© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο 14 Απριλίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΝΑΙ, ΚΑΙ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΔΕΔΟΞΑΣΜΕΝΟ

(Μνήμη ἱεροπρεπῶν Κολλυβάδων καὶ τῆς νήσου Σκιάθου ἐγκώμιον) 

Λαμπρὰ ἐπέλαμψε καὶ ἡ σημερινὴ ἡμέρα τοῦ ἄλλου Σαββάτου, ὄχι τοῦ Μεγάλου, ὅπου ζήσαμε μέσα στὴν θεοπρεπῆ σιγή, κατὰ τὸν θεῖο Πατέρα Ἐπιφάνιο ἐπίσκοπο Κύπρου, τὴν ἱεροκατάνυκτο ἀναμονὴ τῆς Ἀναστάσεως, ἀλλὰ τοῦ ἑτέρου Σαββάτου τῆς μεγαλοπρεποῦς Διακαινησίμου Ἑβδομάδος, κατὰ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν πάντιμο χορεία τῶν Ἁγίων καὶ σεπτῶν Κολλυβάδων Πατέρων. Καὶ χαίρει ἡ Ἐκκλησία καὶ πανηγυρίζει διὰ τὰ ἄνθη αὐτὰ τοῦ Παραδείσου μὲ τὰ ὁποῖα καὶ στολίζεται, ἀλλὰ καὶ ὡραΐζεται. Ἄνθη τῆς Ἀθωνικῆς πολιτείας, ποὺ ἔστεψαν μὲ τὴν παναγία Τους παρουσία, πληθὺν ἱερῶν Μονῶν καὶ καθιδρυμάτων τῆς Ἑλλάδος. Μὲ κορυφαίαν τὴν ἁγιόλεκτον νῆσον Σκίαθον, τὴν νῆσον τῶν Κολλυβάδων, ὡς δικαίως ἐκλήθη.

Ἅγιοι, ὡς ὁ ὅσιος Νήφων ὁ Κοινοβιάρχης, ἱεροπρεπεῖς καὶ φιλάγιαι Μορφαὶ ὡς ὁ βιογραφος τοῦ ὁσίου Νικοδήμου καὶ παραδελφὸς Αὐτοῦ, ὁ ἱερομόναχος Εὐθύμιος ὁ ἐπονομαζόμενος «Σταυρουδᾶς», ὁ φίλος καὶ συνδιδάσκαλος μὲ τὸν ὅσιο Ἀθανάσιο τὸν Πάριο, ὁ ἱεροδιάκονος Ἰωσὴφ ἐκ Φουρνᾶ τῶν Ἀγράφων, οἱ παραδελφοὶ ἱερομόναχοι τοῦ ὁσίου Νικοδήμου Στέφανος καὶ Νεόφυτος οἱ ἐπονομαζόμενοι «Σκουρταῖοι» κ. ἄ. ἐστόλισαν μὲ τὴν σεμνοπρεπῆ καὶ ἱεροπρεπῆ παρουσία τους τὴν νῆσο Σκίαθο καὶ δὴ τὴν σεβασμίαν Μονὴν τοῦ θείου Εὐαγγελισμοῦ, τὸ νέο Μοναστήρι, ὅπου διῆλθον μέρος τοῦ βίου των ἤ τινές ἐξ αὐτῶν ἐκεῖ ἐπλήρωσαν πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ἁγιοφώτου ἐπιγείου ζωῆς των.

Ναί, δικαίως ὁ μακαριστὸς Κωστῆς Μπαστιᾶς ἀναφέρει: «Στὸ Δευτερονόμιο διαβάζουμε τὰ ἀκόλουθα: < ... Ἔστι γὰρ ἡ γῆ, εἰς ἥν είσπορεύει ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτήν, οὐχ ὥσπερ γῆ Αἰγύπτου», ἀλλὰ «γῆ, ἥν ὁ Κύριος ὁ Θεός σου ἐπισκοπεῖται αὐτὴν διὰ παντὸς οἱ ὀφθαλμοὶ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπ᾿ αὐτῆς ἀπ᾿ ἀρχῆς τοῦ ἐνιατοῦ καὶ ἕως συντελέιας τοῦ ἐνιαυτοῦ>.

Ἔτσι κ’ ἡ Σκιάθο δὲν εἶναι «ὥσπερ γῆ Αἰγύπτου». Δηλαδὴ δὲν εἶναι οὔτ’ ὅπως ἡ Ἀθήνα, οὔτ᾿ ὅπως ἡ Ρώμη, οὔτε καθὼς εἶναι ἡ Πόλη. Ἄν ἡ Ὀρθοδοξία εἶχε σχεδιασει τὸν ἀληθινό της χάρτη πρωτεύουσα... οὐσιαστικὴ τοῦ Ὀρθόδοξου Ἑλληνισμοῦ ἐδῶ καὶ χίλια χρόνια, εἶναι τ᾿ Ἁγιονόρος ἔχοντας στὰ δεξιά του τὴ Θεσσαλονίκη καὶ στ᾿ ἀριστερά του τὴ Σκιάθο. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἡγετικὸ πνευματικό μας τρίπτυχο» (Κ. Μπαστιᾶ, Ὁ Παπαδιαμάντης).

Γι᾿ αὐτὸ καὶ αὐτὴ ἡ ἱερὰ νῆσος Σκίαθος οὐδέποτε, ὅσες καὶ νὰ συμβοῦν ἐπὶ τοῦ φιλαγίου τόπου της «ἐπεμβάσεις ἀξιοποιήσεως», εἶναι δυνατὸν νὰ μεταποιηθεῖ σὲ «κοσμοπολίτικο νησί». Διότι πάντα εἶναι ὑπὸ τὴν σκέπην καὶ προστασίαν τῆς Ἐφόρου αὐτῆς Κυρίας Θεοτόκου καὶ θεοφρουρεῖται ἀγρύπνως καὶ ἀδιαλείπτως ἀπὸ τὴν πανσεβάσμιο καὶ παναγία χορεία τῶν θείων Κολλυβάδων. Εἰς αἰῶνας αἰώνων. Διὰ νὰ εἶναι καὶ νὰ παραμένει Νῆσος Ἱερὰ καὶ ἁγιοτρόφος. Ἀμήν.

π. κ. ν. κ. Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου 2018

Τετάρτη 11 Απριλίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΝΑΙ, ΓΙΑ ΤΟΥΤΗ ΜΟΝΑΧΑ ΤΗ ΒΡΑΔΙΑ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΠΑΠάΣ

Ἀναστάσιμες σκέψεις ἑνὸς ἐπαρχιώτη ἐφημερίου

Ὅσες περιγραφὲς καὶ νὰ κάμει κανείς, ὅσο κι ἄν προσπαθήσει νὰ μεταποιήσει αὐτὰ ποὺ αἰσθάνεται σὲ γραπτό λόγο, πάντα «ἔτι ἕν (θὰ) λείπει», γιατὶ ὁ λόγος εἶναι φοβερὰ ἐνδεὴς, ὥστε νὰ κατορθώσει νὰ περιγράψει αὐτὰ ποὺ νοιώθεις, αὐτὰ ποὺ ζεῖς καὶ βιώνεις. Μὲ λίγα λόγια, δὲν θὰ μπορέσεις ποτὲ νὰ περιγράψεις αὐτὰ ποὺ σοῦ χαρίζουν φτερά, ὥστε νὰ ὑψωθεῖς ἀπὸ τὰ γήινα καὶ καθημερινά καὶ νὰ σιμώσεις τὸν οὐρανό. 

Ναί, μπορεῖ νὰ περατώθηκε ἡ Ἀνάστασιμη θεία Λειτουργία, νὰ ἔφυγαν οἱ ὅσοι πιστοί,  νὰ ἁπλώθηκε ἡ γόνιμη ἐκείνη σιωπὴ στὸν ἄδειο ναό, ὡστόσο αὐτὴ ἡ εὐφροσύνη καὶ ἡ ἀγαλλίαση ποὺ νοιώθει ὁ παπᾶς, ὁ ὁποῖος ἀπόμεινε μόνος, εἶναι κάτι τὸ μοναδικό, τὸ συγκινητικό, τὸ παραδείσιο. Γιατὶ ἔζησε κι ἀπόψε τὸ θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως κι ἔτσι ἀναχωρεῖ εὐφραινόμενος, ἐπειδὴ ἐπετέλεσε καὶ φέτος τὸ καθῆκον καὶ διακόνημά του. Δηλαδή, κατόρθωσε -ὄχι μόνος του, φυσικά, ἀλλὰ μὲ τὴ βοήθειά Του- νὰ μαζέψει αὐτὸ τὸ πλήρωμα τῶν ὅσων πιστῶν στὴ Μ. Ἑβδομαδα καί, κυρίως, στὴν Ἀνάσταση, καθιστώντας τὸν ναὸ ἕναν ἰδιότυπο μαγνήτη, ποὺ ἕλκει τὸν καθένα. Ἐπειδὴ τὴ βραδυὰ αὐτή, τῆς Ἀνάστασεως τὴ βραδυά,  (ξανα)βλέπει πρόσωπα ποὺ ὁλόχρονα μπορεῖ νὰ μὴν σιμώνουν τὸ ναό, ὅμως ἀπόψε ὅλοι αὐτοὶ κυκλώνουν τὸ ἱερὸ Δισκέλιο, ὅπου τίθεται ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως καὶ περιμένουν... Ναί, περιμένουν. Ἀλήθεια, τί; Κι εἶναι καταφανὴς αὐτή τους ἡ ἀναμονή, λὲς καὶ κάτι νέο θὰ παρουσιαστεῖ μπροστά τους, μιὰ νέα σελίδα τοῦ βίου τους θ᾿ ἀνοίξει, ἕνα καινούριο μονοπάτι στὴ ζωή τους θ᾿ ἀνοιχτεῖ. Τὰ βλέπει, τὰ παρατηρεῖ μὲ ἄφατη συγκίνηση αὐτὰ ὅλα ὁ παπᾶς, ἀφουγκράζεται τὰ μυσικὰ βιώματα τῆς ψυχῆς τους καὶ χαίρεται, δοξάζει τὸ Θεό ποὺ τοῦ πρόσφερε τὸ μέγα τῆς ἱερατείας χάρισμα, νὰ εἶναι αὐτὸς κι ἐφέτος ἐκεῖνος ποὺ θ᾿ ἀνοίξει τὴ σφαλισμένη θύρα τῆς ψυχῆς τοῦ καθενός, ὥστε νὰ εἰσοδεύσει θριαμβευτικὰ ἡ αἰδιοδοξία, ἡ χαρά, ἡ εὐφροσύνη, τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως, λὲς καὶ θὰ μεταπηδήσει αὐτὸ τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἀναμμένη ἀναστάσιμη λαμπάδα ποὺ κρατοῦν, μέσα στὴν καρδιά τους καὶ θὰ τὴ φωτίσει, θὰ τῆς δώσει μιὰ λάμψη θεϊκή, καθαρια, οὐράνια.  

Τὰ βλέπει, λοιπόν, ὁ παπᾶς ὅλ᾿ αὐτά, ὅπως βλέπει καὶ κάτι ἄλλο: τὸ πῶς ἀστράφτουν τὰ πρόσωπα ὅλα,  μόλις ἀκουστεῖ τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη...»!  Λὲς καὶ τὸ ἀκοῦνε γιὰ πρώτη φορά· λὲς καὶ δὲν ἔχουν βρεθεῖ ἄλλη φορὰ σὲ Ἀναστάσιμη ἀκολουθία! Τόση εἶναι ἡ λαχτάρα μαζὶ καὶ ἡ εὐφροσύνη τους. Αὐτά, λοιπόν, βλέπει ὁ παπᾶς καὶ σκέφτεται  μὲ ἀνάμικτα συναισθήματα ὅτι, «Ναί, ἀξίζει ἡ ὅποια ταλαιπωρία, τὸ ὄνειδος τῶν ἀνθρώπων,  καὶ οἱ αἰτιάσεις ἀκόμα ποὺ δέχεται, γιατὶ αὐτὴ ἡ βραδυὰ εἶναι ὄντως ἀνεπανάληπτη, μοναδική, θεοφρούρητη καὶ ἁγιασμένη. Ναί, ἀξίζει νὰ εἶσαι παπᾶς, ἔστω καὶ γιὰ μιά καὶ  μοναδικὴ Ἀναστάσιμη βραδυά, ἐπειδὴ  αὐτὴ ἡ νύχτα διδάσκει πολλά, ἀλλὰ καὶ νουθετεῖ συνάμα». Κι ἡ πρώτη διδαχὴ ποὺ λαμβάνει ἀπόψε εἶναι ἡ ἑξῆς: Ναί, συνάχτηκε αὐτὸς ὁ κόσμος, ποὺ ὅμως σὲ λίγο θὰ ἀναχωρήσει γιὰ νὰ γευτεῖ τὸ Πασχαλινὸ τραπέζι καὶ θὰ μείνουν λίγοι στὸ ναό. Ὅμως δὲν πειράζει... Γιατί, καθὼς θὰ ἀναχωροῦν, κάτι θὰ παρουν μαζί τους ἀπόψε. Ἐπειδὴ, ἐκτὸς ἀπὸ  τὴν ἀναμμένη λαμπάδα τους, θὰ φερουν στὸ σπίτι τους καὶ κάτι ἀκόμα. Κάτι τὸ ἀπροσδιόριστο καὶ γι᾿ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους, ὅμως τόσο σημαντικὸ γιὰ τὸν παπᾶ ποὺ βλέπει, ἤ τουλάχιστον πρέπει νὰ βλέπει,  τὰ πράγματα κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τους ὄψη. 

Ξέρει, λοιπόν, ὁ παπᾶς καθὼς τοὺς βλέπει ν᾿ ἀσπάζονται τὴν Ἀνάσταση, τὸ ἱ. Εὐαγγελιο καὶ τὸ Σταυρὸ καὶ νὰ ἀναχωροῦν, πὼς ἕνα μυστικὸ νῆμμα τοὺς δένει μὲ αὐτὸ τὸν ναό κι αὐτὸ εἶναι ἡ εὐλογία τοῦ Ἀναστάντος, ποὺ μπορεῖ νὰ τὴν ἀνανεώνουν κάθε χρόνο, ὅμως αὐτὴ σιγοκαίει μέσα στὶς στάχτη ποὺ σωρεύει ἡ στυγνὴ καθημερινότητα στὶς ψυχές τους. Σιγοκαίει καὶ ποιός ξέρει πότε θὰ γίνει φωτιὰ καὶ φῶς οὐράνιο... Τὸ εὔχεται αὐτὸ ὁ παπᾶς καὶ ὑπομονετικὰ δέχεται κι αὐτὲς τὶς συμπεριφορές. Τὶς δέχεται μὲ κατανόηση καὶ ἀγάπη, γιατὶ ξέρει πὼς παιδιά Του εἶναι ὅλοι ἐτοῦτοι. Ὅπως κι ὁ ἴδιος ὁ παπᾶς. Ἴσως ἄτακτα παιδιά, ὅμως παιδιά, ποὺ ἔχουν τὴν ἀνάγκη τῆς στοργῆς καὶ τῆς τρυφερότητας. Γιατὶ πίσω ἀπὸ τὸν μέγιστο Ἀναστάσιμο λόγο «Χαίρετε», ὑπάρχει κι ἡ ὁμολογία Του: «οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾿ ἵνα σώσω τὸν κόσμον» (Ἰω. 12, 47). Κι αὐτὸ φτάνει καὶ περισσεύει! 

Πάσχα 2018, π. κ. ν. κ.


Δευτέρα 9 Απριλίου 2018

Γιώργου Λέκκα: ΧΡΙΣΤΟ ΟΠΩΣ ΧΡΩΣΤΩ (νέο ποίημα)


[Παλίνδρομα και κυκλικά]

Σου χρωστώ τα πάντα
Ευχαριστώ για τα πάντα
Συχώρα με για τα πάντα
Ανάξιός σου κατά πάντα

[8.4.18, Κυριακή του Πάσχα]

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.]

Κυριακή 8 Απριλίου 2018

π. Κων. Καλλιανός: ΣΥΝΕΟΡΤΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Π. Β. ΠΑΣΧΟ

«Πάσχα πᾶσαν κατήφειαν ἐξαῖρον...» 


Ἄν τό ἔργο τοῦ καθηγητῆ Π. Β. Πάσχου (στό ἑξῆς Π.) συνεχίζει νά ἔχει τήν ἁρμόζουσα ἀκτινοβολία  μέσα στίς συνειδήσεις τῶν πιστῶν, αὐτό συμβαίνει γιατί εἶναι γραμμένο μέ βαθειά τή συναίσθηση τοῦ χρέους ἀπέναντι στόν Ὀρθόδοξο πιστό, πού εἶναι ἐγκλωβισμένος μέσα σέ  μιά πληθώρα θεωριῶν καί ἐν πολλοῖς λόγων, καινῶν μέν, κενῶν δέ, τῶν ὁποίων ἡ πνευματική νοστιμιά (πρβλ. Ματθ. 5,13) ἔχει ἀπό καιροῦ ἀπωλεσθεῖ. Καί τοῦτο, ἐπειδή οἱ ρίζες τῶν λόγων αὐτῶν ἔχουν, δυστυχῶς, παραμείνει στήν ἐπιφάνεια τοῦ ἀγροῦ τῆς καρδίας (πρβλ. Λουκ. 8,5-7), γιατί ὅσοι πασχίζουν νά τούς χαράξουν στό χαρτί, χωρίς νά κάνουν τόν κόπο νά κατέβουν σέ βαθύτερα καί ὑγρότερα στρώμματα, ποτισμένα μέ τό δάκρυ τῆς μετανοίας, ἀλλά κυρίως μέ κεῖνα τά εὐλογημένα βιώματα πού οἱ εὐγενικοί καιροί τοῦ χτές δαψιλῶς προσέφεραν, δέν ἔχουν νά κομίσουν τίποτε ἄλλο, παρά μονάχα τό ἀμάγαλμα τῶν ὅσων κατόρθωσαν νά διδαχτοῦν ἤ νά διαβάσουν.

Ὁ λόγος τοῦ Π. εἶναι βέβαιο πὼς ἔχει κεντρωθεῖ ἀπόλυτα μέ αὐτό πού ὀνομάζουμε βίωμα. Κι εἶναι τό βίωμα μιά ἱερή λειτουργία τοῦ ψυχισμοῦ μας, ἡ ὁποία καί ἀποθηκεύει ἐπεξεργασμένες ἐμπειρίες τοῦ βἰου μας, κυρίως δέ τῆς παιδικῆς μας ἡλικίας, τότε πού, κατά τόν Π. πάντοτε, εἰρηνεύαμε ἀκουμπισμένοι στή "ρίζα τῆς σιωπῆς", χωρίς ἀφιονισμούς, ἀλλά καί φορτώματα μάταιων λόγων.(1)

Γι᾿ αὐτό καί γράφοντας γιά τήν προσφορά του ὁ μακαριστός Καθηγητής Δημ. Σ. Λουκάτος, πολύ σοφά καί ὐπέυθυνα σημείωνε: "Ὁ Π. Β. Π. ἔχει τρεῖς ἰδιότητες, πού δίνουν ὅλες τους τό "παρών" στίς συγγραφές του: Εἶναι θεολόγος (καθηγητής, τώρα Πανεπιστημίου), μέ πλούσια γνώση καί μελέτες πάνω στήν Ἐλληνική Ὀρθόδοξη θρησκευτικότητα· εἶναι λογοτέχνης καί ποιητής καί εἶναι ἀχάλαστος βιωματικός φορέας τῆς Ἐλληνικῆς παραδοσης, πού τή γνωρίζει, τή συντηρεῖ καί τή χαίρεται"(2). 

Αὐτή τήν ἀχάλαστη βιωματική προσφορά τοῦ Π. θά γευτοῦμε, μέρες ποὺ εἶναι, μέσα ἀπὸ τοὺς παρακάτω στίχους, στίχους  φωτεινούς καὶ  συντονισμένους ἀπόλυτα μὲ τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα , ἀλλὰ καὶ κι ἀπὸ ἕνα κείμενο, γραμμένο ἐδῶ καί ἐξήντα περίπου χρόνια. Κείμενο ὅμως ποὺ συγκινεῖ καὶ χαρίζει στὴν ψυχὴ κατανυξη πραγματική, ὡσὰν ἐκείνη δηλ. ποὺ ζεὶ κάποιος σὲ ἀπέριττο κελλὶ ταπεινοῦ καὶ ἐνάρετου μοναχοῦ, γιατὶ εὐωδιάζει παράδοση καί Ὀρθοδοξία.  

1."Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός!"

Στήν Ἑορτή τῶν ἐορτῶν καί στή λαμπρή Πανήγυρη
τῶν πανηγύρεων, μέ τέχνη μέτριου μελουργοῦ, ὁ ἀνάξιος,
μαζί μέ τόν οὐράνιο τέττιγα προσέρχομαι, τόν Ἰωάννη
τῆς Δαμασκοῦ, πρόθυμος ὑποτακτικός καί κανονάρχης του,
τροπάρια στόν Ἀναστάντα Ἰησοῦ νά ψάλω ἀναστάσιμα.
Ὅμως, στά πρῶτα μου κιόλας ψελλίσματα μέ πιάνει ἀφωνία
ἐμπρός στό ἐξαστράπτον ἀπό θεῖο φῶς ἱμάτιον τοῦ Κυρίου!
Μέ οἶνον κατανύξεως εἶχα πλύνει τίς πληγές τοῦ Ἐσταυρωμένου
καί μέ τό αἷμα Του ἐπορφύρωσα τήν ἄβολη ψυχή μου· 
στό ζωοδόχο τάφο Του δέν μέ περίμενε παρά ἡ ἀπουσία Του, 
καί γύρω Μυροφόρες, ἄρρητη εὐφροσύνη κι ἀγαλλίαση
φορώντας -ἔνδοθεν- στά φοβισμένα μάτια τους. 
Κατέβηκα μέ προθυμία, μετά, στοῦ Ἅδη τ᾿ ἄραχλο βασίλειο,
γεμάτο φῶς κι αὐτό, ἀπό τή λάμψη τοῦ Ἀναστημένου-
ὅπως ὁ Οὐρανός ψηλἀ, ἡ Γῆ, κι ὅλα τά Καταχθόνια...
Ἀκούω μακριά τόν ψάλτη:"ὅποιος, Κύριε, συνθάπτεται μαζί Σου
σήμερα συνεγείρεται! Ὅποιος μαζί Σου συσταυρώνεται
σἠμερα συνδοξάζεται! Κι ὅποιος νεκρώνεται, κοντά Σου
ξανακερδίζει τή ζωή πάλι, ἀπό τά χέρια Σου!..."
Καί τώρα πιά, ὄρθρου βαθέος, ἡ ψυχή ὀρθρίζει δακρυσμένη κ᾿ ἔρχεται
μέ τή λευκή λαμπάδα καί τά μύρα στή γιορτή τῆς Ἀναστάσεως.
Στά κουρασμέν᾿ ἀπ᾿ τήν ἀγρύπνια μάτια φωτοφόροι Ἄγγελοι
σκορποῦν οὐράνια χάδια μέ τά πάλλευκα φτερά τους.
Κ᾿ ἤδη τῶν φιλεόρτων ἀδελφῶν τά στόματα γεμίζουν 
ὕμνους ἀγγελικούς κι ἀγάλλονται μέ τό "Χριστός Ἀνέστη":
Ὤ πάσχα τό τερπνόν, ὤ Πάσχα λύτρον λύπης!
Πάσχα, ἐν χαρᾷ ἀλλήλους περιπτυξώμεθα! 
Πάσχα, τό πύλας ἡμῖν τοῦ Παραδείσου ἀνοῖξαν!
Χριστός γάρ ἐγήγερται, εὐφροσύνη αἰώνιος».(3)

2. «Σήμερον ἔαρ μυρίζει...»

«Τὸ Πάσχα στὸν ἑλληνικὸ χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας, γιορτάζεται μέσα σ᾿ ἕνα κλίμα γενικοῦ ἑορτασμοῦ, στὸν ὁποῖο συμμετέχουν ἡ Ἐκκλησία, ἡ οἰκογένεια, ὁ ξεμοναχιασμένος ὀρθόδοξος χριστιανός, τὸ Ἑλληνικὸ Ἔθνος, μὲ τὴν σταυροαναστάσιμη ἱστορία του, καὶ ἡ ἑλληνικὴ φύση -ἡ γῆ, ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ θάλασσα- ποὺ αὐτὴν τήν ἐποχὴ φαίνεται λαμπροφορεμένη  μ’ ἕνα νέον ἔνδυμα μιᾶς καινούριας ζωῆς… Τὸ «σήμερον ἔαρ μυρίζει...» δὲν εἶναι ἄσχετο μὲ τὴν παλιὰ ὀνομασία πού εἶχε δώσει ἡ Ὀρθοδοξία στὸ σημερινὸ «Πεντηκοστάριο»: τὸ ἔλεγαν, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸ «Σταυρώσιμον» Τριώδιον, «Ἀναστάσιμον Τριώδιον» ἤ «Τριώδιον τῶν ρόδων». Καὶ δὲν μποροῦμε ἐδῶ νὰ μὴν ὁμολογήσουμε πὼς μέσα στὸν ὀρθόδοξο Χριστιανισμὸ φύτρωσαν, καὶ ἀρωμάτισαν μὲ τὸ ἔργο τους ὁλόκληρον τὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, οἱ μεγαλύτεροι ἅγιοι καὶ ποιηταί… Τὸ «Τριώδιον τῶν ρὀδων», λοιπόν, μᾶς προαναγγέλλει μὲ τὴν ἀνοιξιάτικη ποιητικὴν ὁρολογία του τὴν ἄνοιξη καὶ τὸ ἄνθισμα τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων μας στὴν ἄλλη ζωή, στὸ ἔαρ τοῦ Παραδείσου».

Ἀμήν, λέμε καὶ τὸ εὐχόμαστε, ὥστε «τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος τῆς θείας εὐφροσύνης, ἐν τῇ εὐσήμῳ ἡμέρᾳ τῆς ἐγέρσεως, βασιλείας τε Χριστοῦ κοινωνήσωμεν»… Ἀθάνατες ὄντως, σελίδες!!!
                                                                                               
π. Κων. Ν. Καλλιανός, Σκόπελος    
(Ἀπόσπασμα ἀπὸ εὑρύτερο δοκίμιο)


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Πρβλ. τό ποίημα "Τόσο πολύ", στή συλλογή, Αἰχμαλωσία ὕψους, Ἀστήρ, Ἀθήνα 1975, σελ. 19.
2. Δημ Σ. Λουκάτου, Βιβλιοκριτική γιά τή συλλογή διηγημάτων τοῦ Π. Β. Πάσχου, “Ἀνεβαίνοντας τόν Ἀλιάκμονᔨ", Λαογραφία, τ. ΛΕ΄ (1987-89), Ἀθῆναι 1990, σελ. 452-53.
3. Περικἀρπια Φυλλώματα, Ἀθήνα 2000, σελ. 83-84.

Τετάρτη 4 Απριλίου 2018

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΤΙΝΤΟΡΕΤΟ ἤ ECCE HOMO (ποίημα)


Κοντά μου ἔλα 
στή Σκουόλα Γκράντε τοῦ Σάν Ρόκκο 
μαθητούδι 
-θά σέ ἀγαπῶ μή σέ μέλλει- 

νά μάθεις ἐπιτέλους πῶς 
νά μή χύνεις χρώματα στά χώματα 
πῶς ὁ προστάτης ἅγιος 
γλιτώνει ἀπ’ τήν πανώλη 
ἤ τό γιατί τόσο συχνά 
παραλογᾶνε οἱ καμπάνες ἐδῶ 

ἄντε μετά 
νά σοῦ δείξω καί τόν Ἄνθρωπο στή Σάλα 
(τό πῶς ἀντέχει δακτυλοδεικτούμενος 
ἄλλου παπᾶ-) 

ὡστόσο 
μή σκεφτεῖς κακόμοιρε νά κλέψεις τέχνη 
γιατί σέ βγάνω εὐθύς στό πλάτωμα
νά μαζεύεις ὑπογραφές ἐπί χρήμασι 
γιά πᾶσα νόσο. 

[Πρόκειται για ένα από τα "Επτά Βενετσιάνικα Ποιήματα" του Παναγιώτη Καποδίστρια, από την ποιητική συλλογή Ο αρχαίος Αγροφύλαξ, εκδ. Γαβριηλίδης 2007]

Τρίτη 3 Απριλίου 2018

JESUS CHRIST SUPER STAR

Ιησούς Χριστός Υπέρλαμπρο Αστέρι 
Σε στίχους του Tim Rice και μουσική του Andrew Lloyd  Webber

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Έχουν περάσει σχεδόν  πενήντα χρόνια από τότε (1970) που ο Tim Rice  και ο Andrew Lloyd  Webber επεχείρησαν το τόλμημα των τολμημάτων· να μεταφέρουν στη σκηνή του θεάτρου και σε μορφή ροκ όπερας την τελευταία  εβδομάδα της ζωής του Χριστού στη γη. 

Η Τέχνη  εμπνεόταν πάντα από τα θρησκευτικά θέματα και, όπως είναι φυσικό οι εικόνες με θέμα τη Γέννηση Του Χριστού ή την Σταύρωση και την Ανάστασή Του είναι παρά πολλές, καθώς επίσης είναι πάρα πολλές και εκείνες της Δυτικής Παράδοσης  που έχουν αποτελέσει σταθμό στην ιστορία της ζωγραφικής. Θα αναφέρω μερικές μόνο: την Παναγία των βράχων -  La Vergine delle Rocce,  του Leonardo da Vinci (1452-1519), την Πιετά του Mikelangelo Buonaroti (1475-1564), τον Ιησού νεκρό του Andrea Mantegna (1431-1506), την πορεία Προς Εμμαούς του Robert Zünd (1826-1909), τον Ιησού με τον σταυρό στον ώμο και το ακάνθινο στεφάνι του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (1541-1614). Και δεν είναι μόνο η κοσμική ζωγραφική που άντλησε τα θέματά της από την εκκλησιαστική ιστορία. Το ίδιο έκανε και η γλυπτική, το θέατρο, ο κινηματογράφος, η λογοτεχνία, η μουσική  και στης μουσικής τα πεδία η ροκ όπερα. 

Ένα ορατόριο είναι όπερα με θρησκευτική υπόθεση. Η συγκεκριμένη ροκ όπερα παίχτηκε στο θέατρο και στον κινηματογράφο και γνώρισε παγκόσμια επιτυχία και στις πέντε ηπείρους της γης. Το 1978-1979  παίχτηκε με επιτυχία και στην Ελλάδα, σε μετάφραση Μίμη Πλέσα και Δημήτρη Μαλαβέτα. Οι Rice και Webber το 2012 παρουσίασαν το έργο, ως συναυλία περισσότερο, αυτό ήθελαν πάντα, και γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Στο Περού παίχτηκε στις φυλακές Sarita Colonia, στο πρόγραμμα αποκατάστασης των κρατουμένων με σκηνοθέτη τον φυλακισμένο Freddy Bratifora που ενσάρκωσε και το ρόλο του Ιησού. Η καθολική εκκλησία όχι μόνο ενέκρινε την παράσταση, αλλά αγκάλιασε γενικώς  την παραγωγή.  

Στην ροκ όπερα, που είχαμε τη χαρά να παρακολουθήσουμε, ο Ιησούς δεν παρουσιάζεται με τη θεία φύση του, αλλά ως εξεγερμένος άνθρωπος εναντίον της κοινωνικής αδικίας. Τέτοιος ήταν και ο φιλόσοφος της αρχαίας Αθήνας ο Σωκράτης.  Αν ο Ιησούς ανέβηκε στο σταυρό, επειδή χτύπησε την εξουσία της πανίσχυρης εκκλησίας, ο Σωκράτης ήπιε το κώνειο, γιατί χτύπησε κι εκείνος το κοινωνικό κατεστημένο της δικής του εποχής. Σε άλλα πεδία ο Σωκράτης «σούπερ σταρ» αλλά σε παράλληλο δρόμο με παράλληλους βίους. Και οι δύο δημιούργησαν κύκλο αφοσιωμένων μαθητών, αλλά και φανατικών εχθρών.

Ο Ιησούς ήταν γιος του ξυλουργού Ιωσήφ, που μαθήτευε κοντά στον «πατέρα» του την τέχνη του ξύλου. Σαν προοικονομία του μαρτυρίου του. Κάποια στιγμή όμως, όταν ένιωσε ότι ήρθε η ώρα, πήρε την κλήση, εγκατέλειψε την ξυλουργική, έπαψε να είναι «νοικοκερόπουλο», όπως λέει ο Βάρναλης,  για να στοχαστεί και να ενεργοποιηθεί. Ο Ιησούς, στις θρησκευτικές ταινίες εμφανίζεται σαν «υιός Θεού» και  σπανίως  μας δίνεται σαν κοινωνικός επαναστάτης. Στην ροκ όπερα όμως ως άνθρωπος μας εμφανίζεται, εξέχων και εξάρχων, κορυφαίος ενός χορού εξεγερμένων ανθρώπων, νέων όπως ο ίδιος, με κίνηση δυναμική, επαναστατική και διεκδικητική. 

Δύο είναι τα κύρια πρόσωπα του έργου. Ο Ιησούς και ο Ιούδας (το κατά πολλούς alter ego του). Στα λευκά και σιωπηλός, αλλά κυριαρχικά παρών, ο πρώτος, στα μαύρα και δυναμικά εξωστρεφής ο δεύτερος. Αθόρυβος ο ένας θορυβώδης ο άλλος. Σκέφτομαι πως ο Tim Rice που συνέθεσε το λιμπρέτο στοχάστηκε πολύ πάνω στην προσωπικότητα του Ιούδα, ο οποίος, για πολλούς σκεπτόμενους σοβαρά, δεν πείθει με το ρόλο και τη στάμπα που τους έχει προσδώσει η θρησκευτική παράδοση. Το ίδιο ισχύει και για τον Πιλάτο. Για να κατανοηθεί η προσωπικότητα και το μερίδιο ευθύνης και του ενός και του άλλου στη θανάτωση του Χριστού, θα πρέπει πρωτίστως να μελετηθεί, αφενός μέσα στα ιστορικά συμφραζόμενα της εποχής και αφετέρου σε συνδυασμό με τον ρόλο της εκκλησίας.

Οι συνδημιουργοί της όπερας δεν θέλησαν να στιγματίσουν τον Ιούδα ως «φιλάργυρο»· η φιλαργυρία του άλλωστε δεν πείθει κανένα ούτε στην κλασική παραδεδεγμένη εκδοχή της προδοσίας. Τι είναι λοιπόν ο Ιούδας; Ο Ιούδας είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να προστατεύσει τον δάσκαλό του, να μην παρασυρθεί από το πλήθος που ζητάει έναν Μεσσία και να μην διολισθήσει προς την πλευρά του «Θεού»· να τον συγκρατήσει στην πλευρά του ανθρώπου: «Το λάθος πήρε τη σκυτάλη από το σωστό κι έχασες τον έλεγχο», κραυγάζει ο Ιούδας. «Πάλεψα να τα καταφέρω να ’μαι μες στους δώδεκα» και τώρα βλέπει την καταστροφή που έρχεται. Η δυναμική του παρουσία στη σκηνή είναι η έκφραση της αγωνίας του. Γι’ αυτό πιστεύει πως παραδίδοντάς τον στους Εβραίους ιερείς, τον σώζει. Οι Ιερείς δεν έχουν άλλωστε δικαίωμα θανάτωσης. Εκείνοι όμως θα βρουν τον τρόπο να τον παραπέμψουν στο Πραιτόριο, ονομάζοντας τον «βασιλιά», άρα διεκδικητή της πολιτικής εξουσίας των Ρωμαίων, και με αυτή την ιδιότητα μπορούν να τον καταδικάσουν. 

Το θείο πάθος κρυμμένο βράζει  επί σκηνής, με το ανθρώπινο πάθος  προβαλλόμενο για μιαν αλήθεια της οποίας το νόημα είναι ρευστό και απροσδιόριστο, όπως  ασαφή είναι και τα όρια ανάμεσα στην «αρχαία και σύγχρονη βία». Η Μαγδαληνή δεν περνά απαρατήρητη πάνω στη σκηνή υποβάλλοντας όλο τον μύθο με τον οποίο η παράδοση την έντυσε. Ο Ιούδας, όταν συνειδητοποιήσει ότι, άθελά του, έγινε όργανο της εξουσίας, θα αυτοκτονήσει. Με πιστόλι, όμως, και η πιστολιά σαν κόκκινο σύννεφο θα ανεβεί στον ουρανό για να πήξει σε σχήμα σταυρού. Ο Ιησούς στον Κήπο της Γεθσημανή θα προσευχηθεί «Αμφιβάλλω για όλα… Πάρε πίσω το ποτήρι … δεν θέλω άλλο να πιω». Είναι η στιγμή της μεγάλης δοκιμασίας. Ο Πιλάτος σκουπίζει συνεχώς τα χέρια του γιατί και αυτός βασανίζεται από την αμφιβολία της δικής του αλήθειας, και δε αισθάνεται ποτέ πως τα σκούπισε επιτέλους. Οι  άνδρες της εξουσίας με τα σκούρα κοστούμια, τις γραβάτες και τα σκληρά αποφασισμένα πρόσωπα, μας ειδοποιούν για το αμετάκλητο της ειλημμένης απόφασης.  Η φωνή του μπάσου μοιάζει σαν καταδίκη χωρίς να χρειάζεται δίκη. Ο Μυστικός δείπνος σαν ωραία μεταγραφή του έργου του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Ο ραβδισμός του Ιησού από τους Ρωμαίους, το ραβδισμένο σώμα σε πρώτο πλάνο και πίσω του σε οθόνη κινηματογραφική όλη η ανθρωπότητα με τα δικά της δεινά: πόλεμος, βία, θάνατος, οι Πύργοι της Νέας Υόρκης, γκρεμισμένα σπίτια, παιδιά σακατεμένα, πρόσφυγες· πολλαπλές  μεταπλάσεις του μαρτυρίου του Ιησού. Όπως είπε ο Tim Rice «Εμείς δεν βλέπουμε τον Χριστό ως Θεό αλλά ως έναν άνθρωπο στο σωστό σημείο τη σωστή ώρα». Και σωστή ώρα είναι η κάθε ώρα που μια πράξη βίας συμβαίνει στον κόσμο. Γι’ αυτό και τα κοστούμια του χορού είναι τα σημερινά νεολαιίστικα· τζιν, μπλουζάκια, δερμάτινα, μπότες, σκληρά μαύρα εναλλασσόμενα με τα λευκά, σαν μια διαρκής πάλη ανάμεσα στα αντιμαχόμενα φως και σκοτάδι, η μια όψη και η άλλη, όλα διπλά, άγνωστα και απόλυτα. Ο χώρος, φτωχογειτονιές, τοίχοι λεροί, γεμάτοι γκράφιτι, μηνύματα κοινωνικά, δυστυχώς, χωρίς αποδέκτη. Ο όχλος ένας ομοιόμορφος πολτός που κραυγάζει εναντίον. Ένας Ηρώδης που μετατρέπει σε σόου χολιγουντιανό το ανθρώπινος πάθος· μια καταγγελία για όλα όσα η  τηλεόραση, στο όνομα της τηλεθέασης στήνει φαντασμαγορικά, εκμεταλλευόμενη  το ανθρώπινο δράμα και το νεκρό σώμα. Ένα σώμα που σηκώνουν στα χέρια οι μαθητές του, όπως τον νεκρό ήρωα οι συμπολεμιστές του. 

Τέλος, ένα μικρό παιδάκι, ο Ιησούς παιδί, λες και μεταφέρει την αθωότητα  στις ανθρώπινες  ψυχές  που επιμένουν να ελπίζουν  πως θα μπορέσει κάποτε η συνεχώς διαφεύγουσα δικαιοσύνη να επικρατήσει στον κόσμο. Παρά την προβολή της ανθρώπινης διάστασης  του Ιησού, ο θεατής θα διακρίνει και  την άλλη διάσταση της οποίας υπήρξε η ενσάρκωση. 

Η σκηνοθεσία και  απόδοση είναι της Θέμιδας Μαρσέλλου, η μουσική διεύθυνση και διδασκαλία ορχήστρας του Ηλία Καλούδη, η φωνητική διδασκαλία του Δημήτρη Μπουζάνη, η χορογραφία Άννας Αθανασιάδη, τα σκηνικά της Μαίρης Τσαγκάρη. Στο ρόλο του  Ιησού ο Αιμιλιανός Σταματάκης  που έπεισε όχι μόνο με τη φωνή,  αλλά και την ειδή, καθώς και για τους ίδιους λόγους, στο ρόλο του  Ιούδα ο Ησαΐας Ματιάμπα. Ωστόσο, όλοι οι ηθοποιοί και οι τραγουδιστές αναδείχτηκαν αντάξιοι της περίστασης. Το θέαμα-ακρόαμα ήταν εφάμιλλο των επιτυχημένων εκδοχών που έχουν κάνει και εξακολουθούν να κάνουν το γύρο του κόσμου.

Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΣΤΑΛΑΓΜΟΙ ΚΑΤΑΝΥΞΕΩΣ ΚΑΙ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ

ἤ, Ἀναπνέοντας ζείδωρη εὐωδιὰ ἀπὸ παλιὲς Σκοπελίτικες Πασχαλιές
Στὶς ἀξ. κυρίες Ἀνθούλα Δανιὴλ καὶ Μαρία Κοτοπούλη, Ἀναστάσιμος, Σκοπελίτικος χαιρετισμός

Μέχρι σήμερα, τέτοιες μέρες, μέρες τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος καὶ τῆς Λαμπρῆς προσπαθοῦσα νὰ γράψω δυὸ λόγια γιὰ τὶς παλιὲς τὶς πασχαλιὲς ποὺ ἔζησα στὸ χωριό μου, τὸ Κλῆμα. Κι ὁ λόγος ποὺ γράφω αὐτὰ τὰ ἄτεχνα κείμενα εἶναι γιατὶ κοιταζω νὰ μοιραστῶ μαζὶ μὲ τοὺς ὅποιους νοσταλγοὺς συγχωριανούς μου μνῆμες εὐλογημένες ἀπὸ μέρερς ἁγαισμένες καὶ μυρωμένς ἀπὸ ροδόσταμο κι ἄνθη βιολέτας καὶ μαγιάτικου τριαντάφυλλου.

Φέτος ὅμως σκέφτηκα πὼς εἶναι πιὰ καιρὸς νὰ εὐαισθητοποιηθοῦν κι οἱ συντοπίτες μου Σκοπελίτες, δηλαδή, οἱ κατὰ τὴν Χώρα τῆς Σκοπέλου ἐγκάτοικοι καὶ νὰ θυμηθοῦν, πρῶτα ἐκεῖνοι καὶ μαζί τους κι ἐγὼ, παλιὲς Πασχαλιές λευκοφορεμένες Πασχαλιές καὶ μαζί τους καὶ τὰ εὐκατανυκτα Μεγαλοβγόμαδα. Ντυμένα μὲ μώβ χρώματα Μεγαλοβδόμαδα, ποὺ στραγγίζουν μέσα μας ψιχαλισμένες στιγμὲς ἱεροπρέπειας καὶ εὐλογίας.

Κι ὁδηγός, πολύτιμος ὁδηγὸς εἶναι τὸ περικαλλὲς αὐτοβιογραφικὸ πόνημα τῆς λογίου Σκοπελίτισσας κ. Μαρίας Δελήτσικου-Παπαχρήστου, φιλολόγου, ποὺ τιτλοφορεῖται «Στὴ Σκόπελο, ὅπως τὰ πεῦκα...». Πρόκειται γιὰ ἕνα βιβλιο ποὺ νομίζω ὅτι δὲν ἔχει προσεχτεῖ ὅσο πρέπει ἀπὸ τοὺς Σκοπελίτες, ἀφοῦ εἶναι τὸ μοναδικό, ἀπ᾿ ὅσα γνωρίζω, ποὺ ταμιεύει, μαζὶ μὲ τὶς παιδικὲς κι ἐφηβικὲς μνῆμες τῆς σ. καὶ πτυχὲς τοῦ λαϊκοῦ πολιτισμοῦ τῆς Σκοπέλου, ἀλλὰ καὶ ὄψεις τῆς νεότερης ἱστορίας μας. Καὶ τὸ σημαντικότερο, μέσα στὸν κύκλο τῶν ὅσων γράφονται γιὰ τὸ λαϊκό μας πολιτισμό, κορυφαία θέση ἔχουν καὶ τὰ ὅσα παραθέτει ἡ σ. γύρω ἀπὸ τὴ λεγόμενη θρησκευτικὴ συμπεριφορὰ τῶν παλιῶν Σκοπελίτῶν.

Κάποιες σελίδες, λοιπόν, ἀφιερωμένες στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα καὶ τὸ Πάσχα θὰ προσπαθήσω νὰ θυμίσω στὸν κάθε εὐαίσθητο Σκοπελίτης, μέρες ποὺ εἶναι, ὥστε νὰ καταλάβει ὄτι ὁ τόπος μας ἔχει φωτεινὴ καὶ πλούσια παράδοση. Παράδοση παντρεμένη ὑπέροχα μὲ τὴν Ὀρθόδοξη πίστἦ, ὥστε νὰ μποροῦμε μὲ βεβαιότητα νὰ ἐπαναλαμβάνουμε τὸν κορυφαίο λόγο τοῦ γείτονα λογογράφου Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη, ὁ ὁποῖος ἔγραφε γιὰ τὴ Σκιάθο: «Ὤ, πατρίς μου μικρά, πόσο μεγάλη εἶσαι ἐν τῇ θρησκείᾳ Σου». Καὶ μήπως τὸ ἴδιο δὲν ἰσχύει καὶ γιὰ τὴ Σκόπελο;

Στὶς δεκαενιὰ σελίδες ποὺ ἀφιερώνει ἡ σ. στὴ Μεγαλοβδομάδα καὶ τὸ Πάσχα (σ. 286-305), κοιτάζει νὰ συμπυκνώσει παιδικὲς μνῆμες καὶ νοσταλγικὲς στιγμές μὲ τὶς λατρευτικὲς συνήθειες τοῦ τόπου, ξεχασμένες σχεδὸν σήμερα. Ἔτσι, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαῒων, ἀνοίγει τὴ νοσταλγικὴ καὶ ραντισμένη μὲ εὐαιασθησία,περιήγηση στὴ σκοπελίτικη Μεγαλοβδομαδα κάποιων ἄλλων ὅμως καιρῶν, ποὺ τόσο συγγενεύουν μὲ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους περιγράφει (γιατί, ἀσφαλῶς, τὶς ἔχει ζήσει) ὁ ἄλλος μεγάλος γείτονάς μας, ὁ Παπαδιαμάντης.

Τρυφερές, χαριτωμένες καὶ ἀθάνατες οἱ Μεγαλοβδομαδιάτικες ὧρες καὶ μέρες ποὺ περιγραφει μὲ τόση συγκίνση ἡ σ. Ἀπὸ τὶς ὁποῖες πιστεύω ὅτι ἔχει ταμιεύσει τὰ πιὸ χαρισματικὰ καὶ ἀλησμόνητα βιώματα. Γιατὶ μπορεῖ κανεὶς νὰ ταξιδεύει, νὰ γνωρίζει τόπους ὀνομαστούς, ὅμως ἐκεῖνα τὰ χλωρὰ ἀκόμα καὶ ἀρυτίδωτα βιώματα ἀπὸ τὸν καιρὸ τὸν εὐαίσθητο τῆς παιδικῆς ἤ καὶ ἐφηβικῆς ἡλίκιας εἶναι ποὺ διακρατοῦν τὸ εἶναι ὄρθιο μέσα στὶς καταιγίδες τῆς στυγνῆς καθημερινότητας. Μὲ λίγα λόγια ἐκεῖνο τὸ εὐκατάνυκτο περιβάλλον τοῦ χωνεμένου ναοῦ στὸ ἐαρινό μυρωμένο ἀπόβραδο μὲ τὸν σιωπηλὸ «ἀγκαθοστεφανωμένο» (σ. 288) Νυμφίο νὰ λιτανεύεται, νομίζω πὼς δύσκολα λησμονιέται, ὅσες ἄλλες παραστάσεις κι ἄν δεῖ κάποιος καὶ τὶς θαυμάσει. Ὅπως ἐπίσης δὲν ξεπερνιέται εὔκολα ὁ στολισμὸς τοῦ Ἐπιταφίου μὲ ἄνθη ἀναθρεμμένα στὶς αὐλὲς τῶν σπιτιῶν (ὅπως οἱ περίφημες κάλες μὲ τὸ ἁπαλὸ ἀχνοκίτρινο χρῶμα, ποὺ στόλιζαν ὅπως καὶ στὸ Κλῆμα τὰ τέσσερα φανάρια (σελ. 298), ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς γύρω ἀγρούς - μὲ κίνδυνο μάλιστα νὰ συγκεντρωθοῦν λόγω τοῦ ἀναταγωνισμοῦ, γιατὶ μὴν τὸ ξεχνᾶμε τέσσερεις Ἐπιτάφιοι ἔπρεπε νὰ στολιστοῦν (σελ. 296-297). Κι εἶχε μιὰν ἄλλη χάρη ὁ στολισμὸς ἐκεῖνος, γιατὶ ἦταν ἀποτέλεσμα προσφορᾶς καὶ κοινῆς προσπάθειας τῶν ἄξιων γυναικῶν τῆς ἐνορίας, ὥστε νὰ παρουσιάσουν ἕνα ἔργο τῶν χειρῶν τους σεβασμοῦ καὶ τιμῆς ἄξιο- λὲς κι ἦταν μιὰ ἰδιότυπη προσευχή (καὶ μήπως ἡ κάθε «στολίστρα» ἐκείνη τὴν ὥρα ποσες παρακλήσεις δὲν ἔκαμε ἀπὸ μέσα της!!!).

Δὲν εἶναι καὶ λίγες οἱ εἰκόνες ποὺ μᾶς παρουσιάζει μὲ ἀνάγλυφο, φωτεινὸ καὶ ζωντανὸ λόγο ἡ σ. Εἰκόνες ἀπὸ τὴ λιτανεία τοῦ Ἐπιταφίου μὲ τὸ ἀξεπεραστο «σᾶς bαταλάραμι» (σελ. 296, 300) ποὺ κλείνει μὲ τὴ συγκινητικὴ ποιητικὴ ἀποστροφή: «Κι ἡ νύχτα πενθώντας ντυμένη μέσα στὰ μαῦρα νὰ μᾶς ἀκολουθεῖ..» (σελ. 300).

Εἶναι γνωστὸ πὼς ἡ παράδοσή μας θέλει τὴν κάθε γιορτὴ νὰ τὴν ὁλοκληρώνει ἡ ἑορταστικὴ ἡ τράπεζα, ὅπου παρατίθενται ὅλα τὰ ἀγαθὰ γιὰ νὰ εὐφρανθεῖ ἡ οἰκογένεια. Κι ἡ νύχτα τῆς Λαμπρῆς, ἡ κορυφαία δηλ. καὶ μοναδικὴ νύχτα τοῦ ἐτήσιου κύκλου ἦταν καὶ εἶναι εὐτυχῶς ἀκόμα μιὰ μικρὴ πανήγυρις γιὰ τὸν πιστὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ.

Ἀπὸ τὶς πλέον θαυμάσιες καὶ πέρα γιὰ πέρα βιωματικὲς σελίδες ποὺ ἔχουν γραφεῖ «μὲ τῆς καρδιᾶς τὸ αἷμα», ὅπως λέει κι ὁ ποιητὴς, εἶναι κι αὐτές, ποὺ ἡ σ. βαθύτατα συγκινημένη ἀναπολεῖ τὸ πασχαλινὸ τραπέζι μὲ ὅλη τὴν οἰκογένεια γύρω του νὰ γεύεται τὰ καλὰ τοῦ Θεοῦ μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση, γιατὶ ἦταν Πάσχα, «ἡ ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν καὶ ἡ Πανήγυρις τῶν Πανηγύρεων» Καὶ συμπληρώνει ἡ σ. μὲ μιὰ de profundis συγκλονιστικὴ ὁμολογία. «Καὶ τί δὲ θά ΄δινα νὰ μποροῦσα νὰ γυρίσω γιὰ ἕνα μόνο δευτερόλεπτο πάλι, σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα! Νὰ ξαναζήσω ἔστω καὶ γιὰ μιὰ στιγμὴ τὴν ιλαρότητα τοῦ τραπεζιοῦ τὴς Ἀνάστασης μὲ τοὺς γονιούς μου νέους... τὴν ἀδελφή μου νὰ τιτιβίζει καὶ νὰ ἀστειεύεται καὶ ὅλη ἐκείνη τὴ χαρούμενη ἀτμόσφαιρα ποὺ φρόντιζε νὰ μᾶς δημιουργεῖ ἡ Μάνα...» (σελ. 304).

Ἀλήθεια, πόσοι καὶ πόσοι δὲν θὰ ἐπιθυμούσαμε νὰ ξαναβρεθοῦμε μαζὶ μὲ τὰ ἀγαπημένα μας πρόσωπα τέτοιες μέρες, ὥστε νὰ ὁμολογήσουμε μαζί μὲ τὸν ἀξεπέραστο Παπαδιαμάντη τό, «Γλυκεῖα Πασχαλιά, ἡ μήτηρ τῆς χαρᾶς! Γλυκεῖα μήτηρ, τῆς Πασχαλιᾶς ἡ ἐνσάρκωσις!» Καὶ μήπως ἔτσι δὲν εἶναι; Χωρὶς τὴν μητρικὴ φροντίδα καὶ τρυφερίοτητα νοεῖται «γλυκεῖα πασχαλιά»;

Διαβάζοντας, λοιπόν, μὲ προσοχὴ αὐτὲς τὶς πασπαλισμένες νόστο καὶ ἁγνότητα σελίδες τῆς σ. μπορεῖ κανεὶς νὰ διακρίνει τό πόσο ἔχουν διαφοροποιηθεῖ τὰ πράγματα ἀπὸ κεῖνο τὸ χαριτωμένο χτὲς στὸ ἀγχωτικὸ καί, δυστυχῶς, ὑπερβολικὰ ἐκκοσμικευμένο σήμερα. Καὶ ἀσφαλῶς νὰ βγάλει τὰ συμπεράσματά του.

π. κ. ν. κ.

υ. γ. Ἡ φωτ. εἶναι τῶν ἀρχῶν τῆς δεκαετίας τοῦ 1950 καὶ εἰκονίζει τὸν Ἐπιταφιο τῆς ἐνορίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀνήκει στὴν δ. Χαρίκλεια Στ. Στιβαχτή, τὴν ὁποία καὶ εὐχαριστῶ γιὰ τὴν προσφορά.

Κυριακή 1 Απριλίου 2018

Γιώργου Λέκκα: ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΟ (νέο ποίημα)


Με το 'να μάτι να κοιτάει αριστερά
και τ’ άλλο πάντα δεξιά απ’ το παρόν
όχι να πούμε «σ’ αγαπώ»
μα ούτε καν «ευχαριστώ» μπορούμε.
Καθώς τα πάθη μας μάς κλέβουν το παρόν
μοιάζει απλώς να ονειρευόμαστε πως ζούμε.
Κι εσύ, που ήξερες  την αλήθεια, ποιητή
πώς δέχτηκες στη θέση σου να ζήσει κάποιος άλλος;
31.3.18

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.]

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ (ποίηση)



Α΄ Στάση

Πάλλευκες καί μοβ
Πρώτων Χαιρετισμῶνε
οἱ βιολετοῦλες

πρός Ἐκείνην πού
σύγκορμη πῆρε Φωτιά
καί δέν ἐκάη.


Β΄ Στάση

Ἀναβιώνω
τούς καημούς τῆς Ἄνοιξης
χαριέστατους
βιδωμένους ἄγγελους
στά δέν καί στά γιατί μου.

Κι ἄν μέσα βρέχει
νεουργεῖς τίς πιό παλιές
τῶν αἰσθήσεων
καθώς τήν ὡραιότη
ποτέ μου δέν ἔμαθα.


Γ΄ Στάση

Στό πούσι ἀπόψε
ἀχρείων ψελλίσματα
ὀρθώνουν μπόι
καί στήν πολυκοσμία
τά λόγια μου τα χάνω

ὥσπου προκύπτουν
Ρωμανοῦ μελίσματα
ἀνθοί τοῦ Μάρτη
ἄνοιξη ὀρθάνοιχτη
ὅλο χαρές καί χάρες.


Δ΄ Στάση

Ἐνώπιόν της
προσδοκῶ τίς λέξεις μου
ἐκ τοῦ μή ὄντος
νά τίς κάμω ποίημα
ἀθανατίζοντάς τες

καί τότε νάτες
συνωδίες τῶν φίλων
δεκαοχτοῦρες
σηκώνουν τό καπάκι
τῆς παραμέσα μνήμης.

Στό βάθος νερά
ἑορτῶν ἀπόκερα
θραύσματα τζαμιοῦ.
Τῶν λυπηρῶν ἡ θέα
δέν εἶναι γιά χόρταση.

Δέν ἀπελπίζω.
Κρατάω ἀναμμένα
τά σώματα πορείας.
Ἡ κρυφή σου Ἀράχνη
ἔχει κι αὐτή ψυχούλα.

(Μεγάλη Σαρακοστή 2008)

[Από τον συγκεντρωτικό τόμο των ποιητικών συλλογών του Παναγιώτη Καποδίστρια, Καμένες πεταλούδες, εκδ. επί-γνωση Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2010, σσ. 438-440.]


Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

π. Παναγιώτη Καποδίστρια: ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΕΡΩΣ (ποίηση)


Του Γιάννη Κωμαΐτη 

α΄ 
 Σαύρα στον ήλιο 
προεξοχή ονείρου 
αινιγματώδης. 

Όλοι ένας-ένας. 
Αχ αίμα τεθλασμένο 
μάθε μας πότε. 

 Έφυγε πάνω 
μοβ αναρριχώμενο 
ανεπιστρεπτί.  

Ο υπνοβάτης 
σωπαίνει κι όμως ξέρει- 
δούρειος έρως. 

 Στέρνα του Άδη 
νερά ώς την ψυχή μου. 
Τ’ άλλα παρήλθαν. 

 Φεύγω μέσα μου. 
Έτσι κι αλλιώς το Χάος 
μάς περιλούει. 


β΄ 
Κουφή βδομάδα 
στον διάδρομο ακάθιστος 
φτωχός και πένης. 

 Περίφρακτο φως 
καρφιτσωμένη ελπίδα 
στο νυχτικό σου.  

Ευκολόπιστη 
ωραία περήφανη 
διανυκτερεύεις. 

 Μεγάλη Πέμπτη 
στα κάτεργα του σώματος 
και στάζεις ήλιο. 

 Τα νεραντζάνθια 
είχαν την ευωδία 
του Εσταυρωμένου. 

 Νύχτα στη νύχτα 
τον περιαύλιο φόβο 
πες τον Αγάπη. 

[Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», 4-30.4.1995, έξω από τη Μ.Μ.Ο. Από το βιβλίο, Παναγιώτη Καποδίστρια, Ενύπνιο μετά τρούλλου, 1999, σσ. 16-19]

Σάββατο 17 Μαρτίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΑΡΙΝΕΣ ΔΙΔΑΧΕΣ

ἤ, Τῶν θείων Χαιρετισμῶν τὰ ἀνάλογα ποιμαντικὰ βιώματα 
«Χαῖρε σεπτοῦ Μυστηρίου θύρα...»

Στὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πέργης κ. Εὐάγγελο, ταπεινό, υἱϊκὸ εὐχετήριο


Ἀνοιξιάτικο ἀπόβραδο μὲ τὴν εὐωδιαστὴ ἀνάσα τῆς νύχτας ποὺ σιμώνει,  νὰ μυρώνει τὸν τόπο καὶ τὶς ψυχές μας. Εὐωδιάζει κι ὁ ναὸς ἀπὸ τὸ μοσχοθυμίαμα, ποὺ συνοδεύει αὐτὰ τὰ ἀτέλειωτα «Χαῖρε», τὰ ὁποῖα καὶ Τῆς προσφέρουμε. Τὰ προσφέρουμε στὰ πάντερπνα αὐτὰ τ᾿ ἀπόβραδα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, λίγο πρὶν ἀνατείλει τὸ Σαββατοκύριακο. Λίγο μετὰ ἀπὸ τὴν ντυμένη τὰ μώβ Προηγιασμένη. Τὰ προσφέρουμε δηλαδή, στὸ σύνορο ἐκείνων τῶν ἱεροκατάνυκτων στιγμῶν, ὅπου καλούμεθα νὰ ξεδιπλώσουμε λίγο τὶς ψυχές ἀπὸ τὸ πένθος τῆς κάθε Σαρακοστιανῆς Ἑβδομάδος καὶ μὲ κλειδὶ τὴν Χάρη Της ν᾿ ἀνοίξουμε λίγο τὴ θύρα τοῦ ἐλέους Του γιὰ ν’ ἀνασάνουμε ἀναστάσιμη αὔρα, ποὺ μᾶς τὴν προσφέρουν οἱ θεῖες λειτουργίες τοῦ Σαββατοκύριακου. 

Γι᾿ αὐτὸ κι ἡ κάθε βραδυὰ τῶν Χαιρετισμῶν μέσα στὴν Σαρακοστὴ εἶναι μιὰ εὐκαιρία γιὰ ἀνανέωση τῆς εὐεργεσίας ποὺ νοιώθουμε γιὰ Ἐκείνη. Γιατὶ κι ἐδῶ, στὸν καιρὸ τῆς Νηστείας, μεριμνᾶ γιὰ τὸν κόσμο. Ὅπως πάντα δηλαδή. Μεριμνᾶ κὰι τοῦ συμπαρίσταται «σκέπη [γίνεται] καὶ προστασία κι ἀντίληψις καὶ καύχημα». Ἔτσι, μὲ συγκίνηση τῆς προσφέρουμε, μαζὶ μὲ τὰ δάκρυα τῆς εὐγνωμοσύνης μας, τὰ ἀτέλειωτα «Χαῖρε», γνωρίζοντας πολὺ καλὰ πὼς αὐτὴ ἡ χαρὰ ἐπιστρέφεται καὶ σὲ μᾶς. Κι εἶναι αὐτὴ ἡ χαρά, ὄχι τοῦ  κόσμου τούτου, ἀλλὰ τῆς ἴδιας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ὁποία διὰ στόματος τοῦ Ἀποστόλου Της εὔχεται στοὺς πιστούς Της: «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε» (Φιλιπ. 4,4). Τῆς καταθέτουμε, λοιπόν, τὸν ταπεινό χαιρετισμό μας, γιατὶ γνωρίζουμε ὅτι ὄντως εἶναι ἡ θύρα ποὺ μᾶς εἰσάγει στὸ magnum mysterium. Τῆς θείας Ἐναθρωπήσεως τοῦ Λόγου τὸ μέγα καὶ ἱερὸ Μυστήριο, ποὺ εἶναι τῆς σωτηρίας μας τὸ κεφάλαιο. Μυστήριο ποὺ ξεκίνησε Ἐκείνη τὴν ἄχραντη ἡμέρα τοῦ θείου Της Εὐαγγελισμοῦ μὲ τὴν ἀφιέρωσή Της στὸ θεῖο σχέδιο τῆς Οικονομίας Του μὲ τὴ φωτεινὴ κι ἁγνὴ τὴν ἔκφραση: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λκ.1, 38). Λόγος, ποὺ γίνεται θεμέλιο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐκφράζεται ὡς ὑπόσχεση ἀπὸ ἄνθρωπο πρὸς τὸ Θεό. Ὑπόσχεση γιὰ μιὰν νέα Ἔξοδο τοῦ περιούσιου λαοῦ Του ἀπὸ τὴ νοητὴ τὴν Αἴγυπτο τῆς αἰχμαλωσίας καὶ τῆς ἁμαρτίας, στὸν Παράδεισο, «δι' ἧς ἠνοίχθη», ἀφοῦ Ἐκείνη εἶναι «ἡ κλεῖς τῆς Χριστοῦ Βασιλείας» καὶ «Παραδείσου θυρῶν ἀκοικτήριον». 

Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν ἀφήσουμε τὴ χαρά μας γιὰ τὶς εὐεργεσίες Της, ὥστε νὰ γίνει ἑσπερινὸ πανευῶδες θυμίαμα καὶ νὰ ἀνεβεῖ σιμά Της; Τῆς τὴ χρωστοῦμε αὐτὴ τὴ χαρὰ ποὺ ἀπολαμβάνουμε αὐτὲς τὶς θεοφιλέστατες βραδυὲς τῆς κάθε Παρασκευῆς τῆς Μ. Σαρακοστῆς. Γιατὶ μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὴν ἄλλη, τὴν ἀπύθμενη χαρά, ἐκείνη τῆς Ἀναστάσεως . Τὴ χαρὰ ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ ἕνα μαρτύριο κι ἕνα θάνατο: Ποὺ δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι, «ἰδοὺ γὰρ ἦλθε διὰ τοῦ Σταυροῦ, χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ». Κι ἔτσι δὲν εἶναι;

π. κ. ν. κ.

Related Posts with Thumbnails