© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Για το βιβλίο του Κώστα Ζουράρι “Έρχομαι από μακριά. Η αγορήνδε Ιλιαδορωμιοσύνη του Οδυσσέα Ελύτη”, εκδ. Αρμός 2014

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


Έρχομαι από μακριά είναι ο τίτλος του βιβλίου. Η φράση ανήκει στον Οδυσσέα Ελύτη και την επαναλαμβάνει ο Κώστας Ζουράρις, αναδεικνύοντας το διάνυσμα του χρόνου που καλύπτει ο ποιητής, μακράν εκείνων που τον θέλουν θιασώτη ταξιδιωτικών εμπειριών, ερωτικών συναισθηματισμών και, γραφικών νησιωτικών τοπίων. Το «Έρχομαι από μακριά» είναι προσδιορισμός του χωροχρόνου που ορίζεται από τη σύνθετη λέξη «Ιλιαδορωμιοσύνη», δηλαδή Ιλιάδα και Ρωμιοσύνη, αρχαία και νεότερη Ελλάδα, σε όλη της τη χρονική διαδρομή, αρχαία, βυζαντινή, νεότερη, σύγχρονη. Με άλλα λόγια ο μεν Ζουράρις, αρχίζοντας από τα πεζά κείμενα του Ελύτη –Ανοιχτά Χαρτιά και Εν λευκώ- καλύπτει όλο το διάνυσμα του χρόνου από την αρχαία μέχρι τη σύγχρονη Ελλάδα, για να αντλήσει τα στοιχεία που θα τον οδηγήσουν/ μας οδηγήσουν «στην Αγορά» με την πολιτική της έννοια -Αγορήνδε- εκεί όπου όστις ήθελε αγορεύειν ηγόρευε. Στην πολιτική σκέψη δηλαδή του ποιητή, όπως αυτή θα προκύψει από τα πεζά του κείμενα. Ο Ζουράρις θα γίνει ο διερμηνέας αυτής της πολιτικής σκέψης, την οποία πόντο πόντο, λέξη λέξη, θα αντιπαραβάλει με τα αρχαία κείμενα και την θρησκευτική μας παράδοση, για να μας φανερώσει και μια άλλη, όχι τόσο καλά μελετημένη, πλευρά του έργου του. Τα λόγια του Ελύτη αναδύονται ολόφρεσκα από τα αρχαία κείμενα, τα βυζαντινά και νεότερα, έχοντας αφομοιώσει τα «ξόρκια» που άκουγε στο σπίτι από τη «γριά Κρητικά μαγείρισσα», τα αλλόκοτα και τα «παλαβάτα», όπως τα χαρακτήριζε η μάνα του, κι ακόμα εκείνες τις «φωνές φτασμένες από το άγνωστο… μετεωρίτες του μέσα διαστήματος», αλλά και τα άλλα τα καταγεγραμμένα στα βιβλία. Με αυτά τα λόγια περιουσία θα παρουσιάσει το πρόγραμμά του. Ο Ζουράρις θα γίνει ξεναγός και καθοδηγητής μας στα μονοπάτια εκείνα τα δύσκολα, όχι εκεί όπου ο Ήλιος κι ο Άδης αγγίζονται αλλά εκεί όπου ο Ελύτης και οι ρίζες των Ελλήνων αγγίζονται.

Μια μετοχή, που ο συγγραφέας του βιβλίου δανείζεται από τον Όμηρο, «αμμίξας», θα γίνει η χύτρα, μέσα στην οποία θα ενσωματωθούν τα αντίθετα. Και αυτής της μετοχής τη λειτουργία θα μας την παρουσιάσει ο ποιητής και θα διερμηνεύσει ο συγγραφέας, φέρνοντας στα μάτια μας μπροστά τις συλλέκτριες των κρόκων της Θήρας, τις μυροφόρες και τους αγγέλους. Στη συνέχεια θα βρεθεί στο κέντρο αρχιμήδειου πατήματος: δος μοι πα στω και ταν γαν κινάσω. Που σημαίνει με τα λίγο παραπλήσια λόγια του Ελύτη «Αν δε στηρίξεις το ένα σου πόδι έξω απ’ τη Γη ποτέ σου δεν θα μπορέσεις να σταθείς επάνω της». Η ανάλυση, η διερμηνεία αυτής της σελίδας, θα απαιτούσε ένα ακόμα βιβλίο.

Για να καταλάβει κανείς τις πηγές του Ελύτη θα έπρεπε να έχει υπόψη του τη βιβλιοθήκη του, μου είπε κάποιος σοφός μου επιμορφωτής κάποτε, αλλά επειδή κάτι τέτοιο θα ήταν ματαιοπονία, κάτι σαν πίθος των Δαναΐδων, ποτέ δεν θα διαβαστεί ολόκληρη και ποτέ πια δεν θα υπάρξει ο απαιτούμενος χρόνος για να μελετηθεί. Γι’ αυτό κι εμείς, όπως εκείνος, ο Ελύτης, δηλαδή, θα αρκεστούμε στα «Κομμάτια πέτρες τα λόγια των θεών / Κομμάτια πέτρες τ’ αποσπάσματα του Ηράκλειτου». Αυτά τα «λόγια» και αυτά τα «αποσπάσματα» έχει επιλέξει για μας ο έχων πολιτική σκέψη και ποιητική διάθεση, για διπλή επίσκεψη στο πεζό έργο του Ελύτη, Ζουράρις. Ο καθείς και τα όπλα του, λέει ο ποιητής και ο Ζουράρις ως πολιτικός άνδρας έχει τα δικά του· διαθέτει τη γνώση των αρχαίων και των βυζαντινών, την ειδική παιδεία, την ψυχή και το πνεύμα, το ένστικτο σε υπερθετικό βαθμό, τις εξωτερικές αποδείξεις την παρατήρηση των κοινωνικών μας πραγμάτων, αλλά και την αφαίρεση από το συγκεκριμένο και, το σπουδαιότερο, και εκ των ων ουκ άνευ όπλο όλων, την αγάπη και την απαιτούμενη «τρέλα». Δεν αντιμετωπίζεται αλλιώς η γραφή του.

Λέει συγκεκριμένα για τη γλώσσα του Ελύτη: «Ο Ελύτης είναι δύσκολος και ως ποιητής και, ίσως, ακόμη πιο δύσκολος ως, κατά Θουκυδίδην, λογογράφος». Δεν το κρύπτει. Ενδέχεται να το καλλιεπεί, εν ταπεινή αλαζονεία» και καταθέτει και το σχετικό αποδεικτικό:

«ΕΙΜΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟΣ· ένας Θουκυδίδης απ’ την ανάποδη».
«Αυτά που λέω και γράφω / για να μην τα καταλάβει άλλος κανείς… /Θα φανούν αργότερα τα οστά μου φωσφορίζοντας / ένα γαλάζιο/ Που το πάει αγκαλιά ο Αρχάγγελος».

Και, ναι, ο Ελύτης είναι «δύσκολος», ο Ζουράρις είναι πιο δύσκολος και πιο «Θουκυδίδης» από όποια πλευρά, καλή ή ανάποδη, θελήσεις να τον δεις. Είδε όμως το «γαλάζιο» στα φωσφορίζοντα οστά. Δεν προσεγγίζεται το βιβλίο του με τα γνωστά εργαλεία: νοηματική αλληλουχία, συνοχή και συνεκτικότητα που είναι τα προαπαιτούμενα ενός γραπτού με σαφήνεια και άμεσα αποδεκτού κειμένου από τον αναγνώστη, γιατί και ο ίδιος, «εν ταπεινή αλαζονεία» ή χωρίς «ταπεινή», είναι οπαδός της υπερρεαλιστικής ελληνικής γραφής, όπως αυτή είχε προκύψει πριν την εμφάνιση του κινήματος που την επέβαλε. Και να ο Ζουράρις με τον τρόπο του να προσπαθεί να καταλάβει και να δώσει να καταλάβουμε κι εμείς «αυτά» που ο Ελύτης δεν θέλει «να τα καταλάβει άλλος κανείς».

Η φράση που πρώτη πρώτη μπαίνει στο βιβλίο - «Μια συζυγία … μισή στην αμφιβολία και μισή στην αθανασία –ευδιάκριτη» - μοιάζει εύκολη, αφού η μία είναι σαφώς προσδιορισμένη ως «αθανασία», η άλλη ημιπροσδιορισμένη ως «αμφιβολία» και η συζυγία είναι «ευδιάκριτη»· και αυτά είναι τα ελληνικά – C’ est du grec, μας λέει ο συγγραφέας και μας ενημερώνει ότι έτσι θα συνεννοηθούμε. Χωρίς την τρέχουσα λογική ή με τα λόγια του Ελύτη, ή δέχεσαι να περπατάς στον αέρα και στο νερό ή κάθεσαι άνετα στα σίγουρα της στεριάς και δεν ασχολείσαι με την Ποίηση. Ο Ελύτης, όμως, και συνακόλουθα και ο Ζουράρις, απαιτούν νερά και αέρα.

Για να δώσω να καταλάβει κανείς τη συζυγία δανείζομαι τα δικά του, φυσικά, παραδείγματα: οι Κένταυροι είναι μισοί σοφοί αθάνατοι και μισοί κτήνη «λαγνουργά». Ο Χριστός μας: «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες;» (ο νους μου πάει στο υιός Θεού αλλά και άνθρωπος), ο Άρης Βελουχιώτης (πού πάει;). Κι ακόμα συνισχύουν το αβέβαιο και αθάνατο συνάμα, το πέραν και το εδώ αδιαχώριστα, ο ιδιώτης και ο Λαός, όλα «ασυγχύτως, αδιαιρέτως και ατρέπτως Εν», ήτοι όλα αυτά είναι μέρος μιας συζυγίας που με το ένα σκέλος συσκοτίζουν με το άλλο διαφωτίζουν, αλλά και συνυπάρχουν. Το «Συναμφότερον»; Το ένα σκέλος εδώ και σαφώς προσδιορισμένο και το άλλο στην «χρυσή μου φαντασία». Με αυτή τη φαντασία στην φαρέτρα μου ψάχνω να βρω το μονοπάτι που θα με οδηγήσει. Είναι το βιβλίο σαν το δάσος του παραμυθιού, όπου κινδυνεύεις να χαθείς, αλλά στην περιπέτειά σου μέσα, θα γνωρίσεις τα τέρατα, θα παλέψεις μαζί τους και θα τα νικήσεις. Έτσι εδώ τα τέρατα- τα τεράστια δηλαδή, τα μεγάλα, θα κατακτηθούν έστω και λίγο.

Φυσικά ο λόγος εμπλουτίζεται με στίχους από όλο το θησαύρισμα του συγγραφέα, όλη τη χαμένη Βιβλιοθήκη της Αλεξανδρείας που έχει πρόχειρη στο νου του και την επικαλείται, κι έτσι, αν το κείμενο είναι ένα δάσος γεμάτο ενδείξεις, τώρα τα δέντρα του δάσους αποκτούν και αληθινά αστέρια πάνω στα κλαδιά τους.

Αποδελτιώνω Ελύτη διά γραφής Ζουράρι: «Αρνούμαι τροφή στους χορτάτους, που ζητούν ολοένα κι άλλη, κι άλλη πείνα», γιατί κατά τον Ζουράρι αυτό ισοδυναμεί με Άδη. Το «Αρνούμαι» σημαίνει έκρηξη, ένα «Αντάρτικο» που σκαρφαλώνει «στην κορυφή του Ομήρου» (θα περίμενε κανείς «του Ολύμπου» αλλά προτιμήθηκε η ποιητική κορυφή ως ανάλογο της φυσικής). Και «Ταις πρεσβείαις του Οδυσσέα Ελύτη επανεπαληθεύει το αντιστασιακό, αργόσυρτο σαν μοιρολόι σφρίγος της καθ’ ημάς Ελευθερίας», την «καθ’ ημάς Οδύσσειαν του εύδαιμον, μόνον το ελεύθερον. Αλλιώς; Κακοδαιμονία καθεστωτική».

Κι εδώ παραθέτει κι ένα δείγμα διαφάνειας ή πώς διαπλέκονται τα πάντα ή πώς το ένα προβάλλει μέσα από το άλλο ή πως αν σκύψεις πίσω από τις λέξεις θα βρεις εκείνες που έχουν κρυφτεί και έτσι θα ανακαλύψεις ότι «Το της επιθυμίας ακόρεστον σε κάνει να είσαι αιωνίως ενδεής», οπότε προκύπτει μια ακόμη συζυγία: Ελύτης – Μέγας Βασίλειος.
Η Ιλιαδορωμιοσύνη συνιστά επίσης το «Συναμφότερον» του αρχαίου και χριστιανικού μας κόσμου, τις δύο υποστάσεις του ελληνισμού σε μία. Όλα τα αναμόχλευσε ο «Μεγάνωρ» Οδυσσέας «ιδρυτικώς, όλα υπάρχουν στο έργο του ξαναγεννημένα πρωτοπλάστως», μας λέει.

Τίποτα δεν είναι βέβαιο οριστικά, ισχύει και το ιδιωτικό και το «κοινό», και ο ποιητής και ο Λαός και ο Όμηρος και ο Θεός, «το νόημα που άγουν οι φράσεις του εκτινάσσεται σε αλλεπάλληλα πέραν του μέχρι τώρα βατού, η ομορφιά του γραπτού –πεζού του Ελύτη εξωραΐζει το νόημα του κόσμου, η ομορφιά τείνει προς την αλήθεια, το Κάλλος επιτρέπει στην επιστήμη να γίνει επιστήμη του αληθινού, διότι ωραίου».

Με την μέθοδο της «ενδοσυγκριτικής συγκόλλησης» παρουσίασε γνώσεις πολιτειακές από τα πεζά του Ελύτη στο Συνέδριο στην Κω, με τις οποίες σκανδάλισε τους «επαναστάτες τρίτης δροσιάς» που ανακάλυπταν, με δυσάρεστη έκπληξη, ότι υπήρχαν δύο Ελύτες: «Ο δικός» τους και «ο Ελύτης του Ελύτη». Κι εδώ ο Ζουράρις είναι απολαυστικότατος, στο πώς εισπράττει αυτή την έκπληξη των άλλων. Και, αφού φαιδρότητι διεξήλθε την των άλλων απορία και τα διαδραματισθέντα στην Κω, κατέληξε στο Κολωνάκι, στον ποιητή να συζητά τα ποιητικά πολιτικά. Το κείμενο αυτό τελειώνει με «Τα σα εκ των σων Σοι προσφέρομεν, Οδυσσέα Ελύτη. Κατά πάντα και διά πάντα. Τόσο εύλογο το ακατανόητο».

Και το «Συναμφότερον» συνεχίζεται στο ένας και «όλοι μαζί», στο «μπουλούκι», στο δημοσιοϋπαλληλίκι, στη νοοτροπία του Έλληνα. Το θέμα είναι ότι ο Ζουράρις καταφέρνει να μας κουρντίσει με το δικό του κλειδί και να δούμε πράγματα που έχουμε διδαχτεί και διαβάσει αλλά δεν έχουμε όλοι προσέξει καλά, γιατί δεν είχαμε τα απαιτούμενα μάτια ή την κατάλληλη προσδεκτικότητα.

Το εύδαιμον το ελεύθερον. Η ευδαιμονία προϋποθέτει ελευθερία, το ξέραμε. «Ο δούλος δεν ευδαιμονεί, το πολύ-πολύ να έχει καταναλωτική επάρκεια» (κάτι που είχαμε ξεχάσει τα χρόνια του «Ολύμπου» της κατανάλωσης, για να ζουραρίσω κι εγώ λίγο). Ευδαιμονία και ελευθερία, το ζεύγμα και η διάζευξις («Η ελευθερία έχει δύο κοφτερές όψεις, όπως τα παλιά ξυραφάκια», εκ του Πλησίον, συμπληρώνω). Το ζεύγμα «Ελευθερία ή θάνατος» σημαίνει: «αν δεν έχω ελευθερία είμαι ήδη νεκρός». Κι εδώ κάνει την ετυμολογική ερμηνεία της λέξης «Ελευθερία» (από τον αρχαίο μέλλοντα του «έρχομαι», «ελεύσομαι», και το επίσης αρχαίο «ελεύθω», γνωστά αυτά), της οποίας επιθυμούμε τον ερχομό, αλλά αυτός απαιτεί αγώνα που ποτέ δεν ολοκληρώνεται, βρίσκεται πάντα εν προόδω… Έρχεται. Όχι χωρίς την ελευθερία προτιμώ να πεθάνω αλλά, χωρίς την ελευθερία, είμαι ήδη νεκρός, επιμένει.

Τα αντίθετα που συνυπάρχουν –τα «συναμφότερα»- πάνω στα οποία πετάει η σκέψη του συγγραφέα είναι πολλά. Είναι όλες οι αντινομίες του ελληνικού «Τρόπου» σε σύνθεση. Παράδειγμα: τα άψυχα έχουν ψυχή και «ένα τοπίο δεν είναι διόλου το άθροισμα μερικών δέντρων και βουνών». Και ο κατάλογος κινείται κάνοντας βουτιά στο παρελθόν, ανάδυση και ανάσα στο παρόν και πάλι βουτιά, δείχνοντας το δισυπόστατον και πολυ-υπόστατο των λέξεων του Ελύτη-Θουκυδίδη, με την διφυή ή πολυφυή ασαφή σαφήνεια, λέει ο Ζουράρις. Θα σταθώ κι εγώ με έμφαση στην ελληνική συνέχεια στην οποία επιμένει ο συγγραφέας και ο Ελύτης θεωρεί «αυτονόητο» αυτό που κάποιοι αμφισβητούν και αυτοί είναι οι «μουρμουρίζοντες» (Ζουράρις) «σπασμένες σκέψεις» (Σεφέρης) ή έρχονται «από την πίσσα της Ευρώπης» (Ελύτης). Αυτής της «πίσσας» δεν της χαρίζεται· κανενός δεν χαρίζεται, ούτε ο Μπαχ δεν γλιτώνει. Η ενότητα του Ελληνισμού είναι αυτονόητη. Έρχομαι από μακριά, το ταξίδι είναι δύσκολο, γεμάτο εμπειρίες και γνώσεις, γοητευτικό απολαυστικό, ασυνήθιστο.

Θα τελειώσω αυτό το κείμενο που έχει ξεπεράσει κατά πολύ το πλαίσιο μιας παρουσίασης (κατά το βιβλίο και η παρουσίασή του) με τα «Ελύτεια Χαριστήρια». Ο Ελύτης λέει ψέματα ότι είναι «Θουκυδίδης από την ανάποδη», αποφαίνεται ο Ζουράρις. Ο Ελύτης είναι το «ανήριθμον γέλασμα φωτός». Είναι «Ηνίοχος-λοιπός οπλίτης της Αλβανίας, ο ηνιοχεύων την των κινουμένων πνοήν». Ο Θουκυδίδης είναι εύκολος και ο Ελύτης είναι εύκολος «όταν έχεις μέσα σου την αλφαβήτα του Ελύτη». Ο καθείς και η αλφαβήτα του, λοιπόν, ο καθείς και τα όπλα του, ο Ζουράρις και ο Ελύτης του και ο Ελύτης μας.

Το βιβλίο διαβάζεται δύσκολα, είναι πυκνό και γεμάτο παραπομπές σε κείμενα αρχαία και πατερικά. Η γραφή του είναι όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω ό,τι ήξερε από νοηματική αλληλουχία και τέτοια. Ίδια χρησμός θα έλεγε ο Ελύτης που μας κοιτάει από το εξώφυλλο, στη γνωστή φωτογραφία στο μέτωπο, με τα βουνά πίσω του, όπου έχει τις ρίζες του και τα θεμέλιά του και μας επαναλαμβάνει: Έρχομαι από μακριά. 

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

Επιστροφή Εικόνων της Ζακύνθου στο "αρχαίον κάλλος" τους


Παρουσίαση από τους Συντηρητές έργων τέχνης ΜΑΡΙΟ και ΑΝΔΡΕΑ ΘΕΟΔΟΣΗ στην 2η σύναξη του στ΄ κύκλου του Μορφωτικού Κέντρου Λόγου ΑΛΗΘΩΣ 
(Παναγούλα Μπανάτου, 30.10.2016)



Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

Κώστας Καρδάμης: ΤΑ ΣΥΝΟΛΑ ΠΝΕΥΣΤΩΝ ΣΤΑ ΕΠΤΑΝΗΣΑ ΠΡΙΝ ΤΟ 1816


Κείμενο για την εορταστική συναυλία της 8ης Οκτωβρίου 2016 στη Ζάκυνθο, με την ευκαιρία συμπλήρωσης 200 ετών από τη δημιουργία της πρώτης μπάντας της Ζακύνθου



Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

Η χορωδία της ΔΕΗ τραγουδά για το «Κελί» του Παπαδιαμάντη

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

21 Οκτωβρίου τρέχοντος έτους, στις πέντε το απόγευμα, ημέρα Παρασκευή, εκδήλωση για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στον προαύλιο χώρο του Ιερού Ναού των Αγίων Αναργύρων στου Ψυρρή. Ο ουρανός αγωνιζόταν να συγκρατηθεί και να μην επιτρέψει στην φθινοπωρινή βροχούλα να διαλύσει το εκκλησίασμα, παρόλα αυτά εκείνη έριξε αγίασμα και έκανε αυλαία. Οι εφημέριοι από τους γειτονικούς ναούς, ο πατήρ και διδάκτωρ Θεολογίας Παντελεήμων Τσορμπατζόγλου, των Αγίων Αναργύρων, που μας καλωσόρισε και έκανε μια μικρή εισαγωγή στον Παπαδιαμάντη, ο Διευθυντής του Σταθμού της Εκκλησίας της Ελλάδος κ. Αλέξανδρος Κατσιάρας, ο εκπρόσωπος Επικοινωνίας της ΔΕΗ κ. Ιωάννης Αλεξόπουλος, ο εκπρόσωπος του Πολιτιστικού Συλλόγου Παναθήναια, ο εκπρόσωπος του Δήμου, τέλος, ο κόσμος που ήρθε με αγάπη να συμβάλει στην προσπάθεια ανακαίνισης του Κελιού του Παπαδιαμάντη (εκεί έζησε πολλά χρόνια ο μεγάλος μας λογοτέχνης και εκεί έγραψε ένα μεγάλο μέρος από τη «Φόνισσα») και, τέλος, το προεξάρχον μέρος αυτής της συνάθροισης, η χορωδία της ΔΕΗ- ΔΕΔΔΥΕ, ήταν όλοι εκεί, στην αυλή του Ναού, οποίος έγινε, όπως είναι και ο ρόλος του, το σπίτι του Θεού που συγκεντρώνει τα παιδιά του υπό την σκέπη του.
Τα μέλη της χορωδίας ήταν άψογα και στην εμφάνιση και στην εκτέλεση του προγράμματός της. Και το Πρόγραμμά της συνάδον με τον τόπο. Παλιά Αθήνα, παλιά τραγούδια, αποσπάσματα από οπερέτες. Είδος που, σχεδόν, έχει ξεχαστεί αλλά και εξακολουθεί να μας συγκινεί όταν ακουστεί, που μας θυμίζει τη γιαγιά μας και μας φέρνει θυμηδία το ανάλαφρο περιεχόμενο με σκηνές από μια εποχή που χάθηκε. Υπό τη Διεύθυνση και σοφή καθοδήγηση του Κωστή Κωνσταντάρα η χορωδία ξεδίπλωσε τη δυναμική της και οι κυρίες οι αποσπασμένες από το σώμα της ανέδειξαν τα λυρικά τους προσόντα, τραγουδώντας άριες από γνωστές οπερέτες· άλλη προκαλούσε -«Σφίξε με», άλλη ανακοίνωνε τις προφητικές προγραμματικές δηλώσεις της, «Εγώ είμαι η νέα γυναίκα που θα καπνίζω και θα ψηφίζω», άλλη πήγαινε ακόμα πιο πίσω στον «καιρό εκείνο τον παλιό», άλλη σε άπταιστη καθαρεύουσα και πληθυντικό αριθμό έκανε ερωτική εξομολόγηση «Η καρδιά μου πονεί για σας» και ακόμα τραγούδια ρομαντικά, συναισθηματικά, κωμικά όπως η «Παπαρούνα», «Αχ! Κατερίνα», «Θα ξανάρθεις» και άλλα γνωστά και αγαπημένα που ξύπνησαν τις μνήμες της παλιάς αθηναϊκής γειτονιάς, η οποία και σήμερα σφύζει από ζωντάνια.
Ανάμεσα στα τραγούδια, σαν ιντερμέδια, διαβάζονταν μικροκείμενα. Κάθε μέλος της χορωδίας, πέρα από το τραγούδι του, είχε κι ένα απόφθεγμα να ερμηνεύσει από το έργο του μεγάλου μας διηγηματογράφου και τα αποφθέγματα αυτά, αν και παλαιότερα των εκατό ετών, εξακολουθούν να είναι δυστυχώς επίκαιρα. Ο Παπαδιαμάντης που η ποιητική γραφή του μας έδωσε ρόδινα ακρογιάλια, Μοσχούλες και Ακριβούλες, φώκιες και μοιρολόγια, μας έδωσε και κριτικά και σατιρικά κείμενα, κείμενα κοινωνικού προβληματισμού και ανησυχίας για τον κόσμο και τις εξελίξεις. Πάντα στο πλευρό του βασανισμένου ανθρώπου στηλίτευε πολιτεία και πολιτικές, καταδίκαζε τη φτώχεια και τα παρεπόμενά της. Με μια γλώσσα κράμα αρχαίας ελληνικής, καθαρεύουσας, λόγιας, βυζαντινής, εκκλησιαστικής και δημοτικής, διανθισμένη από λαϊκά και διαλεκτικά στοιχεία, γοητεύει, κοροϊδεύει, στηλιτεύει και ανάλογα με την περίσταση επιλέγει τη φόρμα που του ταιριάζει, όπως για να μιλήσει για το γενεαλογικό δέντρο της πολιτικής κατά το «Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ, Ισαάκ δε εγέννησε Ιακώβ, Ιακώβ δε εγέννησε…», ήτοι: «Η αργία εγέννησε την πενίαν. Η πενία έτεκεν την πείναν. Η πείνα παρήγαγε την όρεξιν. Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν. Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν. Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν. Ιδού η αυθεντική καταγωγή του τέρατος τούτου».

Ένα άλλο απόφθεγμα ρίχνει φως πάνω στο έργο της πλουτοκρατίας: «Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρη σώματα και ψυχάς». Οι πολιτικοί και το σοφό πουλί της Αθηνάς: «Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος». Και η λαϊκή σοφία, όπως προκύπτει από μίαν αγράμματη «γραία», η οποία, με τη σύγχρονη γλώσσα, φωτογραφίζει διαφόρους δημόσιους άνδρες και διαλαλητές των Μ.Μ.Ε: «Καίτοι αγράμματη, η γραία μ’ εδίδαξεν ότι εις την ελληνικήν γλώσσαν, άλλως νοούμεν, άλλως ομιλούμεν και άλλως γράφομεν».
Ο Οδυσσέας Ελύτης γράφει: «Στην Ελλάδα ένα ευαίσθητο παιδί μεγαλωμένο πλάι στη θάλασσα έχει την αίσθηση της ακοής τρισδιάστατη. Στη μια πιάνει τους αγέρηδες και τον παφλασμό των κυμάτων. στη δεύτερη, την ελληνική λαλιά στην αρχική της φθογγολογική υπόσταση. στην τρίτη τον κόσμο των νοημάτων, από της Ιωνίας τους καιρούς και δώθε. Μια τέτοια ταυτόχρονη εγγραφή προλαβαίνει, πριν από τη συνείδηση, ν’ αποτυπώσει περιοχές ολόκληρες, που αργότερα … βλέπει κανείς να διαγράφονται μπροστά του…». Κοντά σ’ αυτές τις τρεις διαστάσεις ας προσθέσουμε και μια τέταρτη, εκείνη με την οποία πιάνει τα σκιρτήματα της ψυχής του απλού ανθρώπου. Εν ολίγοις, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, είναι γνωστό σε όσους δεν έχουν περιοριστεί στη γνώση την προερχόμενη από τα διηγήματα του σχολικού βιβλίου ότι ήταν άνθρωπος που παρακολουθούσε τα κοινωνικά πράγματα. Στεκόταν με συμπάθεια και κατανόηση στο πλάι των απλών ανθρώπων του λαού συνέπασχε και συνηγορούσε, εντοπίζοντας και την πηγή πάντων των κακών, στην κακή πολιτική, στην πλεονεξία και στους λαοπλάνους. Με όπλο του την αγάπη προς τον συνάνθρωπο πίστευε ότι μπορούσε να αφοπλίσει την αγριότητα.
Έχουν περάσει 115 χρόνια από τότε που «ο έρωτας των γραμμάτων μας απόθεσε το φθαρμένο του σκήνωμα και παρεστάθη, αυτός και η ζωή του και το έργο του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου – του μόνου που λογάριαζε την κρίση. Το έργο του όμως είχε προκριθεί και σφραγιστεί με τη σφραγίδα της δωρεάς από την ημέρα της πραγματικής του γέννησης: όταν βαφτιζόταν και το λάδι σχημάτιζε στο νερό της κολυμπήθρας το σημείο του Σταυρού» έγραψε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Κι εμείς, εν έτει 2016, σταθήκαμε, καθήσαμε, τραγουδήσαμε και νοσταλγήσαμε εκεί που εκείνος πάτησε, περπάτησε και με την πένα του άγιασε τα Γράμματά μας. Ευχόμαστε οι μελωδίες της χορωδίας και τα τραγούδια που ακούστηκαν στην αυλή των Αγίων Αναργύρων, πλάι στο γήινο κελί του, να έσπασαν το φράγμα του ήχου και έφτασαν στο ουράνιο κελί του.

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ ΚΑΙ ΕΝΑΤΕΝΙΣΕΙΣ


Ὅταν ὁ ἄνθρωπος φτάσει σὲ μιὰν ἡλικία ἀρκετὰ προχωρημένη, τότε εἶναι φυσικὸ νὰ στοχάζεται περισσότερο, νὰ ρεμβάζει, νὰ ἐπιθυμεῖ τὴν ἐπάνοδό του, τὴν ἐπιστροφή του, σὲ τοπία οἰκεῖα, εὐλογημένα, αἰσιόδοξα καὶ φωτεινά. Ὅπως εἶναι ἐκεῖνα τῶν παιδικῶν καὶ ἐφηβικῶν του χρόνων, ποὺ εἶναι πλούσια πασπαλισμένα μὲ ὄνειρα πολλά, μὲ διαθέσεις γιὰ προσφορά, μὲ συναντήσεις ἰδανικές, μὲ προνόμια ἄπειρα. Ἄσχετα πόσα ἀπὸ αὐτὰ πραγματοποιήθηκαν ἤ ἀπόμειναν στὸ συρταρι τῆς καρδιᾶς ὡς σχέδια μελλοντικά, ὡς φιγοῦρες ὀνειρικὲς ποὺ στὸ μισόφωτο τῆς ζωῆς ἔρχονται καὶ σεγιανίζουν μπροστά του, λὲς καὶ ἀναμένουν μιὰ δικαίωση, μιὰν ἐπανόρθωση, ἔστω μιὰ συγγνώμη ποὺ δὲν πραγματοποιήθηκαν. Κι ὁ κύκλος τῶν λησμονημένων ἤ ἀποτυχημένων περιπτώσεων ὅλο καὶ περισσότερο, μέ τὰ χρόνια ποὺ σωρεύονται, ἀνοίγει. Χάσμα μέγα ποὺ ἕλκει πλῆθος ἀπραγματοποίητων περιπτώσεων, δεμένων στὸ ἅρμα τοῦ Χρόνου ὡς μνῆμες πιά. Μνῆμες ποὺ φανερώνουν τὰ βήματά σου μέσα στὸ Χρόνο καὶ ἀνασταίνουν τὴν ἐλπίδα ὅτι ἀκόμα θυμᾶσαι... Κι ἔχει σημασία αὐτό, μεγάλη σημασία μάλιστα, γιατὶ μονάχα ἔτσι μπορεῖς νὰ πορευτεῖς τὸ ὑπόλοιπο τοῦ βίου σου συντροφιὰ μὲ ὅλη αὐτὴ τὴν κληρονομιά. Πλούσια κληρονομιὰ μὲ μνῆμες καὶ πρόσωπα, γεγονότα καὶ συναντήσεις. Συναντήσεις... Ἄλλες πασπαλισμένες μὲ τὴ σκόνη τοῦ Χρόνου κι ἀχνοφωτισμένες, ἄλλες ζωντανὲς ἀκόμα, ποὺ σὲ σιμώνουν τὰ βράδυα καὶ σὲ συντροφεύουν, ἀνοίγοντας στὴν ψυχὴ δρόμους μυστικούς, ψυχοθεραπευτικῆς ἐπικοινωνίας δρόμους, ποὺ ἐπιτρέπουν στὸ εἶναι νὰ αἰσιοδοξεῖ καὶ νὰ δοξάζει τὸ Θεό, ποὺ ἀκόμα μπορεῖ νὰ στοχάζεται, νὰ θυμᾶται, νὰ ξαναζεῖ στιγμὲς ποὺ πέρσαν καὶ τοῦ χάρισαν ὀμορφιὰ καὶ εὐλογία. 
Κι ἀκόμα, μέσα ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἐνατένιση μπορεῖ νὰ κατορθωθεῖ καὶ κάτι ἄλλο: ἡ διόρθωση κάποιων ἡμαρτημένων του, τὰ ὁποία ἔτσι κι ἀλλιῶς ἔγιναν. Σκοπός, λοιπόν, εἶναι νὰ μὴν ξανασυμβοῦν. Γιατὶ ἡ διόρθωσις τοῦ βίου αὐτὸ εἶναι... 
π. κ. ν. κ

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Λυκούργου Αγγελόπουλου: Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ


Περιοδικό ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, τεύχος 14, Φεβρουάριος 1985, σσ. 45-54

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016

Γεώργιος Νεκτάριος Αθ. Λόης: Το «Μακεδονικό» ζήτημα από πολιτικής και εκκλησιαστικής πλευράς στην σερβική ιστοριογραφία


Επιστημονική Επιθεώρηση του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολογία», Σχολής Ανθρωπιστικών Σπουδών - Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, Τόμος E΄, Πάτρα 2014, σσ. 84-111

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Κάλβος, ο Ελύτης και ο «γέροντας»

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ
Από ένα δημοσίευμα στο ΒΗΜΑ, το οποίο υπογράφει η κυρία Κουζέλη Λαμπρινή στις 18/06/2014 και αναφέρεται στον Ανδρέα Κάλβο και στις εκδηλώσεις στο Λάουθ της Αγγλίας στη μνήμη του, εκεί ως γνωστόν πέθανε ο Ζακύνθιος ποιητής, απομονώνω μια παράγραφο, στην οποία έχω να κάνω μια πολύ σημαντική διόρθωση. Βεβαίως, η παρέμβασή μου στερείται επικαιρότητας αλλά και ο Κάλβος και ποίηση δεν δεσμεύονται από χρονικά όρια. Απομονώνω το απόσπασμα:
«Ο Αιγιώτης συγγραφέας Βλάσσης Τρεχλής εξέδωσε μια μυθιστορηματική βιογραφία του Ζακύνθιου ποιητή με τίτλο Ανδρέας Κάλβος: Το χαμένο πορτρέτο (Κέδρος, 2014) , ενώ ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος έδωσε με το πενάκι του στα τελευταία δύο τεύχη της Athens Review of Books μια σειρά σκίτσων με τίτλο «Σπουδήστον Κάλβο». Απομακρυνόμενος από την εικόνα του Κάλβου που φαντάζεται ο Οδυσσέας Ελύτης στα Ανοιχτά Χαρτιά («ένας γέροντας μικροκαμωμένος και φαλακρός, με μύτη μεγάλη και ρούχα κατάμαυρα»), ο καλλιτέχνης παρουσιάζει τη δική του εκδοχή».

Και στο σημείο που αφορά στον Ελύτη σχολιάζω:
Ο Ελύτης, αν διαβάζω σωστά, ΔΕΝ γράφει ότι ο Κάλβος ήταν «ένας γέροντας μικροκαμωμένος και φαλακρός, με μύτη μεγάλη και ρούχα κατάμαυρα» (σελ. 46).
Ο Ελύτης συγκεκριμένα γράφει: «Κοίταζα για χιλιοστή φορά τον άνθρωπο έτσι καθώς μας τον είχανε παραδώσει σχολιαστές και βιογράφοι του, κοίταζα τον άνθρωπο και το έργο του αξεχώριστα. Ένας γέροντας μικροκαμωμένος και φαλακρός, με μύτη μεγάλη και ρούχα κατάμαυρα». Απαριθμεί όλα τα χαρακτηριστικά των σχολιαστών και βιογράφων και συνεχίζει: «Όσο για μένα, η αρχική φύση του Κάλβου είναι ριζικά διαφορετική. Δε δυσκολεύομαι να μακρύνω από το μαυροφορεμένο γεροντάκι, για να δω μπροστά μου έναν νέο ζωηρόν και αντάρτη, γεμάτον από ελπίδες συγκεκριμένες και έρωτα για τη ζωή … Αυτός ο ζωντανός έφηβος με την αμίαντη δροσιά της ψυχής του» (48). «Ο Κάλβος ήταν ένας ζωντανός άνθρωπος, βρήκε άξαφνα, μέσα σε κείνη την ηρωική εξόρμηση, την ευκαιρία να διοχετεύσει ολάκερο τον επαναστατημένο του εαυτό» (57). Ο «Γέρο Αετός που, ολομόναχος, χτυπάει τις φτερούγες του πάνω από τη λυρική κορφή του δέκατου ένατου αιώνα» (85).
Νομίζω πως αυτά τα παραθέματα, στα οποία θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και τις λέξεις «αντάρτης» και «ανταρσία» του Κάλβου, που επανέρχονται με μεγάλη συχνότητα στο κείμενο του Ελύτη, δεν δείχνουν «μαυροφορεμένο γεροντάκι». Ο Ελύτης δεν βλέπει γεροντάκι. Γεροντάκι τον θέλει «η εικόνα που μας παραδώσανε». Ο Ελύτης βλέπει «νέο» και «ζωηρόν» και «ζωντανό άνθρωπο», «έφηβο», «αντάρτη» άντρα».
Παράλληλα με τον Κάλβο (1792-1869), ζει και δρα ο μεγάλος Άγγλος ποιητής Λόρδος Μπάιρον (1788-1824). Όπως δείχνουν οι χρονολογίες,  οι δύο άνδρες είναι συνομήλικοι. Ο Άγγλος Λόρδος ήρθε στο Μεσολόγγι να πολεμήσει και να πεθάνει για τα ίδια ιδανικά που σάλπιζε ο Κάλβος. Από τα πορτρέτα του, που ευτυχώς εκείνου έχουμε άφθονα, ενώ του Κάλβου κανένα, προκύπτει ότι φορούσε εκείνα τα ανοιχτά άσπρα πουκάμισα, όπως φορούσε και ο Ελύτης και η γενιά του: «Να κάτι που δεν αποτελούσε δυσαρμονία με τα λευκά ανοιχτά πουκάμισα που αρχίσαμε τα χρόνια εκείνα οι πιο τολμηροί να φοράμε. Κι ο Άγρας, ο Καρυωτάκης, αυτοί φορούσανε ακόμη διπλά γιλέκα και κολάρα σκληρά. Δεν αστειεύομαι καθόλου» (Ανοιχτά Χαρτιά, «Το χρονικό μιας δεκαετίας», σελ. 239). Και βέβαια το βάρος δεν πέφτει στο ντύσιμο αλλά στην ποιητική φόρμα. Γιατί ο αλά Μπάιρον λευκός ανοιχτός γιακάς μπορεί να είναι η μόδα του 19ου αιώνα ή ακόμα και του 20ού, όμως, σύμφωνα με τα συνδηλούμενα του Ελύτη, μπορεί να είναι και σημαία επαναστατική που σήκωσε και ο Μπάιρον στο Μεσολόγγι και ο Κάλβος στην ποίηση για να υπηρετήσουν την ίδια ιδέα. 
Επανέρχομαι. Ο Κάλβος δεν ξέρουμε πώς ήταν. Δεν υπάρχει πορτρέτο ούτε φωτογραφία. Ο «γέροντας» με «ρούχα κατάμαυρα» των βιογράφων μπορεί να παραπέμπει στον μεταποιητικό Κάλβο, τον οποίο όμως ο Ελύτης, και σ’ αυτή την περίπτωση μόνο, βλέπει ως «Γέρο-Αετό». Για την Ελλάδα και τα ποιητικά μας πράγματα ο Κάλβος είναι ο νέος, επαναστάτης άντρας που έγραψε τις Ωδές, ντυμένος με τη μόδα της εποχής του, όπως ο Μπάιρον, με το λευκό ανοιχτό πουκάμισο.
 Η ανακρίβεια του κειμένου στην εφημερίδα βλάπτει τον αναγνώστη· και σε ό,τι αφορά τον Κάλβο και σε ό,τι αφορά τον Ελύτη. Οι αριθμοί σε παρένθεση παραπέμπουν στα Ανοιχτά Χαρτιά, έκδ. του 1982.

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016

Γιάννη Ρηγόπουλου: Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΟΥΛΑΚΗΣ ΚΑΙ Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ


Περιοδικό ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ, τεύχος 56, Σεπτέμβριος 1995, σσ. 102-106


Δευτέρα 29 Αυγούστου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΙΚΕΣΙΟΣ ΛΟΓΟΣ (ποίημα)


Στὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Πέργης κ. Εὐάγγελον 


Τὶς ρίζες κάθε μας  προσευχῆς 
θυμίαμα τὶς ποτίζει.
Φύτευμα λές,
ὑπομονῆς καὶ ταπεινοφροσύνης.
  
Ἀνησυχία οὐρανοῦ
Οἱ ἔγνοιες μας οἱ καθημερινές
ἀλλὰ κι οἱ ἐκτροπὲς ἀκόμα.
Δίχως γραμματόσημο
τῶν προσευχῶν μας οἱ ἐπιστολές
τὸ ἴδιο κι οἱ ἀπαντήσεις.
Τί ἄλλο θαῦμα, λοιπόν;

Λιποθυμία Θεοῦ
ἀπὸ ἀναθυμιάσεις 
ἐφάμαρτου βίου μου.
Καὶ δὲν ἀνησυχῶ
μήτε καὶ ντρέπομαι...

Κράτημα 
Σὲ ἦχο ἄγνωστο.
Ὡστόσο ὁ Θεὸς δακρύζει....


π. κ. ν. κ. σκόπελος, 2010

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΟ ΑΛΛΟ (ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΠΙΑ) ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΤΟ ΚΛΗΜΑ


Στὸν Παναγιώτη τὸ Γιατρό, ἐγκάρδιος χαιρετισμὸς γιὰ τὰ ὀνομαστήριά του.
Τὸν Αὔγουστο, ὅπως εἶναι γνωστό, τὸν σημαδεύει, καὶ μὲ ἱεροπρέπεια κι ἄφατη συγκίνηση τὸν περιβάλλει, ἡ μεγάλη καὶ κορυφάια γιορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας μας, ποὺ σταλάζει, στοὺς ὅσους πιστούς, δροσοσταλίδες κατανύξεως καὶ εὐλογίας.
Ὡστόσο, μὴ λησμονοῦμε πὼς ὁ Αὔγουστος ἦταν γιὰ τὸ παλιό μας τὸ χωριό, τὸ Κλῆμα, ὁ μήνας συνάξεως τῶν καρπῶν, ἰδίως δὲ τοῦ εὐαίσθητου καὶ ὑπέροχου δαμάσκηνου, τὸ ὁποῖο ἔπρεπε νὰ συναχθεῖ καὶ νὰ δοθεῖ γιὰ ἐπεξεργασία, χωρὶς χρονοτριβή, ἀμέλεια καὶ ἀκαματοσύνη. Γιατὶ χάνονταν τότε οἱ κόποι ἑνὸς ὀλάκερου χρόνου. Κι ὁ λόγος εἶναι γιὰ «τοὺ κουρόμλου ἀζάν», ὅπως τό λέγανε, τὸ ὁποῖο συνἀζονταν τὶς πρῶτες μέρες τοῦ Αὐγούστου, ἁπλώνονταν στὸν ἥλιο κι ὕστερα ψήνονταν σὲ εἰδικοὺς κλιβάνους. Ὡστόσο τὸ μάζεμα ἔπρεπε νὰ γίνει ἔγκαιρα καὶ μὲ προσοχή, ὥστε νὰ μὴ «σπάσει»ὁ καρπός καὶ λιώσει.
Αὐτὲς τὶς μέρες, λοιπόν, ὅλο σχεδὸν τὸ χωριὸ ἦταν στὸ πόδι καὶ πρωΐ-πρωΐ, πρὶν φέξει καὶ «χτυπήσει» ὁ ἥλιος, ξεκινοῦσε γιὰ «τσ’κουρουμλιῶνις», μὲ τὰ ζά του φορωμένα «τ᾿ ἀgειά», δηλαδή, «τς᾿ κουφίνις ἤ τὰ καφάσα».
Ἀντιλαλοῦσαν τότε οἱ πλαγιὲς ἀπὸ τὶς φωνὲς τῶν συλλεκτῶν, ἀλλὰ καὶ οἱ δρόμοι, τὰ μονοπάτια δηλαδή, ὅπου τὰ μουλαρια καὶ τὰ γαϊδουράκια κάνανε τὴ μέρα ἀτέλειωτες στράτες. Κι ἔτρεχε ποτάμι ὁ ἰδρῶτας, γιατὶ Αὔγουστος ἦταν στὸ ἔμπα του, κι ἄς ἔκανε καὶ μελτέμια.
Τὰ δαμάσκηνα τὰ πηγαίνανε ἔγω ἀπὸ τοὺς φούρνους καὶ τὰ ἁπλώνανε-παλιοτερα σὲ σπαρτίνες καὶ μετὰ σὲ τελάρα. Ἀπὸ μακρυὰ δὲ φαίνονταν ἁπλωμένα σὲ μικρὲς γαλάζιες λιμνες καταμεσὺ τοῦ χρυσοπράσινου τοπίου.
Στὸ χωριό μας εἴχαμε τότε δυὸ φούρνους, γύρω ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἁπλώνονταν τὰ κορόμηλα γιὰ νὰ λιαστοῦν. Ὁ ἕνας ἦταν στὸ Ρέμα κι ὁ ἄλλος σχεδὸν μέσα στὸ χωριό. Εὐωδίαζε ὁ τοπος τότε ἀπὸ κείνη τὴ μοσχοβολιά, ποὺ ἁπλώνονταν σ᾿ ὅλο τὸ χωριό κι ἀνακατεύονταν, ἰδίως τὴ νύχτα, μὲ τὶς ἄλλες εὐωδιές: τοῦ βασιλικοῦ, τῆς μαντζουράνας, τοῦ καμμένου ξύλου, τοῦ πεύκου καὶ τῆς ἁρμύρας.
Κι ὅταν ἔφτανε τῆς Παναγιᾶς σταματοῦσαν γιὰ λίγο τὰ ἔργα τους οἱ χωρικοί-μέρα ποὺ ἦταν καὶ τὰ ζὰ ποὺ κουβαλοῦσαν τοὺς καρπούς, τώρα τὰ σαμάρια τους ἦταν στολισμένα μὲ κιλίμια καὶ καθαρὲς κουρελοῦδες, γιὰ νὰ καθίσουν μὲ τὰ καλά τους οἱ νοικοκυραῖοι νὰ πᾶνε στὸ διπλανὸ τὰ χωριό, στὴν Πλατάνα ποὺ εἶχε τὸ πανηγύρι της. Τὸ Πανηγυρι τῆς Παναγιᾶς. Γιὰ νἄχουν γειά καὶ εὐλογία καὶ νὰ χαίρονται κάθε χρόνο τὸ ἄλλο τους πανηγύρι, ἐκεῖνο τοῦ κορόμηλου, ποὺ ζωντάνευε, μαζὶ μὲ τὸ ἀμύγδαλο καὶ τὴν ἐλιά, τὴν βιοτή τους. Μέχρι ποὺ ἦρθε ἔνας καιρός ὅπου ἔφυγαν οἱ παλιότεροι, ξεράθηκαν οἱ δαμακηνιές, τὰ χτήματα ρήμαξαν, τὰ ζῶα χάθηκαν καὶ τὸ μόνο ποὺ ἀπόμεινε στὸ νοῦ καὶ στὴν ψυχὴ εἶναι τὸ πανηγύρι τοῦ κορόμηλου, συνταιριασμένιο μὲ κεῖνο τῆς Παναγιᾶς, μὲ τὶς ἀθανατες τὶς εὐωδιές τους.
Δεκαπενταύγουστος 2016
π. κ. ν. κ

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΣΤΗΝ ΠΑΝΣΕΠΤΟ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΗ, ΑΤΕΧΝΟΝ ΕΓΚΩΜΙΟΝ


«Αἱ γενεαί πᾶσαι μακαρίζομέν σε τήν μόνην Θεοτόκον...»

Ἀλήθεια, τί ἄλλο θά μπορούσαμε νά ποῦμε, νὰ καταθέσουμε στή Χάρη Σου, Παναγία μας, ἀφοῦ τὸ ξέρουμε πιά, ὅτι Ἐσὺ μοναχὰ μᾶς συμπονᾶς καί μᾶς σκέφτεσαι. Μᾶς συλλογᾶσαι ὡς Μάνα κι ὡς Παν- ἁγία. Γιατὶ μέσα στὸ δικό μας, τὸ ἀνθρώπινο τὸ γένος ἔχει βλαστήσει καί εἶσαι μεγαλωμένη, ἔχοντας ὅλους τούς καημούς καί τά βάσανα τῶν ἁπλῶν, φτωχῶν κι ἀσήμαντων συν-ανθρώπων Σου στήν ποδιά Σου -προίκα, λὲς πολύτιμη-, ποὺ θὰ Τήν παραδώσεις ἀκέραιη στά Χέρια τοῦ Κυρίου Σου: Ἐκείνου δηλαδή, πού Σέ ἀξίωσε «ἐν κοιλίᾳ θεοπρεπῶς» νὰ Τὸν δεχτεῖς. Ἐκείνου ποὺ μᾶς ἀξίωσε «θείας κοινωνοὶ φύσεως» (πρβλ. Β΄ Πέτρ. 1, 4) νὰ καταστοῦμε: Ποιοί, ἐμεῖς οἱ ἀχρεῖοι καὶ συνάμα ἄφρονες. Οἱ εὐεργετηθέντες ἀχὰριστοι, ποὺ ἀναμασᾶμε καθημερινὰ τὴν ἀγνωμοσύνη μας ἐπιμένοντας πάντα στὸ θέλημά μας καὶ στὴν ἐκζήτηση εὐκαιριῶν γιὰ αὐτοπροβολή, αὐτοδικαίωση, αὐτονομία.

Κι ὅμως Ἐσὺ δὲν τὰ ὑπολογίζεις ὅλ᾿ αὐτά. Γιατὶ εἶσαι Μάνα. Καὶ μιὰ Μάνα τὸ παιδί της τὸ ἀγκαλιάζει καὶ προσπαθεῖ νὰ τὸ συνεφέρει, ὅσα σφάλματα καὶ νὰ κάμει. Γιατὶ μπορεῖ νὰ μὴ μᾶς γέννησες, μᾶς ἀναγέννησες ὅμως κι αὐτὸ εἶναι ὕψιστο εὐργέτημα, ποὺ ὀφείλουμε νὰ μὴν τὸ ξεχνᾶμε, γιατὶ τότε δὲν θὰ εἴμαστε μοναχα ἀχαριστοι, ἀλλὰ κάτι πολὺ περισσότερο: θὰ μεταποιηθοῦμε ἀπὸ ἄνθρωποι σὲ κτήνη. Μὲ βάναυση συμπεριφορά, ἠθικὴ πώρωση καὶ ἁγριότητα ποὺ ὑπερβαίνει καὶ τοὺς νόμους τῆς ζούγκλας. Ἐσὺ ὅμως μᾶς θέλεις μὲ τὴ σφραγίδα τῆς ἁγιότητας, ὡς Παν-Αγία ποὺ εἶσαι. Γιὰ νὰ ἀνατρέψουμε τὰ σχέδια τοῦ μισοκάλου, ὅπως Ἐσὺ κάποτε μὲ τὴν ἐνάρετο βιοτὴ θεοπειθῶς ἔπραξες, ὅταν «Τῷ ἕκτῳ μηνὶ ἀπεστάλη Ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίσαθαί Σε..». «Γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου...», εἶπες. Ὅπως, δηλαδή, οἱ παλιοὶ λέγανε: «Τοῦ Θεοῦ νὰ γένει..» Κι ἔγινε τοῦ Θεοῦ τὸ θέλημα: νά ξανανοίξει ὁ Παράδεισος ποὺ γιὰ τὸν Ἄνθρωπο ἔφτιαξε, κι Ἐσὺ τὰ κλειδιά του τὰ κρατᾶς καὶ μᾶς τὰ φιλεύεις νὰ εἰσοδεύσουμε... Καλή μας Παναγία, γλυκυτάτη Μάνα!!!

Πῶς, λοιπόν, νὰ μὴ Σοῦ ποῦμε μὲ λαχτάρα, συγκίνηση καὶ παιδικὴ εἰλικρίνεια τὰ παρακάτω, ποὺ ἀσφαλῶς συνοψίζουν ἕνα πράγμα: ὅτι εἶσαι μιὰ μεγαλη τρυφερὴ ἀγκαλιὰ ποὺ μέσα της ἀπαγκιάζουμε.

«Πρὸς τίνα καταφύγω ἄλλην Ἁγνὴ; ποῦ προσδράμω λοιπὸν καὶ σωθήσομαι; ποῦ πορευθῶ; ποίαν δὲ ἐφεύρω καταφυγήν; ποίαν θερμὴν ἀντίληψιν; ποῖον ἐν ταῖς θλίψεσι βοηθόν; Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, εἰς σὲ μόνην καυχῶμαι, καὶ ἐπὶ σὲ θαρρῶν κατέφυγον».

Μιὰ ἀγκαλιὰ ποὺ τὴ νοιώθουμε καὶ τώρα, καθὼς ἑτοιμαζόμαστε γιὰ τὴν θεία Σου Κηδεία. Ἐπειδὴ εἴμαστε σίγουροι πῶς, «ἐν τῆ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατάλιπες, Θεοτόκε..» Κι ἔτσι εἶναι.

Δεκαπενταύγουστος 2016
π. κ. ν. κ

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

Η Ελληνική Γλώσσα και ο Πολιτισμός στην Κάλυμνο

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Το Σωματείο Διεθνών Σχέσεων και Πολιτιστικών Ανταλλαγών γιόρτασε τα είκοσι τρία χρόνια του στα νερά της Καλύμνου. Και το όμορφο νησί φιλοξένησε και πάλι τους εραστές της Ελληνικής Γλώσσας και του Πολιτισμού στα γαλανά νερά του. Όπως λέει και το παραδοσιακό τραγούδι που όλοι, Έλληνες και Φιλέλληνες, τραγουδήσαμε
Μες στα πετρωτά μια χρυσοπέρδικα πετά
Ήταν η ελληνική γλώσσα η χρυσοπέρδικα και ήταν οι εραστές της, από χώρες, μακρινές και κοντινές, οι χρυσαετοί που κατέφθασαν άλλοι για το Πρόγραμμα καθεαυτό και οι παλαιότεροι για την Ελληνική Φιλία (Διεθνή Ένωση Νεοελληνιστών) που έγινε και αυτή θεσμός. Θεσμός και το Πρόγραμμα. Αεροπλάνα και βαπόρια διασχίζουν ουρανό και θάλασσα για να κατεβάσουν τα φρέσκα, τα νεανικά πρόσωπα, στην Κάλυμνο με ελληνικά βιβλία στις αποσκευές τους και αγάπη για την Ελλάδα στις ψυχές τους. Όμορφα παιδιά που ήρθαν να μάθουν Ελληνικά, να συμπληρώσουν τις γνώσεις τους, να διορθώσουν την προφορά τους, να τραγουδήσουν δωδεκανησιακά τραγούδια και να χορέψουν, να ακούσουν Ελληνικά και να μιλήσουν μεταξύ τους Ελληνικά. Η διεθνής των ημερών, η γλώσσα η Ελληνική σε δεκάδες αποχρώσεις. Κάθε εκπρόσωπος και η δική του συμβολή στην εκφορά του ελληνικού λόγου και όλοι μαζί απόστολοι που θα μεταφέρουν την ελληνική λαλιά όχι μόνο μέχρι τη Βακτριανή που λέει ο Καβάφης αλλά και στην Ιταλία και Ισπανία και Τυνησία και Χιλή και Ουκρανία και Ρωσία και Σερβία και Γερμανία και Γεωργία και στην Αλεξάνδρεια, στην Παλαιστίνη και παντού.
Τα παιδιά της Ελληνικής Φιλίας είναι πλέον άντρες και γυναίκες, έχουν κάνει οικογένειες και συχνά στα ταξίδια φέρνουν όλη την οικογένεια μαζί τους. Έρχονται συγκινημένα να μας πουν τι κάνουν στη χώρα τους και πώς προωθούν την ελληνική γλώσσα. Άλλα έχουν γίνει καθηγητές Ελληνικών σε πανεπιστήμια της χώρας τους, άλλα εργάζονται σε πρεσβείες και προξενεία, άλλα μεταφράζουν και άλλα εκπονούν ακόμα το διδακτορικό τους, συχνά και δεύτερο, άλλα δουλεύουν στην τηλεόραση, άλλα γράφουν μελέτες. Και για του λόγου το ασφαλές: Ο πρόεδρός τους, Ρομπέρτο Σότο, από τη Χιλή, ελληνοποιήθηκε, ζει στην Κατερίνη, και στις αποσκευές του έχει τίτλους Ιστορίας από τα πανεπιστήμια της Γρανάδας, της Χιλής και της Θεσσαλονίκης.
Η Μήδεια Αμπουλασβίλι, επίτιμη δημότης του νησιού, είναι καθηγήτρια Ελληνικών στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Τυφλίδας, εργάζεται και στην τηλεόραση, όπου κάνει εκπομπές για παιδιά στα Ελληνικά, γράφει σενάρια, σκηνοθετεί και ετοιμάζει την επόμενη γενιά, ανάμεσά τους και την μικρούλα Μαρίτα, την πεντάχρονη κόρη της, που μιλάει ήδη Ελληνικά και ενθουσιάζεται και ευφημεί στα Ελληνικά. Φέτος, δεν μας ήρθε ο Μανουέλ ντε Βιάλ από τη Χιλή, επίσης. Ο Μανουέλ είναι λέκτορας στο πανεπιστήμιο της Τζιρόνας στην Ισπανία. Έρχεται όμως στα συνέδρια που οργανώνουν μαζί με τον Ρομπέρτο και δεν χάνει επαφή με την «Φιλία». Ήρθε και ο Σερίφ Ελζαΐ, με σπουδές στην αρχαιολογία και στα ελληνορωμαϊκά, διδάσκει Ελληνικά και Αραβικά στην Κοινότητα της Αλεξάνδρειας και στο Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού. Έχει μεταφράσει στα Αραβικά ελληνικές ταινίες. Είναι σεμνός και διακριτικός, όπως όλα τα «παιδιά» μας.
Από τη νεότερη γενιά, ο Φραντσέσκο Σκαλόρα, από το Παλέρμο, με μεταδιδακτορικό τίτλο, εργάζεται στο Πανεπιστήμιο, και στο Παλέρμο και στην Ελλάδα, έχει καθηγήτρια τη μεγάλη ελληνίστρια Ρενάτα Λαβανίνι για την οποία μιλάει με μεγάλο θαυμασμό. Στο Παλέρμο πρόσφατα έγινε συνέδριο, όπου συμμετείχαν οι γνωστοί νεοελληνιστές Μάριο Βίττι, Βιντσέντσο Ρότολο, η Ρενάτα Λαβανίνι, φυσικά, η Πάολα Μαρία Μινούτσι και από του Έλληνες οι καθηγητές Παναγιώτης Μαστροδημήτρης, ο Ερατοσθένης Καψωμένος, και ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος. Ο Βιτέντζο Ρόττολο διάβασε με συγκίνηση μήνυμα συμπαράστασης προς την Ελλάδα, το οποίο επίσης με συγκίνηση μας μετέφερε ο Φραντσέσκο στην Κάλυμνο.
Ο Καρμέλο Φαλέα, ακόμα νεότερο μέλος, έχει τελειώσει τις σπουδές του και τώρα έρχεται στην Κάλυμνο και συλλέγει υλικό γιατί εκπονεί διδακτορική διατριβή με θέμα τα καλύμνικα τραγούδια των σφουγγαράδων. Ο Καρμέλο άφησε μούσι και έτσι μελαχρινός που είναι μοιάζει με τον Ουμπέρτο Εκο, τραγουδάει σαν Έλληνας και είναι ωραίος σαν Έλληνας. Οι πανέμορφες Τζούλια και η Κατερίνα από την Ιταλία και η Ξένια από το Χάρκοβο με την τραγουδιστή φωνή τους και ο επίσης πανέμορφος Βλαντ από τη Μαριούπολη, την πόλη της Παναγίας δηλαδή, πρόσθεσαν τη δική τους απόχρωση στην ελληνική λαλιά. Ήταν επίσης η Χάνα από τη Γερμανία, τα κορίτσια από τη Σερβία, τα παιδιά από την Ουκρανία, κι άλλα κορίτσια και αγόρια από την Ιταλία και τη Γεωργία, ο επιμελέστατος Ακάκιος γεμάτος χιούμορ. Ο Γίγα ντυμένος Έλληνας ψαράς που χόρεψε πρώτος τον καλύμνικο και η Βαλέρια, η οποία, πέραν των άλλων της προσόντων, διαθέτει και φωνή τραγουδίστριας και μας καταγοήτευσε και συγκίνησε, τραγουδώντας τον ύμνο των Ελλήνων στης Μαριούπολης, «Εμπρός πατριώτες, Εμπρός» και η ψυχούλα της έτρεμε και πετάριζαν τα όμορφα μάτια της. Κι εκείνες οι δυο μικρές που, έχοντας κατακτήσει η μία πρώτη και η άλλη δεύτερη θέση στις εξετάσεις Ελληνικών για να λάβουν μέρος στην προσεχή Ολυμπιάδα, ήρθαν από την πατρίδα τους με όλη της χάρη της ηλικίας τους, τη φρεσκάδα τους, με τα λαμπερά τους βλέμματα, γεμάτα από την επιθυμία να μάθουν καλά Ελληνικά. Τα δυο κορίτσια από την Αλεξάνδρεια που έγραψαν έναν χαριτωμένο διάλογο με τη μία στο ρόλο της Κλεοπάτρας και την άλλη στο ρόλο της Αλεξάνδρας, ενός κοριτσιού σημερινού. Η Κλεοπάτρα έμοιαζε στην αρχαία βασίλισσα και η Αλεξάνδρα έμοιαζε στην Αῒντα του Βέρντι, έτσι μου φάνηκε. Γενικώς όλα τα παιδιά παρουσίασαν ένα καλλιτεχνικό πρόγραμμα, διάλογο, σκετς, χορό, τραγούδι από την πατρίδα τους αντίχαρη σε ό,τι τους προσφέρει η Κάλυμνος.
Θα σταματήσω για λίγο στην εμβληματική εικόνα της Ίκραμ από την Τυνησία, το Τούνεζι, την Μπαρμπαριά, όπου, όπως λένε κάτι παλιά μας τραγούδια, οι πειρατές μετέφεραν τις όμορφες Ελληνοπούλες που έκλεβαν στα γιουρούσια τους. Η Ίκραμ χόρεψε ένα χορό της πατρίδας της γεμάτη έξαψη και διονυσιακή μέθη. Ήρθε κρατώντας κλαδί γιασεμιού και μας απάγγειλε το ποίημα που έγραψε η ίδια. Απομονώνω τους στίχους: «Ελλάδα μου, ήρθα από τη χώρα του γιασεμιού στη χώρα του Ήλιου… Είσαι ο ήλιος και όλοι οι άλλοι είναι αστέρια που σβήνουν μπροστά σου … Ελλάδα μου». Και το είπε με πάθος και τα τιγρίσια μάτια της και το λεπτό δέρμα της στο χρώμα της χρυσής άμμου που την ψήνει ο ήλιος και κείνα τα ατίθασα σγουρά μαλλιά της πιασμένα κάπως σαν… μου θύμισαν ένα ψηφιδωτό που δείχνει τη Σαπφώ, τη μαυριδερούλα μακρινή εξαδέλφη του Οδυσσέα Ελύτη. Ιδέα μου; Ίσως, αν μάλιστα κράταγε και το μολύβι, όπως εκείνη του γνωστού ψηφιδωτού, θα έλεγα πως πρόκειται για μετενσάρκωση.
Το εικοστό τρίτο Πρόγραμμα έγινε. Ανήκει πια στην ιστορία. Η εμπνεύστρια, η ψυχή του και πρώτη διδάξασα, η κυρία Μαρία Θεοδωρίδου το ξεκίνησε στην αυλή του σπιτιού της, ιδίοις εξόδοις, με εννέα κορίτσια και ανοίγοντας σαν βεντάλια τον παγκόσμιο χάρτη, από αυτή την αυλή πέρασαν παιδιά από τριάντα τέσσερεις χώρες. Την αξιέπαινη προσπάθειά της στηρίζουν και πολλές άλλες κυρίες, επιστήμονες με ποικίλες δραστηριότητες. Η Ελπίς Σκαρδάση, που επί τόσα χρόνια δίδαξε και παραστέκει ακόμα, η Ζωή Σκαρδάση με αρμοδιότητες διεκπεραίωσης πάσης δυσκολίας, η Άννα Κουκούλη το επινοητικό υπουργείο οικονομικών του σωματείου και άλλες κυρίες, προσφέροντας η καθεμιά όσο και ό,τι και με όποιον τρόπο μπορεί. Ακόμα το Πρόγραμμα στήριξαν οι συνάδελφοι φιλόλογοι και δάσκαλοι που δίδαξαν γλώσσα, η Ευδοκία Οικονομίδου που μέσα σε λίγες μέρες κατάφερε να διδάξει τη χάρη της χορευτικής κίνησης και ο Σωτήρης Κυπραίος που, επίσης, μέσα σε λίγες μέρες, κατάφερε να διδάξει τόσα τραγούδια, μεταφέροντας το ρυθμό και το μέλος από την κιθάρα του στην ψυχή, στο στόμα και στο σώμα. Σούστες, συρτά, μπάλος και καλαματιανά τράνταξαν την αυλή του Δημοτικού Σχολείου του Πανόρμου που μας φιλοξενεί κάθε χρόνο.
Ω! ντιρλαντά ντιρλανταντά …
πάνω στο άσπρο της ποδάρι
θα πάω να δέσω παλαμάρι….
Στης Καλύμνου το ποδάρι έχουμε δέσει παλαμάρι, την ελληνική γλώσσα., μίτο μαλαματένιο και ιερή κλωστή που διατηρεί τη συνοχή.
Ο Διευθυντής του σχολείου, κ. Αλαχούζος, μας άνοιξε πρόθυμα και ευγενικά τις πόρτες και ο παλαιότερος, κ. Μιχάλης Κυράνης, που επίσης μας άνοιγε τις πόρτες και βοηθούσε παντοιοτρόπως, εξακολουθεί να μας βοηθάει, να αναρτά στο διαδίκτυο κάθε ενέργεια μας και να μας δίνει και τους μουσικούς γιους του να συνοδέψουν με τα έγχορδά τους -μαζί και ο Σπύρος Κάππας στο λαούτο- τη μουσική μας εκδήλωση και να μεταφέρουν την ελληνική μουσική στο πολύχρωμο μωσαϊκό των εραστών της ελληνικής γλώσσας, των περασμένων και των τωρινών και όλων των κατοίκων του νησιού που παρευρέθηκαν. Κι οι νεαροί μουσικοί, σαν εκείνους του Καραβάτζιο, έσυραν τα δοξάρια τους με χάρη και πήραν ρεύμα οι καρδιές και τα πόδια. Και ο κ. Γαζουλής ο Δήμαρχος που μας δεξιώθηκε και ο κ. Γιαμέος, Πρόεδρος του Πνευματικού Κέντρου «Αι Μύσαι» που μας έκανε την τιμή να μας βραβεύσει και τα ΜΜΕ του νησιού, τους ευχαριστούμε όλους όπως και κάθε έναν χωριστά που συνέβαλε υλικά και ηθικά στην επιτυχία και του φετινού μας Προγράμματος.
Όμως δεν τελειώσαμε. Ευτυχής συγκυρία, η δεκαπεντάχρονη Καλύμνια αθλήτρια της σφαιροβολίας, Μαρία Μαγκούλα, αφού, σπάζοντας το ρεκόρ, πήρε στην Ελλάδα το χρυσό μετάλλιο και στους Βαλκανικούς στη Σερβία το αργυρό, έφτασε στους Πανευρωπαϊκούς της Τυφλίδας και κατάφερε να πάρει την έκτη θέση. Θέση πολύ τιμητική. Την ώρα που η Μαρία αγωνιζότανε, στις κερκίδες η Μήδειά μας, φορώντας την τοπική ενδυμασία της Καλύμνου μαζί με τη μικρή Μαρίτα, τυλιγμένες με την ελληνική σημαία, επευφημούσαν και χειροκροτούσαν και φώναζαν Ελληνικά, ενισχύοντας την ελληνική προσπάθεια.
Το Πρόγραμμα άρχισε στις 6 και τελείωσε στις 25 Ιουλίου 2016 και ήταν πολύ ωραίο και συγκινητικό και ελληνικό. Τα παιδιά ανέβηκαν πάλι στο καράβι που λίκνιζε την πηγαιμό για τις πατρίδες τους, ντυμένα με το ελληνικό αεράκι, ανεμίζοντας την πολύχρωμη παρουσία τους σαν σημαδούρες ελπίδας στο ελληνικό γαλάζιο και ανανεώνοντας το ραντεβού για το επόμενο Πρόγραμμα στην πνευματική τους πατρίδα την Κάλυμνο, την Ελλάδα, την Ελληνική Γλώσσα.
Κι εμείς, ευχαριστούμε την Κάλυμνο για την τιμή, για την πλούσια φιλοξενία, για την ιδέα και πρωτίστως ευγνωμονούμε την τύχη την αγαθή που μιλάμε Ελληνικά. Η γλώσσα και ο πολιτισμός μας είναι η σωτηρία μας, είναι το Αιέν που θα αφομοιώσει το μικρό Νυν μας. Με την ευχή να είμαστε και του χρόνου καλά, προσευχόμαστε στον Ήλιο το νοητό της Δικαιοσύνης και στη μυρσίνη τη δοξαστική να μη λησμονήσει τη χώρα μας και στην Κυρά της θάλασσας :

Δωσ’ της, Παναγιά μου, χρόνια /σαν της λεμονιάς τα κλώνια. 

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: «Καλή Σαρακουστίτσα, Τς' Παναϊάς μί υγεία...»

Καθὼς ἀνοίχτηκαν μπροστά μας οἱ πανίερες ἡμέρες τοῦ Δεκαπενταυγούστου, τοῦ Πάσχα τοῦ Καλοκαιριοῦ, μιὰ νεόκοπη φράση ἦρθε δειλά-δειλὰ νὰ εἰσβάλει στὸ λεξιλόγιό μας τὸ τοπικό: «Καλὴ Παναγιά»!!!

Δὲν ξέρω ποῦ ἀκούγεται καὶ πῶς προῆλθε αὐτὴ ἡ φράση, ὅμως στὸν τόπο μας συνηθίζαμε νὰ λέμε κάποια ἄλλα εὐχετήρια λόγια, ποὺ ἀσφαλῶς καὶ περιέχομενο εἶχαν καὶ βαθειὰ στὴν Παράδοση ἦταν ριζωμένα. Χώρια ποὺ τὰ βίωναν οἱ ἄνθρωποι μὲ κατάνυξη καὶ ἄμετρη συγκίνηση, γιατὶ ζοῦσαν τὴ Σαρακοστή, ἀφοῦ ἄλλωστε νήστευαν καί, μάλιστα, μὲ ἱεροπρέπεια καὶ σεβασμό. Καὶ δὲν τοὺς ἔνοιαζε ἄν φᾶνε ψωμὶ μὲ ντομάτα ἤ καὶ ντοματόριζο ἀλάδωτο. Ἄν «σαόξου», στὴν ἐξοχὴ δηλαδή,-μὴ ξεχνᾶμε πὼς οἱ μέρες αὐτὲς ἦταν πολὺ κοπιαστικὲς, ἀφοῦ ἔπρεπε νὰ μαζευτεῖ τὸ δαμασκηνο- χόρταιναν μὲ κορόμηλο, ψωμὶ καὶ νερό... Ξέρανε, πὼς ἐπιτελοῦσαν ἕνα ἱερὸ χρέος, κάνοντας τὸν κανόνα τους «τοὺ gάνουνα», εἰς τιμὴν καὶ μνήμην Ἐκείνης, τὴν Ὁποία «αἱ γενεαὶ πᾶσαι» τὴν μακάρισαν, ὡς μόνην Θεοτόκον. Πῶς νὰ λέιψουν ἐκεῖνοι, λοιπόν, ἀπὸ τὶς Παραδόσεις τῶν Πατέρων τους;

Ἔτσι, μόλις εἰσόδευε ὁ Δεκαπενταύγουστος, ἡ εὐχὴ ποὺ ἄκουγες ἦταν: «Καλὴ Σαρακουστίτσα», ἀφοῦ λίγες ἦταν οἱ μέρες κι ὄχι σαράντα. Κι ὅταν περνοῦσαν οἱ πρῶτε μέρες πάλι εὔχονταν « Ἄdι, τς᾿ Παναϊᾶς μὶ ὑγεία».

Μὲ τὰ χρόνια καὶ μὲ τὴν παρουσία τοῦ τουρισμοῦ ποὺ ὀριζοντίωσε πολλὲς κι εὐλογημένες συνήθειες, ἀτόνισαν καὶ τὰ παραπάνω. Βλέπεις ἀκόμα καὶ ἡ μέρα τῆς Παναγίας, τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως, εἶναι ἐργασιμη μέρα, ὅπως ὅλες οἱ προηγούμενες καὶ τὸ μόνο ποὺ τὴ θυμίζει πιὰ εἶναι οἱ πανηγυρικές, εὐχαριστιακὲς συνάξεις τῶν ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες καὶ συνεχίζουν -σὲ πεῖσμα ἐκείνων ποὺ έπιθυμοῦν(;), ἡ ἀναγκη τοὺς κάνει(;), νὰ εἶναι ἐπιλήσμονες- νὰ θυμίζουν ὅτι «ἡ τῆς ζωῆς Μητέρα πρὸς τὴν ζωὴν μετέστη...».

π. κ. ν. κ

Κυριακή 31 Ιουλίου 2016

Γιώργου Λέκκα: ΑΝΘΡΩΠΟΣ (νέο ποίημα)


Μνήμη Γιώργου Σαραντάρη

Παντού η ίδια αγκαλιά.
Μεταξωτό γαλάζιο φως ο ουρανός
που ακουμπά τριγύρω μαλακά
στεριές κι ορίζοντες.
Κάτω η θάλασσα στρωτή
και πάνω της γονατιστός
στο βάθος δυσδιάκριτος ο άνθρωπος
να επαναλαμβάνει
ρυθμικά κι ηδονικά
«Κύριε δόξα Σοι».


Αντίπαρος, 28.7.2016

Ο π. Γεώργιος Α. Λέκκας είναι άμισθος πρωτοπρεσβύτερος της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής (1987), της Φιλοσοφικής Σχολής (1994) και της Θεολογικής Σχολής (2015) του Πανεπιστημίου Αθηνών. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Σορβόννης (Παρίσι 4) και μεταδιδακτορικός συνεργάτης του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών Γαλλίας (2000-2005). Δίδαξε ελληνική φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου (Τμήμα Φιλολογίας, 2007-2012), ενώ διδάσκει επίσης Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο από το 2005 έως σήμερα. Υπηρετεί ως Νομικός του Υπουργείου Παιδείας υπεύθυνος Θρησκευμάτων στην Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία Βρυξελλών σε στενή συνεργασία με το Γραφείο της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην ΕΕ.

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2016

Γιώργου Λέκκα: ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ (νέο ποίημα)


Τρυγώντας αποκλειστικά πορτοκαλί λουλούδια
μια μέρα θα γίνει μια εξίσου πορτοκαλί πεταλούδα.


Αντίπαρος, 27.7.2016

Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

Γιώργου Λέκκα: ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ (νέο ποίημα)


Καλοκαίρι με τα λιόδεντρα στην πανσέληνο
κι εγώ πεθαίνω ένας-ένας μες στην ομορφιά.
Κρίμα τέτοια θάλασσα να μην περπατιέται.

Αντίπαρος, 20.7.2016

Related Posts with Thumbnails