© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Η Ρ Ι Ο

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Αριστομένη Λαγουβάρδου: ΩΔΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ (ποίημα)


Γιατί   μαλάσσουν   το  ψωμί,  γράφουν  ποιήματα,
παίζουν  το  βιολί,  την   κιθάρα,  το  πιάνο.

Γιατί  εκφράζουν  όλες  τις  λέξεις  του  λεξικού  μας,
και  είναι  αυτά  που  παίρνουν  την  αρχηγία,
όταν  τα  μάτια  είναι  στο  σκοτάδι.

Γιατί  το  έμβρυο  με  τα  χέρια  ερευνά  το  σώμα
της  μητέρας  πριν  έρθει  στον  κόσμο.

Γιατί  τα  χέρια  όταν  είναι  στο  στόμα  συγκρατούν
συγκινήσεις  και  όταν  ενώνονται  παρακαλούν
για  συχώριο.

Γιατί  καρφώθηκαν  στο  ξύλο  του  Σταυρού.

Γιατί  τα  χέρια  των  αγαπημένων  είναι  πηγή
ζεστασιάς  που  θερμαίνει  τις  κρύες  πλαγιές
της  καρδιάς  μας.

Γιατί  στολίζουν  το  φόρεμα  της  γης  μας
με  όλα  τα  δέντρα  και  άνθη.

Γιατί  ποτέ  δεν  μπορώ  να  ξεχάσω  πως  τρέμουν
από  το  άγχος  και  από  τα  νεύρα.

Γιατί  γελάνε  όταν  χειροκροτούν  και  νευριάζουν
όταν  σηκώνονται  απειλητικά  στον  αέρα.   

Γιατί  και  ο  δάσκαλος  των  Κλαζομενών  έλεγε  ότι,
είναι  τα  χέρια  που  ξεχωρίζουν  τον  άνθρωπο
από  τα  ζώα.   

Γιατί  τα  χέρια  είναι  το  φως  για  ένα  τυφλό
αλλά  και  το  φως  της  σιγουριάς  για  ένα  που  βλέπει.

Γιατί  με  τα  χέρια  ο  άνθρωπος  έρχεται  σε  επαφή 
με  την  σκληράδα  της  σκέψης. 

Γιατί  ποτέ  δεν  κατάλαβα  πώς  δύο  άνθρωποι
μπορούν  να  μιλούν  τόσο  καλά  με  τα  χέρια.

Γιατί  μια  θερμή  χειραψία  από  ''αληθινά  χέρια'',
δεν  διαφέρει  και  πολύ  από  ένα  ποίημα.

Γιατί  πολλές  φορές  ζητάνε  το  γιατί
και  σε  μια  στιγμή  δυστυχίας  ικετεύουν  βοήθεια.

Γιατί  κάποιες  στιγμές  μαζεύουν  σκέψεις,
για  να  ξανάβρουν  χαμένες  ελπίδες.

Γιατί  στην  απόγνωση  τρέμουν,  ζητάνε
άλλα  χέρια  και   πιάνονται  στα  αόρατα  σύρματα
της  ελπίδας.

Γιατί  τα  χέρια  χαιδεύουν,  χτυπούν,  δημιουργούν
και  ενώνουν.

Γιατί  και  ο  Αίσωπος  μας  φωνάζει  από  το  μακρινό
Παρελθόν: ''Συν  Αθηνά  και  συ  χείρα  κίνει''.

Από  την  συλλογή: ''Στα  απόκρυφα  τοπία  της  μοναξιάς''

Γεννήθηκε στην Έμπαρο Ηρακλείου Κρήτης. Διπλωματούχος ΜΗΧ/ ΓΟΣ ΜΗΧ/ΚΟΣ του Πολυτεχνείου Νεαπόλεως Ιταλίας. Ζει στο Ηράκλειο Κρήτης. 
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ (ποίηση) 1) Το τέλος της αθωότητας (Τυποκρέτα Καζανάκης Ηράκλειο) 2) Καθώς κυλά το ρόδινο ποτάμι. 3) Στα απόκρυφα τοπία της μοναξιάς (υπό έκδοσιν).

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Για το βιβλίο της Κλεοπάτρας Λυμπέρη “Η Ταφή του Κόμητος Οργκάθ”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2015

Γράφει η ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

Εν πρώτοις το εξώφυλλο και ο τίτλος. Όχι απλώς εντυπωσιακά, αλλά αγκίστρια δυνατά. Η Ταφή του Κόμητος Οργκάθ. Τίτλος έργου και πίνακας του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου - το πρώτο επίπεδο του πίνακα. Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη με αυτό το κείμενο κάνει μεγάλη βουτιά στα πολύ βαθιά για να ανακαλύψει πράγματα μέσα από τη μελέτη του πίνακα. Σαν να είναι μελέτη της ανθρώπινης ψυχής και της μοίρας της, σαν ο Θεοτοκόπουλος σε ένα πρώτο επίπεδο μας έδωσε το ιστορικό γεγονός και τις προεκτάσεις του, αλλά αλλού ήταν ο στόχος του. Ο Θεοτοκόπουλος για τον εαυτό του και η Λυμπέρη δι' εαυτήν.

Από την αρχή φαίνεται ότι διαδραματίζει ρόλο σ’ αυτή την ενδοσκόπηση ο «πατέρας». Ο «πατέρας» έδειχνε ενδιαφέρον για τον ουρανό, στην αρχή· για τη Γη αργότερα. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι ακολουθεί την αντίθετη πορεία από τη χωροταξική διάταξη του πίνακα που το βλέμμα κερδίζει η γη, Η ταφή, και έπειτα η μέση και η αποθέωση, ο Ουρανός. Ωστόσο, Ουρανός και Γη επικοινωνούν, όπως ο άνθρωπος κάτω με τα όνειρά του, τα οποία είθισται να τα τοποθετούμε ψηλά. Ο καλλιτέχνης «πατέρας» ενδιαφέρεται για τις κρυφές πτυχές και βαθύτερες σκοπιμότητες της πραγματικότητας. Η πραγματικότητα, λέει, δεν είναι επίπεδη, δεν εξαντλείται στο φαίνεσθαι μόνο, αλλά υπάρχει και το κάτι αθέατο, όπως η συνείδηση του ανθρώπου, που και αυτή αθέατη είναι αλλά υπαρκτή. Κάθε σκέψη για να αναπτυχθεί χρειάζεται σώμα. Εν αρχή το σώμα, λοιπόν. Μ’ αυτό ζούμε, μ’ αυτό αισθανόμαστε, μ’ αυτό δημιουργούμε, σκεφτόμαστε, στοχαζόμαστε και όταν πεθάνει αυτό πεθαίνουμε κι εμείς.

Από τη δική του έρευνα, ο «πατέρας» έχει καταλήξει σε μερικές βεβαιότητες, ανάμεσα στις οποίες είναι το ότι η κυριότητα της ζωής δεν μας ανήκει. Αυτό είναι θλιβερό διότι διακόπτει τη δυνατότητα της εξέλιξης. Ο «πατέρας» βρίσκει καταφύγιο στον πίνακα. Μελετώντας τον μοιάζει να μελετά την ψυχή του –νοήματα, νεύματα, βλέμματα- όλες αυτές οι δραματικές χειρονομίες υπάγονται στην υποκειμενική, τη συναισθηματική και ιδιωτική ερμηνεία του «πατέρα» ή του κάθε παρατηρητή. Ο Οργκάθ κάτω, με όλα τα υλικά ψηλαφήσιμα, χειροπιαστά, και η ψυχή του πάνω με όλα τα άυλα σε αντίστιξη. Σε μια επινόηση της ζωής που χάθηκε στη γη αλλά ξανακερδήθηκε στον ουρανό.

Το πρόσωπο του φεγγαριού τροφοδοτεί τον κόσμο της πλάνης, λέει η Λυμπέρη, όμως, στο ξημέρωμα με το φως, όλα αποκαλύπτονται και παίρνουν τις αληθινές τους διαστάσεις. Μήπως φεγγάρι είναι η Τέχνη και μέρα είναι η πραγματικότητα; Σαν να λέμε πως το φως της τέχνης ομορφαίνει τη σκληρή πραγματικότητα.

Το βιβλίο δίνει την εντύπωση ότι ο συμβατικός αφηγητής, η Λυμπέρη, εν προκειμένω, με έναυσμα τον πίνακα κάνει παρατηρήσεις πάνω στη ζωή και το νόημά της, στην πίστη των ανθρώπων, στο φαίνεσθαι των πραγμάτων και το είναι τους, στα σύμβολα που μεταχειρίζεται ο καλλιτέχνης για να αποδώσει εκείνο που μπορεί να πει και να υπαινιχθεί, καθώς και εκείνο που θέλει να κρύψει. Αλλά και για τον αναγνώστη του είναι πολλά τα στοιχεία εκείνα που θα τον καθοδηγήσουν να διαβάσει τον πίνακα: «είναι φανερό πως οι διαβαθμίσεις του φωτός και της σκιάς αναλογούν σε απλές καταστάσεις της συνείδησης», πως «οι αντιθέσεις των δύο πεδίων δίνουν τη γνωστή μεγαλοπρέπεια».

Η Λυμπέρη, βέβαια, στο βιβλίο της στέκεται, κυρίως, στο κάτω μέρος του πίνακα, αν και αναφέρεται και στο πάνω. Όμως εκεί, στο γήινο επίπεδο, είναι που γίνεται το «θαύμα». Εκεί συμβαίνει το παράδοξο. Εκεί οι άνθρωποι βρίσκονται σε πλήρη απορία, κατάπληκτοι· και η αίσθησή μου είναι πως αυτήν την έκπληξη και απορία επιχειρεί να επεξεργαστεί και να ερμηνεύσει και να φωτίσει, προχωρώντας πόντο πόντο, μήπως και πιάσει τη σκέψη του Θεοτοκόπουλου με την καθοδήγηση του «πατέρα». Γιατί ο Θεοτοκόπουλος είναι «ο δείξας», ο μέγας μαιτρ δηλαδή. Εκείνος ξέρει. Και με τον «πατέρα» διάμεσο, πάντα στοχάζεται πάνω στο μυστήριο της τέχνης καθ’ εαυτήν και πίσω από τα δικά της σημαινόμενα, μελετά τη «συνείδηση» του ανθρώπου. Η καθημερινή ζωή δίνει τα εναύσματα στην καλλιτεχνική φύση για να φιλοτεχνήσει και να «δείξει» ή καλύτερα, να υποβάλει τα μυστικά της. Ένα στοχαστικό πιγκ πογκ, όπου ο «πατέρας» αναζητεί τον εαυτό του ως εάν ήταν ο άλλος Οργκάθ. Οι παρεμβαλλόμενες επιστολές ή σημειώσεις της εποχής του Θεοτοκόπουλου ρίχνουν φως σε μικρές αλλά σημαντικές λεπτομέρειες, όχι τόσο του πίνακα, αλλά της ψυχής που φιλοτέχνησε και «έδειξε» τον πίνακα σαν αλληγορία του μέσα κόσμου, της ψυχής και του Νου.

«Να ποζάρω γι’ αυτό το κάδρο σημαίνει πως θα υπάρξω έξω από το χρόνο». Ο νεκρός δεν είναι και τόσο νεκρός. Έχει πεθάνει πριν από διακόσια εξήντα χρόνια αλλά ο πίνακας θα δείχνει παρόντες στην Ταφή του τους σύγχρονους άρχοντες της πόλης. «Όλοι οι χρόνοι θα συναντηθούν στον πίνακα», «ό,τι συμβαίνει μέσα στο κάδρο θα συμβαίνει και αύριο» και αυτή είναι «η φρίκη του παντοτινού», «ολοζώντανοι ως νεκροί στην όμορφη αιωνιότητά μας». «Ο Δομήνικος κοιτάζει τα πράγματα… είναι η όραση», «Βλέπει για λογαριασμό μας», «Το αγαθό θεωρείται από μερικούς σαν μια αιώνια ζωή». Αυτές οι σκέψεις μας βάζουν σε μεγάλη σκέψη. Γράφει ο Σεφέρης: «Δε θυμάμαι ούτε το Χριστό ούτε το Λάζαρο. Μόνο, σε μια γωνιά, την αηδία ζωγραφισμένη σ’ ένα πρόσωπο που κοίταζε το θαύμα σα να μύριζε… Αυτός ο κύριος της "Αναγέννησης" μ' έμαθε να μην περιμένω πολλά πράματα από τη δευτέρα παρουσία» («Άντρας»). Ο Σεφέρης, βέβαια, αφορμάται από το θαύμα της ανάστασης του Λαζάρου, όμως ο «κύριος της Αναγέννησης» (ο Θεοτοκόπουλος, προφανώς) διασχίζει τους αιώνες για να ενώσει αυτά τα δύο «θαύματα» και να τα αμφισβητήσει, σε ότι αφορά την μετά θάνατον ζωή με την τρέχουσα αντίληψη των πιστών. Μήπως, λοιπόν, η αιωνιότητα δεν είναι αγαθό; Το παντοτινό είναι φρικαλέο και «οι ολοζώντανοι ως νεκροί στην όμορφη αιωνιότητά μας» είναι αποκρουστικοί; Μεγάλο άλμα εδώ στον Λόρδο Μπάιρον που κι εκείνος έβλεπε με θλίψη την αναβίωση της νεκρής Ελλάδας στο (τότε) παρόν, σαν βρικόλακα ή φάντασμα που βγήκε από τον τάφο.

Μήπως ο θάνατος είναι λύτρωση και η αιωνιότητα δεν χρειάζεται το σαρκίο μας αλλά μόνο τη σκέψη μας; Το όνομα και «από κάτω ένα κενό». Ο Δομήνικος το αγαθό της αιωνιότητας το εξασφαλίζει με τη ζωγραφική. Η Τέχνη διδάσκει και καθοδηγεί, μας παρηγορεί, επιμηκύνει και δικαιώνει τον βραχύ βίο και απαιτεί σε κάθε εποχή τη δικής της ανάγνωση. Και η Λυμπέρη μέσα από τα μάτια του «πατέρα», του Νου, που έλεγε ο Αναξαγόρας, επιχειρεί μια δική της προσωπική καταβύθιση στο μυστήριο της ζωή και του θανάτου, κυρίως αυτού, γιατί αυτός είναι, και θα είναι, για κάθε άνθρωπο ο μέγας άγνωστος. Εκείνες οι χειρονομίες, τα νεύματα και τα βλέμματα υπαινίσσονται κάτι πέρα από ό,τι οι πολλοί μπορούν να βλέπουν.

Η συγγραφέας, επεξεργάζεται το θέμα της, κάνοντας μια ενδεικτική, αλλά πολύ σημαντική περιήγηση σε ζωγράφους και πίνακες, θέτοντας ερωτήματα όπως: «πώς θα ήταν η Προσωπογραφία της Κυρίας ντε Σενόν αν ο Εγκρ φρόντιζε να αλλάξει τη βαριά αδιάφορη απόχρωση σάπιου μήλου στην τουαλέτα της εν λόγω κυρίας με ένα εκτυφλωτικό κόκκινο…». Δεν είναι ερώτημα αυτό, όπως και πολλά παρόμοια, που μπορείς να το προσπεράσεις έτσι, χωρίς να προβληματιστείς, πράγμα που σημαίνει πως κάποια λεπτομέρεια που δείχνει ασήμαντη σήμερα δεν είναι αμελητέα στην εποχή της. Και, επομένως, ο τρόπος με το οποίο κοιτάμε έναν πίνακα είναι υπόδειξη, νεύμα που μας κάνει ο ζωγράφος από την εποχή του. Ο έχων ώτα ακούειν και όμματα οράν, ακουέτω και οράτω.

Αν ρωτήσει κανείς τι είναι το βιβλίο της Λυμπέρη; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονολεκτική. Είναι δοκίμιο περί τέχνης, μελέτη του πίνακα του Θεοτοκόπουλου, ψυχική περιπέτεια, στοχασμός πάνω στην ανθρώπινη μοίρα, στη ζωή, στον έρωτα, στην εκδίκηση και στο θάνατο; Και ακόμα ποιος ο «πατέρας»; Είναι ο πατέρας ή ο «πατέρας» νους που καθορίζει τα πάντα ή μήπως αυτός ο άλλος εαυτός μου που μου μιλά και τον ακούω; Τι είναι η τέχνη γενικά και ο συγκεκριμένος πίνακας ειδικά; Μήπως είναι η ερμηνεία στο μυστήριο της ζωής; Μήπως είναι η εναλλακτική απάντηση στα αναπάντητα ερωτήματα που θέτουν οι σοφοί, αναλύουν οι στοχαστές αλλά η Τέχνη αναλαμβάνει να τα μεταμορφώσει σε εικόνες, δίνοντας στο άυλο μορφή και χρώμα είτε αυτό είναι σκέψη είτε συναίσθημα; Πάντως είναι μια ψυχική και διανοητική περιπέτεια, στης οποίας το λαβύρινθο ο αναγνώστης θα απολαύσει την περιπλάνηση.

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

Η πρόσληψη του Ρωμανού του Μελωδού, του Πίνδαρου της Εκκλησιαστικής Ποίησης, από τον Οδυσσέα Ελύτη

Διάλεξη του Παναγιώτη Αντ. Ανδριόπουλου, Θεολόγου και Μουσικού, κατά την 7η εκδήλωση του ε΄ κύκλου δράσεων του Κέντρου Λόγου ΑΛΗΘΩΣ
Μπανάτο Ζακύνθου, 20-2-2016

Εισαγωγή
Θα μου επιτρέψετε να σας πω αρχικώς, γιατί επέλεξα αυτό το θέμα: Τον Ρωμανό του Ελύτη. Για μια σειρά από λόγους, όσο κι αν φαίνεται περίεργο.
  • Βλέποντας στα δελτία των ειδήσεων ότι η πόλη Χομς της Συρίας καταστράφηκε ολοσχερώς, λόγω του εμφυλίου που τελειωμό δεν έχει εκεί, όπως ξέρετε, σκέφτηκα: Η Έμμεσα της Συρίας, η γενέτειρα του Ρωμανού. Σύρος ο Ρωμανός, το λέει κι ο Ελύτης, αλλά πολίτης της μεγάλης Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης, οπότε υπηρέτησε διάκονος στη Βηρυτό και κατέληξε στην Κωνσταντινούπολη. Σήμερα οι χριστιανοί της Συρίας δοκιμάζονται σκληρά. Και καλό θα ήταν να μην τους ξεχνάμε. Η ποίηση του Ρωμανού λειτουργεί και παραμυθητικά για όλους μας.
  • Η Ζάκυνθος είναι ένα νησί με το οποίο ο Ελύτης συνδέθηκε ποικιλοτρόπως. Τον Μάιο του 1980, λίγους μήνες μετά την βράβευσή του με το Νόμπελ, τον Δεκέμβριο του 1979, ο ποιητής ήλθε στη Ζάκυνθο προσκεκλημένος του τότε Μητροπολίτου Παντελεήμονος, μακαριστού πλέον, για να ξεκουραστεί. Ή γιατί σύμφωνα με τον λόγιο κ. Διονύση Σέρρα ένιωθε την ανάγκη εξόφλησης (και μ’ αυτόν τον τρόπο) ενός βαθύτερου χρέους του προς τους δύο κορυφαίους πνευματικούς του πατέρες και οδηγούς», τον Κάλβο και τον Σολωμό.
Η σχέση του Ελύτη με δυο Παναγιές της Ζακύνθου: την Κυρία των Αγγέλων και την Πάντων Χαρά. Ο Ελύτης στην επίσκεψή του στη Ζάκυνθο τον Μάιο του 1980, φωτογραφήθηκε μπροστά στην ιστορική εκκλησία της «Κυρίας των Αγγέλων» και την μνημονεύει στην συλλογή του ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕ ΣΗΜΑΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑΣ:
Ο ΚΗΠΟΣ ΒΛΕΠΕΙ
(απόσπασμα [2.])
ἀλλὰ τότε ἀκόμα ὑπήρχανε
τριανταφυλλιὲς μὲ σημασία θρησκευτικὴ
ἀλληλούια
ἡ Κυρία τῶν Ἀγγέλων
μὲ χρυσὸ ἀλεξίπτωτο
κατέβαινε ὣς τὸ μαξιλάρι σου
Η άλλη Παναγία είναι η Πάντων Χαρά: Αυτήν την εικόνα που φυλάσσεται εδώ στον Άγιο επέλεξε ο Ελύτης για να ονομάσει το εκκλησάκι του. Έφυγε από την ζωή αφήνοντας ένα τάμα, το οποίο εκπλήρωσε η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου: Στο μικρό και παρθενικό νησί των Κυκλάδων Σίκινο, στην οποία –σημειωτέον- δεν πήγε ποτέ ο Ελύτης, ανηγέρθη παπαδιαμαντικό παρεκκλήσι –με το πέλαγος να χάσκει από κάτω- της Παναγίας της Παντοχαράς. Ο Ελύτης στον Κήπο με τις αυταπάτες λέει προφητικά: Έρχομαι ... στην Παρθένο της Σικίνου πριν να υπάρξει... Η Παντοχαρά, που ο Ελύτης την βρήκε στη Ζάκυνθο και την μετέφερε στη Σίκινο. Γι’ αυτό, θέλοντας να συνδέσω τη Ζάκυνθο με την Σίκινο, για την ημέρα των θυρανοιξίων του ναΐσκου ζήτησα από τον π. Παναγιώτη Καποδίστρια, ο οποίος είχε και προσωπική –ποιητική, θα έλεγα σχέση με τον Ελύτη- να γράψει ένα απολυτίκιο, το οποίο και ψάλαμε εκεί στις 6 Αυγούστου 2011. Το απολυτίκιο τελειώνει με την φράση: “χαίροις, ωραιότης έλλογος, θεοπερίχυτη”.
Όταν το ψάλαμε, με πλησίασε ένας σοβαρός άνθρωπος ενθουσιασμένος από το κείμενο, και μου είπε “Αν δεν λεγόταν Παντοχαρά θα 'πρεπε να ονομαστεί Θεοπερίχυτη αυτή η Παναγιά του Ελύτη”. Κι εγώ σκέφτηκα αμέσως: “Παντοχαρά η θεοπερίχυτη”!
  • Ένας τελευταίος λόγος για την επιλογή του θέματος: η επέτειος της συμπλήρωσης 20 χρόνων από την αναχώρηση του Ελύτη από τον μάταιο αυτό κόσμο –«αλλά πέρασμα»- όπως έχει γράψει ο Νίκος Καρούζος: «Μάταιος ο κόσμος αλλά πέρασμα». Κι ο Ελύτης μας άφησε ανεξίτηλο το ίχνος του. Νομίζω απόψε πραγματοποιείται εδώ η πρώτη εκδήλωση στην Ελλάδα για την επέτειο των 20 χρόνων από το ξόδι του ποιητή.
Ας έρθουμε τώρα στον Ρωμανό του Ελύτη.
Ο Ρωμανός ο Μελωδός ανήκει στην προσωπική μυθολογία του Ελύτη.
Σε συνέντευξή του, που δημοσιεύθηκε τη μέρα των γενεθλίων του, 2 Νοεμβρίου, το 1975, ο Ελύτης δηλώνει: «Με απασχολούν κυριότατα μορφές που αγαπώ, από τον Ρωμανό τον Μελωδό και τον Παπαδιαμάντη ως τον Ανδρέα Εμπειρίκο» (Συν τοις άλλοις, σ. 139).
Σε άλλη συνέντευξή του, δύο χρόνια αργότερα, το 1977 στα Επίκαιρα, απαντώντας στο ερώτημα πώς ικανοποιεί το ενδιαφέρον του για την ελληνική παράδοση, ο ποιητής θα πει:
«Αισθάνομαι ότι είναι ανάγκη αυτούς που αγαπούμε, να τους φέρνουμε κοντά στη δική μας ευαισθησία… Από το Βυζάντιο διάλεξα τον Ρωμανό τον Μελωδό κι έχω κάνει μια μικρή εργασία, ανέκδοτη ακόμα» (Συν τοις άλλοις, σ. 156).
Ο Ελύτης γράφει το δοκίμιό του για τον Ρωμανό τον Μελωδό το 1975. Το κείμενό του παραμένει αδημοσίευτο ως το 1986, οπότε δημοσιεύεται στο τριμηνιαίο περιοδικό λογοτεχνίας, θεωρίας της λογοτεχνίας και κριτικής ΕΚΗΒΟΛΟΣ (τεύχος 15, 1986). Αναδημοσιεύεται πολύ αργότερα και στον τόμο Εν λευκώ του ποιητή, τον δεύτερο –μετά τα Ανοιχτά Χαρτιά– με πεζά του (1972-1995).
Από αυτό το δοκίμιο σας διαβάζω την εξαίσια εισαγωγή:
«Το φως της λαμπάδας που άναψε αυτός ο νεαρός διάκονος της Βηρυτού, φτάνοντας μία μέρα στη Βασιλεύουσα μ’ ένα τυλιχτάρι κάτω από τη μασχάλη, για να κλειστεί σ’ ένα καμαράκι και να γράψει εκατοντάδες ποιήματα, δεν ομολογεί απλώς πίστη και αφοσίωση στην εκκλησία του Χριστού· καίει και θρέφεται από μια παράδοση που δεν είχε ίσως κανένα πλέον αντίκρισμα στον απέραντο ελληνόφωνο πληθυσμό (ηττημένη καθώς ήτανε από τον μονοθεϊσμό και τις νέες ανθρωπιστικές αξίες), κρατιότανε όμως γερά, σαν τρόπος εκφραστικός, αγκιστρωμένη από τη γλώσσα κι έτοιμη, μεσ’ απ’ αυτήν, να περάσει στο αντίπαλο στρατόπεδο, για να κατισχύσει με τον ίδιο τρόπο ακριβώς που ο φορέας της είχε, ειρηνικά κι εκείνος, πετύχει να βρεθεί, από υποτελής, κυρίαρχος και ιδρυτής μιας παντοδύναμης αυτοκρατορίας.
Αν ο Μέγας Κωνσταντίνος ήταν αδύνατον να προβλέψει το αποτέλεσμα που θα μπορούσε να είχε η μετακίνησή του, πόσο μάλλον ο Ρωμανός. Λίγοι, ελάχιστοι, ακόμη και σήμερα, έχουμε συνειδητοποιήσει ότι το χαρτί που του έδωσε κάποια νύχτα η Παναγία να καταβροχθίσει, όπως μας λένε τα συναξάρια, τον έκανε άξιο να μεταμοσχεύσει από τον κορμό του αρχαίου στον κορμό του μεσαιωνικού ελληνισμού έναν ειδικό τρόπο του εκφράζεσθαι που έφτασε σώος ως τις μέρες μας. Είναι κάτι τόσο μεγάλο αυτό και -δυστυχώς- σε τόσο μικρό ποσοστό φανερωμένο, που η δυσκολία να το αποδείξεις το αφήνει να πάρει μοιραία το σχήμα της υπερβολής.
Και πρώτα - πρώτα, ο ίδιος ο Ρωμανός θα ’χε λόγους να διαμαρτυρηθεί: καμιά σχέση δεν ήθελε να ’χει αυτός με τον αρχαίο κόσμο. Ούτε καν Ελληνας δεν ήταν. Σύρος ή κατά τον Maas, Εβραίος, έγραψε στην κοινή του καιρού του, μια μεταβατική φάση της ελληνικής, που -υπάρχουνε πολλά δείγματα- τη χειρίσθηκε με τους δισταγμούς και τα παραπατήματα ενός ξένου. Κάτι περίπου σαν τους μεγάλους σύγχρονους ποιητές μας που δεν ήξεραν ελληνικά, όπως έλεγε ο Σεφέρης για τον Σολωμό, τον Κάλβο και τον Καβάφη και που ωστόσο -ίσως γι’ αυτό- αναπαρθενεύσανε, από έναν δρόμο απροσδόκητον ο καθένας τους, τον ποιητικό λόγο.»
Το δοκίμιο αυτό του Ελύτη δεν έχει ακόμα «ανακαλυφθεί», θα έλεγα, από τους φιλολόγους και τους εδικούς ερευνητές.
Η πρώτη αναφορά σ’ αυτό έγινε από τον σπουδαίο νεοελληνιστή David Connoly, ο οποίος σε μια επιστημονική ανακοίνωσή του με τίτλο: «Μεταφράζοντας πρισματική ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης και Τα ελεγεία της Οξώπετρας», αναφέρεται στα δύο είδη ποίησης που διακρίνει και αντιπαραθέτει ο Ελύτης: την «πρισματική» και την «επίπεδη». Ο Conolly παρατηρεί ότι η πρισματική ποίηση, σύμφωνα με τον Ελύτη, είναι αυτό το ιδιαίτερο γνώρισμα που χαρακτηρίζει τη γνήσια ελληνική ποιητική παράδοση και το οποίο απαντάται στον Όμηρο, τον Πίνδαρο, τους αρχαίους λυρικούς ποιητές, τον Ρωμανό, τον Κάλβο και, κατά συμπέρασμα, τον ίδιο τον Ελύτη. Δηλαδή, όπως λέει ο ίδιος ο Ελύτης, «πρόκειται για ρήσεις όπου τα μέταλλα της γλώσσας και των εικονιστικών στοιχείων συγχωνεύονται. Και όπου η διατύπωση μιας αλήθειας είναι και η διέγερση ενός κόσμου αφομοιώσιμου από την προσληπτικότητα της φαντασίας μας. Αυτές είναι που ψηλαφώ τώρα στο Ρωμανό…».
Στο δοκίμιο, το θέμα του Ελύτη είναι φυσικά και η γλώσσα του Ρωμανού. Έτσι, ο ποιητής παραθέτει κι ένα «πρόχειρο», όπως το χαρακτηρίζει, «Γλωσσάριο» του Ρωμανού, το οποίο καταδεικνύει την επιμέλεια του Ελύτη και την ουσιαστική προσέγγισή του στην ποίηση του βυζαντινού υμνογράφου. Επίσης, παραθέτει στίχους και ημιστίχια με εκφραστικές επιτυχίες του Ρωμανού, ο οποίος «σὰν χειριστὴς τοῦ γλωσσικοῦ ὀργάνου, ἔφτασε χάρη στὴν ἰδιοφυΐα του, ν’ ἀγγίζει τὴ σπανιότητα στὴν ἔκφραση καὶ νὰ τὴ συλλάβει αὐτογέννητη, ταυτισμένη μὲ τὴν ὑπερβατικὴ εἰκόνα.»


Στο δοκίμιο συναντάμε και την εμβληματικὴ γνωμάτευση του Ελύτη:
«τὸ σχέδιο διαγράφεται καθαρὰ στὸν ποιητικὸ ὁρίζοντα: τρεῖς κολῶνες ποὺ συγκρατοῦν τὶς καμπύλες τῶν ἁψίδων σὲ μίαν ἀπὸ τὶς προσόψεις τοῦ ἑνιαίου ἑλληνικοῦ λόγου: Πίνδαρος, Ρωμανὸς ὁ Μελωδός, Ἀνδρέας Κάλβος». Πρόκειται για την πιο γνωστή «ρήση» του Ελύτη, από το δοκίμιο για το Ρωμανό.

Ο καθηγητής Φώτης Δημητρακόπουλος σε σχετικό άρθρο του αποφαίνεται πως: Τὸ δοκίμιο αὐτὸ τοῦ ποιητῆ τοῦ «Ἄξιόν ἐστι» ἀποτελεῖ θαυμάσια εἰσαγωγὴ στὴν ποίηση τῶν κοντακίων τοῦ Ρωμανοῦ. Και συμπληρώνει: Στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα διαθέτουμε τὶς γραμματολογικὲς προσεγγίσεις τοῦ Ν. Β. Τωμαδάκη, Βυζαντινὴ Ὑμνογραφία, τὸ ὁμότιτλο ἔργο τοῦ Κάρολου Μητσάκη, καὶ τὸν οἰκεῖο τόμο τῆς Πατρολογίας τοῦ Παναγιώτη Χρήστου.

Άρα, ο Ελύτης είναι ο μόνος μη θεολόγος που ασχολείται σοβαρά με τον Ρωμανό ως ποιητή και αγκωνάρι, θα λέγαμε, του γλωσσικού μας πολιτισμού. Αυτό δεν είναι καθόλου λίγο.

Ο Ρωμανός, επισημαίνει σε σχετική μελέτη της η ερευνήτρια Μαριλένα Πρωίμου, έχει μια ιδιαίτερη αξία για τον Ελύτη ως εκφραστής της ελληνικότητας με όχημα τη γλώσσα, της οποίας η συνέχεια είναι και συνέχεια του πολιτισμού, του οποίου ο Ρωμανός αποβαίνει απολογητής «εκών άκων». Και αυτό που καταξιώνει το Ρωμανό είναι η ποιητική τεχνική, η ιδιαίτερη μορφή, που εκδηλώνεται σε δύο τομείς: τη γλώσσα (λεξιλόγιο) και τη σύνταξη.
Το δοκίμιο Ελύτη για τον Ρωμανό είναι σημαντικό για την Μαριλένα Πρωίμου γιατί αποκαλύπτεται σ’ αυτό η ποιητική διαδικασία κατά τον Ελύτη που θα μπορούσε να συνοψισθεί στα εξής σημεία:
  • Επιλογή σπάνιων λέξεων και αδοκίμαστου συνδυασμού τους.
  • Δημιουργία ποιητικής και ψυχικής ετοιμότητας – ποιητική «έκπληξη»
  • Καθαρότητα στη σύλληψη του κόσμου.
Ο Ελύτης μαγεύεται κυριολεκτικά από τον Ρωμανό και επηρεάζεται καθοριστικά από αυτόν, καθώς θεωρεί ότι ο Ρωμανός διασώζει μέσα στον χριστιανικό κόσμο την πρισματική ποιητική έκφραση των αρχαίων.
Σύμφωνα με τον μακαρίτη, κράτιστο φιλόλογο Τάσο Λιγνάδη στη σχετική μελέτη του για το περίφημο Άξιον Εστί του Ελύτη, οι επιρροές του ποιητή από τον Ρωμανό είναι πάμπολλες.
Ο Λιγνάδης παραπέμπει σε 10 τουλάχιστον ύμνους – κοντάκια του Ρωμανού, απ’ όπου έχει εμπνευσθεί ο Ελύτης και συγκεκριμένα: «Εις την Γέννησιν», «Εις τον Νιπτήρα», «Εις τους Αγίους 40 μάρτυρας», «Εις τα άγια νήπια», «Εις την άρνησιν του Πέτρου», «Εις τα Θεοφάνια», «Εις την Σαμαρείτιδα», «Εις την Ανάστασιν», «Εις την Υπαπαντήν», «Εις την Αγίαν Πεντηκοστήν». Μια φράση του Ρωμανού είναι αρκετή για τον Ελύτη.
Όμως, ειδικά στο Άξιον Εστί, έχουμε και την μορφή που δανείζεται ο Ελύτης από τον Ρωμανό. Η στιχουργική μορφή των Ασμάτων ακολουθεί πιστά και στην οπτική της εμφάνιση τρόπους διατυπώσεως της εκκλησιαστικής υμνογραφίας, και κατ’ εξοχήν των κοντακίων του Ρωμανού, από την Οξφορδιανή έκδοση των MaasTrypanis του 1963, την οποία είχε υπ’ όψιν του ο Ελύτης (Λιγνάδης, σ. 30).
Ο ίδιος ο Ελύτης σε συνέντευξή του το Νοέμβριο του 1981, λέει ότι η «συμμετρία» στην ποίηση είναι πρόνοια: «Όταν κάνεις ένα έργο που είναι μεγαλύτερο από μία σελίδα και αποτελεί πια ένα μεγάλο σύνολο, πρέπει να έχει μια ορισμένη αρχιτεκτονική. Εγώ, λοιπόν, δεν θα το ‘λεγα συμμετρία, αλλά αρχιτεκτονική… Να σας δώσω ένα παράδειγμα: το Άξιον Εστί δε θα μπορούσε ποτέ να σταθεί, αν δεν είχα την πρόνοια να έχω τη σχεδόν μαθηματική αυτή διάταξη στοιχείων του ποιήματος. Νομίζω ότι στα μεγάλα ποιήματα αυτό είναι απαραίτητο και έχω παραδείγματα και από παλιά ακόμα. Και ο Πίνδαρος είχε τέτοια πρόνοια και ο Ρωμανός ο Μελωδός στο Βυζάντιο…» (Συν τοις άλλοις, σ. 241). Και σε άλλη συνέντευξή του επεξηγεί για το ίδιο θέμα: «Πολύ με βοήθησαν, για ν’ αντιμετωπίσω αυτό το πρόβλημα, δύο μεγάλα πνεύματα της ελληνικής παράδοσης: ο Πίνδαρος, στα κλασικά χρόνια, και ο Ρωμανός ο Μελωδός, στο Βυζάντιο… Στις μεγάλες συνθέσεις, η αρχιτεκτονική αυτή μέριμνα – με την εναλλαγή των συλλαβικών μέτρων και την, κατά μαθηματικά διαστήματα, επαναφορά τους – αποδείχθηκε ευεργετική. Ο ειδικός τόνος γεννούσε τον ειδικό τύπο. Και αυτό χωρίς ο αναγνώστης να είναι υποχρεωμένος, όπως ο ειδικευμένος μελετητής, έστω και να υποψιάζεται καν την ύπαρξή τους για να χαρεί το αποτέλεσμα που εντέλει – και πολύ σωστά – μόνον αυτό μετράει» (Συν τοις άλλοις, σ. 262-63).
Εδώ πρέπει να αναφέρουμε και κάτι όχι και τόσο γνωστό. Στον λόγο του Ελύτη στην Ακαδημία της Στοκχόλμης, με αφορμή το βραβείο Νόμπελ που του απονεμήθηκε, υπάρχουν και κάποιες παράγραφοι που δεν συμπεριελήφθησαν στην τελική έκδοση του κειμένου. Δημοσιεύονται όμως στον σχετικό ιστότοπο της Ακαδημίας, στη γαλλική και αγγλική εκδοχή του λόγου. Σε μία απ’ αυτές ο Ελύτης λέει ότι ακολούθησε το παράδειγμα του Ρωμανού για την αρχιτεκτονική του Άξιον Εστί.
Άρα είναι παραπάνω από σαφής η επίδραση του Ρωμανού στην αρχιτεκτονική και τη μορφή του Άξιον Εστί.
Στον Μικρό Ναυτίλο του Ελύτη ο Ρωμανός έχει την τιμητική του, καθώς η περίφημη φράση «Μυρίσαι το άριστον» που κυριαρχεί ως γενικός τίτλος ενοτήτων στη συλλογή, είναι για πολλούς συνώνυμη του Ελύτη, αλλά είναι δάνειο από τον Ρωμανό (το μνημονεύει και ο ποιητής στο σχετικό δοκίμιό του). Επίσης, στο Ταξιδιωτικό Σάκο του (Όττω τις εράται), πάντα στον Μικρό Ναυτίλο, ο ποιητής φυσικά παίρνει μαζί του και Ρωμανό, δύο στίχους:
Και το αίμα μου μέλαν, όθεν βάπτω και γράφω
Το άνθος γλυκάζον εμοί γέγονεν τιθύμαλλος
Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι στον Μικρό Ναυτίλο, ο Ελύτης έχει ως τίτλους των διαφόρων ενοτήτων του εναλλάξ Σαπφώ (όττω τις εράται), Ρωμανό (Μυρίσαι το άριστον) και Κάλβο (Και με φως και με θάνατον). Τρεις πυλώνες του ελληνικού πολιτισμού που για τον Ελύτη είναι καθοριστικής σημασίας. Άλλωστε, ο Ελύτης στα Ανοιχτά Χαρτιά (σ. 448) λέει ότι νιώθει ένας «αριστοκράτης, ο μόνος που έχει το προνόμιο να λέει τον ουρανό «ουρανό», και τη θάλασσα «θάλασσα», ακριβώς όπως η Σαπφώ ακριβώς όπως ο Ρωμανός, εδώ και χιλιάδες χρόνια, και μόνον έτσι να βλέπω αλήθεια το γαλάζιο του αιθέρος ή ν’ ακούω το ρόχθο του πελάγους…».
Θα κλείσω, επιτρέψτε μου, με τον επίλογο του δοκιμίου Ελύτη, όπου ο Ελύτης κάνει λόγο για την ποιητική ασκητική του Ρωμανού, που φαίνεται ότι θέλγει και τον ίδιο.
«Διάκονος ήταν και καθώς φαίνεται, διάκονος έμεινε ως το τέλος της ζωής του ο Ρωμανός με τόσες πτυχές στην ιδιωτική του ζωή όσες και στο φτωχό του ράσο. Είναι αυτό ένα μεγαλείο που, ανεξάρτητα εντελώς από κάθε ηθική, χριστιανική ή άλλη, μας βοηθεί να βλέπουμε τους δημιουργούς μέσα στη μόνωσή τους και να τους παρακολουθούμε στον αγώνα τους για μιαν αφιλόκερδη αποτίμηση της ζωής και των αξιών που περικλείνει.
Εκεί, σ’ ένα κελί του ναού της Θεοτόκου της εν τοις Κύρου, τον φαντάζομαι κι εκείνον να βαδίζει επάνω κάτω μια ζωή ολόκληρη, παλεύοντας με τις λέξεις όπως ο Σολωμός κι ας ήταν ένας κόμης όπως ο Παλαμάς κι ας ήταν ένας γραμματικός. Δε γίνεται αλλιώς η ποίηση. Κακομαθημένοι στις μέρες μας, προσπαθούμε να γεμίσουμε τα βιογραφικά κενά με υποθέσεις: 'αδύνατον ένας ποιητής με τόση φήμη και με την εύνοια επιπλέον του Ιουστινιανού να μην είχε καταλάβει ύπατα αξιώματα'. Λησμονούμε ότι για μερικούς ανθρώπους η συγγραφή δεν είναι φιλοδοξία. Είναι υψηλή αποστολή.
Εν χάρτη της ψυχής μου γεγραμμένην την αίτησιν έχω, λέει. Και βέβαια, η ορθόδοξη αγωγή του Ρωμανού απωθεί την παρούσα ζωή, προσβλέπει στη μέλλουσα. Όμως αρκεί να φανταστούμε σαν 'μέλλουσα' την παρούσα, κεκαθαρμένη, φτασμένη σε μιαν ιδανική τελειότητα, για να προσμετρήσουμε τον βαθμό της παραδιόρθωσης που επιφέρει, με τα έργα του τα ποιητικά, στα φαινόμενα και να διαβάσουμε, πίσω από τις γραμμές μιας δογματικής έκφρασης, την ομολογημένη του λατρεία σε ό,τι θ’ αποκαλούσαμε 'διαυγές', 'άσπιλο', 'άφθαρτο' -συνώνυμα όλα τους ενός ποιητικού παραδείσου.
Οι χρόνοι που ακολούθησαν μας έδωσαν ασφαλώς περισσότερο έμπειρους στον χειρισμό της γλώσσας υμνογράφους. Ομως αυτός, ο πρώτος, παραμένει μοναδικός· ο πλησιέστερος και προς τους αρχαίους και προς τους σύγχρονους ποιητές μας· ένας κρίκος ανοξείδωτος ανάμεσα σε δύο μεγάλες περιόδους ενός και του ίδιου πολιτισμού. Αυτός επέτυχε να διατηρήσει και ν’ ανανεώσει τους εκφραστικούς πυρήνες που πρέπουν στο ήθος του ελληνικού λόγου. Και αυτός θεμελίωσε αρχιτεκτονήματα που ο ίδιος σχεδίασε πάνω στις ανάγκες της συγγραφικής του αποστολής. Τα δύο αυτά, επιστεγασμένα από την ηθική του προσωπικότητα, την αναπτυγμένη στο μάκρος μιας συνεπέστατης προς τις ιδέες του ζωής, είναι που του έδωσαν το δικαίωμα να πλαγιοϋπογράφει τις συνθέσεις του με την τόσο περήφανη, στο βάθος, ρήση: Τούτο του ταπεινού Ρωμανού.»
Στους περίφημους στίχους του Ελύτη από το Άξιον εστί
«Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί
Όπου και να θολώνει ο νους σας
Μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
Και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»,
Μπορούμε, νομίζω, να προσθέσουμε:
Και μνημονεύετε Ρωμανό τον Μελωδό. 

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

π. Κων. Ν. Καλλιανός: ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟΥΣΙΑΣ


Μνήμη τῆς Μητέρας μου Μαγδαληνῆς
Σὲ λίγη ὥρα συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια ἀπουσίας τῆς Μητέρας ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό. Τέσσερα χρόνια ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ συννεφιασμένο ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς, τοῦ σωτηρίου ἔτους 2012, λίγο πρὶν ἀρχίσει ὁ πρῶτος Κατανυκτικὸς ἑσπερινὸς ποὺ μᾶς εἰσάγει στῆς Μεγάλης τῆς Σαρακοστῆς τὸ Θεῖο, καὶ χαρμολυπικὰ στολισμένο, ἱερὸ στάδιο.
Κι ἦταν ἡ ἀναχώρήσή της συνδυασμένη μὲ κάποια γεγονότα ποὺ πραγματικὰ σήμερα ἔρχονται στὸ νοῦ καὶ τοῦ φανερώνουν κάποιες ἱερὲς στιγμὲς ποὺ ποτὲ δὲ λησμονοῦνται, ἀλλὰ καὶ τονίζουν μὲ τὴ σημειολογία τους, τὸ θεοσημείωτο χνάρι τους.
Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς, λοιπόν, ἦταν τότε... Καὶ γὐρω στὸ μεσημέρι ἐμφανίζεται μιὰ ὁμάδα Κληματιανῶν, ὥστε νὰ συμμετάσχουν στὶς ἐκδηλώσεις γιὰ τὰ ἐθιμικὰ δρώμενα τῶν τελευταίων ἡμερῶν τῆς λεγόμενης Ἀποκριᾶς. Κι αὐτὸ συνέβη γιὰ πρώτη φορά. Καὶ μάλιστα ἀπό τότε, μήτε ποὺ ξανάγινε, δηλαδή, μήτε ποὺ ξαναφάνηκαν. Κι ἄκουσε ἡ ἑτοιμοθάνατη Μάνα τοὺς συγχωριανούς της γιὰ στερνὴ φορὰ νὰ τραγουδᾶνε τὰ παλιὰ τὰ τρααγούδια τοῦ χωριοῦ μας, λὲς καὶ ξαναβγῆκε πάλι, ὅπως τὸ συνήθιζε, λίγο παραέξω ἀπό τὴν πάνω πόρτα τοῦ φούρνου νὰ δεῖ νὰ χορεύουν πάνω στὴ πλατεία, στὴ «Βελανιά», καὶ νὰ τραγουδᾶνε τὰ κορίτσια μὲ τὶς φ᾿ στάνες τό, «Ἄχ, χειλακι μου γραμμένο, σὲ μὲ ἔχεις τρελλαμένο...» ἤ τὴ «Σοῦσσα» κ. ἄ. πολλά. Κι ἦρθε ἡ ὥρα τούτη τόσο καλεστικὴ καὶ σημαδιακή, λές καὶ τὴν καλοῦσαν νἂ ξαναβγεῖ καὶ ν᾿ ἀποχαιρετίσει... Ὅπως κι ἔγινε. Γιατὶ μετὰ ἀπὸ λίγο ἔφυγε σιωπηλά, ἀθόρυβα, μέσα στὴν ἡρεμία τοῦ ὕπνου της, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ συντροφιὰ τῶν ὀνείρων της. Κι ὅλα ἐτοῦτα, σιμὰ στὴν ἀγαπημένη της φωτιά, στὴ θερμάστρα δηλαδή, ποὺ τῆς θύμιζε τὴ παλιὰ τὴ παραστιά, ἀλλὰ πιὸ πολὺ τὴ φωτιὰ τοῦ φούρνου της, ποὺ τὴν ἀγαπησε, γιατὶ ἐκείνη τὴ συνέδραμε ὤστε νὰ ἐργαστεῖ τὴν ἐπίπονη διακονία ποὺ ἐπιτελοῦσε γιὰ χρόνια πολλά. Ἀπὸ τὴ συντροφιὰ τῆς φωτιᾶς, λοιπόν, ξεκίνησε τὸ ταξίδι της γιὰ τὴν αἰωνιότητα... Γιὰ νὰ πάει τώρα πιὰ νὰ συναντήσει τὰ δικά της τὰ ἀγαπημένα της πρόσωπα, περιμένοντας παραλληλα κι ὅσους ἀπὸ μᾶς θὰ τὴν ἀκολουθήσουν. Ἐν καιρῷ εὐθέτῳ.
Τέσσερα χρόνια ἀπουσίας καὶ παρουσίας μαζί, λοιπόν. Γιατὶ καὶ νομίζεις ὅτι εἶναι σιμά σου κι ἀπὸ τὴν ἄλλη συνειδητοποιεῖς τὴν ἔλλειψη τῆς παρουσία της... Γιὰ νὰ γεμίζουν οἱ στιγμὲς τοῦ βίου ἀπὸ τὴ χαρμολύπη ποὺ πλανᾶται πάντα καὶ συνάμα νὰ γίνεται ἡ ἀκίδα ἐκείνη ποὺ τρυπᾶ βαθειὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὴν πληγώνει.
Ἀφουγκράζεσαι ἀπὸ μακρυὰ νὰ σιμώνει ἡ χορεία τῶν προγόνων σου ποὺ ὑποδέχτηκαν τὴ Μητέρα κατὰ τὴν εὔσημο ἡμέρα ταύτη. Κι ὕστερα ἀγναντεύεις ἕνα ἔρημο σπίτι ποὺ χωνεύει μέσα στὴ μοναξιά του καὶ τὴν ἐγκαρτέρηση κάποιου ποὺ θ᾿ ἀνοίξει τὴ θυρα του, θὰ τὸ ἐπισκεφτεῖ γιὰ λίγο κι ὕστερα θ᾿ ἀναχωρήσει. Ὅπως δηλαδή, εἶναι κι ὁ ἴδιος ὁ βίος μας. Μιὰ φευγαλέα ἐπίσκεψη στὸν κόσμο αὐτό κι ὕστερα ἔρχεται ἡ ἀναχώρηση, δίχως τίποτα νὰ πάρουμε στὰ χέρια, μονάχα μὲ γεμάτη τὴν ψυχὴ ἀπό εἰκόνες, συπεριφορὲς τῶν ἄλλων καὶ ὄνειρα... Εὐτυχῶς, πολλὰ ὄνειρα. Γι᾿ ἄλλους χαμένα, ἐπειδή, δυστυχῶς, δὲν κατάλαβαν ὅτι κι αὐτὰ τροφὴ εἶναι ἀπὸ τὴν ὁποία κρατᾶμε πάντα τὰ χρήσιμα στοιχεῖα, ἀπορρίπτοντας πάντα ὅ,τι εἶναι περιττὸ καὶ ἄχρηστο.
Τέσσερα χρόνια, λοιπόν. Μικρὴ μὲν ἡ χρονικὴ ἀπόσταση, ἀλλὰ μεγαλο τὸ χάσμα καὶ φυσικὰ τὸ τραῦμα. Ποὺ ὡστόσο ἐπουλώνεται μὲ τὰ χρόνια . Μόνο τὸ χνος τῆς πληγῆς ἀπομένει πάντα, τεκμήριο ἀδιάψευστο...
26 Φεβρ. 2016 ὥρα 4. 15 μ.μ.
π. κ.ν.κ.

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Δημήτρη Κοσμόπουλου: ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ, 2008 [επιλογή 9 ποιημάτων]


μλετ στὴν Ρώμη

Κρατᾶνε τὰ κομμένα τους κεφάλια, στοῦ σοῦπερ-μάρκετ τὶς σακκοῦλες.
Κι ἐγὼ σφίγγω τὰ χέρια μου. Οἱ τσέπες μου γεμάτες πέτρες. 
Γιέ μου Ἀντριοῦσα, ντρέπομαι νὰ σ᾿ ἀντικρύσω. Παντοῦ κλαδεύουνε ζωοῦλες.
Ἡ ζωή σου στὴν ψυχή μου. Ἡ ψυχή μου συννεφιάζει. Μετράει
Κύριε, τοῦ βίου μου ἡ φωτιά; Ὦ Κύριε, μὲ τὴν ἀρρώστειά μου, γιατρέ.

Καὶ μὲ τὸν πόνο μου, ξερὸ ψωμί, στάλαξε μέσα μου ἡ δρόσος τοῦ Θεοῦ.
Βάρος πανάλαφρο στερεώνει τὴν καρδιά μου. Τοῦ Θεοῦ προσκυνῶ.
τὴν Δόξα. Νοιώθω τὸν ἅγιό μου χαμό. Νερό, βροχή, ποτάμια, χιόνι—
ἄνεμος ἀπ᾿ τὰ δάση τῆς πατρίδας, σαπίζει ἐντός μου. Στὸ ταβάνι
ἀστροφεγγιά. Κι ἡ νύχτα, ὁ θάνατος ὁ θηρευτής, μὲ χάνει.

Ἥλιος, ἂν εἶναι ἰταλικός, χλωμὸς μὲ τὴν καρδιά του σιδερόφυλλη
ὅμως εἶναι κι ὁ Ἥλιος ὁ μεσάνυχτα, ἱλαρὸ νερὸ καὶ ρόδου συντριβάνι.
Κύριε, Ἄρχοντα τοῦ βίου μου, ἔλαβα τ᾿ ὄνομά σου ἄμφιο καὶ παλτό. Ποιὰν ὀφειλὴ 
νὰ ξεπληρώσω ὀρφανὸς στὰ σταυροδρόμια, ἀχνός, καιόμενο λιβάνι.
Μία βασιλεία νοστάλγησα, καρβουνιασμένο ἀποκερο, κι ἡ αὔρα σου στολή μου.


Θέμα απλούν

Το σήμερα σέρνει το χθες,
σε δίχτυ από πλεγμένες φλούδες λεύκας.

Νερό τρέχει απ’ το σώμα μου,
πλημμυρίζει τα μάτια.
Αντιγράφει στο δέρμα μου,
τις πτυχές της άμμου.

Όμως εγώ αναζήτησα την δίψα.
Όχι το νερό.

Σε μια σχεδία από κορμούς σημύδας,
από τα καπνισμένα πατερά του πατρικού μου,
το σήμερα γέρνει και ξεψυχά.
Για να συρθεί απ’ το αύριο.

Νερό με γεύση χώματος.
Γεννάει η φωνή μου δάση.
Σε μιαν υδάτινη εικόνα,
σπίτια από ξύλο και φωτιά.

Χριστέ μου.
Φωτερή σαγήνη.


Ὀφηλία

Στὸν καναπὲ κουρνιάζοντας καὶ μισομουδιασμένη 
μὲ χέρι νὰ λιγοθυμᾶ ἀπ᾿ τὸ τηλεκοντρὸλ
δὲν θὰ τὸν δεῖς.
Ὄμορφη καὶ κρυστάλλινη σὰν τὰ νερὰ τοῦ καταρράχτη
ἔσχαβε μέχρι νὰ σ᾿ ἐλευθερώσει, 
στὴν θάλασσα νὰ περπατᾶς τοῦ ἀληθινοῦ σου χρόνου
Ἔσκαβε μὲς στὸ ψέμμα τῶν εἰκόνων.
Κόλλα τὸ αὐτὶ στὸ μαξιλάρι, 
στὸν βρύα γιομᾶτο τῆς βελανιδιᾶς
ἑκατόχρονο κορμό.
Ἀχοῦσε τὴν ἀνάσα του.
Φωνοῦλες παιδικὲς κυλιοῦνται στὸ χορτάρι, 
τὰ χρόνια, τὰ κουρέλια τῆς ψυχῆς.

Καὶ θὰ συναντηθεῖτε. Στὸ φέγγος 
τοῦ κριοῦ. Στοῦ μαρτυρίου 
τὸ σέλας.


Vino di toscana
San Gregorio, † 10.7.84

Πολύφυτο, βαθύτατο, στῆς σιγανῆς λαμπάδς; 
—καθὼς ἀρχίζει μάχη σκιῶν στὴν βραδυνὴ θαμπάδα— 
στὸ λαδικὸ τὸ φῶς, στὸ ῥεῖθρο τῆς ψυχῆς 
χωριό, πλατειὰ φυλλώθηκες, νὰ μὲ δεχθεῖς.

Πηλόχτιστο ἔχω τὸ κορμὶ κι ἕνα σακκούλι χώμα— 
μ᾿ ὅλα τὰ σύμφωνα μιᾶς γλώσσας ἄγνωστης— καρδιά. 
Ἕνα σταφύλι χῶμα κι ἀπὸ φῶς μία καρυδιὰ 
στὸν πόνο ψήνονται. Ψυχὴ καὶ σῶμα.

Κι ὁ θάνατος ἀκόμα.


Κύκνειο

Παληὰ παραθυρόφυλλα τῆς μνήμης μου κι ἀνοίγουν. 
Χρυσῆ, σταρένια θάλασσα στὸ βουλιαγμένο καλοκαίρι. 
Ἡ πέτρα καὶ τὸ ξύλο σφιχταγκαλιασμένα. 
Μέσα μου τοῖχοι, παραθύρια ἀλλοτινά. 
Φτάνουν χοροὶ τῆς ἄνοιξης, μὲ πετροκότσυφα καὶ θαμνοψάλτες.

Φτάνει ἕνας τόπος ποὺ τὸ χιόνι σπάνια τὸν ἀφήνει. Ἕνας 
ἀέρας νὰ ἡσυχάσει δὲν μπορεῖ. Παληὰ τοῦ χρόνου μου 
παραθυρόφυλλα. Ρουφῆχτρες.

Βγαίνω κι ἀφήνω τὴν ψυχὴ στὰ πόδια σου. Ὅπως 
ἡ νύχτα γονατίζει μπρὸς στὸν ἥλιο.

Νύχτα ρωσίδα, γεωγραφία. Λαβωμένη. 
Ὅμως ὁ θάνατος γεμάτος ἥλιο.


Ὕμνος

Ὁ ὕπνος εἶναι μικρὸς θάνατος. 
Ὅμως ὁ θάνατος, γλυκὸς ὕπνος.

Κοιμᾶται ὁ σπόρος, ἥσυχα, στὸ χῶμα. 
Μέχρι τὴν Ἄνοιξη.

«Μὴν τὰ κοιτᾶς τὰ μαῦρα δέντρα. 
Στὸ χῶμα κοίτα, τὰ πράσινα βλαστάρια». 
Εἶπε ἡ χαροκαημένη.

Μυρίζει ξοδεμένο παρελθὸν καὶ σάπια φύλλα. 
Μυρίζει Ἀνάσταση.


3η Δεκεμβρίου 1986, Paris

Συνάντησα ξανὰ στὸν διάδρομο τοῦ νοσοκομείου, τὸ φαλακρό, μικρὸ παιδί. Ἔχει λευχαιμία. Ἡ χλωμάδα του ἔκαιγε τὸ γκρίζο πρωινὸ κι εἶχε γιὰ μάτια δύο γαλάζιες στάλες. Μοῦ ψιθύρισε: «Ξέρεις γιατί βασανιζόμαστε; Γιατὶ ὁ Χριστὸς εὐλόγησε νὰ μᾶς μάθει τὰ βάσανα ποὺ πέρασε ὅταν ἦρθε στὸν κόσμο. Ἐγὼ κατάλαβα τί τράβηξε. Γι᾿ αὐτὸ γεννήθηκα». Στὴν κρύα νύχτα, σπάζει τὸ τζιτζίκι τῆς φωνῆς του μέσα στὸ κεφάλι μου.

Ἔρχεται μεσημέρι τοῦ Ἰβάν, νὰ κάψει ὅλους τοὺς ἴσκιους.


Το κοτσύφι του Ταρκόφσκι 

Πολύδροσο, Χαλάνδρι και Μαρούσι, δεν με ξεχάσατε κοτσύφια. Με πυροβολισμούς φωνητικών πιδάκων, από τους κάλυκες του πιο αθώου χρόνου. Σε κυπαρίσσια λιγοστά, σ’ εληές, ξεμεινεμένα πεύκα. Σε μπαζωμένα ρέματα. Αλλά και στην βελανιδιά, μέσα στον ίσκιο, μέσα στον ύπνο μου αόρατα σαλεύουσα. Παρισινό φθινόπωρο, Jardin du Luxembourg, λουζόμουνα στο συντριβάνι του αυγινού σας ψάλματος. Σαν το σκυλί, που ’χει απολέσει αφεντικά και σπίτι μα βρήκε στην φωνή σας της πατρίδας του νερά.

Ξέρω, μου τα ’στειλες να μου γλυκαίνουνε τον δρόμο. Το μαύρο τίναγμά τους να μου δείχνει ότι είμαι πένθιμης αγάπης υποτακτικός. Καλογέρια του δικού μου ουράνιου δάσους. Αγγελικά πουλιά, στο τίποτέ μου κρεμασμένα, καρποί χερουβικοί που το γυρίζουνε σε δέντρο του παντός, σκιρτητικό.

Ωστόσο απόψε βρέχει και, πέφτοντας η νύχτα, ψάχνω να βρω τον τρόπο για το ευχαριστώ. Το στήθος μου έγινε Μονή Βαθέος Ρύακος. Όσο κι αν πόθησα, είκοσι χρόνια μια σπασμένη προσευχή σού μουρμουρίζω. Ωστόσο να· δροσολογιέται ο κότσυφας μες στο κυπαρισσάκι, απέναντι. Είναι μια μαύρη σαϊτιά, κι όλο χορεύοντας, μούσκεμα, ανεβοκατεβαίνει στα μυρωμένα σπλάχνα του δέντρου. Κι όπως ξεπλέκει τα νυχτερινά ασυλλάβιστα σ’ έναν κελαηδισμό, τρέχει το αθώο νερό, βροχή μες στην βροχή κι οι τοίχοι πλημμυρίζουν δάκρυα.

«Νερό μου, μητρική σινδόνη, νόστε υγρέ, αμνιακό της γης υγρό, καύσιμο της αγάπης», τραγουδούσε σιωπηλά ο γιος της στέπας, της σημύδας ο βλαστός, ο Αντρέι Ταρκόφσκι. Ένα κοτσύφι τον εγνώρισε. Μπήκε απ’ το παράθυρο του νοσοκομείου, ν’ απαγκιάσει στην παλάμη του. Κοιτάχτηκαν ώρα πολλή. Κι αυτό γινόταν κάθε μέρα, ώς το τέλος.

Ο πόνος έκαιγε τα σπλάχνα του και τα ’κανε νερό. Στα μάτια του, είχε αρχίσει κι εκεί να βρέχει. Ένα κατάλευκο άλογο έβοσκε στο κυματισμό χορτάρι του μυαλού του. Έτρεχε να το φτάσει, έτρεχε ο μικρός Ιβάν. Είναι από τούτο που στην τελευταία φωτογραφία φαίνεται βουλιαγμένος στο απογευματινό φως, και το κοτσύφι μες στη χούφτα του χρυσόμαυρο κερί, λυχνάρι.

Όταν ο πόνος πια τον μαύρισε κι έφεξε φεύγοντας σαν ρώσικου ύμνου ποταμός, την ώρα που στον Βόλγα και στο Νιέβα σήκωναν οι βάρκες τα πανιά – το κοτσύφι γύριζε τραγουδώντας μεθυσμένα το φως της βροχής. Ώσπου το βρήκανε με το κεφάλι μέσα στο φτερό, πάνω στο φρέσκο επιτάφιο χώμα.

Τι μου λέει το κοτσύφι απέναντι, μαύρη αστραπή στο μουσκεμένο κυπαρίσσι, με την λαλιά του βροχερή; Ποιαν άνοιξη, Μητέρα, ευαγγελίζεται; Μην είναι μαύρο σήμαντρο ο άγγελος του Ταρκόφσκι; Γιατί βρέχει, όπως στις παλιές ρωσικές ταινίες, Μητέρα.

Τι τραγουδάει ο κότσυφας;

Σπασμένος άνθρωπος, σάπιο τσιγάρο ανάσα, Θε μου· πώς να με πάρεις δίχως να έχω μάθει την γλώσσα, ενός, έστω, πουλιού;


Πάροδος

«Ὁ τόπος του ξημέρωμα Παρασκευῆς, 
μέσα στὶς λίμνες ξεψυχώντας, στὰ νερά. 
Μαζεύονται τὰ σύννεφα κι Ἐκεῖνος ἀνεβαίνει 
στῆς ἐρημιᾶς τὸ χιόνι· σὰν κουραστοῦνε οἱ σταυρωτὲς 
στέκει τοὺς περιμένει.
Παρασκευὴ μὲ ξύδι ἀέρα καὶ πικρὸ οὐρανὸ 
γδαρμένη ἀπὸ φωνὲς Μανάδων ποὺ τοὺς παίρνουν τὰ παιδιά τους», 
εἶπε τὸ φυλλοθρόισμα στὸ πατρικὸ τὸ δάσος
τοῦ Ἀνδρέα Ταρκόφσκι.
«Ὁ τόπος του εἶναι Κυριακὴ ξημέρωμα, 
φυτρώνει ἀπὸ τὴν ἄβυσσο κι ἀπὸ τὴν μαύρη πίσσα, 
μὲ τὰ ξερὰ τῆς δόξας τὰ χορτάρια προσανάμματα.
Κατάμαυροι οἱ Ἑσπερινοί, μ᾿ ἀνασασμοῦ κεράκι, 
κι εἶναι χρυσὸ τὸ δάκρυ του μὲ γεύση τῆς θαλάσσης», 
ριγήσανε μὲ τρόπο Ἀνοίξεως οἱ καπνισμένες πλάκες
κατὰ τὰ μέρη Διονυσίου Ἱερομονάχου Σολωμοῦ.
«Ρίχνει χαλάζι πετρωτό», 
σφύριζε ὁ μετανάστης τ᾿ οὐρανοῦ
πουλί, σπιρτοχελίδονο, στὸ περιβόλι τὸ δικό μου.
Ποὺ μοῦ ἔστρωναν οἱ δυό τους Δεῖπνο, βράδυ Πέμπτης
μυστικῆς, κι ἀργοῦσε Ἐκεῖνος νά 'ρθει.

Related Posts with Thumbnails