© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ "ΕΝ ΘΛΙΨΕΙ ΕΠΛΑΤΥΝΑΣ ΜΕ..."

Π. Β. Πάσχος, «Ἐν θλίψει πλάτυνάς με...» Ποιήματα, ἐκδ. ΠΑΡΡΗΣΙΑ, Ἀθήνα 2017, σ. σελ. 102

Μὲ ἱερὴ συγκίνηση κρατῶ στὰ χέρια μου τὴ νέα ποιητικὴ συλλογὴ  τοῦ πολυσέβαστου καὶ ἀγαπητοῦ μου κ. Π. Β. Πάσχου, ποία φέρει τὸν τίτλο «Ἐν θλίψει πλάτυνάς με...». πιτυχὲς, ὄντως, τὸ  δάνειον π τὸν Ψαλμό 4, 2, ποὺ ἐκφράζει πλήρως τὸν ψυχισμὸ τοῦ ποιητῆ, ἀλλὰ καὶ εἶναι πόλυτα συντονισμένο μὲ αὐτόν. Πρόκειται γιὰ τὴν δεκάτη ὀγδόη συλλογὴ ποιημάτων τοῦ κορυφαίου ποιητῆ καὶ Διδασκάλου, ποία καὶ ποδεικνύει σαφῶς τὴν λαμπρὴ διαδρομὴ τοῦ Π. Β. Π. π τὸ 1964, τότε δηλαδή, ποὺ ἦρθε στὸ φῶς τῆς δημοσιότητος πρώτη του ποιητικὴ συλλογή «Μυστικὸν Ἔαρ», ἴσαμε σήμερα. Πρὶν π πενηντατρία χρόνια... Μισὸ αἰῶνα καὶ κάτι, δηλαδή.
Τὰ ὀγδόντα, λοιπόν, ποιήματα ποὺ στεγαζει ἐν λόγῳ νέα συλλογή, καὶ τὰ ποῖα χωρίζονται σὲ τρεῖς ἑνότητες, μᾶς χαρίζουν -ὅταν τὰ πλησιάσουμε μὲ τὴν δέουσα προσοχή-μιὰ παραμυθία κι ἕνα δέος, ποὺ πραγματικὰ ἀναπαύει.

Τώρα ἔρημος ζεσταίνεται π μνῆμες
κ χλόη ἀνθίζει ἀστρολούλουδα (σελ. 22)

Κι ἀλλοῦ,

Μὴ λὲς πὼς πέθαν χαρά. Τραβάει
δρόμο δικό της καὶ σφυρηλατώντας
τὸ χρόνο μὲ αὐλοὺς οὐράνιους
χαρίζει τῶν πουλιῶν τὴν ἔξαρση
νὰ ξαναβγοῦνε στὸν αἰθέρα. (σελ. 28)

Προσέχοντας τώρα τὶς ὀνομασίες ποὺ ἔχει δώσει στὶς τρεῖς ἑνότητες τῶν ποιημάτων του Π., παρατηροῦμε ὅτι κάθε μιὰ ἐνέχει τὴ δικιά της σημειολογία. Δηλαδή, προσπαθεῖ ποιητὴς μέσω αὐτῶν νὰ χαρτογραφήσει τὴν πνευματική του πορεία, ποία ξεκινᾶ μὲ «στιχηρὰ ψελλίσματα», γιὰ νὰ συνεχιστεῖ μὲ «κατανυκτικὰ θροΐσματα» καὶ στὸ τέλος, νὰ σφραγίσει αὐτὴ τὴν διαδρομὴ μὲ τὴν «εὐδοκία θλίψεως». Κι ἐδῶ εἶναι τὸ μέγα ζητούμενο, γιατὶ αὐτὴ εὐδοκία μεταποιεῖται μέσω τῆς Πίστεως, ποὺ ἀδιαμφισβήτητα στηρίζει τὸν ποιητή, σὲ κυοφορία λόγου. Λόγου ποιητικοῦ. Παναπεῖ προσευχητικοῦ:

Κύριε, λίβανο καὶ σμύρνα καὶ χρυσὸ
δὲν ἔχω· κι οὔτε σπάργανα ζεστά
Φάτνη καὶ σπήλαιον ἀνήμερων παθῶν
ὅλ πεντάφτωχη ψυχή μου
.................................
Μὴν ἀρνηθεῖς νὰ γεννηθεῖς κι πόψ᾿ ἐντός μου
Ἄσμα καινὸν θὲ να  σοῦ ψάλω τὴν αὐγή
δική Σου Γέννηση, δικό μου λυτρωμό (σελ. 77).

Ὅμως αὐτὸ ποὺ συγκλονίζει κυριολεκτικὰ τὸν ἀναγνώστη εἶναι ἄσβηστη μνήμη τοῦ ποιητῆ, ποὺ τὸν συντηρεῖ, ἄλλωστε, ἀφοῦ λατρεία γιὰ τὸν τόπο του, τὴ χιλιοτραγουδισμένη Λευκοπηγή εἶναι πιὰ γνωστή (βλ. τὴν ὁμότιτλη ποιητικὴ συλλογή Λευκοπηγή, ποὺ κυκλοφορήθηκε τὸ 1971 π τὸν «Ἀστέρα» καὶ ἐμπλουτισμένη τὸ 1994 π τὶς ἐκδόσεις Ἁρμός).
Ἔχω τὴν ἐντύπωση πὼς ἄν συγκεντρωθοῦν τὰ ποιήματα τοῦ Π. ποὺ ἔχουν ὡς πηγὴ ἐμπνεύσεως τὴν Λευκοπηγή καὶ ἀναλυθοῦν μὲ προσοχὴ καὶ μεράκι, τότε θὰ μπορέσουμε νὰ ἔχουμε μιὰ αὐτοβιογραφία τοῦ ποιητῆ, μὲ ρίζα πάντα τὰ παιδικά του τὰ χρόνια.

Χριστούγεννα, κ ἐγὼ κινῶ πάντα ἐρημίτης
Κι ὁδοιπόρος στὰ βουνὰ ποὺ ἔχω χιλιοπερπατήσει
Μονάχος μὲ τὸ κοπάδι κάποτε. Τὰ βήματα
μὲ φέρνουν σὲ κλεισμένους  π κέδρα καὶ πουρνάρια
δρόμους, σὲ παλιομάντρια ἐρειπωμένα
 που ἀναπαύονται π χρόνια ματωμένες ἱστορίες.
Παπποῦδες καὶ μπαρμπάδες μου ἐδῶ παλάιψανε....
......κι ἔχουν ἀφήσει τὰ σημάδια τους: ντουβάρια
πεσμένα (σελ. 51).  

Εἶναι ἀλήθεια, πὼς ὅταν διαβάζει κανεὶς αὐτὰ τὰ ποιητικὰ συναξάρια τῶν ταπεινῶν κι ἁγίων ποιμένων, εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ ριγήσει π τὴν ἱερὴ συγκίνηση ποὺ αὐτὰ ποπνέουν, πως κι οἱ παρακάτω στίχοι, ποὺ ποτυπώνουν πίσης  καὶ εἰκόνες μοναδικές.

Ἰορδάνης ξεκινοῦσε π΄ τὸ τριμμένο πετραχήλι
τοῦ παπα-Μάρκου στὸν Ἁη-Πρόδρομο·
πλημμύριζε  μὲ τ᾿ ἁγιασμοῦ  τὸ φέγγος ὅλη μας τὴν ἐκκλησιά.
......................................
« Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου, Κύριε....» Ὕστερα΄
 παίρναμε τὸ κανάτι μὲ τὸν ἁγιασμό καὶ τρέχαμε
πρῶτα ν᾿ ἁγιάσουμε τὸ σπίτι, τὸ μπαχτσέ, τ᾿ ἀμπέλια,
 τὸ σταῦλο μὲ τὰ ζωντανά, τὸ μακρινὸ μαντρί, τοὺς ἀχυρῶνες.... (σελ. 52)

 Δὲν τὸ κρύβω πὼς νοιώθω ἔνοχος, καθὼς ἀφήνω ἀσχολίαστα κι ἄλλα ποιήματα, ποὺ δὲν τὰ ξεπερνᾶς εὔκολα. πως π. χ. τὸ ποίημα «Ποῦ θὰ μὲ βρεῖ», που μὲ βαθειὰ εἰλικρίνεια Π. δίνει τὸ στίγμα τῆς πορείας του μέσα στὸ χρόνο, ἀλλὰ καὶ τὴν Τέχνη. Γι αὐτὸ καὶ συμβουλεύει ποιον τὸν ἀναζητεῖ νὰ μὴν τὸν ψάχνει (μονάχα) στὰ δροσερὰ πλατάνια καὶ τὶς ἀγέρωχες λεῦκες τῆς Λευκοπηγῆς: Ἀρκεῖ μονάχα

...τὰ δρομάκια
τῶν στίχων [του] νὰ πάρει καὶ νὰ ἰδεῖ, ἀνάμεσα
στὶς λέξεις ὅλη [του] τὴν πεῖνα καὶ δίψα... [του] (σελ. 43).

Πείνα καὶ δίψα γιὰ Θεὸ ποὺ τὸν φωτίζει  καὶ τὴν Ποίηση ποὺ συνειδητά, πεύθυνα καί, προπάντων, φιλάνθρωπα, διακονεῖ. Τὸ λέει κι ἴδιος, ἄλλωστε:

Μικρὴ ὁμολογία
ἀληθινὴ ποίηση καταγράφει πάντα,
 μὲ εἰλικρίνεια κ᾿ εὐαισθησία
τὰ βάθη τῶν πληγῶν τοῦ αἵματος
καὶ τὶς κινήσεις τῶν παθῶν τοῦ πνεύματος. (σελ. 5)

Ἕνα εὐχόμαστε, καθὼς κλείνει αὐτὸ τὸ γραφτό: σύντομα νὰ δοῦμε τὴ δέκατη ἔνατη ποιητική συλλογή πολυαγαπητέ μας, κύριε Παντελή.

π. κ.ν.κ.

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

Για το βιβλίο του Αντώνη Σανουδάκη-Σανούδου “ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ. Δραματουργική μεταγραφή και μετάφραση” Ηράκλειο, 2017

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Το Άσμα Ασμάτων, το ωραιότερο ποιητικό έργο της Παλαιάς Διαθήκης, έχει κερδίσει την αγάπη του παγκόσμιου κοινού αλλά και το ενδιαφέρον πολλών ποιητών, οι οποίοι ανέλαβαν να το μεταφράσουν στη γλώσσα της χώρας του και της εποχής τους. Για τα ελληνικά Γράμματα αυτή την ευθύνη ανέλαβε ο μεγάλος μας ποιητής Γιώργος Σεφέρης.

Ο Αντώνης Σανουδάκης-Σανούδος στην πολύχρονη ενασχόλησή του με όλα τα είδη γραπτού λόγου –δέκα ποιητικές συλλογές, τρεις σειρές διηγημάτων, τριάντα μία μαρτυρίες αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, λαϊκά παραμύθια, μελέτες για την Ιστορία της Λογοτεχνίας- γνώρισε πολλές τιμές και τιμήθηκε με πολλά βραβεία. Σήμανε επομένως και η δική του ώρα για τη μεταγραφή-μετάφραση του σπουδαίου αυτού έργου. Και για όποιον ρωτήσει, προς τι μια, ακόμη, μετάφραση και μάλιστα όταν προϋπάρχει η μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη, η πιο πρόσφορη απάντηση είναι αυτή του Κώστα Γεωργουσόπουλου: και οι μεταφράσεις γερνάνε και θέλουν ανανέωση. Αν θέλουμε μια πιο προσωπική απάντηση θα δεχτούμε την επωδό του Λουί ΙΔ΄ car tel est mon plaisir και σε απλά Ελληνικά, γιατί έτσι μου αρέσει. Και αν κάποιος πει ότι αυτή η απάντηση είναι εγωιστική, ας την διατυπώσουμε αλλιώς, προσθέτοντας κάτι και από τη δική μας επιθυμία: Γιατί έχω καημό κι εγώ να νιώσω και να απολαύσω το έργο στη γλώσσα που μιλάω σήμερα.

Ο Σανουδάκης, πριν μπει στο σώμα του κειμένου, κάνει μια εκτενή και εμπεριστατωμένη εισαγωγή, στην οποία μας πληροφορεί ότι ο Π. Ν. Τρεμπέλας θεωρεί το Άσμα Ασμάτων «οιονεί είδος τι παλαιού ελληνικού ειδυλλίου» και ο Μ. Βασίλειος «ως επιθαλάμιον ωδήν δραματικώς περιπεπλεγμένην».

Ποιος είναι ο συγγραφέας αυτού Άσματος δεν γνωρίζουμε. Άλλοι, λέει ο Σανουδάκης, το αποδίδουν στον Σολομώντα, λόγω του πρώτου στίχου του: «Άσμα Ασμάτων ο εστί τω Σαλωμών», άλλοι λένε ότι το έγραψε κάποιος σύγχρονός του και άλλοι ότι είναι επινόηση πολλών συγγραφέων του 4ου αιώνα -την άποψη αυτή υποστηρίζει και ο Σεφέρης και ο Edouard Dhorme- και ότι είναι συλλογή λαϊκών, γαμήλιων ασμάτων. Από τους μελετητές άλλοι το θεωρούν λυρικό ποίημα για δύο πρόσωπα (αδελφηδό και Σουλαμίτιδα), άλλοι θεωρούν ότι έχει θεατρική μορφή. Ο Σανουδάκης τάσσεται, εν μέρει όμως, με την άποψη των τελευταίων, διότι επισημαίνει ότι το Άσμα έχει υποτυπώδη δραματουργική δομή και στηρίζει την επιχειρηματολογία του ως εξής: το έργο, ανεξαρτήτως του ποιος είναι ο συγγραφέας και ποια η μορφή του, γεννήθηκε στην ποιμενική εποχή του Ισραήλ, με τη χρήση των μαγικών και αιμομικτικών στοιχείων. Κάποιος Εβραίος ελληνιστής του έδωσε μορφή ελληνικού δράματος των κλασικών χρόνων. Η μορφή που πήρε, τελικά, ως ερωτικό δράμα, ήταν της «νέας αττικής κωμωδίας», και αυτή είναι η μορφή που έλαβαν υπόψη τους και οι Ο΄ εβδομήκοντα (72 για την ακρίβεια) ελληνιστές Εβραίοι που μετέφρασαν το έργο μαζί και τα υπόλοιπα βιβλία της Π.Δ. την εποχή του Πτολεμαίου Β΄ του Φιλαδέλφου.

Το έργο «θεωρήθηκε σαν τραγούδι αλληγορικό, με θρησκευτικό νόημα» από τους ραβίνους της Συναγωγής, οι οποίοι θεώρησαν ότι η Σουλαμίτις είναι η Συναγωγή και ο αδελφηδός ο ραββίνος. Τον 5ο αι. μ. Χ. η Σουλαμίτις είναι η Εκκλησία και αδελφηδός ο Ιησούς. Κι έτσι έχει επιβιώσει και ως αλληγορικό- θρησκευτικό ποίημα και ως λογοτεχνικό-ερωτικό.

Ο Σανουδάκης, με τη μεταγραφή-μετάφρασή του, επεχείρησε να παρουσιάσει το έργο δραματουργικά. Δηλαδή το μετέγραψε και το μετέφρασε με στόχο να παρασταθεί στο θέατρο, γιατί, όπως και ο Σεφέρης, υποψιάζεται ότι υπάρχει και τρίτο πρόσωπο, ήτοι ο Σολομών, ενώ άλλοι είναι σίγουροι γι’ αυτό. Και ένα τελευταίο είναι η παρουσία του Χορού που ενισχύει την άποψη του μεταφραστή ότι πρόκειται για «μίμησιν πράξεως», δηλαδή δράμα.

Ως προς το θέμα, η Σουλαμίτις απάγεται από στρατιώτες και οδηγείται στη σκηνή του Σολομώντος και στη συνέχεια στο ανάκτορο, όπου ο βασιλιάς προσπαθεί να την κερδίσει με ερωτόλογα, στην αρχή, και με το θάμπωμα του μεγαλείου, τη δεύτερη. Εκείνη, όμως, παραμένει πιστή στον αδελφηδό της και όλα τελειώνουν με χαρές, μουσικές και τραγούδια. Σε αντάλλαγμα δόθηκε ως δώρο στον βασιλιά ένα αμπέλι. Αυτό, όμως, το τέλος με τους «υπέροχους, μεταφορικούς στίχους, πλημμυρισμένους από άρωμα γυναίκας και όχι βουνών» το θεωρούν εμβόλιμο∙ τους μεταφράζουν ωστόσο, και θεωρούν ότι το έργο είναι λυρικό με δύο μόνο πρόσωπα και τον Χορό.

Για κείνους που υποστηρίζουν την παρουσία του τρίτου προσώπου και με την παρουσία του Χορού να επικουρεί, το έργο παραπέμπει στο αρχαίο δράμα.

Στην παρούσα μεταγραφή το Άσμα διαρθρώνεται σε Πρόλογο, Πάροδο, τρία Επεισόδια, δύο Στάσιμα και Έξοδο, πράγμα που είχε κατά νου ο Εβραίος τελικός διασκευαστής του. Την θεατρική απόδοση δέχεται και ο Τρεμπέλας.

Το έργο, δραματουργικά, παρουσιάστηκε σε θεατρικό αναλόγιο, με τις επιδοκιμασίες των καθηγητών της θεατρικής ομάδας του Νομού Ηρακλείου. Τους ρόλους απέδωσαν ηθοποιοί του ΘΟΚΝΗ, όπου ξεκαθαρίζεται πλέον ποιος μιλάει και τι λέει. Για την μεταγραφή χρησιμοποιήθηκε Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ, εκδ. ΖΩΗ, Αθήναι, 1950. Και η πολύ ενδιαφέρουσα Εισαγωγή κλείνει με τις ευχαριστίες προς την «ΤΥΠΟΚΡΕΤΑ» που ανέλαβε δωρεάν την έκδοση, τη φιλόλογο Αθανασία Ψαρουλάκη για την επιμέλεια του κειμένου και τον Μανώλη Σαριδάκη για την εξαιρετική εικονογράφηση του κειμένου με έξι έργα του.

Στο βιβλίο προτάσσεται η μεταγραφή-μετάφραση και ακολουθεί το πρωτότυπο.

Παραθέτω δείγμα της μετάφρασης και τα αντίστοιχα αποσπάσματα από το πρωτότυπο:

Στον κήπο με τις καρυδιές κατέβηκα
να δω του ποταμού βλαστάρια
να δω αν άνθισε το αμπέλι
και αν πέταξαν οι ροδιές ανθούς. (87)

Εις κήπον καρύας κατέβην ιδείν εν γεννήμασι
του χειμάρρου, ιδείν ει ήνθισεν η άμπελος,
εξήνθησαν αι ροαί.
*
Ποια είναι αυτή, που κατεβαίνει
στ’ άσπρα ντυμένη,
στον αγαπημένο της ακουμπισμένη; (108 α)

Τις αύτη η αναβαίνουσα λελευκανθισμένη,
επιστηριζομένη επί τον αδελφιδόν αυτής;
*
Νερά πολλά αδυνατούν να σβήσουν την αγάπη
κι οι ποταμοί δεν θα την πνίξουν (110)

Ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην,
και ποταμοί ου συγκλύσουσιν αυτήν.

Το κείμενο είναι μια απόλαυση∙ η μετάφραση στη γλώσσα μας, αλλά και το πρωτότυπο που λάμπει μέσα στην αιωνιότητά του. Η εισαγωγή ένα κείμενο γραμμένο με αγάπη και περισσή περίσκεψη. Άσμα Ασμάτων.


Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ

ἤ, Συμπερασματικὰ σημειώματα καθὼς κλείνει ἡ θύρα τοῦ ἐφετεινοῦ Δωδεκαημέρου
«Καί ὑπέστρεψαν οἱ ποιμενες δοξάζοντες καὶ αἰνοῦντες τὸν Θεὸς ἐν οἷς ἤκουσαν καὶ εἶδον»( Λκ. 2, 20)
Ἐπιστρέφουμε, λοιπόν, κι ἐμεῖς ἀπὸ τὴν Πανήγυρι, ἤ μᾶλλον ἀπὸ τὶς Πανηγύρεις ποὺ κι ἐφέτος μᾶς παραχώρησε, μὲ τὴν Χάρη Του, τὸ ἱερὸ Δωδεκαήμερο.
Πανηγύρεις θεοφεγγεῖς καὶ θεοφιλεῖς, ἀλλὰ περισσότερο σωστικές, ἀφοῦ ὁ σκοπός τους ἕνας εἶναι: νὰ κατανοήσουμε, ὅσο γίνεται βαθύτερα καὶ ἔμπιστα τὸ κάθε γεγονὸς ποὺ ἐορτάζουμε, ὥστε νὰ βιωθεῖ, νὰ σταθεῖ ἀνάχωμα στὴν ἀπελπισία καὶ στὴ φθορὰ ποὺ μᾶς κυκλώνει καί, κυρίως, νὰ γίνει ἡ βαθμίδα ἐκείνη ποὺ θὰ μᾶς πλησιάσει στὸν οὐρανό.
Ὑπάρχει στὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ διαβάζουμε στὴ Θ. Λειτουργία τῆς λησμονημένης, δυστυχῶς, γιορτῆς τῆς Περιτομῆς τοῦ Κυρίου, ὁ ἑξῆς πολὺ σημαντικὸς στίχος: «Καὶ ὑπέστρεψαν οἱ ποιμένες δοξαζοντες καὶ αἰνούντες τὸν Θεὸς ἐν οἷς ἤκουσαν καὶ εἶδον» (Λκ. 2, 20).
Ἀλήθεια, μπορέσαμε ποτὲ νὰ καταλάβουμε τὸ περιεχόμενο ποὺ κρύβουν αὐτὲς οἱ λίγες εὐαγγελικὲς λέξεις; Περιεχόμενο σωτηριολογικό, ἀλλὰ καὶ ἀνθρωπολογικό. Μὲ λίγα λόγια, γιὰ μιὰν ἐπιστροφὴ γίνεται λόγος ἐδῶ. Μιὰ ἐπιστροφὴ ἁπλοϊκῶν, φτωχῶν καὶ ἀπονήρευτων βοσκῶν ἀπὸ μιὰ σπηλιὰ τῆς Βηθλεέμ. Φυσικὰ ὄχι μιὰν οαδήποτε σπηλιά, ἀλλὰ ἕνα ἁπλὸ κοίλωμα τῆς γῆς ποὺ «ὡς τερπνὸν παλάτιον τῷ βασιλεῖ ἡμῖν δείκνυται». Ἐκε, λοιπόν, οἱ ποιμένες ἄκουσαν καὶ εἶδαν θαυμαστὰ γεγονότα, κορυφαῖα γεγονότα πέρα γιὰ πέρ’ ἀληθινά, καὶ, πρὸ πάντων, γεμᾶτα θεῖες ἀποκαλύψεις. Ἄγγελοι νὰ ὑμνοῦν μέσα στὴ νύχτα, ἀστέρας περίλαμπρος νὰ ἐμφανίζεται καὶ νὰ φωτίζει, νὰ καταυγάζει τὰ πάντα, μιὰ Μάνα νὰ κοιμίζει μέσα σὲ παχνὶ τὸ νεογέννητο κι ἕνας φτωχὸς μαραγκὸς νὰ κάθεται παραπέρα σκεφτικός καὶ συνάμα γοητευμένος ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀκούει καὶ βλέπει. Γιατὶ δὲν εἶναι καὶ μικρὸ πράγμα νὰ βλέπεις τοὺς Ἀγγέλους νὰ ἀνεβοκατεβαίνουν ψάλλοντας τό, «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ...», μήτε καὶ νὰ κουβεντιαζεις μαζί τους... Βλέπεις, «Θεὸς κάτεισι γὰρ ἐπὶ γῆς δι' ἔλεον», ὁπότε τὸ φρικτὸ Μυστήριο ποὺ ζεῖ, ἀργότερα θὰ συνειδητοποιήσει πόση μεγάλη θεία δωρεὰ ὑπῆρξε γι᾿ αὐτόν, ἕναν φτωχό, δηλαδή, κι ἁπλὸ ἄνθρωπο. Ὅπως δόθηκε στοὺς φτωχοὺς ποιμένες αὐτὴ ἡ θεία δωρεά. Γιατὶ μήτε πέρασε ποτὲ ἀπὸ τὸ νοῦ τους ὅτι θὰ συναντοῦσαν «τὸν φύσει ἀόρατον διὰ τὸν ἄνθρωπον». Κι ἐνῶ, λοιπόν, ὅλοι αὐτοὶ πένητες καὶ ταπεινοὶ ἦσαν μέχρι νὰ τοὺς δοθεῖ ἡ θεία εὐλογία τῆς προσεγγίσεως τοῦ ἱεροῦ καὶ Μεγαλου Μυστηρίου τῆς θειάς Σαρκώσεως, ἔλαβαν τέτοιον πλοῦτο μέσα τους, ποὺ τελικὰ τοὺς ἀνάπαψε καὶ τοὺς ἔντυσε συνάμα μὲ χιτῶνα φωτεινὸ ἁγιότητος καὶ θείας Ἀγαπης.
Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴν αἰνοῦν τὸν Θεὸ μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἄκουσαν καὶ εἶδαν; Καὶ τὸ κυριώτερο, μὲ πόσες θεῖες ἐμπειρίες ἐπέστρεψαν ...
Κι ἐδῶ τίθεται τὸ μέγα ἐρώτημα: Ἡ δικιά μας ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὴν προσέγγιση τοῦ μεγάλου Μυστηρίου τῆς θείας Σαρκώσεως, πῶς ἔγινε; Ποιὲς οἱ ἁγιασμένες ἐμπειρίες ποὺ πῆρε ὁ κάθενας, καθὼς προσέγγισε τὸ ἱερό Σπήλαιο καὶ τὴν θεοδόχο Φάτνη; Γιατὶ ἄν σκεφτεῖ τὴν φτώχεια ποὺ τὸν διακατέχει, τότε θὰ πλησιάσει μὲ εἰλικρινῆ συνείδηση, στε νὰ δεχθεῖ «πλοῦτον θεολογίας».
Εὐλαβικὰ ἀνεβαίνει τοῦτες τὶς ὧρες ἡ σκέψη στὰ ἱερὰ τὰ πρόσωπα τῶν παλαιῶν ἱερέων, τῶν φτωχῶν ἀπὸ κάθε ἄποψη διακόνων τῶν Μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, τῶν γίων προκατόχων μας. Ἐκείνων, δηλαδή, τῶν πραγματικὰ φτωχῶν καὶ παιδεμένων ἐφημερίων. Φτωχῶν, γιατὶ μήτε ἀκριβὲς ἱερατικὲς στολὲς εἶχαν, μήτε μισθό ἤ τυχηρὰ πολλά. Ἀρκοῦνταν στὸ «φιλότιμον» τῶν πιστῶν, καὶ δόξαζαν τὸ Θεὸ ποὺ εἶχαν πέντε δεκάρες, δυὸ προσφορα, ἀλλὰ καὶ ροῦχα καμωμένα ἀπὸ ἀποφόρια, κι ἀπὸ προῖκες ἀκόμα, καὶ δὲ νοιάζονταν ποιὸς θὰ πεῖ ἄν τὸ «χρυσοζούναρον» τῆς τάδε νύφης μεταποιήθηκε σὲ πετραχήλιο. (Τὰ ἀναφέρει αὐτὰ κι ὁ Παπαδιαμάντης γιὰ ὅποιον ἀμφισβητεῖ τὰ παραπάνω, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ξέρουμε, πὼς δὲν εἶναι βγαλμένα ἀπὸ τὸν νοῦ του. Γιατὶ βασίζονται σὲ ἀληθινὰ γεγονότα). Γι᾿ αὐτοὺς ὁ πραγματικὸς ὁ πλοῦτος ἦταν ἀλλοῦ. Ἦταν, στὸ νὰ βιώσουν οἱ πιστοί, οἱ νηστεμένοι καὶ συντονισμένοι πλήρως μὲ τὸ ἱερὸ κλίμα τοῦ Ἁγίου Σαρανταημέρου πιστοί, τὸ Μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου. Καὶ μαζί τους κι αὐτοὶ οἱ ἁπλοὶ παπάδες... Βλέπε κορυφαῖο παράδειγμα τὸ διήγημα τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Στὸ Χριστό, στὸ Κάστρο.
Μακάριοι ὅσοι κατορθώνουν νὰ φτάσουν στὴν ἐσχατιὰ τῆς πτωχείας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ ἀνακαλύψουν τὸν πραγματικὸ πλουτισμό, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸ στολισμὸ τῆς ψυχῆς μὲ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (βλ. Γαλ. 5, 22-26). Αὐτό, ἄραγε, δὲν εἶναι τὸ οὐσιαστικὸ ζητούμενο, ὥστε νὰ ἔχει πραγματικὸ νόημα ἡ ζωή μας;
π. κ. ν. κ.   

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Γιώργου Λέκκα: ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ (νέο ποίημα)


Αναπηρία είναι να ζω
Κι όμως ν’ αρνούμαι να παραδοθώ.
Ώστε ή που θα κάνω το θέλημά Σου
Ή που δεν θα κάνω το δικό μου.
Κι επειδή σε κάθε μόριο της ύλης
Είναι γραμμένο «Ευχαριστώ»
Ψυχή μου, όσο ακόμα προλαβαίνεις κόβε παντού
Φρέσκα κομμάτια καθαρό «Ευχαριστώ»
Προσκύνησε και δώστα πίσω.

6.1.2018

[Ο Πρωτοπρεσβύτερος Δρ. Γεώργιος Λέκκας είναι άμισθος κληρικός της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Ζει, εργάζεται και διακονεί στις Βρυξέλλες.]

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ

Ξαναγυρίζοντας στὸν παλιό μας τὸ φοῦρνο τέτοιες χρονιάρες μέρες...

Δὲν εἶναι στ᾿ ἀλήθεια καὶ λίγη ἡ συγκίνηση κάποιου ποὺ πέρασε ἕνα μεγάλο χρονικὸ διαστημα τῆς ζωῆς του στὸ ἀνώι ἑνὸς μικροῦ φούρνου. Χωριάτικου, ταπεινοῦ φούρνου, ποὺ εἶχε στηθεῖ στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ ἀπὸ πειρῶτες μαστόρους, στὸ ἰσόγειο ἑνὸς μικροῦ διώροφου σπιτιοῦ, χτισμένου περίπου τὴν ἴδια ἐποχή, ἀπὸ τὸν μαστρο-Γιώργη Τσουκαλᾶ σὲ δικό του, μάλιστα, οἰκόπεδο
Ὁ φοῦρνος αὐτὸς γνώρισε πολλὲς καὶ ποικίλες στιγμὲς χαρμολύπης καὶ προσφορᾶς στὴ μικρὴ κοινωνία τοῦ χωριοῦ, τὸ ὁποῖο ἐξυπηρέτησε σὲ ὅλες του τὶς ἀναγκες. Γιατὶ πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ λησμονήσουν οἱ παλιοὶ Κληματιανοὶ τὸ τὶ ἀμυγδαλόψυχα «ρόϊδιζαν», πόσα ροῦχα στέγνωναν τὸν βαρὺ χειμώνα, πόσα κυδώνια ψήνανε καί, τέλος, πόσες Πασχαλιὲς πήγαιναν καὶ παίρνανε ζεστὸ τὸ ψητό τους μετὰ τὴν Ἀνάσταση κ. ἄ. ...
Ὅμως ὁ καιρὸς ποὺ εἶχε τὴν τιμητική του αὐτὸς ὁ φοῦρνος ἦταν οἱ παραμονὲς τοῦ Ἁγίου Βασιλείου (31 Δεκεμβρίου) καὶ τῆς Λαμπρῆς (Μ. Σάββατο). Γιατὶ τότε ψήνονταν οἱ κουλοῦρες οἱ ορταστικές, καί, μάλιστα, οἱ ἐπίσημες κουλοῦρες. Αὐτὲς ποὺ στολίζονταν μὲ προσοχή καὶ κομίζονταν τυλιγμένες μὲ προσοχὴ σὲ λευκούς, καλοσιδερωμένους μαχραμάδες, ὡς ἑόρτιο δῶρο στὴν πεθερά, τὸ ἀπόβραδο τῆς παραμονῆς.
Ἕνα πανηγύρι, λοιπόν, ἦταν οἱ μέρες αὐτὲς γιὰ τὸ φοῦρνο. Πανηγύρι ἰδιότυπο, ἀλλὰ κοπιαστικό. Ὡστόσο, ἄν τὸ πρόσεχε κάποιος πιὸ σωστά, ἄν δηλαδή, κοίταζε μές στὸν πυρήνα του ποιὸ ἦταν τὸ πραγματικό του νόημα, θὰ ἔβλεπε ὅτι σχεδὸν ὅλη ἡ Κοινότητα σύχναζε στὸ φοῦρνο. Ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ χῶρος αὐτὸς ἦταν προτιμητέος ἀπὸ τοὺς χωρικούς, γιατὶ ἐκεῖ μποροῦσαν, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἐξυπηρετήσεις ποὺ εἶχαν, νὰ λάβουν καὶ τὶς ἀπαραίτητες ἐπικοινωνιακὲς συναντήσεις: χρήσιμες πάντα γιὰ μιὰ κλειστὴ κοινωνία, ἡ ὁποία καὶ δὲν ἦταν διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ ἀναφέρει ὁ Παπαδιαμαντης. «Κα ες τν φορνον.... συνηθροίζοντο λαι α γυνακες τς γειτονις, νεοΰπανδροι, χραι κα γρααι, κα νεκοίνουν πρς λλήλας τ νέα τς μέρας, κα ρώτων κα μάνθανον κα διηγοντο, κα βγάτιζαν κα πόσωναν».
Παραμονὴ Πρωτοχρονις, λοιπόν, Τ’ Ἁη Βασλ΄ιοῦ», ὅπως λέγανε οἱ παλιότεροι. Κι ἀπὸ τὰ χαράματα ἄρχιζε ἡ προετοιμασία στὸ φοῦρνο μὲ τὸ ἄναμμα τῆς φωτιᾶς πρῶτα, κι ὕστερα τὸ ζύμωμα τοῦ ψωμιοῦ. Μὲ συντροφιά τὸ κατανυκτικό, ἁπαλὰ χρυσαφένιο φῶς τῆς λάμπας τοῦ πετρελαίου νὰ χαρίζει μέσα στὴ κρύα τὴ χειμωνιάτικη νύχτα μιὰ παραμυθία περίεργη. Γιατὶ ἄν ὑποθέσει κάποιος ὅτι ὅλο τὸ χωριὸ ἡσύχαζε, χωνεμένο στὸ βαθὺ δεκεμβριανὸ σκοτάδι, αὐτὸ τὸ λιτὸ τὸ φῶς ἦταν παραγματικὴ συντροφιὰ στὸν μοναχικὸ τὸ φούρναρη, ποὺ ὄντως ἀγρυπνοῦσε ἐκεῖνο τὸ βραδυ. Βράδυ ποὺ μποροῦσε νὰ εἶναι βαρυχειμωνιάτικο.
Μέχρι τὶς αὐγές, δηλαδή, μέχρι νὰ φέξει ὁ Θεὸς τὴ μέρα, ἔπρεπε νὰ ἔχει τελειώσει τὸ ζύμωμα, τὸ πλάσιμο τοῦ ζυμαριοῦ σὲ φρατζόλες ἕτοιμες γιὰ φούρνισμα, ἀλλὰ καὶ νὰ στολιστοῦν οἱ λίγες κουλοῦρες ἀπὸ ψωμί. Αὐτὲς ποὺ προορίζονταν γιὰ τὰ σπίτια καὶ τὶς προμηθεύονταν γιὰ τὸ καλό, ἀντὶ ψωμιοῦ. Οἱ κουλοῦρες αὐτές, λοιπόν, ἦταν στολισμένες μὲ λίγα ἀμύγδαλα καὶ μιὰ ψίχα καρύδι στὸ μέσον. Ἡ μαργαρίτα δὲ ποὺ σχηματίζονταν στὴν ἐπιφάνεια γίνονταν μὲ καθαρὴ χτένα. Πρέπει ἀκόμα νὰ ποῦμε, ὅτι οἱ κουλοῦρες αὐτὲς ψήνονταν σὲ μικρὰ ταψάκια, ὥστε ν᾿ ἀποκτοῦν σχῆμα στρογγυλό, ἀλλὰ καὶ νὰ εἶναι πιὸ γευστικὲς ἀφοῦ τὸ ταψὶ ἦταν ἐπαλειμμένο ἐσωτερικὰ μὲ καλό, κληματιανὸ λάδι.
Μὲ τὸ ξεφούρνισμα τώρα τοῦ ψωμιοῦ καὶ ὅλων τῶν ἄλλων, ἄρχιζαν νὰ φουρνίζονται οἱ κουλοῦρες τῶν πελατῶν. Γλυκὲς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ κάθε μεγέθους. Δηλαδὴ μιὰ μεγάλη κι οἱ ὑπόλοιπες μικρότερες. Ποὺ προορίζονταν, ἡ μεγάλη καὶ πιὸ προσεγμένη γιὰ τὴν πεθερά, κι οἱ ἄλλες, γιὰ τὰ βαφτιστήρια, τὰ παιδιά, τὸ σπίτι - ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ ζῶα τους κάνανε μιὰ μικρούλα!
Ἕνα κόσμημα ἦταν στ᾿ ἀλήθεια ἡ κουλούρα τῆς πεθερᾶς. Καλοζυμωμένη πάντα καὶ «κεντημένη» ἡ μαργαρίτα, ποὺ ζωγραφίζονταν πάνω στὴν ἐπιφάνεια τῆς κουλούρας, μὲ σπιρτόξυλα. Δηλαδή, κάνανε πρῶτα τὸ σχέδιο τῆς μαργαρίτας μὲ τὸ πηρούνι κι ὕστερα μὲ δύο σπιρτόξυλα σηκώνανε τὸ ζυμάρι, ὥστε νὰ γίνει ἀναγλυφο. Στὴ συνέχεια τοποθετοῦσαν πέντε ἤ ἑφτὰ ψίχες καρυδιοῦ, μιὰ στὸ κέντρο καὶ τὶς ἄλλες συμμετρικά, κυκλώνοντάς τες μὲ μικρὲς ψίχες ἀμυγδάλου - ἀσπρισμένες πάντα.
Τὸ ψήσιμο τῆς γλυκειᾶς κουλούρας ἤθελε μεγάλη προσοχή, γιατὶ «ρπαχνε» εὔκολα, δηλαδή, καψαλίζονταν ἡ ἐπιφάνεια καὶ μέσα ἦταν ὠμή. Ἔτσι, προσπαθοῦσε ὁ φούρναρης νὰ τὴν ἔχει μακρυὰ «ἀπ’τοὺ τ’φέκ’», γιὰ νὰ μὴν εἶναι πολὺ ὑψηλὴ ἡ θερμοκρασία. Γιὰ καλὸ και κακό, μόλις ἄρχισε νὰ «ροϊδίζει», τὴ σκέπαζε μὲ λαδόκολλα. Παράλληλα, ἔπρεπε νὰ καίγονται καὶ τὰ κατάλληλα ξύλα, ὥστε ἡ φωτιὰ νὰ εἶναι σταθερή. Τὰ καλύτερα δὲ ξύλα ἦταν ἡ ἐλιά καὶ τὰ λεγόμενα ἄγρια (π.χ. κουμαριά, σχοῖνος). Ἐπίσης, κάθε τόσο ἔπρεπε νὰ γυρίζει τὸ ταψὶ μὲ τὴν κουλούρα, ὥστε νὰ ψήνεται συμμετρικά καὶ σταθερά. Γι᾿ αὐτὸ ὁ φούρναρης ἤθελε νὰ ξεμπερδεύει ἀπὸ τὸ ψήσιμο τοῦ ψωμιοῦ, γιατὶ ἔπρεπε νὰ ἔχει στραμμένη τὴν προσοχή του στὸ ψήσιμο αὐτῶν τῶν ἐπίσημων γλυκισμάτων.
Ἀκόμα καὶ στὸ ξεφούρνισμα ἤθελε προσοχὴ ἡ κουλούρα. Δηλαδή, ἔπρεπε μόλις βγεῖ ἀπὸ τὸ φούρνο νὰ «μπουσκιουρστεῖ» μὲ λίγο νερό, γιὰ νὰ «ἀναδώσει». Καὶ μὲ προσοχή γιὰ νὰ μὴ κοπεῖ, ἀφοῦ κρύωνε λίγο, τὴν ἔβγαζαν ἀπὸ τὸ ταψί.
Ἀλήθεια, πόση εὐωδιὰ ἀνέδιδε τὸ σιγανὸ καὶ φροντισμένο ψήσιμο! Εὐωδιὰ γλυκειά, ποὺ τόνιζε τὸ γιορταστικὸ τῶν ἡμερῶν. Ἐπειδὴ ὁλοχρονὶς ψήνονταν μόνο ψωμιά, φαγητά, ἄντε καὶ λίγα γλυκά (π.χ. τὰ περίφημα Κληματιανὰ ἀμυγδαλωτά). Ὅπως τώρα, τὴν παραμονὴ δηλαδή, τῆς πρωτοχρονιᾶς, ὁ φοῦρνος εὐωδίαζε... Ναί, εὐωδίαζε. Κι αὐτὴ ἡ εὐωδιά ἄφηνε στὸ χειμωνιάτικο τὸ ἀπομεσήμερο μιὰ χαρούμενη, γιορταστικὴ νότα, ποὺ τὴ συμπλήρωναν, καθως ἔπεφτε τὸ ἀπόβραδο, οἱ φωνὲς τῶν παιδιῶν ποὺ λέγανε τὴν «Ἀρχιμηνιά» χτυπώντας ρυθμικὰ τὸ ραβδί τους στὸ «πέτσωμα», ἀλλὰ καὶ οἱ ἑόρτιες εὐχὲς ποὺ ἀκούγονταν στὶς γειτονιές, καθὼς οἱ νύφες κόμιζαν στὰ πεθερικὰ τὴν κουλούρα -τυλιγμένη σὲ φρεσκοσιδερωμένο μαχραμᾶ, μὲ τὶς τσακισες φιγουράτε, ὥστε νὰ διακρίνονται-, ἀλλὰ καὶ τὸ καλαθάκι μὲ τὰ δῶρα.
-Χρόνια πολλά κι τ’χρόν᾿ Καλὴ χρουνιά νὰ ἔχιτι...
-Φχαριστῶ πουλύ, ἰπίσης...ἄκουγες.
Κι ἦταν ὅλ’ αὐτὰ τὰ λόγια, στολίδια στὴ χρονιάρα ἐτούτη μέρα, ποὺ ἐπιπλέον τὰ εὐπρέπιζε ἡ μεγαλη ἀρετὴ τῆς ἁπλότητας καὶ τῆς ἀρχοντιᾶς.
π. κ. ν. κ. Πρωτοχρονιά 2018

Λεξιλόγιο
1. ἀβγατίζου = Μεγαλοποιῶ αὐτὰ ποὺ ἀκούω νὰ μοῦ λένε καὶ τὰ μεταφέρω στοὺς ἄλλους διαφορετικά, δηλ. μὲ παραπανίσια σχόλια.
2. ἀπουσόνω = συνήθως λέγεται γιὰ ὅσους κακολογοῦν τοὺς ἄλλους. Ὅμως λέγεται καὶ γιὰ νὰ δείξουμε τῆν οκειότητά μας σὲ κάποιον «Ἀdι ἀρή, ἀπόσουσουσις , πλιό», δηλ. εἶπες πάρα πολλά.
3. μαχραμᾶς ( ὁ) = παραλληλόγραμμο ὕφασμα ἀπὸ μετάξι (παλιότερα, τὸ γνωστό μας «βροχό»,
4. μπουσκιουρτίζου= ραντίζω μὲ νερό.
5. Ρουϊδίζου= καψαλίζω ἐλαφρά
6. τ’φέκ’(τ[ό)= τὸ κέντρο τῆς πλακοστρωμένης ἐπιφάνειας τοῦ φούρνου ὅπου τοποθετοῦνταν τὰ ψωμιὰ γιὰ ψήσιμο. Ἐκεῖ, μάλιστα, ὑπῆρχε καὶ ἕνα μεγάλο ἄνοιγμα σὲ σχμα στρογγυλό.

Related Posts with Thumbnails