© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2007

Διονυσίου Σολωμού, Ο ΠΟΡΦΥΡΑΣ


"Kοντά 'ναι το χρυσόφτερο και κατά δω γυρμένο,
π' άφησε ξάφνου το κλαδί για του γιαλού την πέτρα
κι εκεί γρικά της θάλασσας και τ' ουρανού τα κάλλη
κι εκεί τραβά τον ήχο του μ' όλα τα μάγια πόχει.
Γλυκά 'δεσε τη θάλασσα και την ερμιά του βράχου
κι α δεν είν' ώρα για τ' αστρί θε να συρθεί και νά 'βγει.
(Xιλιάδες άστρα στο λουτρό μ' εμέ να στείλ' η νύχτα !).
Πουλί πουλάκι που λαλείς μ' όλα τα μάγια πόχεις,
ευτυχισμός α δέν ειναι το θαύμα της φωνής σου,
καλό δεν άνθισε στη γη, στον ουρανό, κανένα.
Δεν το 'λπιζα να 'ν' η ζωή μέγα καλό και πρώτο !
Aλλ' αχ, αλλ' αχ, να μπόρουνα σαν αστραπή να τρέξω,
ακόμ', αφρέ μου, να βαστάς και να 'μαι γυρισμένος
με δυο φιλιά της μάνας μου, με φούχτα γη της γης μου !".
Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.
Eλπίδα, τον αγκάλιασες και του κρυφομιλούσες
και του σφιχτόδεσες το νου μ' όλα τα μάγια πόχεις.
Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης.

Aλλ' απαντούν τα μάτια του τρανό θεριό πελάγου
κι αλιά, μακριά 'ναι το σπαθί, μακριά 'ναι το τουφέκι !
Kοντά 'ν' εκεί στο νιον ομπρός ο τίγρης του πελάγου·
αλλ' όπως έσκισ' εύκολα βαθιά νερά κι εβγήκε
κατά τον κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τον κύκνο,
κατά το στήθος το πλατύ και το ξανθό κεφάλι,
έτσι κι ο νιος ελεύτερος, μ' όλες τες δύναμές του,
της φύσης από τσ' όμορφες και δυνατές αγκάλες,
οπού τον εγλυκόσφιγγε και του γλυκομιλούσε,
ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π' αστράφτει,
την τέχνη του κολυμπιστή και την ορμή της μάχης.
Πριν πάψ' η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει:
Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.
Aπομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
όμορφε ξένε και καλέ και στον ανθό της νιότης,
άμε και δέξου στο γιαλό του δυνατού την κλάψα.
[Από τα «Ποιήματα και Πεζά» (Επιμέλεια-Εισαγωγές Στυλιανός Αλεξίου), εκδ. στιγμή, Αθήνα 1994, β΄ έκδ. 2007].

Διονυσίου Σολωμού, ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ


1. Σε γνωρίζω από την κόψη
Του σπαθιού την τρομερή,
Σε γνωρίζω από την όψη
Που με βία μετρά τη γη.

2. Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά !

3. Εκεί μέσα εκατοικούσες
Πικραμένη, εντροπαλή,
Κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
Έλα πάλι, να σου πη.

4. Άργειε νάλθη εκείνη η μέρα,
Και ήταν όλα σιωπηλά,
Γιατί τάσκιαζε η φοβέρα
Και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

5. Δυστυχής! Παρηγορία
Μόνη σου έμενε να λες
Περασμένα μεγαλεία
Και διηγώντας τα να κλαις.

6. Και ακαρτέρει, και ακαρτέρει
Φιλελεύθερη λαλιά,
Ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι
Από την απελπισιά,

7. Κι’ έλεες: πότε, α! πότε βγάνω
Το κεφάλι από τς ερμιές;
Κι αποκρίνοντο από πάνω
Κλάψες, άλυσες, φωνές.

8. Τότε εσήκωνες το βλέμμα
Μες στα κλάιματα θολό,
Και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα,
Πλήθος αίμα Ελληνικό.

9. Με τα ρούχα αιματωμένα
Ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
Να γυρεύης εις τα ξένα
Άλλα χέρια δυνατά.

10. Μοναχή το δρόμο επήρες,
Εξανάλθες μοναχή
Δεν είν’ εύκολες οι θύρες,
Εάν η χρεία τες κουρταλή.

11. Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
Αλλ’ ανάσασιν καμιά
Άλλος σου έταξε βοήθεια
Και σε γέλασε φρικτά.

12. Άλλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου
Οπού εχαίροντο πολύ,
Σύρε νάβρης τα παιδιά σου,
Σύρε ελέγαν οι σκληροί.

13. Φεύγει οπίσω το ποδάρι
Και ολοκλήγορο πατεί
Ή την πέτρα ή το χορτάρι
Που τη δόξα σου ενθυμεί.

14. Ταπεινότατη σου γέρνει
Η τρισάθλια κεφαλή,
Σαν πτωχού που θυροδέρνει
Κι’ είναι βάρος του η ζωή.

15. Ναι αλλά τώρα αντιπαλεύει
Κάθε τέκνο σου με ορμή,
Που ακατάπαυστα γυρεύει
Ή τη νίκη ή τη θανή.

16. Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

17. Μόλις είδε την ορμή σου
Ο ουρανός, που για τς εχθρούς
Εις τη γη τη μητρική σου
Έτρεφ’ άνθια και καρπούς,

18. Εγαλήνευσε και εχύθη
Καταχθόνια μία βοή,
Και του Ρήγα σου απεκρίθη
Πολεμόκραχτη η φωνή

19. Όλοι οι τόποι σου σ’εκράξαν
Χαιρετώντας σε θερμά,
Και τα στόματα εφωνάξαν
Όσα αισθάνετο η καρδιά.

20. Εφωνάξανε ως τ’ αστέρια
Του Ιονίου και τα νησιά,
Και εσηκώσανε τα χέρια
Για να δείξουνε χαρά,

21. Μ’ όλον πούναι αλυσωμένο
Το καθένα τεχνικά,
Και εις το μέτωπο γραμμένο
Έχει: Ψεύτρα Ελευθεριά.

22. Γκαρδιακά χαροποιήθη
Και του Βάσιγκτον η γη,
Και τα σίδερα ενθυμήθη
Που την έδεναν και αυτή.

23. Απ’ τον πύργο του φωνάζει,
Σα να λέη σε χαιρετώ,
Και τη χήτη του τινάζει
Το Λεοντάρι το Ισπανό.

24. Ελαφιάσθη της Αγγλίας
Το θηρίο, και σέρνει ευθύς
Κατά τ’άκρα της Ρουσίας
Τα μουγκρίσματα της οργής.

25. Εις το κίνημά του δείχνει
Πως τα μέλη είν’ δυνατά
Και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
Μια σπιθόβολη ματιά.

26. Σε ξανοίγει από τα νέφη
Και το μάτι του Αετού,
Που φτερά και νύχια θρέφει
Με τα σπλάχνα του Ιταλού

27. Και σ’ εσέ καταγυρμένος,
Γιατί πάντα σε μισεί,
Έκρωζ’ έκρωζε ο σκασμένος,
Να σε βλάψη, αν ημπορή.

28. Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
Πάρεξ που θα πρωτοπάς
Δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
Στες βρισιές οπού αγρικάς

29. Σαν τον βράχον οπού αφήνει
Κάθε ακάθαρτο νερό
Εις τα πόδια του να χύνη
Ευκολόσβηστον αφρό,

30. Οπού αφήνει ανεμοζάλη
Και χαλάζι και βροχή
Να του δέρνουν τη μεγάλη,
Την αιώνιαν κορυφή.

31. Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του,
Οποιανού θέλει βρεθή
Στο μαχαίρι σου αποκάτου
Και σ’ εκείνο αντισταθή.

32. Το θηρίο π’ ανανογιέται,
Πως του λείπουν τα μικρά,
Περιορίζεται, πετιέται,
Αίμα ανθρώπινο διψά

33. Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
Τα λαγκάδια, τα βουνά,
Κι όπου φθάση, όπου περάση,
Φρίκη, θάνατος, ερμιά

34. Ερμιά, θάνατος και φρίκη
Όπου επέρασες κι εσύ
Ξίφος έξω από τη θήκη
Πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

35. Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει
Της αθλίας Τριπολιτσάς
Τώρα τρόμου αστροπελέκι
Να της ρίψης πιθυμάς.

36. Μεγαλόψυχο το μάτι
Δείχνει, πάντα οπώς νικεί,
Και ας είν’ άρματα γεμάτη
Και πολέμιαν χλαλοή.

37. Σου προβαίνουνε και τρίζουν
Για να ιδής πως είν’ πολλά
Δεν ακούς που φοβερίζουν
Άνδρες μύριοι και παιδιά;

38. Λίγα μάτια, λίγα στόματα
Θα σας μείνουνε ανοιχτά
Για να κλαύσετε τα σώματα
Που θε νάβρη η συμφορά.

39. Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
Του πολέμου αναλαμπή.
Το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
Λάμπει, κόφτει το σπαθί.

40. Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγη
Και στο κάστρο ν’ ανεβή.

41. Μέτρα… είν’ άπειροι οι φευγάτοι,
Οπού φεύγοντας δειλιούν
Τα λαβώματα στην πλάτη
Δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν.

42. Εκεί μέσα ακαρτερείτε
Την αφεύγατη φθορά
Να, σας φθάνει, αποκριθήτε
Στις νυκτός τη σκοτεινιά.

43. Αποκρίνονται, και η μάχη
Έτσι αρχίζει, οπού μακριά
Από ράχη εκεί σε ράχη
Αντιβούιζε φοβερά.

44. Ακούω κούφια τα τουφέκια,
Ακούω σμίξιμο σπαθιών,
Ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
Ακούω τρίξιμο δοντιών.

45. Α! Τι νύκτα ήταν εκείνη
Που την τρέμει ο λογισμός;
Άλλος ύπνος δεν εγίνη
Πάρεξ θάνατου πικρός.

46. Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
Οι κραυγές, η ταραχή,
Ο σκληρόψυχος ο τρόπος
Του πολέμου, και οι καπνοί,

47. Και οι βροντές, και το σκοτάδι,
Οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
Επαράσταιναν τον άδη
Που ακαρτέρειε τα σκυλιά

48. Τ’ ακαρτέρειε. - Εφαίνοντ’ ίσκιοι
Αναρίθμητοι γυμνοί,
Κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
Βρέφη ακόμη εις το βυζί.

49. Όλη μαύρη μυρμηγικάζει,
Μαύρη η εντάφια συντροφιά,
Σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
Τα κρεβάτια τα στερνά.

50. Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
Επετιούντο από τη γη,
Όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι
Από τούρκικην οργή.

51. Τόσα πέφτουνε τα θέρι-
σμένα αστάχια εις τους αγρούς
Σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
Εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

52. Θαμποφέγει κανέν’ άστρο,
Και αναδεύοντο μαζί,
Αναβαίνοντας το κάστρο
Με νεκρώσιμη σιωπή.

53. Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,
Μες στο δάσος το πυκνό,
Όταν στέλνη μίαν αχνάδα
Μισοφέγγαρο χλωμό,

54. Εάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια
Τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
Σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
Οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

55. Με τα μάτια τους γυρεύουν
Όπου είν’ αίματα πηχτά,
Και μες στ’ αίματα χορεύουν
Με βρυχίσματα βραχνά,

56. Και χορεύοντας μανίζουν
Εις τους Έλληνας κοντά,
Και τα στήθια τους εγγίζουν
Με τα χέρια τα ψυχρά.

57. Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
Βαθιά μες στα σωθικά,
Όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
Και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

58. Τότε αυξαίνει του πολέμου
Ο χορός τρομακτικά,
Σαν το σκόρπισμα του ανέμου
Στου πελάου τη μοναξιά.

59. Κτυπούν όλοι απάνου κάτου
Κάθε κτύπημα που εβγή
Είναι κτύπημα θανάτου,
Χωρίς να δευτερωθή.

60. Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει
Λες και εκείθεν η ψυχή
Απ’ το μίσος που την καίει
Πολεμάει να πεταχθή.

61. Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
Μες στα στήθια τους αργά,
Και τα χέρια οπού χουμάνε
Περισσότερο είν’ γοργά.

62. Ουρανός γι’αυτούς δεν είναι,
Ουδέ πέλαγο, ουδέ γη
Γι’ αυτούς όλους το παν είναι
Μαζωμένο αντάμα εκεί.

63. Τόση η μάνητα και η ζάλη,
Που στοχάζεσαι, μη πως
Από μία μεριά και απ’ άλλη
Δεν μείνη ένας ζωντανός.

64. Κοίτα χέρια απελπισμένα
Πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
Χέρια, πόδια, κεφαλές,

65. Και παλάσκες και σπαθία
Με ολοσκόρπιστα μυαλά,
Και με ολόσχιστα κρανία
Σωθικά λαχταριστά.

66. Προσοχή καμία δεν κάνει
Κανείς, όχι εις τη σφαγή
Πάνε πάντα εμπρός. Ω! Φθάνει,
Φθάνει, έως πότε οι σκοτωμοί;

67. Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο,
Πάρεξ όταν ξαπλωθή;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
Και λες κι’ είναι εις την αρχή.

68. Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
Και Αλλά εφώναζαν, Αλλά
Και των Χριστιανών τα χείλη
Φωτιά εφώναζαν, φωτιά.

69. Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο,
Πάντα εφώναζαν φωτιά,
Και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
Πάντα σκούζοντας Αλλά.

70. Παντού φόβος και τρομάρα
Και φωνές και στεναγμοί
Παντού κλάψα, παντού αντάρα,
Και παντού ξεψυχισμοί.

71. Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
Εις τ’ αυτιά δεν του λαλεί.
Όλοι χάμου εκτίτοντ’ όλοι
Εις την τέταρτη αυγή.

72. Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
Και κυλάει στη λαγκαδιά,
Και το αθώο χόρτο πίνει
Αίμα αντίς για τη δροσιά.

73. Της αυγής δροσάτι αέρι,
Δεν φυσάς τώρα εσύ πλιό
Στων ψευδόπιστων το αστέρι
Φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ.

74. Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

75. Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι
Δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά
Εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
Εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά

76. Εις τον ήσυχον αιθέρα
Τώρα αθώα δεν αντηχεί
Τα λαλήματα η φλογέρα,
Τα βελάσματα το αρνί

77. Τρέχουν άρματα χιλιάδες
Σαν το κύμα εις το γιαλό
Αλλ’ οι ανδρείοι παλληκαράδες
Δεν ψηφούν τον αριθμό.

78. Ω τρακόσιοι! Σηκωθήτε
Και ξανάλθετε σ’ εμάς
Τα παιδιά σας θέλ’ ιδήτε
Πόσο μοιάζουνε με σας.

79. Όλοι εκείνοι τα φοβούνται
Και με πάτημα τυφλό
Εις την Κόρινθο αποκλειούνται
Κι’ όλοι χάνουνται απ’ εδώ.

80. Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
Πείναν και Θανατικό
Που με σχήμα ενός σκελέθρου
Περπατούν αντάμα οι δύο

81. Και πεσμένα εις τα χορτάρια
Απεθαίνανε παντού
Τα θλιμμένα απομεινάρια
Της φυγής και του χαμού.

82. Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
Που ό,τι θέλεις ημπορείς,
Εις τον κάμπο, Ελευθερία,
Ματωμένη περπατείς.

83. Στη σκιά χεροπιασμένες,
Στη σκιά βλέπω κι’ εγώ
Κρινοδάκτυλες παρθένες
Οπού κάνουνε χορό.

84. Στο χορό γλυκογυρίζουν
Ωραία μάτια ερωτικά,
Και εις την αύρα κυματίζουν
Μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά

85. Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
Πώς ο κόρφος καθεμιάς
Γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
Γάλα ανδρείας και ελευθεριάς.

86. Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
Το ποτήρι δεν βαστώ
Φιλελεύθερα τραγούδια
Σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

87. Απ’τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

88. Πήγες εις το Μεσολόγγι
Την ημέρα του Χριστού,
Μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
Για το τέκνο του Θεού.

89. Σούλθε εμπρός λαμποκοπώντας
Η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό,
Και το δάκτυλο κινώντας
Οπού ανεί τον ουρανό,

90. Σ’αυτό, εφώναξε, το χώμα
Στάσου ολόρθη, Ελευθεριά
Και φιλώντας σου στο στόμα
Μπαίνει μες στην εκκλησιά.

91. Εις την τράπεζα σιμώνει
Και το σύγνεφο το αχνό
Γύρω γύρω της πυκνώνει
Που σκορπάει το θυμιατό.

92. Αγρικάει την ψαλμωδία
Οπού εδίδαξεν αυτή
Βλέπει τη φωταγωγία
Στους Αγίους εμπρό χυτή

93. Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουν
Με πολλή ποδοβολή,
Κι’ άρματ’, άρματα ταράζουν;
Επετάχτηκες εσύ.

94. Α! Το φως που σε στολίζει,
Σαν ηλίου φεγγοβολή,
Και μακρόθεν σπινθηρίζει,
Δεν είναι, όχι, από τη γη

95. Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
Χείλος, μέτωπο, οφθαλμός
Φως το χέρι, φως το πόδι
Κι’ όλα γύρω σου είναι φως.

96. Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
Τρία πατήματα πατάς,
Σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
Και εις το τέταρτο κτυπάς.

97. Με φωνή που καταπείθει
Προχωρώντας ομιλείς
«Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη
Ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

98. Αυτός λέγει... Αφοκρασθήτε:
Εγώ είμ’ Άλφα, Ωμέγα εγώ
Πέστε, που θ’ αποκρυφθήτε
Εσείς όλοι, αν οργισθώ;

99. Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
Που μ’ αυτήν αν συγκριθή
Κείνη η κάτω οπού σας έχω
Σαν δροσιά θέλει βρεθή.

100. Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
Τόπους άμετρα υψηλούς,
Χώρες, όρη από τη ρίζα,
Ζώα και δένδρα και θνητούς.

101. »Και το πάν το κατακαίει,
Και δεν σώζεται πνοή,
Πάρεξ του άνεμου που πνέει
Μες στη στάχτη τη λεπτή».

102. Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού του είσαι αδελφή;
Ποιός είν’ άξιος να νικήση,
Ή με σε να μετρηθή;

103. Η γη αισθάνεται την τόση
Του χεριού σου ανδραγαθιά,
Που όλην θέλει θανατώσει
Τη μισόχριστη σπορά.

104. Την αισθάνονται, και αφρίζουν
Τα νερά, και τ’ αγρικώ
Δυνατά να μουρμουρίζουν
Σαν να ρυάζετο θηριό.

105. Κακορίζικοι, που πάτε
Του Αχελώου μες στη ροή,
Και πιδέξια πολεμάτε
Από την καταδρομή

106. Να αποφύγετε! Το κύμα
Έγινε όλο φουσκωτό
Εκεί ευρήκατε το μνήμα
Πριν να ευρήτε αφανισμό.

107. Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
Κάθε λαρυγγας εχθρού,
Και το ρεύμα γαργαρίζει
Τες βασφήμιες του θυμού.

108. Σφαλερά τετραποδίζουν
Πλήθος άλογα, και ορθά
Τρομασμένα χλιμιτρίζουν
Και πατούν εις τα κορμιά.

109. Ποίος στον σύντροφον απλώνει
Χέρι, ωσάν να βοηθηθή
Ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
Όσο οπού να νεκρωθή

110. Κεφαλές απελπισμένες,
Με τα μάτια πεταχτά,
Κατά τ’άστρα σηκωμένες
Για την ύστερη φορά.

111. Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη
Του Αχελώου νεροσυρμή-
Το χλιμίτρισμα, και οι κρότοι,
Και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

112. Έτσι ν’ άκουα να βουίξη
Τον βαθύν Ωκεανό,
Και στο κύμα του να πνίξη
Κάθε σπέρμα Αγαρηνό.

113. Και εκεί πούναι η Αγία Σοφία,
Μες στους λόφους τους επτά,
Όλα τ’άψυχα κορμία
Βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114. Σωριασμένα να τα σπρώξη
Η κατάρα του Θεού,
Κι απ’ εκεί να τα μαζώξη
Ο αδελφός του Φεγγαριού

115. Κάθε πέτρα μνήμα ας γένη,
Και η θρησκεία κι’ η Ελευθεριά
Μ’ αργοπάτημα ας πηγαίνη
Μεταξύ τους, και ας μετρά.

116. Ένα λείψανο ανεβαίνει
Τεντωτό, πιστομητό,
Κι’ άλλο ξάφνου κατεβαίνει
Και δεν φαίνεται και πλιό.

117. Και χειρότερα αγριεύει
Και φουσκώνει ο ποταμός
Πάντα πάντα περισσεύει
Πολυφλοίσβισμα και αφρός.

118. Α! Γιατί δεν έχω τώρα
Τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα, την ώρα
Οπού εσβηούντο οι μισητοί,

119. Τον Θεόν ευχαριστούσε
Στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
Και τα λόγια ηχολογούσε
Αναρίθμητος λαός

120. Ακλουθάει την αρμονία
Η αδελφή του Ααρών,
Η προφήτισσα Μαρία,
Μ’ ένα τύμπανο τερπνόν,

121. Και πηδούν όλες οι κόρες
Με τις αγάλες ανοικτές,
Τραγουδώντας, ανθοφόρες,
Με τα τύμπανα τερπνόν,

122. Σε γνωρίζω από την κόψη
Του σπαθιού την τρομερή,
Σε γνωρίζω από την όψη
Που με βία μετράει τη γη.

123. Εις αυτήν, είν’ ξανουσμένο,
Δεν νικιέσαι εσύ ποτέ
Όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
Και το πέλαγο για σε.

124. Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
Κύματ’ άπειρα εις τη γη,
Με τα οποία την περιζώνει,
Κι’ είναι εικόνα σου λαμπρή.

125. Με βρυχίσματα σαλεύει
Που τρομάζει η ακοή
Κάθε ξύλο κινδυνεύει
Και λιμιώνα αναζητεί

126. Φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη
Και το λάμψιμο του ηλιού,
Και τα χρώματα αναδίνει
Του γλαυκότατου ουρανού.

127. Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο,
Στην ξηρά εσύ ποτέ
Όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
Και το πέλαγο για σε.

128. Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
Και σαν λόγγος στριμωχτά
Τα τρεχούμενα κατάρτια,
Τα ολοφούσκωτα πανιά.

129. Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
Και αγκαλά δεν είν’ πολλές,
Πολεμώντας, αλλά διώχνεις,
Άλλα παίρνεις, αλλά καις

130. Με επιθύμια να τηράζης
Δύο μεγάλα σε θωρώ,
Και θανάσιμον τινάζεις
Εναντίον τους κεραυνό.

131. Πιάνει, αυξάνει, κοκκινίζει,
Και σηκώνει μια βροντή,
Και το πέλαο χρωματίζει
Με αιματόχροη βαφή.

132. Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι
Και δεν μνέσκει ένα κορμί
Χάρου, σκιά του Πατριάρχη,
Που σ’ επέταξαν εκεί.

133. Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
Με τς εχθρούς τους τη Λαμπρή,
Και τους έτρεμαν τα χείλη
Δίνοντάς τα εις το φιλί.

134. Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε
Τώρα πλέον δεν τες πατεί,
Και το χέρι οπού εφιλήστε
Πλέον, α! Πλέον δεν ευλογεί.

135. Όλοι κλαύστε. Αποθαμένος
Ο αρχηγός της Εκκλησιάς
Κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος
Ωσάν νάτανε φονιάς.

136. Έχει ολάνοικτο το στόμα
Π’ ώρες πρώτα είχε γευθή
Τ’ Άγιον Αίμα, τ’ Άγιον Σώμα
Λες πως θε να ξαναβγή

137. Η κατάρα που είχε αφήσει
Λίγο πριν να αδικηθή
Εις οποίον δεν πολεμήση
Και ημπορεί να πολεμή.

138. Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
Εις το πέλαγο, εις τη γη,
Και μουγκρίζοντας ανάβει
Την αιώνιαν αστραπή.

139. Η καρδιά συχνοσπαράζει...
Πλην τι βλέπω; σοβαρά
Να σωπάσω με προστάζει
Με το δάκτυλο η θεά.

140. Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
Τρεις φορές μ’ανησυχιά
Προσηλώνεται κατόπι
Στην Ελλάδα, και αρχινά:

141. «Παλληκάρια μου! Οι πολέμιοι
Για σας όλοι είναι χαρά,
αι το γόνα σας δεν τρέμει
Στους κινδύνους εμπροστά.

142. »Απ’ εσάς απομακραίνει
Κάθε δύναμη εχθρική
Αλλά ανίκητη μια μένει
Που τες δάφνες σας μαδεί

143. »Μία, που όταν ωσάν λύκοι
Ξαναρχόστενε ζεστοί,
Κουραμένοι από τη νίκη,
Αχ! Τον νουν σας τυραννεί.

144. »Η Διχόνοια που βαστάει
Ενα σκήπτρο η δολερή
Καθενός χαμογελάει,
Πάρ’ το, λέγοντας, και συ.

145. »Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
Έχει αλήθεια ωραία θωριά
Μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
Εισέ δάκρυα θλιβερά.

146. »Από στόμα οπού φθονάει,
Παλληκάρια, ας μην ‘πωθή,
Πως το χέρι σας κτυπάει
Του αδελφού την κεφαλή.

147. »Μην ειπούν στο στοχασμό τους
Τα ξένα έθνη αληθινά:
Εάν μισούνται ανάμεσό τους
Δεν τους πρέπει ελευθεριά.

148. »Τέτοια αφήστενε φροντίδα
Όλο το αίμα οπού χυθή
Για θρησκεία και για πατρίδα
Όμοιαν έχει την τιμή.

149. Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
Για πατρίδα, για θρησκειά,
Σας ορκίζω, αγκαλιασθήτε
Σαν αδέλφια γκαρδιακά.

150. Πόσον λείπει, στοχασθήτε,
Πόσο ακόμη να παρθή
Πάντα η νίκη, αν ενωθήτε,
Πάντα εσάς θ’ ακολουθή.

151. »Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία!...
Καταστήστε ένα σταυρό,
Και φωνάξετε με μία:
Βασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ.

152. »Το σημείον που προσκυνάτε
Είναι τούτο, και γι’αυτό
Ματωμένους μας κοιτάτε
Στον αγώνα το σκληρό.

153. »Ακατάπαυστα το βρίζουν
Τα σκυλιά και το πατούν
Και τα τέκνα του αφανίζουν
Και την πίστη αναγελούν.

154. »Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
Αίμα αθώο χριστιανικό,
Που φωνάζει από τα βάθη
Της νυκτός: Να’ κδικηθώ.

155. »Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
Του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
Και δεν έπαυσε στιγμή.

156. »Δεν ακούτε; εις κάθε μέρος
Σαν του Αβέλ καταβοά
Δεν είν’ φύσημα του αέρος
Που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

157. »Τι θα κάμετε; θ’ αφήστε
Να αποκτήσωμεν εμείς
Λευθερίαν, ή θα την λύστε
Εξ αιτίας Πολιτικής;

158. »Τούτο ανίσως μελετάτε,
Ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό
Βασιλείς! Ελάτε, ελάτε, Και
κτυπήσετε κι’ εδώ».

Διονυσίου Σολωμού, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΘΟΣ ή ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΓΚΑΤΟΙΚΟΥ ΕΙΣ ΞΩΚΛΗΣΙ ΖΑΚΥΝΘΟΥ

[από το «H Γυναίκα της Zάκυθος. Mία νέα ανάγνωση της πρώτης μορφής παρουσιασμένη από τον Γ. Π. Σαββίδη», Περίπλους, Γ΄ 10, Άνοιξη-Kαλοκαίρι 1986, σελ. 11-28 και σε ανάτυπο]

ΚΕΦ. 1

1. Εγώ, Διονύσιος Ιερομόναχος, εγκάτοικος στο ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου, για να περιγράψω ό,τι στοχάζουμαι, λέγω:
2. Ότι εγύριζα από το μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου, όπου είχα πάει για να μιλήσω με ένα καλόγερο για κάτι υπόθεσες ψυχικές,
3. και ήταν η ώρα οπού θολώνουνε τα νερά, και είχα φθάσει στα Τρία Πηγάδια, και ήταν εκεί τριγύρου η γη όλο νερά, γιατί πάνε οι γυναίκες και συχνοβγάνουνε.
4. Εσταμάτησα σε ένα από τα Τρία Πηγάδια, και απιθώνοντας τα χέρια μου στο φιλιατρό του πηγαδιού, έσκυψα να ιδώ αν ήτουν πολύ νερό·
5. και το είδα σκεδόν γιομάτο, και είπα: Δόξα σοι ο Θεός·
6. γλυκιά η δροσιά που στέρνει για τα σπλάχνα του ανθρώπου το καλοκαίρι, μεγάλα τα έργα Του, και μεγάλη η αφχαριστία του ανθρώπου.
7. Και οι δίκαιοι κατά την Θεία Γραφή πόσοι είναι; Και συλλογίζοντας αυτό, επέσανε τα μάτια μου στα χέρια μου οπού ήτανε απιθωμένα στο φιλιατρό.
8. Και θέλοντας να μετρήσω με τα δάχτυλα τους δίκαιους, ασήκωσα από το φιλιατρό το χέρι μου το ζερβί, και κοιτώντας τα δάχτυλα του δεξιού είπα: Τάχα να είναι πολλά;
9. Και αρχίνησα και εσύγκρενα τον αριθμό των δικαίων οπού εγνώριζα, με αυτά τα πέντε δάχτυλα, και βρίσκοντας πως ετούτα επερισσεύανε, ελιγόστεψα το δάχτυλο το λιανό, κρύβοντάς το ανάμεσα στο φιλιατρό και στην απαλάμη μου·
10. και έστεκα και εθεωρούσα τα τέσσερα δάχτυλα για πολληώρα, και αιστάνθηκα μεγάλη λαχτάρα, γιατί είδα πως ήμουνα στενεμένος να λιγοστέψω, και κοντά στο λιανό μου δάχτυλο έβαλα το σιμοτινό του στην ίδια θέση.
11. Εμνέσκανε το λοιπόν αποκάτου από τα μάτια μου τα τρία δάχτυλα μοναχά, και τα εχτυπούσα ανήσυχα απάνου στο φιλιατρό, για να βοηθήσω το νου μου να εύρει κάνε τρεις δίκαιους.
12. Αλλά επειδή αρχινήσανε τα σωθικά μου να τρέμουνε σαν τη θάλασσα που δεν ησυχάζει ποτέ,
13. ασήκωσα τα τρία μου έρμα, και έκαμα το σταυρό μου.
14. Έπειτα, θέλοντας να αριθμήσω τους άδικους, έχωσα το ένα χέρι μες στην τζέπη του ράσου μου, και το άλλο ανάμεσα στο ζωνάρι μου, γιατί εκατάλαβα, αλίμονον!, πως τα δάχτυλα δεν εχρειαζόντανε ολότελα.
15. Και [ο] νους μου εζαλίστηκε από το μεγάλον αριθμό· όμως με παρηγορούσε το να βλέπω πως καθένας κάτι καλό είχε απάνου του.
16. Και μου ήρθε στο νου μου περσότερο από όλους αυτούς η Γυναίκα της Ζάκυθος, η οποία πολεμάει να βλάφτει τους άλλους με τη γλώσσα και με τα έργατα·
17. και γυρεύοντας να ιδώ εάν μέσα σε αυτή την ψυχή, εις την οποίαν αναβράζει η κακία του Σατανά, αν έπεσε ποτέ η απεθύμια του παραμικρού καλού,
18. έπειτα που εστάθηκα να συλλογιστώ καλά, ύψωσα το κεφάλι μου και τα χέρια μου στον ουρανό και εφώναξα: Θε' μου, καταλαβαίνω πως γυρεύω ένα κλωνί αλάτι μες στο θερμό.
19. Και είδα πως ελάμπανε αποπάνου μου όλα τ' άστρα, και εξάνοιξα την Αλετροπόδα οπού με ευφραίνει πολύ.
20. Και εβιάστηκα να κινήσω για το ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου γιατί είδα πως εχασομέρησα. Και ήθελα να φθάσω για να περιγράψω τη Γυναίκα της Ζάκυθος.
21. Και ιδού καμία δωδεκαρία ψωρόσκυλα που ηθέλανε να μου εμποδίσουνε το δρόμο.
22. Και μη θέλοντας εγώ να τα κλωτζοβολήσω, για να μην εγγίξω την ψώρα και τα αίματα πού 'χανε, εστοχαστήκανε πως τα σκιάζουμαι,
23. και ήρθανε βαβίζοντας σιμότερά μου· όμως εγώ εκαμώθηκα πως σκύφτω να πάρω πέτρα
24. και έφυγαν όλα και εξεθύμαιναν τα κακορίζικα ψωριασμένα τη λύσσα τους, το ένα δαγκώνοντας το άλλο.
25. Αλλά ένας οπού εδιαφέντευε κάποια από τα ψωρόσκυλα, επήρε και αυτός μία πέτρα
26. και βάνοντας ο άθεος για σημάδι το κεφάλι εμέ του Διονύσιου του Ιερομόναχου, δεν το πίτυχε· γιατί από τη βία τη μεγάλη με την οποίαν ετίναξε την πέτρα, εστραβοπάτησε, και έπεσε.
27. Έτζι εγώ έφθασα στο κελί του Αγίου Λύπιου παρηγορημένος από τες μυρωδίες του κάμπου, από τα γλυκότρεχα νερά, και από τον αστρόβολον ουρανό, ο οποίος εφαινότουνα αποπάνου από το κεφάλι μου μία Ανάσταση.

ΚΕΦ. 2
1. Το λοιπόν, το κορμί της γυναικός, ήτανε μικρό και παρμένο.
2. Και το στήθος σκεδόν πάντα σημαδεμένο από τες αβδέλες που έβανε για να ρουφήξουν το τηχτικό, και αποκάτου εκρεμόντανε δυο βυζιά ωσάν καπνοσακούλες.
3. Και αυτό το μικρό κορμί επερπατούσε γοργότατα, και οι αρμοί της εφαινόντανε ξεκλείδωτοι.
4. Είχε το μούτρο της τη μορφή του καλαποδιού, και έβλεπες ένα μεγάλο μάκρο, αν εκοίταζες από την άκρη του πηγουνιού ώς την άκρη του κεφαλιού,
5. εις την οποία ήτανε μία πλεξίδα στρογγυλοδεμένη, και αποπάνου ένα χτένι θεόρατο.
6. Και όποιος ήθελε σιμώσει την πιθαμή για να μετρήσει τη γυναίκα, ήθελ' έβρει το τέταρτο του κορμιού στο κεφάλι.
7. Και το μάγουλό της εξερνούσε πάντα σάγριο, πότε ζωντανό και πότε πονιδιασμένο και μαραμένο.
8. Και άνοιγε κάθε λίγο ένα μεγάλο στόμα για ν' αναγελάσει τους άλλους, και έδειχνε τα κάτου δόντια τα μπροστινά μικρά και σάπια που εσμίγανε με τα απάνου πού 'τανε λευκότατα και μακρία.
9. Και μ' όλον πού 'τανε νια, οι μηλίγγοι και το μέτωπο, και τα φρύδια, και η κατεβασία της μύτης γεροντίστικα.
10. Πάντα γεροντίστικα, όμως ξεχωριστά όταν ακουμπούσε το κεφάλι της εις το γρόθο το δεξί μελετώντας την πονηρία.
11. Και αυτή η θωριά η γεροντίστικη ήτανε ζωντανεμένη από δυο μάτια λαμπρά και ολόμαυρα, και το ένα ήτανε ολίγο αλληθώρικο.
12. Και εστριφογυρίζανε εδώ και εκεί γυρεύοντας το κακό, και το βρίσκανε και όπου δεν ήτουν.
13. Και μες στα μάτια της άστραφτε ένα κάποιον τι που σ' έκανε να στοχαστείς, ότι η τρελάδα ή είναι λίγο που την άφησε ή κοντεύει να την τρικυμίσει.
14. Και τούτη ήταν η κατοικιά της ψυχής της της πονηρής και της αμαρτωλής.
15. Και εφανέρωνε την πονηρία και μιλώντας και σιωπώντας.
16. Και όταν εμιλούσε κρυφά για να βλάψει τη φήμη του ανθρώπου, έμοιαζε η φωνή της με το ψιθύρισμα του ψαθιού πατημένο από το πόδι του κλέφτη.
18. Και όταν εμίλειε δυνατά εφαινότουνα η φωνή της, εκείνη οπού κάνουν οι άνθρωποι για να αναγελάσουν τους άλλους.
19. Και μ' όλον τούτο, όταν ήτουν μοναχή επήγαινε στον καθρέφτη και κοιτώντας εγέλουνε και έκλαιε.
20. Και εθάρρειε πως είναι η ωραιότερη απ' όσες είναι στα Εφτάνησα.
21. Και ήταν για να χωρίζει ανδρόγενα και αδέλφια, επιδέξια σαν το Χάρο.
22. Και όταν έβλεπε στον ύπνο της το ωραίο κορμί της αδελφής της, εξύπναε τρομασμένη.
23. Ο φθόνος, το μίσος, η υποψία, η ψευτιά, της ετραβούσανε πάντα τα σωθικά,
24. σαν τα βρωμόπαιδα της γειτονιάς, τα βλέπεις ξεντερολοϊσμένα και λερωμένα, να σημαίνουν τα σήμαντρα του πανηγυριού, και βουρλίζουν τον κόσμο.

Εδώ σταματάει, κάπως απότομα, το δεύτερο κεφάλαιο, αφήνοντας έξι σελίδες άγραφες.Το επόμενο κεφάλαιο, ο Σολωμός το είχε αριθμήσει ― συμβατικά, λέει ο Πολίτης ― πρώτα 18ο και αργότερα 20ό. Ένα είναι βέβαιο: αρχικά, το κεφάλαιο που θα διαβάσουμε τώρα, περιλάμβανε 50 παραγράφους, τις οποίες κατόπι ο Σολωμός υποδιαίρεσε σε 11 + 38 παραγράφους, δημιουργώντας έτσι δύο ανισομεγέθη κεφάλαια.

ΚΕΦ. [3]
1. Και εσυνέβηκε αυτές τες ημέρες, οπού οι Τούρκοι επολιορκούσαν το Μισολόγγι, και σκεδόν ολημέρα και συχνά και τη νύχτα έτρεμε η Ζάκυθο από το κανόνισμα το πολύ·
2. και πολλές γυναίκες Μισολογγίτισες επερπατούσαν τριγύρω γυρεύοντας για τους άνδρες τους, για τα παιδιά τους, για τ' αδέλφια τους, που επολεμούσανε.
3. Στην αρχή εντρεπόντανε νά 'βγουνε και επροσμένανε να βραδιάσει για ν' απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες.
4. Και είχανε δούλους και γίδια, και πρόβατα και βόιδια πολλά.
5. Ακολούθως εβιαζόντανε και εσυχνοτηράζανε από το παρεθύρι τον ήλιο πότε να βασιλέψει για νά 'βγουνε.
6. Αλλά όταν επερισσέψανε οι χρείες, εχάσανε την ντροπή, ετρέχανε ολημερνίς.
7. Και όταν εκουραζόντανε, εκαθόντανε στ' ακρογιάλι, και συχνά ασηκώνανε το κεφάλι ν' ακούσουνε, γιατί εφοβόντανε μη πέσει το Μισολόγγι.
8. Και τες έβλεπε ο κόσμος να τρέχουνε τα τρίστρατα, τα σταυροδρόμια, τα σπίτια, τα ανώγεια και τα χαμώγεια, τες εκκλησίες, τα ξωκλήσια, γυρεύοντας.
9. Και ελαβαίνανε χρήματα, πανιά για τους λαβωμένους,
10. και δεν τους έλεγε κανένας το όχι, γιατί οι ρώτησες των γυναικών ήτανε τες περσότερες φορές συντροφευμένες από τες κανονιές του Μισολογγιού, και η γη έτρεμε αποκάτου από τα πόδια μας.
11. Και οι πλέον πάνφτωχοι εβγάνανε το οβολάκι τους και το δίνανε και εκάνανε το σταυρό τους κοιτάζοντας κατά το Μισολόγγι και κλαίοντας.

ΚΕΦ. [4]
1. Ωστόσο η Γυναίκα της Ζάκυθος είχε στα γόνατα τη θεγατέρα της και επολέμαε να την καλοπιάσει, γιατί ήθελε νά μπει εκεί πού 'τανε το κρεβάτι, και η Γυναίκα δεν ήθελε.
2. Έβαλε, το λοιπόν, το ζουρλάδι τα μαλλιά της αποπίσω από τ' αυτιά, γιατί η ανησυχία τής τά 'χε πετάξει, και έλεγε φιλώντας τα μάτια της θυγατρός της:
3. «Μάτια μου, ψυχή μου, να γένεις καλή, να παντρευτείς, και να βγαίνουμε και να μπαίνουμε, και να διαβάζουμε τη Θεία Γραφή και τη Χαλιμά».
4. Και αφού την εχάιδεψε, και της φίλησε τα μάτια και τα χείλα, την άφησε απάνου στην καθίκλα λέοντάς της: «Να και ένα καθρεφτάκι, και κοιτάξου που εισ' όμορφη και μου μοιάζεις».
5. Και η κόρη, που δεν ήτανε μαθημένη με τα καλά, ησύχασε, και από τη χαρά της εδάκρυσε.
6. Και η Γυναίκα εκίνησε για να πάει εκεί που είναι το κρεβάτι, αλλά άκουσε μεγάλη ταραχή ποδιών, οπού πάντοτες αύξαινε.
7. Και εσταμάτησε κοιτάζοντας κατά την θύρα και φουσκώνοντας τα ρουθούνια της.
8. Και ιδού παρεσιάζονται ομπρός της οι γυναίκες του Μισολογγιού· εβάλανε το δεξί τους στα στήθια και επροσκυνήσανε· και εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες.
9. «Και έτζι δα, πώς την κάνουμε; Θα παίξουμε; Τι ορίζετε, κυράδες; Εκάμετε ανεβαίνοντας τόση ταραχή με τα συρτοπάπουτζα, που λογιάζω πως ήρθετε να μου δώσετε πρoσταγές».
10. Και όλες εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες· αλλά μία είπε: «Αμ' έχεις δίκιο, είσαι στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου, και εμείς είμαστε ξένες και όλο σπρώξιμο θέλουμε».
11. Και ετότες η Γυναίκα της Ζάκυθος αποκρίθηκε: «Κυρά πολύξερη, όλα τα χάσετε, αλλά από εκείνο που ακούω η γλώσσα σάς έμεινε.
12. »Είμαι στην πατρίδα μου και στο σπίτι μου; Και η αφεντία σου, δεν ήσουνα στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου;
13. »Και τι σας έλειπε, και τι κακό είδετε από τον Τούρκο;
14. »Δε σας άφηνε φαϊτά, δούλους, περιβόλια; και, δόξα σοι ο Θεός, είχετε περσότερα από εκείνα που έχω εγώ.
15. »Σας είπα εγώ ίσως, να χτυπήστε τον Τούρκο, που ερχόστενε τώρα σε με να μου γυρέψετε και να με βρίσετε;
16. »Ναίσκε! Εβγήκετε όξω να κάμετε παλικαρίες, και κάτι εκάμετε στην αρχή, γιατί επήρετε την Τουρκιά ξάφνου.
17. »Και ποιος εμπόρειε ποτέ του να υποφτεφτεί τέτοια προδοσία; Το θέλει ο Θεός; Δεν ανακατωνόστενε με δαύτον μέρα και νύχτα;
18. »Τόσο κάνει κ' εγώ να τρέξω μες στο ξημέρωμα με το μαχαίρι στο λαιμό του αντρός μου (που να τόνε πάρει ο διάολος).
19. »Και τώρα που βλέπετε πως πάνε τα πράματά σας κατά, θέλτε να πέσει το βάρος απάνου μου.
20. »Καλή, μα το ναι! Αύριο πέφτει το Μισολόγγι, βάνουνε σε τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή οι βασιλιάδες, εις τους οποίους έχω όλες μου τες ελπίδες.
21. »Και όσοι μένουνε από τον ξελοθρεμό, έρχονται στη Ζάκυθο να τους θρέψουμε, και με την κοιλιά γιομάτη μας βρίζουνε».
22. Λέοντας, εσώπησε ολίγο, κοιτάζοντας μες στα μάτια τες γυναίκες του Μισολογγιού.
23. «Και έτζι ξέρω και μιλώ και εγώ, ναι ή όχι; Και τώρα δα, τι ακαρτερείτε; Εβρήκετε ίσως ευχαρίστηση να με ακούτε να μιλώ;
24. »Εσείς δεν έχετε άλλη δουλειά πάρα να ψωμoζητάτε· και, να πούμε την αλήθεια, στοχάζουμαι πως θε νά 'ναι μία θαράπαψη, για όποιον δεν ντρέπεται.
25. »Αλλά εγώ έχω δουλειά. Ακούστε; Έχω δουλειά».
26. Και φωνάζοντας τέτοια, δεν ήτανε πλέον το τριπίθαμο μπουρίκι, αλλά εφάνηκε σωστή.
27. Γιατί ασηκώθηκε με μεγάλο θυμό στην άκρη των ποδιών, και μόλις άγγισε το πάτωμα· και εγρύλωσε τα μάτια, και το άβλαφτο μάτι εφάνηκε αλληθώρικο, και το αλληθώρικό 'σιαξε.
28. Και όποιος την έβλεπε να ξανάρθει στην πρώτη της μορφή, έλεγε: Ο διάβολος ίσως την είχε αδράξει, αλλά εμετάνωσε και την άφησε, για το μίσος που έχει του κόσμoυ.
29. Και η θυγατέρα της κοιτάζοντάς την εφώναξε· και οι δούλοι εξαστοχήσαν την πείνα τους, και οι γυναίκες του Μισολογγιού εκατέβηκαν χώρις να κάμουνε ταραχή.
30. Ετότες, η Γυναίκα της Ζάκυθος, βάνοντας την απαλάμη απάνου στην καρδιά της, και αναστενάζοντας δυνατά, είπε:
31. «Θε' μου, πώς μου χτυπάει η καρδιά, που μου έπλασες τόσο καλή!
32. »Με συγχύσανε αυτές οι πόρνες! Όλες οι γυναίκες του κόσμου είναι πόρνες·
33. »αλλά εσύ, κόρη μου, δεν θε νά 'σαι πόρνη σαν την αδελφή μου και σαν τες άλλες γυναίκες του τόπου μoυ.
34. »Κάλλιο θάνατος! Και εσύ, μάτια μου, εσκιάχτηκες; έλα, στάσου ήσυχη, γιατί αν αναδευτείς από αυτή την καθίκλα, κράζω ευτύς οπίσω εκείνες τες στρίγγλες και σε τρώνε».
35. Και οι δούλοι είχαν πάγει στο μαγερίο, χωρίς να καρτερέσουν την προσταγή της Γυναικός, και εκεί άρχισαν να μιλούν για την πείνα τους.
36. Και η γυναίκα ετότες εμπήκε εκεί όπου ήτανε το κρεβάτι.
37. Και σε λίγο άκουσα το κρεβάτι να τρίξει πολύ· και ανάμεσα στο τρίξιμο εβγαίνανε λαχανιάσματα και γογγυσμοί,
38. καθώς κάνουν οι βαστάζοι, όταν οι κακορίζικοι έχουν βάρος εις την πλάτη τους ανυπόφορτο.
39. Και έφυγα από την πέτρα του σκανδάλου, εγώ Διονύσιος Ιερομόναχος, και ότι έβγαινα από τη θύρα του σπιτιού απάντηξα τον άνδρα της Γυναικός, οπού ανέβαινε.

Εδώ ο Σολωμός είχε αφήσει άγραφες δύο σελίδες. Το επόμενο κεφάλαιο φαίνεται να τον βασάνισε περισσότερο από κάθε άλλο στην πρώτη μορφή. Ουσιαστικά, καθαρογραμμένες είναι μονάχα οι 4 πρώτες παράγραφοι -το υπόλοιπο κείμενο φαίνεται να ανήκει σε λίγο υστερότερη επεξεργασία, η οποία ωστόσο κατέληξε εν μέρει σε μια χωριστή καθαρογραμμένη σελίδα. Η δυσκολία προφανώς οφειλόταν κυρίως στον συμβατικά υπερφυσικό χαρακτήρα αυτού του κεφαλαίου, και πιθανώς στην επιθυμία του Σολωμού να σώσει κάτι από το πρώτο σχεδίασμα των «Ελεύθερων Πολιορκισμένων».

KEΦ. [5]
1. Και ακλούθησα τες γυναίκες του Μισολογγιού, οι οποίες εστρωθήκανε στ' ακρογιάλι, και εγώ ήμουνα αποπίσω από μία φράχτη και εκοίταζα.
2. Και κάθε μία έβαλε το χέρι και έβγαλε ό,τι και αν εμάζωξε, και εκάμανε ένα σωρό.
3. Και μία απ' αυτές, απλώνοντας το χέρι, και ψηλαφίζοντας το γιαλό: «Αδελφάδες», εφώναξε,
4. »ακούτε, αν έκαμε ποτέ τέτοιο σεισμό σαν και τώρα το Μισολόγγι: ίσως νικάει, ίσως πέφτει»............................................................................................................................................ Και εκίνησα για να φύγω και είδα αποπίσω από την εκκλησία (ιδές πώς τη λένε) μία γριούλα όπου είχε στήσει ανάμεσα στα χόρτα μικρά κεράκια, και έκαιε λιβάνι, και τα κεράκια στην πρασινάδα ελάμπανε και το λιβάνι ανέβαινε ― και ασήκωνε τα ξερόχερα παίρνοντας από το λιβάνι, και κλαίοντας και αναδεύοντας το ξεδοντιασμένο στόμα επαρακάλειε. Και εγώ........................................................................................................................................... Ετότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου, και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω. Και ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει. Ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Μισολόγγι. Αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό. Πολιορκισμένους και πολιορκούμενους [sic] και όλα τα έργα τους και όλα τα πάντα, τα εκατασκέπαζε μαυρίλα και πίσσα γιομάτη λάμψη, βροντή, και αστροπελέκι. Και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση. Και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, όπου η σπίθα έγγιζε και εσβενότουνα. Και με φωνή που εφαινότουνα πως νικάει την ταραχή του πολέμου, άρχισε:

Το χάραμα επήρα
του ήλιου το δρόμο
κρεμώντας τη λύρα
τη δίκαιη στον ώμο.
Κι απ' όπου χαράζει
ώς όπου βυθά κ.τ.λ............................................................................................................................................
Και ότι είχε αποτελειωμένα τα λόγια της η θεά, οι δικοί μας εκάνανε φοβερές φωνές για τη νίκη που εκάνανε. Και οι δικοί μας και όλα μού εγίναν άφαντα, και τα σωθικά μου πάλι φοβερά εταραχτήκανε, και μου φάνηκε πως εκουφάθηκα και εστραβώθηκα ― Και σε λίγο είδα ομπρός μου τη γριούλα, και τα κεράκια ήταν λιωμένα και εμείνανε τα στερνά λιώματα στα χορτάρια, και το λιβάνι τελειωμένο. Και η γριούλα οπού μου έλεγε: «Δόξα σοι ο Θεός, ιερομόναχε, έλεα πως κάτι σού 'ρθε. Σέ 'κραζα, σε κούνεια, και δεν άκουγες τίποτες, και τα μάτια σου εσταμάτηζαν στον αέρα, ενώ τώρα στα στερνά η γης εσκιρτούσε σαν το χόχλο στο νερό που αναβράζει ― τώρα ότι έπαψε, που ετελειώσανε τα κεράκια και το λιβάνι. Λες οι δικοί μας να εκερδέσανε;». Και εκίνησα με το Χάρο μες στην καρδιά μου να φύγω. Και η γριούλα, έπειτα που [μου] φίλησε το χέρι, κάνοντας μία μετάνοια, είπε: «Και τι παγωμένο πού 'ναι το χέρι σου».

ΚΕΦ. [6]
1. Και εκοίταξα τριγύρου, και δεν έβλεπα τίποτες, και είπα:
2. Ο Κύριος δεν θέλει να ιδώ άλλο, και γυρίζοντας το πρόσωπο όπου ήταν οι πλάτες μου εκίνησα για να πάω στον Άι Λύπιο.
3. Αλλά άκουσα να τρέμει η γη αποκάτου από τα πόδια μου, και πλήθος αστραπές εγιόμοζαν τον αέρα, πάντα αυξαίνοντας τη γοργότητα και τη λάμψη,
4. τόσο που έσπρωξα ομπρός τα χέρια μου καθώς κάνει ο άνθρωπος οπού δεν έχει το φως του.
5. Και εβρέθηκα οπίσω από ένα καθρέφτη, ανάμεσα σ' αυτόνε και στον τοίχο· και ο καθρέφτης είχε τον ψήλο της κάμερας.
6. Και μία φωνή δυνατή και ογλήγορη μου εβάρεσε στο δεξί μου αυτί, λέγοντας:
7. «Ω Διονύσιε lερομόναχε, τα μέλλοντα θε να γίνει τώρα για σε παρόν· ακαρτέρει και βλέπεις εκδίκησην του Θεού».
8. Και μία άλλη φωνή, ομοίως λεπτή, μου εμουρμούρισε στο ζερβί μου αυτί τα ίδια λόγια, τραυλίζοντας.
9. Και αυτήν [η] δεύτερη φωνή ήτανε ενού γέρου που εγνώρισα, όμως εθαύμαξα γιατί ήταν η πρώτη φορά που άκουα την ψυχή του ανθρώπου να τραυλίζει.
10. Και εκοίταξα ανάερα για να ξανοίξω πούθεν εβγαίνανε αυτές οι φωνές, και δεν είδα παρά τους δυο χοντρούς και μακριούς πέρονους που εβγαίνανε από τον τοίχο, στους οποίους ακουμπούσε ο καθρέφτης δεμένος από τη μέση.
11. Και μη ξανοίγοντας τίποτες, αναστέναξα βαθιά, και καθώς κάνει ο άνθρωπος οπού βρίσκεται γελασμένος, αγρίκησα μυρωδιά από λείψανο,
12. και εβγήκα απόκει, και εκοίταξα, τριγύρου και είδα:
13. Είδα αντίκρυ από τον καθρέφτη, στην άκρη της κάμερας, ένα κρεβάτι· και εφαινότουνα πως δεν ήτουνα μέσα τίποτες, και απάνου πολύ μύγα κουλουμωτή.
14. Και απάνου στο προσκέφαλο είδα σα μία κεφαλή ακίνητη e mince σαν εκείνες που κάνουνε στα χέρια τους και στα στήθια τους οι πελαγίσοι με το βελόνι.
15. Και είπα μέσα μου: ο Κύριος μού έστειλε ετούτη τη θέα, για σύμβολο σκοτεινό της θέλησής του.
16. Για τούτο εγώ, παρακαλώντας θερμά τον Κύριον να καταδεχτεί να με βοηθήσει για να καταλάβω αυτό το σύμβολο, εσίμωσα το κρεβάτι.
17. Και ανανοήθηκα πως κάτι αναδεύτηκε μες στα σεντόνια που ήτανε λερωμένα, ξεντερολοϊσμένα και αιματωμένα.
18. Και κοιτάζοντας καλύτερα στην εικόνα του προσκέφαλου, εταραχτήκανε τα σωθικά μου, γιατί από ένα κίνημα που έκαμε με το στόμα εγνώρισα τη Γυναίκα της Ζάκυθος που εκοιμότουνα σκεπασμένη από το σεντόνι ώς το λαιμό, όλη φθαρμένη από το τηχτικό.

ΚΕΦ. [7]
1. Αλλά εκαλοκοίταξα εκείνον τον ύπνο, και εκατάλαβα που ήθελε βαστάξει λίγο, για να δώσει τόπο του αλλουνού, πού 'ναι χώρις ονείρατα.
2. Και επειδή εκεί μέσα δεν ήτανε ούτε φίλος, ούτε δικός, ούτε γιατρός, ούτε πνεματικός, εγώ, Διονύσιος Ιερομόναχος, έσκυψα, και με τα καλά τής έλεγα να ξαγορευτεί.
3. Και αυτή εμισάνοιξε το στόμα της και έδειξε τα δόντια της, ακλουθώντας να κοιμάται.
4. Και ιδού η πρώτη φωνή, η αγνώριστη, που μού 'πε στο δεξί αυτί: «Η δύστυχη θρέφει πάντα στο νου της φούρκες, φυλακές, και Τούρκους που νικάνε και Γραικούς οπού σφάζονται.
5. »Τούτη τη στιγμή ένα βλέπει στον ύπνο της, το πράγμα που πάντοτες απεθύμουνε: ήγουν την αδελφή της που διακονεύει και για τούτο την είδες τώρα που εχαμογέλασε».
6. Και η δεύτερη φωνή, που εγνώριζα, εξαναείπε τα ίδια λόγια τραυλίζοντας, και κάνοντας ένα σωρό όρκους καθώς εσυνηθούσε:
7. «Αλήθεια μα-μα-μαααα την Παναγία, α-α-α-αλήθεια μ-μ-μ-μα τον Άι Νικόλα, αλ-λ-λ-λήθεια, μααααα τον Άι Σπυρίδωνα, αλήθεια μα τ' αγνάχραρα-χραχρα-γράχναντα μυστήρια του Θεού».
8. Ξάφνου η Γυναίκα έβγαλε το χέρι από το σεντόνι και εχτύπησε, και οι μύγες ασηκωθήκανε.
9. Και ανάμεσα στη βουή οπού εκάνανε, άκουσα τη φωνή της Γυναικός, οπού εφώναζε: «Όξω, πόρνη, από 'δω· δε σου δίνω μήτε ένα ψίχαλο!»
10. Και ετίναξε το χέρι όξω από το κρεβάτι σα για να διώξει μακρία την αδελφή της που της φαινότουνα πως ήλθε να διακονέψει.
11. Και εξεσκεπάστηκε σκεδόν όλη, και εφάνηκε ένα ψοφογάτζουλο που ήτανε σκεπασμένο από την κροπιά, και έρχεται ένας ανεμοστρούφουλας, και το ξεσκεπάζει.
12. Αλλά σπρώχνοντας το χέρι της όξω από το κρεβάτι για να διώξει την αδελφή της, εχτύπησε σε μια κάσα πεθαμένου, που εβρέθηκε εκεί ξάφνου, και εκόπηκε το όνειρο της αμαρτωλής.
13. Και άνοιξε τα μάτια της· και βλέποντας την κάσα ανατρίχιασε, γιατί εσκιάχτηκε μη τη βάλανε εκεί στοχάζοντάς τηνε πεθαμένη.
14. Και ετοιμαζότουνα να φωνάξει δυνατά για να δείξει πως δεν επέθανε, αλλά ιδού προβαίνει από την κάσα μια κεφαλή γυναίκεια φθαρμένη και αυτή από το τηχτικό, που αγκαλά και πλέον ηλικιωμένη, πολύ της έμοιαζε.
15. Τραβιέται, πηδάει στη ζερβιά του κρεβατιού, αλλά εχτύπησε τη μούρη της σε μίαν άλλη κάσα και όξω από αυτή ένα κεφάλι γέρου, και ήτανε ο γέρος που εγνώριζα.
16. Και έτζι εγνώρισα ότι έμελλε της Γυναικός βρεθεί, πριν ξεψυχήσει, ανάμεσα στον πατέρα της και στη μάνα της.
17. Και έφριξα και έστριψα στην αντίκρυ μερία το πρόσωπό μου, και εξανάσανε το μάτι μου στον καθρέφτη, ο οποίος δεν έδειχνε παρά τη Γυναίκα μοναχή.
18. Γιατί τα σώματα των άλλων δυο ησυχάσανε στο μνήμα τους, από τα οποία θα πεταχτούν όταν βαρέσει η Σάλπιγγα.
19. Μαζί μ' εμέ το Διονύσιο τον Ιερομόναχο, μαζί με τη Γυναίκα της Ζάκυθος, μαζί με όλα τα τέκνα του Αδάμ στη μεγάλη κοιλάδα του Ιωσαφάθ.
20. Και άρχισα να συλλογιστώ απάνου στη δικαιοσύνη του Θεού, που θε νά 'ναι αυτή την ημέρα φανούσιμη· και το μάτι (προσηλωμένο στον καθρέφτη) εσυγχίστηκε από το λογισμό.
21. Αλλά ακολούθως ο λογισμός εσυγχίστηκε από το μάτι.
22. Επειδή, στριφογυρίζοντας εγώ έπειτα τα μάτια εδώ και εκεί, καθώς κάνει ο άνθρωπος που συλλογίζεται πράμα δύσκολο που πολεμάει να καταλάβει,
23. είδα από την κλειδωνότρουπα, που κάτι εμπόδιζε το φως· και εβάστουνε πολληώρα και έπειτα εξαναφαινότουνα,
24. και ακουότουνα ακολούθως ένα μουρμουρητό στην άλλη κάμερα· και δεν εκαταλάβαινα τίποτες· και εξανακοίταξα στο μέρος della νisiοne.
25. Και ήτανε μεγάλη σιωπή, και δεν άκουες να βουίζει μήτε μια μύγα από τόσο πλήθος· γιατί ήτανε όλες μαζωμένες εις τον καθρέφτη,
26. ο οποίος εις πολλά μέρη επαράσταινε το χρώμα del νelο που το βάνουνε όταν λείπει για πάντα κανένας από τη φαμελιά.

Εδώ ακολουθεί άλλο ένα προβληματικό κεφάλαιο. Αρχικά ο Σολωμός είχε καθαρογράψει μονάχα τις δύο πρώτες παραγράφους και είχε αφήσει κενή την υπόλοιπη σελίδα ― ωστόσο, στην επόμενη σελίδα συνεχίζει, μάλλον χωρίς ουσιώδες χάσμα με τα προηγούμενα, αλλά χωρίς να αριθμεί τις παραγράφους. Οπωσδήποτε, τούτο είναι το πιο σύντομο από όλα τα κεφαλαία της πρώτης μoρφής.

ΚEΦ. [8]
1. Αλλά η μάνα της, χωρίς να κοιτάξει κατά την θύρα, χωρίς να κοιτάξει τη θεγατέρα της, χωρίς να κοιτάξει κανέναν, αρχίνησε:
2. «Ετούτη τη στιγμή το μάτι και το αυτί του παιδιού σου σε παραμονεύει από την κλειδωνότρουπα, και σε απομακραίνει γιατί σκιάζεται το κακό σου· και έτζι έκαμε[ς] και εσύ μ' εμέ............................................................................................................................................
[3] «Για τούτο σόδωσα την κατάρα μου εις την πίκρα της ψυχής μου, όταν ασήμαιναν όλες οι εκκλησίες την ημέρα του Πάσχα,
[4] »σ' την ξανάδωσα μία ώρα πριν ξεψυχήσω, και τώρα σ' την ξαναδίνω, κακό και ανάποδο θηλυκό,
[5] »και η τρίδιπλη κατάρα θέλει είναι αληθινή και ενεργητική στο κορμί σου και στην ψυχή σου, καθώς είναι αληθινά και ενεργητικά στον φαινούμενο και στον αόρατο κόσμο τα τρία προσώπατα της Αγίας Τριάδας».
[6] Έτζι λέοντας έβγαλε ένα ζωνάρι που ήτανε του ανδρός της, το χουχούλισε τρεις φορές και το πέταξε μες στα μούτρα της.
[7] Ετότε ο γέρος ανακατώθηκε μες στην κάσα του, ασήκωσε το δάχτυλο κατά τη θεγατέρα του και ετραύλισε την κατάρα του.

«Kεφάλαιον ύστερον» ονόμασε εξαρχής ο Σολωμός το τελευταίο κεφάλαιο που θα διαβάσουμε εδώ. Αργότερα πρόσθεσε άλλο ένα «Kεφάλαιον ύστερον» και ακόμη αργότερα σχεδίασε ένα περαιτέρω «capitοΙο uItimο». Όμως για μας, τώρα, «Η Γυναίκα της Ζάκυθος» τελειώνει ως εξής:

Kεφάλαιον ύστερον
1. Και ο πατέρας και η μάνα αναληφτήκανε. Και η Γυναίκα, μονάχα ετότες άκουσε δύναμη να μπορέσει να πεταχτεί,
2. και εχύθηκε πηδώντας ψηλά, σαν τ' άστρο το καλοκαίρι, που στον αέρα χύνεται δέκα οργιές άστρο.
3. Και εβρέθηκε στον καθρέφτη, στον οποίον εχτύπησε, και οι μύγες εφύγανε, και εβουίζανε στο πρόσωπό της.
4. Και αυτή, λογιάζοντας πως ήταν οι γονέοι της, που την αδράχνανε από το μούτρο, έτρεχε εδώ και εκεί
5. ανοιγοκλειώντας τη φούχτα κάτι νά 'βρει για διαφέντεψη, και ήβρηκε το ζωνάρι, και με κείνο άρχισε να χτυπάει,
6. και όσο εχτυπούσε, τόσο οι μύγες εβουίζανε, και τόσο αυτή εκατατρόμαζε, όσο που τέλος πάντων έχασε το νου της ολότελα.
7. Και τρέχοντας με το κοντό πουκάμισο, που είχε κάμει κοντό από τη φιλαργυρία της, έπαιξε το μάτι της στον καθρέφτη
8. και εσταμάτηξε, και δεν εγνώρισε τον εαυτό της, και άπλωσε το δάχτυλό της και αναγέλασε.
9. «Ω κορμί! Ω κορμί! Τι πουκάμισο; Ε! Καταλαβαίνω εγώ· και ποιος πονηρός μπορεί να μου κρύψει την πονηρία του; Εκείνο το πουκάμισο με κάνει να καταλάβω πως καμώνεται τρέλα για να 'ν' έτοιμο να κριματίσει.
10. »Αλλά ποιος νά 'ναι; Μα την αλήθεια, που της μοιάζει ολίγο: αα! εισ' εσύ, μπομπόκορμο, βρωμοπόρνη, μυγόχεσμα του σπιταλιού, τζίμπλα της γουρούνας, γαϊδούρα, κροπολόγα, σκατή!
11. »Να τέλος πάντων ό,τι σου επροφήτεψα· και οι χίλιοί σου ηγαπημένοι; Δεν σ' έμεινε μήτε δισκάρι να διακονεύεις με δαύτο.
12. »Είσαι στα χέρια μου· τι θέλεις να σου κάμω, ψυχικό; Τώρα σ' το κάνω. Να ιδώ α' σου μείνει φωνή να πεις πως είμαι μουρλή».
13. Έτζι λέοντας, έκαμε ένα γύρο και εβάλθηκε με μεγάλη λύσσα να χορεύει, και το πουκάμισο εβρισκότουνα στο πρόσωπό της.
14. Και στη ζέστα του χορού έκανε με το ζωνάρι μια θηλιά και ο χορός εβάσταξε όσο να κάμει τη θηλιά.
15. Και αφού την ετέλειωσε, είπε: «Ακλούθα με αποπίσω από τον καθρέφτη, να σου κάμω το ψυχικό.
16. »Γιατί έρχεται κάπου-κάπου ο γάιδαρος ο γιατρός, οπού θα σ' έχει και εκείνος, και του σκαρφίστηκε πως είμαι άρρωστη».
17. Και επήγε οπίσω από τον καθρέφτη, και την άκουα να κάνει μεγάλη ταραχή.
18. Και η ταραχή έπαψε και έκαμε ένα γέλιο μεγάλο που αντιβούισε η κάμερα, και με φωνή πνιμένη από την ευχαρίστηση είπε: «Να, μάτια μου, το ψυχικό».
19. Τότε έπεσα με τα γόνατα χάμου να κάμω δέηση για να την κάμει ο Κύριος να μην είναι έξω φρενών κάνε για το λίγο ακόμη πόχει να ζήσει.
20. Και τελειωμένη η δέηση, εκοίταξα χάμου οπίσω από τον καθρέφτη στοχάζοντάς τηνε λιγωμένη. Και δεν ήτον εκεί.
21. Και αιστάνθηκα το αίμα μου να τραβηχτεί από τα μάγουλά μου,
22. και έπεσε το κεφάλι απάνου στα στήθια μου, και είπα μέσα μου:
23. Ο Θεός ξέρει πού έφυγε η δύστυχη ενώ επαρακάλεια για αυτήν με τη θέρμη της ψυχής μου.
24. Και επέρασα πέρα, με το κεφάλι σκυφτό και στοχασμένο, να πάω να την εύρω.
25. Και άκουσα στο μέτωπο κάποιον τι που με χτύπησε,
26. και έπεσα ξαφνισμένος τ' ανάσκελα. Και είδα την Γυναίκα της Ζάκυθος που εκρεμότουνα και εκυμάτιζε.

Κυριακή 17 Ιουνίου 2007

Γράμμα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες με αποδέκτες όλους μας

Επιμέλεια παρουσίασης: π. Π. Κ.

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες γράφει προς τον Κόσμο. Τους φίλους, τους γνωστούς, κυρίως τα εκατομμύρια αναγνωστών του όλων αυτών των χρόνων… Και τούτο ενόψει της επικείμενης αναχώρησής του από τη ζωή, όντας πολύ άρρωστος. Ένα γράμμα του, λοιπόν. Πρόκειται για ένα κείμενο υψηλών πτήσεων ή, καλύτερα, εσωτερικής εμβάθυνσης. Ήδη έχει ταξιδέψει μέσω του Διαδικτύου σε όλο τον κόσμο, έχει συζητηθεί πολύ, έχουν εκφρασθεί μάλιστα πολλές αντίθετες απόψεις και αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητά του.
Όπως και να έχει όμως το θέμα, αποτελεί ένα κείμενο που δεν πρέπει να παραπεταχτεί ή να περάσει απαρατήρητο. Λέει πολλά για τη σχέση μας με τον εαυτό μας και τον συνάνθρωπο, για τις μυστικές διαδρομές της ψυχής και των συν-αισθημάτων, για τα μικρά και καθημερινά του κόσμου ετούτου, για τ’ απλά και ταπεινά που κυκλοφορούν τριγύρω μας, των οποίων μάλιστα χάνουμε τελικά την αθέατη μεγαλοπρέπεια, στην απεγνωσμένη μας προσπάθεια να προφτάσουμε τα φερόμενα ως μεγάλα και σημαντικά, που συχνότατα αποδεικνύονται φρούδες πραγματικότητες ή και κουφότητες.
Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες έχει μέσ’ από το γνωστό του δημοσιευμένο έργο πολλές φορές μπει στα της «ψυχής πείρατα», όπως θα έλεγε ο Ηράκλειτος και μπορεί πλέον από θέσιν ισχύος και αυθεντίας ν’ απευθυνθεί προς τους παγκόσμιους φίλους του, συμβουλεύοντάς τους στοργικότατα υπό την πείρα και την πυρά της Επίγνωσης των Πραγμάτων της Ψυχής και του Κόσμου.
Ο Βασίλης Τερζής είναι ο μεταφραστής του εν λόγω κειμένου. Ο ίδιος, απευθυνόμενος στους αναγνώστες και φίλους του Μάρκες, δηλώνει σχετικά: «Το έλαβα από μια ισπανίδα φίλη μου και επιστράτευσα αμέσως τις γνώσεις μου στα ισπανικά για να το μεταφράσω και να το στείλω και σε έλληνες φίλους. Νομίζω ότι άξιζε τον κόπο».
Το ίδιο πιστεύουμε κι εμείς, γι’ αυτό και το παρουσιάζουμε από αυτή τη θέση:

«Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως να έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ. Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι’ αυτά που αξίζουν, αλλά γι’ αυτό που σημαίνουν. Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως.
Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόνταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!
Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου. Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ’ ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρυά μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ’ αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...
Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή... Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μια μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα. Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους… Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά.
Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα. Να λες πάντα αυτό που νοιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ’ αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να βγαίνεις από την πόρτα, θα σ’ αγκάλιαζα και θα σού ‘δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα.
Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να την ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’ έβλεπα, θα έλεγα "σ’ αγαπώ" και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη. Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή δίνει ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα’ ήθελα να σου πω πόσο σ’ αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω. Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι’ αυτό μην περιμένεις άλλο, καν’ το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις “συγγνώμη”, “συγχώρεσε με”, “σε παρακαλώ”, “ευχαριστώ” κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις. Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις.
Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα».


ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΓΚΑΡΣΙΑ ΜΑΡΚΕΣ

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες γεννήθηκε το 1928 στην Αρακατάκα, ένα παραλιακό χωριό της Κολομβίας, όπου μεγάλωσε κοντά στους παππούδες του από τη μεριά της μητέρας του.
Το 1947 άρχισε στο Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά τις σπουδές του στα νομικά και τις πολιτικές επιστήμες και τον ίδιο χρόνο η εφημερίδα Ελ Εσπεκταδόρ δημοσίευσε το πρώτο διήγημά του με τίτλο «Η Τρίτη Παραίτηση». Το 1948 μετακόμισε στην Καρταχένα των Δυτικών Ινδιών κι εκεί άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Ελ Ουνιβερσάλ. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες στην Αμερική και την Ευρώπη. Το πρώτο μυθιστόρημά του, «Τα Νεκρά Φύλλα», εκδόθηκε το 1955 και ακολούθησαν τα έργα «Κακιά Ώρα», «Ο Συνταγματάρχης δεν Έχει Κανέναν να του Γράψει» και «Η Κηδεία της Μεγάλης Μάμα». Το 1967 κυκλοφόρησε το έργο «Εκατό Χρόνια Μοναξιά», μυθιστόρημα που αποκόμισε αμέσως τις θετικότερες κριτικές και κέρδισε το αναγνωστικό κοινό, καθιερώνοντας έτσι τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ως έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της εποχής μας. Στο τεράστιο έργο του, που το 1982 του χάρισε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, συμπεριλαμβάνονται και τα μυθιστορήματα: «Το Φθινόπωρο του Πατριάρχη», «Χρονικόν Ενός Προαναγγελθέντος Θανάτου», «Ο Έρωτας στα Χρόνια της Χολέρας», «Δώδεκα Διηγήματα Περιπλανώμενα», «Περί Έρωτος και Άλλων Δαιμονίων». Επίσης, έχει γράψει άρθρα σε περιοδικά, βιβλία με διηγήματα και κινηματογραφικά σενάρια.

Ντίνου Κονόμου, ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ

[Αποσπάσματα. Έκδοση β΄ της Μονής Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου Ζακύνθου ]


4. Η ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΕ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ
Η Ζάκυνθος, εκείνον τον καιρό, αρχές Αλωνάρη 1571, αγωνιούσε από την απειλή ενός γενικού εξανδραποδισμού. Ο τόσο γνώριμος στους κατοίκους εφιάλτης των τουρκικών επιδρομών άπλωνε τώρα βαρειά τη σκιά του σ’ ολόκληρο το Νησί. Περισσότερα από τριακόσια πενήντα τουρκικά πλοία, με την αρχηγία του τρομερού αρχιπειρατή Ουλουτζαλή, αφού έζωσαν ασφυκτικά όλα τα παράλια, έβγαλαν στην ξηρά δώδεκα χιλιάδες Αγαρηνούς, που έκαιγαν, λεηλατούσαν και σκότωναν. Η εισβολή απέβλεπε στην κατάληψη των αμυντικών προπυργίων του Νησιού και, ιδιαίτερα, του Κάστρου (Τέρρας). Οι Ζακυνθινοί, όμως, με την εμψυχωμένη καθοδήγηση του Προβλεπτή Παύλου Κονταρίνη, έδειξαν ηρωική άμυνα και απέκρουσαν όλες τις λυσσασμένες επιθέσεις των Αγαρηνών εναντίον του Κάστρου. Ανδραγάθησαν τότε πολλοί Ζακυνθινοί, όπως ο ιερωμένος Κωνσταντίνος Κουτούβαλης και ο γιος του Νικόλαος, ο Γεώργιος Μινώτος, οι Βλαστός, Κοκκάλας, Μονδίνος και άλλοι, που κυνήγησαν τους Αγαρηνούς έως τα πλοία τους. Ο Ουλουτζαλής, αφού έκαψε τον Αιγιαλό και πολλά χωριά, υποχρεώθηκε να λύση την πολιορκία του Κάστρου και να φύγει ντροπιασμένος με τα πλοία του από τη Ζάκυνθο. Η φοβερή αυτή επιδρομή των Αγαρηνών στη Ζάκυνθο κράτησε, σχεδόν, δεκαπέντε ημέρες.

Ύστερ’ από δύο μήνες, στην είσοδο του Πατραϊκού κόλπου, κοντά στα νησιά των Εχινάδων, βρέθηκαν αντιμέτωποι οι στόλοι των συμμάχων Χριστιανικών δυνάμεων και των Αγαρηνών, κάπου πεντακόσια πλοία πολεμικά. Εκεί, ήταν πεπρωμένο να γίνει η κοσμοϊστορική ναυμαχία του Έπαχτου, στις 7 του Οκτώβρη 1571, που έκρινε και την τύχη της Ευρώπης. Η νίκη των Χριστιανικών δυνάμεων υπήρξε αποφασιστική για την εξουδετέρωση της τουρκικής απειλής και η Ζάκυνθος, όπως τόσοι άλλοι τόποι, άρχισε ν’ αναπνέει μ’ ένα αίσθημα σιγουριάς για το αύριο. Η Ζάκυνθος πανηγύρισε τότε λαμπρά την απολύτρωση από τον εφιάλτη των τουρκικών επιδρομών στα γαλανά νερά του Ιονίου. Ωστόσο, η σιγουριά τούτη κράτησε μόνο για λίγο. Δεν πέρασε πολύς καιρός κι ο τρομερός εφιάλτης ξαναζωντάνεψε!

Τον Ηγούμενο της Αναφωνήτριας βλέπουμε ν’ αναφέρεται σε δύο συμβόλαια, της 16 και 17 Νοεμβρίου 1570 (συμβολαιογράφος Ζακύνθου Ν. Δόριζας), όπου παραχωρεί το μετόχι της Μονής Στροφάδων της Παναγίας στα Παβιολάτα (ή Γοργοεπήκοον) Κεφαλονιάς στον Κ. Παβιόλον, για τρία χρόνια, και τον κάνει συγχρόνως επίτροπό του. Από τότε και μέχρι τις 29 Δεκεμβρίου 1572, που τον βρίσκουμε σε ανέκδοτο έως τώρα συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Λ. Πλατυπόδη, η παρουσία του δε μαρτυρείται σε κανένα ως τώρα γνωστό έγγραφο.

Η εισβολή τού Ουλουτζαλή στη Ζάκυνθο βρήκε το Δανιήλ πιθανότατα στο ερημητήριό του της Αναφωνήτριας. Όπως αναφέρει το «Χρονικό Γεωργιλά», μια ομάδα εισβολέων έφθασε ως το διπλανό από την Αναφωνήτρια μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Κρημνών. Οι άπιστοι, αφού λεηλάτησαν το μοναστήρι, αιχμαλώτισαν δύο καλογέρους του. Θα πρέπει να φαντασθούμε ότι εκείνες τις στιγμές, ο Ηγούμενος και οι καλόγεροι της Αναφωνήτριας, αφού έκρυψαν τις ιερές εικόνες και τα σκεύη, κλείστηκαν μέσα στον αρχαίο πύργο του μοναστηριού, που σώζεται ακόμα πλάι στην εκκλησία. Οι άπιστοι, όμως, έφυγαν από το λιμανάκι του Αγίου Γεωργίου, όπου, ασφαλώς, είχαν αποβιβασθή, χωρίς να προχωρήσουν στην Αναφωνήτρια ή τη γύρω της περιοχή.

Ο Ηγούμενος της Αναφωνήτριας έζησε κι αυτός, μαζί με όλους τους συμπολίτες του, το τραγικό δεκαπενθήμερο της εισβολής των Αγαρηνών. Και στις δύσκολες εκείνες στιγμές, μέσα στο Άγιο Βήμα της Αναφωνήτριας, ο Ηγούμενος Δανιήλ Σιγούρος, απόγονος μιας ηρωικής πολεμικής οικογένειας κρατώντας, αντί ξίφος και φονικά όπλα, το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, δεήθηκε με θερμά ικετήρια δάκρυα και ακλόνητη Πίστη για την απολύτρωση και σωτηρία του Νησιού του. Και το θαύμα έγινε και το Κάστρο της Ζακύνθου δεν έπεσε κι οι άπιστοι έφυγαν ελεεινοί και ντροπιασμένοι. Πόσα θαύματα έγιναν και γίνονται πάντα, χωρίς να μάθη ποτέ κανείς ποιος τα έκαμε! Κι όμως, πολλά από τα θαύματα του Αγίου Διονυσίου είναι γνωστά πια κι υπάρχουν γι’ αυτά όλες οι επίσημες και αδιάψευστες μαρτυρίες.

Η απολύτρωση της Ζακύνθου από τους Αγαρηνούς γιορτάστηκε στον Αιγιαλό και το Κάστρο, με λιτανείες αγίων Εικόνων, με ποιήματα και υπαίθριες αλληγορικές παραστάσεις. Οι ποπολάροι άρχισαν αμέσως να ξαναχτίζουν τα καμένα σπίτια του Αιγιαλού και της εξοχής. Βούιζε όλος ο τόπος από τραγούδια και χαρές. Οι άρχοντες πάνω στο Κάστρο έβγαλαν ένα προκλάμο, που προκαλεί αληθινά ρίγη συγκινήσεως ως τη στιγμή αυτή! Ούτε λίγο ούτε πολύ, ανήγγειλαν ότι θα γιόρταζαν τα επινίκια της Ζακύνθου με θεατρική παράσταση, όπου θα διδάσκονταν από νέους ευγενείς οι «Πέρσες» του Αισχύλου!

Η ναυμαχία του Έπαχτου, τρεις μήνες αργότερα, υπήρξε το κορύφωμα του θαύματος και της απολύτρωσης του Νησιού από τον απαίσιο βραχνά της κραυγής: - Έρχονται οι Αγαρηνοί!

Οι Ζακυνθινές γαλέρες, που πήραν μέρος στη ναυμαχία, είχαν αράξει τώρα στο νησάκι του Αγίου Νικολάου του Μώλου. Ο κόσμος, από τα μουράγια, χάζευε ώρες ολόκληρες μπροστά τους! -Να η γαλέρα της Κοινότητας, που έχει σοπρακόμιτο τον ήρωα της ναυμαχίας του Έπαχτου, Αντώνιο Κουτούβαλη! Δίπλα της λικνίζεται από το πέλαγος η γαλέρα του Νικολάου Μονδίνου «Η Παναγία». Λίγο μακρύτερα, ολομόναχη και περήφανη, λουσμένη στις τελευταίες ακτίνες του φθινοπωρινού ήλιου, η περίφημη γαλέρα ενός ήρωα της ναυμαχίας, του Μαρίνου Σιγούρου, συγγενή τού Ηγουμένου της Αναφωνήτριας, η «Ιουδήθ», που το ακροστόλιό της σώθηκε και στολίζει σήμερα την είσοδο του μαυσωλείου του Διονυσίου Σολωμού και του Ανδρέα Κάλβου! Ασίγαστες, από τώρα και για πολλές ημέρες, οι καμπάνες των εκκλησιών. Ο Αιγιαλός, το Κάστρο και οι εξοχές ανάπνευσαν και μπορούν να κοιτάζουν άφοβα το πέλαγος!

Ο Δανιήλ επιβλέπει για όλες τις ανάγκες και τα συμφέροντα των μοναστηριών του, ενώ πηγαινοέρχεται από τη Ζάκυνθο στα Στροφάδια. Παράλληλα, διψά για ειρήνη και αγάπη για όλους! Η ψυχή του, άγρυπνη, βρίσκεται παντού και δεν παραλείπει ποτέ κανένα από τα χρέη της. Οδηγός της είναι πάντα ο Εσταυρωμένος. Η προσευχή μαζί με την πράξη, ο ασκητισμός μαζί με την άσβηστη φλόγα της Αγάπης! Είναι όπτης και μύστης του αόρατου πνευματικού κόσμου, της Βασιλείας των Ουρανών! Βλέπει και ακούει στην ερημιά των Στροφάδων και της Αναφωνήτριας τα κρυμμένα μεγαλεία του Θεού, τους χορούς των αγγέλων και τους ύμνους των πνευμάτων! Κι η ψυχή του, η αγγελικά πλασμένη, αλλά και θεληματικά δοσμένη στη γήινη δοκιμασία για τη δόξα του Πλάστη και Δημιουργού της, συμμετέχει μαζί τους στην υπερούσια μουσική της Αφθαρσίας! Ας τον παρακολουθήσουμε, όμως, εδώ στην επίγεια ζωή του, πριν ακόμα επιχειρήσουμε, ανάξιοι και ταπεινοί, να εγγίσουμε, «μετά φόβου Θεού και Πίστεως», τη μυστική ζωή του Ιεράρχη!

Την 9 Νοεμβρίου 1573, συμφωνεί με το Νούτσο Ραζή, από το χωριό Πισινόντας, για 54 μόδια κριθάρι. Όπως ανέφερε το κατεστραμμένο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Κ. Βουτσανέση, ο Νούτσος Ραζής κατείχε σ’ εδαφονομή μέρος χωραφιού στην τοποθεσία Λούμπα του Λαγανά, που είχε πάρει από τον πατέρα του Αγίου Διονυσίου, στα 1559. Ο Νούτσος Ραζής συμφώνησε «μετά του ευγενούς οσιωτάτου ιερομονάχου του κατά κόσμον Σιγούρου και καθηγουμένου της αγίας μονής της Αναφωνήτριας και μετά του αδελφού αυτού μισέρ Κωστή Σιγούρου κ.λπ.». Επίσης, την 8 Αυγούστου 1574, «ο Δανιήλ ο ιερομόναχος το επίκλην Σιγούρος, καθηγούμενος της Μονής της Αναφωνήτριας», έδωσε στο Γεώργιο Σταματίου Βλασσόπουλο ένα χωράφι του στην τοποθεσία Λούρος του χωριού Καλαμάκι (συμβολαιογράφος Ζακύνθου Α. Λογοθέτης). Την 13 Σεπτεμβρίου 1574, ο Ηγούμενος της Αναφωνήτριας έδωσε στον Σταμάτη Κρόκο ένα χαλαίπεδο «στον Αιγιαλόν Ζακύνθου εν τη τοποθεσία των Σιγουραίων», όπως αναφέρει το ανέκδοτο έως τώρα συμβόλαιο της εποχής, του συμβολαιογράφου Ν. Δόριζα, που, ευτυχώς, διασώθηκε αντίγραφό του.

Την 27 Φεβρουαρίου 1575, συντάσσεται, από το συμβολαιογράφο Ζακύνθου Ν. Παπαγιαννόπουλο, προικοσύμφωνο μεταξύ του Κωνσταντίου Νουκίου Σιγούρου και της Σταματούλας Θεοδώρου Παΐδη, από την Κορώνη. Το προικοσύμφωνο υπογράφεται από τον Αγιο Διονύσιο, που συμφωνεί να γίνει ο γάμος του αδελφού του, ως εξής: «δανιήλ ιερομόναχος και καθηγούμενος βεβεώνω τα άνοθεν και υπόγραψα».

Την 7 Ιουλίου 1576, ο Ηγούμενος της Αναφωνήτριας Δανιήλ Σιγούρος παρουσιάστηκε στο συμβολαιογράφο Ζακύνθου Ι. Γαβριηλόπουλο και όρισε, μπροστά σε μάρτυρες, γενικό επίτροπό του τον οικονόμο του ίδιου Μοναστηριού, Φιλόθεο Τρομπέτα, στον οποίο έδωσε απόλυτη εξουσία και ελευθερία, «ίνα δύναται, εξ ονόματος αυτού, να λαμβάνη και ζητή παρ’ οιουδήποτε έχοντος δοσοληψίας μετά του Ιεράρχου παν είδος πιστώματος, ιδία δε να υπερασπίζεται τα δικαιώματα της Μονής εκ της αδίκου ενοχλήσεως, της προσγιγνομένης αυτή υπό του διαχειριστού της Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου των Χαρίτων και να χαίρηται πλήρη δικαιοδοσίαν, όπως ενάγη εις τα δικαστήρια τους οφειλέτας και τα τοιαύτα». Από το συμβόλαιο αυτό φαίνεται ότι ο Δανιήλ ήθελε να μείνει αρκετόν καιρό στα Στροφάδια.

Την 16 Ιουνίου 1577, ο οικονόμος Στροφάδων και, συγχρόνως, εξουσιαστής της Μονής Αναφωνήτριας, Φιλόθεος ο Τρομπέτας, «με θέλημα του ηγουμένου της Αναφωνήτριας, ο οποίος θέλει να υπογράψει με το χέρι του, ήγουν ο ηγούμενος ο κύρις δανιήλ το κατ’ επίκλησιν σιγούρος...», ήλθε σε συμβολαιογραφική συμφωνία με το Γεώργιο Παπαγεωργόπουλο, για κάποιο περιουσιακό ζήτημα του Μοναστηριού (Συμβολαιογράφος Ζακύνθου Ι. Δρακόπουλος). Από το συμβόλαιο αυτό, προκύπτει ότι ο Δανιήλ απουσίαζε από τη Ζάκυνθο και θα επέστρεφε σύντομα. Και πραγματικά, σε λίγο καιρό (άγνωστο ποια ημερομηνία), ο Δανιήλ ήλθε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, προκειμένου ν’ αναχωρήσει από εκεί για προσκύνημα του Αγίου Τάφου.

Δεν είναι γνωστό ακριβώς πώς βρέθηκε ο Δανιήλ στην Αθήνα εκείνο τον καιρό. Οι Συναξαριστές αναφέρουν ότι έφθασε από τη Ζάκυνθο στις Κυκλάδες, αναζητώντας πλοίο για την Παλαιστίνη και από εκεί πήγε στον Πειραιά, για το σκοπό αυτό. Απεναντίας, ο Αρχιεπίσκοπος και ιστοριοδίφης Νικόλαος Κατραμής υποστηρίζει ότι ο Δανιήλ βρέθηκε στην Αθήνα, εξ αιτίας της πειρατείας, η οποία τον ανάγκασε να ματαιώσει το ταξίδι του στην Παλαιστίνη. Η εκδοχή αυτή φαίνεται πιθανότερη. Οπωσδήποτε, είτε γιατί αναζητούσε πλοίο είτε γιατί δε μπορούσε να συνεχίσει το ταξίδι του, εξ αιτίας των πειρατών, ο Δανιήλ ήλθε το καλοκαίρι του 1577 στην Αθήνα, όπου σχετίσθηκε με τον ευπαίδευτο και φημισμένο για τις αρετές του Αρχιεπίσκοπο Νικάνορα (1570 - 1592). Ο Δανιήλ ανέβηκε πιθανότατα στην Αθήνα, για να προσκυνήση τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Νικάνορα και να χαιρετίση την οικογένεια των αρχόντων Μπενιζέλων. Οι οικογένειες Σιγούρου και Μπενιζέλων είχαν στενό φιλικό σύνδεσμο και, μάλιστα, ύστερ’ από λίγα χρόνια συγγένεψαν.

Ο Νικάνωρ, επιβλητική μορφή σοφού και καλλιεργημένου Ιεράρχη, ενθουσιάστηκε από τη γνωριμία του Ζακυνθινού Ηγουμένου. Η ευσέβεια και η απλότητα του Δανιήλ, η άριστη θεολογική κατάρτισή του, ο ταπεινός χαρακτήρας και η ασύγκριτη ευγένεια των τρόπων, έδειχναν, από την πρώτη κιόλας στιγμή, τα σπάνια ιερατικά χαρίσματα και τις αρετές του αρχοντικού γόνου της Ζακύνθου. Έτσι, ο Νικάνωρ τού πρότεινε αμέσως να τον χειροτονήσει Αρχιεπίσκοπο Αίγινας, Ύδρας, Πόρου και Αγκιστρίου, όπως απαρτιζόταν η εκκλησιαστική περιφέρεια Αίγινας - Πόρου, η οποία ανήκε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Η Αρχιεπισκοπή τής Αίγινας, όπως είναι γνωστό, εξαρτώμενη από τη Μητρόπολη Αθηνών, εκείνο τον καιρό εσχόλαζε. Ο Δανιήλ αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι οι δυνάμεις του δεν του επέτρεπαν ν’ αναλάβει ένα τόσο βαρύ αξίωμα. Ο Νικάνωρ, όμως, επέμεινε και αγωνίσθηκε, μάλιστα, για να πείσει το Δανιήλ ν’ αναλάβει το Θρόνο της Αίγινας. Τελικά, τα κατάφερε. Έτσι, όταν βγήκε η επίσημη άδεια της Μεγάλης Εκκλησίας (Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν τότε ο Ιερεμίας ο Β΄), ο Νικάνωρ χειροτόνησε ο ίδιος το Δανιήλ, μαζί με άλλους δύο Επισκόπους, υπαγόμενους στη Μητρόπολη Αθηνών, στην εκκλησία της Παναγίας Γοεργοεπηκόου (μετέπειτα Αγιος Ελευθέριος, πλάι στο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών). Στη χειροτονία, ο Νικάνωρ έδωσε στο Δανιήλ το όνομα Διονύσιος, τιμώντας, έτσι, τον Πολιούχο Αθηνών Αγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Ένας ακόμα μεγάλος δεσμός, ο ιερότερος και πολυτιμότερος, είχε πια σφραγιστεί στις μακραίωνες σχέσεις Αθηνών και Ζακύνθου.

Η Αίγινα ήταν ερημωμένη, σχεδόν, ύστερ’ από την επιδρομή του Βαρβαρόσα και τη σφαγή των κατοίκων (1537), όταν οι Τούρκοι έδιωξαν από το Νησί τους Βενετούς. Οι ελάχιστοι Αιγινήτες, που γλίτωσαν από τη σφαγή, τον εξανδραποδισμό και τη φωτιά, είχαν καταφύγει στα βουνά. Στα επόμενα σαράντα χρόνια, πήγαν στην Αίγινα σαν άποικοι κάμποσοι δραστήριοι άνθρωποι από άλλους γειτονικούς τόπους. Έτσι, το ερημωμένο, αλλά όμορφο Νησί άρχισε να ξαναγεννιέται από τη στάχτη του. Η Αίγινα παρουσιάζει στην Ιστορία της μεγάλη συγγένεια με τη Ζάκυνθο, όχι μόνο εξ αιτίας της Αρχιερατείας του Αγίου Διονυσίου, αλλά και γιατί και τα δύο Νησιά είχαν ανέκαθεν, στη μακραίωνη ζωή τους, την ίδια κοινή μοίρα της ολοκληρωτικής καταστροφής κι ύστερα της αναγέννησης! Όταν ξαναγύρισε η ζωή στην Αίγινα, η Ορθόδοξη Εκκλησία ετοιμάστηκε να επανιδρύσει τον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο του Νησιού. Και ο Νικάνωρ, όπως είδαμε, βρήκε αμέσως στο πρόσωπο του Ηγουμένου της Ζακύνθου τον άξιο Ιεράρχη της αναγεννημένης Αίγινας.

Η γνωστή άποψη, ότι η ορθόδοξη επισκοπή της Αίγινας, από τα 1204 ως την αρχιερατεία του Διονυσίου Σιγούρου (1577 - 1578) εσχόλαζε, αποδεικνύεται, από το Ημερολόγιο του Marino Sanuto, εσφαλμένη. Έτσι, μπορεί να υποστηρίξει κανείς βάσιμα ότι ύστερ’ από την εγκατάσταση των Βενετών στην Αίγινα (1451), επετράπη και η εγκατάσταση ορθόδοξου Αρχιεπισκόπου στο Νησί. Άρα, ο Διονύσιος Σιγούρος δεν ήταν ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος της Αίγινας, όπως πιστεύεται απ’ όλους, αλλά υπήρξε ο πρώτος ύστερ’ από την καταστροφή του Βαρβαρόσα (1537). Δηλαδή, ο Θρόνος της Αίγινας εσχόλαζε από το 1537 μέχρι το 1577, ακριβώς σαράντα χρόνια.

Η αρχιερατεία του Διονυσίου Σιγούρου στην Αίγινα κράτησε από τα τέλη του 1577 μέχρι τα μέσα ή τέλη του 1578. Ο Διονύσιος αγάπησε την Αίγινα και τους Αιγινήτες. Παραστάθηκε σαν αληθινός πνευματικός πατέρας σ’ όλες τις ανάγκες και τους σκληρούς αγώνες των αποίκων και των ελάχιστων αρχικών κατοίκων της Παληαχώρας της Αίγινας. Η ανάμνηση της φρικτής τραγωδίας ήταν ακόμα ολοζώντανη στις μνήμες του Νησιού. Ο Διονύσιος ενέπνεε, στήριζε, καθοδηγούσε, άνοιγε ορίζοντες σε κάθε ζωή! Οι λιγοστοί Αιγινήτες της Παληαχώρας τον αγαπούσαν και τον ελάτρευαν κι αντλούσαν από τα ευλογημένα θαυματουργά χέρια του την ελπίδα και το θάρρος για ένα καλύτερο αύριο. Η αρχιερατική παρουσία του Διονυσίου στην Αίγινα ήτανε Φως και Ζωή! Ένας καινούριος κόσμος ημεράδας και αγάπης είχε ανατείλει στην τρομακτική εκείνη πλαγιά τού εξανδραποδισμού και της σφαγής! Στην Επισκοπή της Παληαχώρας της Αίγινας, υπάρχει ακόμα, έξω από την πόρτα της εκκλησίας, ο πέτρινος θρόνος, όπου, ύστερ’ από τον εκκλησιασμό, καθόταν ο Διονύσιος και μοίραζε το αντίδωρο στους πιστούς. Ο Διονύσιος είχε εγκατασταθεί στο διπλανό από την Επισκοπή κελί, όπου σήμερα διασώζεται η μεταγενέστερη συγκινητική επιγραφή, εκδήλωση αιώνιας λατρείας των Αιγινητών στον Ιεράρχη τους: Προς τιμή του Αγ. Διονυσίου, ανακινούμε το σπίτι του. Ο Αρχιεπίσκοπος Διονύσιος λειτουργούσε στην εκκλησία της Επισκοπής σ’ όλο το διάστημα της Αρχιερατείας του στην Αίγινα.

Ύστερ’ από ένα χρόνο, έφυγε ο Αρχιεπίσκοπος Διονύσιος από την Αίγινα, αφού πρώτα νουθέτησε κ’ ευλόγησε τους Αιγινήτες. Υπήρχε, βέβαια, η νοσταλγία του Διονυσίου για την ερημιά των Στροφάδων και της Αναφωνήτριας, κι ακόμα η ασίγαστη επιθυμία να υπηρετήσει τον ιερό σκοπό της ψυχικής σωτηρίας των συμπολιτών του. Ωστόσο, πάνω από κάθε προσωπικό αίσθημα ή εσωτερική ανάγκη, ο Διονύσιος έβαζε πάντα το καθήκον, τα ιερά πνευματικά του χρέη. Ακριβώς αυτά, στη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή, τον υποχρέωναν, όπως φαίνεται, ν’ αφήσει την Αίγινα. Την εύλογη εξήγηση, μας τη δίνει ο Πάνος Κ. Καλλιγάς: «Η αρχιεπισκοπή ουσιαστικώς ήτο άνευ ποιμνίου, υπάρχουσα μόνον ονομαστικώς, μη δυναμένη δε να επαρκέση εις τας προς την προϊσταμένην αυτής εκκλησιαστικήν αρχήν υποχρεώσεις και του αρχιεπισκόπου τας ανάγκας. Δια τον αρχιεπίσκοπον τούτον, τον τόσον ευσυνείδητον και ευθύν τον χαρακτήρα, η παραμονή εις τον θρόνον κατέστη μαρτύριον και το 1579 (γράφε 1578) παρητήθη προς μεγάλην θλίψιν των Αιγινιτών, μεθ’ ο επανήλθεν εις Ζάκυνθον και εγκατεστάθη πάλιν εις τη Μονήν της Αναφωνήτριας...».

Έτσι, ο Αγιος Διονύσιος, φεύγοντας ως Ηγούμενος από τη Ζάκυνθο, το καλοκαίρι του 1577, με σκοπό να φθάσει στους Αγίους Τόπους και να προσκυνήσει τον Τάφο του Χριστού, επέστρεφε τώρα χωρίς να εκπληρώσει την ιερή αυτή επιθυμία, επωμισμένος συγχρόνως και το βαρύ αξίωμα του Αρχιεπισκόπου. Ο Ιεράρχης έβλεπε μέσα στην ψυχή του καθαρά όλες τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες του αξιώματός του, όχι μόνο απέναντι των συμπολιτών του, αλλά και απέναντι της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

6. Ο ΦΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Οι ανταγωνισμοί των αρχόντων της Ζακύνθου, αντιζηλίες, κυρίως, για τα πρωτεία και τις τιμές του Συμβουλίου της Κοινότητας, είχαν εκδηλωθεί από τα πρώτα χρόνια της Βενετοκρατίας. Οι τίτλοι και τα αγαθά, που παραχωρούσε η Βενετία στους άρχοντες για τις πολεμικές τους υπηρεσίες σ’ αυτήν, ανάσταιναν ακόρεστες επιθυμίες ανωτέρων τιμητικών διακρίσεων και φιλοπρωτίας.

Η αρχοντική οικογενειακή παράδοση -ανδραγαθήματα στους πολέμους και ανώτερη κοινωνική επιβολή- αποτελούσε απαραίτητο κριτήριο εξασφαλίσεως υψηλοτέρων αξιωμάτων στην ιεραρχία του Συμβουλίου της Κοινότητας και, γενικότερα, της Βενετσιάνικης αποικιοκρατίας. Ο ανταγωνισμός αυτός των αρχόντων της Ζακύνθου, επόμενο ήταν να εκδηλωθεί εντονότερος ανάμεσα στις οικογένειες εκείνες, οι οποίες είχαν προσφέρει σπουδαίες πολεμικές υπηρεσίες στη Βενετία, εξασφαλίζοντας, έτσι, τα πρωτεία της κοινωνικής ζωής του τόπου.

Οι εξέχουσες και συγγενικές οικογένειες των Σιγούρων και των Μονδίνων, ιδιαίτερα ύστερ’ από τη Ναυμαχία του Έπαχτου, φορτωμένες με νέα πολεμικά τρόπαια και δάφνες, απόκτησαν ακόμη περισσότερη δύναμη, όχι μόνο στις τάξεις του αρχοντολογιού, αλλά και στον ίδιο το Λαό. Οι ποπολάροι, ανάλογα με τις υποχρεώσεις, τα αισθήματα και τα συμφέροντα καθενός, εξεθείαζαν τις πολεμικές αρετές και τα κοινωνικά προτερήματα, άλλοι των Σιγούρων και άλλοι των Μονδίνων. Έτσι, άρχισε να χωρίζεται ο ανήσυχος και δραστήριος Αιγιαλός σε δύο μεγάλες αντίπαλες κοινωνικές παρατάξεις οπαδών και αντιπάλων των δύο πρωτευουσών οικογενειών.

Εκείνο τον καιρό (1581), οι σχέσεις των δύο οικογενειών είχαν οξυνθεί, από άγνωστη αιτία. Έτσι, η φιλονικία αυτή, που κατέληξε σε αδιάλλακτη αμοιβαία έχθρα (οφειλόμενη πιθανότατα στους ανταγωνισμούς των ιερατικών αξιωμάτων του Συμβουλίου της Κοινότητας), εύρισκε ζωηρή εριστική απήχηση στους οπαδούς των δύο οικογενειών.

Όπως προκύπτει από τέσσαρες ανέκδοτες πολύτιμες εκθέσεις του Προβλεπτή Ζακύνθου, Giov. Antonio Venier, προς τη Βενετσιάνικη Κυβέρνηση, χρονολογημένες από 21 Νοεμβρίου 1582, 28 Δεκεμβρίου 1582, 1 Ιουνίου 1583 και 16 Ιουλίου 1583, η αδιάλλακτη έχθρα των δύο πρωτευουσών οικογενειών Σιγούρων και Μονδίνων είχε ξεσηκώσει ολόκληρο τον Αιγιαλό σε δύο αντιμαχόμενες φατρίες, με αποτέλεσμα να προκαλούνται ταραχές και φόνοι.

Ο Προβλεπτής αναφέρει, στην πρώτη του έκθεση, ότι οι έχθρες και τα μίση των δύο οικογενειών και παρατάξεων, που βρήκε όταν πάτησε το πόδι του στη Ζάκυνθο, «ύστερ’ από μια πομπώδη ειρήνευση», άναψαν πάλι, κατά τη διάρκεια του Καρναβαλιού του 1582. (Πιθανότατα, η ανακωχή αυτή ακολούθησε ύστερ’ από την δολοφονία του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου, αδελφού του Αγίου Διονυσίου, στις αρχές Δεκεμβρίου 1580). Ο Προβλεπτής δεν αναφέρει τη δολοφονία τούτη, ούτε τα αίτια της «πομπώδους» ανακωχής των δύο οικογενειών. Ο σκοπός των εκθέσεών του, ιδιαίτερα της πρώτης και της δεύτερης, αποβλέπει στο να εκφράσει τις ζωηρές ανησυχίες του για την εξέλιξη της οξύτατης αυτής αντιδικίας των δύο οικογενειών και παρατάξεων, και να κρούση τον κώδωνα του κινδύνου στη Βενετσιάνικη Κυβέρνηση για μια ενδεχόμενη γενικότερη κοινωνική σύρραξη στη Ζάκυνθο. Οι προσπάθειές του, όπως αναφέρει ο ίδιος, για να ειρηνεύσει τους αντιμαχόμενους, τιμωρώντας ακόμα όσους έδειχναν ανυπακοή, έμειναν άκαρπες και ναυάγησαν. Η κοινωνία του πυκνοκατοικημένου Αιγιαλού ήταν αδιάλλακτα χωρισμένη σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα και δεν είχε μείνει κανένας ουδέτερος στην οικογενειακή αυτή διένεξη! Ολοένα, κάθε μέρα, μεγάλωναν τα μίση και άναβε ο φανατισμός, με αντεκδικήσεις και φόνους. Ο Προβλεπτής και οι Ευγενείς από το Κάστρο, ήταν αδύνατο, εξ αιτίας της αποστάσεως και των μέσων, να εμποδίσουν ένα γενικότερο κύμα κοινωνικών ταραχών στον ανταριασμένο Αιγιαλό. Απευθύνεται, λοιπόν, ο Προβλεπτής προς τη Βενετσιάνικη Γερουσία, η οποία είχε σημαντικά στρατηγικά συμφέροντα από τη γεωγραφική θέση της Ζακύνθου, και ζητεί να βρει αυτή αποτελεσματικούς τρόπους ειρηνεύσεως των δύο οικογενειών και παρατάξεων. Οι φόνοι, τα επεισόδια και άλλα, άγνωστα έως τώρα, τοπικά γεγονότα της χρονικής περιόδου 1582 - 1583, πλαισιωμένα όλα από την αδιάλλακτη έχθρα των δύο οικογενειών και παρατάξεων, αποτελούν το αντικείμενο των υπολοίπων ανεκδότων εκθέσεων του Προβλεπτή Ζακύνθου Giov. Antonio Venier. Οι πολύτιμες αυτές εκθέσεις αποκτούν ιδιαίτερη αξία για την ιστορική έρευνα της κοινωνίας της Ζακύνθου στα χρόνια εκείνα. Εμείς, ωστόσο, είμαστε υποχρεωμένοι εδώ να σταματήσουμε αποκλειστικά και μόνο στο σκοτεινό ζήτημα της δολοφονία του Κωνσταντίου Νουκίου Σιγούρου.

Ο Ε. Ρ. Ραγκαβής γράφει ότι ο αδελφός του Αγίου Διονυσίου Κωνσταντίνος σκοτώθηκε σε κάποια μάχη στην Πελοπόννησο, στα 1582. Ο Ραγκαβής, ωστόσο, παραλείπει να μνημονεύσει την πηγή από όπου αντλεί την πληροφορία του. Όπως κι άλλες πληροφορίες του Ραγκαβή για τη Ζακυνθινή οικογένεια Σιγούρου, έτσι κι αυτή ελέγχεται ανακριβής.

Ο Λ. Χ. Ζώης απέδειξε, από επίσημα έγγραφα του κατεστραμμένου Αρχειοφυλακείου Ζακύνθου, ότι ο Κωνσταντίνος Νουκίου Σιγούρος ζούσε μέχρι την 14 Ιουλίου 1580, που έδωσε στον Ιω. Μαλλιαρά το περιβόλι του στις Βαρές (Συμβολαιογράφος Ζακύνθου Ιω. Δρακόπουλος), και είχε πεθάνει πριν από την 21 Δεκεμβρίου 1580, που ο Ιεράρχης Διονύσιος και ο πενθερός του αδελφού του, Θεόδωρος Παΐδης, παρίστανται ως επίτροποι της κληρονομίας του «ποτέ μισέρ Κωνσταντή Σιγούρου» (Συμβολαιογράφος Ζακύνθου Ν. Παπαγιαννόπουλος).

Ο Κωνσταντίνος Σιγούρος παντρεύτηκε τη Σταματούλα Θεοδώρου Παΐδη. Από το γάμο του, απέκτησε δύο κόρες, την Παυλίνα και τη Φιορού. Η πρώτη πέθανε νεώτατη κ’ η δεύτερη παντρεύτηκε στα 1600, τον Π. Στυλιανέση. Ο Κωνσταντίνος Σιγούρος, επιφανής άρχοντας και κτηματίας, απέτυχε την 19 Ιουνίου 1580, ως Σύνδικος της Κοινότητας Ζακύνθου, ψηφίσθηκε, όμως, ως Κήνσωρ, με ψήφους 81 κατά 45. Η αποτυχία του εκείνη να υπερψηφισθή Σύνδικος, μήπως υπήρξε απαρχή της φιλονικίας των Σιγούρων με τους Μονδίνους; Εξέχοντες Υμνογράφοι του Αγίου Διονυσίου, κυρίως, όμως, η αγέραστη και ζωντανή παράδοση της Ζακύνθου, αναφέρουν ότι ο Κωνσταντίνος Νουκίου Σιγούρος δολοφονήθηκε κι ο φονιάς, κυνηγημένος από τις Αρχές, περιπλανήθηκε άθελά του στα βουνά κι έφθασε στο μοναστήρι της Αναφωνήτριας, όπου ζήτησε άσυλο από τον άγνωστό του Ηγούμενο και αδελφό του θύματος. Ο κακούργος εξομολογήθηκε το φρικτό έγκλημά του στον Ηγούμενο της Αναφωνήτριας. Ο Άγιος Διονύσιος έκρυψε από τους στρατιώτες και συγχώρησε το φονιά του αδελφού του και, μάλιστα, τον βοήθησε να φύγη με μια βάρκα, μέσα στη νύχτα, για την απέναντι στεριά της Κεφαλονιάς.

Η εγκυρότερη μαρτυρία της συγγνώμης του Αγίου Διονυσίου προέρχεται από τον Υμνογράφο του, Άγγελο Σουμάκη, γνωστό άρχοντα και λόγιο της Ζακύνθου. Ο Άγγελος Σουμάκης ή Συμμάχιος εξυμνεί την πράξη συγγνώμης του Αγίου Διονυσίου προς το φονιά του αδελφού του, την οποία είχε ακούσει ασφαλώς από το στόμα των γονέων, συγγενών και συμπολιτών του, συγχρόνων της ζωής ή του θανάτου του Ιεράρχη.

Παρ’ όλη την έλλειψη ως τώρα σύγχρονης γραπτής μαρτυρίας για τη δολοφονία του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου, εμείς την παραδεχόμαστε, από πολλά επίσημα στοιχεία, ως το ιστορικό γεγονός των αρχών Δεκεμβρίου του 1580. Μια έρευνα στον κυκεώνα των Βενετσιάνικων Αρχείων, πιστεύουμε πως, ανάμεσα σ’ άλλα, θα έφερνε στο φως και το κλειδί του ιστορικού αυτού ζητήματος! Ωστόσο, υπάρχει από τα πράγματα ένα μυστήριο γύρω από την απόκρυψη της δολοφονίας του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου. Η μοναδική έγγραφη πηγή της Ζακύνθου, που θα έλυνε οριστικά το σκοτεινό αυτό ζήτημα, εξαφανίσθηκε σκόπιμα σε άγνωστη εποχή και από άγνωστο πρόσωπο! Ένα μεγάλο «γιατί» γεννιέται αυθόρμητα, ύστερ’ από την ανάγνωση της παρακάτω επίσημης μαρτυρίας του Λ.Χ. Ζώη: «Ανέτρεξα εις πολλάς πηγάς, προς εξακρίβωσιν του θανάτου του (του Κωνσταντίνου Νουκίου Σιγούρου), διεξήλθα κατά λέξιν σχεδόν όλους τους τότε συμβολαιογράφους και άλλα έγγραφα, εζήτησα σχετικάς πληροφορίας εκ των Αρχείων Κερκύρας και Βενετίας, αλλ’ αι παρασχεθείσαι μοι πληροφορίαι ουδόλως διελεύκαναν το τόσω σκοτεινόν, όσω και ενδιαφέρον ζήτημα τούτο. Μία μόνη ευτυχής σύμπτωσις παρουσιάσθη, η οποία και προς στιγμήν εθέρμανε τας ελπίδας μου. Ήτο η ανακάλυψις παρά τω Αρχειοφυλακείω Ζακύνθου του Βιβλίου Αποφάσεων του Κακουργοδικείου των ετών 1580 - 1584, όπου ήλπιζα ότι θ’ ανεύρισκον την καταδικαστικήν απόφασιν του φονέως και την αιτίαν του φόνου του Κωνσταντίνου Σιγούρου, αν, πράγματι, συνέβη τοιούτος. Ατυχώς, αι ελπίδες μου διεψεύσθησαν, διότι εκ του ανωτέρω βιβλίου έχουν αποσπασθή και φαίνονται τα ίχνη της εκραφής τα υπ’ αρ. 5 και 6 (φύλλα), σελίδες τέσσαρες, ακριβώς εις τα φύλλα εκείνα, εις τα οποία διαλαμβάνονται αι καταδικαστικαί αποφάσεις από το τέλος Νοεμβρίου 1580 μέχρι της 6 Μαρτίου 1581. Επίσης, και εκ του τέλους του βιβλίου έχουν αποσπασθή δύο σελίδες, εν αις ονομαστικόν ευρετήριον των περιεχομένων του βιβλίου. Τι να υποθέση τις εντεύθεν; Υπήρχε πράγματι εις τας ελλειπούσας σελίδας το όνομα του φονέως του Κωνσταντίνου Σιγούρου και η αιτία της πράξεως; Και αν υπήρχε, ποία χειρ βέβηλος ή αργυρώνητος απέσπασε τα σελίδας εκείνας; Και οι αποσπάσαντες -διότι, ασφαλέστατα, αι σελίδες απεσπάσθησαν σκοπίμως- ήσαν τάχα ενδιαφερόμενοι, ήσαν συγγενείς του δράστου, ζητήσαντες ούτω ν’ αποκρύψουν από τας μελλούσας γενεάς το όνομα του φονέως του αδελφού του Αγίου, δια την αλγεινήν εντύπωσιν, ή άραγε του παθόντος, φονευθέντος ίσως δια πράξιν, η οποία, χάριν του γοήτρου της οικογένειας των Σιγούρων, θα έπρεπε να μη γίνη γνωστή εις τους μεταγενέστερους; Όπως και αν έχη το πράγμα, μυστήριον καλύπτει την υπόθεσιν ταύτην...».

Και ερωτάται: Την απόσπαση των σελίδων εκείνων, όπου υπήρχε το όνομα του φονιά, τα αίτια της πράξεως, κι η καταδικαστική απόφαση, επραγματοποίησαν οι Μονδίνοι ή οι Σιγούροι; Ας λεχθεί ότι παλιότερα είχε διορισθεί Αρχειοφύλακας Ζακύνθου κάποιος Μονδίνος και, συνεπώς, η απόσπαση των σελίδων ήταν εύκολη. Επίσης, δεν πρέπει ν’ αποκλεισθεί καθόλου και η εκδοχή της αποσπάσεως των σελίδων από την οικογένεια των Σιγούρων, από ευσχημοσύνη προς το πρόσωπο του Αγίου, αν όχι και σύμφωνα με την απαίτηση του ίδιου, για να ειρηνεύσουν τα πνεύματα. Η τελευταία αυτή εκδοχή πλησιάζει περισσότερο προς την αλήθεια, επειδή, αν προσέξει κανείς σ’ όλα τα μεταγενέστερα οικογενειακά συμβόλαια του Αγίου Διονυσίου, θα παρατηρήσει ότι σε κανένα απ’ αυτά δε μνημονεύεται ο τρόπος του θανάτου του αδελφού του, αλλά πάντα η έκφραση «ο μακαρίτης μισέρ Κωνσταντής» κι ακόμα, το σπουδαιότερο, ότι ύστερ’ από λίγα χρόνια, η τόσο επιθυμητή συμφιλίωση των δύο οικογενειών είχε πραγματοποιηθεί, χωρίς καμμίαν επέμβαση ή πίεση της Βενετίας. Πίσω απ’ όλα αυτά, είμαστε βέβαιοι ότι υπήρχε η απέραντη ανεξικακία και συγνώμη του Αγίου μας, ο οποίος, αφού ήπιε ολόκληρο το φοβερό εκείνο ποτήρι της δολοφονίας του αγαπημένου του αδελφού, έσφιξε την καρδιά του, κοίταξε ψηλά και αγωνίσθηκε σκληρά με όλους, και πρώτ’ απ’ όλα με τον ίδιο τον εαυτό του, για να ξεχασθή το τρομερό εκείνο έγκλημα, που μάτωσε τόσο την ψυχή του, να ειρηνεύσουν οι δύο πρωτεύουσες οικογένειες και να συμφιλιωθούν οι συμπολίτες του.

7. Η ΥΠΟΨΗΦΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΙΚΟ ΘΡΟΝΟ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΖΑΚΥΝΘΟΥ

Όπως είναι γνωστό, από τα πρώτα χρόνια του 13ου αιώνα, είχαν καταλυθεί από τους φράγκους δυνάστες της Ανατολής οι ορθόδοξοι αρχιερατικοί θρόνοι της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου. Στα μέσα περίπου του 15ου αιώνα, επί Λεονάρδου Β΄ Τόκκου, διορίσθηκε κοινός ορθόδοξος επίσκοπος Κεφαλονιάς, Ζακύνθου, Ιθάκης και Στροφάδων ο Γεράσιμος Λοβέρδος και, συγχρόνως, θεσπίστηκε να εκλέγει πάντα τον Επίσκοπο, με τη συμμετοχή υποψηφίων Ιθακησίων, Κεφαλλήνων και Ζακυνθίων, αποκλειστικά και μόνο ο κεφαλληνιακός κλήρος. Είναι άγνωστο γιατί ο Λεονάρδος Β΄ Τόκκος ή οι διάδοχοί του έδωσαν στον κεφαλληνιακό κλήρο το χαριστικό αυτό προνόμιο. Από τότε ο κεφαλληνιακός κλήρος, από αίσθημα τοπικισμού, απέκλεισε τους άξιους του αξιώματος Ζακυνθινούς ιερωμένους (Ιθακήσιοι ποτέ δεν υπέβαλαν υποψηφιότητα) και εξέλεγε Κεφαλλήνιους επισκόπους. Ύστερ’ από την εκλογή και την έκδοση της πατριαρχικής άδειας, ακολουθούσε η χειροτονία του επισκόπου, από το μητροπολίτη Κορίνθου. Έτσι, η κοινή, πλέον, επισκοπική έδρα Κεφαλονιάς και Ζακύνθου εξακολούθησε να υπάγεται στο μητροπολίτη Κορίνθου, σύμφωνα με την αναγνωρισμένη από παλιότερα ορθόδοξη εκκλησιαστική θεσμοθεσία. Η δικαιοδοσία, όμως, του κεφαλληνιακού κλήρου επί του ζακυνθινού, όπως επέβαλλαν οι τύποι και τα προνόμια - θεσπίσματα των άλλοτε κυριάρχων φράγκων, έγινε απαρχή εκκλησιαστικών διενέξεων των δύο Νησιών.

Όταν οι Βενετοί έγιναν κύριοι της ερημωμένης σχεδόν Ζακύνθου (1485) κι ακόμα στα πρώτα χρόνια του 16ου αιώνα, εξ αιτίας του αποικισμού και της ακαταστασίας των καιρών, είχε αμεληθεί από τους εγκατοίκους η ανάγκη της επανιδρύσεως του ορθόδοξου τοπικού επισκοπικού θρόνου. Οι κάτοικοι, στα δύσκολα εκείνα χρόνια, έχτιζαν σπίτια ή ξεχέρσωναν χωράφια για την επαναφορά ομαλών συνθηκών κάποιας κοινωνικής ζωής. Η Βενετία, ωστόσο, έδωσε το δικαίωμα της εκλογής ορθοδόξου αρχιερέα (πρωτοπαπά) για την προσωρινή διοίκηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Ο πρωτοπαπάς κανόνιζε γάμους, επέτρεπε αφορισμούς, έκρινε υποθέσεις εκκλησιαστικές κλπ, εκτός από τη χειροτονία ιερωμένων. Οι υποψήφιοι έπρεπε να πηγαίνουν στην Κεφαλονιά και να χειροτονούνται από τον ορθόδοξο επίσκοπο Κεφαλονιάς και Ζακύνθου. Ο πρωτοπαπάς της Ζακύνθου εκλεγόταν από τον ορθόδοξο επίσκοπο των δύο Νησιών μέχρι του 1601, οπότε αποφασίστηκε να διορίζεται κάθε πενταετία, ύστερ’ από ψηφοφορία του Συμβουλίου Ζακύνθου. Η Κοινότητα Ζακύνθου, που είχε προκαλέσει την απόφαση της Γερουσίας, είχε ζητήσει, με πρεσβεία σταλμένη στη Βενετία, να γίνεται η εκλογή τού πρωτοπαπά από τον εγχώριο κλήρο του Νησιού. Η Βενετία, όμως, απέρριψε την αίτηση της Κοινότητας Ζακύνθου, γιατί δεν ήθελε ποτέ ν’ αποκτήσει αυτοτέλεια ή ανεξαρτησία η Ορθόδοξη Εκκλησία των υπηκόων της. Είναι αλήθεια ότι η Βενετία είχε παραχωρήσει ορισμένες ελευθερίες ή προνόμια στον ορθόδοξο κλήρο της Επτανήσου. Η Ορθοδοξία των Ιονίων Νήσων δεν έπαθε από τους Βενετούς όσα επί των Σταυροφόρων και Φράγκων δυναστών της Ανατολής. Η σύγκριση στην Ιστορία είναι απαραίτητη προϋπόθεση αντικειμενικότητας και δικαιοσύνης. Η Βενετία, στις οξύτατες αντιδικίες ορθοδόξων και καθολικών, έδειχνε ιδιαίτερη εύνοια στους Έλληνες κι έφθανε μέχρι του σημείου να θεωρείται ότι αντιμάχεται την Καθολική Εκκλησία. Ύψιστα συμφέροντα της Βενετίας υπαγόρευαν την υποχρεωτική αυτή πολιτική. Έβλεπε και θαύμαζε τους Έλληνες, από τα 1475, να ρίχνονται, μ’ όλη τους την καρδιά, στους Τουρκοενετικούς πολέμους, υποστηρίζοντας με αυταπάρνηση τη σημαία του Αγίου Μάρκου. Η Βενετία καλλιεργούσε τα εθνικά ιδεώδη των Ελλήνων εναντίον ενός κοινού εχθρού. Η ιστορία των Τουρκοενετικών πολέμων έχει να δείξει πολλούς ήρωες Επτανήσιους στη στεριά και το πέλαγος. Αυτούς τους γενναίους πολεμιστές είχε ανάγκη πάντα η Βενετία στους ατελείωτους πολέμους της. Και σε πολλές περιπτώσεις, ήθελε να φαίνεται απέναντί τους ευνοϊκή και πρόθυμη. Ωστόσο, οι εκκλησιαστικές ελευθερίες, που παραχωρούσε η Βενετία στους Επτανήσιους, ήταν πάντα καλοζυγισμένες, στα μέτρα της δικής της αποικιακής πολιτικής.

Οι ανωμαλίες, οι προστριβές και οι ταραχές στα εκκλησιαστικά πράγματα της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου είχαν δημιουργήσει αληθινό αδιέξοδο σε όλους. Ο επίσκοπος υπέβλεπε τον πρωτοπαπά και ο πρωτοπαπάς τον επίσκοπο. Αγανακτούσε ή απειθούσε ο πρωτοπαπάς και το ιερατείο της Ζακύνθου στις διαταγές των Τόκκων για τα χαριστικά δικαιώματα του επισκόπου. Αντιδρούσε ο επίσκοπος, από λόγους οικονομικούς ή γοήτρου, όταν ορθόδοξοι αρχιερείς, έστω και αχρημάτιστα ή με πατριαρχικό διορισμό, εξασκούσαν στη Ζάκυνθο χρέη επισκοπικά, και κατέφυγε στην επέμβαση της Βενετίας. Οι αντιθέσεις και διαφορές έφθαναν ως το Δόγη, ο οποίος απέρριπτε αδιάκοπα τα δίκαια αιτήματα της Ζακύνθου για ουσιαστική ισότητα και δικαιοσύνη στην εκκλησιαστική αυτή διένεξη.

Εν’ από τα σημαντικότερα επεισόδια της διενέξεως αυτής ήταν η χειροτονία του Ζακυνθινού Παχωμίου Μακρή (1557) ως επισκόπου Κεφαλονιάς και Ζακύνθου, από το μητροπολίτη Κορίνθου, χωρίς προηγούμενη ψηφοφορία του κλήρου της Κεφαλονιάς. Αγανακτισμένη, ξεσηκώθηκε τότε η Κοινότητα της Κεφαλονιάς και διαμαρτυρήθηκε στο Δόγη της Βενετίας για την παράνομη εκλογή, που αγνοούσε τη διαδικασία του καθεστώτος των Δε Τόκκων. Ακόμα και ο πρωτοπαπάς της Ζακύνθου ήλθε αντιμέτωπος με τον συμπολίτη του επίσκοπο, διαμαρτυρόμενος εντονότατα, επειδή έχανε τα δικαιώματα του αξιώματός του! Αντιπρόσωποι και πρεσβείες της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου έφθαναν άλλη μια φορά στη Βενετία, για την επίλυση της εκκλησιαστική αυτής διαφοράς. Η Βενετσιάνικη Γερουσία, με θέσπισμά της από 8 Φεβρουαρίου 1558, χωρίς ν’ ακυρώσει την εκλογή του επισκόπου Μακρή, έστειλε αυστηρή διαταγή στο μητροπολίτη Κορίνθου, να μη χειροτονεί πια παρά μονάχα τον εκλεκτό του κλήρου της Κεφαλονιάς, χωρίς, όμως, να αποκλείονται σαν υποψήφιοι οι κληρικοί της Ζακύνθου. Η Κοινότητα Ζακύνθου είχε ζητήσει τότε (1558) από τη Βενετσιάνικη Γερουσία να εκλέγει ο Ζακυνθινός κλήρος δικό του επίσκοπο, αλλά η αίτηση αυτή δεν έγινε δεκτή.

Ύστερ’ από το θάνατο του Αρχιεπισκόπου Κεφαλονιάς και Ζακύνθου Φιλοθέου Λοβέρδου (1581), οι συμπολίτες του Ιεράρχη Διονυσίου τον προέτρεψαν να βάλει υποψηφιότητα για τη χηρεύουσα μητροπολιτική έδρα. Ο Ιεράρχης αρνήθηκε αρχικά^ ωστόσο, υποχρεώθηκε να δώσει τη συγκατάθεσή του, ύστερ’ από επίμονες θερμές παρακλήσεις των κληρικών και κατοίκων της Ζακύνθου, που ήθελαν να ιδούν κι αυτοί Αρχιεπίσκοπο της κοινής μητροπολιτικής έδρας ένα συμπολίτη τους και, μάλιστα, το φημισμένο για τις αρετές του πρώην Ιεράρχη της Αίγινας.

Όταν διατάχθηκε η εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου Κεφαλονιάς και Ζακύνθου, ο Ιεράρχης Διονύσιος όρισε ως επίτροπό του το λόγιο συμπολίτη, επιστήθιο φίλο και συμμοναστή του, Σωφρόνιο Κατηλάνο, ο οποίος πήγε στην Κεφαλονιά και πρότεινε την υποψηφιότητα του Διονυσίου Σιγούρου, με τις εξής υποσχέσεις, αν εκλεγόταν: α) Κανένα δικαίωμα δεν θα έπαιρνε από τους ιερωμένους, όπως έκαναν ως τότε οι επίσκοποι, β) Θα χειροτονούσε χωρίς καμμιάν αμοιβή, γ) Θα έμενε οχτώ μήνες του χρόνου στην Κεφαλονιά και τέσσαρες στη Ζάκυνθο, και δ) Θα έδινε τριακόσια δουκάτα για την ανοικοδόμηση της επισκοπής. Ο Σωφρόνιος Κατηλάνος υπέβαλε την έγγραφη αναφορά για την υποψηφιότητα του Ιεράρχη Διονυσίου, στο ιερατείο και τους Συνδίκους της Κεφαλονιάς, την 25 Ιουλίου 1582. Στην εκλογή εκείνη, υποψήφιος ήταν και ο λόγιος ιερωμένος Νεκτάριος Μακρής.

Ο τοπικισμός, όμως, του κλήρου της Κεφαλονιάς αδιαφόρησε για όλα: Εψήφισε ως επίσκοπο ένα νεαρό στην ηλικία Ληξουριώτη, το Νεόφυτο Κολοκυθά. Η απόφαση αυτή επισφράγιζε οριστικά το γεγονός ότι ο κλήρος της Κεφαλονιάς δεν ήθελε ν’ ανέβει στο Θρόνο επίσκοπος Ζακυνθινός! Έτσι, ερεθίστηκε ακόμη περισσότερο το αίσθημα και η αγανάκτηση των Ζακυνθινών, που έστειλαν αμέσως νέα πρεσβεία στο Δόγη της Βενετίας, καταγγέλλοντας τις αδικίες του κλήρου της Κεφαλονιάς. Ανάμεσα στ’ άλλα, η Κοινότητα Ζακύνθου ζητούσε να μεταρρυθμιστεί ο ρόλος της εκλογής για την ανάδειξη του ποιμενάρχη: Η εκλογική συνέλευση ν’ αποτελείται από ισάριθμους κληρικούς των δυο νησιών και η ψηφοφορία να γίνεται όχι μόνο στην Κεφαλονιά, αλλά και στη Ζάκυνθο, για να διατηρείται πάντα η ισότητα. Ο τότε Δόγης Πασχαλίγος Τσικόνιας, με τη συνηθισμένη φρασεολογία της Βενετίας, αναγνώρισε, σε ψήφισμα της 13 Δεκεμβρίου 1591, ως ορθά και δίκαια τα παράπονα των Ζακυνθινών και υποσχέθηκε να γράψει στον Προβλεπτή της Κεφαλονιάς «όπως διατηρώνται άπαντα τα υπό της ημετέρας αυθεντίας προαποφασισθέντα περί της εκλογής επισκόπων εκείνων των πόλεων». Αυτή η αργοπορημένη απάντηση ήταν όλο κι όλο το αποτέλεσμα της διαμαρτυρίας της Κοινότητας Ζακύνθου. Οι διενέξεις, ωστόσο, των δύο Κοινοτήτων, Κεφαλονιάς και Ζακύνθου, εξακολούθησαν και στα μεταγενέστερα χρόνια.

10. ΚΟΙΜΗΣΗ, ΜΕΤΑΚΟΜΙΔΗ ΚΑΙ ΤΑΦΗ ΣΤΑ ΣΤΡΟΦΑΔΙΑ, ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΙΓΟΥΡΟΥ ΣΕ ΑΓΙΟ

Από την άνοιξη του 1622, κλονίσθηκε σοβαρά η υγεία του Ιεράρχη Διονυσίου. Τα γερατειά, η ασκητική ζωή και, κυρίως, οι αρρώστειες, είχαν καταβάλει ανεπανόρθωτα τον οργανισμό του Ερημίτη του Μοναστηριού της Αναφωνήτριας. Ο Ιεράρχης ήταν υποχρεωμένος να μένη πια στο κελλί του, άρρωστος και αδύναμος, για την προσωπική εποπτεία και διεκπεραίωση των πολλαπλών διοικητικών ζητημάτων του Μοναστηριού του. Η κατάσταση αυτή εξακολούθησε ως τις αρχές Αυγούστου του ίδιου χρόνου. Έτσι, την 21 Μαΐου 1622 εξουσιοδότησε τον ιεροδιάκονο της Μονής Αναφωνήτριας να συμβληθεί με τον Ι. Γκούσκο, για ένα αμπέλι του Μοναστηριού στις Βαρές (συμβολαιογράφος Ζακύνθου Δ. Θεοδόσης). Επίσης, την 4 Αυγούστου 1622 εξουσιοδότησε το μοναχό Γ. Τριπήλα να έλθει σε συμφωνία με το Γ. Τσουκαλά, για μερικές αγελάδες της Μονής Αναφωνήτριας (συμβολαιογράφος Ζακύνθου Δ. Θεοδόσης).

Το φθινόπωρο του 1622, η κατάσταση της υγείας του Αρχιεπισκόπου Διονυσίου Σιγούρου χειροτέρευσε. Οι συγγενείς του τον έπεισαν ότι έπρεπε να έλθη κοντά τους, στην πόλη. Έτσι, άφησε την Αναφωνήτρια κ’ εγκαταστάθηκε, άρρωστος βαρειά, στο σπίτι της αδελφής τους (οικία Ιωάννη Μακρή). Την 10 Οκτωβρίου 1622, οι σύνδικοι Ζακύνθου Ιωάννης Γαβριηλόπουλος και Μάρκος Σιγούρος, σε μακροσκελή τους έκθεση προς το Δόγη της Βενετίας, γράφουν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Attrovandosi il R. mo Mon. sig. Arcivescovo D.o Dionisio Sicuro Nobile di questa citta, habbate di detto Monasterio, di eta d’ anni settantacinque incirca, indisposto da gravi et diverse malatie dalle qualli, et anco per la sua senil eta, judicamo che il Sommo Fattore lo volgia a se chiamare...» (= Ο Πανιερώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύριος Διονύσιος Σιγούρος, ευγενής της πόλεως ταύτης, αββάς του Μοναστηρίου της Παναγίας Αναφωνήτριας, ετών περίπου εβδομήκοντα και πέντε, από βαριά και διάφορα νοσήματα (da gravi et diverse malatie), καμπτόμενος, καθώς και από την γεροντικήν ηλικίαν, νομίζομεν ότι ο Υπέρτατος Δημιουργός θα τον καλέσει πλησίον Του...). Ο Αρχιεπίσκοπος Διονύσιος Σιγούρος αναπαύθηκε στους κόλπους του Θεού τη 17 Δεκεμβρίου 1622, όπως αποδεικνύεται από επίσημο έγγραφο της εποχής.

Λίγο πριν από την κοίμησή του, ο Ιεράρχης Διονύσιος εζήτησε να ταφή στα Στροφάδια, όπου αφιέρωσε ολόκληρη την περιουσία του. Είναι άγνωστο αν είχε κάμει διαθήκη ο Αρχιεπίσκοπος Διονύσιος Σιγούρος. Οπωσδήποτε, στον κατεστραμμένο φάκελο εγγράφων Αγίου Διονυσίου, που υπήρχε προσεισμικά στο Αρχειοφυλακείο Ζακύνθου, είχαν συγκεντρωθή ανέκδοτες μαρτυρίες σχετικές με την κοίμηση, την κηδεία και τη μετακομιδή του Λειψάνου στα Στροφάδια. Ο ιστοριοδίφης Λ. Ζώης, αντλώντας από τις επίσημες εκείνες πηγές, που, δυστυχώς, καταστράφηκαν χωρίς να δημοσιευθούν, γράφει τα εξής: «Δι’ επισήμου και επιβλητικωτάτης κηδείας, εκ της οικίας του Ιωάννου Μακρή, όπου απέθανεν ο Ιεράρχης, μετεκομίσθη το Λείψανον κατ’ ευθείαν εις την αποβάθραν, εκείθεν δε επεβιβάσθη εις τίνα φρεγάδαν. Μεταξύ του παρακολουθούντος την κηδείαν πλήθους, παρευρίσκοντο και οι Λουκάς Καρρέρ, Ιωάννης Ρουκάνης, Μάρκος ιερ. Μελισσηνός, Ιωάννης Καψοκέφαλος, Τιμόθεος ιερ. Σοπραμάσαρος, Λαυρέντιος ιερ. Βέργαμος, Πέτρος Δαλλ’ Ακουϊλα και δρ. Μάρκος Κοκκίνης, οι οποίοι πάντες, κληθέντες υπό της εξουσίας, εβεβαίωσαν, ότι κατά την 18 Δεκεμβρίου, ο νεκρός του Αρχιεπισκόπου Σιγούρου μετεκομίσθη εκ της οικίας Μακρή εις την παραλίαν μετά και δύο κιβωτίων, ότι επεβιβάσθη εις φρεγάδαν, ότι άπασαν την περιουσίαν του ο Ιεράρχης κατέλιπεν εις την Μονήν Στροφάδων, και ότι ουδέν είχε κληροδοτήσει εις την Μονήν Αναφωνήτριας».

Είναι φανερό ότι στα δύο κιβώτια, που μεταφέρθηκαν στη φρεγάδα μαζί με το Λείψανο, θα πρέπει να υπήρχε η εκκλησιαστική κληρονομιά του Αγίου Διονυσίου στο Αυτοκρατορικό Μοναστήρι των Στροφάδων, δηλαδή εκκλησιαστικά ιερά σκεύη, αφιερώματα, ευαγγέλια, άμφια, βιβλία και χειρόγραφα. Τι απέγιναν, όμως, όλα αυτά;

Το Λείψανο τάφηκε στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Στροφάδων.

Ύστερα από κάμποσα χρόνια, έγινε η ανακομιδή, σύμφωνα με τη μοναστηριακή τάξη, και το Λείψανο βρέθηκε άθικτο. Τίποτα δεν είχε αλλάξει σ’ αυτό από την ημέρα του ενταφιασμού. Μόνο η άκρη της μύτης και δύο δόντια τού έλλειπαν. Από τότε, ένα θείο άρωμα, σαν παραδείσιο μύρο, ξεχύνεται από το Λείψανο του Αρχιεπισκόπου Διονυσίου Σιγούρου. Κάτι σαν άρωμα μοσχολίβανου, συνταιριασμένο, θαρρείς, με άρωμα και τριαντάφυλλου και γιασεμιού και χίλιων άλλων λουλουδιών.

Οι Μοναχοί εδόξασαν το Θεό και πήγαν το ιερό Λείψανο στο νάρθηκα της εκκλησίας της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα.

Όταν άρχισε ο βενετοτουρκικός πόλεμος για την Κρήτη, οι Μοναχοί των Στροφάδων, από φόβο ενδεχόμενης απόβασης των βαρβάρων στο ιστορικό Μοναστήρι τους, επήραν το ιερό Λείψανο ανεπίσημα κι όσα πολύτιμα πράγματα είχαν κι ήρθαν στη Ζάκυνθο. Εκεί, πήγαν το Λείψανο στην εκκλησία της Παναγίας του Καλητέρου (Μετόχι των Στροφάδων). Όταν πέρασε ο πόλεμος κ’ έγινε ειρήνη στη στεριά και τη θάλασσα, οι Πατέρες ξαναγύρισαν στα Στροφάδια, παίρνοντας μαζί τους το Λείψανο και τα πολύτιμα πράγματα που είχαν φέρει στη Ζάκυνθο. Αυτή ήταν η πρώτη μετακομιδή του ιερού Σκήνους, που συνδέεται και με πολλά θαύματα του Ιεράρχη Διονυσίου.

Το Λείψανο του Ιεράρχη τοποθετήθηκε από τους Μοναχούς όρθιο στον επισκοπικό θρόνο της εκκλησίας της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα στα Στροφάδια.

Στα τέλη του 17ου ή αρχές του 18ου αιώνα, οι Μοναχοί των Στροφάδων άρχισαν να ενεργούν για ν’ ανακηρυχθεί Άγιος ο Ιεράρχης Διονύσιος. Έτσι, αφού συγκεντρώθηκαν τα έξοδα του ταξιδιού, με συνεισφορά του Μοναστηριού των Στροφάδων, συγγενών και συμπολιτών του Ιεράρχη Διονυσίου, στάλθηκαν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης (1703) αρμόδια πρόσωπα, με πολυσέλιδη αναφορά της Εκκλησίας και Κοινότητας Ζακύνθου, όπου γινόταν ευρύς λόγος για τη ζωή και τα θαύματα του Αρχιεπισκόπου Διονυσίου Σιγούρου.

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γαβριήλ, με συνοδική έκθεση, ανακήρυξε τον Αρχιεπίσκοπο Διονύσιο Σιγούρο, Άγιο.

11. ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΩΝ ΣΤΡΟΦΑΔΩΝ (ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1717). ΔΙΑΣΩΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΣΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟ. ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΩΣ ΠΟΛΙΟΥΧΟΥ ΖΑΚΥΝΘΟΥ

Ύστερα από τη Συνοδευτική έκθεση, εκδηλώνεται στη Ζάκυνθο η φροντίδα για την ίδρυση ναού αφιερωμένου στον Άγιο Διονύσιο. Έτσι, την 1η Μαΐου 1708, ο Ευστάθιος Χρυσοβέργης παραχωρεί ένα σπίτι του (συνοικία Άμμου) σ’ αιώνια εδαφομονή, για 9 ρεάλια και μισή λίτρα κεριού, κάθε χρόνο, στους πατέρες της Μονής Στροφάδων, οι οποίοι, αφού το γκρέμισαν, έκτισαν εκεί εκκλησία στ’ όνομα του Αγίου Διονυσίου.

Κατά τη διάρκεια του νέου βενετοτουρκικού πολέμου (1715-1718), οι Επτανήσιοι έζησαν ακόμα μια φορά τον εφιάλτη των εχθρικών επιδρομών. Το καλοκαίρι του 1716, ο τουρκικός στόλος, με ναύαρχο τον Καπουδάν Χοδζά πασά, είχε σηκώσει άγκυρα για την εκπόρθηση της Κέρκυρας και των άλλων Ιονίων Νήσων. Από το πέλαγος, ο Καπετάν πασάς έστειλε γράμμα προς τους συνδίκους της Ζακύνθου «ότι αυτός μεν εκπλέει κατά Κέρκυρας, ην αφεύκτως θέλει υποτάξη εις τον ατρόμητον αυτού δύναμιν. Διο οι Ζακύνθιοι ώφειλον, προς αποφυγήν των δεινών, να υποταχθώσιν αυτώ, και δια πολλών πλουσίων δώρων προσφερομένων τω Μεγάλω Σουλτάνω θα τύχωσι συγχωρήσεως τη συνεργεία αυτού, και διατηρήσωσι, τα προνόμια της πόλεώς των παρά του Σουλτάνου. Εις εναντίαν δε περίπτωσιν, καθ? ην θέλει αρνηθώσι τας απαιτήσεις του, δια πυρός και μαχαίρας, θέλει εξολοθρεύσει αυτούς, και κατερημώσει τον τόπον των...». Οι σύνδικοι της Ζακύνθου απέρριψαν την ιταμή επιστολή και πήραν αποφάσεις από κοινού με τον Προβλεπτή για την καλύτερη οργάνωση της άμυνας του Κάστρου και των παραλιών. Η απειλή, ωστόσο, του Τούρκου ναυάρχου έγινε γνωστή από τη Ζάκυνθο στα Στροφάδια κι οι μοναχοί, έκρυψαν το ιερό Λείψανο του Αγίου, τις ιερές εικόνες και όσα πολύτιμα πράγματα είχαν, μέσα σε δύο σπηλιές. Στην πρώτη σπηλιά, έκρυψαν το ιερό Λείψανο και στη δεύτερη, την αρχαία θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Παντοχαράς και άλλα πολύτιμα είδη του Μοναστηριού.

Ο τουρκικός στόλος πέρασε από τ’ ανοιχτά των Στροφάδων και της Ζακύνθου. Αρχές Ιουλίου 1716, έφθασε στην Κέρκυρα.

Η πολιορκία των Τούρκων απέτυχε οικτρότατα. Έλληνες και Βενετοί πολέμησαν ηρωικά κ’ έδειξαν αυταπάρνηση και γενναιότητα. Ωστόσο, η αποχώρηση των απίστων, από την περιοχή του Κάστρου της Κέρκυρας, έγινε ύστερ’ από θαύμα του μεγάλου και θαυματουργού Αγίου Σπυρίδωνος. Ο Άγιος Σπυρίδων, ακόμα μια φορά, έδιωχνε από το Νησί των Φαιάκων το θανάσιμο κίνδυνο της τουρκικής απειλής και κατακτήσεως. Η οριστική κατατρόπωση και ντροπιασμένη φυγή από την Κέρκυρα του Καπετάν πασά, από θαύμα του Αγίου Σπυρίδωνος, ανάγκασε τον τουρκικό στόλο να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη.

Ο πόλεμος, ωστόσο, εξακολουθούσε. Η Μεσόγειος έβραζε από πλοία και στο Ιόνιο έπεφτε βαριά η απειλητική σκιά των Αγαρηνών.

Τον Αύγουστο του 1717, ένα χρόνο ύστερ’ από την επαίσχυντη φυγή του Καπετάν πασά, τουρκικά πλοία, με αρχηγό τον αιμοδιψή πειρατή της Κάνκας Μουστή ή Μοστρίνο, αγκυροβόλησαν στο λιμάνι των Στροφάδων κι ελεηλάτησαν το Μοναστήρι. Ο πειρατής έπιασε τους μοναχούς, εκτός από τέσσαρες, που πρόφθασαν να κρυφθούν σε τρύπες της γης, και τους υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια, για να μαρτυρήσουν τους κρυμμένους θησαυρούς του Μοναστηριού. Οι μοναχοί δε μπορούσαν ν’ ανθέξουν περισσότερο στα βασανιστήρια κι έδειξαν τις δύο σπηλιές. Ο Μοστρίνος διάταξε τότε να σκοτώσουν μερικούς μοναχούς και να κάψουν τα σώματά τους. Ύστερα, πήρε μαζί του πολλούς αιχμάλωτους πατέρες, την εικόνα της Παναγίας και τους άλλους θησαυρούς του Μοναστηριού. Ανάμεσα στους Τούρκους, ήταν και τέσσαρες Χριστιανοί, αιχμάλωτοι πιθανότατα, οι οποίοι έκοψαν τα χέρια του Αγίου από ευλάβεια και τα έκαμαν «εις τέσσαρα μέρη δι’ αγιασμόν των». Αλλη πηγή, ωστόσο, αναφέρει, ότι τα χέρια του Αγίου τα έκοψαν οι Αγαρηνοί. Όταν ήταν έτοιμοι να φύγουν, οι άπιστοι ληστοπειρατές εσήκωσαν το υπόλοιπο ιερό Λείψανο και το έβαλαν πάνω σ' ένα βαρέλι με πυρίτιδα, βάζοντας ολόγυρα φωτιά. Όμως ο Αγιος Διονύσιος έκαμε το θαύμα του και το μπαρούτι δεν έπιασε φωτιά κ’ έτσι το βαρέλι δεν ανατινάχθηκε. Η λεηλασία του Μοναστηριού των Στροφάδων και η διάσωση του ιερού Λειψάνου αναφέρονται σ’ ένα πολύτιμο χρονικό ανώνυμου μοναχού της εποχής εκείνης, που έφερε στο φως ο Αρχιεπίσκοπος Νικόλαος Κατραμής:

«1717. Αυγούστου 19, ημέρα Δευτέρα ηχμαλώτισαν το μοναστήρι μας τα Στροφάδια ο Θεοκατάρατος Μουστής με δέκα γαλιώταις και επήραν όλα τα ιερά σκεύη, το αρμαμέντο, και την Παναγίαν και όλα μας τα μπαστιμέντα και έκοψαν τα χέρια του Αγίου και τα επήραν^ και το επίλοιπον άγιον λείψανον το έβαλαν απάνου ενού βαρελιού μπαρούτη και έκαμε θαύμα ο άγιος και δεν έπιασε φωτία και εφυλάκτη και το έχομεν τη σήμερον εις τη Ζάκυνθον. Επήραν και σκλάβους πατέρες είκοσι με τέσσερους ιερομόναχους. Ήτανε ηγούμενος ετότες Γεράσιμος Κάπαρης και ήτον εις την Ζάκυνθον και εις τα 23 του αυτού ήφερε τον άγιον η Κορβέττα εις την Ζάκυνθον με τους λοιπούς Καλογέρους, όπου εκρύφτηκαν και δεν αιχμαλωτίσθηκαν. Το πώς εμπήκαν μέσα (οι επιδρομείς) είναι τούτο. Αρμπούρισαν παντιέρα άσπρη και ήρθαν οι Καπετανέοι έξω με δόλο, με το καλό εμπήκαν μέσα στο Μοναστήρι και έπιασαν την πόρτα, και έτζι εγελάστηκαν (οι μοναχοί)».

Όταν έφυγε η τουρκική μοίρα από τα Στροφάδια, ο Μοστρίνος στοχάστηκε ότι θα μπορούσε να πωλήση τα τεμάχια των χεριών του Αγίου Διονυσίου. Έτσι, τα πήρε από τους τέσσαρες Χριστιανούς (ή από τους Αγαρηνούς) και «διερχόμενος από τη Χίον τα επώλησε εις τον τότε Αρχιερέα αυτής Αγαθάγγελον και ένα ευλαβή μοναχόν ονομαζόμενον Ακάκιον, οίτινες δια την πρέπουσαν ευλάβειαν τα έστειλαν εις το μοναστήριον των Στροφάδων. Τη δε εικόνα της Παρθένου Μαρίας επώλησεν εις την Πάτμον^ την ηγόρασαν δε δύο αδελφοί άρχοντες Πατμιώται Ηλίας και Θεόδωρος, οίτινες έπεμψαν αυτήν εις τας Στροφάδας...».

Όπως προκύπτει από επίσημο έγγραφο του Μητροπολίτη Χίου, Δανιήλ, της 1 Ιουλίου 1718, το αριστερό χέρι του Αγίου Διονυσίου στάλθηκε από τη Χίο στο Μοναστήρι της Παναχράντου της Ανδρου.

Την επομένη της λεηλασίας, οι πατέρες που γλίτωσαν, είδαν να περνά έξω από τα Στροφάδια μια βενετσιάνικη κορβέτα. Οι μοναχοί έκαμαν σινιάλα, ζητώντας βοήθεια. Ο πλοίαρχος κατάλαβε ότι συμβαίνει κάτι φοβερό, άλλαξε πορεία κι άραξε στο λιμάνι των Στροφάδων. Πλοίαρχος της κορβέτας ήταν ο Δαλματός Ιωάννης Μπάλοβιτς, άνθρωπος του θεού. Όταν έμαθε τα συμβάντα και είδε το τρομακτικό θέαμα της λεηλασίας και καταστροφής, μετέφερε, με βαθύτατη ευλάβεια και ταπείνωση, το ιερό Λείψανο στην ιδιαίτερη καμπίνα του. Ύστερα, πήρε μαζί του στο πλοίο τους πατέρες του Μοναστηριού. Αμέσως, σήκωσε άγκυρα κ’ έβαλε πλώρη για τη Ζάκυνθο.

Λίγες ώρες αργότερα η κορβέτα του Μπάλοβιτς άραξε στο μώλο του Αγίου Νικολάου, κοιμίζοντας για πάντα στη Ζάκυνθο το μεγαλύτερο θησαυρό της, αυτή την ίδια την ψυχή και ύπαρξή της.

Η είδηση έκαμε το γύρο της πόλης και σε λίγο ανέβηκαν στην κορβέτα ο ιερός κλήρος, ο Προβλεπτής, όλες οι πολιτικές και στρατιωτικές αρχές και δέχθηκαν από τα χέρια του πλοιάρχου Μπάλοβιτς το ιερό Λείψανο του Αγίου Διονυσίου. Αμέσως, κλήρος, αρχές και λαός μετέφεραν, με χαρά και κατάνυξη, το ιερό Λείψανο στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου των Ξένων (Μητρόπολη), για προσκύνημα. Ύστερ’ από τρεις ημέρες, έγινε η πρώτη επίσημη λιτανεία του ιερού Λειψάνου στην πόλη και, ύστερα, μεταφέρθηκε στην εκκλησία του Γενεσίου της Θεοτόκου, στο προάστιο Καλητέρος, μετόχι της Μονής Στροφάδων. Στην εκκλησία τούτη, το ιερό Λείψανο του Αγίου Διονυσίου έμεινε τρία χρόνια (1717-1720). Ύστερα, το πήγαν οριστικά στην εκκλησία του της συνοικίας Αμμου.

Η μετακομιδή του ιερού Λειψάνου στη Ζάκυνθο αναφέρεται σε βραχύ χρονικό, ανωνύμου, που δημοσίευσε ο Αρχιεπίσκοπος Νικόλας Κατραμής:

«1717, Αυγούστου 22, μετηνέχθη εκ Στροφάδων το ιερόν του Αγίου Διονυσίου λείψανον. Έφεραν αυτό εις τον Επισκοπικόν Ναόν. Τη δε 25 γενομένης λιτανείας εναπέθεσαν αυτό εν τω ναώ του Μετοχίου εις Καλητέρον».

Την αιώνια ευγνωμοσύνη της Ζακύνθου στο Δαλματό πλοίαρχο Ιωάννη Μπάλοβιτς εκφράζει εύγλωττα το ευχαριστήριο έγγραφο που του έστειλε, ύστερ’ από τρία χρόνια, ο Πρωτοπαπάς Ζακύνθου Ιωάννης Τσαγκαρόπουλος.

Η μετακομιδή του ιερού Λειψάνου από τα Στροφάδια στη Ζάκυνθο αποτελεί το σημαντικότερο γεγονός της Ιστορίας της Ζακύνθου, που την επλούτισε με τον άφθαρτο θησαυρό της ψυχικής σωτηρίας ολόκληρων γενεών, περασμένων και μελλοντικών, του Άνθους της Ανατολής.

Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς η Κοινότητα Ζακύνθου ανακήρυξε τον Αγιο Διονύσιο Πολιούχο Ζακύνθου. Ο Σπυρίδων Δε Βιάζης, ο Αντώνιος Μπισκίνης και άλλοι έγραψαν ότι η Κοινότητα Ζακύνθου ανακήρυξε επίσημα τον Αγιο Διονύσιο Προστάτη Ζακύνθου το έτος 1724. Ο Λεωνίδας Ζώης, ωστόσο, υποστηρίζει ότι «τοιαύτη ανακήρυξις (του 1724) δεν απαντά εν τοις Πρακτικοίς του Συμβουλίου του έτους εκείνου (Atti del Consο 1718-1730). Τουναντίον, εν τοις Πρακτικοίς των επομένων ετών και μέχρις Ιουνίου 1758, απαντά Προστάτης Ζακύνθου ο Αγιος Ιωάννης: S. Giovanni Precursor protetor nostro glorioso = Αγιος Ιωάννης Πρόδρομος, προστάτης ημών ένδοξος (Atti del Consο 1752-1758)».

Η ανακήρυξη του Αγίου Διονυσίου σαν Προστάτη της Ζακύνθου, αντί της Παναγίας της Σκοπιώτισσας και του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, έγινε από την Κοινότητα Ζακύνθου ύστερ’ από το έτος 1758 και πριν από το 1763, όταν η Βενετσιάνικη Γερουσία ενέκρινε απόφαση του Προβλεπτή Ζακύνθου Φραγκίσκου Μανωλέσου, για την αναγνώριση σαν επίσημης ημέρας της 17ης Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Ως τότε, η επέτειος της Κοιμήσεως του Αγίου Διονυσίου (17 Δεκεμβρίου), θεσπισμένη από τη Συνοδική Έκθεση του 1703, γιορταζόταν ανεπίσημα, με τη λιτανεία στην πόλη του ιερού Λειψάνου και πανηγύρι. Επίσης, ορίσθηκε να γιορτάζεται επίσημα και η 24η Αυγούστου, επέτειος της μετακομιδής του ιερού Λειψάνου από τα Στροφάδια στη Ζάκυνθο, με πανηγύρι και λιτανεία του Πολιούχου στην πόλη. Έτσι, δύο φορές το χρόνο γιορτάζουν οι Ζακυνθινοί τον Άγιο Διονύσιο: 24 Αυγούστου και 17 Δεκεμβρίου. Η καθαυτό γιορτή είναι η χειμωνιάτικη, επέτειος της Κοιμήσεως του Αγίου Διονυσίου. Και στις δύο περιπτώσεις, προκαλούν πάντα εντύπωση και κατάνυξη, όχι μόνο οι θρησκευτικές ακολουθίες, αλλά και η επίσημη, επιβλητική, Λιτανεία του Πολιούχου Ζακύνθου.-
Related Posts with Thumbnails