρα στο κολύμπι και στο ψαροντούφεκο.

Τυχερή που βρέθηκε κοντά σ' έναν ξεχωριστό, με ήθος και χαρίσματα πνευματικά άνθρωπο, πατέρα στοργικό και Νεοέλληνα σημαντικό και δημιουργικό, παρόλο που στερήθηκε αρκετά νωρίς την παρουσία του, συμμεριζόμενη τις όποιες χαρές και τις πίκρες του, και συμπαραστέκοντάς τον -κατά το δυνατό- στις ποικίλες σκληρές δοκιμασίες του (δίκες, φυλακίσεις, εξορίες, κατατρεγμούς, στερήσεις, ασθένειες), η Τζίνα μαθήτευσε γόνιμα στο πλευρό του και άντλησε από τον χαρακτήρα και τις εμπειρίες του πολλά θετικά στοιχεία: τη φιλοπρόοδη και συνεπή ιδεολογία του, την τόλμη στην έκφραση της γνώμης, την ορθοφροσύνη και την ευθυκρισία, την αγάπη για τη ζωή, για τη φύση, τον άξιο κατανόησης συνάνθρωπο, τον αγνό και πολύπαθο λαό, την Τέχνη, τη μελέτη, τη γραφή Έδωσε και η ίδια, με αυθορμητισμό, ενεργητικότητα και ανιδιοτέλεια, ένα σημαντικό κομμάτι του εαυτού της και του χρόνου της για την ιστορική Διεθνή Συνάντηση Μεσαιωνικού και Λαϊκού Θεάτρου (Δ.Σ.Μ.Λ.Θ., 1965-1966, 1976-1978, 1982), που είχε ξεκινήσει με πρωτοβουλία του (και με τη συνεργασία κι άλλων αξιόλογων προσώπων) ο ανήσυχος, πολυσχιδής, οργανωτικός και οξυδερκής Κ. Πορφύρης, μυώντας και την μ' ενδιαφέροντα πολλά κόρη του στις αξίες που ο ίδιος ασπαζόταν, πίστευε και υπηρετούσε ακράδαντα, στις υψηλές ποιοτικές αρχές και κατευθύνσεις που τηρούσε ασυμβίβαστα στη ζωή του, στους στόχους του, στα ιδανικά και στα οράματά του, στη Ζακυνθολατρική πλευρά τού «είναι» του, στην Ομορφιά και την Ουσία της ζωής και του κόσμου, στα καθήκοντα και την άκαμπτη στάση του υπεύθυνου και συνειδητοποιημένου πολίτη απέναντι στην Ιστορία, στην Κοινωνία, τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη, τον Πολιτισμό, την Πατρίδα, την Παράδοση.

Πατέρας και κόρη, χωρισμένοι για 43 ολόκληρα χρόνια, μετά την οριστική «φυγή» του πολυκυνηγημένου Κ. Πορφύρη, έμελλε να «συναπαντηθούν» στον άθωρο «κόσμο» των Σκιών ή των Πνευμάτων, τον φετινό ζεστό μήνα Αύγουστο, «συνομιλώντας» πια μες στην απόλυτη και άχαρη Σιωπή για ό,τι τους άγγιξε ή τους πόνεσε, τους συγκίνησε κλπ. στο νου, στη σάρκα και στην ψυχή τους και για ό,τι εκείνος δεν μπόρεσε (μοιραία ή αναγκαστικά) να δει, να μάθει, να γνωρίσει: για τη Ναξιώτισσα μητέρα της Τζίνας και πρώτη σύζυγο του Κ. Πορφύρη Λουκία Αγιοπετρίτου (1920-1985), για τη δεύτερη σύντροφό του Κρέουσα Σκληρού (από την Αλεξάνδρεια, 1912-1997), για τη στυγνή Δικτατορία, 1967-1974, που η αρχή της σημαδεύτηκε κι απ' το δικό του αδόκητο τέλος, για την πολυδοκιμαζόμενη πολλαπλά μα και δημοκρατική μεταπολιτευτική Ελλάδα, για την αρχή και τη συνέχιση της αξιόλογης και φιλόδοξης μα βραχύβιας (ή μετέπειτα άτυχης) Δ.Σ.Μ.Λ.Θ., για την έκδοση δικών του ή άλλων αξιανάγνωστων βιβλίων, για τις αφιερωμένες στον ίδιο τιμητικές εκδόσεις ή γραφές, για τα ποικίλα προβλήματα ή την όποια αλλοτρίωση στην τουριστικόπληκτη και κακοδιοικημένη νεότερη Ζάκυνθο, για τόσα και τόσα θλιβερά ή ευχάριστα.

Σ' αυτή τη νοερή «συνάντησή» τους, η αλησμόνητη και ευάκουστα ομιλητική Τζίνα, ας φανταστούμε να διαβάζει κάτι από τα δικά της ευάριθμα γραπτά, από τα λίγα, έστω, κείμενά της, που είδε να δημοσιεύονται περιπτωσιακά, είτε στον τόμο Χρονικά Ζακύνθου (1964, όπου με την προσεκτική της πένα μνημόνευσε και σκιαγράφησε τιμητικά «Ζακυνθινούς αγωνιστές της Ελευθερίας, 1815-1864»), είτε στον βιβλιογραφικά πάντα παρόντα Περίπλου του Διονύση Βίτσου (για τη Δ.Σ.Μ.Λ.Θ. και τον Α. Κάλβο), είτε στα (βραχύβια κι αυτά) νεότερα Επτανησιακά Φύλλα, είτε (ίσως) κάπου αλλού, σ' εφημερίδα ή περιοδικό.

Ιδιαίτερα, ως προς τα Ε.Φ., το τεύχος 1-2, του ΚΕ΄ τόμου (Άνοιξη - Καλοκαίρι 2005) ήταν αφιερωμένο στον Κ. Πορφύρη, για τα 95 χρόνια από τη γέννησή του, για την 50ετία από την έκδοση της Επιθεώρησης Τέχνης και για τα 40χρονα από την πρώτη Δ.Σ.Μ.Λ.Θ. στη Ζάκυνθο. Στο πολυφωνικό αυτό αφιέρωμα, η παρουσία της αξέχαστης και φιλικής Τζίνας Κονίδου, η συμπαθητική της μορφή, η εύηχη «φωνή» της, το εύστροφο πνεύμα της, η νεανική και καλοδιάθετη ψυχή της είναι, λίγο - πολύ, αισθητά κ΄ εκφραστικά, είτε γράφοντας, συγκινητικά, απλά και γλαφυρά, η ίδια για την «Πρώτη συνάντηση» με τον πατέρα της είτε συνυπογράφοντας την εργασία μας για την «Καταγραφή των δημοσιευμάτων του Κ. Πορφύρη στην Επιθεώρηση Τέχνης», ενώ σεβαστικά, ευγενικά και φιλοπνευματικά συνέβαλε με την προσφορά αρχειακού, κειμενικού και φωτογραφικού - εικαστικού υλικού στον εμπλουτισμό και την καλύτερη συγκρότηση της ύλης του αναθηματικού αυτού τεύχους των Ε.Φ. (εκφράζοντας την ικανοποίησή της μετά την έκδοσή του).

Σ' ΑΥΤΑ τα δύο αγαπημένα μεταξύ τους πρόσωπα - συμπαθή κι αγαπητά και σ' όσους τα έζησαν από κοντά, τα γνώρισαν ή τα συναναστράφηκαν - στρέφουμε, μνημονευτικά, σήμερα τη σκέψη μας: στον αξιοθαύμαστο και αξιοτίμητο πνευματικό άνθρωπο Κ. Πορφύρη (που η νεότερη, Ζάκυνθος δεν τον έχει τιμήσει ούτε μ' έναν μικρό δρόμο στο όνομά του!) και στην αείμνηστη φίλη - συνεργάτιδα Τζίνα Κονίδου, τη φιλομαθή και βιβλιόφιλη Ζακυνθινιά, που άφησε και το δικό της ενδεικτικό ίχνος ή αποτύπωμα (περιορισμένο, έστω) στη σύγχρονη Ζάκυνθο των Γραμμάτων και της Τέχνης, της Ιστορίας και της πολιτιστικής μας Παράδοσης. Την Τζίνα που, όπως και ο καταξιωμένος μελετητής και λογοτέχνης πατέρας της Κ. Πορφύρης, κρίνεται άξια να μνημονευτεί και εδώ, για ό,τι θέλησε ή μπόρεσε και πρόφθασε να μας προσφέρει ή ν' αφήσει (και με το λιγοστό να έχει τη δική του σημασία), συνυπολογίζοντας βέβαια και την τιμητική δωρεά της -στο Μουσείο Μπενάκη- του σημαντικού αρχείου του πατέρα της (Ιούνιος 2004). Και είναι αξιοθύμητη η Τζίνα Κονίδου, επίσης (με πρόσφατη και όχι ακόμη πιστευτή τη δική της «φυγή»), για το σύντομο εξομολογητικό κείμενό της στα Ε.Φ., για το στερνό και αιώνιο «συναπάντημά» της με τον πατέρα της, για την άσβηστη «εικόνα» ή την αίσθηση ζωής που άφησε σε φίλους και γνωστούς η παρουσία της.

Τώρα, στη μεταθανάτια «συνομιλία» του Κ. Πορφύρη με την κόρη του, ας φανταστούμε κι ας νιώσουμε την Τζίνα να του διαβάζει την πιο πάνω εξομολογητική - προσωπική μαρτυρία της, θυμίζοντας και σε όλους εμάς τη φθαρτή ανθρώπινη «φύση» ή το πρόσκαιρο πέρασμά μας από τον κόσμο της Ύλης μα και της διασωστικής πνευματικής - καλλιτεχνικής Δημιουργίας. Αναδημοσιεύοντας το κείμενο αυτό, το αφιερώνουμε στη μνήμη και των δύο, θεωρώντας το σαν έναν ακόμα άρρηκτο συνδετικό «κρίκο» μαζί τους.

Αύγ. - Σεπτ. 2010

Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΔΥΟ ΖΑΚΥΝΘΙΝΟΙ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΕΞΕΛΕΞΑΝ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΟΝΗΣΑΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΕΚΤΑΡΙΟ

Τον Ιανουάριο του 1889 δύο Ζακυνθινοί Αρχιερείς παρεπιδημούν στην Αλεξάνδρεια, κοντά στον τότε  Προεστώτα της  Εκκλησίας των Αλεξανδρέων Σωφρόνιο Δ΄. Πρόκειται για τον Αρχιεπίσκοπο πρώην Κερκύρας Αντώνιο τον Χαριάτη (1825-1892) και τον Αρχιεπίσκοπο Σινά και Ραϊθώ Πορφύριο Α΄ τον Μαρούδα (1831-1909).

Ο μεν πρώτος, ο Αντώνιος Χαριάτης (Ιεράρχης, ο οποίος από Κερκύρας έφθασε να εκλεγεί και Μητροπολίτης Αθηνών, αλλά δεν ίσχυσε τελικά η εκλογή του), έχει από το 1881 παραιτηθεί από τη Μητρόπολή του, εξαιτίας διαφόρων συκοφαντιών περί τα οικονομικά και έκτοτε ταξιδεύει ανά τον κόσμο και τις Ορθόδοξες Εκκλησίες: Το 1882 τελεί τα εγκαίνια του ναού της Αγίας Σοφίας στο Λονδίνο, ενώ ανακηρύσσεται διδάκτωρ της Οξφόρδης και τώρα (1889) βρίσκεται στην Μεγάλη Πόλη των Αλεξανδρέων.

Ο δεύτερος, ο Πορφύριος (κατά κόσμον Παναγιώτης) Μαρούδας, το φτωχόπαιδο από το χωριό Κοιλιωμένος της ορεινής Ζακύνθου, έχει αναδειχθεί Αρχιεπίσκοπος Σιναίου από το 1885 και ήδη διαπρέπει ως επιδέξιος πνευματικός «γεωργός» τού αγόνου της ερήμου, ενώ δεν εγκαταλείπει και τα Μετόχια της περιώνυμης Μονής, με πρώτο και καλύτερο αυτό το Καΐρου, όπου μεριμνά ιδιαιτέρως για την περιώνυμη Αμπέτειο Σχολή.

Ο Πάπας και Πατριάρχης, από Οικουμενικός Πατριάρχης, Αλεξανδρείας Σωφρόνιος Δ΄ (1798 ή 1802-1899), «ένας από τους σημαντικότερους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως του 19ου αιώνα» (κατά τον εκκλησιαστικό ιστορικό Βλάσιο Φειδά), με σπουδαία δράση και στην Αλεξάνδρεια, δεν έχει καλές σχέσεις με τον Πορφύριο. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αλεξανδρείας πολέμησε πολύ τον Σιναίου, αναγκάζοντάς τον μάλιστα πολλές φορές να καταφύγει στη Σμύρνη και σε άλλους τόπους, ώσπου τελικά υπέβαλε την παραίτησή του -όντας και φιλάσθενος- στις 24 Απριλίου 1904 και απεβίωσε στο εν Χίω Μετόχιο των Σιναϊτών, το 1909.

Ο Γενάρης του 1889 είναι όμως και για τους τρεις ανωτέρω Ιεράρχες μια πολύ καλή χρονική στιγμή, κατά την οποία συναντώνται στην Αλεξάνδρεια. Στο δευτερόθρονο Πατριαρχείο κατ’ αυτή την εποχή το συνοδικό σύστημα υπολειτουργεί. Για λίγο καιρό ο Πατριάρχης Σωφρόνιος είναι ο μόνος Αρχιερέας του Θρόνου, δεδομένων ότι ο Πατριαρχικός Επίτροπος Αλεξανδρείας Μητροπολίτης Θηβαΐδος Ματθαίος Βαλλινάκης απεβίωσε τον Νοέμβριο του 1888, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου ο Πατριαρχικός Επίτροπος Καΐρου Μητροπολίτης Λιβύης Ιγνάτιος απομακρύνθηκε από τον θρόνο του, ενώ ο Μητροπολίτης Κυρήνης Σπυρίδων είχε κι αυτός αποβιώσει από τον Σεπτέμβριο του 1886.

Έτσι, όπως προκύπτει από τον Κώδικα 44 του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, οι τρεις προαναφερθέντες, «προτροπή και αδεία» του «Παναγιωτάτου και Μακαριωτάτου» Σωφρονίου συνάχτηκαν στον ναό του Αγίου Νικολάου Καΐρου και προέβησαν στην εκλογή νέου Μητροπολίτου Πενταπόλεως, μεταξύ τριών ιερομονάχων: Των Νεκταρίου Κεφαλά, Χρυσάνθου και Παϊσίου. Εντέλει υπερίσχυσε ο Νεκτάριος Κεφαλάς, ο μετέπειτα Άγιος (1846-1920).

Στον ίδιο Κώδικα απόκειται και η Πράξη της χειροτονίας του νέου Πενταπόλεως:

«Σήμερον τη 15 Ιανουαρίου 1889 σωτηρίου έτους, ημέρα Κυριακή συνεπεία του ανωτέρω υπομνήματος, ιερουργήσαντες Πατριαρχικώς εν τω ιερώ Ναώ του Αγ. Νικολάου μετά δύο Αρχιεπισκόπων του τε πρώην Κερκύρας Αντωνίου Χαριάτη και Σιναίου Πορφυρίου, προεχειρίσαμεν τον εν Ιερομονάχοις Αρχιμανδρίτην Νεκτάριον Καφαλάν εις μητροπολίτην της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Μητροπόλεως Πενταπόλεως, την δε Πατριαρχικήν ημών ταύτην πράξιν κατεχωρήσαμεν εν τώδε τω ιερώ Κώδικι εις διηνεκή την ένδειξιν.

+ Ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας Σωφρόνιος»


Πλείστα όσα έχουν γραφεί και συντεθεί για τον Άγιο της εφαρμοσμένης Υπομονής Νεκτάριο, τον θαυματουργό. Ο σκοπός του σημειώματος αυτού είναι να καταδείξει τη συμμετοχή των Ζακυνθίων Ιεραρχών στην εκλογή και χειροτονία Του. Η ιστορική αυτή σύμπτωση, δεν επιθυμούμε να εκληφθεί ως κάτι το ιδιαίτερο, αλλά την επισημαίνομε, ώστε να προσληφθεί από τους σύγχρονους Ζακυνθίους, τους «περί πολλά τυρβαζομένους», ως μια ευλογία από τον λαοφίλητο Άγιο του Εικοστού Αιώνα και μια μικρή νύξη ευαισθητοποίησής μας περί του «ενός», του οποίου «εστί χρεία»!


Η Πράξη Εκλογής του Μητροπολίτου Πενταπόλεως Νεκταρίου Κεφαλά, όπως είναι καταγεγραμμένη στον Κώδικα 44 του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Φωτογραφίες Αρχιμανδρίτου Μελετίου Κούμανη, τον οποίον ευχαριστούμε.


Η Πράξη Χειροτονίας του Μητροπολίτου Πενταπόλεως Νεκταρίου Κεφαλά,όπως είναι καταγεγραμμένη στον Κώδικα 44 του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας. Φωτογραφίες Αρχιμανδρίτου Μελετίου Κούμανη, τον οποίον ευχαριστούμε.


Βιβλιογραφία

• Βλ(ασίου) Ιω. Φειδά, «Σωφρόνιος ο Γ΄ (1863-1866)», Πάπυρος - Λαρούς - Μπριτάνικα, Αθήνα 1993, τ. 56, 268.
• Αρχιμανδρίτου Κλεόπα Στρογγύλη, Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως και το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας. Ιστορική μελέτη βασισμένη σε αυθεντικές αρχειακές πηγές, Νέα Υόρκη 2001, σσ. 111-116.
• Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτη Καποδίστρια, Ζακυνθινοί Επίσκοποι στον Κόσμο, εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Ζακύνθου, Ζάκυνθος 2004, σσ. 129-139.

Πέμπτη 11 Νοεμβρίου 2010

Οδυσσέα Ελύτη: Ο ΗΛΙΟΣ Ο ΗΛΙΑΤΟΡΑΣ


ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Ο ΗΛΙΟΣ

ΑΝΕΜΟΙ

ΚΟΡΙΤΣΙ

ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ

* * *

ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας
ο πετροπαιχνιδιάτορας

από την άκρη των ακρώ
κατηφοράει στο Ταίναρο

Φωτιά 'ναι το πηγούνι του
χρυσάφι το πιρούνι του.



Ο ΗΛΙΟΣ

Ε σεις στεριές και θάλασσες
τ' αμπέλια κι οι χρυσές ελιές

ακούτε τα χαμπέρια μου
μέσα στα μεσημέρια μου

«Σ' όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!»

Από τη μέση του εγκρεμού
στη μέση του αλλού πελάγου

κόκκινα κίτρινα σπαρτά
νερά πράσινα κι άπατα

«Σ' όλους τους τόπους κι αν γυρνώ
μόνον ετούτον αγαπώ!»

Με τα μικρά χαμίνια του
καβάλα στα δελφίνια του

με τις κοπέλες τις γυμνές
που καίγονται στις αμμουδιές

με τους λοξάτους πετεινούς
και με τα κουκουρίκου τους!



ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Εμείς ψωμί δεν έχουμε
και τέτοια δεν κατέχουμε

Χρόνους πολλούς μας πολεμάν
κι ανάσα δεν επήραμαν.



ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

Φύγανε τα πουλιά γι' άλλου
μα εγώ στο κύμα του γιαλού

θεμέλιωσα το σπιτικό
να τ' αποσώσω δεν μπορώ.



ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ

Τέσσερις μήνες χτίζουμε
και τους οχτώ γκρεμίζουμε

και κάθε γινωμένη ελιά
στοιχίζει και μια φαμελιά.



ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

Όνειρο πόκανα κρυφά
για τα παιδιά π' ανάθρεφα

Ποιος το 'λεγε πως θε να μου
τα στείλουνε του σκοτωμού.



ΟΛΕΣ ΜΑΖΙ

Άλλος εβγήκε απ' τα βουνά
κι άλλος απ' τα πλεούμενα

με το πουκάμισο χακί
κατάρα οι ξένοι κι οι εδικοί.



ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Τ' άκουσε ο ήλιος κι έφριξε
το φως το κόκκινο έριξε

Πήραν να καίγονται οι κορφές
κι όλες οι πάνω γειτονιές.



Ο ΗΛΙΟΣ

Ωρ'τι 'ναι τούτ' η αποκοτιά
βρε συ Βοριά βρε συ Νοτιά

Πουνέντε και Λεβάντε μου
ένα ραπόρτο κάντε μου.



ΑΝΕΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ

Θέλω καράβια σπρώχνω θέλω σταματώ
Τα δυο βουνά χωρίζω και τα περπατώ

Μες στις αγάπες μπαίνω και ζαλίζομαι
κι από τα μυστικά τους αντραλίζομαι

Σ' όλους το παραγγέλνω σ' όλους το μηνώ
Τρώγεται ο νους του ανθρώπου μόνο αλίμονο.



ΑΝΕΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

Ανάθεμα την ώρα ποιος ορίζει εδώ
το ανάποδο βαφτίζει και το λέει σωστό

Του αδύναμου το δίκιο μήτε λέει ποτέ
βγαίνει τη νύχτα μέρα και τ' ορκίζεται

Όπου μεγάλη πόρτα πίσω της αυτός
κάνεις να την ανοίξεις γίνεται άφαντος.



ΑΝΕΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

Κάμποι της Σαλονίκης κι όρη του Μοριά
που 'ν' τα παρμένα κάστρα που 'ναι τα χωριά

Μες στον αέρα κοίτα μισοφέγγαρο
κοίτα κορίτσι πράμα που να το χαρώ

Δευτέρα μεγαλώνει Τρίτη πολεμά
Τετάρτη γονατίζει Πέμπτη ξεψυχά.



ΑΝΕΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ

Δρόμοι περπατημένοι κι απερπάτητοι
Ποιος τους εδιάβη πέρα ποιος δεν τους πατεί

Μα ο που τους πήρε κι ήμπε μες στα αίματα
Μήτε Θεός μήτ' άλλος δεν τον σταματά

Κατακαημένη πλάση που σε γήτεψαν
Όλ' οι τρελοί του κόσμου κι εστρατήγεψαν!



ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Παράπονα κι αθιβολές
γύρισε ο κόσμος τρεις φορές

Γιόμα βραδύ μεσάνυχτα
κι όλα τα δώματα ανοιχτά

Στ' αλώνια και στις εμπατές
ξυπνούν οι ελαφροΐσκιωτες

σύρνουν ανάβουνε μαλλί
στων αστεριών τη χόβολη

και τους μικρούς αγγέλους σταμ
ατάν και παίζουν αμ στραμ νταμ

Καημέ που πάρα εβάρυνες
τον κόσμο δεν εμάρανες

Τα μαύρα λεν και τ' άσπρα σου
οι άνεμοι κι όλο τα φυσούν

Κι ένα κορίτσι εννιά χρονώ
για λόγου τραγουδά ολονώ.



ΚΟΡΙΤΣΙ

Δύο συ και τρία γω
πράσινο πεντόβολο

μπαίνω μέσα στον μπαξέ
γεια σου κύριε Μενεξέ

Σιντριβάνι και νερό
και χαμένο μου όνειρο

Τζίντζιρας τζιντζίρισε
το ροδάνι γύρισε

Χοπ αν κάνω δεξιά
πέφτω πάνω στη ροδιά

Χοπ αν κάνω αριστερά
πάνω στη βατομουριά

Το 'να χέρι μου κρατεί
μέλισσα θεόρατη

τ' άλλο στον αέρα πιάνει
πεταλούδα που δαγκάνει.



ΧΟΡΟΣ

Βότσαλο μέσα στα νερά
του κοριτσιού η αποθυμιά

Κύκλοι και πως ανοίγουνε
και με τα σένα σμίγουνε

ψηλά στη γλάστρα του βουνού
χρυσό γεράνι τ' ουρανού

Ήλιε μου και τρισήλιε μου
ένα σου λόγο στείλε μου.



ΑΝΕΜΟΙ

Άκου κι εμάς που μόλις εγυρίσαμε
νησιά και πολιτείες που γνωρίσαμε

Κρήτη και Μυτιλήνη Σάμο κι Ικαριά
Νάξο και Σαντορίνη Ρόδο Κέρκυρα

Σπίτια μεγάλα κι άσπρα σπίτια βουερά
πάνω στη μαύρη πέτρα πάνω στα νερά

Ξάνθη Θεσσαλονίκη Βέροια Καστοριά
Γιάννενα Μεσολόγγι Σπάρτη και Μιστρά

Καμπαναριά και στέγες μες στη συννεφιά
κι όλα μαζί μια λύπη και μιαν ομορφιά.



Ο ΗΛΙΟΣ

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
Ωσάν αυτή που μου 'λαχε δεν είδα

Ρίχνει να πιάσει ψάρια πιάνει φτερωτά
Στήνει στη γη καράβι κήπο στα νερά

Κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται
Μένει στους πέντε δρόμους αντρειεύεται

Κάνει να πάρει πέτρα τηνε παρατά
Κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα

Μπαίνει σ' ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς
Ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύραννους
Πέντε μεγάλους βγάνει πάνω τους βαρεί
Να λείψουν απ' τη μέση τούς δοξολογεί.



ΧΟΡΟΣ ΑΝΔΡΩΝ

Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος
να 'ν' ήμερος να 'ναι άκακος

λίγο φαΐ λίγο κρασί
Χριστούγεννα κι Ανάσταση

κι όπου φωλιάσει και σταθεί
κανείς να μην του φτάνει εκεί

Μα 'ρθαν αλλιώς τα πράματα
τονε ξυπνάν χαράματα

τον παν τον φέρνουν πίσω μπρος
του τρώνε και το λίγο βίος
κι από το στόμα την μπουκιά
πάνω στην ώρα τη γλυκιά

του τηνε παίρνουνε κι αυτή
Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί!



ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί
γι' αυτούς δεν έχει «εγώ» κι «εσύ»

Χαρά στους που 'ναι οι Δυνατοί
γι' αυτούς δεν έχει χόρταση.



ΑΦΗΓΗΤΗΣ

Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας
ο πετροπαιχνιδιάτορας

λίγο το στόμα του άνοιξε
κι ευθύς εμύρισε άνοιξη


Τα δέντρα κελαηδήσανε
τα ζωντανά σουνίσανε

κι οι άνεμοι χρωματιστούς
γεμίσανε χαρταετούς.



Ο ΗΛΙΟΣ

Τι να σας πω γυναίκες τι να μη σας πω
παρηγοριά κι αλήθεια που να μην ντραπώ

Μόνο να σας ακούω πότε θλίβομαι
πιάνω τα σκοτεινά στα νέφη κρύβομαι

Πότε μα το Θεό περηφανεύομαι
βάζω τα κόκκινα μου και πορεύομαι

Στα χώματα όπου η ρίζα μ' αφουκράστηκε
γύρισε τ' άνθος κι από μένα πιάστηκε
Με το φαρμάκι δένει κόμπο στα κρυφά
το γιατρικό που σώζει κι όλ' η ομορφιά

Το φως όπου σηκώνω και τον έρωτα
έννοια σας μήτ' εγώ δεν τα 'χω απλέρωτα

Μέσα μου ρίχνει ο χρόνος ασταμάτητα
του κόσμου όλα τα βρόμικα και τ' άπλυτα

Κι όσον καιρό κρεμιέμαι πάνω απ' τα νερά
κι όσον περνώ στα μακρινά τα Τάρταρα

Τυραγνίες ζηλοφθονίες φόνους παιδεμούς
τ' αλέθω για τους χρόνους τους μελλούμενους

Τ' αλέθω τα γυρίζω και τα πάω στη γη
που 'δωσε το σκοτάδι φως για να το πιει

Κουράγιο περιστέρες και ανεμώνες μου
Οι ωραίες κι οι συντροφιαστές κι οι μόνες μου

Όπου μαυρίλα κλώθεται και γνέθεται
Ήλιοι μικροί γενείτε κι όλο αλέθετε

Σ' ευλογημένη μέρα βγάζει το κακό
σε δημοσιά πλατιά το στενοσόκακο

Κι είναι στη σκοτεινιά και στην ερήμωση
όπου ριζώνει κι ευωδιάζει η θύμηση

Ρίζα πικρή μου ρίζα και κρυφή πηγή
δώσε την περηφάνια πάρε την οργή

Σ' όλα τα σπίτια σ' όλα τα παράθυρα
δάφνες και κουμαριές και φοινικόκλαρα

Σ' ένα μακρύ τραπέζι κόκκινο κρασί
νέοι και γέροι κι άντρες ξεμανίκωτοι

Πάρτε μεράκι φλόγα λόγο μάλαμα
πάρτε μικρό λαγούτο πάρτε μπαγλαμά

Ν' αρχίσει το τραγούδι ν' ανεβεί ο καημός
να πάρει και να δώσει ο νους κι ο λογισμός

Τι με το «χα» και με το «νο» και με το «νται»
όλα του κόσμου τ' άδικα ξε-χά-νο-νται.



ΤΟ ΤΡΕΛΟΒΑΠΟΡΟ

Τ ρ α γ ο ύ δ ι


Βαπόρι στολισμένο βγαίνει στα βουνά
κι αρχίζει τις μανούβρες «βίρα μάινα»

Την άγκυρα φουντάρει στις κουκουναριές
φορτώνει φρέσκο αέρα κι απ' τις δυο μεριές

Είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ' όνειρο
κι έχει λοστρόμο αθώο ναύτη πονηρό

Από τα βάθη φτάνει τους παλιούς καιρούς
βάσανα ξεφορτώνει κι αναστεναγμούς

Έλα Χριστέ και Κύριε λέω κι απορώ
τέτοιο τρελό βαπόρι τρελοβάπορο

Χρόνους μας ταξιδεύει δε βουλιάξαμε
χίλιους καπεταναίους τους αλλάξαμε

Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε

Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!
Related Posts with Thumbnails