© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2009

Ο μετεκλογικός πολιτικός συμβολισμός

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

«Συμβολισμός είναι η τέχνη τού να ανακαλείς βαθμιαία ένα αντικείμενο έτσι ώστε να φανερώσεις μια διάθεση, (που πρέπει να εξαχθεί με μια σειρά αποκρυπτογραφήσεων) ή, αντίστροφα, του να διαλέγεις ένα αντικείμενο και ν΄ αποστάξεις από αυτό μια ψυχική κατάσταση»
(Stéphane Mallarmé, 1891)


Στα τέλη του 19ου αιώνα δημιουργήθηκε στη Γαλλία ένα λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό κίνημα από μια ομάδα ποιητών που διαδόθηκε στις εικαστικές τέχνες και στο θέατρο και επηρέασε την ευρωπαϊκή και αμερικανική λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Σκοπός των συμβολιστών ήταν να εκφράσουν προσωπικά βιωματικά συναισθήματα χρησιμοποιώντας με λεπτό και υποβλητικό τρόπο εξαιρετικά συμβολοποιημένη γλώσσα.

Η αλλαγή των προσώπων και των ονομάτων των υπουργείων της νέας Κυβέρνησης που προέκυψε από τις πρόσφατες εκλογές της 4ης Οκτωβρίου 2009 αλλά και οι πρώτες κινήσεις στην εξωτερική πολιτική, στηρίζονται σε συμβολοποιημένη γλώσσα. Τα κλαδιά ελιάς που άφησε ο πρωθυπουργός και υπουργός εξωτερικών Γ. Παπανδρέου στον τάφο του Ισμαήλ Τζεμ κατά το πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό και μάλιστα στην εχθρική Τουρκία, είναι συμβολισμός ειρήνης και καλής γειτονίας. Η παρουσία της Φ. Γεννηματά στο υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης είναι συμβολισμός γιατί ο έντιμος, αείμνηστος πατέρας της ήταν ο ιδρυτής του απαξιωμένου σήμερα Εθνικού Συστήματος Υγείας. Το Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Ασφάλισης μετονομάστηκε Υπουργείο Εργασίας, το υπουργείο Εννόμου Τάξεως σε Προστασίας του Πολίτη, το Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων σε Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, το Δικαιοσύνης σε Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ιδρύθηκε επίσης Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής… Όλα αυτά οφείλονται άραγε σε μια άλλη διάθεση, μια ελπίδα αλλαγής σαν αυτή που ένιωσαν να κυριεύει πολλούς την ημέρα της ορκωμοσίας ή είναι επικοινωνιακά τερτίπια "σοσιαλιστικού" τύπου που σύντομα θα δημιουργήσουν μεγάλη πτώση της «ψυχικής κατάστασης-ευφορίας»;

Κατά τη Γαλλική Επανάσταση υπήρξε έκρηξη νέων ονομάτων του χώρου και του χρόνου για να σηματοδοτηθεί μια νέα εποχή. Συμβολικά άλλαξαν τα ονόματα των χωριών, των γεφυριών, των δρόμων, των πλατειών και τη θέση των ονομάτων των αγίων πήραν ονόματα καρπών, δένδρων, λουλουδιών, ζώων… Άλλαξαν και οι μέρες, οι μήνες κι έγιναν αηδόνια, χήνες , πλάτανοι, φρούτα, χιόνι, ομίχλη… Άντεξαν όμως μερικά χρόνια και καταργήθηκαν αφού και Επανάσταση απέτυχε όπως άλλωστε και όλες οι μεγάλες επαναστάσεις. Έμεινε όμως ανεξίτηλο το άρωμα που φρεσκάρει την αίσθηση της οσμής όταν στρέφουμε το βλέμμα μας στις αρχές της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης.

Το όραμα της σημερινής πράσινης ανάπτυξης δε διάλεξε τη γλώσσα του συμβολισμού από το λεξιλόγιο της φύσης που διακατέχεται από ρομαντισμό. Ζούμε την εποχή του ορθολογισμού-τεχνοκρατίας. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί υπουργοί είναι εξωκοινοβουλευτικοί, οι περισσότεροι είναι τεχνοκράτες και δε θα λογοδοτήσουν στο λαό για όσα πρόκειται να πράξουν χωρίζοντας τους κατοίκους αυτής της χώρας στους έχοντες και «αξιοπρεπείς» και στους φτωχούς και περιθωριοποιημένους.

Τα κλαδιά της ελιάς άραγε θα βελτιώσουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις δίχως την παραχώρηση εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων ή θα μαραθούν σύντομα σαν την κουμπαριά του Κώστα Καραμανλή με τον τούρκο Πρωθυπουργό; Πώς θα πληρωθούν πάνω από είκοσι χιλιάδες κενές θέσεις εργασίας στο ΕΣΥ και μάλιστα με αμοιβές που να μην απομακρύνουν τους καλούς επιστήμονες και να τους οδηγούν στο «ιδιωτικό σύστημα υγείας»; Η εργασία είναι αναμφισβήτητο δικαίωμα που σήμερα αγχώνει και συνθλίβει εργαζόμενους, απασχολούμενους και άνεργους. Εννοεί η νέα κυβέρνηση ότι μπορεί να λύσει το πρόβλημα της ανεργίας και της υποαπασχόλησης; Το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας έγινε Δια Βίου Μάθησης και σηματοδοτεί αφενός την αναγκαιότητα μάθησης, (κατά το «γηράσκω αεί διδασκόμενος» των αρχαίων), και αφετέρου τον παραγκωνισμό της ιδέας του Έθνους (στην εποχή της πολυπολιτισμικότητας) καθώς και των ανθρωπιστικών σπουδών, αφού στόχος είναι η εκμάθηση δεξιοτήτων για παραγωγή έργου σε μια μαζοποιημένη κοινωνία. Οι μαθητές μας σήμερα αποκτούν πολλές γνώσεις που βρίσκονται όμως «ακατάστατες», χωρίς στόχο και πυξίδα. Είναι ικανή η πολιτεία να στοχοποιήσει τη γνώση για την ανάπτυξη του ανθρωπιστικού πολυπολιτισμικού πολιτισμού και της ετερότητας του ελληνισμού ως μια διαφορετική πρόταση της ευζωίας;

Ποιους θα προστατεύει το Υπουργείο Προστασίας και ποιοι έχουν ανθρώπινα δικαιώματα; Θα καταργήσει τις προσωπικές φρουρές των «υψηλά ισταμένων» και θα σέβεται την ετερότητα, τη διαφορετικότητα στο χρώμα, στην ένδυση, στις ιδέες, θα παραχωρηθούν ανθρώπινα δικαιώματα στους μετανάστες; Θα υπάρξει διαφάνεια στις κρατικές οικονομικές συναλλαγές και στο τραπεζικό σύστημα ή θα μιλάμε για τη διαφάνεια των μοντέρνων ανελκυστήρων που εσωκλείουν κι επιδεικνύουν τα μοντελάκια στα ψηλά τζάκια της οικονομίας και της εξουσίας;

Δύσκολες οι απαντήσεις σε μια χώρα όπου οι πολίτες της πιστεύουν ότι πάντα φταίει ο άλλος και ζουν στην ιδιώτευση και την αδράνεια και τη διαπλοκή, που κινείται στα όρια του κεφαλαιοκρατικού συστήματος και που πολλές από τις αποφάσεις λαμβάνονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και μάλιστα σε περίοδο οικονομικής κρίσης.

Για να σταματήσουμε τη διαφαινόμενη κλιματική αλλαγή χρειαζόμαστε μια άλλου είδους ενέργεια που μαζί με την αιολική και τη γεωθερμική απαιτεί την αλλαγή στις νοοτροπίες, τις οικονομικές και τις πολιτικές. Οι πυλώνες της αιολικής ενέργειας τοποθετούνται στης ψηλές κορυφές των βουνών και η ανάβαση για την όποια «αλλαγή» απαιτεί βούληση και αποφασιστικότητα, διαρκή και αυξανόμενη. Θέλει δηλαδή την ανάλογη ψυχική διάθεση-αγωνιστικότητα από το σύνολο των πολιτών. Η αμυδρή ελπίδα στη γλώσσα των πολιτικών μετεκλογικών συμβολισμών μπορεί να σηματοδοτήσει μικρές αλλαγές αφού δεν αποφασίσαμε ρηξικέλευθες επιλογές την Κυριακή της Δημοκρατίας. Και αυτό μπορεί να είναι ένα μικρό σκαλοπάτι στο αγκαθοσπαρμένο μονοπάτι του εξανθρωπισμού μας, αρκεί το συμβολικό χρονικό διάστημα χάριτος των εκατό ημερών να μη γίνει παγιωμένη συναίνεση στην ενδεχόμενη «σοσιαλιστική» ανικανότητα των νέων ηγετών.

Ζάκυνθος 14-10-2009

[ Στη φωτό: Έργο Renato Casaro ]

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2009

Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ: ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ (απόσπασμα)


Αδιάσπαστος κρίκος το Βυζάντιο ανάμεσα στον αρχαίο (στον ελληνιστικό κυρίως ελληνισμό) και στο σύγχρονο, η ιστορία του εξηγεί την ειδοποιό ψυχοσύνθεση των Νεοελλήνων και καθορίζει τη σχέση τους με την Ευρώπη και τα Βαλκάνια, υπαγορεύοντας, υπόγεια έστω και λάθρα, τη διαχείριση, από την πολιτεία, αλλά και από τους απλούς πολίτες, του «ένδοξου» παρελθόντος. Ξένο βέβαια τελείως το βυζαντινό επίτευγμα από την κυρίαρχη πεποίθηση ότι το Βυζάντιο αποτέλεσε ένα χιλιόχρονο θεοκρατικό σκοταδιστικό σχήμα, πλήρες από ανατολικό δεσποτισμό.

Παρεξηγημένο λοιπόν το Βυζάντιο... Παρεξηγημένο ιδιαίτερα όταν το συγκρίνουν με το αρχαιοελληνικό μεγαλείο, έστω και αν αναγνωρίζεται έτσι η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Παρεξηγημένα τα πνευματικά του ενδιαφέροντα και οι διανοούμενοί του, που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν από τις εκκλησιαστικές τάξεις.

Χαρακτηριστικά θα πω εδώ ότι ενώ η αρχαιοελληνική γλώσσα έδωσε τα ονόματα των επιστημών (και ιδιαίτερα της φιλοσοφίας αλλά και του θεάτρου) καθώς και τους αντικειμένου τους σε όλες σχεδόν τις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, το Βυζάντιο κληροδότησε γλωσσικά στην Ευρώπη όρους που σχετίζονται σχεδόν όλοι με τις ιδεολογίες, με τη θρησκεία και την εκκλησιαστική πρακτική. Αναφέρω ως παράδειγμα τους όρους: ορθοδοξία, καθολικός, κοιμητήριο, αίρεση και αιρετικός, ιεραρχία και εικονοκλάστης, λέξεις που τόσο χρησιμοποιούν οι νέοι της εποχής μας, αυτοί που αρνούνται την όποια αυθεντία.


Σχολαστικισμός και λογιοτατισμός

Σχολαστικισμός, λογιοτατισμός και σκοταδισμός ταυτίζονται σχεδόν σήμερα με τον βυζαντινισμό για να περιγράψουν μια περίπλοκη σκέψη, που αποστασιοποιήθηκε από το αρχαίο ορθολογιστικό πνεύμα και από την ανθρωπιστική ενατένιση της κλασικής παιδείας· θέσεις ακραίες αυτές δηλώνουν πασιφανώς την άγνοια του βυζαντινού κατορθώματος. Λίγοι άλλωστε γνωρίζουν (ακόμη και στην Ελλάδα) τη βαθιά προσήλωση των Βυζαντινών στις ανθρωπιστικές αρχές. Ενδείκνυται νομίζω να θυμίσω εδώ, έστω και εξωθεματικά και παρενθετικά, μερικά χαρακτηριστικά στοιχεία που βεβαιώνουν την αλήθεια των λεγομένων μου.

Ενδεικτικά αναφέρω ότι η βυζαντινή νομοθεσία απαγορεύει το «μετά βασάνων εξετάζεσθαι» (είμαστε παρασάγγες μακριά από τις συνήθειες της Ιεράς Εξέτασης των Δυτικών) και ότι η περιώνυμη βυζαντινή διπλωματία είχε ως αρχή την εξυπηρέτηση της παγκόσμιας ειρήνης, σύμφωνα με τον τίτλο του «Ειρηνοποιού», τον οποίο έφερε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, αλλά και τη διατήρηση του «status quo» που εγγυόταν την Ρax Romana. «Μολονότι είμαστε βέβαιοι για τη νίκη των όπλων μας, προτιμάμε να συνάψομε ειρήνη, γιατί πιστεύουμε ότι ο νικητής ζει κάκιστα εξαιτίας των δακρύων που χύνουν οι ηττημένοι» (οίμαι τον νενικηκότα κάκιστα ζην εξ ων δακρύουσιν έτεροι). Αυτό υπεστήριξε ο πρέσβης του τροπαιούχου Ιουστινιανού, Ιωάννης Πατρίκιος, εμπρός στον Πέρση βασιλέα Χοσρόη. Αυτή η περί ειρήνης θεωρία και μέριμνα των Βυζαντινών καταγράφεται και στην εσωτερική πολιτική, με την άσκηση της «φιλανθρωπίας» ως της ανωτάτης αυτοκρατορικής αρετής. Αυτή άλλωστε οδήγησε τους Βυζαντινούς στην κατάργηση της έννομης δουλείας ήδη τον 12ο αιώνα. «Ο Θεός μάς αποκαλεί υιούς όλους εμάς και εμείς τολμάμε να υποβιβάζουμε τους αδελφούς μας σε τάξη δούλων», θα γράψει ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης στον Μανουήλ Κομνηνό, τον αυτοκράτορα που, καταργώντας τη δουλεία, εγγυήθηκε τις προσωπικές ελευθερίες των Βυζαντινών. Αυτός ο ανθρωπισμός τραυματίστηκε από χριστιανούς το 1204 και πλήγηκε θανάσιμα από μουσουλμάνους το 1453.


Η παγκόσμια δύναμη

Θα πω τώρα, χωρίς αυτό να φανεί παραδοξολογία, ότι νομίζω πως η καινούργια παγκόσμια δύναμη, η Αμερική, αν και έχει για πρότυπο και υπόδειγμά της, όπως λέγεται, την αρχαία Ρώμη, οφείλει την ύπαρξή της στη βυζαντινή ιστορία και στο δραματικό τέλος της. Η πρόθεσή της άλλωστε να διασώσει τις αξίες του πολιτισμένου κόσμου την κάνουν να προσεγγίζει και ιδεολογικά στο Βυζάντιο. Θα αναφέρω λοιπόν βιαστικά ότι η εγκατάσταση των μουσουλμανικών δυνάμεων (Τούρκων αλλά και Μογγόλων, Μαμελούκων κ.ά.) στην Ανατολική Μεσόγειο και στον Πόντο στέρησε και απέκλεισε τους χριστιανικούς στόλους των Δυτικών (Γενοβέζων, Βενετών κ.ά.) από τους δρόμους της Ασίας, δρόμους του μεταξιού και των μπαχαρικών, που αποτελούσαν τα πολύτιμα είδη (πρώτες ύλες) του διεθνούς τότε διαμετακομιστικού εμπορίου. Η αναζήτηση νέων οδών που θα οδηγούσαν στην Ανατολή, στις Ινδίες, παρακάμπτοντας τα μουσουλμανικά κράτη, αποτελούσε το κύριο μέλημα των χριστιανικών δυνάμεων της τότε Μεσογείου.

Ο πολυπράγμων Χριστόφορος Κολόμβος, Γενοβέζος που έζησε και στη Χίο κατά την εκεί γενοβέζικη κυριαρχία, καπετάνιος με ευρεία ναυτική εμπειρία, ασφαλώς θα γνώριζε τα Μετεωρολογικά του Αριστοτέλη, τα οποία είχε ήδη μεταφράσει ο Θωμάς Ακινάτης στα μέσα του 14ου αιώνα. Κατά τα Μετεωρολογικά, λοιπόν, η γη είναι «σφαίρα και πάνυ μικρά»· έτσι μπορείς να φτάσεις σε όποιο σημείο της θέλεις, ξεκινώντας είτε από την ανατολή είτε από τη δύση. Την παρατήρηση αυτή ο Αριστοτέλης την έκανε όντας στην Κύπρο, όπου διαπίστωσε, όπως γράφει, ότι οι αστερισμοί στον ουρανό της Κύπρου δεν είχαν την ίδια θέση που είχαν στον ουρανό της Ελλάδας, πράγμα που τον οδήγησε στο συμπέρασμα για τη σφαιρικότητα της γης. Το γεγονός ότι η Αμερική ονομάστηκε άλλωστε πρώτα, όπως είναι γνωστό, «Δυτική Ινδία» δείχνει, αν μη τι άλλο, την πρόθεση αυτών που την ανακάλυψαν το 1492, σαράντα δηλαδή χρόνια μετά την πτώση της Πόλης.

Ακριβώς την ίδια χρονιά οι χριστιανικότατες δυνάμεις της Ισαβέλας της Καθολικής καταλαμβάνουν τη Γρανάδα, σηματοδοτώντας την έξοδο όλων των μουσουλμάνων από τη χριστιανική Ευρώπη. Επίσης διώχνουν τους Εβραίους της Ισπανίας, στην προσπάθειά τους να επιβάλουν την πρώτη συστηματική εθνοκάθαρση που γνωρίζει η Ευρώπη. Πολλοί από τους Εβραίους αυτούς κατέφυγαν στη Μακεδονία και στη Θεσσαλονίκη, όπου οι απόγονοί τους είχαν το τραγικό τέλος που τους επεφύλαξε η «πολιτισμένη» ναζιστική Γερμανία.


Το τέλος του Μεσαίωνα

Λογικά λοιπόν το 1492 περισσότερο ίσως και από το 1453 θεωρείται το τέλος του Μεσαίωνα για όλη την Ευρώπη και η αρχή της Αναγέννησης, που παρά το καλλιτεχνικό θαύμα της Ιταλίας σημαίνει την προοδευτική εγκατάλειψη της Μεσογείου εμπρός στα λιμάνια του Ατλαντικού, λιμάνια που κατακλύζει τώρα ο χρυσός του αμερικανικού Εldorado, σηματοδοτώντας έτσι την αρχή του Νέου Κόσμου και της ιστορίας των μοντέρνων χρόνων.

Παγιδευμένο λοιπόν το Βυζάντιο ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση από το τέλος κιόλας του 11ου αιώνα (η μάχη και η συγκλονιστική ήττα στο Μαντζικέρτ το 1071 συμπίπτει με την πτώση του Μπάρι- τελευταία βυζαντινή κτήση στην Ιταλία), το πρώην παγκόσμιο Βυζάντιο ψυχορράγησε το 1204 και εξέπνευσε το 1453, παρασύροντας μαζί με την πτώση τής πρώην παγκόσμιας Νέας Ρώμης και τις δοξασίες και τις προφητείες για την αιωνιότητά της. Μπορεί η μόνη εκτός ισλαμικής κατοχής ορθόδοξη δύναμη, η Ρωσία, να διεκδικήσει τη συνέχειά του (η Μόσχα αυτοαποκαλείται τον 16ο αιώνα με τον τίτλο της Τρίτης Ρώμης), μπορεί οι υπόδουλοι λαοί που βρέθηκαν στη σφαίρα της επιρροής ή στην επικράτεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (ιδιαίτερα βέβαια οι Ελληνες-Ρωμιοί) να τρέφονται στο εξής με ελπίδες, όπως αυτή που εκφράζει το ποντιακό τραγούδι «η Ρωμανία κι αν πέρασε, ανθεί και φέρει κι άλλο», και η πίστη για το θρύλο, τη μελλοντική δηλαδή ανάσταση του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, του τελευταίου Κωνσταντίνου, μπορεί ακόμη ένας τεράστιος σταυρός να περιμένει να αναρτηθεί κάποτε στον τρούλο της Αγιασοφιάς (λέγεται ότι βρισκόταν ως το 1917 στην Οδησσό, περιμένοντας το πλοίο που θα τον έφερνε στην απελευθερωμένη Κωνσταντινούπολη), ένα ωστόσο είναι σίγουρο, ότι η Κωνσταντινούπολη, αν και κατακτήθηκε και από τους Λατίνους το 1204 και από τους Οθωμανούς το 1453, έμεινε πάντα, παρ΄ όλα τα παθήματά της αυτά, αναφορά αίγλης και μεγαλείου. Ετσι ο Μωάμεθ Β΄ θα προτρέψει τα στρατεύματά του να καταλάβουν την «πολυάνθρωπον και μεγάλην πόλιν, βασίλειον των πάλαι ποτέ Ρωμαίων, ες άκρον ευδαιμονίας και τύχης και δόξης ελάσασαν, κεφαλήν γεγενημένην της οικουμένης [απόδειξη αυτό του άλλοτε παγκόσμιου ρόλου της], ής το κλέος», συνεχίζει ο Μωάμεθ, «πάσαν επήλθε την οικουμένην».


Ανεπηρέαστη και αλώβητη

Είναι λοιπόν αξιοσημείωτο ότι η θέση της Κωνσταντινούπολης, όχι μόνο ως του κόσμου Βασιλεύουσας, αλλά και ως του κατεξοχήν θαυμαστού πολεοδομικού κατορθώματος του Μεσαίωνα, έμεινε ανεπηρέαστη και αλώβητη παρά τις αντιξοότητες της αυτοκρατορίας.

Η Κωνσταντινούπολη φτιάχνει αυτοκράτορες· η πρώην αρχαία Roma mobilis γίνεται στη Νέα Ρώμη Βασιλεύουσα, πάγια εστία αυτοκρατορίας και έδρα αμετακίνητη αυτοκρατόρων, Πόλις νομιμοποιούσα τις αυτοκρατορικές διεκδικήσεις: στο εξής όποιος κατέχει την Κωνσταντινούπολη είναι κύριος της αυτοκρατορίας και συμβολικά του κόσμου. Αυτό γράφει στον Μωάμεθ ο Κριτόβουλος Ιμβριώτης στην αφιερωτήρια επιγραφή της ιστορίας του, όταν τον αποκαλεί «Κύριον Γης και Θαλάσσης» μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης ή μάλλον χάρη σ΄ αυτήν.

Και γι' αυτό οι Τούρκοι κατακτητές της θα φέρουν στο εξής ως τίτλο τους το: «Σουλτάνος, Βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ασίας, Ευρώπης και των εξής» και θα αναφέρονται (όπως ο Μωάμεθ Β΄ στο γράμμα προς τον δόγη Μοτσενίγο το 1480) στο «κράτος της κοσμοκρατορικής βασιλείας τους». Κληρονομιά λοιπόν η παγκοσμιότητα, που η εξουθενωμένη Κωνσταντινούπολη παρέδωσε ακέραια στους νέους της κυρίους (και που αυτή είχε παραλάβει από την αρχαία Ρώμη), άσχετα όμως τώρα πια από το πρόσωπο του αυτοκράτορα, από την εθνικότητα και από τη θρησκεία του.


Το ζωντανό κατόρθωμα

Η βυζαντινή κληρονομιά,το «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο»,θα ζήσει μέσα σ΄ αυτόν τον νέο κόσμο ως η αναφορά σε έναν νέο ουμανισμό,τον ανθρωπισμό που μετουσίωσε το αρχαίο μάθημα μπολιάζοντάς το με το χριστιανισμό, αυτό το μάθημα που μετέφεραν στη Δύση οι διανοούμενοι της Κωνσταντινούπολης φεύγοντας, την πνευματική κενότητα του κατακτητή.

Η Εκκλησία θα οικειωθεί το σύμβολο του δικέφαλου αετού (όπως άλλωστε και πολλά ευρωπαϊκά κράτη: Ρωσία, Πολωνία, Αυστροουγγαρία, ως και η Αλβανία),ενώ ο πολύς λαός,υποσυνείδητα σχεδόν, θα περιμένει ακόμη (ιδιαίτερα βέβαια οι Νεοέλληνες) αυτό που «δεν χωρά ανθρώπου νους, να δει και πάλι δηλαδή, στην Πόλη ζωντανούς, τον πετρωμένο βασιλιά και τον Ακρίτη Διγενή».

Αυτή είναι ίσως για τους Νεοέλληνες η πνευματική υποθήκη της παρωχημένης πια αυτοκρατορίας του Βυζαντίου, σχετικά με αυτές που ονομάζουν «αλησμόνητες πατρίδες», αυτό το τελευταίο κατάλοιπο της Μεγάλης Ιδέας, ενός σθεναρά ριζωμένου ιδεολογήματος, στην καρδιά του μόνο Βαλκάνιου λαού που δεν ελευθέρωσε την κοιτίδα της ύπαρξής του, δηλαδή τη Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη.

Η νεοελληνική πρωτεύουσα Αθήνα, που παρά την αρχαία της δόξα δεν ήταν στο Βυζάντιο παρά ένα ταπεινό πόλισμα, όπως γράφει στο τέλος του 12ου αιώνα ο μητροπολίτης Μιχαήλ Χωνιάτης (ο κακώς λεγόμενος Ακομινάτος), εκδικήθηκε την Κωνσταντινούπολη, που για να υπογραμμίσει το κλέος της ονομάστηκε Νέα Ρώμη, Νέα Ιερουσαλήμ, Νέα Σιών, αλλά ουδέποτε «Νέαι Αθήναι», επωνυμία που ήταν καταδικαστέα λόγω του ειδωλολατρικού μεγαλείου της αρχαίας Αθήνας. Ψυχαναλυτικά σχεδόν η νεοελληνική παράδοση και παιδεία, με την Αθήνα ως αναφορά,αγκιστρώθηκαν στο μεγαλείο της αρχαιότητας, αυτό το παγκόσμια πια αναγνωρισμένο,παραγνωρίζοντας όμως και αγνοώντας ολότελα σχεδόν το έργο του χιλιόχρονου και «ένδοξου», όπως έγραψε ο Καβάφης, βυζαντινισμού. Μένει όμως το βυζαντινό κατόρθωμα ζωντανό σαν θεμέλιο της εθνικής ταυτότητας κάθε Βαλκάνιου, αλλά και σαν ξύπνημα και προσήλωση στις αρχές που στηρίζουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό ως τα σήμερα. Εννοώ τη χριστιανοσύνη, τη ρωμιοσύνη και την ελληνοσύνη, που αναδεικνύουν ως πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία την αυτοκρατορία του ελληνισμού των μέσων χρόνων.

Διοίκηση ρωμαϊκής έμπνευσης, θρησκεία και εκκλησία χριστιανική, και ελληνόφωνη, ελληνοπρεπής πνευματική κίνηση και διανόηση είναι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Βυζαντίου· και αυτό ήδη από την αυγή της ύπαρξής του. Από αυτήν την άποψη το Βυζάντιο είναι, όχι μόνο μια βέβαιη ευρωπαϊκή πολιτική ενότητα, αλλά σίγουρα η πρώτη ιστορικά ευρωπαϊκή αυτοκρατορία, σύμφωνα αυτό με τον πάντα επίκαιρο ορισμό του Ρaul Valéry για τον Ευρωπαίο. Τον μεταφέρω συνοπτικά εδώ: Είναι λοιπόν Ευρωπαίος, κατά τον Valéry, αυτός που υπέστη την επίδραση της ελληνικής ορθολογικής σκέψης,που γνώρισε την εμβέλεια των ρωμαϊκών διοικητικών θεσμών και που ζει σύμφωνα με την ιουδαϊκοχριστιανική πνευματικότητα. Κατά τον Valéry, Ευρώπη είναι εκεί όπου τα ονόματα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Κικέρωνα, του Μωυσή και του Παύλου έχουν σημασία και βαρύτητα. Αυτά σε κείμενο γραμμένο το 1922, πολύ δηλαδή προτού γίνει λόγος για Ευρωπαϊκή Κοινότητα και Ευρωπαϊκή Ενωση, θεσμοί που έχουν κάποτε την ανιστόρητη τάση να θεωρήσουν αρχή της Ευρώπης την καρλομαγνική πολιτεία της Δύσης. Και αυτό γιατί ξέχασαν οι Δυτικοευρωπαίοι ότι το πνεύμα ταξιδεύει και μεταλαμπαδεύει το ζωογόνο μήνυμά του. Η Κωνσταντινούπολη είναι ο μακροχρόνιος σταθμός του, μετά την Αλεξάνδρεια και πριν τη Βενετία. Χάρη στις διάφορες αναγεννήσεις που γνώρισε το χιλιόχρονο Βυζάντιο (του Φώτιου και των Μακεδόνων, των Κομνηνών και των Παλαιολόγων) διέσωσε τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που οι διανοούμενοί του διέδωσαν στη Δύση. Στα κείμενα αυτά στηρίχθηκε το πνευματικό ξύπνημα της Ευρώπης· άσχετο τώρα αν για λόγους ξένους από την ιστορική αλήθεια,το κατόρθωμα αυτό το καρπούνται οι Άραβες κυρίως της Ισπανίας. Αλλη μια απόδειξη αυτό της παρεξήγησης που βαρύνει το Βυζάντιο, με επακόλουθο την αθέμιτη, αλλά επίμονη προσπάθεια για εξοβελισμό του από την ιστορία της Ευρώπης. Η περιπέτεια του υπό ίδρυση Μουσείου της Ευρώπης μαρτυρεί την αλήθεια των λεγομένων του. Καθήκον των μελετητών της πρώτης ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας να αποκαταστήσουν την αξία των βυζαντινών κατορθωμάτων, πολιτικών και πολιτισμικών, στη θέση που τους ανήκει και τους πρέπει. Αυτό και μόνο αποτελεί απλή απόδοση ιστορικής δικαιοσύνης.

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2009

Διονύση Σέρρα, ΟΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΑΔΥΤΟ ΜΕ "ΣΩΜΑ ΗΛΙΟΜΑΝΕΣ"

[Περιοδικό ΠΟΡΦΥΡΑΣ 83 (1997) 119-122]

«Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται»
ΟΔ. ΕΛΥΤΗΣ

Οχτώ χρόνια ύστερ’ από την πρώτη –μα διόλου πρωτόλεια- συνθετική και έντονα χρωματική του κόσμου του «Δήθεν υαλογραφία» (Περίπλους, Αθήνα 1989), με ώριμα «κομμάτια» επίμονης ενδοσκαφής και αποκαλυπτικά της υπαρξιακής και υπερβατικής στάσης και τάσης του «σημάδια», και τρία χρόνια μετά τα λυρικά, βαθύχροα, κ’ επιγραμματικά «Φωτοειδή Νερά» του (Υλήεσσα, Ζάκυνθος 1992), ο ποιητής, δοκιμιογράφος, μελετητής και θεολόγος Παναγιώτης Καποδίστριας, εκλεκτός του Κλήρου λειτουργός κ’ εγκάτοικος πιστός του γενέθλιου χώρου του και της ιδανικής και ηδονικής (κι όχι λιγότερο μαρτυρικής) του Λ ό γ ο υ «χώρας», φτάνει καλότυχα κοντά μας με την καλοτυπωμένη συλλογή του «Όταν ο Σπηλαιοκτήτης έρθει» (Αίολος, Αθήνα 1995, μ’ εκφραστική προμετωπίδα της ζωγράφου Μαρίας Ρουσέα). Μ’ αυτήν, συνδυάζοντας στοιχεία από τις δύο προηγούμενες με νέα υλικά μαστορικά πλασμένα, μας δωρίζει μια συνθετότερη και ωριμότερη γραφή, με ουσία ποιητική από βάθη κ α ι νου κ α ι ψυχής συναγμένη, με λέξεις-εικόνες αυθεντικές και ανθεκτικές από μεταλλεία και «αμμουδιές» της γλώσσας μας εξαίρετα τεχνουργημένες.

Με τέσσερις ποιητικές ενότητες και ένα επιλογικό του (του τίτλου) ποίημα (Δυο Σάββατα ελληνοπρεπή και μια σελήνη εταίρα, Νήψη, Απόψε η κάψα, Εαρινά ελάχιστα, Ο Σπηλαιοκτήτης), που ακολουθούν-σε ισόρροπη μορφική και νοηματική, λίγο-πολύ, αλληλουχία-μια τετράστιχη ομοιοκατάληκτη «Απολογία στον άνεμο» (εν είδει συνοπτικής προοιμιακής εξαγγελίας ή ατομικής ποιητικής αυτοσύστασης), ο Παν. Καποδίστριας συγκροτεί ή συμπληρώνει τον προσωπικό του κόσμο και μύθο, ιχνηλατώντας με προσοχή, ικανότητα, τόλμη και δύναμη περισσή κάθε σχεδόν πτυχή, «γραμμή» και «στιγμή» του ορατού και αόρατου «χώρου» του (του εδώ πολλαπλά προσδιοριζόμενου), εκείνου που τον φέρει μέσα του ως «κτίσμα» μιας γέννας ψυχοσωματικής, μα και εκείνου που εκτείνεται περ’ από τα όρια της σαρκικής «περιοχής» του, εκεί που πια τον λόγο έχει μια «σύλληψη» ονειρική, ανερμήνευτη και θεία.

Έτσι, μιλώντας αψεγάδιαστα διαχρονικά και «πάμφωνα» ελληνικά, μ’ αναγνωρίσιμα ελκυστικά ελυτικής λαλιάς αποτυπώματα και συνοδευτικούς τους τόνους και τους όρους των εκκλησιαστικών αναγνωσμάτων του, σε μια κρυφή και γόνιμη συνομιλία με «σ(χ)ήματα» άπεφθης Τέχνης και Ζωής ερωτικά, πλάθοντας αφομοιωτικά και δημιουργικά τάσαν από γύρη λεπτών φωνημάτων-φανερά ή μυστικά «δανείσματα» με τα πολύσπορα γεννήματά του, ξεκινάει αυτόν τον υπαρξιακής, μεταφυσικής και για τούτο ουσιαστικής θεώρησης, αναγνώρισης και, «άσκησης» του κόσμου του γύρο (ή κύκλο), κλείνοντας από τον πρώτο έως τον ύστερο στίχο του (από την «αφή» της γέννησης και ως τη «θέαση»του μέλλοντος να έρθει Τέλους) όλα τα ευφωνικά μιλήματα μιας ευαισθησίας παρα-μυθιακής, μιας αυτογνωσίας παρα-δειγματικής, μιας «εικονογραφίας» παρα-σημαντικής.

Ξεκινάει και παραμένει σταθερά ενδοσκοπικός και ενδοκοσμικός, ένας από «φύσει και θέσει» ποιητής-στοχαστής «αθώα μιλημένος για τα πράγματα ολόκληρα», στοχεύοντας στο πέρασμα στην άλλη διάσταση της Γ ν ώ σ η ς, σε «διάρκεια αστρική», σε μια ποθητή -μέσω του Λόγου αθανατίζουσα- «του γλαυκού θανάτου ενσάρκωση».

Μεταϋπερρεαλιστικής καταγωγής, ελλειπτικής υφής και χρήσης πολυσύνθετης, υπαινικτικής ή ερμητικής, του νοητικού, λεκτικού και συντακτικού του υλικού και τρόπου, διασταυρώνοντας δρόμους ποιητικής γραφής δοκιμασμένους κ’ ελεγχόμενους, νεότερους ή παλαιότερους μα και προσωπικής «κατασκευής» (ή ανάλογης κατεύθυνσης), αφήνοντας κατά μέρος τις αμφίβολες νεοτερικές «συνταγές», τους όποιους πειραματισμούς ή τις λογοπαικτικές (του πρόσκαιρου εντυπωσιασμού) επινοήσεις, ο π. Παν. Καποδίστριας σμιλεύει κάθε στιχουργικό του ολοκλήρωμα με «νηφάλιες» φωνές και «κινήματα ψυχής» κρυπτικής συχνά ή δυσδιάκριτης χροιάς και «ταυτότητας», ωθώντας ή προ(σ)καλώντας πιο πολύ τον υποψιασμένο και αποφασισμένο αναγνώστη-θεατή των ποιητικών του απεικονίσεων να διεισδύει και ν΄ αποκρυπτογραφήσει την αθέατη-μα όχι σκοτεινή-πλευρά του συμπαντικού μικρόκοσμου του, αν θέλει και να μπορεί να υποστεί, βέβαια, τη δοκιμασία της ά λ λ η ς (της δύσκολης) προσέγγισης και κατάκτησής του, για ν’ αντλήσει σαν κέρδος μοναδικό ό,τι με κάλλος λύτρωσης απορρέει από τέτοια της κορφής ή του βάθους ανέκφραστα θαύματα.

Μνήμες, βιώματα, στοχασμοί, μεταφυσικές αγωνίες ή αναζητήσεις, σκέψεις, αισθήματα, διαπιστώσεις, προβληματισμοί, ερεθίσματα άγρυπνης σάρκας και ψυχής, κεντρίσματα ηδονής και οδύνης από τόπους και πρόσωπα του οικείου ή του ευρύτερου περιβάλλοντός του, από τις στιγμές ή τις δονήσεις ορισμένων άμεσων επαφών και επισκέψεων (με το κάτω από την επιδερμίδα, κυρίως, σώμα), όλα δια-μοιρασμένα ή συλ-λεγμένα μεθοδικά από το έμπειρο και έμπυρο χέρι του όλο «καύμα» Πνοής ποιητή, σ’ αυτήν την αυτο-βασανιστική μα και σωτήρια πορεία του από το ατομικό στο γενικότερο, από το απλό στο πιο σύνθετο, από το ελάχιστο στο μέγιστο, από το καλό προς το Άριστο, από την Αρχή προς το Τέλος. Έτσι, λοιπόν, κάπου πικρά σού «αυξαίνει ένας ολολυγμός, σαν από περιπλάνηση», κάπου σε παρηγορεί η «θωπεία του σαββάτου» ή μια «λανθάνουσα ριπή φωτός ανάμεσα στο μπλε / και στο μη μαύρο», κάπου αφήνεις αξεδίψαστος το «φρέαρ των οδυρμών» και ξεδιψάς εκεί όπου «Η πυροστιά έχει το σχήμα και τη λύπη της αγάπης», ενώ αλλού σκύβεις και παίρνεις άξια και διάφανα «ρινίσματα ουρανού», για να σπείρεις ικετευτικά -καί με δέος– μπρος απ’ την πύλη του Κενού, στοχαστικά ψιθυρίζοντας:

«Σκύψε Θε μου και θαύμασε:
φυτρώνουμε αναπάντεχα κι άλλοι μπροστά κι άλλου πίσω,
συχνά σιωπώντας την οδύνη του μυαλού μας
ή την εντάφια βλάστηση».


Με τούτα (κι όχι μόνο) τα άσπρα και άπειρα της «φύτρας» μας «πενθήματα», με την αλήθεια των παθών και της ανά(σ)τασης στα χείλη της Ανάγκης, με την άσφαλτη γνώση πως «η σαλότης αυτή διέξοδος είναι μόνη των απελπισμένων, των εσωτερικών ανθρώπων» και με τις όποιες πληγές ορίζεται ν’ αγγίζει ή ν’ ανοίγει μέσα του (θεραπεύοντας άλλες) ο ποιητής στην «υπερ-όρια» διαδρομή και θητεία του (δεμένος πάντα με τον κόσμο του), ο π. Παν. Καποδίστριας θα πυροδοτήσει τη νύχτια «κάψα» του π.χ. εκεί, στην ιστορική Μονή Μαχαιρά, σ’ ένα σαν Αποκάλυψης νέας «Τοπίο λίγο ιώδες με αέρια οράματα», όπου άγρια ηχούν «στο έμπα της Λυθράγκωμης φρυάγματα ήλιου». Ή ακόμα εκεί, όπου με κάθυγρης στάχτης φωτοκύτταρα συν-αρμονίζει δοξολογικά τη λυγμική (και γι’ άλλους δηκτική) ελεγεία «του φίλου που σκορπίστηκε» (του συμπατριώτη συνθέτη Δημήτρη Λάγιου, 1949-1991), ερμηνεύοντας ότι «Καλός οιωνός το κλάμα / το χάραγμα του απείρου βαθιά στη σάρκα σου» με αποκρουστική ή μισητή «την αποψινή των αισθήσεων κατάνυξη». Και ακόμα εκεί, όπου λεξίγλυφο στη σελίδα του φωτίζει «Επιτάφιο για τον Γιάννη Ρίτσο», σε μια μυστήρια υπερλογική επαφή με το «Ανέγγιχτο» και στην μ’ επίγνωση αντιθετική -βιβλικής αρχής- αποτροπή του:

«Τώρα που αυξαίνεις και μικραίνω
μη στρέψεις Ποιητή
Στήλες αλάτινες θα μείνουμε».


Μέσα σ’ ένα σκιόφωτο, υποβλητικό και σχεδόν μυσταγωγικό «κλίμα» κατάφασης ή καταξίωσης του ανθρώπινα αληθινού (ή του αληθινά ανθρώπινου) και απομυθοποίησης του πλασματικού, ο ποιητής μάς οδηγεί εκεί όπου «βλέπεις / τα κονίσματα σφαγμένα όλα στο σημείο λατρείας», εκεί όπου γίνεται αλάθητος αναγνώστης και διανομέας ψυχής, με τα ερωτηματικά στο «κέντρο» σου ατέλειωτα και αναπάντητα, εκεί όπου κ’ εσύ μ’ άλλη ανάσα μεταβάλλεσαι σε «κατ’ εικόνα» πλάση του Ωραίου και Αγαθού, αφού

«Έλαβες χώμα
και το 'καμες μικρές τούφες αγάπης
παραμυθία του ποιήματος
αίσθηση του συρμού».


Είναι αυτές οι θαυμαστικές και θαυματουργικές «απολεπίσεις της εικόνας», όταν πέφτοντας (λέξη με λέξη) ένα-ένα τα στολίδια, της πλάνης τα ψιμύθια ή της Λύπης τα χρώματα, αφήνουν να φανεί ολόγυμνη της Στιγμής η αλήθεια, το μεγαλείο του ταπεινού, η χάρη της απλότητας, η δύναμη του ελάχιστου,

«οπότε πια καταλαβαίνεις
πόση έχει σημασία ο ίσκιος της μολόχας
πόση εγκαρτέρηση το στρατόνι των μυρμηγκιών
ή
το πράσινο της υγρασίας στα βορινά πεζούλια».


Κ’ εδώ, στο πάναγνο και ιερό του κόσμου του και του ανθρώπου «απολεπισμένο» γ υ μ ν ό, εδώ που «είναι το στιγμιαίο ετούτο αιχμαλωσία του όλου», ο ποιητής -και μαζί του όποιος τολμά και αντέχει ν’ απαλλαγεί ή να γυμνωθεί από τα μέσα και τα έξω σωρεύματα του ψεύδους και της α γ ν ω σ ί α ς- μπορεί να ευσταθήσει σαν ένας απολιτικός μοναχικός επαναστάτης διακηρύσσοντας προκλητικά και περήφανα:

«Κι όσο το στιγμιαίο ετούτο διαρκεί
θεσμοθετώ την αναρχία των αριθμών και των ονείρων
που καμιά στο εξής δημοκρατία δεν δύναται
να μου την αποτρέψει».


Όσο κι αν καιροφυλακτεί συχνά ο κίνδυνος για πολλούς ποιητές να παρεισφρήσει στο λόγο τους ή πεζολογία, η μεγαλοστομία, η κοινοτοπία και η σαν εξομολόγηση (ή κατάθεση) αντιποιητική έκφραση ιδεών, απόψεων, θέσεων, μηνυμάτων κ.λ.π., χωρίς γοητευτική μετάπλαση της λέξης ή της φράσης, της έμπνευσης ή του αισθήματος σε εικόνα και πρό-ταση ποιητική (με χρήση σωστή της μεταφοράς ή με σύνθεση αντιθετικών και πρωτοτύπων νοηματικών και λεκτικών στοιχείων), ο π. Παν. Καποδίστριας, κάτοχος απ’ την αρχή των μυστικών της τέχνης του, θηρευτής βασανιστικός του ουσιαστικού και του τέλειου, καταθέτης γενναιόδωρος των ακριβών θησαυρισμάτων του (όντας νέος ακόμα) και με πηγαίο και ποικίλο ποιητικό υλικό (παραμένοντας, συνειδητά, ολιγογράφος και αυστηρός με την γραφή του- και γι’ αυτό πολλαπλά κερδισμένος), αποφεύγει τις παγίδες και διατηρεί πάντα παρούσα και ελεητική την Ποίηση (σύμφωνα με τις επιλογές του) και ολοκληρώνει ετούτο το σημαντικό και γερά δομημένο έ ρ γ ο του, με την ίδια επιτυχημένη και αδιάσπαστη ενότητα ύφους, μορφής και περιεχομένου (με κάποια «κομμάτια» σαφώς να ξεχωρίζουν), με την απουσία κάθε περιττού ή αντιποιητικού στοιχείου, με πλούτο λεξιλογικό ευφρόσυνο, έντεχνα επιλεγμένο και πλεγμένο, με περισσή πυκνότητα λόγου αποσταγμένου (που καθιστά συχνά όχι εύκολη, για τον αμύητο, την πρόσβαση στη νοητική του επικράτεια» ή την ολική απόλαυσή του), με μετάδοση γνήσιας αισθητικής συγκίνησης από την πολυεπίπεδη και πρισματική χρήση και σύνθεση γλώσσας και εικόνας.

Η ευρηματικότητα και η δεξιοτεχνία του ποιητή διαπιστώνονται, επίσης, και στα εικοσιπέντε (25) τρίστιχά του («χάι-κου») που απαρτίζουν, σαν κομψά και θαυμαστά μικροτεχνήματα (μ’ αντίστροφο της έκτασής τους βάρος), την τελευταία ενότητα της συλλογής του («Εαρινά ελάχιστα»), με χαρακτηριστικότερα τ’ αφιερωμένα στον μοναχικό «ωδοποιό» Ανδρέα Κάλβο (1792-1869), με του οποίου την ανεικόνιστη μορφή και το επικολυρικό έργο ο Παν. Καποδίστριας είχε και άλλοτε ασχοληθεί (στο μεστό δοκίμιό του «Οφειλόμενα στο νυκτερινό μαθητή του Ομήρου Ανδρέα Κάλβο» (1992) και στη συλλογή του «Φωτοειδή νερά» (1992), πάλι με τρίστιχα-«χάι-κου» και με τον τίτλο «Οκτώ εκδοχές για τον Ανδρέα Κάλβο»). Σ’ αυτόν του χώρου μας «υψιπετή» ομότεχνο προσέρχεται, τολμηρά κ’ ευλαβικά, προσκυνητής «κυκλοδίωκτος» και ο ίδιος, για να κωδικοποιήσει της δικής του ψυχής τα κρυπτογραφήματα:

«Έξω απ’ τον ύπνο
ριγμένα τα σύνορα.
Έλα να βγούμε.

Σφήκες ανάσες
στις φωλιές του προσώπου
οι Δαναΐδες.

Το ποίημα ιδές:
Για τα φρονήματά του
σώμα στην πυρά.

Το θαύμα τρέχει
στις ορμές των δακρύων
αποβρεχάρης.»

Έτσι, τώρα, με τις «οφειλές» του αυτές προς τους χώρους, τις «Σκιές» και τα σώματα που του μίλησαν και τους μίλησε μυστικόπαθα και αναγεννητικά, με την ευεργετική συνέχιση, εδώ, της δύσβατης πορείας του και της εσώτερης ανάβασης στο Δάκρυ που του αναλογεί (χωρίς να τελειώνει), με την επίπονη μα και ωραία ενασχόλησή του μ’ ακριβές «υπόθεσες ψυχικές» (κατά τη σολωμική ρήση) και με θέματα υπαρξιακού και μεταφυσικού προσανατολισμού και χαρακτήρα, ο ποιητής Παν. Καποδίστριας, ικανός «συνωδός» και «συνοδίτης» του Σολωμού, του Κάλβου, του Ελύτη…, ο ρ ι ο θ ε τ ε ί, με το μελάνι-αίμα του σαν από Ήβης σωθικά, τον σαρκωμένο και άσαρκο κόσμο του, χαρτογραφεί με στίγματα-φωνήεντα το ασύνορο «είναι» του (υπερβαίνοντάς το), μες στη (με τη) Σιωπή του σημαδεύεται σε μία αίσιας έκβασης «απόπειρα για εικονισμό και μάχη ακροστιχίδων», ενώ χαράζει μ’ «εαρινά» δωρήματα ψυχο-γραφής τις ατραπούς της λύτρωσής του, τα σκοτεινά τού (κάθε) άδυτου με συλλαβές Ζωής «φωτορραγώντας». Έτσι, ακόμα, ατενίζει και μελετά με διάθεση και σκέψη φιλοσοφική το προκαθορισμένο τ έ λ ο ς, προσωποποιεί και προσωπογραφεί το «πνεύμα» του ερχόμενου Αγνώστου, σε μια συμβολική-σιβυλλική (μα όχι παρα-λογική ή εξωπραγματική) «σπηλαιογράφηση», πλατωνικής και χριστιανικής αρχής και διάστασης, ορίζοντας για το ευλογημένο από τη «Μοίρα» και την Ποίηση «επτάστιχο»-εφτάψυχο κορμί (ως φορέα ομορφιάς και δημιουργίας), ό,τι γιορτινό, φωτεινό και ανώτερο δίκαια και δικαιωματικά τού αρμόζει ή τού πρέπει- στη διάρκεια της μεγάλης προσμονής ή για την άφευκτη στιγμή της τελικής συνάντησής τους, τότε που καταλήγοντας αυτογνωστικά και εξομολογητικά εντέλλεται:

«ότι για να πατάξουμε που ελέγαμε την τάξη
μέτρα μου ένα ένα ως το πλαϊνό σου αέτωμα
κι άσε μετά το σώμα σου
το ηλιομανές
το επτάστιχο
το από πάντα ελεημένο
να πάρει όσα του πρέπουνε

έτσι που να μην τόβρει ο ύπνος αγεωγράφητο
όταν
ο Σπηλαιοκτήτης έρθει».


Αναμφίβολα τούτο το ποιητικό βιβλίο του προικισμένου και σεμνού Παναγιώτη Καποδίστρια συγκροτεί μια καλότυχη «στιγμή» της νεότερης ζακυνθινής (και όχι μόνο) ποίησης και προοιωνίζεται μια, ακόμα πιο επιτυχημένη, συνέχεια προς την ολοκλήρωση της προσωπικής του εκφραστικής δημιουργίας.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

Ο αυτοπεριορισμός ως θεμέλιο της Δημοκρατίας

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

"Ακόμη και οι μέλισσες έχουν συγκεκριμένες ευθύνες, δουλεύουν πολύ ωραία και αρμονικά μαζί. Δεν έχουν Σύνταγμα, νόμους, αστυνομία, τίποτα, αλλά ωστόσο συνεργάζονται αποτελεσματικά. Αυτό γίνεται εξ αιτίας της φύσης. Η δύναμη της φύσης είναι εντυπωσιακή. Εμείς οι άνθρωποι έχουμε Σύνταγμα, νόμους, αστυνομία, θρησκεία, έχουμε πολλά πράγματα. Στην πράξη όμως νομίζω ότι βρισκόμαστε πολύ πίσω, σε σχέση με αυτά τα πλάσματα...".
(Δαλάι Λάμα)

Στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) ανήκουν σήμερα πάνω από εκατό ενενήντα κυρίαρχα κράτη-μέλη τα οποία έχουν σύνταγμα. Δυστυχώς, σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις θα μπορούσε κανείς να διακρίνει πραγματική δημοκρατική οντότητα. Βεβαίως τα συντάγματα υποτίθεται ότι απαντούν στο πρόβλημα του αυτοπεριορισμού και υπό αυτή την έννοια δεν μπορούμε να τα απορρίψουμε. Τα περισσότερα όμως αποτελούν απάτη που εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα. Τούτο αποδεικνύεται και από την προβληματική «διάκριση των εξουσιών» που στην πράξη ερμηνεύεται ως υπερίσχυση της εκτελεστικής (=κυβερνητικής) εξουσίας, σε βάρος των άλλων, της δικαστικής και της νομοθετικής.

Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο (Η΄-Δ΄ αιώνες π.χ.) δεν υπάρχει «σύνταγμα» με τη στενή έννοια. Η ίδια η δημοκρατική κοινότητα αναγνωρίζεται ως πηγή θέσπισης των νόμων, χωρίς να δέχεται νόρμες που να προέρχονται από εξωτερικά κέντρα αποφάσεων. Με αυτή την έννοια στη δημοκρατία τίθεται το πρόβλημα του αυτοπεριορισμού, διαφορετικά γίνεται ευάλωτη στην «ύβριν» πράγμα που γίνεται ορατό ήδη από τα τέλη του Ε΄ αιώνα πχ. Οι νόμοι των Αθηναίων αρχίζουν πάντα με τη φράση: «έδοξε τη βουλή και τω δήμω…» έτσι η συλλογική πηγή του νόμου μαρτυρείται ως αναμφισβήτητη.

Οι αρχαίες ελληνικές τραγωδίες είχαν μεγάλη πολιτική σημασία γιατί αποτελούσαν μία διαρκή έκκληση για αυτοπεριορισμό με εμφανή τα αποτελέσματα της «ύβρεως» συνάμα με τη συνύπαρξη αντίθετων λόγων. Στην Αντιγόνη του Σοφοκλή για παράδειγμα, η διαταγή του Κρέοντα να μην ταφεί ο Πολυνείκης αποτέλεσε «ύβριν», προσέκρουσε δηλαδή η κρατική εξουσία και αλαζονεία στα ανθρώπινα συναισθήματα και η Αντιγόνη τόλμησε να αντιταχθεί για να προσφέρει νεκρικές τιμές στον αδελφό της. Ο Κρέοντας πλήρωσε ακριβά την «ύβριν» και ο πολίτης διδάσκεται ότι η συλλογική ζωή χρειάζεται τη γνώμη των πολλών που αντιτάσσονται, συγκρούονται και δε συναινούν (όπως γίνεται στις μέρες μας), όταν βλέπουν τα σφάλματα και την αδικία των ισχυρών.

Στην τραγωδία άλλωστε, συνεχώς υπενθυμίζεται το θνητό στοιχείο κι επομένως ο ριζικός περιορισμός του ανθρώπου. Σε καμιά άλλη γλώσσα του κόσμου εκτός από την ελληνική δε συμβαίνει η λέξη θνητός να σημαίνει άνθρωπος και άνθρωπος να σημαίνει θνητός. Γι αυτό κι επαναλαμβάνεται στα αρχαία κείμενα η εντολή «θνητά φρονείν», να σκέφτεσαι σαν θνητός: θυμήσου πως είσαι ένας θνητός. Το θνητό αυτό στοιχείο όμως κατοικείται από την «ύβριν» που είναι η έλλειψη μέτρου. Όταν ο άνθρωπος δεν ασκείται στον αυτοπεριορισμό που απορρέει από το πεπερασμένο της ύπαρξής του τότε «η θεία δίκη» επεμβαίνει και συντρίβει τον «υβριστή». Χαρακτηριστικό της «ύβρεως» είναι ότι κανείς δεν ξέρει ποια είναι ακριβώς τα όριά της, αλλά ο καθένας τα διαισθάνεται από μόνος του ή ξεφεύγει των ορίων δίχως να του γίνεται αντιληπτό από έλλειψη παιδείας ή υπέρμετρου εγωισμού.

Ο πάμπλουτος Κροίσος της αρχαιότητας παρόλα τα πλούτη του υποφέρει από μεγάλες συμφορές. Το ίδιο μπορεί να παρατηρήσει κανείς στους περισσότερους σημερινούς πλούσιους, αυτούς που η κοινωνία μας τους θεωρεί πρότυπα στα πλαίσια της θεοποίησης της οικονομικής αξίας. Είναι αυτοί που διαπράττουν «ύβριν», γιατί δεν αυτοπεριορίζονται, βασιζόμενοι στην ιδέα της ατέρμονης προόδου, αδικώντας τους φτωχούς και αδύναμους. Αλλά «ύβριν» διαπράττει και ο «Έλληνας» συντοπίτης μας που επιτίθεται και βρίζει γείτονά του, μετανάστη από τη Βόρεια Ήπειρο με ανεπτυγμένη ελληνική συνείδηση, αποκαλώντας τον Αλβανό και μάλιστα για ασήμαντη αιτία. Το αποτέλεσμα είναι ο μετανάστης να πεθαίνει από το βάρος της προσβολής λίγες ώρες αργότερα και ο «ελληνάρας» μας να μεταβαίνει την επομένη στο νοσοκομείο με καρδιακό επεισόδιο.

Ο αυτοπεριορισμός (έννοια που χρησιμοποιείται κυρίως από τον Κορνήλιο Καστοριάδη) απαντάται στο Χριστιανισμό με τη μορφή της εγκράτειας. Ιδιαίτερα στις πράξεις των αποστόλων την συναντάμε πάνω από πέντε φορές. Είναι καρπός Πνέυματος «…Πνεύματι περιπατείτε… ο δε καρπός Πνεύματος εστίν αγάπη, χαρά ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια» (Προς Γαλάτας Επιστολή του Παύλου). Ο ίδιος απόστολος στην προς Πέτρο Β΄ επιστολή τοποθετεί την εγκράτεια πάνω από τη γνώση και κάτω από την υπομονή:
«… επιχορηγήσατε εν τη πίστει υμών την αρετήν, εν δε τη αρετή την γνώσιν, εν δε τη γνώσει την εγκράτειαν, εν δε τη εγκρατεία την υπομονήν, εν δε τη υπομονή την ευσέβειαν, εν δε τη ευσεβεία την φιλαδελφίαν, εν δε τη φιαλαδελφία την αγάπην».

Στις σύγχρονες κοινωνίες έχουμε αναπτύξει μια φαντασίωση αθανασίας που στηρίζεται στην επιστημονική γνώση και στην ορθολογική κυριαρχία, αποκρύπτει επιμελημένα το θάνατο και τοποθετεί την καταναλωτική απόλαυση σε ψηλό βάθρο. Η κοινωνία μας χρειάζεται ένα νέο ήθος που θα στηρίζεται στον αυτοπεριορισμό, απόρροια του θνητού χαρακτήρα του ανθρώπου. Έτσι θα πάψει να υποφέρει από τα αποτελέσματα της «ύβρεως» που διαπράττει προς το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον με την υπέρμετρη εκμετάλλευση και κακοποίησή του. Έτσι ίσως ανακαλύψει και εφαρμόσει φυσικούς νόμους τέτοιους σαν εκείνους πάνω στους οποίους βασίζεται η αρμονική συνύπαρξη των μελισσών.

Ο αυτοπεριορισμός είναι άγραφος νόμος, ίσως είναι φυσικός νόμος που εγγυάται δημοκρατική αρμονική συνύπαρξη. Δεν έχει καμία σχέση με τον «περιορισμό», που επιβάλλεται στα ολοκληρωτικά καθεστώτα και ισοδυναμεί με στέρηση βασικών μορφών ελευθερίας. Απέχει δε πολύ από την επιβολή των μέτρων «λιτότητας-νοικυρέματος» ή άλλο τι, που επιβάλλουν οι κυβερνήσεις και οι ισχυροί οικονομικοί παράγοντες προς τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις. Τότε ο αυτοπεριορισμός του αγώνα ενάντια στην εφαρμογή τους αποτελεί στάση ανοχής στην αλλοτρίωση και τον εκφυλισμό της δημοκρατίας και σοβαρό πολιτικό αμάρτημα.

Σαρακηνάδο 26-9-2009

Β ι β λ ι ο γ ρ α φ ί α:

1. Συνέντευξη Δαλάι Λάμα.
2. Οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι κι Εμείς, η επικαιρότητα του αρχαίου κόσμου, εκδ. Αλεξάνδρεια.
3. Καινή Διαθήκη.

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2009

"Καλανθρωπία", ένας παραδοσιακός θεσμός της Δικαιοσύνης

Γράφει ο Παύλος Φουρνογεράκης

«Προπολεμικά στο χωριό μας υπήρχαν πέντε-έξι απλοί άνθρωποι, νοικοκυραίοι, λογικοί κι εγγράμματοι οι οποίοι ήταν οι πιο έγκυροι και δίκαιοι. Τους συμβουλευότανε το χωριό, έπαιζαν το ρόλο του εκτιμητή, τους έπαιρναν για "καλανθρωπίες", για να λύσουν τα προβλήματα στα χωράφια τους, στις περιουσίες τους, ακόμη και για προσωπικούς λόγους. Ήταν ο παπάς, ο γραμματέας κι ο εκάστοτε πρόεδρος.
Ήταν εκτιμητές δηλαδή, για την ποσότητα του λαδιού που θα έκαναν οι ελιές ή για την αξία της περιουσίας. Όταν τους έπαιρναν σε τοπικό δικαστήριο κι έλεγαν αυτοί "έχεις άδικο" ο κατηγορούμενος το δεχόταν αμιλητί.
Αυτό ισχύει ακόμα και σήμερα. Υπάρχουν περιπτώσεις…»
(απόσπασμα)


Η «καλανθρωπία», ως δείγμα κοινωνικής ζωής, αναφέρεται στο βιβλίο της Αλεξάνδρας Κατσαΐτου με τίτλο «Κοινωνικός και Πνευματικός Βίος Κεριωτών», από το οποίο και προέρχεται το παραπάνω απόσπασμα. Το εξαιρετικό αυτό βιβλίο - λαογραφική έρευνα, βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τρίμορφο και παρουσιάστηκε μ' ένα μοναδικό τρόπο το Σάββατο 26-9-2009 στο εσωτερικό της εκκλησίας της Παναγίας στο Κερί. Ένα πνευματικό πόνημα στον πνευματικό χώρο, που συμπυκνώνει ολόκληρη την ιστορία και την ύπαρξη των Κεριωτών: τις προσευχές, τις βαφτίσεις, τους γάμους, τις κηδείες, τα μνημόσυνα, τις γιορτές, τα πανηγύρια, ορισμένες φορές μάλιστα και τις συνάξεις της καλανθρωπίας. Και ήταν πολλοί εκεί, ο δήμαρχος κ. Κομιώτης (υπόψη ότι ο Δήμος Λαγανά βοήθησε οικονομικά την έκδοση), ο βουλευτής κ. Βαρβαρίγος, ιερείς, δάσκαλοι, χωρικοί…, γέμισαν τα στασίδια της εκκλησίας. Όλοι είχαν φορέσει τα γιορτινά στα πρόσωπά τους, για να τιμήσουν την ομάδα των ανθρώπων που συμμετέχει σε μια άλλη καλανθρωπία, σ΄ εκείνη που προσπαθεί να συμφιλιώσει το παλιό, το παραδοσιακό που αποχωρεί για να δώσει τη θέση του στο νέο που έρχεται με ορμή και τείνει να συμπαρασύρει τις ρίζες σαν σε καμένο δάσος που το δέρνει η βροχή. Η νηπιαγωγός του χωριού μαζί με το σύζυγό της Θεόδωρο Γκούγια (που επιμελήθηκε πλούσιο φωτογραφικό υλικό), μαζί και με δεκάδες πληροφορητές, αφήνουν παρακαταθήκη στο μέλλον τα στηρίγματά του, για να μη χαθεί στο χάος της παγκοσμιοποίησης δίχως πυξίδα.

Μια τέτοια πυξίδα είναι και ο θεσμός της «καλανθρωπίας» που ισχύει ακόμα, σε μερικές μόνο, μικρές κοινωνίες του νησιού μας. Είναι χαρακτηριστικό αυτοδιοικούμενων κοινοτήτων, που στο παρελθόν ήταν αυτάρκεις σε όλους τους τομείς, κυρίως λόγω της δυσπρόσιτης γεωγραφικής τους θέσης. Ο παπάς, ο δάσκαλος, ο γραμματέας, ο κοινοτάρχης ήταν αυθεντίες. Υπήρχαν όμως και άλλοι που διακρινόντουσαν για την εξυπνάδα τους και για την καλοσύνη τους και επομένως για τη δίκαιη κρίση τους. Ίσως αυτούς (τους καλούς και όχι τους αξιωματούχους και τους προεστούς) είχε υπόψη του ο Προυντόν και ο Μπακούνιν, οι μεγάλοι αυτοί θεωρητικοί του αναρχισμού, αλλά και ο Μαρξ ακόμα, όταν ονειρευόντουσαν τις αυτοδιοικούμενες-αυτοδιαχειριζόμενες (με ή χωρίς αρχή) κοινότητες των πολιτών. Ο θεωρητικός σοσιαλισμός στηρίχτηκε στην ιδέα, ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του και στο σύνολό του καλός σαν τα μέλη της «καλανθρωπίας»….

Οι άνθρωποι της «καλανθρωπίας» γνωρίζουν το εθιμικό δίκαιο της περιοχής, τις ασχολίες και την οικονομική δύναμη των κατοίκων, την ιδιοσυγκρασία τους, τις σχέσεις των συγχωριανών τους και επομένως δεν παρασύρονται από τις ψευδείς καταθέσεις των μαρτύρων.. Ενδέχεται να συμπαρασύρονται ορισμένες φορές και από τα προσωπικά πάθη, τις αντιπάθειες και τις προσωπικές φιλίες και συγγένειες που έχουν με τους διαδίκους. Διαθέτουν όμως άνεση χρόνου για να πάρουν αποφάσεις και πιέζονται από την κοινή γνώμη των συμπολιτών τους, σε αντίθεση με τα επίσημα δικαστήρια της χώρας μας που ο "καλύτερος" δικαστής είναι εκείνος που διεκπεραιώνει τις περισσότερες υποθέσεις στο λιγότερο χρόνο κι όχι ο αδέκαστος κριτής που ζημιώνει οικονομικά το δημόσιο με την αργοπορία του και ενδεχομένως με τη δίκαιη κρίση του!

Μού προξένησε κατάπληξη, όταν προ ολίγων ημερών βρέθηκα στο δικαστήριο, (συμπαραστάτης σε δημόσιο λειτουργό που υπέστη βία την ώρα της εργασίας του!), και πληροφορήθηκα ότι την ημέρα εκείνη το μονομελές δικαστήριο εκδίκαζε 176 διαφορετικές υποθέσεις… Με τέτοιες συνθήκες, πώς ο δικαστής θα ξεπεράσει το γράμμα του νόμου για να μεταβεί στην «κατ' αίσθημα ερμηνεία του νόμου», που, σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, είναι η ανώτερη μορφή της «λογικής» ερμηνείας του; Μήπως τούτο μπορεί να το πετύχει καλύτερα ο παραδοσιακός θεσμός απονομής δικαιοσύνης;

Βεβαίως η «καλανθρωπία» δεν μπορεί να υποκαταστήσει τα επίσημα δικαστήρια στο δικό μας κοινωνικό-οικονομικό σύστημα γιατί δεν το επιτρέπει ο πανίσχυρος θεσμός του κράτους και οι πολύπλοκες σχέσεις που συνάπτει με τον πολίτη. Ούτε μπορεί να λύσει τα προβλήματα που δημιουργούνται από τις ποικίλες εξαρτήσεις του τραπεζικού συστήματος και της εμπορίας των προϊόντων, μπορεί όμως να λειτουργήσει ως σημαντικός επικουρικός θεσμός απονομής της δικαιοσύνης.

Σήμερα η ύπαρξη πληθώρας δικηγόρων (ένα επάγγελμα κορεσμένο και αυτό όπως τόσα άλλα), δεν εκμεταλλεύεται τον παραδοσιακό αυτό θεσμό της «καλανθρωπίας» για οικονομικούς-επαγγελματικούς λόγους. Οι πολίτες εξάλλου, με την παραμικρή αδικία που νιώθουν ότι υφίστανται καταφεύγουν στα δικαστήρια, γιατί από νεοπλουτισμό και ημιμάθεια υπεραίρονται και δεν αναγνωρίζουν σε κανέναν την άτυπη ανωτερότητα ορισμένων ανθρώπων που απορρέει από την καλοσύνη τους και που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μέλη ενός παραδοσιακού τοπικού δικαστηρίου. Είναι βέβαιο ότι ο θεσμός αυτός διευρύνει τη δημοκρατία. Στην αγκαλιά του μπορούν να βρουν καταφύγιο οι φτωχοί που από έλλειψη χρημάτων αδυνατούν να προσφύγουν στα δικαστήρια και βιώνουν την περιθωριοποίηση και την αδικία της κοινωνίας. Η ωφέλεια και η σπουδαιότητά του δεν επικεντρώνεται μόνο στα δυσβάστακτα οικονομικά ενός δικαστικού αγώνα με αμφισβητούμενο αποτέλεσμα, αλλά και στο όφελος που απορρέει από την αποφυγή των εντάσεων και τη βελτίωση των σχέσεων με το συγγενή, το γείτονα, το συγχωριανό, το συντοπίτη.

Στην παράδοση μπορεί να διακρίνει κανείς τα ζωντανά και θνησιμαία στοιχεία της. Η «καλανθρωπία» θα επιθυμούσαμε να ενταχθεί στα ζωντανά χαρακτηριστικά της, για να γίνει η αυτοδιοίκηση ουσιαστικότερη και δημοκρατικότερη. Γι' αυτό η βαθιά γνώση της παράδοσης πρέπει να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της παιδείας μας, γι αυτό και οι σκαπανείς της λαογραφικής έρευνας θα πρέπει να απολαμβάνουν των τιμών της πολιτείας.
Σαρακηνάδο 29-9-2009

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2009

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου: ΤΑ ΕΚΑΤΟΝ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

[Περίληψη της Ομιλίας του κατά την Τελετή Αναγόρευσής του ως Επιτίμου Διδάκτορος του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
Αθήνα, 25 Σεπτεμβρίου 2008]



Αισθάνομαι ιδιαίτερη τιμή. Και επειδή με τον γραπτό και προφορικό λόγο προσπαθώ να εκφράζω την θεολογία, που είναι η φωνή της Εκκλησίας, γι' αυτό και θεωρώ ότι η τιμή ανάγεται στην ίδια την Εκκλησία και την Ιεραρχία, της οποίας είμαι μέλος.

Βαθειά μου πεποίθηση είναι ότι μέσα στην Εκκλησία δεν υπάρχουν αυτονομήσεις, αλλ' ο καθένας με το χάρισμά του υπηρετεί την ενότητά της. Και για να θυμηθώ την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου Νύσσης, στο Σώμα της Εκκλησίας οι Επίσκοποι επέχουν θέση «οφθαλμών», που βλέπουν και ποιμαίνουν, οι μοναχοί, λόγω της νεκρώσεως, επέχουν θέση «τριχώματος»-κόμης που κοσμούν την Εκκλησία, και οι Καθηγητές θεολόγοι επέχουν θέση «οδόντων», οι οποίοι λιώνουν την τροφή και την προσφέρουν στον λαό. Έτσι θεωρώ και την θέση των Θεολογικών Σχολών στην Εκκλησία. Οφείλω να ομολογήσω αυτήν την εκκλησιολογική αλήθεια.

Επειδή στην παρούσα πανηγυρική τελετή πρέπει να καταθέσω λόγο κατάλληλο για την περίσταση, επέλεξα να παρουσιάσω περιληπτικά ως θέμα το έργο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά που επιγράφεται «Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα», να εκθέσω μια άποψη που έχει διατυπωθή γι' αυτό και να καταθέσω μια υπόθεση, που, από ό,τι γνωρίζω, θα ακουσθή για πρώτη φορά στον επιστημονικό κόσμο. Άλλωστε με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά ασχολούμαι πάνω από σαράντα χρόνια.


1. Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς και Αυγουστίνος

Το έργο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά «Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα» είναι ένα συνοπτικό κείμενο, το οποίο ως προς τον τρόπο συγγραφής υπενθυμίζει έργα άλλων Πατέρων της Εκκλησίας, όπως του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου κλπ. και θεωρείται ως μια σύνοψη της διδασκαλίας του Αγίου στα σημεία που είχε αναπτύξει προηγουμένως στον διάλογό του με τον Βαρλαάμ και τον Ακίνδυνο. Σε παρόμοιες περιπτώσεις όλοι οι συγγραφείς κάποτε, ύστερα από μερικά χρόνια, καταλήγουν στο να κάνουν μια ευσύνοπτη περίληψη της έως τότε διατυπωθείσης διδασκαλίας τους. Όμως, το έργο αυτό εσχάτως δημιούργησε έναν προβληματισμό.

Διατυπώθηκε η άποψη ότι ο άγιος Γρηγόριος για να συγγράψη το κείμενο αυτό χρησιμοποίησε το έργο του ιερού Αυγουστίνου De Trinitate, παρέλαβε αυτούσιες εκφράσεις από αυτό, ως προς τις αριστοτελικές κατηγορίες στον Θεό, χωρίς να αναφέρη την πηγή του, ακόμη δε παρέλαβε και την «αυγουστίνεια ψυχοθεολογική τριάδα "mens – notitia (η cognitio η scientia η verbum) – amor"», δηλαδή νους, λόγος, αγάπη-έρως. Μάλιστα δε παρατίθεται και ένα χαρακτηριστικό χωρίο.

Βεβαίως, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δεν γνώριζε την λατινική γλώσσα, αφού ήταν «μονόγλωσσος». Αυτό, όμως, δεν θεωρείται ιδιαίτερο πρόβλημα, γιατί το έργο του ιερού Αυγουστίνου De Trinitate είχε μεταφρασθή στα ελληνικά πριν το 1281 από τον Μάξιμο Πλανούδη. Κατά την άποψη αυτή ένα αντίγραφο και μάλιστα το παλαιότερο του κειμένου αυτού διασωζόταν στην Μονή Βατοπαιδίου, όπου και το βρήκε ο Παλαμάς την περίοδο από τον Σεπτέμβριο του 1347 και τους πρώτους μήνες του 1348, όταν μετέβη στο Άγιον Όρος μετά την άρνηση των Θεσσαλονικέων να τον δεχθούν ως Μητροπολίτη, μετά την εκλογή του.

Διαβάζοντας την άποψη αυτή για την σχέση μεταξύ της θεολογίας του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του ιερού Αυγουστίνου, αισθάνθηκα βαθυτάτη έκπληξη, γιατί γνώριζα από τις πολυχρόνιες, πάνω από σαράντα χρόνια, μελέτες μου πάνω στην διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου ότι ο ίδιος αντιμετώπισε τον Βαρλαάμ, ο οποίος εξέφραζε τις δυτικές παραδόσεις της σχολαστικής θεολογίας και είχε επηρεασθή από τις απόψεις του ιερού Αυγουστίνου. Πως είναι δυνατόν, διερωτόμουν, να αντικρούη ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τον Βαρλαάμ και, συγχρόνως, να αποδέχεται τις απόψεις του ιερού Αυγουστίνου, στις οποίες, κατά βάση, στηριζόταν ο Βαρλαάμ, ως νεοπλατωνιστής και ως εκφραστής του δυτικού σχολαστικισμού;

Θεωρώ όμως ότι δεν είναι δυνατόν να συμβαίνη κάτι τέτοιο για τους εξής λόγους:

Πρώτον, διότι τα έργα του Αυγουστίνου ήταν εν πολλοίς άγνωστα στους Ορθοδόξους Πατέρες της Εκκλησίας μέχρι του 13ου αιώνος «ότε ελάχιστα γραπτά δείγματα της θεολογικής του σκέψεως μετεφράσθησαν».
Δεύτερον, διότι ο Βαρλαάμ, τον οποίον αντέκρουσε ο άγιος Γρηγόριος, εξέφραζε την δυτική παράδοση, όπως είχε διαμορφωθή από τις απόψεις του Αυγουστίνου σε πολλά ζητήματα, ότι δηλαδή η αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού γίνεται μέσω γινομένων και απογινομένων κτιστών συμβόλων της θεότητος, ώστε όταν ο Θεός δεν δίνη την ανώτερη αποκάλυψη αμέσως δια του νοός, την δίνει μέσα από τις ανθρώπινες αισθήσεις• ότι δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ θείας ουσίας και ακτίστου ενεργείας• ότι η θεία Χάρη είναι μία κτιστή έξη που ενώνεται με την ψυχή και κατευθύνει το θέλημα του ανθρώπου από τα μεταβλητά στον αμετάβλητο Θεό, στον Οποίο ο άνθρωπος βρίσκει την ευδαιμονία με την ικανοποίηση των επιθυμιών του• ότι η Βασιλεία του Θεού είναι κτιστή• και γενικά οι απόψεις του Βαρλαάμ περί αποκαλύψεως, κολάσεως και Βασιλείας είχαν διαμορφωθή με την επίδραση της αυγουστίνειας θεολογίας.

Τρίτον, διότι ούτε ο Βαρλαάμ είχε κατανοήσει την γνήσια πατερική παράδοση, όπως εκφραζόταν από τους ησυχαστές Πατέρες, επειδή οι Φραγκολατίνοι είχαν καθυποτάξει ολόκληρη την πατερική παράδοση στα κατηγορήματα του Αυγουστίνου –γι αυτό και ο Βαρλαάμ άκουσε, όταν ήλθε στην Θεσσαλονίκη για πρώτη φορά ερμηνείες διαφορετικές από εκείνες που γνώριζε και προέρχονταν από τον Αυγουστίνο και εξεπλάγη– αλλά ούτε και «ο Παλαμάς και ο κύκλος του αντελήφθησαν την Αυγουστίνειον προέλευσιν των κακοδοξιών του Βαρλαάμ». Άλλωστε, οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες δεν λάμβαναν ποτέ υπ’ όψη τους τα έργα και την σκέψη του Αυγουστίνου «τα οποία, εξ άλλου, ουδέποτε απετέλεσαν βάσιν των οικουμενικών Συνόδων και της διδασκαλίας των Πατέρων».

Έτσι, η άποψη ότι ο Παλαμάς χρησιμοποίησε το κείμενο του ιερού Αυγουστίνου περί της Αγίας Τριάδος, κατά μετάφραση του Μαξίμου Πλανούδη, δύσκολα μπορεί να γίνη αποδεκτή, γιατί θεωρώ ότι ο οξυνούστατος και θεοπτικότατος Γρηγόριος Παλαμάς, που είχε έκτακτα διανοητικά χαρίσματα αλλά και προσωπική εμπειρία του Τριαδικού Θεού, όπως φαίνεται από την βιογραφία που συνέταξε ο συμμοναστής του Πατριάρχης Φιλόθεος Κόκκινος, αν είχε διαβάσει το συγκεκριμένο κείμενο του Αυγουστίνου, θα αντιλαμβανόταν την στοχαστική του υποδομή και τις αποκλίσεις του από την Ορθόδοξη Παράδοση. Δηλαδή, αυτός που έκανε λεπτότατη κριτική στον Βαρλαάμ για σοβαρά δογματικά θέματα θα ήταν αδύνατον να είχε διαβάσει το κείμενο του ιερού Αυγουστίνου και να μην είχε αντιληφθή την σχέση που υπήρχε μεταξύ των απόψεων του ιερού Αυγουστίνου και του Βαρλαάμ.

Βεβαίως στο έργο «Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα» αναφέρονται και ερμηνεύονται οι δέκα αριστοτελικές κατηγορίες ήτοι, ουσία, ποσόν, ποιόν, προς τι, που, ποτέ, ποιείν, πάσχειν, έχειν, κείσθαι. Είναι ακόμη γνωστόν ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εγνώριζε από τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη την αριστοτελική φιλοσοφία και δεν θα περίμενε κανείς να μάθη τις αριστοτελικές κατηγορίες του Αριστοτέλη από το σχετικό έργο του Αυγουστίνου. Από τον άγιο Φιλόθεο Κόκκινο γνωρίζουμε ότι ο άγιος Γρηγόριος υπήρξε μελετητής του Αριστοτέλους. Μάλιστα γράφεται γι' αυτό το θέμα ότι ο Γρηγόριος περάτωσε άριστα την μελέτη της γραμματικής και την ρητορική, ώστε από όλους «και αυτών φημί των τηνικαύτα καθηγητών τε και κορυφαίων του λόγου καθ’ υπερβολήν εν λόγοις τε και συγγράμμασι θαυμασθήναι, τοιούτος εν γε τοις φυσικοίς τε και λογικοίς, και απλώς πάσι τοις Αριστοτελικοίς ώφθη, ως και τον επί σοφία παντοδαπή και μαθήμασι μάλιστα θαυμαζόμενον υπό πάντων το τηνικαύτα….». Μάλιστα γράφεται ότι ο λογοθέτης και διαπρεπής λόγιος Θεόδωρος Μετοχίτης, διαλεγόμενος με τον Γρηγόριο ενώπιον του Βασιλέως για τα λογικά συγγράμματα του Αριστοτέλους, εξεπλάγη για όσα ανέλυσε ο Γρηγόριος και είπε στον Βασιλέα: «Ει παρών ακροατής (εν. ο Αριστοτέλης) καθίστατο τούτου, επήνεσεν αν ου μετρίως, ως εγώ νομίζω. Εγώ δ’ εκείνο», φησί «λέγω τέως, ότι τοιαύτας έδει τας ψυχάς και τας φύσεις είναι των μετιόντων τους λόγους, και μάλιστα τα τω Αριστοτέλει τουτωί δια πολλών φιλοσοφηθέντα και συγγραφέντα».
Ωστόσο υπάρχουν δύο ιδιαίτερα σημεία που χρήζουν ιδιαίτερης μελέτης.

Το ένα σημείο είναι ότι στο συγκεκριμένο έργο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά υπάρχει ένα απόσπασμα από το De Trinitate έργο του ιερού Αυγουστίνου, ήτοι «θέσεις και έξεις και τόποι και χρόνοι και ει τι τοιούτον, ου κυρίως επί θεού λέγονται, αλλά μεταφορικώς…». Νομίζω ότι αυτό μπορεί να ελεγχθή ως παρέμβλητο, γιατί δεν έχει και μεγάλη εξάρτηση με το κείμενο. Το μεγαλύτερο επιχείρημα το οποίο δείχνει ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δεν εγνώριζε το συγκεκριμένο έργο του ιερού Αυγουστίνου, κατά την μετάφραση του Μαξίμου Πλανούδη, είναι ότι δεν θα δεχόταν να λάβη μερικές ανώδυνες φράσεις από το έργο αυτό, όταν θα διαπίστωνε ότι αμέσως λίγο κάτω υπήρχαν χωρία του ιερού Αυγοστίνου που υποστήριζαν το Filioque.

Συγκεκριμένα το χωρίο αυτό βρίσκεται στο πέμπτο βιβλίο De Trinitate του ιερού Αυγουστίνου. Όμως το θεωρώ απίθανον, έως αδύνατον, να διάβασε το συγκεκριμένο έργο ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και να μη αντιλήφθηκε ότι η σκέψη του ιερού Αυγουστίνου είναι προβληματική από ορθοδόξου προοπτικής. Και αυτό γιατί στην επόμενη ακριβώς παράγραφο ο ιερός Αυγουστίνος φαίνεται ότι δεν μπορεί να κάνη την διάκριση μεταξύ ουσίας και υποστάσεως, όταν γράφη: «Ουσίαν δε λέγω, ως οι Γραικοί λέγουσιν, ην ημείς οι Λατίνοι συνηθέστερον υπόστασιν ονομάζομεν. Λέγουσιν μεν γαρ κακείνοι υπόστασιν, αλλ' ουκ οίδα τι βούλονται είναι το μεταξύ ουσίας και υποστάσεως…». Επίσης, είναι απίθανον να μην αντιλήφθηκε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ότι ευθύς αμέσως η σκέψη του ιερού Αυγουστίνου καταλήγει στο Filioque, όταν γράφη ότι το Άγιον Πνεύμα είναι δώρο του Πατρός και του Υιού που δίδεται στους ανθρώπους και ότι «το Πνεύμα το άγιον και του Πατρός και του Υιού πνεύμα εστιν». Και βεβαίως εδώ δεν εννοείται η εκ μόνου του Πατρός εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και η εκ του Πατρός δια και εκ του Υιού εν χρόνω πέμψη, όπως διδάσκει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Στο συγκεκριμένο χωρίο του ιερού Αυγουστίνου αντιστρέφονται τα πράγματα, αφού λέγεται ότι «ομολογητέον τον Πατέρα και τον Υιόν αρχήν είναι του αγίου Πνεύματος, ου δύο αρχάς», δηλαδή αναφορικώς προς το Άγιον Πνεύμα είναι μία αρχή (Πατήρ-Υιός), αναφορικώς δε προς την κτίση ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα είναι μία αρχή. Αυτό σημαίνει ότι ενώ ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς κάνει διάκριση μεταξύ αϊδίου εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ μόνου του Πατρός και πέμψεώς του εν χρόνω δια και εκ του Υιού, ο ιερός Αυγουστίνος αντιθέτως ομιλεί για εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, καθώς επίσης για ενέργεια του Τριαδικού Θεού στην κτίση. Η αίρεση του Filioque φαίνεται και σε άλλα βιβλία του ιερού Αυγουστίνου.

Και το ερώτημα που τίθεται είναι: Γιατί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς προσέλαβε από το συγκεκριμένο έργο του Αυγουστίνου ένα χωρίο που δεν έχει και τόση σημασία και αμνήστευσε την αίρεση του Filioque που υπάρχει στις αμέσως επόμενες σελίδες;

Το άλλο σημείο είναι ότι υπάρχουν μερικές κοινές εννοιολογικές ομοιότητες μεταξύ του έργου του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του συγκεκριμένου έργου του ιερού Αυγουστίνου, κυρίως το σχετικό με την αυγουστίνεια ψυχολογική θεώρηση περί της Αγίας Τριάδος, και ιδίως ότι το Άγιον Πνεύμα είναι έρως του Πατρός προς τον Λόγο, από την οποία προέρχεται η αίρεση του Filioque. Και αυτό ελέγχεται, γιατί πρόκειται για μια εικόνα που την χρησιμοποιεί ο άγιος Γρηγόριος, αλλά καταλήγει σε αντίθετα συμπεράσματα από ο,τι ο Αυγουστίνος και βεβαίως δεν μπορεί να είναι κανείς βέβαιος ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς την διανείσθηκε από τον Αυγουστίνο.

Κατά συνέπειαν υπάρχουν τρεις θέσεις σχετικά με την πατρότητα του έργου «Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα». Η πρώτη ότι είναι έργο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά που χρησιμοποίησε χωρία του Αυγουστίνου. Δεν μπορώ να αποδεχθώ αυτήν την υπόθεση. Η δεύτερη πιθανή θέση ότι είναι έργο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, στο κύριο μέρος του, αλλά κάποιος μεταγενέστερος θεολόγος έκανε σχετικές παρεμβάσεις. Και η τρίτη θέση, η οποία κατά την άποψή μου είναι η πιθανότερη, είναι ότι το έργο με τίτλο «Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα» δεν είναι έργο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αλλά μεταγενεστέρου συγγραφέα.

Μια τέτοια υπόθεση μπορεί κανείς να εντοπίση και στα όσα λέγει ο Καθηγητής Παναγιώτης Χρήστου, ότι δηλαδή τα «Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα» δεν «αποτελούν οριστικήν διατύπωσιν της συνολικής θεολογικής και πνευματικής διδασκαλίας του Γρηγορίου του Παλαμά, ως συνήθως λέγεται» και ότι η χειρόγραφη παράδοση δεν είναι πλούσια. Επίσης, αν διαβάση κανείς το κείμενο αυτό, διαπιστώνει μια διαφορετική φρασεολογία και σκέψη που δεν παρατηρεί στα άλλα κείμενα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ιδίως στα θέματα της κοσμολογίας.

Αν αυτό έχη μια βάση, τότε απομένει η άποψη ότι το έργο «Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα» είναι γραμμένο από μεταγενέστερο θεολόγο που γνώριζε την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και την θεολογία του ιερού Αυγουστίνου και έκανε την σύνοψη μεταξύ αυτών των δύο, καθώς επίσης γνώριζε και την λατινική γλώσσα. Μια τέτοια υπόθεση μπορεί να αποκαθάρη και τα όσα αποδίδονται στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, δεδομένου ότι σε άλλα κείμενά του καταδικάζει με ορθόδοξα επιχειρήματα την αιρετική διδασκαλία περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και του Υιού.

Το ερώτημα, όμως, που δημιουργείται είναι, ότι αν ευσταθή μια τέτοια υπόθεση, τότε ποιός θα μπορούσε να είναι ο συνθέτης του έργου «Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα» που γνώριζε και την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και τις απόψεις του ιερού Αυγουστίνου, αλλά και την λατινική γλώσσα;

Μελετώντας το θέμα αυτό και συζητώντας με διαφόρους εντόπισα δύο τέτοια πιθανά πρόσωπα.

Ο πρώτος μπορεί να είναι ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεοφάνης, ο οποίος είναι σύγχρονος του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, και κατά πάσαν πιθανότητα γεννήθηκε μεταξύ 1315 και 1320, έγινε Μητροπολίτης Νικαίας τουλάχιστον το 1366 και απέθανε το 1380 η 1381. Συνδεόταν προσωπικά με τον Αυτοκράτορα Ιωάννην Στ’ τον Καντακουζηνό, φίλο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, και έλαβε μέρος στην διένεξη υπέρ του ησυχασμού. Ο Γεννάδιος Σχολάριος τον θεωρούσε ως τον καλύτερο αντιρρητικό του Βυζαντίου. Τα περισσότερα από τα έργα του παραμένουν ανέκδοτα. Μπορεί εδώ να σημειώση κανείς τα έργα του «Κατά βαρλααμιτών και ακινδυνιστών, περί θαβωρείου φωτός» και «κατά Λατίνων, ειδικώς περί του Αγ. Πνεύματος».

Ο Σπύρος Λάμπρου, που συνέταξε κατάλογο των χειρογράφων του Αγίου Όρους, απέδωσε στον Νικαίας Θεοφάνη την πατρότητα των έργων που αποδίδονται στον άγιο Γρηγόριο Παλαμά «Διάλεξις ορθοδόξου μετά Βαρλααμίτου κατά μέρος ανασκευάζουσα την βαρλααμίτιδα πλάνην» και «του αυτού ορθοδόξου Θεοφάνους διάλεξις προς τον από Βαρλααμιτών επιστρέψαντα Θεότιμον». Όμως, ο Καθηγητής Παναγιώτης Χρήστου με επιχειρήματα καταλήγει, χωρίς καμμιά αμφιβολία, ότι και τα δύο αυτά έργα, καίτοι στους κώδικες παραμένουν με ανωνυμία συγγραφέως, πλην του κώδικος της Μονής Διονυσίου που δίνει το όνομα του Γρηγορίου του Παλαμά, εν τούτοις ανήκουν στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Η χρησιμοποίηση του ονόματος Θεοφάνης αναφέρεται στον συγγραφέα, επειδή κηρύσσει την Θεοφάνεια, την θέα του ακτίστου Φωτός.

Ο δεύτερος που μπορεί να είναι, καθ’ υπόθεσιν, ο συνθέτης του σημαντικού αυτού έργου είναι ο Γεννάδιος Σχολάριος που γεννήθηκε μεταξύ των ετών 1398-1405 και απέθανε μετά το 1472. Πρόκειται για έναν αξιόλογο θεολόγο, που υπήρξε και ο πρώτος Πατριάρχης μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος εγνώριζε την λατινική γλώσσα και μετέφρασε κείμενα του Θωμά του Ακινάτου στην ελληνική γλώσσα. Ως έργα του Γενναδίου Σχολαρίου φέρονται τα: «Μετάφρασις του "περί του είναι και της ουσίας" του Θωμά», «Υπόμνημα εις το "Περί του είναι και της ουσίας" του Θωμά», «Μετάφρασις του υπομνήματος του Θωμά εις το περί ψυχής έργον του Αριστοτέλους».
Μπορεί κανείς να μελετήση επισταμένως τα έργα του Γενναδίου Σχολαρίου, για να επιχειρήση να εντοπίση εσωτερικές μαρτυρίες, δηλαδή σημεία τα οποία ενδεχομένως συμπίπτουν με φράσεις που υπάρχουν στο έργο «Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα». Έχω κατά νουν να κάνω αυτό το έργο, κατά τον ελεύθερο χρόνο που μου επιτρέπουν τα αρχιερατικά μου καθήκοντα και άλλες πειρασμικές καταστάσεις.

Από όσα παρετέθησαν προηγουμένως εξάγονται τρία συμπεράσματα.

Πρώτον, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δεν εγνώριζε το κείμενο του Αυγουστίνου De Trinitate ούτε δανείσθηκε αποσπάσματα και ιδέες από αυτό και, βεβαίως, η θεολογία του αγίου Γρηγορίου διαφέρει σαφέστατα από την θεολογία του ιερού Αυγουστίνου.

Δεύτερον, τα «Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα», κατά την πιθανότερη εκδοχή, είναι έργο μεταγενεστέρου συγγραφέως, που γνώριζε την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του Αυγουστίνου και επεχείρησε αυτήν την σύνθεση. Έλαβε δηλαδή ολόκληρα χωρία από κείμενα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, χρησιμοποίησε και του ιερού Αυγουστίνου, και όλο το έργο το απέδωσε στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Μεταξύ των συγγραφέων που πιθανόν επεχείρησαν αυτό το έργο συγκαταλέγονται ο Νικαίας Θεοφάνης και ο Γεννάδιος Σχολάριος, με πιθανότερον τον δεύτερο. Χρειάζεται, όμως, περαιτέρω έρευνα.

Τρίτον, κανείς δεν μπορεί να αρνηθή ότι το σημαντικό αυτό έργο, στα βασικά του σημεία, εκφράζει την διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, που είναι διδασκαλία της Εκκλησίας, αφού άλλωστε παρατίθενται ολόκληρα κείμενά του. Στην πραγματικότητα, εκτός από μια εικόνα που χρησιμοποιείται ορθόδοξα για να δηλώση τις σχέσεις των Προσώπων της Αγίας Τριάδος, και την παράθεση ενός κειμένου του ιερού Αυγουστίνου που αναφέραμε πιο πάνω, πρόκειται για ένα παλαμικό έργο, που είναι ορθόδοξο και πατερικό. Δεν παύει από του να έχη μεγάλη αξία, αφού παρατίθενται κείμενα και θεολογικά σημεία της διδασκαλίας του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και εκφράζει την δογματική και ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας, που διαφέρει σαφέστατα από την διδασκαλία του ιερού Αυγουστίνου.

Θα πρέπει να δεχθούμε τον ησυχασμό που διαφέρει από τον σχολαστικισμό του Βαρλαάμ, ο οποίος στηρίζεται στον Θωμά τον Ακινάτη, και αυτός στον νεοπλατωνιστή Αυγουστίνο και τον Αριστοτέλη, όπως σαφέστατα φαίνεται στο έργο του Θωμά Suma theologika.


3. Θεολογία και ποιμαντική

Ας μου επιτραπή στο τέλος της ομιλίας μου να αναφερθώ σε ένα άλλο σημείο, που είναι κατά την γνώμη μου αξιοσημείωτο.

Τα «Κεφάλαια εκατόν πεντήκοντα» είναι σημαντικά και συνιστούν μια ορθόδοξη δογματική διδασκαλία, που συνδέει κατά τρόπο θαυμαστό την θεολογία, δηλαδή τα περί Θεού, την κοσμολογία, την ανθρωπολογία, την οικονομία, δηλαδή τα της ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, και την σωτηριολογία η οποία βιώνεται όταν ο άνθρωπος μετέχη της ακτίστου θεοποιού ενεργείας του Θεού. Έτσι, το περιεχόμενο του σημαντικού αυτού κειμένου προσδιορίζει το έργο της ορθοδόξου ποιμαντικής.

Πράγματι, η ορθόδοξη θεολογία δεν είναι σχολαστική και ιδεολογική, δεν είναι ηθικιστική και ουμανιστική, αλλά είναι κατ' εξοχήν ποιμαντική, που εξασκείται στον «χώρο» της Εκκλησίας.

Ο σύγχρονος θεολόγος, πρέπει να κάνη έρευνα στα κείμενα των Προφητών, Αποστόλων και Πατέρων της Εκκλησίας, γιατί αυτά είναι τα κτιστά ρητά, νοήματα και εικονίσματα της αρρήτου και ακτίστου πραγματικότητος. Παράλληλα, όμως, πρέπει να κάνη έρευνα σε ζωντανούς οργανισμούς, που βιώνουν και μετέχουν της αποκαλυπτικής εμπειρίας της θεώσεως, και είναι οι μάρτυρες του Θεού σε κάθε συγκεκριμένη εποχή. Στην συνέχεια πρέπει να εισέλθη στον άδη της ανθρώπινης αποτυχίας, δηλαδή να μεταφέρη τα πορίσματα της θεολογικής έρευνας και εμπειρίας στους ανθρώπους που είναι τραυματισμένοι και πληγωμένοι.

Κάπως έτσι εργάζεται και ο επιστήμονας ιατρός ερευνητής. Ερευνά τα δεδομένα της κτιστής πραγματικότητας, προσπαθεί να αντιληφθή τον τρόπο και την συμπεριφορά μιας αρρώστιας, ερευνά το γονιδίωμα μέσα στο επιστημονικό εργαστήριο, αγωνίζεται να ανακαλύψη το κατάλληλο φάρμακο, κάνει δοκιμές και κλινικές εφαρμογές και στην συνέχεια διοχετεύει το φάρμακο στην αγορά προκειμένου να αντιμετωπισθή ο ανθρώπινος πόνος. Το ίδιο πρέπει να συμβαίνη και με την πνευματκή ασθένεια και τους θεολόγους που ασχολούνται με την θεραπεία του ανθρώπου. Πέρα από την έρευνα σε μνημειακές και βιβλικές και ζωντανές πηγές, τον απασχολεί ο ανθρώπινος πόνος.

Σήμερα επικρατεί βαθύτατος πόνος, υπαρξιακός και κοινωνικός. Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι πληγωμένος και τραυματισμένος και γι’ αυτό και οι Κληρικοί και θεολόγοι πρέπει να βοηθήσουμε, με τους τρόπους που υποδεικνύουν τα κείμενα των πεπειραμένων, αλλά και η ζωή των συγχρόνων μεγάλων ζωντανών θεολόγων της εποχής μας. Έτσι συνδυάζεται η θεολογία με την ποιμαντική της Εκκλησίας και σε αυτό το θέμα βλέπω τον σύνδεσμο μεταξύ των Θεολογικών Σχολών και της Διοικήσεως και ποιμαντικής της Εκκλησίας. Με αυτόν τον τρόπο γνώρισα και τους Καθηγητές μου στην Θεολογική Σχολή, οι οποίοι είχαν ορθόδοξο εκκλησιαστικό φρόνημα και με διαφόρους τρόπους μας οδηγούσαν στο Άγιον Όρος και έτσι σπουδάσαμε την θεολογική επιστήμη, με τις αναλύσεις των πατερικών κειμένων, σε συνδυασμό με την ζωντανή παράδοση που βρίσκαμε στο Άγιον Όρος.

Δεν είναι δυνατόν σήμερα να αντιμετωπίζουμε τα εκκλησιαστικά θέματα αποκεκομμένα από τα κτιστά ρήματα και νοήματα των θεουμένων, αλλά και αποξενωμένα από την εμπειρία των αγίων που βίωσαν τα άρρητα-άκτιστα ρήματα. Αλλά και δεν είναι δυνατόν να εξασκήται μια ηθικολογική και αθεολόγητη ποιμαντική στον άνθρωπο που είναι ψυχικά και υπαρξιακά τραυματισμένος και πληγωμένος.

Αυτήν την αγωνία του συγχρόνου ανθρώπου την διάβασα γραμμένη με ρεαλιστικό τρόπο στο γνωστό μυθιστόρημα του Νοστογέφσκι με τίτλο: «Το υπόγειο». Στο στόμα του ήρωά του η μάλλον του αντί-ήρωά του ο Νοστογιέφσκι βάζει τα εξής καταπληκτικά λόγια:
«Γιατί κάνουμε τόσες ανοησίες; Τι ζητάμε; ούτε κι οι ίδιοι ξέρουμε! Θα υποφέραμε περισσότερο αν οι τρελλοί μας πόθοι πραγματοποιούνταν. Σταθείτε, προσπαθήστε, για παράδειγμα, να μας δώσετε περισσότερη ανεξαρτησία• βγάλτε από τη μέση τα εμπόδια, μεγαλώστε τον κύκλο της δράσης σας• χαλαρώστε την κηδεμονία, ε λοιπόν ναι σας διαβεβαιώνω, εμείς όλοι…. θα ξαναζητήσουμε αμέσως την κηδεμονία….

Αφήστε μας μόνους, χωρίς βιβλία, κι αμέσως θα πελαγώσουμε, θα τα μπερδέψουμε• δεν θα ξέρουμε που να στηριχθούμε και σε τι να αφοσιωθούμε, δε θα ξέρουμε τι πρέπει να αγαπήσουμε η να μισήσουμε, τι πρέπει να εκτιμήσουμε η να περιφρονήσουμε. Βαριόμαστε ακόμη και που είμαστε άνθρωποι, άνθρωποι με σάρκα και οστά αληθινά, ντρεπόμαστε γι’ αυτό και το θεωρούμε ατιμία μας. Γυρεύουμε να γίνουμε ένας τύπος γενικού ανθρώπου που δεν υπήρξε ποτέ. Είμαστε πεθαμένοι μόλις γεννηθούμε και χρόνια και χρόνια μας γεννούν πατέρες που δεν είναι ζωντανοί, μια κατάσταση που μας ευχαριστεί όλο και πιο πολύ. Μας αρέσει. Σε λίγο, θα επινοήσουμε κάποιο τρόπο να γεννιόμαστε από μια ιδέα. Μα δε θέλω πια να γράφω μέσα απ' το "υπόγειο"».

Πολύ ενδιαφέρουσα η άποψη του Ντοστογιέφσκι που βιώνεται τόσο ανάγλυφα στην εποχή μας ότι «θα υποφέραμε περισσότερο αν οι τρελλοί μας πόθοι πραγματοποιούνταν». Εντυπωσιακή ακόμη η άποψή του ότι, αν μείνουμε μόνοι μας, χωρίς τα βιβλία θα πελαγώναμε. Και πολύ αξιοπρόσεκτη η άποψή του ότι «είμαστε πεθαμένοι μόλις γεννηθούμε και χρόνια και χρόνια μας γεννούν πατέρες που δεν είναι ζωντανοί».

Νομίζω ότι αυτό που πρέπει να εκπέμψη σήμερα η Εκκλησία με την θεολογία της και η θεολογία της Εκκλησίας με τους ορθοδόξους θεολόγους είναι ο λόγος της ορθοδόξου θεολογίας και ο τρόπος του ησυχασμού. Ομιλώ σε Πανεπιστημιακούς Δασκάλους που γνωρίζουν επαρκώς τα θέματα αυτά, και γνωρίζουν ασφαλώς ότι η θεολογία ως χαρισματική κατάσταση είναι η γνώση του Θεού και η ησυχία είναι ο τρόπος και η μέθοδος δια της οποίας ο άνθρωπος απαλλάσσεται από τις ποικίλες εξαρτήσεις, γίνεται ελεύθερος και πορεύεται προς την εμπειρία της γνώσης του Θεού. Βεβαίως, υπάρχουν και σήμερα μερικοί (Κληρικοί και λαϊκοί) που ζουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά έχουν σαφέστατα επηρεασθή από τον σχολαστικισμό και τον ηθικισμό της Δύσεως και δεν μπορούν να εννοήσουν την ορθόδοξη πατερική θεολογία που κινείται πέρα από σχολαστικά και ηθικιστικά πρότυπα, γι' αυτό σκανδαλίζονται από το κάθε τι ορθόδοξο που ακούν και διαβάζουν.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ορίζει την ησυχία ως
«την νου και κόσμου στάσιν, την λήθη των κάτω, την μύησιν των άνω, την των νοημάτων επί το κρείττον απόθεσιν• αύτη πράξις ως αληθώς, επίβασις της ως αληθώς θεωρίας η θεοπτίας, ειπείν οικειότερον η μόνη δείγμα της ως αληθώς ευεκτούσης ψυχής».
Αυτή είναι η θεολογική μέθοδος γνώσεως του Θεού και ταυτόχρονα επιλύσεως των υπαρξιακών, πνευματικών και κοινωνικών προβλημάτων. Και αυτήν την ουσιαστική πλευρά της Εκκλησίας αναζητά ο σύγχρονος άνθρωπος.

Προσπαθώ να πορεύομαι «κατά τας των αγίων θεοπνεύστους θεολογίας και το της Εκκλησίας ευσεβές φρόνημα» και να συντονίζομαι στα όσα μου έχουν προσφέρει οι αείμνηστοι Καθηγητές μου στην Θεολογική Σχολή και οι σύγχρονοι Καθηγητές των Θεολογικών Σχολών, εκ των οποίων πολλοί είναι παρόντες και των οποίων τα έργα διαβάζω, αλλά και οι Πνευματικοί Πατέρες μου, Επίσκοποι, Ιερομόναχοι και Μοναχοί, οι οποίοι γνώριζαν και βίωναν εμπειρικά την Ορθόδοξη Παράδοση. Μέσα στην ύπαρξή μου είναι στενά συνδεδεμένα τα Σπουδαστήρια της Θεολογικής Σχολής, με τα ιερά Φροντιστήρια της ερήμου του Αγίου Όρους και τα «υπόγεια» του ανθρώπινου πόνου, με τον οποίο ασχολούνται οι Πνευματικοί Πατέρες.

Πάντως, η τιμή που μου προσφέρατε σήμερα με την αναγόρευσή μου εις επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών με ενδυναμώνει και με ενθαρρύνει τόσο στην ερευνητική μου προσπάθεια όσο και στην ποιμαντική διακονία και γι’ αυτό σας ευχαριστώ θερμά.


Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2009

Κάρολου Παπούλια: ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ. ΚΑΡΟΛΟΥ ΠΑΠΟΥΛΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ ΑΝΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΣΕ ΕΠΙΤΙΜΟ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
(Ιωάννινα, 12 Νοεμβρίου 2007)


Σεβασμιώτατε,
Κύριε Πρύτανη,
Κύριε Εκπρόσωπε του Πρωθυπουργού,
Κύριε Αντιπρόεδρε της Βουλής,
Κύριοι Βουλευτές,
Κύριοι Νομάρχες,
Κύριε Γενικέ Γραμματέα Περιφέρειας Ηπείρου,
Κύριοι Δήμαρχοι,
Στρατηγέ – Διοικητά της 8ης Μεραρχίας,
Κυρίες και Κύριοι,

Αποτελεί ξεχωριστή τιμή για μένα η αναγόρευσή μου σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, και του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων. Του Πανεπιστημίου της γενέτειράς μου, που κατάφερε να αποκτήσει, χάρη στην ποιότητα του έργου του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού του, και χάρη στη φιλομάθεια και τις πρωτοβουλίες των φοιτητών του, φήμη όχι μόνον πανελλαδική, αλλά και διεθνή. Αξίζει, όμως, να υπογραμμιστεί, επίσης, πως η συνεχής φροντίδα και αγάπη των εκάστοτε αρχών της πόλης για το Πανεπιστήμιο, μα πάνω απ’ όλα του γιαννιώτικου λαού αλλά και όλων των Ηπειρωτών, αποτέλεσε το θερμοκήπιο μέσα στο οποίο άνθησε το σπουδαίο αυτό λίκνο της γνώσης.

Επέλεξα ως θέμα της σημερινής μου ομιλίας τη σχέση της πολιτικής με την ηθική. Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Νομίζω πως στη ζωή μου βρέθηκα, με τον έναν ή άλλον τρόπο, μέσα από ποικίλες διαδρομές, αντιμέτωπος με προβλήματα που είχαν έντονη την ηθική διάσταση.

Μικρός, στα δύσκολα χρόνια της κατοχής, έζησα τον τιτάνιο αγώνα του λαού μας να επιβιώσει παρά τις απίστευτες στερήσεις, και θαύμασα το ηθικό μεγαλείο της αντίστασής του στους κατακτητές. Ήταν ένα υπέροχο μάθημα ηθικής της ελευθερίας, αυτοσεβασμού, αξιοπρέπειας και πατριωτισμού εκ μέρους των Ελλήνων απέναντι στους δυνάστες της χώρας μας.

Αργότερα, οι σπουδές μου στα Νομικά μ’ έφεραν σε επαφή με το πρόβλημα της σχέσης δικαίου και ηθικής. Από φοιτητής πίστευα πως, αντί για μια «στενά» νομική ερμηνευτική προσέγγιση των κανόνων δικαίου, πρέπει να αναζητούμε τα ηθικοπολιτικά θεμέλιά τους. Άλλωστε, οι νόμοι ρυθμίζουν κοινωνικά φαινόμενα, συμπεριφορές του βίου μας, ατομικού και συλλογικού, οπότε η ηθικοπολιτική τους διάσταση είναι προφανής. Η θέση αυτή αποδείχτηκε ορθή, ιδιαίτερα σήμερα που η άνθηση «εκλεπτυσμένων» αντιθετικιστικών θεωριών στη Φιλοσοφία του Δικαίου συνέβαλε στο να μειωθεί και στην Ελλάδα ο αριθμός των υποστηρικτών του νομικού θετικισμού. Αλλά και όσοι έμειναν πιστοί σ’ αυτόν αναγκάστηκαν να ανανεώσουν το θεωρητικό τους οπλοστάσιο, γεγονός ευχάριστο, καθώς προάγει την ποιότητα της επιχειρηματολογίας των δύο πλευρών.

Η ανάμειξή μου όμως στην πολιτική υπήρξε αναμφίβολα το πιο απαιτητικό σχολείο για μένα, αλλά ταυτόχρονα και το πιο γενναιόδωρο – με την έννοια της προσφοράς πολύτιμων διδαγμάτων και εμπειριών. Η συμμετοχή μου στον αγώνα για την πτώση μιας δικτατορίας που αποτέλεσε όνειδος για τον πολιτικό πολιτισμό μας, και, κατόπιν, στην πολιτική ζωή μιας δημοκρατικά οργανωμένης Πολιτείας, όπως και στη δημιουργία μιας ευνομούμενης διεθνούς κοινωνίας, είχε ως τελικό σκοπό μια δικαιότερη και πιο ανθρώπινη κοινωνία.

Κυρίες και Κύριοι,
Όλα τα ζητήματα, κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά, έχουν μια ηθική διάσταση. Είναι λοιπόν επόμενο να αναρωτιέται κανείς ποια είναι η σχέση πολιτικής και ηθικής κατά την πρακτική εφαρμογή της πρώτης.

Κορυφαία πνεύματα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχουν ασχοληθεί με το ερώτημα αυτό. Ο Θουκυδίδης, στο διάλογο Αθηναίων και Μηλίων, μας περιγράφει, ηθικά αποστασιοποιημένος, τη σύγκρουση δύο αντιλήψεων στις διακρατικές σχέσεις. Αυτής που στηρίζεται στη δύναμη, στην πολιτική των κανονιοφόρων, και αυτής που στηρίζεται στην επίκληση του Δικαίου. Ο Machiavelli, με τον «Ηγεμόνα» του, επιχείρησε να διατυπώσει τους κανόνες της αποτελεσματικής διοίκησης στην εποχή του, οπότε ήρθε αντιμέτωπος με το ζήτημα της δημόσιας ευθύνης του Ηγεμόνα να προάγει συνεχώς το καλό της πατρίδας του και των υπηκόων του μέσω της επιλογής των ενεργειών που απαιτούνται γι’ αυτό το σκοπό. Ο Machiavelli δεν διαχωρίζει την ηθική από την πολιτική, ούτε είναι υπέρμαχος του κυνισμού, αλλά θέλει να πείσει τους συγχρόνους του ότι, σε σχέση με την επιδίωξη της χίμαιρας της τέλειας πολιτείας, ορθότερη και συνετότερη είναι η ικανοποίηση των απαιτήσεων και των αναγκών που υπαγορεύονται από τις συνθήκες της πραγματικής πολιτείας.
Οι ερμηνείες που δόθηκαν στο έργο του προέρχονται από ποικίλες οπτικές γωνίες: από συντηρητικούς στοχαστές σαν τον Leo Strauss, από εκπροσώπους της θεωρίας της απόφασης σαν τον Παναγιώτη Κονδύλη, από μαρξιστές σαν τον Louis Althusser και από φιλελεύθερους σαν τον Quentin Skinner. Σημαντική, όμως, υπήρξε και η μονογραφία του Παναγιώτη Νούτσου, «Machiavelli – Πολιτικός σχεδιασμός και Φιλοσοφία της Ιστορίας», ακριβώς επειδή μόνον στο πλαίσιο της μελέτης της Φιλοσοφίας της Ιστορίας μπορούμε να αντιληφθούμε πώς γεννήθηκε η σκέψη ενός στοχαστή, μέσα σε ποια πνευματική και πολιτική παράδοση εντάσσεται αυτή, τι νέο κομίζει (εάν κομίζει) και, τελικώς, εάν επηρεάζει ή όχι τον τρόπο με τον οποίο σκέπτονται οι μεταγενέστεροί του.

Η ηθική και η πολιτική δεν είναι ασύμβατες μεταξύ τους. Η επίκληση της ηθικής δεν είναι πάντοτε ένας τρόπος συγκάλυψης των αξιώσεων ισχύος εκείνου που την επιχειρεί. Μια τέτοια αντίληψη θα απέληγε σ’ έναν ακραίο αξιακό σχετικισμό, που είναι επικίνδυνος τόσο για τη δημοκρατία και την κοινωνική συνοχή, όσο και για το διεθνές σύστημα. Πιστεύω, άλλωστε, πως αυτός ο αξιακός σχετικισμός ήταν από τις κύριες αιτίες της κατάρρευσης του αρχαίου κόσμου.

Γενικότερα, δεν βρίσκω πειστικές τις σκεπτικιστικές ή και μηδενιστικές αμφισβητήσεις της αντικειμενικότητας των ηθικών κρίσεων, που συνήθως έχουν ως αφετηρία ορισμένες συνολικές μεταφυσικές απόψεις για τη δομή της πραγματικότητας, τη λειτουργία της γλώσσας και τη σχέση της με τον κόσμο ή την υφή των αξιών, και τούτο παρά το γεγονός ότι κάποιες από αυτές τις απόψεις ασκούν πνευματική γοητεία. Από την άλλη, βέβαια, η κανονιστική ή «ουσιώδης» ηθική, αυτή με την οποία αναζητούμε τους κανόνες της πρακτικής μας, δεν μπορεί να αδιαφορεί και για τη μεταηθική, που αφορά όχι μόνον στη λογική και σημασιολογική διερεύνηση του ηθικού λόγου, αλλά προσφάτως χρησιμοποιείται για να δηλώσει και κάθε γνωσιολογική και οντολογική προσέγγιση της ηθικής. Διότι χωρίς τη μεταηθική είναι δύσκολη η υπεράσπιση της αντικειμενικότητας και της αλήθειας των ηθικών κρίσεων που διατυπώνουμε στο πλαίσιο της κανονιστικής ηθικής.

Έπειτα από αυτές τις αναγκαίες γενικές τοποθετήσεις μου για τη φύση των ηθικών κρίσεων, επικεντρώνω πλέον την ανάλυσή μου σε κάποιες σημαντικές παραμέτρους της σχέσης της πολιτικής με την ηθική.

Ασφαλώς, η πολιτική δεν ασκείται σε ηθικό κενό. Οι πολιτικοί οφείλουν πρωτίστως να σέβονται το Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους, δεν αρκεί όμως μόνον η τυπική τους συμμόρφωση προς το νομικό μας καθεστώς. Πολλές από τις πράξεις τους και τις συμπεριφορές τους δεν τις κρίνουμε μόνον πολιτικά, αλλά και ηθικά. Έτσι, κρίνουμε ηθικά –και όχι μόνον πολιτικά– έναν πολιτικό που θεωρούμε διεφθαρμένο. Επίσης, αποτελεί όχι μόνον παραδεκτή αλλά και αναγκαία «ηθικοποίηση της πολιτικής» η θέσπιση, για παράδειγμα, νόμων για την αποτελεσματικότερη προστασία των κοινωνικά και οικονομικά αδυνάτων, των γυναικών, των παιδιών, των μεταναστών, κλπ.

Συχνά, επίσης, λένε ορισμένοι ότι η ηθική είναι υποκειμενική, ενώ συγχρόνως αναφέρονται σε συγκεκριμένες ενέργειες και γεγονότα, για να αποδείξουν ότι αυτά παραβιάζουν την ηθική στις διεθνείς σχέσεις. Δεν συνειδητοποιούν πριν απ’ όλα την έλλειψη εσωτερικής συνέπειας στην επιχειρηματολογία τους. Μια έλλειψη συνέπειας που προκύπτει από το γεγονός ότι ο πρώτος τους ισχυρισμός ανήκει στη μεταηθική τους τοποθέτηση, ενώ ο δεύτερος προϋποθέτει μια συγκεκριμένη κανονιστική αντίληψη της ηθικής στις διεθνείς σχέσεις, η οποία αντιβαίνει στην πρώτη.

Επομένως, βεβαίως και υπάρχει ηθική στις διεθνείς σχέσεις, δηλαδή αξίες και αρχές που τις διέπουν, ανεξάρτητα από το εάν κάποιοι συμφωνούν με αυτές και κάποιοι όχι. Το κρίσιμο θέμα είναι ότι από την οργάνωση της διεθνούς κοινότητας απουσιάζει το στοιχείο της εκτελεστότητας, ενώ η έννοια της ηθικής και το περιεχόμενο του εφαρμοστέου δικαίου διαμορφώνονται κυρίως μέσα από το πρίσμα των συμφερόντων των ισχυρών. Η συνεπής εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και η ενίσχυση της ουσιαστικής λειτουργίας των Διεθνών Οργανισμών, ιδίως των Ηνωμένων Εθνών, θα ενισχύσουν τις ηθικές βάσεις της διεθνούς κοινωνίας. Άλλωστε, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι εκείνα τα κράτη που στο παρελθόν αψήφησαν τις επιταγές της ηθικής και ενστερνίστηκαν την Machtpolitik στη διεθνή τους συμπεριφορά, γνώρισαν αργά ή γρήγορα τη συντριβή, όσο ισχυρά κι αν ήταν. Και αυτό γιατί η ηθική διάσταση εμπεριέχει πολιτική δυναμική, όπως ιστορικά έχει φανεί σε επαναστατικές περιόδους.

Η σχέση όμως της πολιτικής με την ηθική στο χώρο των διεθνών σχέσεων γνωρίζει και μια νέα παράμετρο, τα τελευταία χρόνια. Όλο και περισσότεροι στοχαστές, αλλά και πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες, συνειδητοποιούν ότι η έννοια της αναδιανεμητικής δικαιοσύνης πρέπει να λάβει τη μορφή συγκεκριμένων πολιτικών προς όφελος των ασθενέστερων χωρών, σ’ έναν κόσμο όπου εμφανίζονται όλο και ισχυρότερες μορφές εξάρτησης και αλληλουχίας.

Ωστόσο, οι ηθικές προκλήσεις για την παγκόσμια πολιτική δεν σταματούν εδώ. Ο κίνδυνος ολοκληρωτικής καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος είναι καταφανής, και η ανάγκη λήψης επειγόντων –και οδυνηρών για τους ισχυρούς– μέτρων είναι δεδομένη, και μάλιστα πιεστική. Εδώ υπεισέρχεται η έννοια της διαγενεακής δικαιοσύνης, δηλαδή της υποχρέωσής μας να νοιαζόμαστε για το τι περιβάλλον θέλουμε να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές και να καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να αναστρέψουμε τη σημερινή πορεία συνεχούς επιδείνωσης της κατάστασης.

Το ζήτημα της ασφάλειας και της ταυτόχρονης προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι μια επίσης μεγάλη πρόκληση για τις σημερινές κοινωνίες και τις ηγεσίες τους: μας θέτει ενώπιον τεράστιων πολιτικών, νομικών και ηθικών ευθυνών. Καλό είναι όμως να θυμόμαστε πως η Ιστορία έχει αποδείξει ότι έσφαλαν όσοι πίστεψαν πως με βασανισμούς ή εξευτελισμούς ανθρώπων επιτυγχάνεται η ασφάλεια.

Ένα άλλο μεγάλο ζήτημα των σημερινών καιρών είναι οι προκλήσεις που θέτουν στην Επιστήμη, το Δίκαιο και τη Βιοηθική, τον κλάδο αυτόν της Εφαρμοσμένης Ηθικής, η Γενετική και η Βιοτεχνολογία. Για να αντιμετωπιστούν, απαιτείται ουσιαστική συνεργασία της Πολιτείας με τους επιστήμονες και άνοιγμα προς την κοινωνία, ώστε τα ηθικά διλήμματα που γεννά η ανάπτυξη της Γενετικής και της Βιοτεχνολογίας να καταστούν αντικείμενο ευρείας δημόσιας συζήτησης, πριν από οποιαδήποτε νομοθετική ρύθμισή τους.

Κυρίες και Κύριοι,
Το ζήτημα της σχέσης της πολιτικής με την ηθική είναι ευρύτατο, και έχει ένα πλήθος από πτυχές. Ήθελα να σας παρουσιάσω ορισμένες μόνον σκέψεις και προβληματισμούς μου, και να εκφράσω την ελπίδα ότι οι κοινωνίες και οι διανοητές όλου του κόσμου θα συνεχίσουν έναν γόνιμο, ερευνητικό διάλογο, που θα τροφοδοτήσει τη σκέψη κάθε πολίτη.

Κλείνω την ομιλία μου τονίζοντας ότι, καθώς παραμένω βαθιά ουμανιστής, έχω εμπιστοσύνη στη ικανότητα του ανθρώπου να βρίσκει τελικά πάντοτε τον σωστό βηματισμό για τη συνέχιση της πορείας του, και γι’ αυτό πιστεύω ότι θα αντεπεξέλθει και τούτη τη φορά με επιτυχία στις μεγάλες ηθικές και πολιτικές προκλήσεις της εποχής μας. Θα αντεπεξέλθει όμως μόνον εφόσον όλοι αντιληφθούμε ότι η βάση της πολιτικής πρακτικής τόσο σε εθνικό, όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, δεν μπορεί να είναι άλλη από την κοινωνική δικαιοσύνη και την προστασία των αδυνάτων.-

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009

Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου: ΕΝ ΠΑΙΔΕΙᾼ ΚΑΙ ΝΟΥΘΕΣΙᾼ ΚΥΡΙΟΥ

[Ὁμιλία κατά τήν τελετήν ἀναγορεύσεως Αὐτοῦ εἰς ἐπίτιμον Διδάκτορα τοῦ Παιδαγωγικοῦ Τμήματος Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως τοῦ Πανεπιστημίου Δυτικῆς Μακεδονίας,
Φλώρινα, 17 Σεπτεμβρίου 2005]


Μακαριώτατε Ἀρχιεπίσκοπε Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. Χριστόδουλε,
Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Φλωρίνης, Πρεσπῶν καί Ἑορδαίας κύριε Θεόκλητε,
Ἐλλογιμώτατε καί ἀγαπητέ κύριε Πρόεδρε τῆς Διοικούσης Ἐπιτροπῆς τοῦ Πανεπιστημίου Δυτικῆς Μακεδονίας,
Ἐλλογιμώτατοι κύριε Κοσμῆτορ καί κύριοι Πρόεδροι τῶν Τμημάτων,
Ἐλλογιμώτατοι κύριοι Καθηγηταί,
Φίλοι φοιτηταί καί φοιτήτριαι καί λοιποί ἀκροαταί,

Μέ πολλήν χαράν καί συγκίνησιν ἀπεδέχθημεν τήν τιμητικήν πρόσκλησίν σας νά ἀνέλθωμεν εἰς τό βῆμα καί νά σᾶς ἀπευθύνωμεν κατ᾽ ἀρχήν τόν ὁλοκάρδιον χαιρετισμόν τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μητρός Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, καί ἐν συνεχείᾳ τόν προσωπικόν ἡμῶν ὁλοκάρδιον χαιρετισμόν. Μαζί μέ τούς χαιρετισμούς, σᾶς φέρομεν ἀπό τήν σεπτήν Καθέδραν μας τάς εὐλογίας τῶν σεβασμάτων τοῦ Γένους, τά ὁποῖα πολύ ὀλίγοι πλέον φυλάσσομεν εὐλαβῶς. Ἀλλ᾽ οἱ ὀλίγοι αὐτοί ἔχουν πολλήν τήν ἀγάπην καί τόν σεβασμόν πρός αὐτά καί οὕτως ὑπεραναπληροῦν τήν ἐλλείπουσαν μέριμναν τῶν ἀπόντων.

Πλέον τῶν χαιρετισμῶν καί τῶν εὐλογιῶν, σᾶς ἐκφράζομεν τάς εὐχαριστίας μας διά τήν ἀγάπην σας, ἡ ὁποία προεκάλεσε τήν πρόσκλησίν σας. Αὐτή ἡ ἀγάπη σας εἶναι τό πολυτιμότερον δῶρον, τό ὁποῖον μᾶς προσφέρετε. Διότι, πράγματι, διά πάντα ἄνθρωπον τό πάντοτε ἐλλεῖπον καί ζητούμενον καί μηδέποτε εἰς κόρον ἐρχόμενον εἶναι ἡ ἀγάπη ἀπό τόν ἄλλον. Τοῦτο γνωρίζων ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε πρός τούς Ρωμαίους «μηδενί μηδέν ὀφείλετε εἰμή τό ἀγαπᾶν ἀλλήλους» (Ρωμ. 13, 8).

Τό ὑπαρξιακόν κενόν, τό ὁποῖον ζῇ εἰς τήν πλειονότητά της ἡ σύγχρονος ἀνθρωπότης, ὀφείλεται εἰς τήν ἔλλειψιν αἰσθήσεως κοινωνίας μέ τά ἄλλα πρόσωπα, μέ τά ὁποῖα ἕκαστος συμβιώνει ἐν ἀποξενώσει. Ἡ σωματική ἐγγύτης δέν ἀναπληρώνει τήν ψυχικήν καί πνευματικήν ἀπόστασιν, μᾶλλον δέ ἐπιτείνει τήν αἴσθησιν τοῦ κενοῦ. Εἶναι ἀναμενόμενον νά αἰσθάνεταί τις μόνος, ὅταν εἶναι μόνος σωματικῶς. Ἀλλ᾽ εἶναι ὀδυνηρόν νά αἰσθάνεται μόνος ἐν μέσῳ πλήθους γνωστῶν, συνεργατῶν, συνανθρώπων καί ἐνίοτε καί μελῶν τῆς ἰδίας αὐτοῦ οἰκογενείας.

Ὡς ἐκ τούτου, αἰσθάνεται μεγάλην ἀνάπαυσιν ὁ ἄνθρωπος ὅταν συναντᾶται μέ συνανθρώπους του, οἱ ὁποῖοι ἐκδηλώνουν διά τό πρόσωπόν του ἀνυπόκριτον ἀγάπην καί ἀνιδιοτελές ἐνδιαφέρον, ὡς ἐν προκειμένῳ. Βεβαιοῦται δέ ἡ καρδία μας διά τήν ἀνυπόκριτον ἀγάπην σας καί τό ἀνιδιοτελές ἐνδιαφέρον σας, διότι ἡμεῖς δέν ἔχομεν νά σᾶς προσφέρωμεν κάτι τό ὁποῖον θά ἠμποροῦσε νά ἱκανοποιήσῃ ποιάν τινα προσωπικήν ἰδιοτελῆ σας ἐπιθυμίαν.

Αἰσθανόμεθα ἐπίσης ὅτι ἡ ἀγάπη σας αὐτή στρέφεται καί ἀγκαλιάζει τόν ὅλον θεσμόν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καί τά πρόσωπα τά ὁποῖα τόν πλαισιώνουν. Τοῦτο, λόγῳ τοῦ ὅτι ταῦτα, ὡς ἄλλοι τριακόσιοι Λακεδαιμόνιοι, φυλάσσουν πνευματικάς Θερμοπύλας μέχρις ἐσχάτης αὐτῶν πνοῆς μέ τήν ἐλπίδα ὅτι οἱ Μῆδοι δέν θά περάσουν. Αὐτόν τόν θεσμόν αἰσθανόμεθα ὅτι τιμᾶτε διά τῆς ἀνακηρύξεως τῆς ἡμετέρας Μετριότητος εἰς ἐπίτιμον διδάκτορα τοῦ ὑμετέρου εὐφήμως γνωστοῦ Παιδαγωγικοῦ Τμήματος Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως τοῦ Πανεπιστημίου Δυτικῆς Μακεδονίας. Ὡς ἐκπρόσωπος δέ αὐτοῦ τοῦ σεβαστοῦ καί ὑπερχιλιοχρόνου θεσμοῦ ἀπεδέχθημεν τήν τιμήν αὐτήν, διότι ὄντως ἐλάμπρυναν αὐτόν πρόσωπα ἅγια καί πεπαιδευμένα καί πολλῶν τιμῶν ἄξια, ἔστω καί ἄν οἱ σήμερον στελεχοῦντες αὐτόν ὑστεροῦμεν πολύ τῶν προκατόχων ἡμῶν.

Ὡς πτωχόν δέ ἀντίδωρον τῆς πλουσίας τιμῆς, διά τῆς ὁποίας ἐφιλοδωρήσατε ἡμᾶς, θά προσφέρωμεν εἰς τήν ἀγάπην σας ὀλίγας σκέψεις ἐπί τοῦ θέματος:

ΕΝ ΠΑΙΔΕΙᾼ ΚΑΙ ΝΟΥΘΕΣΙᾼ ΚΥΡΙΟΥ

Σᾶς εἶναι γνωστόν ὅτι κατά τούς τελευταίους χρόνους ὀξεῖα διεξάγεται συζήτησις περί τῆς χρησιμότητος τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς εἰς τήν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν. Οἱ μέν, ἐπικαλούμενοι τήν παράδοσιν τοῦ Γένους ἡμῶν καί τήν εἰσφοράν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν διατήρησιν τῆς πολιτιστικῆς ταυτότητος ἡμῶν, ὡς καί πολλά ἄλλα ἐπιχειρήματα, φρονοῦν ὅτι ἡ θρησκευτική ἀγωγή εἶναι λίαν ἀπαραίτητος καί χρήσιμος διά τούς νέους καί τό κράτος. Οἱ δέ, ἐπικαλούμενοι κυρίως τήν θρησκευτικήν ἐλευθερίαν καί τήν λεγομένην οὐδετερότητα τοῦ κράτους ἔναντι τῶν θρησκειῶν, προτείνουν νά καταργηθῇ τελείως ἡ θρησκευτική ἀγωγή ἀπό τήν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν ἤ τοὐλάχιστον νά μετατραπῇ εἰς θρησκειολογικήν ἐγκυκλοπαιδικήν γνῶσιν, ὥστε νά δύναται ὁ νέος ἐν καιρῷ νά ἐπιλέξῃ ἐλευθέρως ἄν θά ἔχῃ θρησκευτικήν πίστιν καί ποία θά εἶναι αὐτή.

Κρίνοντες μέ κριτήρια τελείως ἀντικειμενικά, χωρίς οὐδεμίαν προκατάληψιν προερχομένην ἐκ τῆς ἐν τῇ Χριστιανικῇ Ἐκκλησίᾳ ἡγετικῆς θέσεως ἡμῶν, ἔχομεν πεισθῆ ὅτι ἡ χριστιανική θρησκευτική ἀγωγή εἶναι χρησιμώτατον καί πολυτιμότατον στοιχεῖον τῆς καθόλου ἀγωγῆς τοῦ νέου.

Κατ᾽ ἀρχήν, αἱ διεθνεῖς συμβάσεις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καί τῶν θεμελιωδῶν ἐλευθεριῶν ἀναγνωρίζουν εἰς τούς γονεῖς τό δικαίωμα νά δίδουν εἰς τά τέκνα των τήν προτιμωμένην ἀπό αὐτούς θρησκευτικήν καί φιλοσοφικήν ἀγωγήν. Ἀσφαλῶς τό δικαίωμά των αὐτό δύνανται νά τό ἀσκήσουν καί διά τῆς ἀξιώσεως ὅπως καί εἰς τά δημόσια σχολεῖα δίδεται ἡ ἀνάλογος θρησκευτική ἀγωγή, ἰδίως εἰς τάς κοινωνίας ἐκείνας ὅπου τεράστιαι πληθυσμιακαί ὁμάδες ἀνήκουν εἰς τό αὐτό θρήσκευμα, διότι εἰς αὐτάς δέν ὑπάρχει θρησκευτικός κατακερματισμός, προκαλῶν δυσχερείας εἰς τά ἐκπαιδευτικά προγράμματα. Τοῦτο δέν σημαίνει ὅτι αἱ δυσχέρειαι αὗται, ὅπου τυχόν ὑπάρχουν, ἀποτελοῦν ἐπαρκεῖς καί ἀνεπιδέκτους ὑπερβάσεως λόγους διά τούς ὁποίους νά ἀποκλεισθῇ ἡ θρησκευτική ἀγωγή ἀπό τά δημόσια σχολεῖα, διότι μέ ὀλίγην προσπάθειαν καί καλήν θέλησιν εὑρίσκονται πάντοτε ἱκανοποιητικαί λύσεις.

Ἡ χριστιανική θρησκευτική ἀγωγή συντελεῖ εἰς τό νά ἀποκτήσῃ ὁ νέος ἠθικάς ἀρχάς συμπεριφορᾶς. Βεβαίως πολλαί πηγαί ἠθικῆς προτείνονται, ἀλλά ἐκείνη ἡ ὁποία ἀσκεῖ τήν ἐντονωτέραν ἐπίδρασιν εἰς τήν ψυχήν τοῦ παιδός καί τοῦ νέου εἶναι ἡ ἔχουσα ὡς ἀναφοράν της τήν πίστιν εἰς τόν Θεόν τῆς ἀγάπης, τόν πάνσοφον καί πατρικόν, ὁ ὁποῖος δίδει ὁδηγίας συμπεριφορᾶς ἀκριβῶς διά τό καλόν τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι ὡς ἐκδήλωσιν μιᾶς αὐθαιρέτου ἰσχυρᾶς θελήσεως.

Αἱ ἐγκληματολογικαί στατιστικαί καί αἱ κοινωνιολογικαί ἔρευναι παρέχουν πλῆθος στοιχείων πειθόντων καί τούς πλέον δυσπίστους ὅτι οἱ στερούμενοι ὑγιοῦς χριστιανικῆς θρησκευτικῆς πίστεως καί ἀγωγῆς εἶναι ἐπιρρεπεῖς εἰς τάς παραβάσεις καί τήν ἀντικοινωνικήν συμπεριφοράν, τήν χρῆσιν ἐξαρτησιογόνων οὐσιῶν καί τήν ἀποφυγήν τῆς παραγωγικῆς ἐργασίας. Ἀσφαλῶς ἡ ὁμάς αὐτή τῶν ἀνθρώπων ἐπιβαρύνει τήν κοινωνίαν διά τεραστίων δαπανῶν προστατευτικῶν τῶν λοιπῶν μελῶν αὐτῆς καί ἀναμορφωτικῶν τῶν δραστῶν, μέ ἐπισφαλῆ πάντοτε ἀποτελέσματα. Ἡ ἀρχή τοῦ προμηθεῖν εἶναι πάντοτε λυσιτελεστέρα τῆς τοῦ ἐπιμηθεῖν καί, ἐάν δέν ἔχωμεν προκατάληψιν κατά τῆς χριστιανικῆς ἀγωγῆς, θά δεχθῶμεν ὅτι αὐτή ὡς μέθοδος προλήψεως ἀντικοινωνικῶν φαινομένων εἶναι ἀποδοτική.

Ἑπομένως, καί ἄν ἀκόμη προσωπικῶς δέν μετέχομεν τῆς Χριστιανικῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, θά πρέπει νά ἐπικροτήσωμεν τήν διδασκαλίαν αὐτῆς εἰς τά δημόσια σχολεῖα, ἰδίᾳ κατά τό ἠθικόν μέρος αὐτῆς, διότι ἐξ αὐτῆς θά προέλθουν μεγάλα κοινωνικά ὀφέλη, ὡς ἡ μείωσις τῆς παραβατικότητος καί τῆς ἐν γένει ἀντικοινωνικῆς συμπεριφορᾶς.

Ἡ χριστιανική διδασκαλία, ἐφ᾽ ὅσον εἶναι ἀνόθευτος ἀπό ἀνθρωπίνας παρανοήσεις, περιέχει ὡς βασικά στοιχεῖα αὐτῆς τήν ἐλευθερίαν καί τήν γνῶσιν ἀφ᾽ ἑνός, τήν ἀγάπην καί τήν καταλλαγήν ἀφ᾽ ἑτέρου καί τήν ἐργασίαν καί τήν αὐτοσυγκράτησιν ἐκ τρίτου. Ὅλα δέ αὐτά ἐντάσσονται ἐντός ἑνός πλαισίου ἀπηλλαγμένου ὑπερτροφικοῦ ἐγωϊσμοῦ καί φιλοδοξίας καί χρωματισμένου ἀπό σεβασμόν πρός τόν συνάνθρωπον καί τήν ἐλευθερίαν του καί ἀπό τήν ἀποφυγήν τῆς καταχρήσεως τῆς ἰσχύος τῶν ἰσχυρῶν εἰς βάρος τῶν ἀδυνάτων.

Πιστεύομεν ὅτι οὐδεμία σύγχρονος πολιτισμένη κοινωνία ἔχει λόγους νά διαφωνῇ διά τήν ἐμφύτευσιν αὐτῶν τῶν ἀρχῶν εἰς τούς νέους αὐτῆς διά τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως.

Ἡ Ἀποστολική διαπίστωσις «οὗ δέ τό Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία» (Β´ Κορ. 3, 18) καί ἡ Ἀποστολική διακήρυξις «ἐπ᾽ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε» (Γαλ. 5,13) κονιορτοποιοῦν τούς ἀντιλόγους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Χριστιανική Πίστις περιορίζει τήν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου. Ἀλλά ἐλευθερία εἶναι ἡ ἀπεξάρτησις ἀπό τάς ἀλόγους ἐπιθυμίας τοῦ ἀτόμου καί ἡ δυνατότης αὐτοελέγχου διά τῆς χρήσεως τοῦ κυβερνήτου νοῦ καί ὄχι ἡ καταναγκαστική ψυχολογικῶς ὑπόκυψις εἰς τάς οἱασδήποτε ὁρμεμφύτους καί ἐνστικτώδεις παρορμήσεις. Ἡ σοφία τῶν Ἁγίων ἔχει ἐπιγραμματικῶς διακηρύξει τήν ἀλήθειαν ὅτι «ᾧ γάρ τις ἥττηται, τούτῳ καί δεδούλωται» (Β´ Πέτρ. 2, 20). Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἧττα ἀπέναντι εἰς τήν ἐπιθυμίαν δέν ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἐλευθερίας, ὡς ἐσφαλμένως νομίζεται ὑπό πολλῶν, ἀλλά ὑποδούλωσιν εἰς τό πάθος, ἤτοι τήν ψυχικήν ἀνελευθερίαν.

Ὑπό τήν ἔννοιαν ταύτην ἡ χριστιανική ἀγωγή εἶναι ὄντως ἀγωγή ἐλευθερίας, τά δέ ἀντιθέτως ὑποστηριζόμενα ὑπό τινων, θεωρούντων τάς ἠθικάς ἐπιταγάς ὡς φραγμούς κατά τῆς ἐλευθερίας, εἶναι ἐσφαλμένα καί ὀφείλονται εἰς τήν παρανόησιν τῆς ἐννοίας τῆς διαρκοῦς ἐλευθερίας, ἐν ἀντιβολῇ πρός τήν ἔννοιαν τῆς στιγμιαίας ἐλευθερίας. Διότι, πράγματι, πᾶς ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος νά ἐπιλέξῃ τήν δουλείαν, ἀλλ᾽ ἀφ᾽ ἧς στιγμῆς ἐπιλέξῃ ταύτην χάνει μονίμως πλέον τήν ἐλευθερίαν του. Ἀντιθέτως, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται νά δουλωθῇ, πράττει ἐξ ἴσου ἐλευθέρως μέ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος προτιμᾷ τήν δουλείαν, μέ τήν διαφοράν ὅτι εὑρίσκεται διαρκῶς ἐν ἐγρηγόρσει καί ἐν ἀγῶνι διατηρήσεως τῆς ἐλευθερίας του, διότι ἡ ἐλευθερία εἶναι ἀγαθόν διαρκές, κινδυνεῦον διαρκῶς καί χρῆζον διαφυλάξεως διαρκοῦς. Ἡ ἐφ᾽ ἅπαξ κατανάλωσις τῆς ἐλευθερίας ὁδηγεῖ εἰς τήν μόνιμον δουλείαν, οἱονδήποτε κατ᾽ εὐφημισμόν ὄνομα δῆθεν ἐλευθέρου καί ἄν δίδεται εἰς τήν κατάστασιν τοῦ πνευματικῶς δούλου.

Ἐπί πλέον, ἡ Ὀρθόδοξος Χριστιανική ἀντίληψις περί τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς τόν λόγον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ «γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰωάν. 8, 32), συνδυάζει κατά τρόπον ἐναργῆ τήν γνῶσιν τῆς ἀληθείας πρός τήν ἐλευθερίαν καί ἐνθυμίζει τόν ποιητήν ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι «συλλογᾶται σωστά ὅποιος συλλογᾶται ἐλεύθερα», ὑπό τήν ἔννοιαν ὅτι γνῶσις τῆς ἀληθείας καί κρίσις περί αὐτῆς καί ἐλευθερία τοῦ πνεύματος ἀπό προκαταλήψεις εἶναι ἔννοιαι σύστοιχοι καί συνυπάρχουσαι. Αὐτό ἀποκαλύπτει τήν μεγάλην σημασίαν τήν ὁποίαν ἀποδίδει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἰς τήν γνῶσιν τῆς ἀληθείας καί τήν μεγάλην πλάνην ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ πίστις ἀπορρίπτει τήν γνῶσιν. Ἰσχύει τό ἀκριβῶς ἀντίθετον. Ὁ Χριστός χαίρει ἐρευνώμενος, ὡς λέγει τροπάριόν τι ἀναφερόμενον εἰς τήν ψηλάφησιν τοῦ Θωμᾶ, διότι ὅσον βαθυτέρα εἶναι καί ἀντικειμενικωτέρα ἡ ἔρευνα τόσον σαφέστερον ἀποκαλύπτεται ἡ ἀλήθεια τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως.

Συμπεραίνομεν, ὅθεν, ὅτι ἡ Χριστιανική ἀγωγή εἶναι ἀγωγή γνώσεως καί ἐλευθερίας, ἤτοι προσανατολίζει τήν ψυχήν τοῦ νέου πρός τάς δύο αὐτάς ἀξίας αἱ ὁποῖαι πολύ ἐκτιμῶνται σήμερον εἰς τάς κοινωνίας μας. Συνεπῶς, τοιαύτη χριστιανική ἀγωγή ἐνδείκνυται νά προσφέρεται εἰς τήν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν.

Μεταξύ τῶν σκοπῶν τῆς ἀγωγῆς περιλαμβάνεται καί ἡ διαμόρφωσις τοῦ χαρακτῆρος τῶν ἐκπαιδευομένων ἐπί τῇ βάσει ὡρισμένων προτύπων, ἀποδεκτῶν κοινωνικῶς. Ἀτυχῶς σήμερον τά προτεινόμενα πρότυπα ὑπό τῶν μέσων ἐνημερώσεως δέν εἶναι οἱ ἐργάται τοῦ καλοῦ, τῆς ἐπιστήμης καί τῆς ἀρετῆς, ἀλλά οἱ κερδίζοντες χρήματα, δόξαν ἤ φήμην καί ἀπολαύσεις. Ἐν τούτοις, τά πρότυπα αὐτά δέν εἶναι τά πλέον χρήσιμα εἰς τήν κοινωνίαν, διότι ἐμφοροῦνται ἀπό ὑπερβολικόν ἀτομισμόν καί καθιστοῦν τόν ἑαυτόν των ἐπίκεντρον τοῦ κόσμου. Ἡ Χριστιανική ἀγωγή ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου προβάλλει ὑγιᾶ πρότυπα χρήσιμα εἰς ἑαυτά καί εἰς τήν κοινωνίαν. Εἶναι οἱ μεγάλοι φιλάνθρωποι, οἱ μεγάλοι εὐεργέται, οἱ μεγάλοι Ἅγιοι, οἱ μεγάλοι σοφοί, ἀλλά καί οἱ ταπεινοί συνάνθρωποι μέ τήν μεγάλην καρδίαν καί τήν πολλήν ἀγάπην πρός τόν συνάνθρωπον. Ἡ χριστιανική πίστις ἔχει πρότυπα διά πᾶσαν ἡλικίαν καί πᾶσαν μορφωτικήν καί κοινωνικήν κατάστασιν, διά τά μωρά τοῦ κόσμου καί διά τούς σοφούς αὐτοῦ, διά τούς ἀδυνάτους καί διά τούς ἰσχυρούς, διά τούς πλουσίους καί διά τούς πτωχούς. Δεδομένης δέ τῆς μεγάλης ἐπιδράσεως τοῦ παραδείγματος εἰς τήν ψυχήν τῶν νέων καί τῆς τάσεως αὐτῶν ὅπως ἐπιλέγουν ἥρωας ὡς πρότυπα πρός μίμησιν, ἡ τοιαῦτα πρότυπα προβάλλουσα χριστιανική ἀγωγή εἶναι χρησιμωτάτη διά τήν μόρφωσιν τῶν νέων κατά μίμησιν αὐτῶν καί διά τήν συνακόλουθον αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νέων εὐεργετῶν τῆς τοπικῆς κοινωνίας μας καί τῆς ἀνθρωπότητος γενικώτερον.

Μερικοί ἀντιλέγουν καί περιορίζουν τούς σκοπούς τῆς παιδείας εἰς τήν μετάδοσιν γνώσεων χρησίμων εἰς τήν μέλλουσαν ἐπαγγελματικήν ζωήν τῶν νέων. Ἀλλ᾽ αἱ γνώσεις αὗται ἄνευ τῆς ἀπαραιτήτου ἀρετῆς πανουργία καθίστανται κατά τούς ἀρχαίους. Ἐξ ἄλλου, εἶναι ἐλλιπής ἡ στοχοθεσία τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος ὅταν τοῦτο σκοπεύῃ μόνον νά καταρτίσῃ καλούς ἐργαζομένους ἀπό ἀπόψεως σχετικῶν ἐπαγγελματικῶν γνώσεων, ὄχι δέ καί ἠθικούς χρήστας αὐτῶν τῶν γνώσεων. Ἐπί πλέον δέ, ὁ νέος ὁ ὁποῖος ἐκπαιδεύεται μόνον εἰς τό νά καταστῇ καλός ἐργαζόμενος ἀντιμετωπίζεται μηχανιστικῶς ὡς χρήσιμον ἐργαλεῖον εἰς τούς μέλλοντας νά μισθώσουν τάς ἐργασιακάς ἱκανότητάς του. Αὐτό ὑποβαθμίζει τήν ἀνθρωπίνην ὑπόστασίν του, διότι μεταχειρίζεται αὐτόν κατά τρόπον τελείως ἀντίθετον πρός τήν ἀξίαν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, τό ὁποῖον ἀπαιτεῖ νά ἀναχθῇ ὁ νέος εἰς πρόσωπον εὔδαιμον καί ἐλεύθερον μέ ἐνσωματωμένας εἰς τόν χαρακτῆρα του ἠθικάς ἀρχάς καί ἀξίας.

Ἀσφαλῶς ὁ πραγματιστικός προσανατολισμός τῆς παιδείας πρός τήν ἐπαγγελματικήν κατάρτισιν τῶν νέων δέν εἶναι ἀπορριπτέος, ὑπό τόν ὅρον ὅτι θά προσφέρεται καί ἡ προσήκουσα ἀνθρωπιστική καί χριστιανική ἀγωγή, ὥστε ὁ νέος νά ἀποκτᾷ μαζί μέ τάς χρησίμους ἐπαγγελματικάς γνώσεις καί τό ἦθος ἐκεῖνο τό ὁποῖον θά τόν προφυλάξῃ ἀπό τάς βλαβεράς δι᾽ αὐτόν καί τήν κοινωνίαν ἐκτροπάς. Πιστεύομεν δέ ὅτι τοῦτο ἐπιτυγχάνεται ὅταν ὁ νέος παιδαγωγῆται «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου», ὅταν δηλαδή γαλουχῆται διά τοῦ ἀπεράντου πλούτου τῆς χριστιανικῆς ἐμπειρίας καί ζωῆς. Λέγομεν δέ «ἐμπειρίας καί ζωῆς» διά νά τονίσωμεν ὅτι δέν ἀρκεῖ ἡ γνωσιολογική ἐνημέρωσις τῶν νέων περί τῶν χριστιανικῶν διδασκαλιῶν, ὡς γίνεται αὕτη προκειμένου περί νεκρῶν ἤδη θρησκειῶν ἤ ἀδιαφόρων φιλοσοφικῶν συστημάτων, ἀλλ᾿ ἀπαιτεῖται ἐμπνευσμένη χειραγώγησις πρός τό ὀρθόδοξον ἦθος καί τήν ὀρθόδοξον χριστιανικήν ζωήν, ὥστε ἡ ἐμπειρική ἐπαφή μέ αὐτήν νά δώσῃ εἰς τόν νέον τήν δυνατότητα τῆς ἐπιλογῆς της ἤ τῆς τυχόν ἀπορρρίψεώς της ἐν ἐπιγνώσει τοῦ πραγματικοῦ περιεχομένου της καί ὄχι ἐπί τῇ βάσει ἐπιφανειακῶν πληροφοριῶν μόνον «ἐξ ἀκοῆς» περί τοῦ οὐσιωδεστάτου διά τήν ζωήν του καί τήν εὐδαιμονίαν του θέματος τῆς διαμορφώσεως τῆς πίστεώς του, τοῦ χαρακτῆρος καί τῆς ἱεραρχήσεως τῶν ἀξιῶν του. Σημειωτέον, ὅτι αἱ περισσότεραι ἐπικρίσεις κατά τῆς χριστιανικῆς πίστεως καί ζωῆς προέρχονται ἀπό ἐλλιπεῖς περί αὐτῆς ἐμπειρικάς γνώσεις ἤ ἀπό παραδείγματα ἐνεργειῶν γενομένων μέν ἐν ὀνόματι τοῦ Χριστιανισμοῦ, τελουσῶν ὅμως εἰς μεγάλην ἀντίθεσιν πρός τήν ὀρθήν χριστιανικήν διδασκαλίαν.

Αὐτονόητον εἶναι ὅτι ἡ χριστιανική διαπαιδαγώγησις πρέπει νά ἄρχεται ἤδη εἰς τάς προσχολικάς ἐκπαιδευτικάς μονάδας, αἱ ὁποῖαι δέν δύνανται νά εἶναι ἀδιάφοροι διά τήν θρησκευτικήν ἀγωγήν, διότι ἄν προτιμήσουν τήν παράλειψιν τῆς χριστιανικῆς ἀγωγῆς ἐπικαλούμεναι τό οὐδετερόθρησκον κράτος, θά ἔχουν καταπατήσει αὐτήν τήν οὐδετερότητα ὑπέρ ἑνός ἀχριστιανικοῦ ἤ ἀντιχριστιανικοῦ μορφώματος ζωῆς κατά τό σχῆμα «ὁ μή ὤν μεθ᾿ ἡμῶν καθ᾿ ἡμῶν ἐστι». Εἶναι δέ παρατηρημένον ὅτι οἱ παιδαγωγοί, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλοῦνται αὐτήν τήν οὐδετερότητα καί ἕνεκα αὐτῆς ἀρνοῦνται τήν χριστιανικήν ἀγωγήν τῶν μικρῶν παιδιῶν, κατ᾿ οὐσίαν προχωροῦν ἑκουσίως ἤ ἀκουσίως καί ἀνεπιγνώστως εἰς ἀντιχριστιανικήν τοποθέτησιν καί χειραγώγησιν, πρός τήν ὁποίαν προσωπικῶς κλίνουν. Οὗτοι, συνεπείᾳ τῆς ἀρνητικῆς στάσεώς των πρός τήν χριστιανικήν πίστιν καί ζωήν ἀπαντοῦν εἰς τό ἔμφυτον θρησκευτικόν ἐρώτημα τῶν μικρῶν παιδιῶν κατά τρόπον, ὁ ὁποῖος προκαλεῖ εἰς τήν ψυχήν των ἀμφιβολίας διά τήν πίστιν τοῦ οἰκογενειακοῦ καί κοινωνικοῦ των περιβάλλοντος, γεγονός τό ὁποῖον δέν βοηθεῖ αὐτά εἰς τήν ψυχικήν των ἰσορροπίαν, διότι θέτει αὐτά προώρως πρό διλημμάτων πίστεως, τά ὁποῖα δέν ἔχουν τήν ὡριμότητα νά ἀντιμετωπίσουν. Τά διλήμματα αὐτά θά ἐμφανισθοῦν φυσιολογικῶς κατά τήν ἐφηβείαν καί θά κριθοῦν κατά τήν φάσιν τῆς ἡλικιακῆς ὡριμάνσεως, χωρίς νά ἐμποδίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ νέου νά ἀποφασίσῃ διαφορετικά ἀπό τό οἰκογενειακόν καί κοινωνικόν περιβάλλον του, ἐκ τοῦ γεγονότος δηλαδή ὅτι ἐμεγάλωσεν ἐντός τῆς χριστιανικῆς πίστεως αὐτοῦ, τήν ὁποίαν εἶχον δικαίωμα καί καθῆκον οἱ γονεῖς καί οἱ διδάσκαλοι αὐτοῦ νά τοῦ μεταδώσουν.

Διά τῶν ἀνωτέρω καταφαίνεται ὅτι εἰς τάς πλείστας τοὐλάχιστον τῶν περιπτώσεων ἡ ἥν ἐπικαλοῦνταί τινες οὐδετερότης τοῦ κράτους ἔναντι τῶν θρησκειῶν μετατρέπεται, ἴσως ἀθελήτως, εἰς ἐχθρότητα ἔναντι τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας, διότι ἐμμέσως ἐξισώνει αὐτήν πρός πᾶσαν ἄλλην, ἐνῷ ἡ ὑπεροχική ἀξία τοῦ ὀρθοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι δεδομένη ἐκ τοῦ ὅτι ὁ ἠθικός ἀνθρωπισμός καί τά κινήματα ἐλευθερίας καί δικαιοσύνης ἔχουν ἐγκολπωθῆ καί ἀφομοιώσει τάς πλείστας τῶν ἠθικῶν ἀρχῶν τοῦ ὀρθοῦ Χριστιανισμοῦ. Ὁ σεβασμός τοῦ προσώπου, ἡ κατάργησις τῆς δουλείας, ἡ ἰσότης τῶν φύλων, ἡ φιλάνθρωπος διάθεσις, ἡ κοινωνική πρόνοια, ἡ καταλλαγή, ἡ ἀνεξιθρησκεία εἶναι ᾿άποτελέσματα τῆς ἐπικρατήσεως τῆς ὀρθῆς χριστιανικῆς ἀπόψεως περί τῶν θεμάτων αὐτῶν, παρ᾿ ὅλον ὅτι κατά τήν ἱστορικήν διαδρομήν κυρίως εἰς τήν Δύσιν πολλοί τῶν χριστιανῶν ἡγετῶν ὑπεστήριξαν ἀντιθέτους ἀπόψεις ὡς δῆθεν εὐαγγελικάς.

Εἶναι ἄδικον ἠθικῶς καί ἀνακόλουθον λογικῶς νά δρέπωμεν τούς καρπούς τοῦ δένδρου καί νά μή καλλιεργῶμεν, ἀκόμη δέ χειρότερον νά ἐκριζώνωμεν αὐτό ἤ νά ἀρνούμεθα ὅτι οἱ ἐν λόγῳ καρποί προῆλθον ἐξ αὐτοῦ. Ἡ παιδεία καί ἡ νουθεσία Κυρίου εἶναι πολλαπλῶς καρποφόρος καί ὀλιγοδάπανος, ἡ δέ κατ᾿ αὐτῆς πολεμική μαρτυρεῖ τήν μεγάλην αὐτῆς ἀξίαν. Ἐάν δέ συγκριθῇ αὐτή μέ τά παντοειδῆ ὑποκατάστατα, διά τῶν οποίων πληροῦται ὁ χῶρος ἔνθεν αὐτή ἐξοβελίζεται, φαίνεται ὁ ἐντυπωσιακός πλοῦτος αὐτῆς καί ἡ ἄκρα πτωχεία ἐκείνων.
Ἐάν καταργήσωμεν τήν ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου ἀγωγήν τῆς νεότητος παραχωροῦμεν τόν χῶρον τῆς ψυχῆς της, ἡ ὁποία οὕτως ἤ ἄλλως ἔχει μεταφυσικάς ἀναζητήσεις, εἰς δοξασίας ἀλλοτρίας καί ἀλλοτριωτικάς, τοῦτο μόνον καί μόνον διά νά διατηρήσωμεν τήν ψευδεπίγραφον εἰκόνα τοῦ οὐδετέρου θρησκευτικῶς κράτους. Φρονοῦμεν ὅτι οὔτε ὡς ἄνθρωποι, οὔτε ὡς πολῖται καί ὑπεύθυνοι παιδαγωγοί ἔχομεν τό δικαίωμα νά παραδώσωμεν τήν νεότητά μας εἰς παραθρησκευτικάς δοξασίας, πρός τάς ὁποίας μοιραίως ρέπει ὅταν δέν ἐνημερώνεται ἐπαρκῶς διά τήν χριστιανικήν ἀλήθειαν. Ἡ ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου ἀγωγή τῶν νέων εἶναι καθῆκον μας, τό ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τήν ὠφέλειαν αὐτῶν τῶν ἰδίων καί ὄχι ἄλλου τινός. Καί ἐπειδή ἀγαπῶμεν τά τέκνα μας ὀφείλομεν νά δώσωμεν εἰς αὐτά τόν καλλίτερον διαθέσιμον πνευματικόν ἐξοπλισμόν, ὁ ὁποῖος θά τά βοηθήσῃ εἰς τήν ζωήν των. Αὐτός εἶναι ἡ παιδεία καί νουθεσία Κυρίου, ἡ ὁποία ἐπιγραμματικῶς ἀνακεφαλαιοῦται εἰς τάς ὀλίγας λέξεις τοῦ Θεανθρώπου: «Γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς».

Ἡ ἀλήθεια περί τῆς χριστιανικῆς πίστεως καί ζωῆς δέν πρέπει νά κρύπτεται ἀπό τούς νέους.

Σᾶς εὐχαριστοῦμεν διά τήν προσοχήν σας καί τήν ἀγάπην σας.
Related Posts with Thumbnails