© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2010

Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου: ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΘΕΙΟ ΦΩΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ

[Από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου, ιδρυτού της Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου στο Essex, Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866-1938), Αθήνα 1988, δ΄ εκδ. σελ. 195-200]

Ο Θεός, όντας φως στο οποίο «σκοτία οὐκ ἔστιν οὐδεμία», εμφανίζεται πάντοτε στο φως και ως φως.

Το άκτιστο φως είναι ως προς την φύση του θεία ενέργεια, κάτι τελείως διαφορετικό από το φυσικό φως. Κατά τη θέα του επικρατεί προπαντός η αίσθηση του ζωντανού Θεού, που απορροφά ολόκληρο τον άνθρωπο· άϋλη αίσθηση του άϋλου· αίσθηση νοερή και όχι λογική· αίσθηση μ' εξουσιαστική δύναμη που αρπάζει τον άνθρωπο σ' άλλο κόσμο, αλλά τόσο γαλήνια, που αυτός δεν αντιλαμβάνεται την στιγμή που του συνέβηκε αυτό και δεν ξέρει αν ο ίδιος βρίσκεται στο σώμα ή εκτός του σώματος. Αποκτά τότε συνείδηση του εαυτού του τόσο ενεργητική και βαθειά , όσο ποτέ άλλοτε στην συνηθισμένη ζωή, και συγχρόνως λησμονεί τον εαυτό του και τον κόσμο, πλημμυρισμένος από τη γλύκα της αγάπης του Θεού. Βλέπει με το πνεύμα τον Αόρατο, Τον αναπνέει, βρίσκεται όλος κοντά Του.

Μ' αυτήν την υπέρλογη αίσθηση του ζωντανού Θεού που ξεχειλίζει τα πάντα συνενώνεται θέα φωτός, αλλά φωτός διαφορετικού στη φύση του από το φυσικό φως. Ο ίδιος ο άνθρωπος μένει τότε στο φως κι εξομειώνεται με το φως που βλέπει, πνευματοποιείται απ' αυτό και δεν βλέπει και δεν αισθάνεται ούτε την δική του υλικότητα ούτε την υλικότητα του κόσμου.

Η όραση έρχεται με ακατάληπτο τρόπο. Σε ώρα που δεν προσμένεται· δεν έρχεται ούτε απ' έξω ούτε από μέσα, αλλ' αγκαλιάζει με ανέκφραστο τρόπο το πνεύμα του ανθρώπου, εισάγοντάς τον στον κόσμο του θείου φωτός. Και δεν μπορεί να πη αν βρέθηκε σ' έκσταση, δηλαδή αν η ψυχή του ήταν έξω από το σώμα, γιατί δεν αντιλαμβάνεται ούτε την επιστροφή στο σώμα. Δεν υπάρχει, λοιπόν, τίποτε το παθολογικό σ' αυτό το φαινόμενο.

Ο Θεός ενεργεί, ο άνθρωπος δέχεται. Και τότε δεν ξέρει ούτε διάστημα ούτε χρόνο ούτε γέννηση ούτε θάνατο ούτε φύλλο ούτε ηλικία ούτε κοινωνική ή ιεραρχική θέση ούτε άλλες συνθήκες και σχέσεις του κόσμου τούτου. Ήλθε ο Κύριος, η άναρχη Ζωή και το Φως της ζωής να επισκεφθή με έλεος τη μετανοούσα ψυχή.

Το Θείο Φως θεωρείται άσχετα από συνθήκες, και στο σκοτάδι της νύχτας και στο φως της ημέρας. Η ευδοκία του Θεού κατεβαίνει μερικές φορές με τέτοιο τρόπο, ώστε να διατηρήται η αντίληψη και του σώματος και του γύρω κόσμου. Τότε ο άνθρωπος μπορεί να μένη με τα μάτια ανοιχτά και να βλέπη ταυτόχρονα δύο φώτα, και το φυσικό φως και το Θείο φως. Αυτήν την όραση οι ʼγιοι Πατέρες την ονομάζουν όραση με τους φυσικούς οφθαλμούς. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η πράξη της οράσεως του Θείου φωτός είναι ανάλογη σ' όλα με τη συνήθη ψυχοφυσιολογική πορεία της φυσικής οράσεως. Δεν σημαίνει δηλαδή πως το Θείο φως είναι όμοιο με το φυσικό, το οποίο- ανεξάρτητα από το ποια επιστημονική θεωρία για το φως δεχόμαστε- προκαλεί τη γνωστή διέγερση του οπτικού νεύρου και στη συνέχεια περνά στην ψυχολογική διαδικασία της οράσεως. Το Θείο φως είναι διαφορετικό στη φύση του, είναι φως νοερό, φως πνευματικό, φως αγάπης, φως ζωής.

Εικόνα του Θείου φωτός στο φυσικό κόσμο είναι το φυσικό φως. Η θέα των γύρω μας αντικειμένων είναι δυνατή, μόνον όταν υπάρχη φως, κι αν το φως είναι αμυδρό, το μάτι μόλις που διακρίνει τα αντικείμενα· αν είναι αφθονότερο, βλέπει καθαρότερα· τέλος η όραση φτάνει στην πληρότητά της στο πλήρες ηλιακό φως. Παρομοίως και στον πνευματικό κόσμο κάθε αληθινή όραση είναι δυνατή μόνο στο Θείο φως, κι όχι αλλιώς. Αυτό το φως παρέχεται στον άνθρωπο σε διαφορετικό μέτρο. Κι η πίστη είναι φως, αλλ' ανεπαρκές. Κι η ελπίδα είναι φως, αλλ' ακόμη ατελές. Κι η αγάπη είναι φως, αλλά τέλειο πια.

Το άκτιστο φως φωτίζει, σαν τον ήλιο, τον πνευματικό κόσμο κι αποκαλύπτει στον άνθρωπο τις πνευματικές οδούς, που είναι αθέατες μ' άλλον τρόπο. Χωρίς αυτό το φως δεν μπορεί ο άνθρωπος ούτε να εννοήση ούτε πολύ περισσότερο να εκπληρώση τις εντολές του Χριστού, γιατί μένει στο σκοτάδι. Το άκτιστο φως φέρει μέσα του την αιώνια ζωή και την πνοή της Θείας αγάπης. Μάλλον το ίδιο είναι η αιώνια ζωή και η Θεία αγάπη.

Όποιος δεν είδε με δύναμη και πληροφορία το άκτιστο φως, αυτός δεν γεύτηκε ακόμη την αληθινή θεωρία. Κι όποιος, πριν από την όραση του άκτιστου φωτός, απλώνεται μ' αυθάδεια «με το νου του» στη θεωρία των μυστηρίων του πνεύματος, αυτός όχι μόνο δεν πετυχαίνει τον σκοπό του, αλλά φράζει και τον δρόμο ακόμα προς αυτά μπροστά του. Θα δη μόνο τα προσωπεία της αλήθειας, που τα φαντάζεται ο ίδιος ή του προσφέρουν απατηλές δαιμονικές δυνάμεις.

Η πραγματική θεωρία έρχεται άνωθεν, με ηρεμία. Η υπαρξιακή θεωρία δεν είναι σαν την αφηρημένη, τη διανοητική. Είναι ποιοτικά διαφορετική, είναι το φως της ζωής που δίνεται από την ευδοκία του Θεού κι η οργανική οδός προς αυτό είναι όχι η διανόηση, αλλ' η μετάνοια.

Το Θείο φως είναι η αιώνια ζωή, η βασιλεία του Θεού, η άκτιστη ενέργεια της Θεότητας. Δεν περιλαμβάνεται φυσικώς μέσα στον άνθρωπο, γιατί είναι άλλης φύσης από τη δική μας κτιστή φύση· γι' αυτό δεν μπορεί να ξετυλιχτεί μέσα μας μ' οποιαδήποτε ασκητικά μέσα, αλλ' έρχεται αποκλειστικά σαν δώρο του Ενός Αγαθού.

Ρωτήσαμε τον Γέροντα: με ποιο τρόπο μπορεί να το αντιληφθή αυτό ο άνθρωπος με την πείρα του; Ο μακαριστός Γέροντας εβεβαίωνε πως όταν ο Θεός εμφανίζεται σε μέγα φως, τότε ο άνθρωπος δεν αμφιβάλλει καθόλου ότι αυτός που φανερώθηκε είναι ο Κύριος, ο Δημιουργός, ο Παντοκράτορας. Όποιος όμως αξιώθηκε να έχη αμυδρή ακόμη θεωρία του φωτός, δεν μπορεί ν' αντιληφθή σαφώς πως το φως που θεωρεί είναι διαφορετικό στην υφή του από την ψυχή του· έτσι γι' αυτόν η οδός για βεβαιότερη επίγνωση, μπορεί να είναι η πλήρης εμπιστοσύνη στην πείρα των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας που αξιώθηκαν αυτή την θεωρία ή η περαιτέρω επανάληψη των επισκέψεων και των άρσεων της χάρης, που θα τον διδάξουν να διακρίνη την άκτιστη θεία ενέργεια από τη φυσική ενέργεια του ανθρώπου.

Όταν η προσευχή του ανθρώπου περνά για πρώτη φορά στην όραση του Θείου φωτός, τότε το θεώμενο και βιούμενο είναι τόσο νέο και καταπληκτικό γι' αυτόν, που δεν μπορεί να εννοήση τίποτε. Αισθάνεται πως πλάτυναν ανείπωτα τα όρια της υπάρξεώς του, πως το φως που φανερώθηκε τον πέρασε από τον θάνατο στη ζωή, αλλ' από το μεγαλείο του συμβάντος μένει σ' απορία και έκπληξη, και μόνο μετά από επανειλημμένες επισκέψεις εννοεί το δώρο που του χορήγησε ο Θεός.

Η ψυχή κατά την όραση και μετά απ' αυτήν είναι γεμάτη από βαθειά ειρήνη και από την γλυκύτητα της αγάπης του Θεού. Εξαφανίζεται απ' αυτήν κάθε επιθυμία δόξας, πλούτου, οποιασδήποτε γήϊνης ευτυχίας, ακόμη κι αυτής της ίδιας της ζωής. Όλα αυτά θεωρούνται «σκύβαλα» και η επιθυμία της την σύρει προς το ζωντανό άπειρο, το Χριστό, στον οποίο δεν υπάρχει ούτε αρχή ούτε τέλος ούτε σκοτάδι ούτε θάνατος.

Από τους δύο αυτούς τρόπους θεωρίας του Θείου φωτός που περιγράψαμε, ο Γέροντας προτιμούσε εκείνον κατά τον οποίον «ο κόσμος λησμονείται παντελώς», όταν δηλαδή την ώρα της προσευχής το πνεύμα του ανθρώπου βγαίνη έξω από τις εικόνες του κόσμου και εισέρχεται στη σφαίρα του ατελείωτου φωτός, γιατί μια τέτοια όραση παρέχει μεγαλύτερη γνώση για τα μυστήρια του «μέλλοντος αιώνος». Στην κατάσταση αυτής της οράσεως η ψυχή αισθάνεται ενεργώς την κοινωνία στη Θεία ζωή και δοκιμάζει υπαρξιακώς μια τέτοια έλευση του Θεού, για την οποία είναι αδύνατο να μιλήση η ανθρώπινη γλώσσα. Όταν η όραση αυτή τελειώση, για λόγους άγνωστους στον άνθρωπο κι ανεξάρτητα από την θέλησή του, όπως κι άρχισε ανεξάρτητα, τότε επιστρέφει σιγά-σιγά η ψυχή στην αντίληψη του γύρω κόσμου και στην γλυκειά χαρά της αγάπης του Θεού προστίθεται μια λεπτή λύπη, γιατί θα βλέπη και πάλι το φως του φυσικού τούτου ήλιου.

Ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού. Αλλ' ερωτάται: τι είναι σ' αυτόν η εικόνα του Θεού; Ή αλλιώς: σε τι έγκειται αυτή η εικόνα; Στο σώμα; Στην ψυχική ή στην ψυχοφυσική σύσταση του ανθρώπου; Στο τριαδικό των ψυχικών του δυνάμεων και εκδηλώσεων;... Η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα είναι εξαιρετικά πολύπλοκη. Μερικές διαθλάσεις και ανταύγειες της εικόνας του Θεού δεν αποκλείονται σ' όλα όσα απαριθμήσαμε, αλλά το πιο ουσιαστικό είναι η μορφή της υπάρξεως. Το κτιστό ον κοινωνεί κατά τη δωρεά της ευδοκίας με την άκτιστη άναρχη Ύπαρξη...Πώς είναι δυνατόν αυτό; Είναι τόσο ανεξήγητο όσο ακατάληπτο και ανεξιχνίαστο είναι το μυστήριο της δημιουργίας του κόσμου « εκ του μηδενός». Κι όμως είναι τέτοια η ευδοκία του ουράνιου πατέρα, ώστε ο κτισθείς «κατ' εἰκόνα καί καθ' ὁμοίωση » είναι προικισμένος με την ικανότητα να δεχθή την θέωση , να γίνη κοινωνός δηλαδή της θείας ζωής, να λάβη το θείο τρόπο υπάρξεως, να γίνη Θεός κατά χάρη.

Τη θέωση ο άνθρωπος την επιδέχεται, δηλαδή ο Θεός είναι η ενεργούσα αρχή στην πράξη της θεώσεως κι ο άνθρωπος η προσλαμβάνουσα. Η πρόσληψη όμως αυτή δεν είναι καθαρά παθητική και η πράξη της θεώσεως δεν μπορεί να τελεσθή αλλιώς παρά με τη συμφωνία και την συνεργασία του ίδιου του ανθρώπου. Στην αντίθετη περίπτωση χάνεται και η ίδια η δυνατότητα της θεώσεως. Σ' αυτό έγκειται η ουσιώδης διαφορά της αρχικής πράξεως της δημιουργίας από το ακόλουθο στάδιό της. Της θεώσεως της λογικής κτίσεως.

Αν είναι απερινόητο το μέγα μυστήριο της δημιουργίας του κόσμου γενικώς, το μυστήριο της δημιουργίας αιωνίων θεών είναι ακόμη περισσότερο απείρως πιο μεγαλειώδες. Αν όλη η ζωή γύρω μας είναι θαύμα που μας καταπλήσσει με το μεγαλείο του, η συνείδηση του Θείου θαύματος, μέσα στον άνθρωπο που εισέρχεται στον κόσμο του Ακτίστου φωτός, αποκτά ασύγκριτα μεγαλύτερη δύναμη και βάθος.

Για κάθε άνθρωπο που θ' αναλογισθή το γεγονός της υπάρξεώς του, αυτό θα είναι αντικείμενο μεγάλου θαυμασμού. Έτυχε να συναντήσωμε ανθρώπους που μπαίνοντας στη νοερή σφαίρα, που προσιδιάζει φυσικά στον άνθρωπο, εκπλήσσονταν από το φωτόμορφο κάλλος της. Όταν όμως ο άνθρωπος με τη Θεία ενέργεια εισάγεται στον κόσμο του ακτίστου φωτός, τότε το «θάμβος Θεού» φτάνει να γίνη τελείως ανέκφραστο και δεν βρίσκει πια λόγια ούτε τρόπους ούτε στεναγμούς ευγνωμοσύνης.

Γιατί το "Καραμπίνειο" δεν χάθηκε στα ερείπια και τις στάχτες του 1953



Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Όπως κι άλλες φορές έχουμε ξαναγράψει η Γκιόστρα της Ζακύνθου ήταν κάποτε - κι αυτό το «κάποτε» συμπίπτει με την ακμή της - το μεγαλύτερο και το σπουδαιότερο γεγονός της χρονιάς για το νησί μας. Ήταν μάλιστα, παρά τον φαινομενικά αριστοκρατικό της χαρακτήρα - μια και σ’ αυτήν λάβαιναν μέρος μόνο ευγενείς απόγονοι των οικογενειών του Libro d’ Oro - κι ένα καθαρά λαϊκό γεγονός, μια και σ’ αυτήν, σαν θεατές, παρευρίσκονταν όλοι οι κάτοικοι του νησιού και των τριών τάξεων και με τον τρόπο τους συμμετείχαν στην εξέλιξή της.
Αυτό ακριβώς φαίνεται πως συμβαίνει και στις μέρες μας ή πιο σωστά και για ν’ ακριβολογούμε και στην περίοδο του Ζακυνθινού Καρναβαλιού. Η Γκιόστρα του 2010, με την συμμετοχή τριών άλλων κρατών, της Ιταλίας, της Σλοβακίας και του Σαν Μαρίνο, αλλά και της επίσημης αντιπροσωπείας που ήρθε ειδικά γι’ αυτήν την εκδήλωση και αποτελείτο από τον Δήμαρχο της Sulmona, τον Πρόεδρο του Δημοτικού της Συμβουλίου, τον Πρόεδρο της εκεί Ευρωπαϊκής Γκιόστρας και εφτά άλλων μελών του Διοικητικού της Συμβουλίου, έδωσε ένα άλλο χρώμα στο τοπικό μας Καρναβάλι και θεμελίωσε προοπτικές ουσίας για το μέλλον του νησιού μας.
Τα όσα συνέβησαν τα είδατε ζωντανά, τα παρακολουθήσετε από την τηλεόραση και τα διαβάσατε στον τοπικό τύπο, ο οποίος αφιέρωσε ολόκληρες σελίδες στους ιππικούς αγώνες, που πραγματοποιήθηκαν και φέτος στην πλατεία Σολωμού και στις άλλες εκδηλώσεις που τις πλαισίωσαν. Εμείς μ’ αυτό μας το κείμενο θα σταθούμε σε μια όχι ευκαταφρόνητη λεπτομέρεια, η οποία ενθουσίασε τους πάντες και είναι το αύριο της Γκιόστρας της Ζακύνθου, αλλά και του νησιού μας γενικότερα.
Πρόκειται, όπως ίσως καταλάβατε, για την συμμετοχή του 1ου Δημοτικού Σχολείου της πόλης μας, του ιστορικού Καραμπίνειου, στην εκδήλωση, με μια μεγάλη αντιπροσωπεία μαθητών του, οι οποίοι ντυμένοι με τις τοπικές μας φορεσιές, άνοιξαν την μεγάλη πομπή, αμέσως μετά τους πρώτους καβαλάρηδες και το καπίτουλο του Σωματείου «Giostra di Zante», το οποίο διοργανώνει το δρώμενο και κέρδισαν με την αξία τους τα χειροκροτήματα και τους επαίνους των χιλιάδων θεατών, οι οποίοι παρακολούθησαν τα τεκταινόμενα.
Με τον τρόπο αυτό οι μικροί συμμετέχοντες στο δρώμενο της Ζακυνθινής Γκιόστρας μαθαίνουν την ιστορία του τόπου τους όχι στις κλειστές αίθουσες των συχνά αφιλόξενων τάξεων, αλλά σε ευχάριστες και δημιουργικές συνθήκες, συνηθίζουν να είναι πρωταγωνιστές και όχι θεατές στον πολιτισμό του νησιού τους και πάνω απ’ όλα ξεφεύγουν από την όχι πάντα φωτεινή καθημερινότητα του τόπου μας και παίρνουν την υπόθεση της καλυτέρευσης της ζωής μας και ζωής τους στα χέρια τους. Γι’ αυτούς τους λόγους και μόνο η παρουσία των Μαθητών - το «Μ» δεν μπήκε τυχαία κεφαλαίο - του Καραμπίνειου στην Γκιόστρα του 2010 δεν ήταν ένα απλό γεγονός, αλλά η θεμελίωση ενός καλύτερου αύριο για το στις διηγήσεις, δυστυχώς, μόνο «Φιόρο του Λεβάντε» και μια ελπίδα για μια μελλοντική «Φλωρεντία της Ανατολής».
Η μεγάλη πομπή ξεκίνησε φέτος με πολλά φωτεινά, παιδικά μάτια, τα οποία κοίταζαν κατάματα το αύριο του νησιού τους, περήφανα για την ιστορία τους και συνεχιστές του πολιτισμού τους. Κρατούσαν το καλαίσθητο λάβαρο του Σχολείου τους, που κι αυτό έχει την δική του ιστορία, που για χάρη τους δεν θάφτηκε στα ερείπια και τις στάχτες του σεισμού και της φωτιάς του Αυγούστου του 1953, αλλά, σαν τον Φοίνικα, αναγεννήθηκε κι εξακολουθεί να υπάρχει και με περηφάνια, όπως αξίζει σε κατοίκους ενός νησιού, που γέννησε έναν Φώσκολο, έναν Κάλβο κι έναν Σολωμό - για να περιοριστούμε στα μεγάλα μόνο αναστήματα - σήκωσαν το βάρος αυτής της παράδοσης κι απέδειξαν πως το ζακυνθινό πνεύμα μπορεί να επιβιώσει ακόμα και στις πιο άγριες συνθήκες, όπως οι νόνοι τους, που μετά από μια ολική καταστροφή και μια απρόσμενη ισοπέδωση, κατόρθωσαν να γιορτάσουν το Καρναβάλι τους μέσα στις αφιλόξενες μπαράκες της Παναγούλας!
Η παρουσία των παιδιών του 1ου Δημοτικού Σχολείου της Ζακύνθου δεν ήταν βέβαια καθόλου τυχαία στην φετινή Γκιόστρα της Ζακύνθου και η εμφάνισή τους σ’ αυτήν δεν είναι η μόνη έκπληξη που μας ετοιμάζουν. Το Προσωπικό του Σχολείου τους και ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του, σε άριστη συνεργασία με το σωματείο «Giostra di Zante», το οποίο έχει κάνει τις επαφές, έχει από καιρό προετοιμάσει και την συμμετοχή αυτών των μαθητών και κάποιων άλλων του Σχολείου τους στην παιδική Γκιόστρα της Sulmona, η οποία πραγματοποιείται κάθε χρόνο στην ιταλική αυτή πόλη, με την οποία, από καιρό, το νησί μας έχει αναπτύξει ιδιαίτερους δεσμούς και σύντομα θα πραγματοποιηθεί η αδελφοποίηση του Δήμου μας με τον δικό της, όπως ακούστηκε από τα χείλη των δύο Δημάρχων, οι οποίοι στα πλαίσια της Γκιόστρας της Ζακύνθου συναντήθηκαν την περασμένη Κυριακή στο Δημοτικό Μέγαρο της πόλης μας και συζήτησαν αυτήν την υπόθεση, η οποία πολλά θα ωφελήσει τον τόπο μας.
Ήδη οι μαθητές του «Καραμπίνειου», στα πλαίσια των πολιτιστικών τους προγραμμάτων, που κάθε χρόνο με επιτυχία πραγματοποιούν, ερευνούν την ιστορία της τοπικής μας Γκιόστρας, μαθαίνουν για τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες που την δημιούργησαν, γνωρίζουν το πώς θα διδάσκονται πιο ευχάριστα και ετοιμάζονται για το μεγάλο αυτό γεγονός, που δεν θα τα προβάλει μόνο σε μια διεθνή εκδήλωση, αλλά θα τα φέρει σ’ επαφή με άλλα συνομήλικά τους παιδιά και θα δημιουργήσει δεσμούς φιλίας και προοπτικές ανταλλαγής πολιτισμού και σωστής τουριστικής ανάπτυξης.
Με τον τρόπο αυτό η Γκιόστρα μας εξασφαλίζει την συνέχειά της και το αύριό της και το νησί μας, το πλούσιο σε ιστορία, αλλά πάμφτωχο σε σύγχρονη πολιτιστική δράση, σε σύγκριση βέβαια με το παρελθόν του, αποκτά προοπτικές για μια πιο σωστή ζωή κι ένα μέλλον αντάξιο μ’ αυτό που του υπόσχεται η βαρύτιμη κληρονομιά του.
Οι μαθητές του 1ου Δημοτικού μας Σχολείου πρωτοπόρησαν σε μια πολλή σημαντική εκδήλωση του Τζαντιώτικου Καρναβαλιού όχι μόνο διδασκόμενοι, αλλά και διδάσκοντες. Μπροστά - μπροστά στην παρέλαση, όπως τους άξιζε, δεν άνοιξαν μόνο μια πομπή, αλλά και το αύριο του τόπου μας. Πήραν την τύχη τους στα χέρια τους και ανάλαβαν υπεύθυνα τις τύχες τους. Διδάχτηκαν μια σημαντική πτυχή του πολιτισμού τους και δίδαξαν πως η Αποκριά γιορτάζεται στο δρόμο και τις πλατείες και όχι κάτω από τις κολώνες. Επίσης το ότι να ζήσεις είναι υπόθεση πρωταγωνιστή και όχι θεατή. Στην πράξη γνώρισαν την κοινή ετυμολογία των λέξεων θεατής και θεατρίνος, όπως αυτό αρμονικά συνέβαινε στο απώτερο παρελθόν της ιστορίας της χώρας τους.
Αξίζει ένας ιδιαίτερος έπαινος σ’ αυτά τα παιδιά, στους δασκάλους τους και στον Σύλλογο των Γονέων και Κηδεμόνων τους. Μετά την συγκροτημένη και ουσιαστική παρουσία τους στην Γκιόστρα του νησιού μας είμαστε σίγουροι πως θα μας εκπροσωπήσουν επάξια και στην ανάλογη εκδήλωση της γειτονικής Ιταλίας.
Απ’ όλους μας βαθμολογήθηκαν με άριστα και τους αξίζει.
Είναι αυτά που θα συνεχίσουν και θα προεκτείνουν την ιστορία μας.
Η συνέχεια στην Sulmona. Τότε αναμφίβολα θα επανέλθουμε. Και πάλι μπράβο τους!

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

Δημήτρη Λιαντίνη: Ο ΣΟΛΩΜΟΣ ΩΣ ΣΩΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ ΤΟΥ '21


[ Μια από τις τελευταίες ομιλίες του κορυφαίου Καθηγητή και διανοητή Δημήτρη Λιαντίνη είναι αυτή περί Διονυσίου Σολωμού, που τιτλοφορείται ακριβώς "Ο Σολωμός ως σωτήρας του μύθου του '21". Εκφωνήθηκε από τον ίδιο, στις 8 Απριλίου 1998 στην Αίθουσα του Νομαρχιακού Συμβουλίου Ζακύνθου, στο πλαίσιο των επίσημων εορτασμών, οι οποίοι διοργανώθηκαν τότε στο νησί των Ποιητών, για τη συμπλήρωση 200 ετών από τη γέννηση τού Μεγάλου Ζακύνθιου.

Απομαγνητοφωνημένη η Ομιλία δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό του λογοτέχνη και δοκιμιογράφου Διονύση Σέρρα ΕΠΤΑΝΗΣΙΑΚΑ ΦΥΛΛΑ 19 (1998) 231-247. Χάριν της αλήθειας πρέπει να αναφερθεί ότι η Ομιλία πρωτοδημοσιοποιήθηκε διαδικτυακά από την Ιστοσελίδα της Σύγχρονης Ελληνικής Ποίηση του Χρήστου Δημάκη (Α.Π.Θ.)]




Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Σαββάτου: ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Αυτό το οποίο χαρακτήριζε τον 20ό αιώνα, στο γεωπολιτισμικό γίγνεσθαι της ανθρωπότητας, ήταν οι πόλεμοι με εδαφικές διεκδικήσεις, οικονομικούς ανταγωνισμούς και ιμπεριαλιστικές επεκτάσεις.

Πολεμούσαν μεταξύ τους χριστιανικά έθνη, τα οποία επικαλούντο το όνομα του Θεού, προκειμένου να παρέμβει υπέρ τους και υπέρ του εθνικού δικαίου του καθενός.

Το χαρακτηριστικό του 21ου αιώνα είναι ότι στο όνομα του Θεού αναπτύσσεται μια θρησκευτική τρομοκρατία, η οποία θέτει επιτακτικότερο το ερώτημα αν οι πολεμικές συρράξεις, οι οποίες λαμβάνουν χώρα είναι πλέον θρησκευτικές ή συγκρούσεις συμφερόντων.

Μια ανάλογη εξέλιξη έχουμε και μέσα στον ίδιο το χριστιανικό κόσμο, τον αιώνα των σταυροφοριών. Στο όνομα και πάλι του Χριστού, οργανώνονταν εκστρατείες με σκοπό την κατάληψη άλλων χριστιανικών κρατών, ομόδοξων ή ετεροδόξων, και κατεβάλλετο αγώνας επιβολής και επικυριαρχίας της μία ομολογίας στην άλλη.

Οι παραπάνω εξελίξεις είχαν ένα κοινό σημείο αναφοράς. Τα πάντα γίνονταν στο όνομα του Θεού ή του Χριστού και είχαν έναν αντίστοιχο ιδεολογικό προσανατολισμό αφού κάθε θρησκευτική έκφραση έπρεπε να αποτελεί ένα σύμπαν κλειστό, το οποίο αρνείτο και ανάγκαζε να αρνηθούν και τους άλλους, στο όνομα του Θεού της πίστης τους.

Φαίνεται λοιπόν, ότι κάθε θρησκεία, στο όνομα του Θεού που αναφέρεται, επιζητεί την αποκλειστικότητά της, γεγονός το οποίο την αναγκάζει να «αιχμαλωτίσει» το Θεό και τα μέλη της ή τους οπαδούς της σε ένα ιστορικό παρελθόν και να δημιουργήσει μία ιδεολογικοποιημένη αντίληψη περί πίστεως, με αποτέλεσμα τη μετατροπή της σε μία φονταμενταλιστικού τύπου θρησκευτικότητα.

Τα τελευταία χρόνια στο χώρο της Ορθοδοξίας αναπτύσσεται μια ανάλογου φονταμενταλιστικού τύπου θρησκευτικότητα, όπου στο όνομα του Χριστού και του Θεού οδηγούμεθα στη διάσπαση, το διχασμό, την περιθωριοποίηση και την απομόνωση. Η αλήθεια την οποίαν πιστεύουν ότι διαφυλάσσουν, θεωρούν ότι είναι απλά ένα «γνωστικό αντικείμενο», το οποίο συλλαμβάνεται από τον ανθρώπινο νου και το οποίο «κατέχεται» από λίγους. Αντιλαμβάνονται την αλήθεια του Ευαγγελίου που εκφράζεται με το όνομα του Θεού ως μία «κλειστή έννοια πνευματικότητας», η οποία αναγκαστικά οδηγεί στην απολυτότητα. Τίποτα δηλαδή δεν μπορεί να κατέχει την αλήθεια, πέραν από αυτό που εμείς «κατανοούμε» και «αντιλαμβανόμαστε», φαίνεται να διακηρύσσουν οι οπαδοί της θρησκευτικής ομάδας ή της κολεκτιβικής σέκτας.

Αυτό όμως σχετικοποιεί το Θεό, ως αλήθεια στην ιστορία, και τον περιορίζει τόσο στα ιερά κείμενα όσο και στα θρησκευτικά δόγματα.

Σ’ αυτή τη φονταμενταλιστική θεώρηση της αλήθειας που εκφράζεται στο όνομα του Θεού βρίσκει έδαφος να αναπτυχθεί και η αντίληψη, ότι ο «άλλος» δεν είναι ανεκτός και δεν έχει τόπον «εν τω καταλύματι». Πέραν όμως από αυτήν τη φονταμενταλιστική θεώρηση της αλήθειας της «ορθοδοξίας», με το όνομα του Θεού αφενός δηλώνεται η υπέρβαση του τρόπου, με τον οποίον εκφράζεται η κατ' εξοχήν αλήθεια και αφετέρου περιγράφεται η αλήθεια καθ’ αυτήν, ως γεγονός κοινωνίας και σχέσης (ΡG 91, 1265 Α). Τι συνεπάγεται αυτό;

Πρώτον, ότι η αλήθεια δεν επιβάλλεται «άνωθεν» αλλά αναδεικνύεται μέσα από μία ελεύθερη αποκαλυπτική σχέση, η οποία διασώζεται διαχρονικά μέσα από το σώμα του Χριστού την Εκκλησία. Αυτό επιβεβαιώνει ότι η αυθεντική Ορθοδοξία δεν ταυτίζεται με κάποιο ιερό κείμενο αλλά με το πρόσωπο του Χριστού, ο οποίος είναι η κατ’ εξοχήν Αλήθεια, [πρβλ. Ι. Zizioulas, Verite et Communion, Irenikon 50 (1977), 451-510]. Δεύτερον, εκφράζεται ένα διαφορετικό είδος θρησκευτικότητας, όπου ο Θεός της Αποκάλυψης είναι ένας, αλλά όχι μόνος. Η γνήσια Ορθοδοξία, με τον τρόπο αυτό, εισάγει για πρώτη φορά στην ιστορία τη διάκριση μεταξύ του ενός και του μόνου. Το να είναι κάποιος «ένας» δεν ταυτίζεται με το «μοναδικό», το οποίο δεν μπορεί να προκύψει παρά μόνο μέσα από μία σχέση προσωπική.

Ποια σημασία έχουν αυτές οι δύο βασικές θεολογικές προϋποθέσεις για την κοινωνική διάσταση της αυθεντικής και γνήσιας Ορθοδοξίας;

• Ο «άλλος» δεν μπορεί να είναι εμπόδιο αλλά είναι μέσο για ανεκτικότητα, για ετερότητα, και για αποφυγή συγκρούσεων στο όνομα του Θεού, ο λόγος του αγίου Μάξιμου είναι πολύ επίκαιρος: «ίνα μη μόνον μάθωμεν αλλήλων αν(τ)έχεσθαι… αλλά και υπέρ εαυτούς αλλήλων κήδεσθαι» (ΡG 90,725).

• Καμία θρησκευτική αλήθεια δεν δικαιώνει την ύπαρξή της στο όνομα του Θεού της πίστεώς της, όταν αυτή σκλαβώνει. Στην περίπτωση αυτή, το πρόβλημα είναι το πώς αντιλαμβανόμαστε την πραγματική αλήθεια, η οποία εκφράζεται με το όνομα του Θεού. Οποιαδήποτε φονταμενταλιστική θεώρηση της Ορθοδοξίας συνεπάγεται τον εγκλωβισμό του ανθρώπου στο γράμμα, την απολυτοποίηση του ονόματος του Θεού, η οποία όμως σκοτώνει (Β΄ Κορ. 3, 6). Αντίθετα, η γνήσια Ορθοδοξία προσβλέπει στο πνεύμα και τη γνώση της αλήθειας, η οποία εκφράζεται με το όνομα του Θεού και ελευθερώνει (Ιωαν. 8, 32). Η γνήσια αυτή Ορθοδοξία είναι που στο όνομα του Θεού μάς υποδεικνύει τον τρόπο για μία ειλικρινή αναζήτηση και κατανόηση της αλήθειας, η οποία φανερώνεται ως τρόπος ζωής και «βιώνεται» μέσα στην ιστορία ως ετερότητα, διάλογος, κοινωνία και όχι απλή ανοχή η απόρριψη, όπως εσφαλμένα κατανοείται από κάποιους άλλους «γνήσιους» ορθόδοξους.

Πηγή: εν Thesis

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Η έκθεση και τα επίθετα του Έρωτα

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Μια σημαντική έκθεση που παρουσιάζει αυτή την περίοδο το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης με θέμα «ΕΡΩΣ Από τη Θεογονία του Ησιόδου στην ύστερη αρχαιότητα» μαζί με το ιδιαίτερα επιμελημένο ευρετήριο των εκθεμάτων αποτελούν την κυριότερη πηγή αυτού του δημοσιεύματος. Η αφορμή βέβαια χρεώνεται στο καρναβαλικό κλίμα που εμπεριέχει και προβάλλει ιδιαίτερα το ερωτικό στοιχείο σε συνδυασμό με την καθιερωμένη πλέον κι εμπορευματοποιημένη γιορτή του (καθολικού) Αγίου Βαλεντίνου στη χώρα μας.
Ένα πλήθος αντικειμένων (272) από μουσεία της Ελλάδας, της Κύπρου, της Ιταλίας και της Γαλλίας με ζωγραφιές πάνω σε αγγεία από πηλό (αγγειογραφίες) ή χαραγμένα σε χαλκό, ψημένο πηλό και μάρμαρο μαζί με ποικίλα γλυπτά, καλύπτουν μία περίοδο δέκα αιώνων (τέλη του 8ου α. π.Χ.- 3ος/4ος αι. μ.Χ.) και είναι χωρισμένα σε εννέα ενότητες. Ο αριθμός (κατά τους διοργανωτές) παραπέμπει στις 9 σφαίρες της πλατωνικής μουσικής θεωρίας που εδράζεται σε προγενέστερα σχήματα του Πυθαγόρα καθώς και τον αριθμό των 9 Μουσών: Α. Έρως και Αφροδίτη, Β. Ιδιότητες και δραστηριότητες του Έρωτα, Γ. Έρωτες και γάμοι θεών και ηρώων, Δ. Έρωτες και γάμοι θνητών, Ε. Έρωτες που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας, ΣΤ. Αγοραίοι έρωτες, Ζ. Όμοιοι έρωτες, Η. Βουκολικοί έρωτες, Θ. Ιθυφαλλικές θεότητες και φαλλικά σύμβολα.
Μέσα από αυτές τις ενότητες γίνεται προσπάθεια κατανόησης του Έρωτα, τόσο ως κοσμογονικής, ελκτικής, ενοποιητικής και γονιμοποιού δύναμης, όσο και ως προσωποποιημένης θεότητας, αλλά και ως ανθρώπινης αξίας και καθημερινής πράξης. Πληρέστερη εικόνα βεβαίως αποκτά κανείς μέσα από τα αρχαία κείμενα. Στην εισαγωγή του ευρετηρίου της έκθεσης μπορεί ο αναγνώστης να βρει μια πλειάδα κοσμητικών επιθέτων που χαρακτηρίζουν το Έρωτα και προσδιορίζουν τα χαρακτηριστικά του.
Κατά το κοσμογονικό σύστημα του Ησίοδου ο ¨κάλλιστος¨ μεταξύ των αθανάτων θεών ¨λυσιμελής Έρως¨, η αρχή του παγκόσμιου βίου, εμφανίστηκε μετά το Χάος και συγχρόνως με τη Γαία και τον Τάρταρο, ικανός να δαμάσει «πάντων των θεών και πάντων των ανθρώπων εν στήθεσσι νόον και επίφρονα βουλήν». Προφανώς γι αυτή του την ιδιότητα, αρκετά χρόνια αργότερα ο Σοφοκλής θα χαρακτηρίσει τον Έρωτα ως ¨ακαταμάχητο¨. Στο Συμπόσιο του Πλάτωνα χαρακτηρίζεται ως ¨δαίμων¨ , ο Έρως εκεί παρουσιάζεται ως ο νεότερος όλων των θεών.
Από τον 7ο αι. π.Χ. είχε επικρατήσει στον κόσμο των ποιητών και των καλλιτεχνών ο μύθος που συνέδεε τον Έρωτα με την Αφροδίτη. Ο Έρως ήταν γιος της Αφροδίτης που τον γέννησε ύστερα από συνεύρεση με το Δία ή τον Ερμή ή τον Άρη. «Δεν υπάρχει Αφροδίτη χωρίς τον Έρωτα» διατυπώνει επιγραμματικά ο Πλάτωνας.
Οι λυρικοί ποιητές του 6ου και του 5ου αι. π.Χ. απομακρύνθηκαν από την κοσμολογική υπόσταση του Έρωτα και προσείδαν σ΄ αυτόν ως τον θεό των παθών και των ακραίων συναισθημάτων του ανθρώπινου είδους. Ο Αλκαίος, μάλιστα, τον χαρακτηρίζει ως τον ¨δεινότατον των θεών¨. Και η Σαπφώ, επίσης, αποδίδοντάς του τα επίθετα ¨λυσιμελής¨ (ο λύων τα μέλη του σώματος), ¨γλυκύπικρος¨, ¨αλγεσίδωρος¨ (ο προξενών πόνους) και ¨μυθοπλόκος¨, παραπονείται ότι ο θεός κατέρχεται από τον ουρανό για να της διατρήσει (τρυπήσει) την καρδιά. ¨Σχέτλιος¨ (σκληρόκαρδος) αποκαλείται από το Σιμωνίδη και τον Θέογνι, ενώ κατά τον Ευριπίδη είναι ¨τύραννος¨ θεών και ανθρώπων, οπλισμένος με βέλη που δύσκολα μπορεί κανείς να αποφύγει κι επιφέρει στα θύματά του τρομερά πλήγματα όσο η φωτιά και οι ακτίνες των άστρων. Στον Αριστοφάνη προσφωνείται άλλοτε ¨γλυκύθυμος¨ και άλλοτε ¨αμφιθαλλής¨, ¨χρυσόπτερος¨ , ή ¨πάροχος¨.
Μια κατηγορία επιθέτων του Έρωτα σχετίζεται με τη φυσική μορφή του. Ιδιαίτερο γνώρισμα υπήρξε η νεότητά του που αντανακλά το τρυφερό του σώματος και το υδαρές του προσώπου του. Κατά τον Ανακρέοντα ο θεός είναι ¨αβρός¨, ενώ για τον Ίβυκο ¨τακερός¨ (απαλός, τρυφερός). Λόγω του κάλλους λάμπει και απαστράπτει, είναι δηλαδή ¨χρυσοφαής¨ στον Ευριπίδη, χαρακτηρίζεται δε ως ¨νεώτατος¨, ¨απαλός¨ και ¨υγρός¨ από τον ποιητή Αγάθωνα στο Συμπόσιο του Πλάτωνα. Γύρω στο 300 π.Χ. στη χορεία των επιθέτων που αναφέρονται σε μικρότερα ηλικιακά στάδια ο θεός αποκαλείται ¨μικρός¨ και χαρακτηρίζεται ¨νεογνός¨ στην ποίηση των ελληνιστικών χρόνων. Στην κατεύθυνση αυτή πορεύονται τόσο τα έργα της μικροτεχνίας, όσο κι εκείνα της μεγάλης πλαστικής (κοιμώμενος Έρως).
Στο Φαίδρο ο Πλάτωνας συστήνει το φιλοσοφικό έρωτα ως αποκλειστικά πνευματική έλξη και επαφή ανάμεσα στους ανθρώπους διαφορετικής ηλικίας, ωριμότητας και σοφίας γεγονός από το οποίο ενδέχεται να προέκυψε η τρέχουσα αντίληψη περί του ¨πλατωνικού¨ έρωτα.
Ήδη από τα χρόνια της Σαπφούς, ο Έρως είναι ¨πτερωτός¨, ο Ανακρέων, μάλιστα, διευκρινίζει ότι τα φτερά είναι χρυσά ¨χρυσόφτερος¨. Η μεγάλη Λεσβία ποιήτρια περιγράφει το θεό να κατέρχεται από τους ουρανούς ντυμένος με πορφυρή χλαμύδα (πορφυροχλάμυδος). Ο Ανακρέων και αργότερα ο Αριστοφάνης αναφέρουν ότι ο Έρως φέρει στέφανον από άνθη. Σε στίχους του Αισχύλου υπονοείται ότι ο Έρως οπλοφορεί, ενώ από το Ευριπίδη αναφέρεται ως ο Έρως ¨τοξότης¨, γιατί φέρει κατ΄ εξοχήν επιθετικά όπλα, τόξο και βέλη. Ο ¨δαδούχος ¨ Έρως της Παλατινής Ανθολογίας φέρει σύμβολα άλλων θεών, όπως για παράδειγμα ο κεραυνός, η ασπίδα, η τρίαινα , το ρόπαλο, σχεδόν πάντα με περιπαικτική διάθεση. Τέλος ο ¨άπτερος¨ Έρως ή ο Έρως με σπασμένα φτερά είναι αποτέλεσμα των συζητήσεων σχετικά με τη φύση του θεού.
Μοναδική απεικόνιση του Έρωτα , η οποία συναιρεί και προϋποθέτει στη σύνθεσή της όλες τις ιδιαίτερες ποιότητες που του απέδωσε η προγενέστερη τέχνη , απαντάται την εποχή των δύο τελευταίων ελληνιστικών αιώνων. ¨Αθάνατος¨ και ¨πεπερασμένος¨, ¨φθαρτός¨ και ¨αιώνιος¨, σύμβολο και πράξη, ο θεός Έρωτας αποδεικνύεται τόσο στις χαμερπείς ορέξεις του σώματος όσο και στις ανώτερες αναζητήσεις του πνεύματος, σταθερός σύντροφος της Ψυχής. Από ¨ανέραστος¨ ακόλουθος της παραδοσιακής μυθολογίας μεταμορφώνεται σε πάσχοντα θεό και τέλειο εραστή, σε μια επίγεια ιστορία αγάπης.
Ο μεσαίωνας δημιούργησε παραστάσεις του Έρωτα επηρεασμένος από τα κείμενα και όχι από την αρχαία τέχνη. Έτσι ο Έρωτας απεικονίζεται με γυμνή γυναίκα, με έναν εστεμμένο πρίγκιπα, πάντοτε φτερωτός και μερικές φορές με τα μάτια δεμένα: έτσι γεννήθηκε το θέμα του ¨τυφλού Έρωτος¨.
Από το χριστιανισμό και τα έθιμα των βόρειων λαών γεννήθηκε ο ¨ιπποτικός¨ έρωτας, δηλαδή το συναίσθημα εκείνο που εμπνέει τις μεγάλες πράξεις και γίνεται πηγή δόξας, ενώ η αγαπημένη γυναίκα απονέμει αυτή τη δόξα και γίνεται αυτή η ίδια η συνείδηση του πολεμιστή. Αυτή όμως η υψηλή μορφή του έρωτα δεν αργεί να εκφυλιστεί, επειδή η θέση της γυναίκας παρέμεινε κατώτερη από τη θέση του άντρα, όπως συνέβαινε και στην αρχαιότητα. Ο ιπποτικός έρωτας γίνεται και πάλι φυσικός έρωτας. Με αυτή τη μορφή υφίσταται και στις μέρες μας με τις διάφορες και επιφανειακές μόνο παραλλαγές. Η αλλαγή της θέσης της γυναίκας, η ανεξαρτητοποίησή της και η πρόοδος της ψυχολογίας συνέβαλαν στη μεταβολή των δεδομένων.
Ο Έρωτας λατρεύτηκε πολύ στον ελλαδικό χώρο. Ο αρχαιότερος και συνάμα σημαντικότερος τόπος λατρείας υπήρξε η πόλη Θεσπιών στη Βοιωτία, όπου ο θεός παριστανόταν με με τη μορφή Βαιτύλου, ακατέργαστου δηλαδή οξυκόρυφου μονόλιθου. Στο γειτονικό Ελικώνα, εκεί που λατρεύονταν οι εννέα Μούσες, τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια πεντετηρικοί αγώνες μουσικής και γυμναστικής με την επωνυμία Ερωτίδια ή Ερώτια προς τιμήν του Έρωτα. Στην πόλη των Αθηνών ένας βωμός ήταν αφιερωμένος στον ¨ποικιλομήχανον¨ θεό από κάποιον Χάρμο.

Ο τρόπος με τον οποίο αναφέρεται ο άνθρωπος στον έρωτα αποκαλύπτει εν πολλοίς την υπαρξιακή του ταυτότητα, την ποιότητα του πολιτισμού του. Κάθε γραπτή πηγή ή αρχαιολογικό εύρημα που αντανακλά αυτή τη συνήθεια στην αρχαιότητα, μπορεί να επαναφέρει την εικόνα που έχουμε για την αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, γεγονός απαραίτητο για την αυτογνωσία μας ως κατ΄ εξοχήν ιστορικού λαού.
Ο καθένας μας στο διάβα της ζωής του ας δημιουργήσει την ειδική σχέση μαζί του, σωματική, φιλοσοφική-πλατωνική ή άλλη, μιας και είναι αναπόσπαστο κομμάτι της γήινης πορείας του, αξεπέραστο και ανίκητο, όπως τραγουδούσε και ο χορός της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή:

Έρωτα, ανίκητε στον πόλεμο,
που κάνεις κτήμα όπου πέσεις
που στ’ απαλά τα μάγουλα
της κορασίδας νυχτερεύεις
και γυρνάς πάνω από τα πέλαγα
και στους απόμερους τους κήπους,
δε σου ξεφεύγει εσένα ούτε θεός
ούτε κανείς από του λιγόζωους ανθρώπους
κι όποιον θα πιάσεις γίνεται τρελός.

Ζάκυνθος 4-2-2010

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

Δημήτρη Γ. Μαγριπλή, ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΤΑΜΕΙΑΚΗ ΜΗΧΑΝΗ (διήγημα)

Τις απόκριες αποφάσισα να μασκαρευτώ. Θα γινόταν και η εκδήλωση των Φιλοπροόδων και φυσικά κανείς δεν έπρεπε να λείψει. Από μέρες προετοιμάστηκα και κανόνισα ακόμη και το τραπέζι που θα με φιλοξενούσε τη μεγάλη βραδιά. Το μόνο που με απασχολούσε ήταν η στολή. Τι να ντυνόμουνα; Είχα ήδη αποκλείσει τις παλαιότερες εμφανίσεις μου. Άλλωστε δεν μου έκανε τίποτα. Πάχυνα τον τελευταίο χρόνο και ακόμη και η στολή του κλόουν που είχε περιθώρια μέσης μού έμπαινε με ζόρι. Ήμουνα σε δεινή κατάσταση. Έπρεπε να διαλέξω προσωπικότητα έξω από τετριμμένα και μακριά από κοινοτυπίες. Κάτι που να υποδηλοί νόημα και να κλείνει το μάτι σε όλα τα κακώς κείμενα της εποχής. Να γίνω το σύμβολο των φετινών αποκριών και να παραλάβω το βραβείο από τα χέρια του ίδιου του Δημάρχου. Κάτι συγκεκριμένο όμως δεν μου έβγαινε με τίποτα. Μπροστά στο χάλι της γελοιοποίησης αποφάσισα να συγκεντρώσω τη σκέψη μου.

Έπρεπε να γίνω ο καρνάβαλος της χρονιάς και σαν τέτοιος αποκλείεται να παρουσιαστώ σαν γελαδάρης της δύσης, πρίγκιπας ή Ρωμαίος στρατιώτης. Φυσικά άγγελος, δαίμονας ή παπάς δεν μου το επέτρεπε η συνείδησή μου. Φυλακισμένος ήταν τόσο αποτρόπαιο, ειδικά μετά τις εκμυστηρεύσεις του φίλου μου του Φωτεινού, που έμεινε κάμποσο στο σωφρονιστήριο της Αθήνας. Να ντυνόμουνα ιπτάμενο αντικείμενο; Απαιτούσε δύσκολο και ακριβό εξοπλισμό και τα χρήματα που είχα δεν το επέτρεπαν. Δημοσιογράφος ήταν κάτι προκλητικό μα ταυτόχρονα έπρεπε να μεταφέρω συνέχεια εκείνο το μαρκούτσι και να παίρνω ασταμάτητα συνεντεύξεις από τους άλλους. Άσε που κινδύνευα από τους κουκουλοφόρους της βραδιάς, που υπέθετα ότι θα ήταν αρκετοί. Να ντυθώ αστυνόμος; Μπα, τραγωδία, σκέφτηκα. Πού να κουβαλάω ασπίδα και ρόπαλο και να φοβάμαι να εκτεθώ σε δημόσια θέα. Επιπλέον θα έπρεπε να ανταποδίδω, τουλάχιστον για να είμαι πειστικός, κάθε τι που θα μου πετούσαν. Να ντυθώ Εβραίος, Άραβας ή μαύρος; Αποκλείεται. Πρώτον δεν είμαι ρατσιστής και δεύτερον στην εποχή μας τίποτα από τα παραπάνω δεν βγάζει γέλιο. Τα δύο πρώτα σφάζονται μεταξύ τους και το τρίτο διοικεί τον πλανήτη. Τι να ντυθώ επομένως; Πόλεμος ή αιτία πολέμου; Επίσης ψηλός δεν είμαι, ούτε γυμνασμένος και προπάντων δε λέω με ρητορικό τρόπο απίθανα πράγματα. Άσε που έχω αλλεργία στο κάρβουνο που έπρεπε να βάλω στο πρόσωπό μου. Τι να υποκριθώ λοιπόν; Ότι θα αλλάξω τον κόσμο και να κρύβω το μαστίγιο κάτω από το κουστούμι μου όλο το βράδυ; Εκτός από επώδυνο θα ήταν και επικίνδυνο. Κάτι ο ιδρώτας, κάτι η ανατομία του πράγματος… Ανατρίχιαζα με την πιθανότητα. Να ντυθώ χρηματιστήριο, σκέφτηκα. Υπήρχε όμως ο φόβος κάποια στιγμή να βρεθώ γυμνός από την κατρακύλα που έπρεπε να έχουν τα ρούχα μου. Όσες τιράντες και να έβαζα η πτώση τους θα ήταν σίγουρη. Να ντυθώ πιστωτική κάρτα! Έλαμψε μέσα μου η ιδέα. Ποιος όμως θα γελούσε με την παρουσία μου; Κανένας δεν θα ήθελε να κάτσει δίπλα μου και ίσως κάποιος πιωμένος μπορεί να μου ριχνόταν με μίσος για να με σκίσει. Δεν ήμουνα για τέτοια. Θα ντυθώ στεγαστικό δάνειο! Αναφώνησα. Θα βάλω μια στέγη από χαρτόνι στο κεφάλι μου, φόρμα εργοταξίου, γαλότσες και θα κρατάω ένα μάτσο επιταγές με την φωτογραφία των κληρονόμων μου επάνω τους. Χρειάζομαι όμως και παρτενέρ. Να κάνει τον τραπεζιτικό υπάλληλο και να κρατάει χειροπέδες. Άντε να τον βρεις, είπα και απογοητεύτηκα. Θα ντυθώ μαγαζί, κατέληξα. Δεν θα έχει γούστο όμως. Όλη η στολή δύο χαρτόνια περασμένα με σκοινί από το κεφάλι. Εκπτώσεις και διάλυση. Μπα, θα φορέσω στολή πρωθυπουργού. Είναι λίγο κοινοτυπία αλλά έχει εκείνη τη μάσκα που σε τρελαίνει. Κάτι μεταξύ ούφο και ξένου τουρίστα. Θα είναι όμως και πολιτικοί στην εκδήλωση. Φαντάσου κάποιος από αυτούς να μου κάνει υπόκλιση. Δεν θα το αντέξω. Σχέσεις με μασκαράδες περιωπής δεν είχα ποτέ. Ίσως γιατί κατά βάση πάντοτε φοβόμουνα τις μπούλες.

Ήμουνα σε αδιέξοδο. Τίποτα δεν μου έκανε και τίποτα δεν μπορούσε να ικανοποιήσει την επιθυμία μου. Έψαχνα ανέλπιδα για κάτι ιδιαίτερο και πετυχημένο. Τι όμως; Βοήθεια δεν είχα από κανένα για τον απλούστατο λόγο ότι κανείς δεν μαρτυρούσε από πριν την ιδέα του και επίσης κανένας δεν κουβέντιαζε τέτοιο σπουδαίο γεγονός στο παραπέντε της προετοιμασίας. Κινδύνευα να μην παραστώ όταν δέχθηκα το τηλεφώνημα της ξαδέλφης μου της Ασπασίας.

Να ντυθείς ΑΤΜ, μου είπε και μάλλον γέλαγε και μετά το τέλος της συνδιάλεξης. Όλοι θα θέλουν να σε πλησιάσουν. Λίγοι θα τα καταφέρουν και ακόμη πιο λίγοι θα τολμήσουν να κάνουν ανάληψη. Ακόμη και τότε, με την ένδειξη πρόβλημα στο μηχάνημα, επιστρέφεις την κάρτα και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Στην έσχατη πλαστική κάρτα σου δίνουν, τα χρήματα της μονόπολης τους επιστρέφεις. Μην το σκέφτεσαι, θα είσαι το σύμβολο της γιορτής.

Ενθουσιάστηκα με την υπόδειξη. Το πρόβλημα ήταν πώς να φτιάξω την στολή. Δεν είχα περιθώρια χρόνου και έτσι βρέθηκα να πίνω πορτοκαλάδα έξω από μια μεγάλη τράπεζα. Περιεργάστηκα το μηχάνημα, σχεδίασα πρόχειρα τη στολή και γύρισα στην αποθήκη μου για τα περαιτέρω. Πράγματι είχα όλα τα υλικά. Πάντοτε φύλαγα σκουπίδια με την υπόθεση ότι ίσως κάποτε τα χρειαστώ. Και είχα δίκιο. Πίσω από το ντεπόζιτο με το λάδι βρήκα το τεράστιο κουτί από το ψυγείο που είχαμε αγοράσει πρόσφατα. Το πήρα, το άνοιξα και το χάζευα με περίσκεψη. Του κόλλησα μια οθόνη, ένα πληκτρολόγιο, άνοιξα μια σχισμή για τις κάρτες και άλλη μια ψηλά για να βλέπω. Επίσης δύο τρύπες για τα χέρια μου που αποφάσισα να τα επενδύσω με μαύρο πανί ίδιο με αυτό που είχαν παλιά οι υπάλληλοι για να μην τους τρίβονται τα μανίκια. Θα φόραγα και γάντια γυναικεία ώστε να υπάρχει τόνος γοητείας αλλά και κανείς να μην καταλάβει το φύλο μου. Επιτέλους ήμουν έτοιμος. Συνεννοήθηκα και με τον γείτονα να με πάει με το αγροτικό ώστε να μην ταλαιπωρηθώ και με την προϋπόθεση ότι δεν θα με προδώσει.

Η γιορτή άρχιζε στις δέκα. Περίμενα περίπου μια ώρα και αφού υπέθεσα ότι ο κόσμος θα έχει γεμίσει το μαγαζί φορτώθηκα στην καρότσα και με οδηγό έναν κοινότυπο καουμπόι βρέθηκα υπό τους ήχους κλαρίνων και βιολιών. Με άνεση στάθηκα μπροστά από μια κολόνα ώστε να μην ενοχλώ και φυσικά να μην κινδυνεύω να τσαλαπατηθώ από κανέναν. Είχα προνοήσει και είχα κάτω από την αμφίεση και μια καρέκλα σπαστή από αυτές που παίρνει κανείς μαζί του στο ψάρεμα. Καθόμουν λοιπόν και ψάρευα πελάτες. Έρχονταν παρέες και με πείραζαν. Συνήθως τους ευχαριστούσα με χειραψία μετά την είσοδο και έξοδο της κάρτας τους στην υποδοχή μου. Κάποιοι όμως με κλωτσούσαν και άλλοι με έφτυναν ενώ ορισμένοι μου έλεγαν τον πόνο τους. Εγώ, βράχος δεν έβγαζα λέξη για να μην προδοθώ. Ακόμη και όταν ένας πιωμένος ναύτης μού πρότεινε να βάλει την κάρτα του στην οπή μου με πονηρά χαμόγελα. Προτίμησα όμως να του δείξω τα πέντε μου δάχτυλα ως απάντηση και λίγο έλειψε να παρεξηγηθούμε. Κάποιος ψύχραιμος τού εξήγησε ότι είμαι μόνο ένα ΑΤΜ και μάλιστα απροστάτευτο στην μέση του πουθενά. Ηρέμησε και συνέχισε να χορεύει τσάμικο. Ένας αστυφύλακας ήρθε και ακούμπησε πάνω μου για προστασία. Ένιωσα ήρεμος. Δεν είναι και λίγο να σε αγγίζει η δημόσια ασφάλεια. Τι το 'θελε όμως. Τα κουτάκια της μπύρας που δέχθηκα μέχρι να φύγει ο τύπος δεν μετριώνται. Τα απέφευγε και κρυβόταν προς στιγμήν πίσω μου. Μετά έβγαζε το κεφάλι, έβριζε και ανταπέδιδε τα βόλια. Απέναντι μια παρέα με σπανιόλες χόρευε τρελά και παρέσυρε και τον αστυνόμο μου. Οι μισές ήταν έγκριτοι πολίτες της πόλης και προφανώς ξέδιναν κάτω από τις μάσκες τους. Τι κέφι! Όλο το μαγαζί στον αέρα. Ο δήμαρχος ντυμένος Ομπάμα έβγαζε λόγο και δίπλα του ο αντιδήμαρχος ντυμένος με ένα σεντόνι και κρατώντας ένα φλεγόμενο, δήθεν, σταυρό το έπαιζε οπαδός του. Δίπλα γνωστός κρεοπώλης ντυμένος αρνάκι βέλαζε και ο πρόεδρος του κυνηγετικού συλλόγου, ντυμένος κοκκινοσκουφίτσα έτρεχε να τον πιάσει. Η κυρία Μαρίκα, επώνυμη της ενορίας μας είχε ντυθεί τροτέζα και ο κύριος Σάκης ο μανάβης αμερικάνος πεζοναύτης την ρωτούσε μάλλον για την τιμή. Η κυρία Νίτσα, γνωστή για την ελευθεριότητά της, είχε ντυθεί κατηχητόπουλο και μοίραζε την «Φωνή Κυρίου» και ο Κυριάκος, γνωστός αντιεξουσιαστής της περιφέρειας, παπάς. Με την διαφορά ότι αντί για λιβανιστήρι κρατούσε μια μπουκάλα με ένα στουπί.

Γύρω στη μία η μουσική σταμάτησε. Η πρόεδρος του Συλλόγου Φιλοπροόδων, ντυμένη τσολιάς ανέβηκε στο πάλκο. Ήταν η ώρα για τις βραβεύσεις. Στα ουρητήρια συνωστίστηκε κόσμος πολύς. Η ουρά έφτανε μέχρι τη σάλα. Βρήκα την ευκαιρία λοιπόν και κινήθηκα με προσοχή προς τα εμπρός. Βρέθηκα στην πρώτη σειρά του ακροατηρίου. Πράγματι άξιζε τον κόπο η κίνηση. Είχα την εποπτεία και σε γωνιές που μέχρι τότε δεν μπορούσα να ελέγξω. Ο γραμματέας του συλλόγου ντυμένος παπάκι άνοιξε τον φάκελο και άρχισε να διαβάζει τις βραβεύσεις. Φωνές, χειροκροτήματα, φελλοί από σαμπάνια να πετάγονται στον αέρα. Βρισκόμουνα στο κέντρο της προσοχής. Είχα πάρει το πρώτο βραβείο. Ήμουνα ο καρνάβαλος της χρονιάς. «Στον ΑΤΜ, το σύμβολο της εποχής», όπως τόνισε ο γραμματέας. Έβαλα τα κλάματα και κόντεψε να χαλάσει το χαρτόκουτο από την υγρασία. Ευτυχώς κανείς δεν το υποψιάστηκε και όλοι συνέχισαν με κέφι να επαινούν την επιτυχή αμφίεσή μου.


«Βγάλε την κούτα. Ωεο, βγάλε την κούτα ...», φώναζε ρυθμικά ο κόσμος και νομίζω ότι κανείς δεν μπορούσε να του χαλάσει το κέφι. Απέναντί μου ο δήμαρχος Ομπάμα ετοιμαζόταν να μου παραδώσει το βραβείο. Προσεκτικά λοιπόν έβγαλα την αμφίεση. Πρώτα απεγκλώβισα τα χέρια και ύστερα με μια κίνηση δύο παρευρισκόμενοι, ο ένας Κινέζος και ο άλλος Πούτιν με ξεσκέπασαν. Με ένα χαμόγελο όλο περηφάνια, απελευθερωμένος από την αφόρητη ζέστη κοιτούσα το πλήθος. Μα αντί για αποθέωση έβλεπα πρόσωπα τεντωμένα και μάτια κόκκινα να με κοιτούν με έκπληξη. Το μάτι μου πήγε στον καθρέφτη απέναντι. Ω, Θεέ μου! Ήμουν σχεδόν γυμνός. Στην φούρια μου είχα ξεχάσει την πιθανότητα της επιτυχίας και τα παρεπόμενά της. Για να μην σκάσω είχα φορέσει μόνο το κάτω εσώρουχό μου που έκρυβε αχνά τη φύση μου. Το σύμβολο ήταν γυμνό και 'γώ κατακόκκινος από ντροπή. Πρόλαβα και κρύφτηκα κάτω από την μπέρτα του φίλου μου του Ζορό και τρέχοντας γλίτωσα το κάψιμο που επιβάλλει το έθιμο για τον καρνάβαλο.

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου: Η ΚΡΙΣΙΣ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΑΞΙΩΝ ΕΙΣ ΤΑΣ ΗΜΕΡΑΣ ΜΑΣ

[Ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου σε επίσημο Δείπνο του Ελληνοβρετανικού Επιμελητηρίου. Αθήνα, 5 Φεβρουαρίου 2010. Η φωτό είναι του Νικολάου Μαγγίνα.]

Αγαπητέ κύριε Πρόεδρε,
Αγαπητά μέλη και φίλοι του Ελληνοβρεταννικού Εμπορικού Επιμελητηρίου,
Εκλεκτοί συνδαιτυμόνες,

Μετά χαράς ανταποκρινόμενοι εις την ευγενή πρόσκλησίν σας, παρακαθήμεθα απόψε μαζί σας εις το δείπνον τούτο, το οποίον είχετε την καλωσύνην να διοργανώσετε προς τιμήν ημών. Η παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχου είναι εν ταυτώ και ευλογία του Επιμελητηρίου σας, με την ευκαιρίαν της συμπληρώσεως 65 ετών από της ιδρύσεως αυτού.

Ευχόμεθα δε και να τα εκατοστήση -και όχι μόνον- με πλουσιόκαρπον δημιουργικόν έργον!

Γνωρίζομεν ότι κατά την διαρρεύσασαν εξηκονταπενταετίαν το Επιμελητήριόν σας έχει συμβάλει μεγάλως, όχι μόνον εις την ανάπτυξιν του εμπορίου μεταξύ Ελλάδος και Ηνωμένου Βασιλείου και την οικονομικήν συνεργασίαν των, αλλά και εις την περαιτέρω σύσφιγξιν των κατά παράδοσιν φιλικών σχέσεων των δύο Χωρών και των λαών των. Δεν περιορίζεσθε εις τον Κερδώον Ερμήν, αλλ’ εναγκαλίζεσθε και τον Λόγιον, και, πολύ περισσότερον, καλλιεργείτε την αμοιβαίαν εμπιστοσύνην και αλληλοβοήθειαν, επ’ αγαθώ αμφοτέρων των λαών. Άλλωστε, τας σημαίας αμφοτέρων των Χωρών κοσμεί ο Τίμιος Σταυρός του Χριστού, το αιώνιον αυτό σύμβολον της αγάπης, της καταλλαγής και της ενώσεως των διεστώτων. Σας συγχαίρομεν, λοιπόν, θερμότατα δια τα μέχρι σήμερον επιτεύγματά σας και ευχόμεθα και εις το μέλλον «περισσεύειν μάλλον» εις παν έργον αγαθόν και θεάρεστον˙ και να ανάγεσθε ολονέν και περισσότερον εκ των εμπορικο-οικονομικών σχέσεων και συναλλαγών εις τας πνευματικάς και συντελεστικάς της καλλιεργείας του έσω ανθρώπου, το οποίον περισσότερον από ποτέ καθίσταται αναγκαίον εις την εξαιρετικώς δύσκολον εποχήν, εις την οποίαν έχει εισέλθει η ανθρωπότης.

Εζητήσατε να σας απευθύνωμεν λόγον, κατά την διάρκειαν του δείπνου τούτου. Και βεβαίως από ένα εκκλησιαστικόν ηγέτην δεν αναμένετε να σας ομιλήση περί εμπορικών και οικονομικών ζητημάτων με την αυθεντίαν και άνεσιν του ειδήμονος και επαΐοντος. Ασφαλώς όμως αναμένετε να ακούσετε λόγον, σχετικόν μεν προς το άμεσον αντικείμενον του Οργανισμού σας, εξ άλλης όμως επόψεως και από πλέον πνευματικής περιωπής. Τοιουτοτρόπως κατανοούντες το πράγμα εσκέφθημεν να απασχολήσωμεν δι’ ολίγων την αγάπην σας, με το θέμα: «Η Κρίσις των Πνευματικών και Οικονομικών Αξιών εις τας Ημέρας μας».

Εις την «μετανεωτερικήν» εποχήν, εις την οποίαν έχομεν εισέλθει, αι παραδοσιακαί πνευματικαί αξίαι του Χριστιανικού κόσμου, εις τον οποίον ανήκει τόσον η Ελλάς όσον και το Ηνωμένον Βασίλειον, έχουν παύσει προ πολλού να θεωρούνται αυτονόητοι. Παλαιότερον εδίδετο στοιχειώδης, τουλάχιστον, προσοχή εις την υπογράμμισιν του Ευαγγελιστού Ιωάννου ότι «παν το εν τω κόσμω, η επιθυμία της σαρκός και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου, ουκ έστιν εκ του Πατρός, αλλ’ εκ του κόσμου εστί. Και ο κόσμος παράγεται και η επιθυμία αυτού» (Α Ἰω. 2, 16), και εξετιμάτο η ολιγάρκεια, η εγκράτεια, η σωφροσύνη, η αποφυγή της απληστίας, της υπερβολής και της επιδείξεως. Επεκράτει φρόνημα ταπεινόν, αγαπητικόν, μεταδοτικόν, ευεργετικόν, φιλάνθρωπον, απέρπερον! Όμως, ο κατακλυσμός των Μέσων Γενικής Ενημερώσεως, εις τον τομέα της ψυχαγωγίας κυρίως, συστηματικώς και επιμόνως από του παρελθόντος αιώνος προβάλλει –και εν πολλοίς επιβάλλει!- ένα πρότυπον βίου, το οποίον μακράν απέχει από εκείνο το οποίον προβάλλει το Ευαγγέλιον και ενεστερνίσθησαν και εβίωσαν επί αιώνας οι πατέρες μας. Ο προβαλλόμενος σήμερον ανθρώπινος τύπος είναι ο εγωκεντρικός εκείνος που διαθέτει και επιδεικνύει, και δη και προκλητικώς, εύκολον πλούτον και ικανόν να του ικανοποιήση κάθε επιθυμίαν, να εξαγοράση δι’ αυτού τα πάντα, από συνειδήσεις μέχρι πολιτικήν δύναμιν και εξουσίαν, που διαθέτει νεανικόν σφρίγος και αλκήν, σιδηράν υγιείαν, ελευθερίαν ανεμπόδιστον μέχρις ασυδοσίας, δια να απολαύση όσα η αχαλίνωτος σαρξ επιθυμεί. Προς επιτυχίαν αυτών αι ηθικαί αναστολαί ευκόλως υποχωρούν, η αξία του προσώπου του συνανθρώπου μηδενίζεται μέχρις ηθικής η και φυσικής ακόμη εξοντώσεώς του, το περιβάλλον υφίσταται βιαίαν κατάχρησιν και περιφρονείται κ.ο.κ. Βεβαίως πρόκειται όχι απλώς περί οικτράς φρεναπάτης, αλλά περί «ύβρεως», με την αρχαιοελληνικήν φιλοσοφικήν της λέξεως έννοιαν, την οποίαν, κατά τον πολύν Ηράκλειτον είναι μεγαλυτέρα ανάγκη να σπεύσωμεν να κατασβέσωμεν, παρά την πυρκαϊάν: «Ύβριν χρη σβεννύναι μάλλον, η πυρκαϊήν»!

Διότι και ο πλούτος είναι συνήθως αβέβαιος, και η νεότης είναι προσωρινή, και η υγιεία επισφαλής, και ο συνάνθρωπος από πάσης πλευράς υπολογίσιμος, ανεξαρτήτως του εάν τον βλέπη κανείς ως «χαράν» του (υπό το φως της χριστιανικής αγάπης), η ως απειλήν και «κόλασίν» του (κατά τον άθεον φιλόσοφον), η και απλώς ως οχληρόν η αδιάφορον συνυπάρχον ον, (κατά το υπόδειγμα του πλουσίου του Ευαγγελίου με τον πτωχόν Λάζαρον). Και επί πάσι τούτοις, ο θάνατος αργά η γρήγορα θα επέλθη, με δημοκρατικήν ισονομίαν! Παρά ταύτα, ο «άφρων πλούσιος» του Ευαγγελίου, ο πλεονέκτης, ο εγωκεντρικός, ο άφιλος, ο λιθοκάρδιος, έχει καταστή, πρωτοστατούσης της Εβδόμης Τέχνης, το ίνδαλμα των ημερών μας, με αποτέλεσμα, εξαιρέσει μικράς φιλοσόφου και θεοφιλούς μειοψηφίας, οι σύγχρονοι άνθρωποι να χωρίζωνται εις δύο κατηγορίας: Εις τους «υβριστάς», οι οποίοι έχουν επιτύχει την κινηματογραφικήν αυτήν χίμαιραν, όπως δι’ ολίγων την περιεγράψαμε, και εις τους μανιωδώς επιθυμούντας να καταστούν και αυτοί εξ ίσου υβρισταί, αδιαφορούντες συνήθως δια τα μέσα η τας συνεπείας. Και καθώς «εν τω υπερηφανεύεσθαι τον ασεβή εμπυρίζεται ο πτωχός» (Ψαλμ. 9, 23), η «ύβρις» και η «πύρωσις» δημιουργούν ένα φαύλον κύκλον, ο οποίος παράγει μόνον δυστυχίαν και δάκρυα και μίσος και απογοητεύσεις!

Με εξαίρεσιν, λοιπόν, τους ολίγους, οι οποίοι, εχόμενοι στερρώς των χριστιανικών αξιών, φεύγουν τας μαγγανείας της νέας Κίρκης, και, είτε έχουν οικονομικήν άνεσιν είτε όχι, ζουν και συμπεριφέρονται θεοκεντρικώς, χρησιμοποιούντες ευεργετικώς και φιλανθρωπικώς τον καλώς κτηθέντα πλούτον των οι μεν, αξιοπρεπώς και αγογγύστως αντιπαλαίοντες την έντιμον πενίαν των, οι δε, οι άλλοι, οι πολλοί, κτίζουν τρόπον τινά ένα νέον Πύργον της Βαβέλ, ο οποίος έχει ποικιλίαν ονομάτων: χρηματιστηριακούς ακροβατισμούς, καταδολίευσιν ξένου η δημοσίου πλούτου, ασυλογίστους υπερδανεισμούς, τοκογλυφίας, εγκλήματα, ανθρωποκτονίας κ.ο.κ., αλλά, θάττον η βράδιον, κατ’ αδήριτον νομοτέλειαν, ο πύργος αυτός θα καταρρεύση! Και η κατάρρευσις έχει αρχίσει με την διαβόητον «κρίσιν», η οποία ενέσκηψεν ιδίως από του παρελθόντος έτους και ταλανίζει πλέον δεινώς την παγκόσμιον κοινότητα. Την ωνόμασαν «οικονομικήν κρίσιν», «χρηματιστηριακήν κρίσιν» κ.λπ. Ανεζητήθησαν οι υπεύθυνοι αυτής εις τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, επεσημάνθησαν οι λεγόμενοι «golden boys», εκατηγορήθησαν κυβερνητικοί αξιωματούχοι και άλλοι, οι οποίοι και εδέχθησαν επί της κεφαλής των την αγανάκτησιν και κατακραυγήν της θλιβεράς στρατειάς των νεοανέργων, των νεοπτώχων, όλων εκείνων οι οποίοι είδον αιφνιδίως να καταρρέη εις σωρόν ερειπίων η ζωή των, η αξιοπρέπειά των, τα όνειρά των, ενδεχομένως και η οικογένειά των! Πολλαί δε μέθοδοι δοκιμάζονται και πολλά μέτρα λαμβάνονται υπό των κρατικών κυβερνήσεων και των διακρατικών οργανισμών δια την επούλωσιν της φοβεράς παγκοσμίου πληγής. Φοβούμεθα όμως ότι θα παραμείνουν ατελέσφορα, ή θα έχουν προσωρινήν μόνον επιτυχίαν, εφ’ όσον αγνοείται και αφήνεται ανέπαφος η ρίζα και αιτία του κακού, η οποία ευρίσκεται, ως εκ των προλεχθέντων αντιλαμβάνεσθε, πολύ βαθύτερα.

Η λέξις «κρίσις», αγαπητοί παρόντες, εις την ωραίαν ελληνικήν γλώσσαν μας έχει και την έννοιαν της δίκης. Με αυτήν την έννοιαν την συναντώμεν κατ’ επανάληψιν εις την Αγίαν Γραφήν: «Δια τούτο ουκ αναστήσονται ασεβείς εν κρίσει» (Ψαλμ. 1, 5) – «Την κρίσιν πάσαν δέδωκε τω Υιώ» (Ιωάν. 5, 22) – «Νυν κρίσις εστί του κόσμου τούτου» (Ιωάν. 12, 31) κ.λπ. Μέχρι προσφάτως, όταν ενέσκηπτε μία μεγάλη κοινή συμφορά, οι Χριστιανοί συνήθιζον να λέγουν: «Θεία δίκη»!, υπονοούντες ότι ελειτούργει η παιδαγωγική ράβδος του Θεού, εξ αιτίας του πλεονασμού της αμαρτίας και της αποστασίας! Το έλεγον εις περιπτώσεις πολέμων, σεισμών, θεομηνιών, ξηρασίας, πλημμύρας, επιδημίας φοβερών ασθενειών κ.τ.τ. Σήμερον ομιλούμεν μόνον περί «κρίσεων». «Κρίσις» εις τας σχέσεις της α χώρας με την β , «κρίσις» εις τας σχέσεις των κοινωνικών τάξεων, «κρίσις» εις την πολιτικήν, «κρίσις» εις την οικονομίαν κ.ο.κ. Διερωτώμεθα με την απλότητα και την αφελότητα της καρδίας ενός μέσου πιστού: -Μήπως και εν προκειμένω πρόκειται απλώς περί «Θείας δίκης»; Μήπως ηνέχθη ο Θεός την μεγάλην αυτήν συμφοράν δια να αφυπνισθώμεν από τον θανατηφόρον λήθαργον της αμαρτωλού φαντασιώσεώς μας; Μήπως εις την «μοντέρναν» αμαρτίαν της συγχρόνου «ύβρεως» χάριν του «μοντέρνου» ειδώλου του ευδαιμονισμού, εχρησιμοποίησεν η αγάπη Του «μοντέρνα» μέσα παιδαγωγίας, επιτρέψασα την κατάρρευσιν των τραπεζών, των χρηματιστηρίων, της παγκοσμίου αγοράς; Εκείνος, ο Οποίος κάποτε εισήλθεν εις τον Ναόν των Ιεροσολύμων και «εξέβαλε πάντας τους πωλούντας και αγοράζοντας εν τω Ιερώ, και τας τραπέζας των κολλυβιστών κατέστρεψε» (Ματθ. 21, 12), μήπως εισήλθε και εις το «ιερόν του χρήματος» και ανέτρεψεν αιφνιδίως τα είδωλα των οικονομικών βεβαιοτήτων, δια να έλθωμεν εις εαυτούς, να κάμωμεν μίαν νέαν ιεράρχησιν αξιών και προτεραιοτήτων εις την ζωήν μας; Δια να ενθυμηθούμε την ευλογημένην λιτότητα και ολιγάρκειαν, την οποίαν ο Ίδιος μας εδίδαξεν έργω και λόγω, δια της οποίας αφήνεται φιλανθρώπως χώρος και δια τον «πλησίον» μας; Δια να εξέλθωμεν από την κτηνωδίαν του ακράτου καταναλωτισμού, ο οποίος μετατρέπει την ανθρωπίνην κοινωνίαν εις αγέλην λύκων; (Παρενθετικώς σημειούμεν ότι ο όρος «καταναλωτική κοινωνία», όχι απλώς είναι αδόκιμος, αλλά συνιστά αντίφασιν εν τοις όροις. Ο καταναλωτισμός προϋποθέτει παμφαγικάς διαθέσεις, ενώ η κοινωνία, εγκράτειαν, λιτότητα, δόσιν, παραχώρησιν, αγάπην και θυσίαν!).

Μήπως δια να ίδωμεν το χρήμα ως «χρήμα», δηλαδή ως εργαλείον και όχι ως κτήμα, δηλ. μόνιμον απόκτημα; Ως «νόμισμα», δηλαδή κάτι το οποίον νομίζομεν ότι είναι ιδικόν μας, ενώ εις την πραγματικότητα δεν μας ανήκει, αλλ’ είμεθα απλοί διαχειρισταί του; Μήπως δια να αποδεχθώμεν την οικονομίαν όχι ως «χαμοθεόν» και μέτρον των πάντων, αλλ’ ως απλήν τακτοποίησιν των του οίκου μας (είτε κατά κυριολεξίαν, είτε της χώρας είτε του κόσμου όλου) συμφώνως προς τον Νόμον (εννοούμεν τον Νόμον του Θεού, δηλ. τον Νόμον της αγάπης); Άλλωστε, η λέξις οικονομία εκείθεν προέρχεται: οίκος + νόμος, και αυτό υπονοεί! Δια να παύσωμεν να αισθανώμεθα αυτάρκεις και ανενδεείς της χάριτός Του, και να στραφώμεν εν πίστει και εκζητήσωμεν ταπεινώς και επ’ ελπίδι τον «υπερβάλλοντα πλούτον της χάριτος αυτού εν χρηστότητι εφ’ ημάς» (Εφεσ. 2, 7) και της αγάπης Του; Ούτω διερωτώμεθα, η μάλλον αυτό ακριβώς πιστεύομεν!...

Αλλά δεν επιθυμούμεν να σας καταπονήσωμεν δια περισσοτέρων. Ηθελήσαμεν να δώσωμεν εις σοφούς αφορμήν, δια να καταστούν σοφώτεροι!.. Σας ευχαριστούμεν θερμώς δια την χαράν του δείπνου, δια τους ευγενείς λόγους της προσφωνήσεως του κ. Προέδρου, δι’ όλας τας εκδηλώσεις σεβασμού και αγάπης προς ημάς, την Συνοδείαν ημών και τον άγιον Οικουμενικόν Πατριαρχικόν Θρόνον. Αι προσευχαί της «Εκκλησίας των του Χριστού πενήτων», όπως ωνομάσθη η Αγιωτάτη Μήτηρ Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως κατά τους χρόνους των μεγάλων δοκιμασιών της, σας συνοδεύουν θερμαί. Ομοίως και η πατρική ημών ευχή και Πατριαρχική ευλογία! Σας αναμένομεν να έλθετε και εις το Φανάριον, δια να χαρώμεν την επανασυνάντησίν μας. Μέχρι τότε, συνεχίσατε να προΐστασθε φιλοτίμως καλών έργων, ως κατενώπιον Θεού, εις έπαινον του ονόματός σας και του ονόματος του Επιμελητηρίου σας. Καλήν Απόκρεω, καλήν Τεσσαρακοστήν και ευφρόσυνον άγιον Πάσχα!

Εικαστικές δημιουργίες, με αφορμή την Γκιόστρα



Γράφει ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟΣ

Η Αστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία “Giostra di Zante”, η οποία, από το 2005, έχει επαναφέρει το πανάρχαιο έθιμο των ιππικών αναμετρήσεων στο τοπικό μας Καρναβάλι, δίνοντάς του έτσι ένα ξεχωριστό, καθαρά δικό του χρώμα και προτείνοντας λύσεις ποιότητας, εκτός από το καθαυτό δρώμενο, το οποίο με ιδιαίτερη επιτυχία, κάθε περίοδο της Αποκριάς, οργανώνει, προσπαθεί παράλληλα να συνεισφέρει και στην σύγχρονη δημιουργία, είτε αυτή είναι η έρευνα, είτε η λογοτεχνία, είτε η εικαστική έκφραση.

Στα πλαίσια αυτών της των επιδιώξεων, όπως σίγουρα όλοι γνωρίζετε, κάθε χρόνο κυκλοφορεί ειδικό, καλαίσθητο και καλοτυπωμένο φυλλάδιο, στις σελίδες του οποίου υπάρχουν τα πορίσματα της αναζήτησης των πιο σημαντικών πνευματικών ανθρώπων του νησιού μας, τα οποία αφορούν την ιστορική εξέλιξη της Γκιόστρας στη Ζάκυνθο, τις ιστορικές συνθήκες που την δημιούργησαν, καθώς και τις κοινωνικές της προεκτάσεις. Η έκδοση αυτή μάλιστα δεν μοιράζεται μόνο στο τοπικό κοινό και τους επισκέπτες του νησιού, αλλά αποστέλλεται και σ’ όλες τις βιβλιοθήκες της χώρας μας, καθώς και στους πνευματικούς της ανθρώπους, αποδεικνύοντας έτσι, πως το πάλαι ποτέ «Φιόρο του Λεβάντε», εκτός από την θλιβερή του επικαιρότητα, έχει και τις καλές στιγμές της συνέχισης της μακραίωνης πνευματικής του παράδοσης και παρακαταθήκης.

Επίσης η Εταιρεία θεωρεί ιδιαίτερή της επιτυχία, που μερικοί από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους ποιητές της Ζακύνθου έχουν εμπνευστεί από τα ιππικά αυτά αγωνίσματα και την όλη τους διάσταση και τα έχουν, ο καθένας με τον τρόπο του, συμπεριλάβει στα δημιουργήματά τους. Από φέτος μάλιστα, αρχίζοντας με ανέκδοτη δουλειά του π. Παναγιώτη Καποδίστρια, θ’ αρχίσει να δημοσιεύει αυτά τα ποιήματα στο φυλλάδιό της, ενώ στην ημερίδα που διοργανώνει στα τέλη της Άνοιξης, σε συνεργασία με το Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων, θα υπάρχει και σχετική ανακοίνωση, που θα γνωρίζει και θα ερευνά το θέμα, από τον δραστήριο φιλόλογο Γιώργο Φιορεντίνο.

Τέλος, κάθε χρόνο, αναθέτει σ’ έναν από τους ζωγράφους του νησιού μας την κατασκευή της καλλιτεχνικής αφίσας, που, σαν ένας άλλος κήρυκας, αναγγέλλει την εκδήλωση, σ’ έναν από τους αξιόλογους ζωγράφους του νησιού. Με τον τρόπο αυτό γνωρίζουμε το πώς ο κάθε εικαστικός καλλιτέχνης, μέσα από την ξεχωριστή, δική του ματιά, αντιμετωπίζει το θέμα και το πώς το χθες αναγεννάται στο σήμερα, με νέες εκφραστικές φόρμες, καινούργιες τεχνικές και σημερινές αντιλήψεις. Γιατί μια αναβίωση και μόνο δεν αρκεί. Απαιτείται πάντα και η προσαρμογή της στην πραγματικότητα των ημερών μας. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η συνέχεια και αποδεικνύεται η απαραίτητη επιστροφή στην δική μας, ξεχωριστή ταυτότητα.

Η φετινή αφίσα είναι έργο του ταλαντούχου και πολλά υποσχόμενου ζωγράφου και αγιογράφου Χαράλαμπου Πυλαρινού, ο οποίος με την γνωστή σε όλους μας, μετά τις επιτυχημένες και στην Ζάκυνθο εκθέσεις του, τεχνική του, με την οποία προσπαθεί να αξιοποιήσει τις διδαχές της παράδοσης και να τις προσαρμόσει στις σύγχρονες απαιτήσεις, δίνει την δική του εκδοχή για την Γκιόστρα της Ζακύνθου και έχει καταφέρει να της αποδώσει την προσωπική της, ξεχωριστή ταυτότητα.

Κυριαρχική μορφή στο έργο του, με τα παρήγορα φωτεινά του χρώματα, όπως αρμόζει στην περίπτωση, ο νικητής ιππότης, ο οποίος στην ουσία είναι και ο πρωταγωνιστής της όλης εκδήλωσης. Επάνω στο μεγαλόπρεπο άλογό του, κρατά το ακόντιο με τον κρίκο της νίκης του και το επιδεικνύει πανηγυρικά χαρούμενος στο πλήθος, που τον επευφημεί και τον θαυμάζει. Πισωκάπουλα κάθεται στο άτι του η εκλεκτή της καρδιάς του, για την οποία αγωνίστηκε και για χάρη της προσπάθησε να είναι ο πρώτος. Με τον τρόπο αυτό ο καλλιτέχνης δίνει την όλη διάσταση της ζακυνθινής Γκιόστρας, η οποία δεν ήταν μόνο επίδειξη ικανότητας και ανδρείας, αλλά συγχρόνως αποτελούσε και ένα μέσο ερωτικής έκφρασης και έναν τρόπο ουσιαστικής επαφής και επικοινωνίας των δύο φύλων, σε μια εποχή μάλιστα, που οι τζελουτζίες, που μόνο την ημέρα της Γκιόστρας αφαιριόντουσαν, κρατούσαν ακόμα φυλακισμένες στα σπίτια τους όλες τις γυναίκες και ο εκκλησιασμός τους, ακόμα και στις φαμιλιακές εκκλησίες, γινόταν στο γυναιτίκι. Το άλογο φέρει όλη του την ιπποσκευή - όπως όλοι οι στρατιωτικοί Άγιοι -και είναι ντυμένο με μια κατακόκκινη κουβέρτα, όμοια με την στολή του καβαλάρη του. Η νεανικότητα και των δύο προσώπων που το ιππεύουν δίνει υπόσχεση αναγέννησης και παρέχει ελπίδα σιγουριάς. Γιατί η Γκιόστρα πάνω απ’ όλα είναι επίδειξη εφηβικής ικανότητας και για το λόγο αυτό, πολύ πιθανόν, γιορτάζονταν πάντα την περίοδο του Καρναβαλιού, με την απαρχή της καλοκαιριάς και της Άνοιξης. Γι’ αυτό και τα τόσα ιπποτικά μυθιστορήματα, οι σχετικές κινηματογραφικές ταινίες και η ταύτιση του ιππότη με τον εραστή, ακόμα και στην εκφραστική καθημερινότητα όλων των λαών.

Το κοινό που παρακολουθεί τα τεκταινόμενα είναι οι καθαρά ζακυνθινοί πολίτες, όπως τους γνωρίσαμε πριν την πρόσφατη αλλοίωσή τους και την ισοπέδωσή τους από τον τουρισμό, την τηλεόραση και την καθημερινή τους επαφή με την απέναντι στεριά, με την οποία επιπόλαια κάποιοι επιδιώκουν, για την επιφανειακή τους ευκολία, να ενωθούμε, σαν Περιφέρεια. Κρατούν κάτι από την επαφή τους με την μακρινή Δύση, διατηρούν συγχρόνως την ανόθευτη και αμιγή ελληνικότητά τους και μπορούν, χωρίς καμιά δυσκολία ν’ αναγνωριστούν και να διατρανώσουν την ταυτότητά τους. Συνυπάρχουν όλες οι κοινωνικές τάξεις της κάποτε «Φλωρεντίας της Ανατολής», οι Μεσαμερίτες και οι Οξωμερίτες, οι Χωραΐτες και οι Χωρικοί, οι λαϊκοί και οι κληρικοί. Χαρακτηριστικές φιγούρες: η γυναίκα με το γαλάζιο κρινολίνο, η γιαγιά με το μαγκούρι της, μια μεσόκοπη με το τσεμπέρι της, τα παιδιά με τις σημαίες τους, υποστηριχτές και οπαδοί του νικητή, οι αντρικές μορφές με τα καπέλα της τάξης τους, ένας στοργικά κοιτάζων την γυναίκα ή καλή του και ο κληρικός, που συμμετέχει στα τεκταινόμενα, όπως πάντα συνέβαινε στην παλιότερη και νεότερη ιστορία του Τζάντε, που ακόμα και ο Δεσπότης πήγαινε στους επίσημους χορούς, τους οποίους διοργάνωναν οι δύο Λέσχες, την περίοδο του Καρναβαλιού και καλλιεργημένοι ρασοφόροι έγραφαν και διοργάνωναν «Ομιλίες».

Η όλη σκηνή διεξάγεται μπροστά από το νεότερο Μουσείο του νησιού μας. Η επιλογή, βέβαια, δεν είναι καθόλου τυχαία. Και δεν είναι μόνο που εκεί άρχισε δειλά - δειλά, για να εξελιχτεί σε μεγάλο γεγονός, η αναπαράσταση της ζακυνθινής Γκιόστρας, στα πρώτα, μετασεισμικά, βήματά της, το Καρναβάλι του 2005. Η παρουσία του κτιρίου αυτού, στο εικαστικό έργο του Χαράλαμπου Πυλαρινού, αλλά και στην σημερινή πραγματικότητα, δείχνει την ιερότητα του χώρου, την ανάγκη για την γνώση της ιστορίας, καθώς και το απαραίτητο της συνέχισης, προσαρμοσμένο, βέβαια στο σήμερα και τις απαιτήσεις του. Στο Μουσείο αυτό έχουν διαφυλαχτεί, σαν κόρη οφθαλμού, όλες αυτές οι εικαστικές προσευχές και εκφράσεις, που πριν την ισοπεδωτική καταστροφή του 1953, στόλιζαν τις εκκλησίες του νησιού μας και έκαναν περήφανους τους πιστούς τους. Είναι το αντίβαρο μιας απρόσωπης και δίχως σκοπό επιτοίχιας ύβρεως και μιας αβασάνιστης και στο πόδι ευκαιριακής πανσπερμίας, που διαμορφώνει άλλες αναζητήσεις και απομακρύνει από την αισθητική καλλιέργεια.

Πάνω στην ταράτσα του Μουσείου, σαν άλλος «Βιολιστής στην στέγη», για να υπάρχουν καλλιτεχνικές συγγένειες και δεσμοί με την σημερινή δημιουργική έκφραση και τις καλές στιγμές της, ένας σαλπιγκτής συμμετέχει στα επινίκια και διαλαλεί την χαρά της γιορτής, της νίκης και του έρωτα. Διόλου τυχαία είναι στραμμένος προς την Μπόχαλη - το «Προάστιο του Μπόχαλη», είναι η πιο σωστή ονομασία - όπου διακρίνεται η εκκλησία της κάποτε Κυράς του Κάστρου, της Παναγίας της Χρυσοπηγής, με την θαυμάσια εικόνα και το εαρινά αναστάσιμο, λαοφιλές - και πάλι κάποτε - πανηγύρι της. Κάπου προς τα εκεί, ο αμετανόητος θεατής και ουσιαστικός κοινωνός του έργου, μπορεί να φανταστεί τον γειτονικό Αρίγκο, όπου σ’ αυτόν βρισκόταν το παλιό στάδιο της αρχαιοελληνικής Ζακύνθου και είναι και η απαρχή της τζαντιώτικης Γκιόστρας. Με τον τρόπο αυτό η συνέχεια υπάρχει διακριτικά και η αναβίωση στηρίζεται σε στέρεες βάσεις.

Δεν είναι τυχαίο, επίσης, που το όλο στήσιμο του έργου του Χαράλαμπου Πυλαρινού συγγενεύει με «Ομιλία», ιδίως με την τοποθέτηση των θεατών και που η όλη εικόνα θυμίζει «ξεφάντωσι των φίλων» και κάποιο σχετικό έργο του πολυτάλαντου Κ. Πορφύρη. Είναι το πέρασμα της Γκιόστρας στο λαϊκό θέατρο του νησιού και η σύνοψη των τριών ταξικών σταδίων που ακολούθησε.

Τέλος το φεγγάρι, που ρομαντικά συνυπάρχει στο δημιούργημα, δείχνει την ευαισθησία των ζακυνθίων, «άνθος παρθένων», όπως τους θέλει ο Ανδρέας Κάλβος και θυμίζει βραδιές αξέχαστες και μοναδικές, με καντάδες και καλλίφωνες προσευχές.

Το έργο αυτό είναι αναμφίβολα η κατεξοχήν απεικόνιση της ζακυνθινής Γκιόστρας. Την προβάλει, την τονίζει και την διαιωνίζει. Καυχιέται για την ύπαρξή της και την ιστορία της, χωρίς να την μακιγιάρει επίφοβα ή να την εξωραΐζει. Και αυτό αποτελεί κατόρθωμα και επιτυχία του ζωγράφου.

Η ομηρική ποίηση και οι δημο-βόροι άρχοντες (ή Ο Αχιλλέας και ο σκύλος)

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

Η αφόρητη ψυχολογική κατάσταση που μας έχουν επιβάλλει τον τελευταίο καιρό τα μέσα μαζικής προπαγάνδας, η οδυνηρή κατάσταση της οικονομίας, αλλά και η καθίζηση του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, οδηγούν στο καταφύγιο της ποίησης. Μάλιστα κάποιοι υποστηρίζουν ότι ο Έλληνας είναι από τη φύση του ποιητής και δεν έχουν άδικο. Η κοινωνία του παραμένει θεσμικά καθηλωμένη, δεν είναι καν μια κοινωνία νεοπαγής. Δεν έχει ακόμα συγκροτηθεί και ως τέτοια είναι επιρρεπής στην ποιητική εκφραστικότητα, ως αντίβαρο και αντίτιμο της αδυναμίας παροχής θεσμικής στήριξης στα μέλη της.

Στον παγκόσμιο πολιτισμό υπάρχουν κείμενα που θεωρούνται ιερά. Χαρακτηρίζονται από τη βαρύτητα της πολιτιστικής φυσιογνωμίας ενός λαού και θα πρέπει(;) να μην αμφισβητείται η αλήθεια του περιεχομένου τους. Οι θρησκείες για παράδειγμα έχουν τις βίβλους τους (Ευαγγέλιο, Κοράνι, κλπ) και διεκδικούν για τον εαυτό τους την αποκλειστικότητα και τη μοναδικότητα της αλήθειας. Μάλιστα με τους Μωαμεθανούς τα πράγματα είναι πιο αυστηρά γιατί το Κοράνι θεωρείται ότι το έγραψε ο ίδιος ο προφήτης και δεν επιδέχεται διαφορετικής ερμηνείας, σε αντίθεση με το Χριστιανισμό που οι προσεγγίσεις μπορεί να είναι και διαφορετικές αφού γράφτηκαν από τους αποστόλους για τις ανάγκες της κατήχησης (άλλη μια διαφορά και μια δυσκολία διαλόγου Ανατολής-Δύσης). Τα αρχαία ελληνικά κείμενα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας ή εκείνα των τραγωδιών όμως, ποτέ δε διεκδίκησαν αλήθεια και αποκλειστικότητα γιατί ήταν φορείς μύθου και όχι συμβάντων μοναδικών και ανεπανάληπτων. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα για παράδειγμα, κατά τον Φρόυντ, στοιχειώνει κάθε ανθρώπινη συνείδηση, δεν αφορά αποκλειστικά τη συμπεριφορά του Οιδίποδα ως μοναδική και ανεπανάληπτη ζωή.

Οι αρχαίοι Έλληνες ανακάλυψαν δομές συμπεριφοράς της ανθρώπινης φύσης, δηλαδή, τρόπους αντίδρασης των ανθρώπων που μένουν αναλλοίωτοι. Δεν είναι τυχαίο ότι και ο Θουκυδίδης αντιμετώπισε την ιστορία όχι περιγράφοντας τα διάφορα γεγονότα ως μια σειρά από συμβάντα που οδηγούν σε κάποιο σκοπό, αλλά ως ένα σύνολο συμπεριφορών που αιτιολογούνται από την ανθρώπινη φύση κι επαναλαμβάνονται. Η ανθρωπότητα βέβαια έχει εξελιχθεί ώστε σήμερα να μπορεί ο άνθρωπος να κρύβει περισσότερες φορές τα αρχέγονα ένστικτά του, χωρίς πάντως να φθάσει στο σημείο να σκοτώσει και το ζώο που βρίσκεται μέσα του. Το σημερινό πολιτιστικό οικοδόμημα που στηρίζεται στο καπιταλιστικό σύστημα είναι χώρος πρόσφορος για να διοχετεύει τη φυσική του αγριότητα και γι’ αυτό είναι πάντα επικίνδυνος για ολοκληρωτική κατάρρευση.

Μέσα σ’ αυτό λοιπόν το περιβάλλον, και σε συνάφεια με τις δύσκολες καταστάσεις που βιώνουμε ως νησί και ως κράτος, τράβηξε την προσοχή μου μια μικρή φράση από την Ιλιάδα, μια φράση που μου άφησε την εντύπωση ότι συμπυκνώνει την πεμπτουσία, τη διαχρονική ουσία των προβλημάτων που διαρκώς αντιμετωπίζουμε ως Έλληνες. Η Ιλιάδα ασχολείται κυρίως με την οργίλη αντίδραση του Αχιλλέα απέναντι στον Αγαμέμνονα, όταν ο τελευταίος ζήτησε να του αρπάξει την αγαπημένη του δούλα, τη Βρισηίδα. Στο Α λοιπόν της Ιλιάδας υπάρχει η φράση αυτή, την οποία εκστομίζει ο Αχιλλέας εναντίον του Αγαμέμνονα. «δημοβόρος βασιλεύς, επεί ουτιδανοίσιν ανάσσεις» (Α 231). «Χαρά στο λαοφαγά τον άρχοντα που ορίζει τους ασήμαντους», μεταφράζει ο Καζαντζάκης. Εσύ που μένεις πίσω στη μάχη και μηχανεύεσαι κόλπα μόνο για να κλέβεις αυτούς που αγωνίζονται στην πρώτη γραμμή, συνεχίζει ο Αχιλλέας. Η κατηγορία είναι πολύ βαριά. Το «δημοβόρος» σημαίνει, υποδηλώνει αυτόν που χρησιμοποιεί το δήμο, το λαό ως βορά, σαν προσφάι, αυτόν που σαν αρπακτικό πέφτει πάνω στο δήμο, το λαό, πάνω σ΄ αυτούς που μάχονται στην πρώτη γραμμή να τους καταβροχθίσει, ώσπου να χορτάσει την ακόρεστη πείνα του. Η λέξη βορά χρησιμοποιείται για τα όρνια που ορμούν στα πτώματα ή τα σκυλιά που καταβρόχθιζαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, ζωντανό ή νεκρό. Ο J. Redfield, στο βιβλίο του «Φύση και πολιτισμός στην Ιλιάδα» σχολιάζει: «ο Αχιλλέας αποκαλεί τον Αγαμέμνονα σκύλο επειδή ο Αγαμέμνων είναι δημοβόρος, καταβροχθίζει τη δημόσια ιδιοκτησία. Η συμπάθεια του σκύλου μπορεί να αγορασθεί με απολαύσεις, κάνει χάρες στον αφέντη του που του φέρνει λιχουδιές. «αιεί δ’ εν δαίτησι και ειλαπίνησι παρέσται» Πάντα παρευρίσκεται στα τακτικά και στα έκτακτα γεύματα. Έτσι και η μοιχαλίδα είναι μια σκύλα – η Ελένη κατ’ εξοχήν, ακόμα και όταν περιγράφει η ίδια τον εαυτό της, αλλά και η Κλυταιμνήστρα, η Αφροδίτη και οι άπιστες υπηρέτριες της Πηνελόπης» (σ. 250). Και δεν είναι η μόνη φορά που ο Αχιλλέας αποκαλεί σκύλο τον αρχηγό του στρατεύματος. Σε άλλη μια περίπτωση για παράδειγμα, στο Ι 372 – 373 λέει: «εμένα τουλάχιστον δεν θα τολμούσε, αν και είναι σκύλος, να με κοιτάξει κατά πρόσωπο».

Ο λαός αναφέρεται συχνά σε μοβόρους (αιμο-βόρους) ανθρώπους , σ' αυτούς που πίνουν το αίμα των άλλων. Είναι οι κακοί, εκείνοι τους οποίους πρέπει κανείς να αποφεύγει γιατί κινδυνεύει η ζωή του, η υπόστασή του και η εντιμότητά του. Δεν έχουν και μεγάλη διαφορά αυτές οι σύνθετες-κακόηχες λέξεις, μα ούτε και οι εποχές, ούτε δυστυχώς και οι άρχοντες. Ερήμωσαν και ερημώνουν κατά καιρούς την πατρίδα αυτοί οι άρχοντες, οι συνεργαζόμενοι με τους κακόβουλους ισχυρούς της ιδιοτέλειας. Κάτω από το μειδίαμα των υποσχέσεων και της επιτυχίας εύκολα διακρίνει κανείς τον εμπαιγμό και τα σκοτεινά σχέδια… Στη δημοκρατία των Αθηνών οι άρχοντες αναλάμβαναν τα αξιώματα με κλήρωση από τα μέλη της Εκκλησίας του Δήμου κι όποιος αδικούσε ετιμωρείτο με την ποινή του εξοστρακισμού. Σήμερα εξοστρακίζεται μόνο η ποινικοποίηση των πολιτικών και των ισχυρών συνεργατών τους. Η οικονομική και πολιτιστική μας κατάντια σε τοπικό και ελλαδικό επίπεδο έχει σεναριογραφηθεί πριν από χιλιάδες χρόνια από τον Όμηρο και θέλει πολύ ακόμη αγώνα για να απαλλαγούμε.

Ποιος άραγε έχει την ευθύνη ώστε να καταφέρουμε κάποτε να συγκροτηθούμε σε μια κοινωνία που θα είναι θεσμικά κατοχυρωμένη ώστε να είναι απόρθητη από τη δημο-βορά λαοπλάνων και λαοφάγων πολιτικών; Ευτυχώς υπάρχουν πάντα εκείνοι οι λίγοι και σημαντικοί που κρατούν γερά το πηδάλιο ώστε το σκάφος να ισορροπεί και να σιγοπλέει δίχως να συνθλίβεται και να πατώνει ανάμεσα στις Συμπληγάδες. Μπορούμε όμως έτσι να νιώθουμε ασφαλείς κι ευτυχείς;

Ζάκυνθος 1-2-2010

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

ΤΟ ΠΛΑΝΗΤΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (Μια συζήτηση του Κώστα Αξελού με τον Διονύση Φλεμοτόμο)

O KΩΣTAΣ AΞEΛOΣ γεννήθηκε στην Aθήνα το 1924 και πέθανε στο Παρίσι στις 4 Φεβρουαρίου 2010. Φοίτησε στη Nομική Σχολή του Πανεπιστημίου Aθηνών.

Kατά την Kατοχή πήρε μέρος στην Eθνική Aντίσταση και στη συνέχεια στον εμφύλιο ως οργανωτής, δημοσιογράφος και θεωρητικός του κομμουνιστικού κινήματος. Για την δράση του καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο.

Tο 1945 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, σπούδασε φιλοσοφία στη Σορβόνη και δίδαξε ως υφηγητής (1962-1973). Θεωρείται ένας από τους μεγάλους σύγχρονους φιλοσόφους και το έργο του έχει μεταφραστεί σε δεκαέξι γλώσσες.

Η τελευταία του επίσκεψη στην Αθήνα ήταν τον Μάρτιο του 2009, όταν αναγορεύθηκε διδάκτωρ Φιλοσοφίας από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Η συνέντευξη που ακολουθεί δόθηκε από τον μεγάλο Φιλόσοφο στον Ζακύνθιο ποιητή ΔΙΟΝΥΣΗ ΦΛΕΜΟΤΟΜΟ (Ζάκυνθος, 7 Αυγούστου 1990) και μεταδόθηκε από το ιδιωτικό ραδιόφωνο ΕΡΖ του νησιού. Δημοσιεύτηκε απομαγνητοφωνημένη στο λογοτεχνικό Περιοδικό του Διονύση Βίτσου Περίπλους 27 (1990) 129-133. Παρακάτω μεταφέρεται σκαναρισμένη από το Περιοδικό ως ελάχιστη συμβολή στον θάνατό του. Οι σελίδες μεγεθύνονται.





Related Posts with Thumbnails